Η πολιτική οικονομία της σύγκρουσης με τους δανειστές και την ΕΕ, με αφορμή μια εκδήλωση στο Βερολίνο

Δημοσιεύθηκε: 17/6/2016

 

του Διονύση Περδίκη



Το Σάββατο 16 Απριλίου έλαβε χώρα στους χώρους της Ελληνικής Κοινότητας Βερολίνου (ΕΚΒ) εκδήλωση με θέμα "Η πολιτική οικονομία των εναλλακτικών στρατηγικών στο μνημόνιο" (βλ. βίντεο εδώ). με πρωτοβουλία της Κίνησης για το "ΟΧΙ μέχρι το τέλος των μνημονίων" και συνδιοργάνωση της ΕΚΒ. Προσκεκλημένοι ομιλητές ήταν ο Σταύρος Μαυρουδέας, (βλ. εισήγηση εδώ) καθ. Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, και ο Κώστας Παπουλής, μέλος του Ινστιτούτου Δημ. Μπάτσης και του Σχεδίου Β' (βλ. εισήγηση εδώ). 

 

Το κοινό, αν και όχι ιδιαίτερα μαζικό δεδομένης της κινηματικής νηνεμίας και της απουσίας άμεσης πολιτικής προοπτικής μετά τις εξελίξεις του τελευταίου χρόνου, συμμετείχε με ενδιαφέρον στην εκδήλωση και τη συζήτηση που ακολούθησε για περίπου τρεισήμισι ώρες! Κάτι τέτοιο είναι ενδεικτικό των προβληματισμών που υπάρχουν σε μεγάλο κομμάτι του κόσμου για το τί μπορούμε να κάνουμε μετά τη συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ, όσοι δεν έχουμε σκοπό να τον ακολουθήσουμε σε μια τέτοια συνθηκολόγηση.

 

Επιπλέον, ένα τέτοιο κοινό στο εξωτερικό έχει χαρακτηριστικά διαφορετικά από το κοινό μιας αντίστοιχης εκδήλωσης στην Ελλάδα, καθώς το επίπεδο πολιτικοποίησης και συμμετοχής σε κόμματα ή οργανώσεις της Αριστεράς είναι χαμηλό, αλλά και η επαφή με την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα λιγότερο άμεση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να γίνει μια συζήτηση πέρα από τις συνηθισμένες ιδεολογικές αγκυλώσεις και μονομέρειες, ενώ οδήγησε στο να μπούμε στη ουσία των ζητημάτων, τόσο πολιτικών, όσο κυρίως οικονομικών, που συνοδεύουν μια ριζοσπαστική πολιτική ενάντια στη σημερινή μνημονιακή στρατηγική διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης στην Ελλάδα, και σε σύγκρουση με την ΕΕ.[1]

 

Η πρόθεση της εκδήλωσης ήταν να διερευνήσει τις οικονομικές προϋποθέσεις μιας εναλλακτικής των μνημονίων στρατηγικής, αφαιρώντας, αρχικά, από τις πολιτικές της προϋποθέσεις. Ο σκοπός ήταν να συζητηθούν οι πρώτες χωρίς να χρησιμοποιηθούν οι δεύτερες ως "δικαιολογία" για την έλλειψη εμβάθυνσης στα της οικονομίας, αλλά και τελικά να φτάσουμε στην πολιτική, μέσα από το πρίσμα των απαιτήσεων της οικονομίας. Πράγματι, οι δύο ομιλητές τήρησαν αυτό το σχεδιασμό και ανέλυσαν τις προτάσεις τους με αρκετή λεπτομέρεια στα οικονομικά ζητήματα. Ο αναγνώστης μπορεί να βρει ακολουθώντας τους παραπάνω συνδέσμους τόσο τις εισηγήσεις των ομιλητών όσο και το βίντεο της εκδήλωσης. Οπότε στη συνέχεια θα επικεντρώσουμε στο κεντρικό ζήτημα διαφωνίας των δύο εισηγήσεων, το οποίο αξίζει προσοχής, δεδομένων των συνεπειών που μπορεί να έχει για την επιτυχία μιας τέτοιας εναλλακτικής στρατηγικής.

