Πολυπολικότητα ή διεθνιστικός αντιιμπεριαλισμός;

Του Δημήτρη Πατέλη. Συλλογικότητα Επαναστατική Ενοποίηση / Ελλάδα.

[δημοσιεύτηκε στο 4ο τεύχος του Οργάνου της Παγκόσμιας Αντιιμπεριαλιστικής Πλατφόρμας]

Εισαγωγή

Ο εν εξελίξει Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (Γ΄ΠΠ) θέτει ενώπιον του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος ζωτικής σημασίας καθήκοντα. Καθιστά αναγκαία και επιτακτική την οργανική διασύνδεση των τακτικών του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα με τον αγώνα για την στρατηγική της σοσιαλιστικής επανάστασης και την προοπτική του κομμουνισμού.

Οι επιτακτικά αναγκαίοι αντιαποικιοκρατικοί, αντιιμπεριαλιστικοί, εθνικοαπελευθερωτικοί, εθνικοανεξαρτησιακοί, αντιφασιστικοί κ.λπ. σκοποί, μπορούν να επιτευχθούν αποτελεσματικά, με συνέπεια και σταθερότητα από ένα μετωπικό επαναστατικό κίνημα, στο οποίο πρωτοπόρο και άγοντα ρόλο διαδραματίζουν οι κομμουνιστές. Αυτό είναι με τη σειρά του εφικτό στο βαθμό που οι κομμουνιστές πρωτοστατούν και στον θεωρητικό και ιδεολογικό αγώνα, συνδέοντας οργανικά, τεκμηριωμένα, επιστημονικά και πειστικά αυτούς τους σκοπούς με την επαναστατική προοπτική του σοσιαλισμού, με επαναστατικούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς που ανοίγουν τον δρόμο για την σοσιαλιστική επανάσταση.

   Για την βέλτιστη εξυπηρέτηση αυτών των καθηκόντων ιδρύθηκε και αναπτύσσεται η Παγκόσμια Αντιιμπεριαλιστική Πλατφόρμα (ΠΑΠ). Βασικοί αλληλένδετοι σκοποί της ΠΑΠ είναι: 1. Ο συντονισμός και η οργάνωση του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα, 2. Ο ιδεολογικός αγώνας κατά της υπονομευτικής για το κίνημα δράσης του οπορτουνισμού και του αναθεωρητισμού και 3. Η ανασύνταξη των συνεπών επαναστατικών και διεθνιστικών κομμουνιστικών δυνάμεων, χωρίς τον πρωτοπόρο ρόλο των οποίων είναι ανέφικτος ο νικηφόρος αντιιμπεριαλιστικός αγώνας των λαών.

   Στην ΠΑΠ θεωρούμε αναγκαία την ευρύτερη δυνατή συσπείρωση και συστράτευση στον μετωπικό αντιιμπεριαλιστικό αγώνα δυνάμεων και τάσεων με διαφορετικές ιδεολογικοπολιτικές αφετηρίες και τάσεις. Ωστόσο, είμαστε πεπεισμένοι ότι δεν μπορεί να μεθοδεύεται συνειδητά ο βέλτιστος τρόπος οργάνωσης και κλιμάκωσης του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα χωρίς την οργανική διασύνδεσή του με τον αγώνα για την σοσιαλιστική επανάσταση.

Αντιιμπεριαλισμός και σοσιαλισμός-κομμουνισμός, ως προς το κοινωνικό-ταξικό και ιδεολογικοπολιτικό περιεχόμενό τους, είναι δύο διακριτές μεν, αλλά οργανικά αλληλένδετες συνιστώσες μιας ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας, ενός ενιαίου κινήματος.

Βασική προϋπόθεση και όρος για την ενίσχυση του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα σήμερα είναι η ανασυγκρότηση και η ενδυνάμωση του κομμουνιστικού κινήματος σε εθνική, περιφερειακή και παγκόσμια κλίμακα, στη βάση της δημιουργικής ανάπτυξης και εφαρμογής της σύγχρονης επαναστατικής θεωρίας και μεθοδολογίας.

   Ο Γ΄ΠΠ έφερε στην επιφάνεια πληθώρα ιδεών, σεναρίων και προσεγγίσεων των ραγδαίων αλλαγών που λαμβάνουν χώρα στους συσχετισμούς δυνάμεων. Στις μέρες μας προσεγγίζουν το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα και δυνάμεις εμφορούμενες ή και επηρεαζόμενες σε κάποιο βαθμό από ιδεολογίες και ιδεολογήματα στα οποία προτάσσονται προσεγγίσεις και δόγματα της «γεωπολιτικής».

Εάν επιθυμούμε μία πραγματικά επιστημονική προσέγγιση του θέματος οφείλουμε να προβούμε σε μία σαφή διάκριση δύο επιπέδων πραγμάτευσης:

  1. Αφενός μεν, υπάρχει η πραγματική αντικειμενική ιστορική διαδικασία στην ανάπτυξη της οποίας εμπλέκονται ιστορικά υποκείμενα στη βάση των διαθέσιμων αντικειμενικών όρων και μέσων άσκησης της δραστηριότητας τους. Αποκρυσταλλώματα αυτής της διαδικασίας είναι οι εκάστοτε μεταβολές συσχετισμών δυνάμεων, οι πόλοι έλξης ή/και άπωσης ισχύος και τα αντίστοιχα (παλαιά και νέα) κέντρα λήψης αποφάσεων.
  2. Αφετέρου δε, υπάρχει πληθώρα διαφόρων επιπέδων αξιοπιστίας ή αναξιοπιστίας ιδεών, προσεγγίσεων, αντιλήψεων, εικασιών, υποθέσεων εργασίας κ.ο.κ., μέσω των οποίων οι άνθρωποι επιχειρούν να αντιληφθούν, να περιγράψουν, να εξηγήσουν και να προβλέψουν τα παραπάνω φαινόμενα.

Η γεωπολιτική ως ιδεολογία και προπαγάνδα της αστικής τάξης

Η γεωπολιτική είναι μία κατεύθυνση της αστικής ιδεολογίας, θεραπαινίδα (υπηρέτρια) των εκάστοτε στρατηγικών και τακτικών επιδιώξεων του «συλλογικού κεφαλαιοκράτη» σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο (άρα και του ηγετικού πολιτικού προσωπικού της άρχουσας τάξης). Στην γεωπολιτική προσδίδεται συχνά επιστημονικοφανής χαρακτήρας, με αντίστοιχες σπουδές, τίτλους, πανεπιστημιακές έδρες, «ερευνητικά κέντρα» κ.λπ.

Ως διαδεδομένη κατεύθυνση ή τάση της αστικής πολιτικής σκέψης και προπαγάνδας η γεωπολιτική εδράζεται στην ακραία υπερδιόγκωση έως και απολυτοποίηση του ρόλου των γεωγραφικών παραγόντων στη ζωή της κοινωνίας και στην ιστορία. Βάσει των ιδεολογημάτων και των προσεγγίσεων της, η όλη ροή της ιστορίας της ανθρώπινης κοινωνίας τίθεται ευθέως σε συνάρτηση με τους γεωγραφικούς όρους και τη γεωγραφική θέση, σε συνδυασμό με μαλθουσιανές και νεομαλθουσιανές ιδέες περί δημογραφίας, ακόμα και με αντιλήψεις του ρατσιστικού κοινωνικού δαρβινισμού.

Κατά τις αντιλήψεις αυτές δεν είναι ισάξιες όλες οι φυλές και όλα τα έθνη. Τουναντίον, υπάρχει ιεραρχία μεταξύ ανώτερης φυλής/έθνους και κατώτερων. Επιπλέον, υπάρχει πάντοτε ανεπάρκεια «ζωτικού χώρου» για τα «ανώτερα και ανερχόμενα έθνη», άρα και νομιμοποίηση της διεκδίκησης «ζωτικού χώρου», γεγονός που οδηγεί σε διαρκείς αναθεωρήσεις διαφόρων φυσικών συνόρων κ.λπ. Επομένως, η γεωπολιτική λειτουργεί κατά κανόνα ως αναγκαία ιδεολογική και προπαγανδιστική θεμελίωση της επιθετικής εξωτερικής πολιτικής του ιμπεριαλισμού.

Ανέκυψε μεν ως προς τις βασικές ιδεολογικές κατευθύνσεις της στην αστική δημοσιολογία στα τέλη του 19ου αιώνα στην αποικιοκρατική Μεγάλη Βρετανία, στην Γαλλία, στην Σουηδία κ.λπ. Ωστόσο, ως πεδίο ιδεολογικής πλαισίωσης τον πολεμικών και πολιτικών επιδιώξεών των αντιμαχόμενων ιμπεριαλιστικών στρατοπέδων γνώρισε ιδιαίτερη «άνθηση» κατά τη διάρκεια του Α΄ ΠΠ. Τότε είναι που ο Σουηδός παγγερμανιστής πολιτειολόγος Ρ. Τσέλλεν (Johan Rudolf Kjellén), διατυπώνει τον όρο «γεωπολιτική» για να περιγράψει το κράτος ως γεωγραφικό και βιολογικό οργανισμό. Έκτοτε η γεωπολιτική συνδέθηκε οργανικά και με τις πρακτικές «θεσμικές» εφαρμογές του ρατσισμού (ευγονική, επιβολή στειρώσεων με δικαστικές αποφάσεις, στρατόπεδα συγκέντρωσης-εξόντωσης ανεπιθυμήτων, έλεγχος και καταστολή μεταναστών, εθνοκαθάρσεις, διώξεις κατά επαναστατών ως δυνάμεων «υπονομευτικών της εθνικής καθαρότητας», λοβοτομές κ.λπ.).

Κατά το διάστημα του μεσοπολέμου γνώρισε ιδιαίτερη ακμή στην Ιταλία, στη Γερμανία, στην μιλιταριστική Ιαπωνία και αλλού, όπου λειτούργησε ως «θεμελίωση» των επισήμων δογμάτων του φασισμού, του ναζισμού και του μοναρχοφασισμού. Αποτέλεσε την ιδεολογική βάση των πρακτικών μισανθρωπισμού και γενοκτονίας των καθεστώτων του φασιστικού άξονα της Αντι-Κομιντέρν.

Οι φορείς της φασιστικής γεωπολιτικής οργάνωσαν επίσημα και διέδωσαν σε ευρεία κλίμακα την προπαγάνδα των ιδεών του ρεβανσισμού και της αντεκδίκησης για τον «άδικο χαρακτήρα» της συνθήκης των Βερσαλλιών εις βάρος της Γερμανίας. Αυτό που επεδίωκαν στην πραγματικότητα ήταν η ικανοποίηση των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων για αναδιανομή αποικιών και σφαιρών επιρροής προς όφελος της γερμανικής χρηματιστικής ολιγαρχίας, την οποία παρουσίαζαν ως δήθεν «φυσική επιθετικότητα προς διεκδίκηση αναγκαίου ζωτικού χώρου» εκ μέρους σύσσωμου του «υπεράνω όλων γερμανικού έθνους» και της «Αρίας φυλής»…

Μετά τον Β΄ ΠΠ η γεωπολιτική γνώρισε νέα άνθηση στις Ηνωμένες πολιτείες και σε μερικές άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες ως ιδεολογικό εργαλείο του αντισοβιετισμού-αντικομμουνισμού στον ψυχρό πόλεμο, ως μέσο επίτευξης των νεοαποικιοκρατικών σκοπών της χρηματιστικής ολιγαρχίας του ιμπεριαλισμού. Χαρακτηριστικό στοιχείο της γεωπολιτικής είναι η διατύπωση των αξιώσεων των μεγάλων ιμπεριαλιστικών κρατών και των διακρατικών τους οργάνων, συνασπισμών κ.λπ. για παγκόσμια κυριαρχία, «παγκόσμια τάξη πραγμάτων» και ει δυνατόν για «παγκόσμια διακυβέρνηση». Σε κάθε περίπτωση, η γεωπολιτική διαχρονικά συνδέεται με διάφορες εκδοχές ρατσισμού, σωβινισμού, εθνικισμού αλλά και με εκδοχές του κοσμοπολιτισμού.

