Η αναπαραγωγή των κονωνικών σχέσεων και η ιδεολογική τράπεζα του ΣΥΡΙΖΑ - (ΜΕΡΟΣ Ι)*

Δημοσιεύθηκε: 17/6/2015

*Το παρόν άρθρο πρόκειται να δημοσιευτεί στο περιοδικό αριστερή συσπείρωση.



Ποιο είναι άραγε το ιδεολογικό στίγμα του ΣΥΡΙΖΑ; Είναι ένα κόμμα της σύγχρονης νεοφιλελευθεροποιημένης σοσιαλδημοκρατίας, μια αναπαλαίωση της μεταπολεμικής κεϋνσιανής σοσιαλδημοκρατίας, μια αναβίωση του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος, ένα πολιτικό μόρφωμα απροσδιόριστου περιεχομένου που η κυβερνητική του πορεία θα κρίνει το χαρακτήρα του; Η ύπαρξη πολλών και διαφορετικών συνιστωσών παίζει ρόλο στη φυσιογνωμία του; Ποιες είναι οι ιδεολογικές του αναφορές και ποιες οι πολιτικές πηγές του; Κι εν πάση περιπτώσει θα αναπαράξει τις κοινωνικές σχέσεις ή η πολιτική του θα σημάνει μια ασυνέχεια στο κοινωνικό γίγνεσθαι; Μερικά από αυτά τα ερωτήματα θα μας απασχολήσουν στο παρόν κείμενο.

 

Τα κριτήρια ιδεολογικής και πολιτικής ένταξης μιας πολιτικής συλλογικότητας

Είναι σαφές πως ελλείψει κριτηρίων ή με τη χρήση θολών και μη αυστηρά προσδιορισμένων κριτηρίων, η ένταξη σε εκείνο ή το άλλο ρεύμα γίνεται προβληματική, ίσως και βολική για κάποιους. Μάλλον, δεν είναι πρωτότυπο να πούμε πως τα κριτήρια είναι τρία: α) η ταξική σύνθεση (όχι των οπαδών και ψηφοφόρων αλλά των μελών), β) η ιδεολογία και το πρόγραμμα του κόμματος (αν διακηρύσσει τη διατήρηση του κοινωνικού στάτους κβο ή την αλλαγή του και με ποιο τρόπο), γ) το τι πράττει το κόμμα (με άλλα λόγια αν υπάρχει διαλεκτική σύνδεση θεωρίας και πράξης). Στα τρία κλασικά κριτήρια θα προσθέταμε κι ένα τέταρτο, το οποίο στην πραγματικότητα είναι απότοκο των προηγουμένων: αυτό της στήριξης ή μη της κυρίαρχης τάξης σε ένα κόμμα. Θα σημειώναμε ακόμη πως το καθοριστικό είναι το τρίτο κριτήριο, αφού η ταξική σύνθεση και το πρόγραμμα δεν εξασφαλίζουν από μόνα τους το χαρακτήρα ενός κόμματος.

 

1ο κριτήριο: Η μικροαστική φύση του ΣΥΡΙΖΑ         

Είναι ίσως κοινότοπο να πει κάποιος πως τα κόμματα εκπροσωπούν ταξικά συμφέροντα. Ωστόσο αυτό που απαιτεί διευκρίνιση είναι τούτο: τα συμφέροντα αυτά συχνά εκπροσωπούνται στρεβλά, άλλοτε πάλι ένα κόμμα αλλάζει στρατόπεδο και σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί ένα κόμμα να εκπροσωπεί όχι μία τάξη αλλά ένα στρώμα. Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ η ταξική σύνθεση είναι κατά βάση μικροαστική (λίγο παρακάτω θα εξηγήσουμε το γιατί).