 

Και οι δύο ομιλητές προτείνουν μια πορεία σύγκρουσης με την ΕΕ και τους δανειστές που περιλαμβάνει τη στάση πληρωμών για το δημόσιο χρέος με σκοπό τη διαγραφή του, την έξοδο από την Ευρωζώνη, της εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος και στρατηγικών επιχειρήσεων, την εφαρμογή ενός εθνικού οικονομικού προγράμματος ανασυγκρότησης της ελλ. οικονομίας στη βάση μεγάλων δημοσίων επενδύσεων, ενώ, φυσικά, μια τέτοια πορεία προδιαθέτει σημαντικές αλλαγές στο επίπεδο της εξουσίας και της δημοκρατίας στη χώρα μας. (Στη συγκεκριμένη εκδήλωση δεν εκπροσωπούνταν η άποψη της εντός της Ευρωζώνης σύγκρουσης με τους δανειστές, η οποία αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα δεν υποστηρίζεται πολιτικά από καμία οργανωμένη δύναμη –πλην ίσως της νεοσύστατης "Πλεύσης Ελευθερίας"...– σε αντίθεση με την Ευρώπη, όπου εξακολουθεί να αποτελεί κυρίαρχη στρατηγική της Αριστεράς). 

 

Σημαντικές διαφορές ανακύπτουν, όμως, όσον αφορά στην εκτίμηση του Ινστιτούτου Δημ. Μπάτσης ότι η ανάκτηση της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας, σε συνδυασμό με μια λελογισμένη υποτίμηση του εθνικού νομίσματος και με το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, λίγο-πολύ στη βάση της σημερινής –προβληματικής– παραγωγικής διάρθρωσης της ελλ. οικονομίας, μπορεί να σταθεροποιήσει τη χώρα και να δώσει μια ανάσα στο λαό, κερδίζοντας πολιτικό χρόνο για το λεγόμενο "μακροπρόθεσμο" οικονομικό πλάνο δομικής αναδιάρθρωσης. Μια τέτοια πρόταση στοχεύει σε ένα καθεστώς "ειδικής σχέσης" με την ΕΕ σε ζητήματα βιομηχανικής, αγροτικής, εμπορικής πολιτικής, καθώς έρχεται σε σύγκρουση με βασικές καταστατικές της αρχές. Αυτό το καθεστώς θα γίνει προσπάθεια να επιτευχθεί με διαπραγματεύσεις με την ΕΕ, προϋποθέτοντας ήπιες αντιδράσεις εκ μέρους της (πχ τη διακοπή των μεταβιβάσεων από την ΕΕ προς την Ελλάδα, οπότε και το οικονομικό πρόγραμμα θα πρέπει να στηριχθεί αποκλειστικά στις δικές μας δυνάμεις). Εναλλακτικά, κι εφόσον η ΕΕ δεν επιθυμεί μια τέτοια "ειδική σχέση", και ίσως κατόπιν έγκρισης του ελληνικού λαού μέσα και από κάποιο δημοψήφισμα, θα μπορούσαν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για την έξοδο της Ελλάδας από την ΕΕ, οι οποίες θα κρατούσαν έως και δύο χρόνια με βάση ισχύοντα σχετικό κανονισμό. Έτσι, όσον αφορά τις πολιτικές προϋποθέσεις, η άποψη αυτή δίνει την έμφαση στο ότι πρόκειται για μια δυναμική διαδικασία, της οποίας τα όρια δεν μπορούν να καθοριστούν πριν από την εκκίνησή της, πόσο μάλλον στο σήμερα, με την υπάρχουσα κατάσταση της ταξικής πάλης. Μάλιστα, αναδεικνύοντας και το παράδειγμα της Ισλανδίας, εκτιμά ότι, σε αυτή τη φάση, τα περί οικονομικού εμπάργκο ή άλλων αντιποίνων εκ μέρους της ΕΕ και των ΗΠΑ-ΔΝΤ, αποτελούν, μάλλον, κινδυνολογία.

