Η βασική αντίθεση στις σοσιαλιστικές κοινωνίες και το ζήτημα της γραφειοκρατίας

Δημοσιεύθηκε: 27/7/2015

του Δημήτρη Καλτσώνη

Για να αναζητήσουμε τη βασική αντίθεση των σοσιαλιστικών κοινωνιών πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας τόσο στη μαρξιστική θεωρία και πρωτίστως στους θεμελιωτές της όσο και στην ιστορική εμπειρία των επαναστάσεων του 20ού αιώνα.

Ας ξεκινήσουμε από την αντίθεση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στις παραγωγικές σχέσεις. Η σοσιαλιστική επανάσταση δημιουργεί τις προϋποθέσεις –και μόνο τις προϋποθέσεις- για την απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων από τα δεσμά της κεφαλαιοκρατικής ιδιοκτησίας. Δημιουργεί τους όρους για να αντιστοιχηθεί ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής με τον κοινωνικό τρόπο ιδιοποίησης του κοινωνικού προϊόντος.

Η συγκρότηση των νέων σχέσεων παραγωγής δεν είναι μιας ημέρας πράξη αλλά αποτελεί μια διαδικασία που ξεκινά με την πρώτη, αποφασιστική πράξη, που είναι η επανάσταση και η κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα βασικά μέσα παραγωγής. Η δημιουργία των νέων σχέσεων παραγωγής ξεκινά με την εγκαθίδρυση της κρατικής ιδιοκτησίας (του νέου κράτους που προκύπτει από την επανάσταση). Ολοκληρώνεται, όταν η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής γίνεται όχι μόνο τυπική (μέσω της κρατικής ιδιοκτησίας) αλλά και ουσιαστική, άμεση, όταν δηλαδή η κοινωνία πράγματι συμμετέχει σύμπασα στον έλεγχο της όλης παραγωγικής δραστηριότητας.

Η ιστορική εμπειρία επιβεβαίωσε ότι η έναρξη οικοδόμησης των νέων σχέσεων παραγωγής απελευθέρωσε το παραγωγικό δυναμικό των χωρών, όπου επικράτησε η επανάσταση. Είναι γνωστό το άλμα που πραγματοποίησε η ΕΣΣΔ, η Κίνα αλλά και οι άλλες χώρες, τα πρώτα χρόνια, από την βαθιά καθυστέρηση και υπανάπτυξη στις σύγχρονες παραγωγικές δομές.

Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θα έπρεπε να αντεπιδράσει στις παραγωγικές σχέσεις. Πώς; Δίνοντας τη δυνατότητα για τη μετάβαση σε μια βαθμίδα όπου η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής θα γινόταν λιγότερο τυπική και περισσότερο ουσιαστική από ό,τι στην αρχή της μετεπαναστατικής περιόδου. Για την ακρίβεια, αυτή η δυνατότητα θα μπορούσε να μετατραπεί σε πραγματικότητα με την προϋπόθεση της συνειδητής αναπροσαρμογής των παραγωγικών σχέσεων σε αυτή την κατεύθυνση. Αυτό όμως δεν συνέβη τελικά. Έγινε το αντίθετο: οι νέες σχέσεις παραγωγής αποδομήθηκαν, οι παραγωγικές δυνάμεις καθυστέρησαν και τελικά σημειώθηκε η καπιταλιστική παλινόρθωση.

 

Η βασική αντίθεση

 Για να εξηγηθεί αυτή η εμπειρία πρέπει να σκεφτούμε την αντίθεση παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων στο επίπεδο της κοινωνίας και της ταξικής της διάρθρωσης. Η αντίθεση αυτή, στο πλαίσιο του καπιταλισμού σημαίνει ότι η βασική κοινωνική αντίθεση είναι αυτή της αστικής τάξης με την εργατική.

Τι αντίστοιχα σημαίνει για τη μετεπαναστατική κοινωνία; Οι παραγωγικές σχέσεις αλλάζουν ριζικά καθώς εξαλείφεται η αστική τάξη (βέβαια και αυτό δεν γίνεται παρά βαθμιαία). Αν όμως εξαλείφονται οι τάξεις, δεν εξαλείφεται ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας. Και το κομβικό σημείο στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα στη διευθυντική και στην εκτελεστική εργασία, ανάμεσα στους διοικούντες και στους διοικούμενους. Η αντίθεση εργατικής και αστικής τάξης καταργείται και δίνει τη θέση της σε μια άλλη αντίθεση.

Η διευθυντική εργασία ιστορικά είναι καρπός της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αποτέλεσε πρόοδο αλλά και ένα βήμα πριν τη διάσπαση της κοινωνίας σε τάξεις. Η διευθυντική εργασία μας απασχολεί εδώ όχι στο κατώτερο επίπεδό της, εκείνο της μονάδας παραγωγής, ή του κλάδου παραγωγής, αλλά στο επίπεδο της πανεθνικής διεύθυνσης της εργασίας.