Ρατσισμός είναι ένα συνονθύλευμα αντιεπιστημονικών και ανορθολογικών δοξασιών περί δήθεν βιολογικά προκαθορισμένης φυσικής και πνευματικής ανισότητας των ανθρώπινων φυλών και περί αποφασιστικής επίδρασης των φυλετικών διαφορών στην ιστορία και τον πολιτισμό της κοινωνίας. Κοινός τόπος κάθε ρατσισμού είναι ο μισανθρωπισμός, οι προκαταλήψεις περί ανώτερων και κατώτερων φυλών, αυτών που δήθεν προορίζονται να είναι οι μοναδικοί δημιουργοί πολιτισμού και κυριαρχίας και εκείνων που είναι ανίκανοι για πολιτισμική δημιουργία, άρα: καταδικασμένοι να είναι αποκλειστικά κυριαρχούμενοι, υποτακτικοί και αντικείμενα εκμετάλλευσης.

Ο εθνικισμός ως αστική και μικροαστική ιδεολογία, ψυχολογία και πολιτική αντιλαμβάνεται το έθνος ως ανώτατη ανιστορική και υπεράνω τάξεων ενότητα, ως αρμονικό σύνολο με ταυτόσημα τα βασικά συμφέροντα. Τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης προβάλλονται εδώ ως «πανεθνικά», ενώ έναντι άλλων εθνών, ο εθνικιστής προβάλλει την ιδέα περί δικής του εθνικής υπεροχής και αποκλειστικότητας. Ακραία μορφή εθνικισμού είναι ο σοβινισμός, χαρακτηριστικό του οποίου είναι εμμονή στην «εθνική αποκλειστικότητα», τα πρωτεία των συμφερόντων ενός έθνους έναντι των συμφερόντων άλλων εθνών, η εθνική υπεροψία, η εχθρότητας και το μίσος προς άλλα έθνη.

Κοσμοπολιτισμός είναι εκείνη η αντιδραστική αστική ιδεολογία-ουτοπία με γεωπολιτικές προεκτάσεις, η οποία στρέφεται κατά της αυτοτέλειας του κράτους και της εθνικής κυριαρχίας, κατά των εθνικών παραδόσεων, του εθνικού πολιτισμού και του πατριωτισμού. Η ιδεολογία αυτή γνωρίζει ιδιαίτερη διάδοση την εποχή του ιμπεριαλισμού, μιας και αποσκοπεί στην απρόσκοπτη ελευθερία του κεφαλαίου των Πολυεθνικών Πολυκλαδικών Μονοπωλιακών Ομίλων σε πλανητική κλίμακα και στην πλήρη ασυδοσία της χρηματιστικής ολιγαρχίας. Οι φορείς αυτής της ιδεολογίας θεωρούν «απαρχαιωμένο» τον αντιιμπεριαλισμό, κάθε εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, κάθε αγώνα για εθνική και λαϊκή κυριαρχία (σε αυτό το θέμα συμπίπτουν με την αντιδραστική αστική ουτοπία του κοσμοπολιτισμού και οι υποστηρικτές του αναθεωρητικού δόγματος περί «ιμπεριαλιστικής πυραμίδας», με μόνη διαφορά την προσπάθεια να παρουσιάσουν αυτή την ταύτισή τους με την στρατηγική του ιμπεριαλισμού ως «την μόνη επαναστατική»!…).

Ο προλεταριακός διεθνισμός αντιτίθεται τόσο σε κάθε εκδοχή ρατσισμού, εθνικισμού και σοβινισμού, όσο και στον αστικό κοσμοπολιτισμό, ο οποίος προτάσσει τη συγχώνευση των εθνών μέσω της βίαιης αφομοίωσης και υποδούλωσης των λαών τους από τον ιμπεριαλισμό με όρους αποικιοκρατίας και νεοαποικιοκρατίας. Οι μαρξιστές βλέπουν την προοπτική της προσέγγισης και συγχώνευσης των εθνών μέσω της αντικειμενικής κοινωνικής ανάπτυξης, μέσω της νομοτελούς πορείας ενοποίησης της ανθρωπότητας στον κομμουνισμό, σε μια διαδικασία που περνά μέσα από την απελευθέρωση, την χειραφέτηση και αυτοδιάθεση των εθνών, μέσω της άνθισης του πολιτισμού ενός εκάστου αυτών των εθνών ως οργανικών στοιχείων του πολιτισμού της ενοποιημένης ανθρωπότητας, σε πλήρως εθελοντική βάση.

Βάσει των προαναφερθέντων η γεωπολιτική επ’ ουδενί λόγω δεν συνιστά και δεν μπορεί να συνιστά επιστήμη. Βασίζεται εξ υπαρχής σε κατ’ εξοχήν επιφανειακή, υποκειμενική και ανορθολογικά φορτισμένη έως άκρως ιδεοληπτική πρόσληψη της πραγματικότητας, ιδιαίτερα όταν εγείρονται στο προσκήνιο ανειρήνευτες ανταγωνιστικές αντιφάσεις, λόγω συσσώρευσης αλλαγών των συσχετισμών δυνάμεων σε περιφερειακή και παγκόσμια κλίμακα.

Σε συνθήκες επαπειλούμενων ή/και εν εξελίξει πολεμικών συρράξεων η γεωπολιτική καθίσταται ιδιαίτερα δημοφιλής στους κύκλους του κοινού νου και της καθημερινής αγοραίας συνείδησης.

Ωστόσο, παρά την δημοφιλία της σε συνθήκες συρράξεων, η γεωπολιτική δεν είναι εις θέση να αρθεί υπεράνω της εγγενούς μεθοδολογικής ανεπάρκειες και των αστικών αντιδραστικών ιδεολογικών περιορισμών της. Τα γεωπολιτικά αφηγήματα βρίθουν ανερμάτιστων αναφορών σε ποικίλα ιδεολογήματα, ψευδοφιλοσοφικά φληναφήματα και ανορθολογικά στοιχεία.

Στα αφηγήματά της, εκτός από την υπερδιόγκωση του γεωγραφικού παράγοντα, γίνεται επίκληση κατά το δοκούν πολλών και διαφόρων παραγόντων, γεγονός που την καθιστά εκδοχή της λεγόμενης «θεωρίας των παραγόντων». Αυτού του τύπου οι «θεωρίες» επιχειρούν να περιγράψουν και να ερμηνεύσουν την δομή και την κίνηση, ισορροπίες ανισορροπίες και συρράξεις με την επίκληση ορισμένων «ισότιμων» παραγόντων: της οικονομίας, της δημογραφίας, της γεωγραφίας, της πολεμικής ισχύος, της θρησκείας, της ηθικής, της τεχνικής, του πολιτισμού, της «φυλής» κ.λπ. Η αδυναμία οργανικής διασύνδεσης και ιεράρχησης των παραγόντων, οδηγεί σε χαοτικό φαύλο κύκλο εντός του οποίου είναι μάλλον αδύνατο να διακριθούν σχέσεις αιτίου-αιτιατού, νόμοι και νομοτέλειες. Τελικά, τα πάντα μπορούν να επιδρούν στα πάντα, ενώ από αυτόν τον κυκεώνα αδιευκρίνιστων χαοτικών αλληλεπιδράσεων, μπορεί να ανακύψει οτιδήποτε… Με αυτό τον τρόπο, είναι αδύνατο να συγκροτηθεί τεκμηριωμένη και συστηματική επιστημονική γνώση, ικανή να περιγράφει αντικειμενικά, να εξηγεί, να προβλέπει και να εξοπλίζει αποτελεσματικά την δράση του ανθρώπου.

Οι φορείς της κατά κανόνα δεν ανησυχούν για την ύπαρξη εντός των αφηγημάτων της αντιφάσεων, ετερόκλητων στοιχείων, ακόμα και ανορθολογικών μυστικοποιήσεων, χαρακτηριστικών για τα ιδεολογήματα/δόγματα του εθνικισμού, του σοβινισμού κ.λπ. Επισημαίνω ότι εάν κάποιοι εκπρόσωποι της γεωπολιτικής επιδεικνύουν στοιχεία οξυδέρκειας στις μεν είτε τις δε κρίσεις και διαπιστώσεις τους, αυτό ουδόλως οφείλεται στην επιστημονική ισχύ του εν λόγω πεδίου ιδεολογικής δράσης. Τουναντίον, οι όποιες τυχόν οξυδερκείς επισημάνσεις τους επιτυγχάνονται κατά παρέκκλιση από την ανορθολογική παράδοση που ιστορικά χαρακτηρίζει αυτό το πεδίο, άρα, μάλλον εναπόκεινται στην δική τους ατομική ευρυμάθεια και διορατικότητα, στην όποια αυτομόρφωση και αντίληψή τους περί κοινωνικής θεωρίας, φιλοσοφίας, πολιτικής οικονομίας κ.λπ.

Κατά κανόνα οι επαγγελματίες του είδους (πανεπιστημιακοί καθηγητές, δημοσιογραφούντες και δημοσιολογούντες «αναλυτές»,  πολιτικάντηδες και λοιποί εκπρόσωποι των ιδεολογικών μηχανισμών της κυρίαρχης τάξης) δεν μπορούν να αρθούν υπεράνω της επιστημονικοφανούς προπαγανδιστικής σχηματοποίησης και συστηματοποίησης αφηγηματικού πλαισίου, βάσει των εκάστοτε τρεχουσών ιδεολογικών σκοπιμοτήτων για την δικαιολόγηση  προειλημμένων αποφάσεων του πολιτικού προσωπικού της ολιγαρχίας του κεφαλαίου, των εθνικών ή υπερεθνικών οργάνων και θεσμών που αυτοί υπηρετούν (κυβερνήσεων, διακρατικών οργάνων τύπου ΝΑΤΟ, ΕΕ κ.λπ.).

Στο επίπεδο της αστικής γεωπολιτικής σεναριολογίας, οι λαοί δεν μπορούν να είναι δρώντα υποκείμενα, αλλά αναλώσιμοι εκτελεστικοί «πόροι» προς επίτευξη των «εθνικών & υπερεθνικών σκοπών των ελίτ». Επομένως, εκ των πραγμάτων διαφεύγει της προσοχής τους το ταξικό περιεχόμενο των συμφερόντων των πραγματικών δρώντων υποκειμένων που βρίσκονται πίσω από κάθε πόλεμο, ενώ τα μόνα υποκείμενα που προβάλλουν είναι κρατικά μορφώματα-έθνη και συνασπισμοί κρατών. Πρακτικά, για την γεωπολιτική, δρώντα υποκείμενα μπορούν να είναι κατ’ εξοχήν οι άρχουσες τάξεις και τα όργανά τους σε εθνικό και υπερεθνικό-διακρατικό επίπεδο (συνασπισμοί κρατών κ.λπ.). Έτσι η ταξική ουσία, η αντιφατικότητα και η νομοτέλεια του συστήματος, προβάλλει στην επιφάνεια με αντεστραμμένη μορφή,  που δεν συγκαλύπτει απλώς την ουσία, αλλά θέτει τα εκάστοτε τετελεσμένα και προαποφασισμένα της στρατηγικής του ιμπεριαλισμού ως μονόδρομο.