                     

Αντιθέτως, η άποψη που πρεσβεύει ο Σ. Μαυρουδέας αμφισβητεί τη δυνατότητα σταθεροποίησης της ελλ. οικονομίας στη βάση της ανταγωνιστικής λειτουργίας της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος, εξαιτίας της παραγωγικής διάρθρωσης της ελλ. οικονομίας (δείτε σχετικά εδώ), η οποία συνδέει τις εξαγωγές της με τις εισαγωγές, μέσω της παραγωγής κυρίως ενδιάμεσων προϊόντων (αναφέρθηκε ενδεικτικά –αν κι όχι μόνο– το παράδειγμα της χημικής βιομηχανίας και της εξάρτησής της από τις εισαγωγές πετρελαίου). Επιπλέον, θεωρεί ότι οι υπολογισμοί, οι οποίοι γίνονται με βάση την "ιστορία" της ελλ. οικονομίας και την υπάρχουσα παραγωγική διάρθρωση, δεν έχουν προβλεπτική και σχεδιαστική αξία σε ένα περιβάλλον οικονομικού ή και πολιτικού πολέμου. Για παράδειγμα, θα ανέμενε κανείς ο –αρκετά, πλέον, συγκεντρωμένος μονοπωλιακά– τουρισμός να μη λειτουργήσει όπως προβλέπει η μελέτη του Ινστιτούτου Δημ. Μπάτσης, ή η ιδιωτική οικονομία να μην ακολουθήσει οικειοθελώς τις κατευθύνσεις του εθνικού σχεδιασμού. Επομένως, ο Σ. Μαυρουδέας εισηγείται μια όσο το δυνατόν πιο γρήγορη και δομική παρέμβαση στην παραγωγική διάρθρωση της ελλ. οικονομίας, η οποία απαιτεί και την επιβολή ενός κατ’ αντιστοιχία ισχυρού κεντρικού σχεδιασμού, κι επομένως και την ολοκληρωτική σύγκρουση με την ΕΕ σε πρώτο χρόνο. Συνολικά, η πρότασή του επιβάλλει την άμεση έξοδο όχι μόνο από την Ευρωζώνη, αλλά και συνολικά από την ΕΕ, και δίνει περισσότερο πολιτικό βάρος στην προετοιμασία του λαού για ένα είδος "πολεμικής οικονομίας" κατά τα πρώτα δύο χρόνια, έναντι της υπόσχεσης περί σταθεροποίησης ή "ανάσας". Μάλιστα, μια τέτοια πρόταση συνδέεται πιο άμεσα με μια κοινωνική κίνηση στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού, όχι μόνο ή κυρίως για ιδεολογικούς λόγους, αλλά στη βάση της ανάλυσης της ελληνικής παραγωγικής βάσης και της σημερινής κρίσης. Τέλος, η άποψη αυτή βρίσκει πιο διδακτικές για την Ελλάδα τις εξελίξεις στην Ουκρανία και όχι το παράδειγμα της Ισλανδίας.

 

Από την πλευρά του Συλλόγου Μαρξιστικής Σκέψης "Γιάννης Κορδάτος" είναι γνωστή η θέση  του ότι η σύγκρουση και η έξοδος από την ΕΕ αποτελεί κεντρικό ζήτημα τόσο για την πολυπόθητη "ανάσα" που έχει ανάγκη ο λαός μας, όσο και για μια πορεία για το σοσιαλισμό, πάντα, βέβαια, μαζί με ένα πρόγραμμα ριζοσπαστικών δημοκρατικών, αντιμονοπωλιακών, αντιιμπεριαλιστικών, αλλαγών, τόσο στο επίπεδο της εξουσίας όσο και σε αυτό της οικονομίας. Ωστόσο, θα μπορούσαν να γίνουν και οι εξής παρατηρήσεις:


  • Η ανωριμότητα των οργανώσεων της ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής αριστεράς, καθώς και η κωλυσιεργία στην επιστημονική έρευνα, έχουν ως συνέπειες την ύπαρξη μεγάλων προγραμματικών κενών, και αποτελούν μία όχι ασήμαντη αιτία της διστακτικότητας του κόσμου να ακολουθήσει μια τέτοια ριζοσπαστική προοπτική. [2]
  • Ειδικότερα, η ελληνική αντιιμπεριαλιστική αριστερά έχει επιδείξει ακόμη μεγαλύτερη αδυναμία στη σύνδεση του στόχου της μονομερούς ρήξης με την ΕΕ και τον ιμπεριαλισμό, με τη διεθνιστική προοπτική μιας γενικότερης αλλαγής στην Ευρώπη, όπως και στην ευρύτερη μεσογειακή γειτονιά μας. Εδώ θα πρέπει να συνυπολογιστεί, ότι, όσο καθυστερεί η ριζοσπαστική αλλαγή στην Ελλάδα, τόσο πιο βαθιά γίνεται η εξάρτησή της από την ΕΕ, και τόσο πιο πολύ δυσκολεύει μια ανεξάρτητη σοσιαλιστική πορεία, στο βαθμό που δε θα συνοδεύεται από ανάλογες εξελίξεις σε γειτονικές χώρες. Όσο σίγουρος μπορεί να είναι κανείς, λοιπόν, ότι η ΕΕ δεν αλλάζει "από τα μέσα" ή "με σκληρές διαπραγματεύσεις", άλλο τόσο δύσκολο είναι να γνωρίζει πώς να σχεδιάσει τη σύγκρουση με την ΕΕ, ώστε να έχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για τις διεθνιστικές κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες, κι επομένως και για τις πιθανότητες επιτυχίας του όλου εγχειρήματος.
  • Επιπλέον, για τους ίδιους λόγους, η έξοδος από την ΕΕ προς όφελος του λαού, και, μάλιστα, στα πλαίσια μιας σοσιαλιστικής μετάβασης γίνεται μια όλο και πιο πολύπλοκη οικονομική και πολιτική διαδικασία. Οι δομικές αλλαγές που θα απαιτηθούν στην ελληνική οικονομία και κοινωνία δεν είναι θέμα μόνο ενός προγράμματος ενός κόμματος κομμουνιστικού ή της ριζοσπαστικής αριστεράς, όσο κι αν αυτό είναι απαραίτητο κι εκκρεμεί. Αυτές οι αλλαγές απαιτούν η έξοδος από την ΕΕ να γίνει ζήτημα πλατιά του λαϊκού κινήματος, των οργανώσεων του εργατικού κινήματος, των επιστημονικών και επαγγελματικών ενώσεων, των τοπικών κοινωνιών κοκ. Όσο οι κομμουνιστές και η αντι-ιμπεριαλιστική αριστερά δεν καταφέρνουν καν να ωθήσουν στην έναρξη μιας τέτοιας διαδικασίας, δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται η διαφορά μεταξύ «ρήξης/σύγκρουσης με την ΕΕ» ή «εξόδου/αποδέσμευσης από την ΕΕ», ή ακόμη, το άμεσο ή η ακριβής πορεία αποδέσμευσης από την ΕΕ, ως προσχήματα για να καθυστερούν οι απαραίτητες τακτικές πολιτικές συμμαχίες (όπως γίναμε μάρτυρες το προηγούμενο καλοκαίρι στις συζητήσεις ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΛΑΕ). Ακόμη περισσότερο δεν είναι δυνατόν αυτές οι διαφορές να τορπιλίζουν την κοινή δράση στο κίνημα ενάντια στη μνημονιακή, αστική στρατηγική.
  • Από την άλλη, οι οργανώσεις εκείνες που προτείνουν κάποια «ειδική» σχέση με την ΕΕ, και διστάζουν να πάρουν ξεκάθαρη θέση υπέρ της εξόδου, θα πρέπει να αναμετρηθούν με παρρησία, με τις δικές τους αντιφάσεις. Ειδικότερα, πρέπει να απαντηθούν ερωτήματα όπως:

Ø  Ποιες πλευρές των βασικών συνθηκών της ΕΕ θα μπορούσε μια ριζοσπαστική λαϊκή εξουσία να «ανεχθεί» έστω και για ένα μικρό χρονικό διάστημα, χωρίς να υποθάλπει τη λαϊκή στήριξη και την επιτυχία της μεταβατικής διαδικασίας;

Ø  Πως θα μπορούσε η Ελλάδα να συμμετέχει στα όργανα της, και με τι αξιοπιστία θα είχε πρόσβαση, μέσω αυτών των οργάνων, στην κοινή γνώμη των άλλων Ευρωπαϊκών κρατών, αν επέλεγε κατά το δοκούν ποιες από τις Ευρωπαϊκές συνθήκες θα ακολουθούσε και ποιες θα καταστρατηγούσε μονομερώς; Πώς θα απαντούσε στο επιχείρημα (το οποίο ακούστηκε και στον πρώτο καιρό διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ) ότι πέρα από την εκφρασμένη βούληση του ελληνικού λαού, υπάρχει και η βούληση των υπόλοιπων ευρωπαϊκών λαών, η οποία θεωρείται ότι νομιμοποιεί τις διάφορες συνθήκες και κοινά αποφασισμένες πολιτικές της ΕΕ;