Επιμένουμε πως η ταξική σύνθεση δεν είναι σωστό να κρίνεται από τη σύνθεση οπαδών και ψηφοφόρων. Διαφορετικά θα καταλήγαμε σε παραδοξότητες αφού όλα τα προηγούμενα χρόνια η εργατική τάξη ψήφιζε κατά κόρο τα κόμματα του παλιού δικομματισμού, κάτι που βεβαίως δεν τα μετέτρεπε σε εργατικά. Επίσης, αν χρησιμοποιούσαμε ως κριτήριο την ταξική σύνθεση των ψηφοφόρων, τότε θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν εργατικό κόμμα πριν από λίγα χρόνια, αίφνης μετατράπηκε σε τέτοιο, αφού μεγάλα εργατικά τμήματα τον στήριξαν εκλογικά. Από την άλλη, όλα αυτά δε σημαίνουν ότι η ταξική διαστρωμάτωση οπαδών και ψηφοφόρων δεν προσφέρεται για σοβαρά πολιτικά και κοινωνιολογικά συμπεράσματα.

Το μικροαστικό στρώμα βρίσκεται ανάμεσα στις δυο βασικές τάξεις. Τμήματά του έχουν καθοδική πορεία ενώ άλλα ανοδική. Η κινητικότητα αυτή, το ύψος του εισοδήματος των μεσαίων στρωμάτων που είτε συμπιέζεται είτε προσεγγίζει αυτό της αστικής τάξης, το γεγονός ότι ένα μέρος του αναγκάζεται να επιβιώσει και με ιδία δουλειά αλλά και με την κάρπωση υπεραξίας, η αδυναμία σε γενικές γραμμές να αναπαράγει σε διευρυμένο επίπεδο το κεφάλαιο, όλα αυτά δε μας επιτρέπουν να μιλήσουμε για τάξη που θα μπορούσε μάλιστα να παίξει έναν αυτόνομο ιστορικό ρόλο, αλλά για στρώμα[1].

Ο Λένιν έγραφε χαρακτηριστικά: « […] Οι μενσεβίκοι και οι εσέροι σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης του 1917 δεν έκαναν άλλο, παρά να ταλαντεύονται ανάμεσα στην αστική τάξη και στο προλεταριάτο, δεν μπορούσαν ποτέ να πάρουν μια σωστή θέση και, σαν να το έκαναν επίτηδες, επιβεβαίωναν παραστατικά τη θέση του Μαρξ ότι η μικροαστική τάξη είναι τελείως ανίκανη να πάρει μια οποιαδήποτε αυτοτελή θέση στις αποφασιστικές μάχες»[2]. Η παρατήρηση του Λένιν δε λέει πως στις κρίσιμες στιγμές οι μικροαστοί δεν παίρνουν θέση, αλλά ότι δεν έχουν αυτοτελή θέση. Τελικά, αργά ή γρήγορα το μικροαστικό κόμμα (τα) θα πάρει (ουν) θέση προς τη μία ή την άλλη πλευρά.

Ο Πουλαντζάς, αν και εκφραστής του ευρωκομμουνισμού έκανε μια εύστοχη παρατήρηση: «Η φτωχή και μεσαία αγροτιά και η μικροαστική τάξη δεν μπορούν να έχουν σ' αυτές τις κοινωνίες αυτόνομη ταξική ιδεολογία με την κυριολεξία του όρου. Αυτό που αποκαλείται γενικά "αγροτική ιδεολογία" ή "μικροαστική ιδεολογία" δεν είναι παρά η φεουδαρχική ή η αστική ιδεολογία, προσαρμοσμένες στα συμφέροντα και τις συνθήκες της ζωής των τάξεων αυτών. Μη έχοντας δυνατότητες αυτοτελούς ιδεολογίας οι τάξεις αυτές υπόκεινται περισσότερο από την εργατική τάξη στην άρχουσα ιδεολογία, δηλαδή στην ιδεολογία της άρχουσας τάξης. Γι' αυτό ο Μαρξ, ο Λένιν και ο Γκράμσι επιμένουν ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι τάξεις αυτές δεν έχουν αυτοτελή κόμματα που να "αντιπροσωπεύουν" συνειδητά τα αποκλειστικά τους συμφέροντα. Εκτός από τελείως έκτακτες περιπτώσεις, οι τάξεις αυτές "εκπροσωπούνται" στην καπιταλιστική κοινωνία από τα κόμματα που βασικά εξυπηρετούν τα πραγματικά συμφέροντα μερίδων της άρχουσας τάξης»[3].