Αναφορά στο ιστορικό πλαίσιο ανάδειξης των περί πολυπολικότητας αφηγημάτων

Στο παρόν κείμενο δεν είναι σκόπιμη η συστηματική ενασχόληση με την ιστορία και τις κυρίες τάσεις της γεωπολιτικής. Για τις ανάγκες της ιδεολογικής αντιπαράθεσης εδώ θα κάνω ειδική μνεία σε εκείνη την εκδοχή/υποπερίπτωση της γεωπολιτικής, η οποία προβάλλεται σήμερα ως «πολυπολικότητα». Η αντιπαράθεση αφορά ορισμένες τάσεις εντός και πέριξ του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος της εποχής μας, οι οποίες για διάφορους λόγους προσφεύγουν στην προαναφερθείσα εκδοχή της γεωπολιτικής.

Αρχικά ο όρος «πολικότητα» εισήχθη στην προβληματική της γεωπολιτικής, της πολιτικής επιστήμης και των διεθνών σχέσεων κατά την δεκαετία του 1970, στο πλαίσιο των αναγκών περιγραφής και εξήγησης των όρων του τότε κυρίαρχου διπολικού συστήματος του ψυχρού πολέμου.

Η πολυπολικότητα ανέκυψε ως όρος και ως τάση στη γεωπολιτική μετά την λήξη του ψυχρού πολέμου. Υποδηλώνει την ύπαρξη (ή την επιδίωξη ανάδειξης και ταυτόχρονης επικράτησης) πολλών πόλων-κέντρων ισχύος στον κόσμο, που θα απαρτίζονται από τις ισχυρότερες δυνάμεις-κράτη, τα οποία δεν δεσμεύονται από ορισμένη εταιρική πειθαρχία μετά την κατάρρευση του διπολικού κόσμου. Βάσει κάποιων «πολυπολικών» αφηγημάτων, κανένας από αυτούς τους «πόλους ισχύος» (στρατιωτικούς, πολιτισμικούς, πολιτικούς, οικονομικούς κ.λπ.) δεν θα έπρεπε να υπερτερεί αριθμητικά έναντι των άλλων, ούτε να επιδιώκει την επέκταση της επιρροής του επί του άλλου/των άλλων.

Από το 1989, με το τέλος του ψυχρού πολέμου, ο διπολικός κόσμος (ΗΠΑ και ΕΣΣΔ) έπαψε να υφίσταται. Έκτοτε, πολλοί δημοσιολογούντες με «αγνές προθέσεις» επιδίδονται σε εκθέσεις ιδεών περί του «μέλλοντος δίκαιου κόσμου», ο οποίος κατά κάποιο τρόπο «θα όφειλε» να είναι «πολυπολικός, δίκαιος και ισότιμος», «να διέπεται από το διεθνές δίκαιο, την ηθική και την ισονομία», να ευνοεί την αμοιβαία επωφελή συνεργασία και τον «ευγενή ανταγωνισμό στην παγκόσμια αγορά), να αφήνει περιθώρια ώστε κάθε ανεξάρτητη χώρα να μπορεί να έχει τη δική της εσωτερική και εξωτερική πολιτική κ.λπ., κ.ο.κ.

Μέχρι τότε η αντιπαράθεση είχε τα χαρακτηριστικά του ανταγωνισμού δύο αντιπάλων κοινωνικοπολιτικών και οικονομικών συστημάτων, δύο στρατοπέδων: της κεφαλαιοκρατίας και των χώρων του πρώιμου σοσιαλισμού. Ιδιαίτερα μετά την συντριβή του φασισμού-ναζισμού -με καθοριστικό σε αυτήν τον ρόλο της ΕΣΣΔ και των αντιφασιστικών λαϊκών απελευθερωτικών κινημάτων υπό την καθοδήγηση των κομμουνιστών- δημιουργήθηκαν άλλου τύπου συσχετισμοί δυνάμεων σε παγκόσμια κλίμακα που ευνόησαν την ανάπτυξη αντιαποικιοκρατικών, αντιιμπεριαλιστικών και εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων σε όλες τις ηπείρους όπου μέχρι τότε οι βασικές ιμπεριαλιστικές χώρες είχαν τις κτήσεις και τις αποικίες τους. Τότε, ακόμα και στους πλέον αδαείς περί την κοινωνική επιστήμη, ήταν σαφές ότι υπήρχε μία ανειρήνευτη σύγκρουση μεταξύ δύο πόλων (στρατοπέδων, συνασπισμών), μεταξύ «δύο κόσμων» υπό την ηγεσία 2 υπερδυνάμεων: του 1ου με επικεφαλής τις ΗΠΑ και του 2ου με επικεφαλής την ΕΣΣΔ.

Ανάμεσά τους υπήρχε και ένας χαρακτηριζόμενος από αμφιρρέπεια διαφιλονικούμενος χώρος, πληθώρα χωρών που αποκαλούνταν τότε και συχνά συνεχίζουν να αποκαλούνται «χώρες του 3ου κόσμου». Οι χώρες αυτές κατακτούσαν η μία μετά την άλλη την ανεξαρτησία τους με διάφορους τρόπους και σε διάφορα επίπεδα. Το εύρος και το βάθος της κοινωνικό οικονομικής και πολιτικής ανεξαρτησίας που κατακτούσαν ανέκυπτε σε συνάρτηση με τον ταξικό χαρακτήρα τον κοινωνικοπολιτικών και ιδεολογικών μετώπων που πρωτοστατούσαν σε αυτά τα αντιαποικιοκρατικά αντιιμπεριαλιστικά κινήματα, με τους συσχετισμούς δυνάμεων σε εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο και με την αποτελεσματικότητα της διεθνιστικής βοήθειας από το στρατόπεδο των χωρών του πρώιμου σοσιαλισμού. Εξ ου και το φάσμα των ποικιλόμορφων κοινωνικοοικονομικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων που παρατηρείται ιστορικά σε αυτές κατά τις δεκαετίες μετά τον Β΄ ΠΠ.

Οι αλλαγές αυτές δεν μπορούν να κατανοηθούν επιστημονικά χωρίς την θεωρητική και μεθοδολογική διερεύνηση της θέσης και του ρόλου της ύπαρξης του στρατοπέδου των πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων και των χωρών που προέκυψαν από αυτές ως ιστορικά αναγκαία κλιμάκωση της βασικής αντίφασης του παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος, ως βασικός όρος και  έκφανση της γενικής κρίσης αυτού του συστήματος, δηλαδή, του γεγονότος ότι το ανώτερο σύστημα-κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός της ιδιωτικής ιδιοκτησίας αρχίζει να χάνει την δικαίωση της ιστορικής ύπαρξης του λόγω της προοδευτικής ανάπτυξης της ανθρωπότητας με κατεύθυνση τον σοσιαλισμό, την κομμουνιστική ενοποιημένη ανθρωπότητα. Ακριβώς η εκδήλωση επαναστατικών καταστάσεων που ευοδώνονται σε νικηφόρες πρώιμες σοσιαλιστικές επαναστάσεις σε εκείνες τις χώρες που συνιστούν τους ασθενείς κρίκους του παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος είναι που δημιουργεί συνθήκες ανάτασης της ιστορικής αισιοδοξίας και νέου τύπου απελευθερωτικά κινήματα στις χώρες που υφίσταντο την υπερεκμετάλλευση εκ μέρους των παρασιτικών ιμπεριαλιστικών χωρών.

Η αντίφαση ανάμεσα στους πόλους του ιμπεριαλιστικού κέντρου και της περιφέρειας των αποικιών-κτήσεων αυτού του κέντρου συνιστά επίσης έκφανση της βασικής, της θεμελιώδους αντίφασης του παγκοσμίου κεφαλαιοκρατικού συστήματος: της αντίφασης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.

Με τις έρευνες που θεμελίωσε ο Λένιν στο έργο του «Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», καθίσταται σαφές ότι στο μονοπωλιακό στάδιο, η κλιμάκωση της κεφαλαιακής συσσώρευσης σε παγκόσμια κλίμακα δημιουργεί πολλαπλά διαμεσολαβημένους[1] μηχανισμούς απόσπασης υπεραξίας σε πλανητική κλίμακα με την μορφή των μονοπωλιακών υπερκερδών.

Ακριβώς ως αποτέλεσμα της δημιουργίας και ενίσχυσης του στρατοπέδου του πρώιμου σοσιαλισμού δημιουργήθηκε -στο επίπεδο του συσχετισμού των δυνάμεων, αλλά και στο επίπεδο της συνειδητοποίησης αυτής της πραγματικότητας- άλλου επιπέδου δυνατότητα αγώνων για την απελευθέρωση-χειραφέτηση των αποικιών, ως αποτέλεσμα των οποίων αρχίζει να συρρικνώνεται το φάσμα δυνατοτήτων ληστρικού παρασιτισμού των ιμπεριαλιστικών χωρών εις βάρος τον αποικιών και των  κτήσεών τους, των ημιαποικιών, των εξαρτημένων, των ημιεξαρτημένων αλλά και των τυπικά ανεξαρτήτων χωρών με όρους γενοκτονίας.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, κατά το μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού, επί ιμπεριαλισμού, μετά τον Β΄ ΠΠ, ανακύπτουν ραγδαίες αλλαγές στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων, οι οποίες συναρτώνται ευθέως με τις ποιοτικώς διαφορετικές εκφάνσεις της ουσιώδους βασικής αντίφασης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος:

  1. Του διπόλου της αντίφασης μεταξύ κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, μεταξύ νεκρής εργασίας του παρελθόντος (ενσωματωμένης στους εμπράγματους όρους της παραγωγής) και ζωντανής εργασίας του παρόντος (που ενεργοποιεί παραγωγικά αυτούς τους εμπράγματους όρους).

Αυτή η βασική αντίφαση συνεχίζει μεν να εκδηλώνεται, αλλά όχι πλέον σε καθαρή μορφή, στο πλαίσιο κάθε μεμονωμένης χώρας. Ακριβώς ο νέος τύπος, η κλιμάκωση σε ανώτερο επίπεδο του νόμου της κεφαλαιακής συσσώρευσης που ανακάλυψε ο Μαρξ οδηγεί -όπως απέδειξε στο επίπεδο της επιστήμης της πολιτικής οικονομίας ο Λένιν- στο μονοπωλιακό στάδιο, κατά το οποίο εκφαίνονται, εκδηλώνονται σε ριζικά διαφορετική κλίμακα, ως ποιοτικώς και ουσιωδώς διαφοροποιημένα  με ιδιαίτερη ένταση της όξυνσης και του βάθους τους δύο επιπλέον οργανικά αλληλένδετα αντιφατικά δίπολα:

  1. κεφαλαιοκρατία – πρώιμος σοσιαλισμός και
  2. ιμπεριαλιστικό κέντρο – αποικιοκρατική/νεοαποικιοκρατική περιφέρεια.