Στα πλαίσια αυτά, προγραμματικές διαφωνίες σαν αυτές που ανέδειξε η συγκεκριμένη εκδήλωση θα μπορούσαν να αντιμετωπίζονται με τον εξής συνδυαστικό τρόπο:


  • Καταρχήν, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εμποδίζουν την κοινή δράση στο επίπεδο του κινήματος, μέσα από σχήματα και συνδικαλιστικές παρατάξεις ή συμμαχίες, που θα επιτρέπουν τη συμβίωση και διαπάλη διαφορετικών στρατηγικών και τακτικών, και θα ενοποιούνται γύρω από μια κατεύθυνση πάλης σε σύγκρουση με τη μνημονιακή στρατηγική, τους δανειστές και την ΕΕ. Μια τέτοια κατεύθυνση πάλης, φυσικά επιβάλλει και το διαχωρισμό από τυχόν κυβερνητικές και μνημονιακές συνδικαλιστικές δυνάμεις… Σε αυτό το πλαίσιο, είναι θετικές πρωτοβουλίες όπως η πρόσφατη για τη δημιουργία μιας πανελλαδικής κίνησης για την αποδέσμευση από την ΕΕ, εφόσον δεν πέσει κι αυτή θύμα σεχταριστικών λογικών, όπως σε ανάλογες περιπτώσεις στο παρελθόν. Σε κάθε περίπτωση, απέχει ακόμη πολύ από το απαραίτητο για την εποχή κοινωνικο-πολιτικό μέτωπο σε αντι-ιμπεριαλιστική, αντι-μονοπωλιακή κατεύθυνση, αν και θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να οδηγήσει σε αυτό, λόγω της κεντρικότητας του ζητήματος της αποδέσμευσης από την ΕΕ.
  • Στο επιστημονικό-ιδεολογικό επίπεδο θα πρέπει να βρεθεί τρόπος να συνδιαλέγονται οι διαφορετικές προσεγγίσεις. Σημαντικοί παράγοντες για κάτι τέτοιο είναι να αποφεύγονται οι μονομέρειες (π.χ., ισχύει τόσο η αναγνώριση του δυναμικού χαρακτήρα μιας ριζοσπαστικής πολιτικής διαδικασίας, όσο και η ανάγκη για συζήτηση στο ΣΗΜΕΡΑ επί των προγραμμάτων με παρρησία, κι όχι με μισόλογα, βολονταριστικές εκτιμήσεις και "δημιουργικές ασάφειες"). Επίσης, θα ήταν ευκταίο  να βρεθεί τρόπος να συγκρίνονται τα αποτελέσματα και οι προβλέψεις που προέρχονται από διαφορετική μεθοδολογική βάση με κάποιο κοινό μέτρο. Στο παράδειγμα της διαφωνίας που αναδείχθηκε από την εκδήλωση αυτή, θα μπορούσε, ίσως, να βρεθεί τρόπος, αν όχι να συγκλίνουν, τουλάχιστον να μπορούν να συγκριθούν οι προβλέψεις για τα βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα της νομισματικής υποτίμησης, στη βάση διαφορετικών υποθέσεων εργασίας. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, η όποια λαϊκή εξουσία ή κυβέρνηση θα πρέπει να έχει επεξεργασμένες πολιτικές για κάθε διαφορετική εξέλιξη, ακόμη και για το δυσχερέστερο σενάριο.
  • Τέλος, στο πολιτικό επίπεδο θα πρέπει να γίνονται ωφέλιμοι τακτικοί συμβιβασμοί που να λαβαίνουν υπόψη τόσο τον πολιτικό συσχετισμό, όσο και το γενικό επίπεδο ριζοσπαστικοποίησης του λαού, και ταυτόχρονα να διατηρεί η κάθε πολιτική δύναμη το πλήρες δικαίωμα να υποστηρίζει δημοσίως και με παρρησία το σύνολο του προγράμματός της, και το στρατηγικό της στόχο. Αυτή δεν είναι απλά μια μέθοδος του "να βρεθεί η διατύπωση που τους ικανοποιεί όλους", ή του "ας τα βρούμε στη μέση". Απλά, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι όσο σημαντική και αν είναι μια προγραμματική διαφωνία, η πολιτική συμπόρευση, ως τακτική κι όχι στρατηγική επιλογή, πρέπει να κρίνεται μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της πολιτικής συγκυρίας, ακριβώς από το κατά πόσο εξυπηρετεί την στρατηγική ή όχι. Σήμερα, όταν η άποψη για ένα πολιτικό μέτωπο με μεταβατικό πρόγραμμα σύγκρουσης με την ΕΕ δεν εκπροσωπείται καν στη βουλή, και είναι μάλλον περιθωριακή στην ελληνική κοινωνία, όταν υπάρχουν ακόμη πολλά προγραμματικά κενά σε όλες τις πλευρές, ένας τέτοιος τακτικός συμβιβασμός επιβάλλεται να βρεθεί και μπορεί να είναι ωφέλιμος. 