Πώς μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα για την ταξική σύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ; Με έμμεσο αλλά σαφή τρόπο, είναι η απάντηση. Η επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα ακόμη και σήμερα είναι ισχνή[4]. Για παράδειγμα στο 35ο συνέδριο της ΓΣΕΕ (Μάρτιος 2013) η παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ (Αυτόνομη Παρέμβαση Αντιμνημονιακή Συνεργασία) έλαβε μόλις το 10,40%, ποσοστό εντελώς αναντίστοιχο με τις πρόσφατες εκλογικές επιδόσεις του. Κάπως καλύτερη είναι η επίδοση του ΣΥΡΙΖΑ στην ΑΔΕΔΥ αφού στο συνέδριο της τριτοβάθμιας αυτής οργάνωσης το 2013, στις εκλογές για την ανάδειξη του 85μελούς Γενικού Συμβουλίου σε σύνολο 693 έγκυρων ψηφοδελτίων έλαβε 114 ψήφους, παραμένοντας πάντως η επιρροή του σε σχετικά χαμηλά επίπεδα.

 Η προπολεμική κλασική σοσιαλδημοκρατία ακόμη και η μεταπολεμική είχε με το μέρος της μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης. Αυτό το γεγονός, βεβαίως, δεν την καθιστούσε επαναστατικό φορέα, αφού απαιτείται η εφαρμογή του συνόλου των κριτηρίων, προσφέρει όμως ορισμένα συμπεράσματα για το ΣΥΡΙΖΑ.

 

2ο κριτήριο: Η ιδεολογία και το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ

Η ιδεολογία και το πρόγραμμά του ΣΥΡΙΖΑ δε συνάδουν ούτε με ενός τυπικού αστικού κόμματος, ούτε με ενός επαναστατικού. Θυμίζουν κάπως την παλιά σοσιαλδημοκρατία και το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα, χωρίς όμως να υπάρχει «συγγένεια πρώτου βαθμού» όπως θα αποδείξουμε λίγο παρακάτω.

Στην Ιδρυτική Διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ, ο σοσιαλισμός αναφέρεται ως στρατηγικός στόχος και η έννοια της δημοκρατίας επενδύεται με πλειάδα επιθετικών προσδιορισμών αλλά τελικά δεν τις αποδίδεται κανένας ταξικός προσδιορισμός. Στο πώς θα γίνει το πέρασμα στο σοσιαλισμό, το εν λόγω ντοκουμέντο είναι σαφές: η κυβερνητική οδός είναι η μόνη λύση. Η πιθανότητα αντεπανάστασης δεν παραγνωρίζεται, αλλά δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη πρόβλεψη αντιμετώπισής της. Όσον αφορά στη διάταξη των κοινωνικών δυνάμεων, γίνεται χρήση των όρων «δυνάμεις της εργασίας και των καταπιεσμένων κοινωνικών κατηγοριών», αλλά εκλείπει η αξιολόγησή τους. Με άλλα λόγια η εργατική τάξη δε θεωρείται ως η πρωτοπόρα κοινωνική δύναμη. Στην προσπάθεια προσδιορισμού του ιδεολογικού στίγματος αναφέρεται πως ο ΣΥΡΙΖΑ στηρίζεται «στη μαρξική και χειραφετητική σκέψη και την ιστορία της και προσπαθεί να την επεξεργαστεί παραπέρα, αξιοποιώντας κάθε σημαντική θεωρητική συμβολή». Αυτή η τελευταία επισήμανση είναι τόσο «ελαστική» που θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι τα πάντα και οι πάντες χωράνε στο ιδεολογικό πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ: εκτός από τους κλασικούς, ο Τρότσκι, ο Μάο, ο Πουλαντζάς, ο Καρίγιο, ο Μπερλινγκουέρ, ο Κάουτσκι, ο Μπερνστάιν και πολλοί άλλοι. Έτσι, στο όνομα του πλουραλισμού μπορεί να υφανθεί μια ιδεολογική κουρελού που να προσαρμόζεται στο χώρο και το χρόνο κατά το δοκούν[5].