Είναι ακριβώς ο θρίαμβος της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης και των μετέπειτα μεγάλων πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων σε Κορέα, Κίνα, Βιετνάμ, Λάος, Καμπότζη, Κούβα κ.λπ. που επιδρά καταλυτικά στην ανάδειξη και αυτού του 3ου διπόλου, όπως αυτό εκφράζεται με τον εξαιρετικά δημοφιλή αλλά και ανακριβή όρο «τρίτος κόσμος».

Το καθένα από αυτά τα οργανικά αλληλένδετα αντιθετικά δίπολα και όλα μαζί από κοινού, συνιστούν πεδία ιδιότυπων αγώνων μεταξύ δυνάμεων προόδου και οπισθοδρόμησης: μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου, πρώιμου σοσιαλισμού και παρηκμασμένου ιμπεριαλισμού (μονοπωλιακού καπιταλισμού), αντιιμπεριαλιστικών-αντινεοαποικιοκρατικών κινημάτων και ιμπεριαλισμού-νεοαποικιοκρατίας.  

Κατ’ αυτό τον τρόπο στον 20ο αι, δρομολογείται άλλου επιπέδου διεθνοποίηση της οικονομικής κοινωνικής και ιδεολογικοπολιτικής ζωής του πληθυσμού του πλανήτη σε παγκόσμια κλίμακα. Το παγκόσμιο σύστημα ο παγκόσμιος καταμερισμός εργασίας και οι αντίστοιχες θέσεις και ρόλοι χωρών και περιφερειών του πλανήτη αρθρώνονται στην περαιτέρω ανάπτυξη τους μέσω της κλιμάκωσης αυτών των αντιθετικών διπόλων, τα οποία δεν είναι στατικά, αλλά υπάγονται στην ιστορική αναγκαιότητα της νομοτέλειας της παγκόσμιας ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας μετάβασης της ανθρωπότητας στον σοσιαλισμό ο οποίος είναι το γίγνεσθαι, η διαδικασία διαμόρφωσης του κομμουνισμού, της ενοποιημένης ανθρωπότητας.

Η διαδικασία αυτής της επαναστατικής μετάβασης δεν μπορεί να κατανοείται με ανιστορικό, γραμμικά μηχανιστικό τρόπο. Είναι μία διαδικασία που χαρακτηρίζεται από εξαιρετική και αύξουσα περιπλοκότητα και ποικιλομορφία, που δεν οφείλεται μόνο στις πολλαπλά διαμεσολαβημένες σχέσεις μεταξύ της βασικής αντίφασης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και των αναγκαίων παραγώγων αυτής εκφάνσεων επί ιμπεριαλισμού. Συνδέεται επίσης και με την εξαιρετική ποικιλομορφία καταλοίπων προκεφαλαιοκρατικών μορφών και δομών. Τα κατάλοιπα αυτά -στο βαθμό πού δεν μετασχηματίζονται ολοσχερώς σε κεφαλαιοκρατική βάση- λειτουργούν ως ιστορικά αναγκαίες και εξαιρετικά βολικές για την μονοπωλιακή υπερεκμετάλλευση του ιμπεριαλισμού μορφές εκδήλωσης και ιστορικά ιδιότυπης αναπαραγωγής της ανισομέρειας. Υπό αυτή την ιδιότητά τους αλληλοδιαπλέκονται οργανικά και με την νομοτέλεια του «ασθενούς κρίκου», άρα και με την εξαιρετικά αντιφατική διαδικασία ανόδου και πτώσης των επαναστατικών κινημάτων στην ιστορική αναμέτρηση μεταξύ των δυνάμεων της επαναστατικής προόδου και τις αντεπαναστατικής αντίδρασης-οπισθοδρόμησης.

Σε αντίθεση με τις αντιδραστικές και ανορθολογικές αυταπάτες των ιδεολόγων της χρηματιστικής ολιγαρχίας (που έσπευσαν να θριαμβολογήσουν μακάβρια, ενώνοντας τις ιαχές των αστών με τους θρήνους ορισμένων ναυαγίων της «αριστεράς» της ήττας και της παραίτησης ακόμα και από την ιδέα της επανάστασης) η προσωρινή ήττα κάποιων πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων (στην ΕΣΣΔ και στις Ευρωπαϊκές σοσιαλιστικές χώρες) επ’ ουδενί λόγω δεν σήμανε μοιραία και την νεκρική καμπάνα του «τέλους της ιστορίας», την οριστική και αμετάκλητη κυριαρχία της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, την ακύρωση της αδήριτης ιστορικής νομοτελούς πορείας της ανθρωπότητας προς τον κομμουνισμό.

Όντως, το παγκόσμιο εργατικό και επαναστατικό κίνημα γνώρισε μία πρωτοφανή στρατηγικής σημασίας ήττα. Οι τραγικές επιπτώσεις αυτής της αντεπανάστασης εκφράστηκαν ακόμα και σε δημογραφικές απώλειες με όρους γενοκτονίας. Τραγικά βίωσαν την αντεπανάσταση, τις επιπτώσεις και τον αντίκτυπό της οι άνθρωποι του κινήματος, συχνά με όρους υπαρξιακής αγωνίας.

Η ήττα αυτή ήταν μεν στρατηγικής σημασίας και βιώθηκε τραγικά από τους ανθρώπους του επαναστατικού κινήματος. Ωστόσο, με όρους λογικής της ιστορίας, σε κοσμοϊστορική κλίμακα, δεν ήταν παρά μία τακτική ήττα. Δεν υπάρχει στην ιστορία στρατηγική ολοκληρωτική νίκη χωρίς επιμέρους τακτικές ήττες των τελικών νικητών. Ήττες μέσα από τις οποίες το στρατόπεδο των επικείμενων νικηφόρων επαναστάσεων ανασυντάσσεται σε όλα τα επίπεδα (θεωρητικό, πρακτικό, οργανωτικό κ.λπ.) για να κατατροπώσει τελικά οριστικά και αμετάκλητα τις δυνάμεις της αντεπανάστασης.

Η τραγικότητα αυτής της ήττας επ’ ουδενί λόγο δεν αναιρεί την ιστορική αναγκαιότητα της παγκόσμιας επαναστατικής διαδικασίας την ιστορική νομοτέλεια της επαναστατικής μετάβασης στην ενοποιημένη ανθρωπότητα. Κατά το διάστημα που μεσολάβησε από αυτές τις αντεπαναστάσεις η ιστορική νομοτέλεια συνέχισε να κλιμακώνεται μέσω των αντιφάσεων που προαναφέραμε και άλλων πιο περίπλοκων και διαμεσολαβημένων. Υπόγειες θεμελιώδεις διαδικασίες (μη ορατές στην επιφάνεια από τον μη πεπαιδευμένο στην διαλεκτική επιστήμη κοινό νου και από εκείνη την παραλλαγή του που παραμένει εγκλωβισμένη σε μεταφυσικά σχήματα στερεότυπα του δογματισμού και του αναθεωρητισμού) συνέχισαν το έργο των καταστροφικών και δημιουργικών δυνάμεων του ιστορικού γίγνεσθαι.

Η Σοβιετική Ένωση και οι ευρωπαϊκές χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού μετατράπηκαν εκ νέου σε πεδίο ληστρικής εκμετάλλευσης επανεντασσόμενες με δραματικό τρόπο στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα. Ο ιμπεριαλισμός με όρους αχαλίνωτου ρεβανσισμού προσπάθησε και σε σημαντικό βαθμό κατάφερε να τις υποτάξει στο δικό του σύστημα παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας, θέσεων και ρόλων. Σε αυτή την κατεύθυνση επιστρατεύτηκαν όλα τα θεμιτά και αθέμιτα μέσα, όλοι οι δόλιοι και απάνθρωποι τρόποι επιβολής χειραγώγησης και καθυπόταξης.

Η διαδικασία αυτή είχε τα χαρακτηριστικά επαναποικιοποίησης των εν λόγω χωρών και λαών από το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο με επικεφαλής τις ΗΠΑ και τα υπερεθνικά του όργανα. Αυτή η διαδικασία επαναποικιοποίησης βρήκε πρόσφορο έδαφος σε μία πρωτοφανή ιστορικά διαδικασία πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου. Η μέχρι τότε ιστορικά γνωστή διαδικασία πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου πραγματοποιήθηκε σε κλασική μορφή ως διαδικασία ιστορικής μετάβασης από την φεουδαρχία στον καπιταλισμό, ως μία διαδικασία άρσης της φεουδαρχίας και των φεουδαρχικών συντεχνιακών δεσμών της κοινωνίας από τις ανερχόμενες κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής. Στη διαδικασία αυτή πρωτοστάτησε η επαναστατική τότε ανερχόμενη αστική τάξη μαζί με τους συμμάχους της, την υπό διαμόρφωση εργατική τάξη και την φτωχή αγροτιά μικροκληρούχων και ακλήρων, που υπέφερε από τα δεινά της παρακμάζουσας δουλοπαροικίας. Αλλεπάλληλες πρώιμες αστικές επαναστάσεις σαρώνονταν από φεουδαρχικές αντεπαναστάσεις και παλινορθωτικές διαδικασίες, μέχρι τελικά να εδραιωθεί πλέον το (προ πολλού κυρίαρχο στο πεδίο της οικονομίας) κεφαλαιοκρατικό σύστημα και στο επίπεδο του αστικού εποικοδομήματος, με τις ύστερες αστικές και αστικοδημοκρατικές επαναστάσεις, σε μία διαδικασία πού στις βασικές ευρωπαϊκές χώρες διήρκεσε πάνω από πέντε αιώνες.

Τουναντίον, στην πρωτοφανή ιστορική μορφή εκ νέου πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου στον μετασοβιετικό χώρο πρωτοστάτησε η νεοπαγής παρασιτική αστική τάξη της Ρωσίας και των άλλων χωρών που προέκυψαν. Η εν μέρει ανολοκλήρωτη αυτή συσσώρευση πραγματοποιήθηκε σε συνθήκες κυριαρχίας σε παγκόσμια κλίμακα του ύστερου ιμπεριαλισμού.

Καθοριστικές για την κατανόηση του ιστορικού πλαισίου ανάδειξης των περί πολυπολικότητας αφηγημάτων είναι οι γεωτεκτονικές μετατοπίσεις ισχύος που σηματοδότησε η πορεία ανάπτυξης των χωρών του πρώιμου σοσιαλισμού που συνεχίζουν την σοσιαλιστική οικοδόμηση, με πρωταγωνιστικό τον ρόλο της άνευ ιστορικού προηγουμένου ραγδαία αναπτυσσόμενης Λ. Δ. Κίνας.

Γεωπολιτικά δόγματα περί «πολυπολικότητας»

Νέα πνοή γνώρισαν διάφορες εκδοχές της γεωπολιτικής-γεωστρατηγικης δημοσιολογίας στα ιδεολογικά συστατικά στοιχεία της άρχουσας τάξης διαφόρων χωρών, μετά την νίκη της αστικής αντεπανάστασης, την διάλυση της σοβιετικής Ένωσης και την επιβολή αντιδραστικών διαδικασιών καταστροφής του συνεκτικού ιστού της σχεδιοποιημένης σοσιαλιστικής οικονομίας, κατά την κεφαλαιοκρατική παλινόρθωση στις χώρες που προέκυψαν από την διάλυση της ΕΣΣΔ και συνολικά στις χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού της Ευρώπης.