Καταλήγοντας, για να πάρει η χώρα μια διαφορετική πορεία από αυτήν της καπιταλιστικής κρίσης και της υποδούλωσης στα μνημόνια και τους "θεσμούς", θα πρέπει η όποια λαϊκή εξουσία:


  • Να κηρύξει στάση πληρωμών στο δημόσιο χρέος με σκοπό τη διαγραφή του, ερχόμενη σε ρήξη με τους δανειστές (ΔΝΤ-ΗΠΑ, ΕΕ).
  • Να βγει, άμεσα –για τεχνικούς και πολιτικούς λόγους–, από το Ευρώ, να επιστρέψει σε εθνικό νόμισμα, αλλά και να εθνικοποιήσει το τραπεζικό σύστημα, της Τράπεζας της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης, προκειμένου να επανακτήσει τον έλεγχο της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής.
  • Να εγκαινιάσει μια πορεία αποδέσμευσης από την ΕΕ, προβαίνοντας σε εθνικό σχεδιασμό της εμπορικής, βιομηχανικής, αγροτικής, εκπαιδευτικής κτλ. πολιτικής, με μονομερείς ενέργειες απειθαρχίας στις υπάρχουσες συνθήκες της ΕΕ.
  • Να επιδιώξει, ταυτόχρονα, μέσω διαπραγματεύσεων, τη σύναψη ειδικών διμερών ή και πολυμερών συμφωνιών, τόσο με τις χώρες της ΕΕ (πχ, με τη μορφή μιας "ειδικής σχέσης" – εν τέλει, κάποια σχέση θα πρέπει να έχουμε με αυτές τις χώρες ακόμη και μετά την έξοδο από την ΕΕ), όσο και με άλλες χώρες εκτός ΕΕ, στη βάση του αμοιβαίου οφέλους.
  • Να προβεί σε εθνικοποίηση των στρατηγικών επιχειρήσεων και σε ένα μεγάλο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων.
  • Να επιδιώξει την ένταξη στον εθνικό σχεδιασμό των υπόλοιπων μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά και των μικρότερων ενθαρρύνοντας τη δημιουργία παραγωγικών συνεταιρισμών.
  • Να σφυρηλατήσει την κοινωνική συμμαχία με την εργατική τάξη και τα υπόλοιπα λαϊκά στρώματα μέσω μιας γενικευμένης σεισάχθειας, την αύξηση και προστασία των συντάξεων και αποταμιεύσεων, την ριζική αλλαγή των εργατικών νόμων προς όφελος των εργατικών δικαιωμάτων και του δημοκρατικού εργατικού-λαϊκού ελέγχου στην οικονομία και στους κρατικούς θεσμούς.