Αν τώρα επιχειρήσουμε να δούμε πιο συγκεκριμένα τις προγραμματικές διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ, τότε αποκλίνουμε ακόμη κι από αυτή την κλασική μεταπολεμική κεϋνσιανή σοσιαλδημοκρατία. Κρίσιμης σημασίας είναι η άποψη του ΣΥΡΙΖΑ για τη βιομηχανία. Σύμφωνα με τα προγραμματικά κείμενα προς διαβούλευση: «Μεγάλες εταιρείες με στρατηγικό, εθνικό και κοινωνικό χαρακτήρα (σε τομείς όπως Ενέργεια, Άμυνα, μεταφορές, δίκτυα επικοινωνίας, σημαντικοί εθνικοί ορυκτοί πόροι) συνιστούν κοινωνικό αγαθό και είναι κόμβοι μεταφοράς τεχνογνωσίας. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουν όσες μπορούν να αποτελέσουν τη βάση ανάπτυξης παραγωγικών συμπλεγμάτων και να γίνουν  το βασικό όχημα της ενδογενούς παραγωγικής ανασυγκρότησης και ανάπτυξης»[6].  Η διατύπωση αυτή είναι τόσο γενικόλογη που προφανώς δε θα είχαν πρόβλημα να την υιοθετήσουν και κλασικά συντηρητικά κόμματα. Το ζήτημα της εθνικοποίησης δεν τίθεται με καθαρότητα και αυτό δεν έχει σχέση ούτε καν με την παλιά σοσιαλδημοκρατία. Είναι γνωστό πως στη μεταπολεμική Ευρώπη πραγματοποιήθηκε ένα εκτεταμένο κύμα κρατικοποιήσεων άνευ προηγουμένου με μεγάλο τμήμα της βιομηχανίας να ανήκει στον κρατικό τομέα[7]. Ας θυμηθούμε επιπλέον πως στα καθ’ ημάς η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή είχε κατηγορηθεί για σοσιαλμανία εξαιτίας κάποιων κρατικοποιήσεων.

Είναι ακόμη χρήσιμη μία σύγκριση των προγραμματικών διακηρύξεων του ΣΥΡΙΖΑ με αυτές του ΠΑΣΟΚ μέχρι το 1981, οπότε και κέρδισε για πρώτη φορά τις εκλογές αλλά και με αυτές του ΚΚΕ Εσωτερικού. Όσον αφορά στο πρώτο, στη «Διακήρυξη Κυβερνητικής Πολιτικής», γνωστή ως «συμβόλαιο με το λαό», το ΠΑΣΟΚ έθετε θέμα της ακύρωσης της συμφωνίας Rogers η οποία συνεπαγόταν την επικυριαρχία του ΝΑΤΟ στον ελληνικό εναέριο χώρο, απαιτούσε την απομάκρυνση των στρατιωτικών αμερικανικών βάσεων, ζήταγε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την παραμονή στην ΕΟΚ και μίλαγε για την κοινωνικοποίηση του πιστωτικού συστήματος, των ασφαλιστικών εταιρειών, της ενέργειας και των επιχειρήσεων κοινωνικής ωφέλειας, των μαζικών μεταφορών και συγκοινωνιών, του μεγάλου εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου, τις μεγάλες επιχειρήσεις εκμετάλλευσης ορυκτού πλούτου, των μεγάλων ναυπηγείων, των βιομηχανιών χάλυβα, τσιμέντων και λιπασμάτων, της φαρμακοβιομηχανίας και όσων μονάδων αφορούσαν άμεσα την εθνική ασφάλεια[8].

Στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ Εσωτερικού ετίθετο το θέμα των εθνικοποιήσεων των ξένων επιχειρήσεων και των βασικών εγχώριων μονοπωλίων, της κατάργησης κάθε ιμπεριαλιστικής εξάρτησης με την απομάκρυνση των ξένων βάσεων και την αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, ενώ είναι γνωστό πως υποστήριζε την παραμονή στην ΕΟΚ παρά το γεγονός ότι το πρόγραμμα αναγνώριζε τον ιμπεριαλιστικό της χαρακτήρα[9].

Η σύγκριση δεν αφήνει καμία αμφιβολία για το ότι το πρόγραμμα ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται «πίσω» από αυτά τα δυο προγράμματα. Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι αυτή σύγκριση δεν παίρνει υπόψη της το διεθνές περιβάλλον, το επίπεδο συνείδησης του κόσμου, την ανάπτυξη του κινήματος κ.λπ. Αυτό το επιχείρημα, όμως, πέφτει σε ένα σοβαρό σφάλμα. Το Πρόγραμμα δεν είναι συρραφή τακτικών στόχων, αλλά εκφράζει τη στρατηγική ενός κόμματος. Από αυτή την άποψη δεν μπορεί να καθοριστεί από υποκειμενικούς παράγοντες, σε αντίθεση με την τακτική αλλά και το μεταβατικό πρόγραμμα που βρίσκεται ανάμεσα στην τακτική και το στρατηγικό πρόγραμμα.

 

3ο κριτήριο: Η πράξη ως μέτρο της θεωρίας

Ο Συνασπισμός, μετά τη διάσπαση με το ΚΚΕ το 1991 έδωσε δείγματα άκρατου οπορτουνισμού. Η κορύφωση υπήρξε με την ψήφιση της συνθήκης του Μάαστριχτ και με τη συμμετοχή του στα εθνικιστικά συλλαλητήρια για το όνομα των Σκοπίων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ στην πρόσφατη προκυβερνητική του περίοδο επιχείρησε να είναι μέσα στα κινήματα αλλά δεν αμφισβήτησε το ευρωενωσιακό πλαίσιο (επιπλέον κατά δήλωση Τσίπρα το «ανήκουμε στη Δύση» είναι αδιαπραγμάτευτο) κι ερμήνευσε την καπιταλιστική κρίση με βάση το σχήμα του καζινοκαπιταλισμού.

Κατά την περίοδο της εκλογικής ανόδου του δεν έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη του κινήματος, στις εκλογές του 2014 συνέπραξε με το συντηρητικό κόμμα των ΑΝΕΛ, ενώ απέφυγε να πάει σε δεύτερο γύρο εκλογών παρά το γεγονός ότι η αυτοδυναμία ήταν προ των πυλών.

Στην κυβερνητική του περίοδο τα πρώτα δείγματα γραφής είναι χαρακτηριστικά: υποχώρηση πίσω ακόμη κι από αυτό το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, απεμπόληση του αιτήματος για διαγραφή μέρους του χρέους, διαπραγματεύσεις με τους «εταίρους» στη λογική της δημιουργικής ασάφειας, παράταση του μνημονίου, συνέχιση της φορολογικής λαίλαπας και μέσα σε όλα αυτά απαράδεκτες δηλώσεις του πρωθυπουργού (π.χ. η Μέρκελ είναι παράγοντας σταθερότητας στην Ευρώπη) και κυρίως του υπουργού οικονομικών περί λιτού βίου, αδυναμίας προσδιορισμού της κοινωνικής κατηγορίας των πλουσίων, διεκδίκηση αξιοπρέπειας ανεξάρτητα από το βιοτικό επίπεδο, συμφωνίας του με το 70% του μνημονίου κ.ά. Η επικείμενη συμφωνία της κυβέρνησης με τους λεγόμενους θεσμούς δε θα είναι τίποτα άλλο παρά ένα μνημόνιο, αφού περιλαμβάνει αύξηση του ΦΠΑ, ιδιωτικοποιήσεις, αύξηση του λεγόμενου φόρου κοινωνικής αλληλεγγύης κ.λπ. Δε θα πρέπει επιπλέον να ξεχνάμε πως με βάση τις δηλώσεις του υπουργού εθνικής άμυνας επίκειται δημιουργία νέας στρατιωτικής νατοϊκής βάσης στο Καστελόριζο.