Ο διαχωρισμός αυτός υπάρχει βέβαια σε όλες τις ταξικές κοινωνίες. Προσδιορίζεται, χρωματίζεται από την βασική ταξική αντίθεση. Η διευθυντική εργασία στο σύνολο της κοινωνίας ή με άλλα λόγια η κορυφή της κρατικής γραφειοκρατίας ασκείται από την άρχουσα τάξη ή από εντεταλμένους της ή από πρόσωπα που εντάσσονται σε αυτήν ή την προσεγγίζουν.

Η οικοδόμηση των νέων παραγωγικών σχέσεων μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση απαιτεί ένα νέο χειρισμό του θέματος. Δεν αρκεί η διευθυντική εργασία να ασκείται από μέλη της εργατικής τάξης ή από εντεταλμένα και ελεγχόμενα πρόσωπα από αυτήν. Δεν αρκεί το ανώτατο διευθυντικό στρώμα, η κορυφή της κρατικής γραφειοκρατίας να αποτελείται από προερχόμενους από την εργατική τάξη.

Μπορεί αυτό να αρκεί για την πρώτη φάση οικοδόμησης του νέου κοινωνικού συστήματος αλλά σίγουρα δεν αρκεί για τη συνέχεια. Η ίδια η φύση των νέων παραγωγικών σχέσεων απαιτεί την ολόπλευρη συμμετοχή της εργατικής τάξης στη διαχείριση των υποθέσεών της. Το κομβικό ζήτημα για την οικοδόμηση των κομμουνιστικών παραγωγικών σχέσεων είναι η βαθμιαία ανάπτυξη, ποσοτική και ποιοτική της  συμμετοχής του λαού στην διοίκηση της παραγωγής και γενικά όλων των κοινωνικών υποθέσεων. Τα μεγέθη στο ζήτημα αυτό δεν είναι μια για πάντα δεδομένα, όπως προαναφέρθηκε.  Μοχλός για την προώθηση της κοινωνικής ανάπτυξης είναι η επίλυση της εναπομείνασας βασικής αντίθεσης ανάμεσα στους διευθύνοντες και στους διευθυνόμενους.

 

Η σχετική αυτοτέλεια του διευθυντικού στρώματος 

Ο καταμερισμός της εργασίας αντικειμενικά επιβάλλει μια σχετική αυτοτέλεια της διευθυντικής εργασίας. Αυτό ισχύει και για τις ταξικές κοινωνίες και για τις σοσιαλιστικές. Αυτή η σχετική αυτοτέλεια μπορεί να είναι ανεκτή ή και επιθυμητή στην καπιταλιστική κοινωνία.

Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο για τη σοσιαλιστική. Η φύση της δεύτερης είναι εντελώς διαφορετική. Απαιτεί τη διαρκή πορεία μπροστά, προς την εξάλειψη του διαχωρισμού. Επομένως, κάθε διόγκωση της αυτοτέλειας συνιστά κίνδυνο για την πορεία προς την πλήρη εξάλειψη του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, υπονομεύει την πορεία προς την ολοένα και πληρέστερη συμμετοχή των εργαζομένων.

Μια διευκρίνιση: από τα προηγούμενα δεν πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η διευθυντική εργασία είναι περιττή στη σοσιαλιστική κοινωνία. Το αντίθετο έχει αποδειχθεί τόσο θεωρητικά από τους κλασικούς (ας θυμηθούμε το άρθρο του Ένγκελς για το κύρος) όσο και με βάση την ιστορική πείρα. Η σοσιαλιστική κοινωνία έχει ανάγκη από διαχειριστές. Σημαίνει όμως ότι ο ρόλος τους στη σοσιαλιστική κοινωνία πρέπει να είναι υπό μετασχηματισμό και, εν τέλει, ιστορικά, προοπτικά, υπό εξάλειψη.

Έτσι, λοιπόν, στη σοσιαλιστική κοινωνία, μετά την εξάλειψη της αντίθεσης αστικής τάξης και εργατικής, η επόμενη σημαντική αντίθεση που απομένει να επιλυθεί είναι εκείνη ανάμεσα στην εργατική τάξη και στους διαχειριστές της οικονομίας και του κράτους της. 

 

Η δυνατότητα μετατροπής της αντίθεσης σε ανταγωνιστική 

Η σχετική αυτοτέλεια της ηγετικής κρατικής γραφειοκρατίας ενδέχεται να διευρυνθεί αν: 1.δεν λειτουργεί σωστά η δημοκρατία και, κατά συνέπεια, οι πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται τελικά από αυτήν χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή των εργαζομένων, 2.το ηγετικό διευθυντικό στρώμα τείνει να καρπώνεται μεγαλύτερο μερίδιο του κοινωνικού προϊόντος από εκείνο που αντιστοιχεί στην παρεχόμενη εργασία του. Αναφέρομαι βεβαίως, στα μισθολογικά και άλλα προνόμια (νόμιμα ή παράνομα δεν έχει τόσο σημασία) που σταδιακά συσσώρευσαν τα διευθυντικά στρώματα των σοσιαλιστικών κρατών.