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στην υιοθέτηση και εφαρμογή γεωπολιτικών απόψεων περί «πολυπολικότητας» στη Ρωσία μετά την αστική αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ. Η ιστορική ιδιοτυπία των ιδεολογημάτων που προβάλλει η νεοπαγής αστική τάξη της Ρωσίας συνδέεται οργανικά με την ιστορική ιδιοτυπία της εμφάνισης και διαμόρφωσής της: από τις δομές της «σκιώδους» παραοικονομίας που παρασιτούσαν πάνω στις αδυναμίες της κεντρικής σχεδιοποίησης της ΕΣΣΔ στη σφαίρα της κυκλοφορίας στην ιδιοποίηση όλο και βαθύτερων θέσεων και ρόλων στην οικονομία και την κοινωνία στο βαθμό που κλιμακωνόταν η αστική αντεπανάσταση και η κεφαλαιοκρατική παλινόρθωση. Πλούτισε κυριολεκτικά πατώντας επί πτωμάτων, με τη ληστρική ιδιωτικοποίηση του πλούτου και των υποδομών που δημιούργησαν και προασπίστηκαν γενιές σοβιετικών πολιτών με τον ιδρώτα και το αίμα τους.

Εξ ου και ο αμφιταλαντευόμενος χαρακτήρας της. Επί δεκαετίες σερνόταν εκλιπαρώντας από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις μερτικό και κάποιο ρόλο στην παγκόσμια οικονομία. Έτρωγε καρπαζιές, κλωτσιές και πόρτα από παντού. Ο παγκόσμιος ιμπεριαλισμός δεν απόλαυσε την ήττα και την διάλυση του πρώιμου σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και στην Ευρώπη για να έχει στη θέση του έστω και μικρομεσαίους κεφαλαιοκράτες με αξιώσεις και φιλοδοξίες. Είχε και έχει στόχο την προληπτική εξάλειψη κάθε ανταγωνισμού, μέσω του περαιτέρω κατακερματισμού, της ολικής αποικιοποίησης των μετασοβιετικών μορφωμάτων, μέσω της μετατροπής τους σε ευάλωτες και υποτακτικές πηγές πρώτων υλών, ενέργειας και φθηνής εργασιακής δύναμης. Για αυτό το στόχο, μια γλοιώδης υποτακτική κομπραδόρικη αστική τάξη (τύπου Λατινο-Αμερικανικής μπανανίας στα πρότυπα του αλήστου μνήμης Γιέλτσιν) είναι υπεραρκετή. Η όποια ανεξαρτησία και αυτοτέλεια αυτής της αστικής τάξης προέκυψε από τις απανωτές καρπαζιές και ταπεινώσεις σε διεθνές επίπεδο, από το γεγονός ότι δεν επήλθε ακόμα διάλυση της Ρωσίας, και -κυρίως- από το κληροδοτημένο από την ΕΣΣΔ οπλοστάσιο.

Η νυν Ρωσία επ’ ουδενί λόγω δεν είναι η ΕΣΣΔ και δεν πρέπει να συγχέεται με αυτήν. Ωστόσο, ακόμα και η νυν αντεπαναστατική Ρωσία με τις αντισοβιετικές – αντικομμουνιστικές εξάρσεις της ηγεσίας της, οφείλει την όποια ισχύ της σε κεκτημένα και κατάλοιπα της Οκτωβριανής Επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, οφείλει να επενδύει τις κινήσεις της με αναφορές στην ένδοξη αντιφασιστική νίκη της ΕΣΣΔ και με «αντιναζισμό» κ.λπ.

Ο Σοβιετικός και μετέπειτα Ρώσος κατάσκοπος, πολιτικός επιστήμονας, διπλωμάτης  και πολιτικός Γεβγκένι Πριμακόφ (1929-2015)[2] υπήρξε ο εμπνευστής της άσκησης εκ μέρους της Ρωσικής Ομοσπονδίας εξωτερικής πολιτικής και διπλωματίας βάσει του δόγματος μιας ρωσικής παραλλαγής της «πολυπολικότητας», η επιχειρησιακή-στρατιωτική εκδοχή της οποίας είναι γνωστή σήμερα ως «δόγμα Γκεράσιμοφ» (από τον Ρώσο αρχηγό του Γενικού Επιτελείου στρατηγό Βαλέρι Γκεράσιμοφ).

Το εν λόγω δόγμα προβλέπει για την Ρωσία την υποχρέωση να ακολουθήσει τις εξής αρχές:

  • Επιδίωξη ενός «πολυπολικού κόσμου» που θα διοικείται από μια ομάδα αυτοτελών ισχυρών κρατών, ικανή να αντισταθμίσει την μονοπολική ισχύ των ΗΠΑ.
  • Επιδίωξη ανάκτησης του ελέγχου στον μετασοβιετικό χώρο, διαδραματίζοντας σε αυτόν ρόλο πόλου επανασυσπείρωσης και ενσωμάτωσης σε αυτήν χωρών που επηρεάζει και εμπνέει.
  • Ανάδειξη και ενίσχυση με όρους γεωπολιτικής του «ευρασιατικού ρόλου» της Ρωσίας στην Κεντρική Ασία και ευρύτερα.
  • Σε αυτό το πλαίσιο είναι απαραίτητη η σύναψη στενών συμμαχικών σχέσεων με ασιατικές χώρες (κυρίως με Κίνα, Ινδία, Ιράν κ.λπ.), ικανών να δρομολογήσουν την αποδυνάμωση της ευρωατλαντικής οικονομικής και νομισματικής κυριαρχίας στην παγκόσμια οικονομία και τον διεθνή καταμερισμό της εργασίας, καθώς και η ενίσχυση φυγόκεντρων τάσεων στην Ε.Ε.
  • Ζωτική σημασία αποκτά η αποτροπή της περαιτέρω επέκτασης και ενίσχυσης του ΝΑΤΟ στην περιφέρειά της, με την ενεργοποίηση στρατιωτικών-τεχνικών είτε ακόμα και στρατιωτικών επιχειρησιακών μέτρων προβολής ισχύος και αποτροπής.

Υπάρχουν δύο εκδοχές ή πτυχές αφηγημάτων περί «πολυπολικότητας»:

  1. Διαπιστωτικού χαρακτήρα επισήμανση της κατάστασης στην οποία δεν υφίσταται ένας κυρίαρχος πόλος ή δύο αδιαμφισβήτητης ισχύος πόλοι, αλλά μια κατάσταση απροσδιοριστίας στην οποία διαφαίνονται μερικοί εν ενεργεία ή και δυνητικοί-ανερχόμενοι πόλοι-κέντρα ισχύος, ως συνυπάρχοντες, ανταγωνιστικοί ή συνεργαζόμενοι.
  2. Δεοντολογικού ή/και πρακτικού πολιτικού χαρακτήρα: η «πολυπολικότητα» ως ευκταία και επιθυμητή εξιδανικευμένη κατάσταση ή και ως «στρατηγική».

Η 1η εκδοχή (διαπιστωτικού χαρακτήρα) εμπεριέχει κατά την γνώμη μου τον πλέον ορθολογικό πυρήνα αυτής της προβληματικής: διαπιστώνει, αποτυπώνει κάποιες στιγμές μιας εν εξελίξει διαδικασίας, έστω και εάν το κάνει αυτό στατικά, αποσπασματικά και ασύνδετα, χωρίς να εξετάζει επιστημονικά το από που, γιατί και πως προέκυψε αυτή η κατάσταση και χωρίς να είναι σε θέση να πραγματοποιήσει επιστημονική πρόβλεψη περί του προς τα που κατατείνει αυτή η κατάσταση.

Κατ’ αρχήν οφείλουμε να επισημάνουμε ότι καμία περίπλοκη αναπτυξιακή διαδικασία δεν υφίσταται σε μορφή σταθερής κατάστασης, ως οποιουδήποτε είδους στατική «πολυπολικότητα». Αυτό αφορά ιδιαίτερα την κοινωνία ως το πιο περίπλοκο σύστημα το οποίο συνιστά οργανικό όλο η οργανική ολότητα.

Οποιοδήποτε οργανικό όλο -όσο πολυπαραγοντικό και αν είναι το πλαίσιο της προγενέστερης ή και της σύγχρονης πραγματικότητας εντός του οποίου και από το οποίο αυτό ανακύπτει- ενδέχεται μεν να περιλαμβάνει ποικίλες τάσεις και δυναμικές κατευθύνσεις περαιτέρω ανάπτυξης, ωστόσο, στην πορεία του ίδιου του γίγνεσθαι οι ποικίλες αυτές τάσεις συγκλίνουν μέχρι να πολωθούν ως συνιστάμενες σε ένα βασικό θεμελιώδες γενεσιουργό αντιθετικό δίπολο, σε μια κινούμενη και κινητήριο αντίφαση, η οποία συνιστά και την νομοτελή βάση της αυτοανάπτυξής του. Αυτή είναι η βασική αντίφαση του συστήματος από την οποία ανακύπτουν και οι όποιες παράγωγες της.

Ως εκ τούτου, στην επιστημονική διερεύνηση και κατά τη διαλεκτική νοητική ανασύσταση της δομής και της ιστορίας της κοινωνίας ως αναπτυσσόμενης ολότητας, η όποια εν μέρει ύπαρξη υπό διαμόρφωση ποικιλομορφίας πόλων και αντιφάσεων δεν μπορεί παρά να συνιστά ιστορική στιγμή πρώιμων καταστάσεων μιας υπό διαμόρφωση νέας ολότητας με την δική της ουσιώδη αντίφαση.

Συνεπώς, είναι άκρως αντιεπιστημονικές, περιορισμένες, στατικές και περιοριστικές αμφότερες οι εκδοχές αφηγημάτων περί «πολυπολικότητας» που προαναφέραμε. Τόσο η προσέγγιση εκείνη η οποία θεωρεί την πολυπολικότητα διαπιστωτικά, ως δεδομένη και αμετάβλητη κατάσταση, όσο και η άλλη, που την αντιλαμβάνεται ως ιδεατή και ανυπέρβλητη μελλοντική προοπτική, ως ένα δέον στο οποίο οφείλει να κατατείνει η αναπτυξιακή διαδικασία, ως ένα … «στρατηγικό σκοπό του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος».

Επομένως εάν υπάρχει ορθολογικός πυρήνας στην πληθώρα των απόψεων περί πολυπολικότητας, αυτός στην καλύτερη των περιπτώσεων ανάγεται στην στατική διαπιστωτική επισήμανση της ύπαρξης σε κάποια φάση του γίγνεσθαι διαφόρων πόλων.

Στην περίπτωση δε που η πολυπολικότητα γίνεται αντιληπτή ως ηθικοπολιτική και δεοντολογική αρχή, ως κάποιο ιδεώδες, η -ακόμα χειρότερα- ως κάποια στρατηγική, η επιδίωξη της οποίας τίθεται με αξιώσεις βασικού στρατηγικού σκοπού ενός αντιιμπεριαλιστικού κινήματος, είναι βέβαιο ότι εάν υιοθετηθεί ένας τέτοιου τύπου εξαιρετικά κοντόφθαλμος, ασαφής και αποπροσανατολιστικός σκοπός, θα έχει τελικά διαλυτικές επιπτώσεις για το κίνημα. Σε κάθε περίπτωση, τα περί πολυπολικότητας αφηγήματα, όσο και αν φαίνονται σε κάποιους «ρεαλιστικά», είναι άκρως ανιστορικά, αντιδιαλεκτικά, άρα, αντιεπιστημονικά και ανεδαφικά.