Αποτελεί επιδίωξη η έξοδος από το Ευρώ και η ανάκτηση της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής να λειτουργήσει σταθεροποιητικά για την ελληνική οικονομία, και να δώσει μια ανάσα στο λαό, ανάλογα και με τις πολιτικές συνθήκες που θα επικρατούν κατά την εφαρμογή αυτής της πολιτικής. Ωστόσο, πρέπει να έχουμε συνείδηση των δυσκολιών, τόσο πολιτικών όσο και οικονομικών μιας τέτοιας ριζοσπαστικής πολιτικής, η οποία θα φέρει το λαό σε σύγκρουση τόσο με το διεθνή ιμπεριαλισμό, όσο και με την εγχώρια οικονομική ολιγαρχία και άρχουσα τάξη. Η επιτυχία του εγχειρήματος θα εξαρτηθεί τόσο από τους πολιτικούς συσχετισμούς, την ενότητα του λαού, και την ετοιμότητα του οργανωμένου εργατικού-λαϊκού κινήματος, όσο και από το κατά πόσο η νέα εξουσία θα μπορέσει έγκαιρα να επιβάλλει και να εφαρμόσει έναν κεντρικό εθνικό σχεδιασμό, ο οποίος να απαλλάξει την ελληνική οικονομία από τα χρόνια διαρθρωτικά της προβλήματα. Επί αυτού, μάλιστα, μπορούμε να διδαχθούμε και από τις πολιτικές επιτυχίες, αλλά και από τις σημερινές οικονομικές και πολιτικές δυσκολίες των χωρών της Λατινικής Αμερικής, και ειδικότερα της Βενεζουέλας.

Οι ως άνω αλλαγές δεν μπορούν παρά να συνοδευτούν από ευρύτατες δημοκρατικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα, στη δικαιοσύνη, στα σώματα ασφαλείας, στο καθεστώς των ΜΜΕ, αλλά και γενικότερα, οι οποίες θα μπορούσαν να πάρουν σε κάποια φάση και τη μορφή μιας συντακτικής συνέλευσης.

 
Σε κάθε περίπτωση, καθήκον μας είναι η ενημέρωση του ελληνικού λαού τόσο για τις δυσκολίες και τις θυσίες που θα απαιτηθούν, όσο φυσικά και για το σκοπό μιας τέτοιας διαδικασίας που δεν μπορεί να είναι παρά μια Ελλάδα της δουλειάς, της δημοκρατίας, και της εθνικής ανεξαρτησίας, αλλά και η προγραμματική και πολιτική προετοιμασία για κάθε είδους εξέλιξη. Εκτιμούμε ότι μια τέτοια πορεία ή θα οδηγήσει στην επαναστατική ρήξη και στο σοσιαλισμό, σε ένα όχι πολύ μακρύ χρονικό διάστημα, ανάλογα και με τις διεθνείς εξελίξεις, ή θα οπισθοχωρήσει. Σε κάθε περίπτωση, όμως, μπορεί να οδηγήσει το λαό και το συσχετισμό της ταξικής πάλης σε μια πολύ καλύτερη θέση από τη σημερινή.



[1] Για να μπει ο αναγνώστης καλύτερα στο κλίμα της εκδήλωσης και του κοινού της, αναφέρουμε ότι η ΕΚΒ έχει ταχθεί με σειρά αποφάσεων της ΓΣ και του ΔΣ της ενάντια στα μνημόνια, τόσο πριν όσο και μετά τη συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ (πχ δείτε εδώ την απόφαση της περσινής Πρωτομαγιάς όπου συμμετείχε –όπως και όλα τα τελευταία χρόνια– με το δικό της πολιτικό πλαίσιο και μπλοκ). Όσον αφορά την Κίνηση για το "ΟΧΙ μέχρι το τέλος των μνημονίων", αναφέρει στη διακήρυξή της ότι:

 

"Επιθυμούμε να εκφράσουμε το ΟΧΙ όσων είναι αποφασισμένοι να απαλλάξουν τη χώρα από τα μνημόνια και το χρέος, παρόλη τη σύγκρουση με τους δανειστές και την ΕΕ, και να συμβάλουμε στη δημιουργία ενός μαζικού πολιτικού και κοινωνικού κινήματος σε αυτήν την κατεύθυνση.
Απαιτούμε από κάθε ελληνική κυβέρνηση να συγκροτήσει ένα εναλλακτικό σχέδιο για την Ελλάδα, ενάντια στο καθεστώς πολιτικής και οικονομικής υποτέλειας, σε ρήξη με την ΕΕ και την ελληνική οικονομική ολιγαρχία, που να προετοιμάζει την οικονομία και τον ελληνικό λαό για όλα τα ενδεχόμενα, συμπεριλαμβανομένων της εξόδου από το Ευρώ και την ΕΕ, ή να παραιτηθεί."

Συνολικά, δηλ. πρόκειται για ένα κοινό που δεσμεύεται στην αντίθεση στα μνημόνια, παρόλη τη σύγκρουση με τους δανειστές, και ταυτόχρονα διερευνά με ανοιχτό, αλλά ασυμβίβαστο, πνεύμα ποιες είναι οι εναλλακτικές δυνατότητες, ποιο το κόστος, ποιες οι θυσίες, αλλά και ποια τα οφέλη και οι προοπτικές της κάθε μιας.

[2] Συνολικά, οι οργανώσεις της κομμουνιστικής και ριζοσπαστικής αριστεράς αποτυγχάνουν συστηματικά στο να συνδέσουν την στρατηγική με την τακτική με τρόπο που να τις βοηθήσει να ηγεμονεύσουν στο χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς, αλλά και ευρύτερα στο λαϊκό κίνημα. Το γεγονός της στρατηγικής αδυναμίας στην οποία έχουν βρεθεί οι κομμουνιστές παγκοσμίως μετά την ανατροπή του υπαρκτού σοσιαλισμού φαίνεται να έχει οδηγήσει πολλές οργανώσεις σε μια αμυντική "κλειστή" συμπεριφορά προσκόλλησης σε εμμονές και βεβαιότητες περί της στρατηγικής, αντί για μια διερεύνηση των στρατηγικών και τακτικών επιλογών με ανοιχτό πνεύμα. Μάλιστα, ο βαθμός δογματικής προσκόλλησης, όχι τυχαία, φαίνεται να είναι ευθέως ανάλογος με την επιστημονική –θεωρητική και εμπειρική– ένδεια. Έτσι, μετά από έξι χρόνια κρίσης παρατηρούμε κομμουνιστικές οργανώσεις, από τις πιο μεγάλες μέχρι τις πιο μικρές, να "δικαιώνονται" και να διεξάγουν "επιτυχημένα" συνέδρια ή συνδιασκέψεις. Όλα αυτά  παρόλο που καμία ποιοτική βελτίωση δεν μετράνε ούτε στην κατάσταση του εργατικού-λαϊκού κινήματος, ούτε στη δική τους οργανωτική κατάσταση, πόσο μάλλον στο πεδίο της ταξικής πάλης, ενώ συνολικά επέτρεψαν την ηγεμονία του οπορτουνισμού με όχημα το ΣΥΡΙΖΑ, άσχετα με την ακριβή τακτική που ακολούθησαν απέναντί του. Η έλλειψη ουσιώδους αυτοκριτικής, η αναπαραγωγή του στελεχικού δυναμικού, η επιβεβαίωση των αδιέξοδων στρατηγικών και τακτικών επιλογών, όπως και το γενικότερο αίσθημα «(αυτό)ικανοποίησης» που αποπνέουν τα κείμενα των συλλογικών οργάνων των οργανώσεων αυτών, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε συμπεράσματα για το βαθμό γραφειοκρατικοποίησής τους, αλλά, εν τέλει, και για την κοινωνική σύνθεση και δυναμική τους που επιτρέπει κάτι τέτοιο. Φαίνεται ότι μια διαδικασία πλήρους ανασυγκρότησης του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα καθίσταται όλο και πιο αναγκαία.

 

Δείτε τον πρώτο κύκλο των "7 απλών μαθημάτων του μαρξισμού"

smile

Παρουσίαση βιβλίου - Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017
read more ...

Βιβλιοπαρουσίαση-Συζήτηση: Ζητήματα τακτικής και στρατηγικής | Β.Λιόσης - Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

read more ...

«Το Τελευταίο Σημείωμα» - Το γενναίο βήμα του Π.Βούλγαρη και οι μικρές (αλλά σημαντικές) παραφωνίες - Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

 

Ας το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων αλλά και γιατί ζούμε σε εποχές που στον δημόσιο διάλογο κυριαρχεί το δόγμα «πρώτα πυροβολείς και μετά ρωτάς»: Το τελευταίο σημείωμα, η ταινία του Παντελή Βούλγαρη που ήδη είναι στις κινηματογραφικές αίθουσες είναι μια πολύ καλή ταινία. 

read more ...