Η αντίθεση τότε, παρότι αρχικά δεν είναι ανταγωνιστική, τείνει να μετατραπεί σε τέτοια. Η τάση αυτή ενισχύεται ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι επηρεάζεται διαρκώς από τα υπολείμματα της αντίθεσης εργασίας και κεφαλαίου που επιβιώνουν τόσο στο πλαίσιο κάθε συγκεκριμένης χώρας όσο και με το δεδομένο της ανταγωνιστικής ύπαρξης των καπιταλιστικών κρατών δίπλα στα σοσιαλιστικά.

Ωστόσο, η αυτονόμηση των διαχειριστών δεν τους καθιστά κυρίαρχη τάξη. Δεν έχουν στην ιδιοκτησία τους τα μέσα παραγωγής. Μπορεί να καρπώνονται μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικού προϊόντος αλλά δεν καρπώνονται υπεραξία. Μπορεί, υπό προϋποθέσεις να γίνουν τάξη εν τη γενέσει της. Αυτό συνέβη σε όλα τα πρώην σοσιαλιστικά κράτη όπου η νέα αστική τάξη που εγκαθιδρύθηκε μετά τις ανατροπές, αποτελείται κατά ένα μέρος τουλάχιστον, από το πρώην διευθυντικό στρώμα. Για να γίνει αυτό όμως χρειάστηκε η πλήρης αποδόμηση του σοσιαλιστικού κράτους και η ιδιωτικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής, γεγονός που πραγματοποιήθηκε τη διετία 1989-1991 και λίγο μετά.

Η αστική τάξη των ιμπεριαλιστικών χωρών και τα υπολείμματα της αστικής τάξης στο εσωτερικό των σοσιαλιστικών κοινωνιών δεν θα είχαν καταφέρει να ανατρέψουν τις επαναστατικές διαδικασίες, αν δεν στηρίζονταν αντικειμενικά στα φαινόμενα γραφειοκρατικής απόσπασης και εκφυλισμού των διευθυνόντων τα οποία σημειώθηκαν.

 

Βασική και άλλες αντιθέσεις 

Η αντίθεση λοιπόν αυτή, που υπό προϋποθέσεις τείνει να γίνει ανταγωνιστική, χρωματίζει και κατευθύνει όλες τις υπόλοιπες αντιθέσεις της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Για παράδειγμα, η αυτονόμηση της ηγετικής κρατικής γραφειοκρατίας μπορεί να οξύνει την αντίθεση ανάμεσα στη βιομηχανία και στην αγροτική οικονομία, όταν με αποφάσεις της που δεν έχουν την έγκριση του λαού επιχειρεί να λύσει προβλήματα. Αυτό ισχύει ακόμη και όταν οι λύσεις που δίνει είναι ορθές.

Η βασική αντίθεση, στο βαθμό που δεν βρίσκεται σε πορεία επίλυσης, αντεπιδρά στις παραγωγικές δυνάμεις, καθυστερώντας τελικά την ανάπτυξή τους. Έτσι, παρατηρήθηκε ιστορικά ότι η αρχική απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων η οποία σημειώθηκε μετά τις επαναστάσεις, στη συνέχεια περιορίστηκε. Οδηγήθηκε στη στασιμότητα και στην οπισθοχώρηση.

Αυτό εκφράστηκε με τον πιο καθαρό τρόπο στην κύρια παραγωγική δύναμη, στην εργασία. Η παραγωγικότητα της εργασίας, το ενδιαφέρον για την εργασία είναι ο κινητήριος μοχλός της σοσιαλιστικής οικονομίας. Ενώ την πρώτη περίοδο είχαμε αλματώδη άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας, στη συνέχεια η αδιαφορία για την εργασία επικράτησε. Αυτό άρχισε να γίνεται στο βαθμό που οι εργαζόμενοι αισθάνονταν αποξενωμένοι ολοένα και περισσότερο από τις πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις.

Αντίστροφα, η βασική αντίθεση μπορεί να οξύνεται από την ύπαρξη άλλων αντιθέσεων. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι η επανάσταση μπορεί να επικράτησε σε μια χώρα με χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, με μεγάλο ποσοστό μικροϊδιοκτησίας, με φεουδαρχικά κατάλοιπα, με χαμηλό μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο του πληθυσμού, όλα αυτά εντείνουν την τάση αυτονόμησης των διαχειριστών, δυσχεραίνουν τη διαδικασία προσέλκυσης του λαού στη διαχείριση των υποθέσεών του. Άρα δυσχεραίνουν τη διαδικασία επίλυσης της βασικής αντίθεσης. 