Φυσικά σε ότι αφορά τον λόγο που αρθρώνουν οι φορείς άσκησης εξωτερικής πολιτικής και διπλωματίας, ορισμένες εκδοχές μιας ευκταίας πολυπολικότητας ενδέχεται να έχουν ορισμένη απήχηση και λειτουργικότητα. Στην περίπτωση που κάποιοι ευαγγελίζονται ένα κόσμο στον οποίο δεν θα υπάρχει πλέον ή μονοπολικότητα, η πρωτοκαθεδρία και η κυριαρχία σε πλανητική κλίμακα φερ’ ειπείν ενός συνασπισμού πειθαναγκασμού, επικεφαλής του οποίου θα είναι ως «μοναδική υπερδύναμη αξιώσεων» οι ΗΠΑ, η λειτουργικότητα αυτού του αφηγήματος έχει κάποιο νόημα, κάποια σημασία με όρους τακτικής. Η σημασία αυτή θα μπορούσε να διατυπωθεί με συνθήματα του τύπου: «κάτω η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα του άξονα με επικεφαλής τις ΗΠΑ!».

Σε κάθε περίπτωση όμως, η εμμονή στην «πολυπολικότητα» ως στρατηγικό ορίζοντα υποδηλώνει μία τάση και στάση, στην οποία ο ασθενής πόλος, είτε οι ασθενέστεροι, οι «ριγμένοι» στο σημερινό συσχετισμό δυνάμεων, διεκδικούν κάποια καλύτερη θέση για τον εαυτό τους στην μελλοντική διάταξη της κοινωνίας ή και εκλιπαρούν για αυτή τη θέση, σε συνεργασία με άλλους ασθενέστερους και «ριγμένους» ομοταγείς τους. Εάν λοιπόν ο περί πολυπολικότητας λόγος αρθρώνονται σε αυτό το πλαίσιο, είναι μία μάλλον κοντόφθαλμη και ρηχή κίνηση ιδεολογικής πλαισίωσης κάποιων σκοπιμοτήτων τακτικής εμβέλειας, οι οποίες επ’ ουδενί λόγω δεν θα μπορούσαν να συνιστούν στρατηγική προοπτική ενός αντιιμπεριαλιστικού κινήματος με επαναστατική πνοή και στόχευση.

Αυτό αφορά σαφέστατα τις περί πολυπολικότητας δοξασίες και ρητορικές του επίσημου πολιτικού και προπαγανδιστικού λόγου της σημερινής νεοπαγούς άρχουσας τάξης της Ρωσίας.

Εδώ δεν αναφέρομαι καν σε εκείνες τις αποχρώσεις ιδεολογημάτων περί πολυπολικότητας που συνδέονται οργανικά και απροκάλυπτα όχι απλώς με εκδοχές μυστικισμού, σκοταδισμού, οπισθοδρόμησης και αντίδρασης, αλλά και με εκδοχές φασιστικών πρακτικών και ιδεολογημάτων. Ενδεικτικές είναι οι περιπτώσεις της επιδίωξης συγκρότησης γεωπολιτικών αξιώσεων κέντρων-πόλων στην βάση αντιδραστικών συνωμοσιολογικών τάσεων της «αντιπαγκοσμιοποίησης», των «συντηρητικών αξιών», εκκλησιαστικών και θεολογικών δομών της ορθοδοξίας, του πανσλαβισμού[3], του παντουρκισμού, κάθε εθνικιστικής «μεγάλης ιδέας» κ.λπ.

Η επιδίωξη π.χ. της σύστασης ενός πόλου αυτής της «πολυπολικότητας» στη βάση «εθνικής ρωσικής αποκλειστικότητας», της «Ρωσικής ιδέας», μιας μεταφυσικής «ειδικής αποστολής του ρωσικού λαού», του «ρωσικού κόσμου» -και μάλιστα σε ένα εξαιρετικά πολυεθνικό κράτος όπως είναι η νυν Ρωσική Ομοσπονδία- δηλώνει μια θέση εθνικιστική, μεγαλοκρατική και σοβινιστική. Στον αντίποδα της ρωσοφοβικής υστερίας του ιμπεριαλισμού, δεν μπορεί να τίθεται ο ρωσικός εθνικισμός σε ένα πνεύμα συντηρητισμού και αντίδρασης που τροφοδοτεί τον εθνικό διχασμό.

Εκδοχές του περί πολικότητας λόγου παρατηρούνται και σε καταστατικών αξιώσεων διακηρύξεις, σε επίσημα κείμενα διεθνών οργανισμών, όπως οι BRICS, ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης (ΟΣΣ) [Shanghai Cooperation Organisation (SCO)], η Ευρασιατική Οικονομική Ένωση (ΕΟΕ) [The Eurasian Economic Union (EAEU or EEU)] και άλλων εναλλακτικών συσπειρώσεων της σημερινής συγκυρίας.

Παρόμοια ρητορική διατυπώνεται συχνά και σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική της Λ.Δ.  Κίνας, σε πλήρη εναρμόνιση με το υπόδειγμα εξωτερικής οικονομικής πολιτικής το οποίο έχει υιοθετηθεί από αυτή τη χώρα του πρώιμου σοσιαλισμού σε διεθνές επίπεδο. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψιν την ιδιοτυπία της διεθνούς πολιτικής και της διπλωματικής γλώσσας διαφόρων χωρών, που δεν πρέπει να συγχέονται ευθέως με τον σαφή επιστημονικό και ιδεολογικό εξοπλισμό του αντιιμπεριαλιστικού επαναστατικού κινήματος.

Ηθικές και δεοντολογικές πτυχές της «πολυπολικότητας»

Έχει άραγε σχέση η «πολυπολικότητα» με την δικαιοσύνη;

Η δικαιοσύνη είναι μια έννοια που άπτεται πτυχών της ηθικής, της πολιτικής και του δικαίου. Οι έννοιες του καλού και του κακού τοποθετούνται σε ένα υψηλότερο επίπεδο γενίκευσης και αφαίρεσης, επιτρέποντας την διατύπωση ηθικών κρίσεων περί ορισμένων ηθικών φαινομένων εν συνόλω. Σε αντιδιαστολή με τις έννοιες του καλού και του κακού, οι οποίες χαρακτηρίζουν ηθικά ορισμένα φαινόμενα (στάσεις, συμπεριφορές, πράξεις, ενέργειες, διαβήματα, παραλείψεις, αδράνεια, κ.ο.κ.), η δικαιοσύνη χαρακτηρίζει πιο συγκεκριμένα τη συσχέτιση μερικών φαινομένων, είτε και τη συνολική εκτίμηση της εκάστοτε κατάστασης της κοινωνίας, από την άποψη της συσχέτισης και της κατανομής του καλού και του κακού στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Υπό αυτό το πρίσμα, μέσω των εννοιών δικαιοσύνη και αδικία, οι άνθρωποι εκτιμούν το σύνολο των κοινωνικών όρων της ύπαρξής τους και διαμορφώνουν την αντίληψή τους αναφορικά με την ανάγκη και την σκοπιμότητα διατήρησης ή αλλαγής αυτών των όρων.

Υπό το πρίσμα της δικαιοσύνης εξετάζονται οι τρόποι κατανομής μεταξύ των ανθρώπων αγαθών εν ανεπαρκεία (π.χ. της βέλτιστης από ποσοτικής και ποιοτικής απόψεως πρόσβασης σε υλικά αγαθά και υπηρεσίες για την ικανοποίηση κατ’ αρχάς των βιολογικών αναγκών, της βέλτιστης πρόσβασης σε δημιουργικές ασχολίες που αναπτύσσουν τον άνθρωπο και σε κεκτημένα του πολιτισμού). Αφορά λοιπόν τον τρόπο συσχέτισης των ανθρώπων προς αλλήλους, διαμεσολαβημένο από την πρόσβαση ή μη σε επιθυμητά και διεκδικούμενα αγαθά. Αφορά και την παγκόσμια διάσταση της οικονομίας και των διακρατικών σχέσεων, τις σχέσεις εκμετάλλευσης, κυριαρχίας και υποταγής σε πλανητική κλίμακα.

Από αυτή την άποψη, όσο η πρόσβαση αυτή είναι άνιση, όσο δηλαδή η ύπαρξη της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο είναι ιστορικά αναγκαία, υπερτερεί η αδικία και η προοπτική της εξάλειψης αυτής της εκμετάλλευσης προβάλλει ως προοπτική της δικαιοσύνης. Ωστόσο, οι αντικειμενικοί όροι αυτής της προοπτικής, που εμφανίζονται, διαμορφώνονται και ωριμάζουν ιστορικά,  συνειδητοποιούνται σε αντίστοιχες περί δικαιοσύνης αντιλήψεις. Οι τελευταίες διίστανται, διαφέρουν και αντιτίθενται, στον βαθμό που διίστανται, διαφέρουν και αντιτίθενται τα υλικά συμφέροντα ατόμων, ομάδων (τάξεων), χωρών, ομάδων χωρών και της κοινωνίας, της ανθρωπότητας συνολικά, ενώ η εκάστοτε κυρίαρχη περί δικαιοσύνης αντίληψη, εμπεδώνεται και εσωτερικεύεται σε επίπεδο καθημερινής πρακτικής εντός των κυρίαρχων σχέσεων, αλλά σε γενικές γραμμές, επιβάλλεται και από τους φορείς των κυρίαρχων υλικών συμφερόντων ως ψευδογενική δικαιοσύνη, που δήθεν εκφράζει το σύνολο της κοινωνίας (μέσω του δικαίου, των θεσμών, κ.λπ. αλλά και με την επίκληση «εθνικών συμφερόντων», διεθνών ή/και «πανανθρώπινων», «δημοκρατικών», «αντιαπολυταρχικών» αρχών, αξιών, θεσμών κ.λπ.).

Οι αντιλήψεις αυτές, μεταβάλλονται ιστορικά και κατά τόπους. Φερ’ ειπείν, κατά την αρχαιότητα, η δουλεία αντιμετωπιζόταν ως φυσική κατάσταση των δούλων (κατ’ Αριστοτέλη «ομιλούντων εργαλείων»), ενώ η φεουδαρχία και η δουλοπαροικία θεωρούνταν κατά την παρακμή τους από την ανερχόμενη αστική τάξη άδικος και αναξιοπρεπής αναχρονισμός, που άξιζε να ανατραπεί.

Μέχρι πρότινος, η νεοαποικιοκρατική υπερεκμετάλλευση λαών από τον ιμπεριαλισμό θεωρούνταν «ανυπέρβλητη κανονικότητα». Ωστόσο, με την κλιμάκωση του Γ΄ΠΠ, οι αντιιμπεριαλιστικές – αντινεοαποικιοκρατικές διαθέσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στον πλανήτη αρχίζουν να διαδίδονται με ρυθμούς χιονοστιβάδας ως διεκδίκηση δικαιοσύνης και αξιοπρέπειας στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις.