Ορισμένα μέτρα και κινήσεις προοδευτικού χαρακτήρα (π.χ. κατάργηση της τράπεζας θεμάτων, δηλώσεις για τη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων) δεν αναιρούν τη γενική γραμμή υποχώρησης και κυβιστήσεων. Κι ας μην ξεχνάμε πως κριτήριο της αλήθειας είναι η πράξη και αυτό δεν ισχύει μόνο για τους μαρξιστές.

 

4ο κριτήριο: ΣΥΡΙΖΑ και αστική τάξη

Τέλος, όσον αφορά στο τέταρτο κριτήριο (στήριξη άρχουσας τάξης)) τα πράγματα είναι αποθαρρυντικά για όσους πίστεψαν στο ΣΥΡΙΖΑ. Δεν συμπεριλαμβάνουμε το κριτήριο της στήριξης των κυριαρχούμενων τάξεων για τον εξής λόγο: Η άρχουσα τάξη εξαιτίας της ιστορικής της εμπειρίας και κυρίως γιατί η ιδεολογία της είναι κυρίαρχη, επειδή το κράτος είναι δικό της και γιατί καθορίζει τις σχέσεις παραγωγής (αλλιώς πώς θα ήταν άρχουσα;) μπορεί να κάνει κατά κανόνα τις σωστές πολιτικές επιλογές, σε αντίθεση με την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Οι κυριαρχούμενοι τελούν υπό την οικονομική, πολιτική και ιδεολογική κυριαρχία της αστικής τάξης, η συνείδησή τους αλλοτριώνεται για μία πληθώρα λόγων, πράγμα που σημαίνει ότι οι επιλογές τους δεν είναι απόρροια μειωμένης αντιληπτικής ικανότητας αλλά αποτέλεσμα των κοινωνικών σχέσεων. Ενώ οι υλικοί όροι για τη μετατροπή της εργατικής τάξης σε τάξη για τον εαυτό της είναι υπαρκτοί, σε επίπεδο συνείδησης τα πράγματα είναι περισσότερο σύνθετα. Δεν ισχύει το ίδιο για την αστική τάξη που έχει πλήρη αυτεπίγνωση της θέσης και του ρόλου της.

Μία πλειάδα αστών δηλώνει πλέον με τον ένα ή άλλο τρόπο τη στήριξη τους στη νέα κυβέρνηση. Η προσέγγιση τμήματος της ελληνικής αστικής τάξης και μάλιστα του βιομηχανικού κεφαλαίου δεν μπορεί να εκληφθεί ως μία προσέγγιση προκειμένου η αστική τάξη «να τα έχει καλά με το γκουβέρνο», σύμφωνα με τη ρήση Μποδοσάκη. Αν κάποιος ερμηνεύει την προσέγγιση με αυτό τον τρόπο σημαίνει πως αδυνατεί να δει το ρόλο του κράτους κι έτσι μετατρέπει τη σχετική του αυτοτέλεια σε απόλυτη. Ίσως η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν το καλύτερο σενάριο για το ΣΕΒ, αλλά σε κάθε περίπτωση δε θεωρείται και καταστροφικό. Οι συναντήσεις των βιομηχάνων με το αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και μάλιστα μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, οι μετεκλογικές δηλώσεις στήριξης του ΣΥΡΙΖΑ από επιφανή στελέχη της ελληνικής αστικής τάξης (Αγγελοπούλου, Μαρινάκης κ.ά.) δείχνουν πέρα από κάθε αμφιβολία τη διαμόρφωση καλών σχέσεων ανάμεσα στις δύο πλευρές[10].