 

Η διαδικασία επίλυσης της βασικής αντίθεσης 

Ο δρόμος για την επίλυση της βασικής αντίθεσης περνά μέσα οπωσδήποτε μέσα από τη συνεχή, επίμονη και επίπονη προσπάθεια διαφύλαξης και εμβάθυνσης της επαναστατικής δημοκρατίας. Περνά μέσα από το συνεχή εργατικό και λαϊκό έλεγχο του διευθυντικού στρώματος και από τη διαρκή προσπάθεια ανύψωσης του μορφωτικού, πολιτιστικού και πολιτικού επιπέδου των εργαζομένων, της επιστημονικής τους γνώσης, ώστε να καθίσταται κάθε μέρα και πιο ουσιαστική η λαϊκή συμμετοχή και ο έλεγχος. Αυτό σημαίνει επαγρύπνηση, συνειδητή δηλαδή παρέμβαση για την ολοένα και πιο ουσιαστική εφαρμογή των επαναστατικών δημοκρατικών αρχών της Παρισινής Κομμούνας και των σοβιέτ: αιρετότητα, ανακλητότητα, εναλλαγή, έλεγχος, κατάργηση των προνομίων και αμοιβή των κρατικών στελεχών με συνηθισμένο εργατικό μισθό. Η προσπάθεια αυτή δεν μπορεί να είναι ευθύγραμμη. Επηρεάζεται από τις άλλες αντιθέσεις, εσωτερικές και διεθνείς.

Στο βαθμό που η διαδικασία αυτή προχωρά, μπορεί να πει κανείς ότι προχωρούν οι παραγωγές σχέσεις, βήμα προς βήμα, στάδιο προς στάδιο, από την τυπική κοινωνικοποίηση στην ουσιαστική. Αυτή η θετική πορεία θα έχει αντεπίδραση στις παραγωγικές δυνάμεις και πρωτίστως στην παραγωγικότητα της εργασίας αναπτύσσοντάς τες παραπέρα. Η περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και του κοινωνικού πλούτου θα δημιουργεί την υλική βάση (ως δυνατότητα και πάλι, όχι ως αυτόματη μετατροπή σε πραγματικότητα) για να προχωρήσει στη συνέχεια πιο βαθιά η ουσιαστική κοινωνικοποίηση και η συμμετοχή των εργαζομένων, και ούτω καθεξής σε μια διαρκή σπειροειδή ανάπτυξη.

Κρίσιμο ζήτημα στη διαδικασία αυτή διαφύλαξης και εμβάθυνσης της δημοκρατίας αποτελεί ο ρόλος του επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης. Το τελευταίο μπορεί και πρέπει να αποτελεί την προωθητική δύναμη. Η εμβάθυνση της επαναστατικής δημοκρατίας δεν μπορεί να γίνει μόνο αυθόρμητα.

Ωστόσο, αντικειμενικά, ως κυβερνητικό κόμμα εμπλέκεται στη βασική αντίθεση, κυρίως η ηγετική του ομάδα, και είναι πιθανό (το έδειξε η ιστορική εμπειρία) να γίνει μέρος του προβλήματος. Άρα, καθοριστικής σημασίας ζήτημα είναι η διαφύλαξη του επαναστατικού και συνάμα του δημοκρατικού χαρακτήρα του κόμματος, η υποβολή του στον πιο άμεσο λαϊκό έλεγχο και η συνεχής αυτοκάθαρσή του μέσω της εφαρμογής στο εσωτερικό του των επαναστατικών δημοκρατικών αρχών της Κομμούνας του Παρισιού: αιρετότητα των στελεχών, ανακλητότητά τους, εναλλαγή, έλεγχος από τα μέλη, αμοιβή των στελεχών με ένα συνηθισμένο εργατικό μισθό, κατάργηση κάθε υλικού και πολιτικού προνομίου.

Τελικά, η αναγνώριση των κινδύνων απόσπασης του διευθυντικού στρώματος και του γραφειοκρατικού εκφυλισμού αποτελεί προϋπόθεση για την αναζωογόνηση της επαναστατικής προσπάθειας του 21ού αιώνα.

(Ομιλία στο Διεθνές Συνέδριο “Η λογική της ιστορίας”, 3-4/7/2015, Πάντειο Πανεπιστήμιο)

Δείτε τον πρώτο κύκλο των "7 απλών μαθημάτων του μαρξισμού"

smile

Χαιρετισμός για το Σύντροφο Πρόεδρο από τη Κομμουνιστική Νεολαία στο εμπορικό κέντρο Plaza Egaña - Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017