Υπό ορισμένη οπτική γωνία, η δικαιοσύνη μπορεί να προβάλλει και να λειτουργεί ως ηθική διάσταση των εκάστοτε όρων και ορίων της συναίνεσης των μη προνομιούχων, των υφιστάμενων την εκμετάλλευση, την καταπίεση, είτε (στην περίπτωση της υπέρβασης αυτών των ανεκτών ορίων, που συνειδητοποιείται ως κοινωνική αδικία, διαφθορά, κ.ο.κ.) της διεκδίκησης της αλλαγής των όρων ύπαρξής τους. Στην τελευταία περίπτωση, έχουμε σαφή συμπτώματα εκδήλωσης σε μαζική κλίμακα και σε επίπεδο καθημερινής συνείδησης, της ηθικής φθοράς και της χρεοκοπίας ιστορικά παρωχημένων οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων και θεσμών, αλλά και των συσχετισμών δυνάμεων που μεταβάλλονται άρδην.

Ωστόσο, οι επαναστάτες μαρξιστές-λενινιστές, εάν δεν επιθυμούν να αναλίσκονται σε αφηρημένες ηθικολογίες και σε αυθαίρετες δεοντολογικές κατασκευές εκ του ασφαλούς, δεν περιορίζονται σε φιλοσοφίζουσες επαναδιατυπώσεις των βιωμάτων που προκαλούν στους φορείς της καθημερινής συνείδησης τα ως άνω συμπτώματα, ούτε και σε εκτός ιστορικού τόπου και χρόνου σχήματα, δίκην διαχρονικά αμετάβλητων «αρχών και αξιών». Οι αφηρημένες ιδέες περί δικαιοσύνης, εννοούμενης ως ανιστορικής αυταξίας, και τα περί δικαίου αισθήματα δεν μπορούν να υποκαθιστούν την θεωρητική (φιλοσοφική και διεπιστημονική) διερεύνηση των πραγματικών δυνατοτήτων και της νομοτελούς αναγκαιότητας διεξόδου από τα κοινωνικά αδιέξοδα που βιώνονται από τους ανθρώπους ως καταστάσεις αδικίας σε τοπικό, εθνικό, και παγκόσμιο επίπεδο. Δεν μπορούν να υποκαθιστούν τον αγώνα για την επίτευξη των τακτικών και στρατηγικών σκοπών του πραγματικού επαναστατικού κινήματος.

Η αστική αντίληψη περί δικαιοσύνης συνδέεται με την τυπική ισότητα (ισονομία) και τις περί φυσικού δικαίου θεωρίες. Στα αστικά «νεοφιλελεύθερα» ιδεολογήματα περί «ανόθευτης αξιοκρατίας» και στις πρακτικές του «δικαιωματισμού» εκδηλώνεται σήμερα ο πλήρης εκφυλισμός των αιτημάτων της ανερχόμενης αστικής τάξης περί ισότητας, δικαιοσύνης και ελευθερίας. Η νεοφιλελεύθερη αναθεώρηση των αξιακών καταβολών της αστικής τάξης που κυριαρχεί στις μέρες μας, εκδηλώνεται με εκείνο τον ακραίο κοινωνικό μινιμαλισμό, που δεν παραιτείται μόνο από την προοπτική της κοινωνικής επανάστασης, του αντιιμπεριαλισμού και κάθε ριζοσπαστικής διεκδίκησης της εργατικής τάξης και του λαού, αλλά παραιτείται πλέον και από κάθε θετικό προσδιορισμό της καταπολέμησης της αδικίας, της ανισότητας και της ανελευθερίας, από κάθε θετικό βήμα, μέσο και τρόπο διεκδικήσεων, από κάθε συγκεκριμένη διασύνδεση επαναστατικής τακτικής και στρατηγικής και περιορίζεται αρνητικά στους όρους εδραίωσης της αδιαμφισβήτητης πλέον ανισότητας και ανελευθερίας, είτε σε όρους διαχείρισής τους προς διασφάλιση συναίνεσης με τις στρατηγικές επιλογές της χρηματιστικής ολιγαρχίας. Σε αυτό το πνεύμα εγγράφεται και ο σύγχρονος οπορτουνισμός και αναθεωρητισμός.

Ορισμένα πρακτικά συμπεράσματα για την ιδεολογική παρέμβαση και προπαγάνδα στο αντιιμπεριαλιστικό κίνημα

Στην περίπτωση πού η πολυπολικότητα προβάλλει ως ένα ιδεώδες, μία προσδοκία κάποιου πιο δίκαιου κόσμου ή, εν πάσει περιπτώσει, κάποιου πλαισίου πιο δικαίων διεθνών σχέσεων, τότε αυτή συναρτάται με τον δεοντολογικό προβληματισμό και με ορισμένο ηθικό ιδεώδες, με κάποιες αντιλήψεις περί δικαιοσύνης που εδράζεται σε ορισμένο περί δικαίου αίσθημα.

Από αυτή την άποψη, άνθρωποι και ομάδες ανθρώπων που αρχίζουν να αντιλαμβάνονται την αδικία σε ένα πρωτόλειο επίπεδο, έστω και με όρους δάνειους από τα περί πολυπολικότητας αφηγήματα, είναι ευπρόσδεκτοι στο κίνημα.

Ωστόσο, δεν υπάρχει λόγος να διατηρείται και να αναπαράγεται αυτό το στατικό, περιορισμένο και περιοριστικό επίπεδο συνειδητοποίησης ως έχει, ούτε και να προτάσσεται ως κεντρικός προβληματισμός και σκοπός του κινήματος.

Κάθε αντίληψη των ανθρώπων που έστω και εν μέρει, έστω και με στατικό τρόπο αντανακλά την αίσθηση της αδικίας από το κυρίαρχο επικίνδυνο πλέον για την ανθρωπότητα καθεστώς του ιμπεριαλισμού, μπορεί να αποτελέσει ορισμένη βάση, αφετηρία για την συστράτευσή τους στον μετωπικό αντιιμπεριαλιστικό αγώνα μας. Όμως αυτό δεν αρκεί. Απαιτείται η καταλυτική παρέμβαση των εξοπλισμένων με επιστημονική επαναστατική θεωρία κομμουνιστών, για την επίτευξη περαιτέρω ριζοσπαστικοποίησης των αντιλήψεων και των διαθέσεων αυτών των ανθρώπων.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό το περί δικαίου αίσθημα συνδέεται οργανικά με την θέση και την κατάσταση κάποιων που είναι ή αισθάνονται αδικημένοι ή και «ριγμένοι» στον διεθνή καταμερισμό εργασίας, θέσεων και ρόλων, στην παγκόσμια ιεραρχία χωρών και περιφερειών. Υπό αυτή την έννοια, ακόμα και ως πλαίσιο διαμαρτυρίας που εκφράζει αυτό το περί δικαίου αίσθημα, η περί πολυπολικότητας ρητορική είναι εξαιρετικά ρηχή και απαισιόδοξη ώστε να μπορέσει κάποτε να αποτελέσει πλαίσιο αναφοράς ικανό να εμπνέει το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα με προοπτική. Αυτή η ρητορική εκλαμβάνει στα αφηγήματά της ως εξ υπαρχής δεδομένους τους όρους και τα όρια μιας κατάστασης, ορισμένου τύπου μεταβατικών διεθνών σχέσεων στον πλανήτη. Κινείται εξ ορισμού στο πεδίο ενός ετεροπροσδιορισμού, ενός αρνητικού προσδιορισμού έναντι του παλαιού κόσμου, έναντι της παρακμάζουσας και φθίνουσας ιμπεριαλιστικής μονοπολικότητας υπό την ηγεσία και την ηγεμονία των ΗΠΑ.

Η ρητορική περί «πολυπολικότητας», αποπροσανατολίζει από την συνειδητοποίηση του χαρακτήρα του πολέμου και της επιτακτικής αναγκαιότητας μαχητικού αντιιμπεριαλισμού,  εγκλωβίζει συνειδήσεις σε ιδεολογήματα της αστικής ψευδοεπιστήμης της γεωπολιτικής, στην ουρά κάποιων αστικών τάξεων. Ως εκ τούτου, δεν συνιστά και δεν θα μπορούσε να συνιστά θετικό πρόταγμα προοπτικής που θα μπορούσε ως στρατηγικού προσανατολισμού σκοπός να συνεγείρει ένα μαζικό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα σε επαναστατική κατεύθυνση.

Στο βαθμό που οι γεωτεκτονικές μετατοπίσεις ισχύος και ο πόλεμος θα συνεχίζονται, η ρευστότητα αυτή θα αποτυπώνεται και στην ύπαρξη διαφόρων κινήσεων έλξης-άπωσης πόλων και κέντρων. Άρα, και οι περί «πολυπολικότητας» απόψεις θα αναπαράγονται σε διάφορες μορφές. Αυτό θα συμβαίνει μέχρι -μέσα από τις συγκρούσεις και το επαναστατικό δυναμικό που αυτές κυοφορούν- να αναδειχθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια η νέα μεταβατική αποκρυστάλλωση της παγκόσμιας βασικής αντίφασης, σε συνδυασμό με τις παραγώγους ουσιώδεις εκφάνσεις της σε ένα νέο στάδιο, σε ένα νέο αντιφατικό δίπολο, με ενισχυμένες σε εύρος και σε βάθος (εκτατικά και εντατικά) τις δυνάμεις του πόλου του σοσιαλισμού και των αντιιμπεριαλιστικών του συμμάχων, στην περίπτωση που αυτός θα αναδειχτεί νικητής στη σύρραξη.

Η σύρραξη αυτή του Γ΄ΠΠ, η οποία έχει προκύψει από ριζικές ποιοτικές και ουσιώδεις μεταβολές στο περιεχόμενο, στις μορφές και στα δρώντα υποκείμενα που εμπλέκονται στην επίλυση του κόμβου των αντιφάσεων της εποχής και της συγκυρίας, αντεπιδρά με τη σειρά της καταλυτικά σε όλες αυτές τις μεταβλητές, επιταχύνοντας, διευρύνοντας και εμβαθύνοντας τους μετασχηματισμούς και τα προτάγματα των εμπλεκόμενων υποκειμένων.

Η ραγδαία αναζωπύρωση ενός νέου πρωτοφανούς κύματος αντιιμπεριαλισμού, ικανού πλέον να ακυρώσει δυναμικά και δραστικά σε μεγάλο βαθμό τις δυνατότητες υπερεκμετάλλευσης του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού του πλανήτη από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (μέσω της απομύζησης τεράστιας υπεραξίας, μέσω ποικίλων και πολλαπλά διαμεσολαβημένων μηχανισμών νεοαποικιοκρατικής υπερεκμετάλλευσης διά της άντλησης μονοπωλιακών υπερκερδών), αναβαθμίζεται αισθητά και μέσω νέων συμμαχιών, συνασπισμών και ολοκληρώσεων εναλλακτικού τύπου. Και μόνο η ραγδαία διεύρυνση των BRICS κατά την πρόσφατη 15η σύνοδο κορυφής τους στην Νότιο Αφρική είναι ενδεικτική των ποσοτικών αλλαγών που μετατρέπονται πλέον σε ποιοτικές και ουσιώδεις. Δεν γίνεται λόγος πλέον για μηχανική αριθμητική συνάθροιση χωρών, πληθυσμών, μεγεθών, οικονομικών και πολεμικών δυνάμεων, αλλά για ποιοτικό και ουσιώδες άλμα στην συγκρότηση ενός νέου πόλου – κέντρου, δηλαδή, ενός νέου οιονεί υποκειμένου με καθοριστικό ρόλο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Τα παραπάνω στοιχεία – τάσεις είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικά. Ωστόσο, το επαναστατικό κίνημα δεν έχει περιθώρια για ανεδαφική υπεραισιοδοξία και εφησυχασμό ενώ κλιμακώνονται συγκρούσεις ζωής ή θανάτου.