[1]. Για μία προσέγγιση της έννοιας του στρώματος βλέπε Κιουράνοφ Τσιάβνταρ, Κοινωνικές τάξεις και κοινωνική διαφοροποίηση, σελ. 11-14, εκδ. Ειρήνη, 1988.

[2]. Λένιν Β. Ι., Σύσκεψη των κομματικών στελεχών της Μόσχας, Άπαντα, τ. 37, σελ. 210, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1982.

[3]. Εφημερίδα των Συντακτών, 20/7/2014.

[4]. Στη μόνη μελέτη που έχουμε υπόψη μας για την ταξική σύνθεση των μελών του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορούν να εξαχθούν στέρεα συμπεράσματα και αυτό για δυο λόγους. Πρώτον, τα στοιχεία αυτά αφορούν στους συνέδρους των συνεδρίων του 2004, 2008 και 2020 και όχι στο σύνολο του κομματικού δυναμικού και δεύτερον, η σύγκριση με την πιο πρόσφατη μελέτη για την ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι εφικτή αφού δε χρησιμοποιούνται τα ίδια κριτήρια στις δυο αναλύσεις. Για τη σύνθεση των συνέδρων βλέπε Βερναρδάκης Χριστόφορος, Πολιτικά κόμματα, εκλογές & κομματικό σύστημα, Οι μετασχηματισμοί της πολιτικής αντιπροσώπευσης 1990-2010, σελ. 296-297, εκδ. Σάκκουλα, 2011. Για την ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας βλέπε Σακελλαρόπουλος Σπύρος, Κρίση και κοινωνική διαστρωμάτωση στην Ελλάδα στον 21ο αιώνα, σελ. 314, εκδ. Τόπος, 2014.

[5]. Βλέπε αναλυτικότερα http://www.syriza.gr/page/idrytikh-diakhryksh.html#.VRUbKPmsVLo

[6]. http://www.syriza.gr/theseis/pros_diavoulefsi_biom_politiki.pdf

[7]. Βλέπε αναλυτικότερα Σασούν Ντόναλντ, Εκατό χρόνια σοσιαλισμού, Α΄ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ, σελ. 260-282, εκδ. Καστανιώτη, 2001.

[8]. ΠΑΣΟΚ, Διακήρυξη Κυβερνητικής Πολιτικής, συμβόλαιο με το λαό, σελ. 32, 62, 105-106, 1981.

[9]. ΚΚΕ Εσωτερικού, Πρόγραμμα του ΚΚΕ Εσωτερικού, για ένα ελληνικό δρόμο προς τη δημοκρατική αναγέννηση και το σοσιαλισμό, σελ. 80, 84, 129, 1976,

[10]. Βλέπε Γεωργά Βασίλη, «Η συνιστώσα των βιομηχάνων», Εφημερίδα των Συντακτών, 21-22/3/2015.

Δείτε τον πρώτο κύκλο των "7 απλών μαθημάτων του μαρξισμού"

smile

Το σχέδιο της LAMDA χωρίς περιτύλιγμα - Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017
read more ...

Απόσχιση από τη φυλακή των λαών, την ΕΕ – Να παραιτηθεί ο Ραχόι - Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Το κίνημα για την απόσχιση της Καταλονίας αντιμετωπίστηκε με άγρια καταστολή και τσαλαπάτημα των πολιτικών δικαιωμάτων από τη μεριά της ισπανικής κυβέρνησης. Αντιμετωπίστηκε επίσης με εκβιαστικές και τραμπούκικες διαθέσεις από τη μεριά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

read more ...