Η ιστορία του πρώιμου σοσιαλισμού και του αντιιμπεριαλισμού του 20ου αι. κατέδειξε ότι η βιωσιμότητα του επαναστατικού στρατοπέδου εξαρτάται ευθέως από τον συσχετισμό δυνάμεων της επανάστασης και της αντεπανάστασης στην παγκόσμια επαναστατική διαδικασία.

Στο συσχετισμό αυτό καταλυτικός και καθοριστικός είναι ο ρόλος του στρατοπέδου των σοσιαλιστικών χωρών, το εύρος και το βάθος εδραίωσης των σοσιαλιστικών μετασχηματισμών σε αυτές, αλλά και ο βαθμός συγκρότησής τους σε συλλογικό ιστορικό υποκείμενο.

Ο βαθμός συγκρότησής τους σε συλλογικό ιστορικό υποκείμενο είναι με τη σειρά του συνάρτηση του επιπέδου οικονομικής ολοκλήρωσης και διεθνοποίησης των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, του βαθμού συλλογικής υπαγωγής των κοινωνιών τους σε επιστημονική σχεδιοποίηση, άρα και της μονολιθικής ενότητάς τους έναντι των εναπομεινασών φονικών δυνάμεων του συρρικνούμενου ιμπεριαλισμού.

Η ιστορική εμπειρία του 20ου αι. κατέδειξε ότι το στρατόπεδο του πρώιμου σοσιαλισμού σαφώς υστερούσε έναντι του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου, τόσο ως προς τις δυνάμεις του όσο και ως προς το βαθμό ολοκλήρωσης των σοσιαλιστικών οικονομιών και κοινωνιών έναντι του ιμπεριαλισμού. Δυστυχώς, η «πολυπολικότητα» εντός του σοσιαλιστικού στρατοπέδου (ακόμα και με φυγόκεντρες τάσεις που έφτασαν και σε συρράξεις εμπόλεμης αλληλοϋπονόμευσης, ακόμα και με στοιχεία εθνικιστικής γεωπολιτικής) έπαιξε υπονομευτικό και διαλυτικό ρόλο, συντείνοντας στη δυσφήμιση του σοσιαλισμού και στα γνωστά φαινόμενα των αντεπαναστάσεων στα τέλη του 20ου αι.

Μόνο με ποιοτική και ουσιώδη αναβάθμιση (άρδην διεύρυνση και εμβάθυνση) του σοσιαλιστικού στρατοπέδου ως άγοντος και ηγετικού πόλου θα επιτευχθεί και η αναβάθμιση του αντιιμπεριαλιστικού στρατοπέδου, η ελκτική δύναμη του οποίου θα ενισχύσει άρδην και την κοσμοϊστορική τάση του «μη κεφαλαιοκρατικού τρόπου ανάπτυξης» με σαφή σοσιαλιστικό προσανατολισμό για τις χώρες που σπάνε τα δεσμά της ιμπεριαλιστικής νεοαποικιοκρατικής εξάρτησης.

Με αυτό τον τρόπο, μέσα από την νικηφόρο εμπόλεμη και ειρηνική προέλαση του επαναστατικού πόλου (σοσιαλιστικού και αντιιμπεριαλιστικού) θα ολοκληρωθεί η διαδικασία των πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων, θα δρομολογηθούν επαναστατικές διαδικασίες και στις ανεπτυγμένες κεφαλαιοκρατικές χώρες, στα κέντρα του ιμπεριαλισμού, μιας και η χρηματιστική ολιγαρχία, έχοντας χάσει τις πηγές παρασιτισμού της δεν θα είναι πλέον σε θέση να χρησιμοποιεί πόρους από τα μονοπωλιακά υπερκέρδη για να χειραγωγεί την εργατική τάξη στις χώρες που εδρεύει (μέσω εξαγοράς, απάτης, διασπάσεων και ωμής βίας).

Τότε ο σοσιαλισμός θα αρχίσει να αναπτύσσεται (αίροντας τα κεφαλαιοκρατικά και προκεφαλαιοκρατικά κατάλοιπα, χωρίς εξωτερική υπονόμευση) πάνω στη δική του (επιστημονικοτεχνική, παραγωγική και πολιτισμική) βάση και θα κινείται ραγδαία προς τον κομμουνισμό, προς την ωριμότητα της κοινωνίας, προς την ενοποιημένη ανθρωπότητα.

Τότε θα σημάνει η ώρα για τις ώριμες και ύστερες σοσιαλιστικές επαναστάσεις, με την νίκη των οποίων θα εκλείψει το έδαφος για κάθε ίχνος «πολυπολικών» φάσεων και αντιλήψεων, μιας και θα έχει εκλείψει η κεφαλαιοκρατία και κάθε εκμεταλλευτική σχέση από την ιστορική αρένα.

Κανένα ιδεολόγημα περί «πολυπολικότητας» δεν είναι σε θέση να θέσει καν σε ορθολογική επιστημονική βάση την περιπλοκότητα αυτής της διαλεκτικής στρατηγικών και τακτικών σκοπών.

Τα καθήκοντα αυτά επιτάσσουν συνειδητό αγώνα για την ποιοτική και ουσιώδη θεωρητική, πρακτική και οργανωτική αναβάθμιση του παγκόσμιου αντιιμπεριαλιστικού και κομμουνιστικού επαναστατικού κινήματος, γεγονός που επιβεβαιώνει την στρατηγική σημασία της επίτευξης των σκοπών της Παγκόσμιας Αντιιμπεριαλιστικής Πλατφόρμας.

[1] Πολλαπλή διαμεσολάβηση στη διαλεκτική λογική και μεθοδολογία επιστημονικής έρευνας είναι ακριβώς το είδος των δεσμών, σχέσεων και αλληλεπιδράσεων που χαρακτηρίζουν την αντιφατική περιπλοκότητα ενός συστήματος το οποίο συνιστά οργανική ολότητα. Πρόκειται για σχέσεις μη γραμμικές, έμμεσες, πολυσύνθετες, πολυεπίπεδες, αντιφατικές, συγκεκαλυμμένες, μη ορατές ευθέως στην επιφάνεια, η διερεύνηση των οποίων απαιτεί συστηματική επιστημονική έρευνα. Π.χ. από κάποιους προβάλλει ως απουσία ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, υπερεκμετάλλευσης κ.λπ. από μόνο του το γεγονός της ύπαρξης τυπικά ανεξάρτητων κρατών στην Αφρική, ενώ αγνοεί τους βαθύτατους και πολλαπλά διαμεσολαβημένους μηχανισμούς απόσπασης υπεραξίας με την μορφή μονοπωλιακών υπερκερδών, άνισης ανταλλαγής, υπερτιμολογήσεων και υποτιμολογήσεων, δανειακών συμβάσεων, συναλλαγματικών χειραγωγήσεων, ντάμπινγκ και άλλων μορφών αθέμιτου ανταγωνισμού, εξαγοράς κυβερνήσεων και υπηρεσιών, εκβιασμών, αλλαγών καθεστώτων, εξοπλιστικών προγραμμάτων, ξένων βάσεων, στρατιωτικών επεμβάσεων κ.λπ. που είναι χαρακτηριστικοί για την νεοαποικιοκρατία.

[2] Ο Πριμακόφ τοποθετείται ιδεολογικοπολιτικά στην δεξιά σοσιαλδημοκρατία. Επεδίωκε για την Ρωσία μια εκδοχή κεφαλαιοκρατίας με κρατικομονοπωλιακή ρύθμιση κεϋνσιανού τύπου. Η δημοτικότητα του εκτοξεύτηκε όταν ως πρωθυπουργός της ρωσικής ομοσπονδίας κατευθυνόμενος στις ΗΠΑ για επίσημη επίσκεψη το 1999, μόλις έμαθε για την έναρξη των βομβαρδισμών ΗΠΑ ΝΑΤΟ κατά της Γιουγκοσλαβίας έδωσε εντολή στον κυβερνήτη του αεροσκάφους του για στροφή 180ο πάνω από τον Ατλαντικό και επιστροφή στη Μόσχα. Ήταν μία δειλή συμβολική ενέργεια αξιοπρέπειας έναντι της ηγεσίας των ΗΠΑ. Μιας ηγεσίας που στην αχαλίνωτη αλαζονεία της είχε σκηνοθετήσει την πλήρη εθνική ταπείνωση, τον διεθνή διασυρμό της αντεπαναστατικής Ρωσίας και σε συμβολικό επίπεδο: με προβολή από τα ΜΜΕ της επίσημης παρουσίας του Ρώσου πρωθυπουργού παράλληλα με την προβολή των βομβαρδισμών του αδελφού για τους Ρώσους λαού της Γιουγκοσλαβίας! Φυσικά θα είχε πολύ μεγαλύτερη αξία -και όχι μόνο συμβολική αλλά κυρίως πρακτική- εάν ο κύριος Πριμακόφ επέτρεπε στον και τότε πρόεδρο της Λευκορωσίας Λουκασένκο να παραδώσει η χώρα του μερικές συστοιχίες αντιαεροπορικών αντιβαλλιστικών πυραύλων S-300 στην ηρωική Γιουγκοσλαβία, γεγονός το οποίο πρακτικά θα απέτρεπε την εναντίον της επίθεση από το Δυτικό στρατόπεδο. Ωστόσο, η τότε ηγεσία της Ρωσίας απείχε μακράν του να υιοθετήσει μία έστω και σε τέτοιο επίπεδο αμυντική πολιτική αξιοπρέπειας.

[3] Μια αναζήτηση στο διαδίκτυο με την λέξη «πολυπολικότητα», κατά κανόνα οδηγεί σε προβολή του διαβόητου ανορθολογικού «φιλοσόφου» Αλεξάντρ Ντούγκιν. Προφανώς έχουμε να κάνουμε με επιθετικό μάρκετινγκ υπερπροβολής αυτής της εκδοχής φασιστικής κοπής εκλεκτικιστικών δοξασιών, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται σταθερά ο αντισοβιετισμός-αντικομμουνισμός, η νεκρανάσταση αντιδραστικών δογμάτων των σλαβοφίλων του 18ου-19ου αι., μιας πρωτόγονης εκδοχής ρωσικού εθνικισμού, μυστικισμού της ορθοδοξίας και προβολής της Ρωσίας ως φορέα μιας μεταφυσικής αποστολής του «ευρασιατισμού». Οι σχέσεις αυτών των κύκλων με την τρομοκρατική ναζιστική οργάνωση «Χρυσή Αυγή» στην Ελλάδα και με πληθώρα ακροδεξιών, εθνικιστών και φασιστών από Τουρκία και πολλές άλλες χώρες, κάθε άλλο παρά τυχαία είναι. Όσο κάποιοι εδράζουν τον «αντιιμπεριαλισμό» τους και την διάθεσή τους για «ανεξαρτησία» σε αστικά γεωπολιτικά αφηγήματα περί «πολυπολικότητας» στη βάση της νεκρανάστασης του σκοταδιστικού «ευρασιατικού» μυστικισμού του 19ου αι, αναζητώντας «φιλοσοφικό βάθος» στα ανορθολογικά φασιστικά παραληρήματα του κάθε Ντούγκιν, πρακτικά ανοίγουν το δρόμο στον φασισμό!

Από epanen

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *