Μια κριτική εκ των έσω της βιομηχανίας θεωρίας της αυτοκρατορίας: Ο Γκαμπριέλ Ρόκχιλ σε μια συνέντευξη στον Μάικλ Γιέιτς

Συνέντευξη στη Μηνιαία Επιθεώρηση (Monthly Review, 21/11/2025)

μετ. Δημήτρης Κούλος
επιμ. Διονύσης Περδίκης

Μεταφράζουμε και αναδημοσιεύουμε τη συνέντευξη που έδωσε ο Γκαμπριελ Ρόκχιλ τον Μάικλ Γιέιτς για τη Μηνιαία Επιθεώρηση τον Νοέμβριο του 2025 σχετικά με το βιβλίο του Ποιος Πλήρωσε τους Αυλητές του Δυτικού Μαρξισμού; (Who Paid the Pipers of Western Marxism?) (Monthly Review Press, 2025), διότι σε αυτήν περιέχονται πολύ συνοπτικές και περιεκτικές απαντήσεις στην κριτική που έχουν δεχτεί το βιβλίο αυτό και ο συγγραφέας του από υπερασπιστές του λεγόμενου Δυτικού Μαρξισμού, κατά τους τελευταίους μήνες (βλ. σχετικά εδώ, εδώ, εδώ κι εδώ).

Ελάχιστες από τις κριτικές αυτές γίνονται συγκεκριμένες, μέσω παράθεσης των γραφόμενων του Ρόκχιλ και κριτικού σχολιασμού τους. Αντίθετα, οι περισσότερες περιστρέφονται γύρω από τα ακόλουθα ζητήματα:

(α) Κατηγορίες περί συνωμοσιολογίας του Ρόκχιλ (π.χ. βλ. εδώ κι εδώ) απέναντι σε θεωρητικούς του Δυτικού Μαρξισμού (ειδικά γι’ αυτούς της Σχολής της Φρανκφούρτης).

(β) Κριτική του όρου «Δυτικός Μαρξισμός» ως ανούσιου ή αντιφατικού, εκλαμβάνοντάς τον κυρίαρχα ως γεωγραφικό όρο.

(γ) Συνεχίζοντας από το σημείο (β), άλλες κριτικές (π.χ. βλ. εδώ κι εδώ) στοχεύουν στο αντίπαλο δέος του Δυτικού Μαρξισμού, τον λεγόμενο «Ανατολικό Μαρξισμό», εννοώντας τον μαρξισμό που αναπτύχθηκε στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, ειδικότερα στην ΕΣΣΔ και στην ανατολική Ευρώπη, για να αναδείξουν ότι και αυτός ο κλάδος του μαρξισμού χαρακτηρίζονταν από αντιφάσεις ή έτυχε κρατικής χειραγώγησης, λογοκρισίας κ.ο.κ.

(δ) Κριτική στον Ρόκχιλ για (νέο)σταλινισμό (π.χ. βλ. εδώ κι εδώ), κατηγορία που απευθύνεται σε οποιονδήποτε υπερασπίζεται τον υπαρκτό σοσιαλισμό, κι ειδικότερα την ΕΣΣΔ της περιόδου που γενικός γραμματέας του ΚΚΣΕ ήταν ο Στάλιν.

Στη συνέντευξη αυτή ο Ρόκχιλ τοποθετείται με τρόπο που θα έπρεπε κανονικά να τελειώσει τη συζήτηση τουλάχιστον για τα πρώτα δύο σημεία (α) και (β), και, έμμεσα, και για τα άλλα δύο. Ξεκαθαρίζει ότι:

(α) Μελετά την πολιτική οικονομία της παραγωγής και διανομής της μαρξιστικής θεωρίας στις ιμπεριαλιστικές χώρες, θεωρώντας ότι υπάρχει μια διαλεκτική σχέση μεταξύ (1) της υποκειμενικότητας του θεωρητικού, (2) του υλικού και κοινωνικού πλαισίου εντός του οποίου ζει και σταδιοδρομεί επαγγελματικά – συνήθως στην ακαδημία, και (3) της πολιτικής του στάσης (πολιτική «πράξη») απέναντι στα σημαντικότερα ζητήματα της ταξικής πάλης (το αστικό κράτος, τον καπιταλισμό, τον ιμπεριαλισμό, την επανάσταση, τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, τον υπαρκτό σοσιαλισμό, το κομμουνιστικό κόμμα, το εργατικό κίνημα κ.ο.κ.).

Η αναλυτική ιστορική έρευνα που έκανε για το βιβλίο του παρακολουθεί το πως το ιμπεριαλιστικό, αστικό κράτος και άλλοι, ιδιωτικοί, θεσμοί υποστήριξαν τη θεωρητική παραγωγή του Δυτικού Μαρξισμού, ενάντια στον επαναστατικό Μαρξισμό-Λενινισμό. Δεν αρνείται την αυτενέργεια των θεωρητικών, ούτε τους αποδίδει συνειδητή ευθυγράμμιση με την ιμπεριαλιστική πολιτική και ιδεολογία π.χ. για λόγους χρηματισμού, «πρακτορισμού» ή κάτι ανάλογο! Γενικότερα, δεν αντιμετωπίζει το θέμα του από τη σκοπιά της υποκειμενικής εμπειρίας και (αυτο)συνείδησης των θεωρητικών με τους οποίους ασχολείται ως συγκεκριμένες περιπτώσεις. Οπότε οι κατηγορίες περί «συνωμοσιολογίας» δεν απαντούν σε καμία περίπτωση στο κεντρικό επιχείρημα του συγγραφέα και της γενικότερης κριτικής στον Δυτικό Μαρξισμό.

Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι η ιστορική έρευνα του Ρόκχιλ ή τυχόν ερμηνείες του υλικού του είναι υπέρ άνω κριτικής όπως αναφέρει, άλλωστε, και ο ίδιος στην παρούσα συνέντευξή του, σε ερώτηση που αφορά την κριτική που του ασκείται για την περίπτωση του Μαρκούζε. Ωστόσο, κανένα τέτοιο επιμέρους λάθος δεν θα μετέβαλε σημαντικά τη βασική αρτηρία της κριτικής του Ρόκχιλ στον Δυτικό Μαρξισμό.

(β) Ακολούθως, ο Δυτικός Μαρξισμός δεν είναι ο μαρξισμός που αναπτύχθηκε στη Δύση, γενικά και αόριστα, ως αν η θεωρητική αυτή παραγωγή να είναι μονολιθική και χωρίς αντιφάσεις, ή ως αν η κυρίαρχη ιδεολογία στις ιμπεριαλιστικές χώρες να είναι παντοδύναμη, χωρίς να υπάρχει καμία δυνατότητα ανάπτυξης επαναστατικής, μαρξιστικής θεωρίας. Αντίθετα, πρόκειται για συγκεκριμένη μορφή του μαρξισμού, δηλ. ιστορικά διαμορφωμένο ιδεολογικοπολιτικό ρεύμα, του οποίου η ουσία (ως προς το περιεχόμενό του) είναι ο κομφορμιστικός συμβιβασμός με την αστική εξουσία και τον ιμπεριαλισμό, η πολεμική στην επανάσταση, στον (υπαρκτό) σοσιαλισμό και στο κομμουνιστικό κόμμα, όπως και η εναντίωση ή αδιαφορία ως προς τα εθνικά, αντιαποικιακά, εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα.

Αν και δεν αναφέρεται ο Ρόκχιλ άμεσα στα σημεία κριτικής (γ) & (δ) σε αυτήν τη συνέντευξη, μπορούμε να συνάγουμε ότι μια αντίστοιχη μελέτη του υλικού και κοινωνικού πλαισίου θεωρητικής παραγωγής στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού θα ανεδείκνυε αντίστοιχες αντιφάσεις ή και προσπάθειες χειραγώγησης από το κράτος ή το κομμουνιστικό κόμμα, κατ’ αντιστοιχία με τις κοινωνικές συγκρούσεις στις χώρες αυτές, τις αντιφάσεις της μετάβασης στον σοσιαλισμό ή οικοδόμησής του κ.ο.κ., αντιφάσεις που εν τέλει οδήγησαν και στην αντεπαναστατική ανατροπή του. Σημαντικό είναι το παράδειγμα της λογοκρισίας του κριτικού σοβιετικού μαρξισμού (π.χ. Ιλιένκοφ, Βαζιούλιν) ως προς αυτό. Ωστόσο, το ιστορικό αυτό πλαίσιο για τις χώρες αυτές σε καμία περίπτωση δεν δημιούργησε συνθήκες θεωρητικής παραγωγής που να χαρακτηρίζονται από τον συμβιβασμό με το αστικό κράτος και τον ιμπεριαλισμό, εξ’ ου και ο κριτικός αυτός σοβιετικός μαρξισμός δεν κατάντησε ποτέ μια πολεμική ενάντια στον υπαρκτό σοσιαλισμό.

Οι κατηγορίες περί (νέο)σταλινισμού ενάντια σε οποιονδήποτε δεν απορρίπτει συλλήβδην και με απόλυτο τρόπο τον (υπαρκτό) σοσιαλισμό δείχνουν ότι οι «Δυτικοί Μαρξιστές» είναι πολύ έτοιμοι να υπονομεύσουν την αξιοπιστία και ανεξαρτησία των ιδεολογικών τους αντιπάλων με αντίστοιχα επιχειρήματα με αυτά που οι ίδιοι χαρακτηρίζουν ως «συνωμοσιολογίες» όταν απευθύνονται ως κριτική εναντίον τους. Τέτοιες κριτικές εμφανίζονται και στην Ελλάδα, π.χ. εδώ. Παράλληλα, παρατηρείται μια μονομερής ή και μεροληπτική ανησυχία σχετικά με το ενδεχόμενο παρέμβασης του κινεζικού κράτους στα παγκόσμια δίκτυα του μαρξισμού (βλ. εδώ), χωρίς όμως να εκδηλώνεται αντίστοιχος προβληματισμός για την ανεξαρτησία των ίδιων δικτύων από δυτικούς ιμπεριαλιστικούς θεσμούς και ιδρύματα.

Εν τέλει, η μέθοδος του Ρόκχιλ δεν αντικαθιστά, αλλά είναι συμπληρωματική στην εμμενή (εσωτερική) κριτική του θεωρητικού έργου. Ο Ρόκχιλ προτείνει ότι η μελέτη της θεωρίας δεν μπορεί να γίνει σε απομόνωση από τις ιστορικές συνθήκες στις οποίες παρήχθη. Αυτό ισχύει τόσο για τον επαναστατικό, μαρξισμό-λενινισμό που έχει συνδεθεί ιστορικά με κάθε σοσιαλιστική, αντιιμπεριαλιστική επανάσταση που έχει γνωρίσει μέχρι σήμερα η ανθρωπότητα, όσο και για τον «Δυτικό Μαρξισμό» που δεν συνοδεύεται από τέτοιες ιστορικές «περγαμηνές», χωρίς να αγνοούμε τις αντιφάσεις εντός καθενός από τα δύο αυτά ρεύματα. Μάλιστα, ένα επιπλέον ενδιαφέρον σημείο της συνέντευξης αυτής είναι η εφαρμογή της μεθόδου του Ρόκχιλ στον ίδιο του τον εαυτό, απαντώντας σε αυτοβιογραφικές ερωτήσεις!

Διονύσης Περδίκης

Ο Γκάμπριελ Ρόκχιλ (Gabriel Rockhill) είναι Καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Βιλανόβα (Villanova University). Απέκτησε το διδακτορικό του από το Πανεπιστήμιο Παρίσι 8 (Paris 8 University) και το Πανεπιστήμιο Έμορυ (Emory University). Ως καταξιωμένος ακαδημαϊκός, έχει εκδώσει έργα του σε διαφορετικά εκδοτικά μέσα, τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στη Γαλλία. Είναι επιμελητής της Αγγλικής έκδοσης του βιβλίο του Ντομένικο Λοζούρντο (Domenico Losurdo) Δυτικός Μαρξισμός: Πως Γεννήθηκε, Πως Πέθανε, Πως Μπορείι Να Ξεναγεννηθεί (Western Marxism: How It Was Born, How It Died, How It Can Be Reborn), το οποίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις της Μηνιαίας Επιθεώρησης (Monthly Review Press). Ο Μάικλ Γιέιτς (Michael Yates) πήρε συνέντευξη από Ρόκχιλ σχετικά με το νέο του βιβλίο Ποιος Πλήρωσε τους Αυλητές του Δυτικού Μαρξισμού; (Who Paid the Pipers of Western Marxism?) (Monthly Review Press, 2025).

Μάικλ Γιέιτς (Michael Yates): Γκάμπριελ αυτό που είμαστε ως ενήλικες καθορίζεται από τα παιδικά μας χρόνια. Πες μας λίγα λόγια για το πού και πώς μεγάλωσες. Πώς πιστεύεις ότι αυτό επηρέασε αυτό που είσαι σήμερα;

Γκάμπριελ Ρόκχιλ (Gabriel Rockhill): Μεγάλωσα σε ένα μικρό αγρόκτημα στην αγροτική περιοχή του Κάνσας και η χειρωνακτική εργασία αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της ζωής μου από πολύ μικρή ηλικία. Αυτό περιλάμβανε, φυσικά, τις εργασίες στο αγρόκτημα, αλλά εργάστηκα επίσης και στις οικοδομές. Ο πατέρας μου είναι οικοδόμος και αρχιτέκτονας, οπότε όταν δεν δούλευα στο αγρόκτημα, περνούσα τον περισσότερο χρόνο μου –εκτός από το σχολείο και τον αθλητισμό– σε εργοτάξια.

Πολύ πριν μάθω τη λέξη, είχα ήδη βιώσει την εκμετάλλευση. (Η εργασία στο αγρόκτημα δεν αμειβόταν ποτέ, ούτε και η εργασία στις οικοδομές κατά τα πρώτα χρόνια.) Αυτό είναι, χωρίς αμφιβολία, ένας από τους λόγους που με οδήγησαν στη ζωή του πνεύματος: απολάμβανα το σχολείο ως μια ευπρόσδεκτη ανάπαυλα από τη χειρωνακτική εργασία.

Ο πατέρας μου τρέφει βαθύ πάθος για τον σχεδιασμό και το σύνθημά του είναι «χέρι και νους» (Σ.τ.Μ., hand and mind), δηλαδή ότι για να είναι κανείς πραγματικός αρχιτέκτονας πρέπει να διαθέτει την πρακτική γνώση ώστε να μπορεί να κατασκευάσει (χέρι) αυτό που σχεδιάζει (νους). Όταν ήμουν μικρός λαχταρούσα περισσότερο το δεύτερο, αλλά παρέμεινα πάντοτε βαθιά δεμένος και με το πρώτο. Κοιτάζοντας πίσω, είναι προφανές ότι αυτή η προσέγγιση άσκησε διαρκή επίδραση πάνω μου, αφού τελικά υιοθέτησα πλήρως αυτό που σήμερα θα ονόμαζα διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην πράξη και τη θεωρία.

Οι γονείς μου είναι φιλελεύθεροι, αντιτάχθηκαν στον πόλεμο του Βιετνάμ και είναι έντονα αντικορπορατιστές, χωρίς όμως να είναι πραγματικά αντικαπιταλιστές ή αντιιμπεριαλιστές. Επειδή ο πατέρας μου, παράλληλα με τη λειτουργία της μικρής του επιχείρησης σχεδιασμού και κατασκευών, διδάσκει αρχιτεκτονική στο πανεπιστήμιο, η ταξική τους θέση είναι αυτή της μικροαστικής τάξης. Έχουν πολλές δικαιολογημένες επικρίσεις απέναντι στη σύγχρονη κοινωνία και από αυτούς έμαθα πολλά για το πώς η επιδίωξη του κέρδους καταστρέφει τη γη και το περιβάλλον. Ωστόσο, εκείνο στο οποίο αντιστέκονται πρωτίστως είναι αυτό που αντιλαμβάνονται ως την κορπορατιστική κατάληψη της κοινωνίας, βασιζόμενοι εν μέρει σε μια νοοτροπία «κάν’ το μόνος σου» (Σ.τ.Μ., doityourself), η οποία ασφαλώς με επηρέασε βαθιά. Δεν ασπάζονται, όμως, ένα ευρύτερο πολιτικό σχέδιο που θα μπορούσε να υπερβεί την εμπορευματοποίηση των πάντων. Εκτός από την ταξική τους θέση, η οποία λειτουργεί συνήθως ανασταλτικά προς αυτή την κατεύθυνση, έχουν επίσης διαμορφωθεί ιδεολογικά έτσι ώστε να απορρίπτουν τον σοσιαλισμό (αν και, θα έλεγε κανείς, έχουν γίνει πιο δεκτικοί απέναντί του όσο συνεχίζεται η παρακμή των Ηνωμένων Πολιτειών).

ΜΓ: Κάποτε αντιμετώπιζες με ευνοϊκή διάθεση ορισμένους από εκείνους στους οποίους ασκείς σήμερα έντονη κριτική στο νέο σου βιβλίο. Ανάμεσά τους ήταν και κάποιοι από τους καθηγητές και μέντορές σου. Ποιες εμπειρίες σε οδήγησαν σε αυτή την αλλαγή της εκτίμησής σου για αυτούς τους διανοουμένους;

ΓΡ: Όταν πήγα στο πανεπιστήμιο στην Αϊόβα, βρισκόμουν σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με τους συμφοιτητές μου. Πολλοί από αυτούς είχαν απλώς αφιερώσει περισσότερο χρόνο στις διανοητικές τους αναζητήσεις και διέθεταν πολύ καλύτερη τυπική εκπαίδευση από αυτή που είχα λάβει εγώ σε ένα αγροτικό λύκειο του Κάνσας (αν και εγώ γνώριζα πολύ περισσότερα για τη χειρωνακτική εργασία και τις εργατικές κοινότητες). Συχνά αισθανόμουν ότι προσπαθούσα να καλύψω το χαμένο έδαφος και ότι έπρεπε να μορφωθώ σε μεγάλο βαθμό μόνος μου, ιδιαίτερα όταν κέρδισα μια υποτροφία που μου επέτρεψε να μετακομίσω στο Παρίσι για να ξεκινήσω μεταπτυχιακές σπουδές στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Έτσι, εφάρμοσα την επίπονη εργασιακή ηθική που είχα αποκτήσει ως παιδί της αγροτικής ζωής στην εκμάθηση της γαλλικής και άλλων γλωσσών, καθώς και στη μελέτη της ιστορίας της φιλοσοφίας και ευρύτερα των ανθρωπιστικών επιστημών, προτού στραφώ στην ιστορία και στις κοινωνικές επιστήμες.

Με προσέλκυαν οι ριζοσπαστικοί λόγοι, αλλά ταυτόχρονα ήμουν αρκετά συγχυσμένος. Από τη μία πλευρά, είναι πλέον σαφές ότι αναζητούσα θεωρητικά εργαλεία για να κατανοήσω και να πολεμήσω την εκμετάλλευση, καθώς και τις διάφορες μορφές καταπίεσης (τα ζητήματα φύλου, σεξουαλικότητας και φυλής με απασχολούσαν ήδη από πολύ νεαρή ηλικία). Από την άλλη πλευρά, όμως, με γοήτευαν οι εκλεπτυσμένοι και δυσπρόσιτοι θεωρητικοί λόγοι, οι οποίοι διέθεταν τόσο μεγάλο συμβολικό κεφάλαιο ώστε με ανύψωναν, πάνω από τον κόσμο της χειρωνακτικής εργασίας από τον οποίο επιθυμούσα να ξεφύγω (το γεγονός ότι συνέχιζα να εργάζομαι ως οικοδόμος και περιστασιακά ως λαντζέρης λειτουργούσε ως διαρκής υπενθύμιση αυτού του κόσμου). Κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών μου σπουδών κατέληξα να πιστεύω ότι ο Ζακ Ντερριντά (Jacques Derrida) ήταν ο πιο ριζοσπάστης εν ζωή στοχαστής, αναμφίβολα τόσο λόγω της μεγάλης φήμης του στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και εξαιτίας της δυσπρόσιτης πολυπλοκότητας του έργου του. Όταν μετακόμισα στο Παρίσι και ξεκίνησα το μεταπτυχιακό μου υπό την επίβλεψή του, εντυπωσιάστηκα βαθιά τόσο από τον ίδιο όσο και από τους οπαδούς του. Ήμουν, άλλωστε, ένα χωριατόπαιδο, χωρίς συμβολικό κεφάλαιο ή παιδεία όπως αυτή που έχει η ελίτ, και υστερούσα εμφανώς απέναντι στο παρισινό διανοητικό περιβάλλον, τόσο ως προς το κύρος όσο και ως προς την καλλιέργεια.

Ωστόσο, μελετούσα με τη μανία κάποιου που βασανιζόταν από ταξικές και πολιτισμικές ανασφάλειες, ενώ ταυτόχρονα διέθετα μια ισχυρή δόση αυτοδίδακτου πνεύματος και αντιεξουσιαστικής διάθεσης. Πολύ σύντομα άρχισα να διακρίνω αναντιστοιχίες ανάμεσα στους ισχυρισμούς του Ντερριντά και στα ίδια τα κείμενα που σχολίαζε. Μέσα από μια αυστηρή διαδικασία εμπειρικής επαλήθευσης —που περιλάμβανε τη μελέτη των πρωτότυπων κειμένων στα γερμανικά, τα ελληνικά και τα λατινικά— συνειδητοποίησα ότι ο επιβλέπων της διατριβής μου, όπως και οι περισσότεροι σημαντικοί Γάλλοι στοχαστές της γενιάς του, εξανάγκαζε τα κείμενα να προσαρμοστούν στο προϋπάρχον θεωρητικό του σχήμα, με αποτέλεσμα να τα παρερμηνεύει. Παράλληλα, άρχισα να υιοθετώ ολοένα και περισσότερο έναν υλιστικό τρόπο ανάλυσης, μελετώντας τη θεσμική ιστορία της παραγωγής και της κυκλοφορίας της γνώσης. Μου έγινε πλέον σαφές —όπως ανέπτυξα στη διδακτορική μου διατριβή και στο πρώτο μου βιβλίο, Λογική της ιστορίας (Logique de lhistoire)— ότι η θεωρητική πρακτική του Ντερριντά αποτελούσε σε μεγάλο βαθμό προϊόν της ιστορίας του υλικού συστήματος μέσα στο οποίο δρούσε.

Την ίδια περίοδο άρχισα να ενδιαφέρομαι ολοένα και περισσότερο για τον ευρύτερο πολιτικό κόσμο. Όπως αφηγούμαι σε ένα σύντομο αυτοβιογραφικό διάλειμμα στο Ποιος Πλήρωσε τους Αυλητές του Δυτικού Μαρξισμού; η 11η Σεπτεμβρίου 2001 αποτέλεσε καθοριστική καμπή. Συνειδητοποίησα ότι η εκ των έσω εκπαίδευσή μου στη Γαλλική Θεωρία —παρακολουθούσα επίσης σεμινάρια με τις υπόλοιπες εν ζωή κορυφαίες μορφές αυτής της παράδοσης— με είχε αφήσει ανεπαρκώς εξοπλισμένο για να κατανοήσω την παγκόσμια πολιτική και, ειδικότερα, τον ιμπεριαλισμό. Δεν γνώριζα σχεδόν τίποτα για τα ζητήματα που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία για τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων του πλανήτη, ενώ διέθετα εξαιρετικά λεπτομερή γνώση περίπλοκων θεωρητικών αποχρώσεων που ενδιαφέρουν μόνο την πνευματική αριστοκρατία. Άρχισα όλο και περισσότερο να διαβάζω στοχαστές όπως ο Σαμίρ Αμίν (Samir Amin), ο οποίος μου διασαφήνισε πάρα πολλά. Ωστόσο, η θεωρητική και πολιτική μου εξέλιξη εξακολουθούσε να ανακόπτεται από μια σχεδόν καταναγκαστική ανάγκη να διαβάζω Δυτικούς Μαρξιστές, όπως ο Σλαβόι Ζίζεκ (Slavo Žižek), μεταξύ πολλών άλλων.

ΜΓ: Ο Λοζούρντο αλλά και εσύ, χρησιμοποιείτε το όρο «Δυτικός Μαρξισμός». Τι εννοείτε με αυτό; Πρόκειται απλά για μια γεωγραφική διαφορά;

ΓΡ: Ο Δυτικός Μαρξισμός είναι η ιδιαίτερη μορφή του Μαρξισμού που αναπτύχθηκε στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα και διαδόθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο μέσω του πολιτισμικού ιμπεριαλισμού. Η ιστορική εξέλιξη του καπιταλισμού ανέπτυξε τις χώρες του πυρήνα —τη Δυτική Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες κ.ά.— υπαναπτύσσοντας ταυτόχρονα τον υπόλοιπο κόσμο. Οι πρώτες ιδιοποιήθηκαν ή εξασφάλισαν έναντι ευτελούς ανταλλάγματος τους φυσικούς πόρους και την εργασία των δεύτερων, ενώ παράλληλα χρησιμοποίησαν την περιφέρεια ως αγορά για τα εμπορεύματά τους, δημιουργώντας έτσι μια διεθνή ροή αξίας από τον Παγκόσμιο Νότο προς τον Παγκόσμιο Βορρά. Αυτό οδήγησε στη διαμόρφωση αυτού που ο Ένγκελς και ο Λένιν ονόμασαν εργατική αριστοκρατία στις χώρες του πυρήνα, δηλαδή ενός ανώτερου στρώματος της παγκόσμιας εργατικής τάξης, του οποίου οι συνθήκες ζωής υπερτερούν σημαντικά εκείνων των εργαζομένων της περιφέρειας. Αυτό το ανώτερο στρώμα εργαζομένων ωφελείται —άμεσα ή έμμεσα— από τη ροή αξίας που μόλις αναφέρθηκε. Μια τέτοια παγκόσμια διαστρωμάτωση της εργατικής τάξης σημαίνει ότι οι πιο προνομιούχοι εργάτες του πυρήνα έχουν υλικό συμφέρον από τη διατήρηση της ιμπεριαλιστικής παγκόσμιας τάξης.

Μέσα σε αυτό το υλικό πλαίσιο αναδύθηκε ο Δυτικός Μαρξισμός. Ο Λοζούρντο, με ιδιαίτερη οξυδέρκεια, ανάγει τις απαρχές του στη διάσπαση του σοσιαλιστικού κινήματος την περίοδο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ενός ανταγωνιστικού πολέμου ανάμεσα στις κυριότερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Πολλοί από τους ηγέτες του εργατικού κινήματος στην Ευρώπη ενθάρρυναν τους εργάτες να στηρίξουν τον πόλεμο, ενώ ορισμένοι υπερασπίστηκαν ακόμη και την αποικιοκρατία, ευθυγραμμιζόμενοι έτσι —είτε το επιδίωκαν είτε όχι— με τα συμφέροντα των εθνικών τους αστικών τάξεων. Ο Λένιν υπήρξε ένας από τους σφοδρότερους επικριτές αυτών των τάσεων, τις οποίες χαρακτήρισε αναθεωρητικές και αντιμαρξιστικές. Απέναντί τους αντέταξε το ισχυρό σύνθημα: κανένας πόλεμος παρά μόνο ταξικός πόλεμος!

Ο προσανατολισμός του Δυτικού Μαρξισμού υπήρξε, συνεπώς, συχνά αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «αντι-αντιιμπεριαλισμός», στον βαθμό που τείνει να αρνείται να στηρίξει τον αγώνα των λαών του Παγκόσμιου Νότου —ιδίως όταν αυτοί αυτοπροσδιορίζονται ως σοσιαλιστές— για την κατάκτηση της εθνικής κυριαρχίας και τη χάραξη μιας αυτόνομης αναπτυξιακής πορείας. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός στις ακαδημαϊκές συζητήσεις γύρω από την περίφημη «άρνηση της άρνησης» για να κατανοήσει ότι το διπλό αρνητικό στον όρο «αντι-αντιιμπεριαλισμός» σημαίνει πως οι Δυτικοί Μαρξιστές έχουν στην πράξη την τάση να στηρίζουν τον ιμπεριαλισμό.

Η τάση αυτή, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, έχει ενταθεί ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα. Ενώ οι αναθεωρητές που επέκρινε ο Λένιν συμμετείχαν ενεργά στην οργανωμένη πολιτική δράση, πολλοί από τους μεταγενέστερους Δυτικούς Μαρξιστές αποσύρθηκαν στο πανεπιστήμιο, όπου η δική τους εκδοχή του Μαρξισμού κατέστη κυρίαρχη. Παρότι ο Δυτικός Μαρξισμός διαμορφώθηκε από την κοινωνικοοικονομική βάση και την ιμπεριαλιστική παγκόσμια τάξη, καλλιεργήθηκε και διαπλάστηκε επίσης από το ιμπεριαλιστικό εποικοδόμημα, δηλαδή από τον πολιτικο-νομικό μηχανισμό του κράτους και τον πολιτισμικό μηχανισμό που παράγει και διαχέει τον πολιτισμό, με την ευρύτερη έννοια του όρου. Σημαντικό μέρος του πιο πρόσφατου βιβλίου μου αφιερώνεται στην ανάλυση του εποικοδομήματος των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών χωρών και των ποικίλων τρόπων με τους οποίους αυτά καλλιέργησαν τον λόγο του Δυτικού Μαρξισμού ως όπλο ιδεολογικού πολέμου εναντίον της εκδοχής του Μαρξισμού που υπερασπίστηκε ο Λένιν. Μέσα από μια πολιτική οικονομία της παραγωγής και της διανομής της γνώσης, η οποία απαίτησε εκτεταμένη αρχειακή έρευνα, επιχειρώ να φωτίσω στον βαθμό που απαιτείται το εύρος της άμεσης στήριξης που παρείχαν η καπιταλιστική τάξη και τα αστικά κράτη στον Δυτικό Μαρξισμό ως έναν «αντι-αντιιμπεριαλιστικό» σύμμαχο στον ταξικό τους αγώνα εναντίον του αντιιμπεριαλιστικού μαρξισμού (δηλαδή, του Μαρξισμού με την κυριολεκτική σημασία του όρου).

Οι διανοούμενοι και οι πολιτικοί οργανωτές υπόκεινται στις ισχυρές επιταγές του Δυτικού Μαρξισμού, όμως σε καμία περίπτωση δεν είναι αυστηρά προκαθορισμένο ότι θα συμμορφωθούν με αυτές. Υπάρχουν, πράγματι, πολλοί Μαρξιστές στη Δύση που δεν είναι Δυτικοί Μαρξιστές, και ένας από τους στόχους του έργου μου —όπως και του Λοζούρντο— είναι να αυξηθεί ο αριθμός τους. Όσοι διαβάσουν το βιβλίο θα πρέπει να αντλήσουν από αυτό το θάρρος να ενεργοποιήσουν τη δική τους πολιτική και θεωρητική αυτενέργεια, ώστε να απελευθερωθούν από τους ιδεολογικούς περιορισμούς του Δυτικού Μαρξισμού.

ΜΓ: Ο τίτλος του βιβλίου θέτει το ερώτημα Ποιος πλήρωσε τους αυλητές; (Who Paid the Pipers?). Αυτό υποδηλώνει ότι κάποιος «παραγγέλνει τον σκοπό» (Σ.τ.Μ., ‘calling the tune’). Το βιβλίο σου καθιστά σαφές ότι αυτές οι εκφράσεις δεν σημαίνουν απλώς πως διανοούμενοι της Σχολής της Φρανκφούρτης, όπως ο Τέοντορ Αντόρνο (Theodor Adorno) και ο Μαξ Χορκχάιμερ (Max Horkheimer), δωροδοκήθηκαν για να υιοθετήσουν θέσεις εχθρικές προς τον Μαρξ και προς όσα συνέβαιναν στις χώρες όπου επιχειρούνταν η οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Αντίθετα, αναπτύσσεις μια θεωρία για την παραγωγή της γνώσης μέσα σε ένα ηγεμονικό κοινωνικό σύστημα, δηλαδή τον καπιταλισμό. Μπορείς να εξηγήσεις τη θεωρητική σου ανάλυση και, συγκεκριμένα, πώς και γιατί κορυφαίοι αριστεροί διανοούμενοι κατέληξαν, στην πράξη, να ενισχύουν την καπιταλιστική ηγεμονία;

ΓΡ: Η Σχολή Κριτικής Θεωρίας της Φρανκφούρτης (Frankfurt School of critical theory), με επικεφαλής μορφές όπως ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ, συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του Δυτικού Μαρξισμού, γι’ αυτό και αφιέρωσα σε αυτήν ένα σημαντικό μέρος του βιβλίου. Έχεις απόλυτο δίκιο ότι η μεθοδολογική μου προσέγγιση απορρίπτει κατηγορηματικά την κυρίαρχη φιλελεύθερη ιδεολογία, η οποία αντιπαραθέτει την ατομική ελευθερία στον ντετερμινισμό. Η αντίληψη ότι οι διανοούμενοι είτε δρουν εντελώς αυτόνομα είτε ελέγχονται απόλυτα από εξωτερικές δυνάμεις αποτελεί μια τεράστια υπεραπλούστευση, που παραβλέπει τις διαλεκτικές πολυπλοκότητες της υλικής πραγματικότητας.

Επειδή η έρευνά μου εξετάζει την ιστορία του αμερικανικού κράτους εθνικής ασφάλειας και, ειδικότερα, της CIA, ορισμένοι αναγνώστες υποθέτουν ότι υποστηρίζω πως οι διανοούμενοι είναι απλώς μαριονέτες, με την Υπηρεσία να παίζει τον ρόλο του μεγάλου κουκλοπαίκτη που κινεί τα νήματα από το παρασκήνιο. Δεν πρόκειται καθόλου για αυτό. Αυτό που προσφέρει το βιβλίο είναι μια υλιστική ιστορία του κυρίαρχου συστήματος παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης της γνώσης. Αυτό το σύστημα λειτουργεί ως ο γενικός βιόκοσμος (Σ.τ.Μ., lifeworld) μέσα στον οποίο δραστηριοποιούνται οι διανοούμενοι. Διαθέτουν αυτενέργεια και λαμβάνουν αποφάσεις μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ανταποκρινόμενοι με διαφορετικούς τρόπους στις ανταμοιβές και τις κυρώσεις που δομούν το ίδιο το σύστημα. Εκείνο που αποδεικνύει το βιβλίο είναι, επομένως, ότι υπάρχει μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο υποκείμενο και το σύστημα. Εφόσον το τελευταίο δεν είναι καθόλου ουδέτερο, αλλά αποτελεί έκφραση του εποικοδομήματος της ιμπεριαλιστικής παγκόσμιας τάξης, επιβραβεύει τα υποκείμενα που συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων του. Υπό αυτή την έννοια, οι αντι-αντιιμπεριαλιστές διανοούμενοι δεν είναι μαριονέτες που κινούνται με νήματα· λειτουργούν με αυτενέργεια εντός υλικών θεσμών όπου ο καιροσκοπισμός του υποκειμένου συνδέεται στενά με την κοινωνική και επαγγελματική του ανέλιξη. Με άλλα λόγια, επιλέγουν να προοδεύσουν προσφέροντας στο σύστημα αυτό που απαιτεί και αποκηρύσωντας εκείνο που το ίδιο αποκηρύσσει.

Οι αριστεροί διανοούμενοι που επενδύουν στην οικοδόμηση μιας ακαδημαϊκής ή δημόσιας σταδιοδρομίας και στην κοινωνική ανέλιξη μέσα στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα είναι υποχρεωμένοι, για λόγους επιβίωσης, να μάθουν να κινούνται μέσα στο σύστημα. Όλοι γνωρίζουν ότι ο κομμουνισμός βρίσκεται απλώς εκτός των ορίων του αποδεκτού δημόσιου λόγου (Σ.τ.Μ., beyond the pale) και ότι δεν υπάρχει τίποτε να κερδίσει κανείς υπερασπιζόμενος —ή ακόμη και μελετώντας με επιστημονική αυστηρότητα— τον υπαρκτό σοσιαλισμό. Αν επιθυμούν να καταλάβουν μια θέση στην αριστερή πτέρυγα των υφιστάμενων θεσμών, τότε οφείλουν να σέβονται —και, ιδανικά, να αστυνομεύουν— το αριστερό όριο της επιτρεπτής κριτικής. Αν είναι ριζοσπάστες, συνήθως θα ανέλθουν ταχύτερα λειτουργώντας ως φορείς ενσωμάτωσης (Σ.τ.Μ., recuperators) ριζοσπαστών, δηλαδή ως διανοούμενοι που επιδιώκουν να ενσωματώσουν όσους θα μπορούσαν να ριζοσπαστικοποιηθούν, επαναφέροντάς τους στο πλαίσιο της αξιοσέβαστης και αποδεκτής πολιτικής, επαναπροσδιορίζοντας το ίδιο το νόημα του «ριζοσπαστικού» σύμφωνα με τους όρους της μη κομμουνιστικής αριστεράς. Όλα αυτά τείνουν να οδηγούν σε συμβιβασμό με τον καπιταλισμό, ακόμη και με τον ιμπεριαλισμό, αφού δεν υπάρχει (πραγματική) εναλλακτική λύση.

Για να αναδειχθούν σε κορυφαίους αριστερούς διανοουμένους μέσα στην αυτοκρατορική βιομηχανία θεωρίας, τα υποκείμενα οφείλουν να δρουν συμμορφούμενα προς τα πρωτόκολλα αυτού του συστήματος. Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της έρευνάς μου είναι ότι αυτό το πρότυπο εμφανίζεται με εντυπωσιακή συνέπεια, όχι μόνο στην παράδοση του Δυτικού Μαρξισμού και της Γαλλικής Θεωρίας, αλλά και στη σύγχρονη ριζοσπαστική θεωρία με όλους τους κυρίαρχους θεωρητικούς της λόγους (από τις μεταποικιακές σπουδές και τη φιλελεύθερη κουήρ θεωρία έως την αποαποικιακή θεωρία, τον νέο υλισμό κ.ο.κ.). Παρά το γεγονός ότι η αγορά της θεωρίας παρουσιάζει αυτούς τους στοχαστές και τις παραδόσεις τους ως διαφορετικούς ή ακόμη και ασύμβατους μεταξύ τους, στην πραγματικότητα τείνουν να συμμερίζονται τον σημαντικότερο ιδεολογικό τους προσανατολισμό: τον αντικομμουνισμό.

ΜΓ: Το εκτενέστερο κεφάλαιο του βιβλίου σου είναι αφιερωμένο στον Χέρμπερτ Μαρκούζε (Herbert Marcuse), τον οποίο χαρακτηρίζεις ως «τον ριζοσπάστη αυλητή του Δυτικού Μαρξισμού». Η κριτική σου στον Μαρκούζε είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει αντιδράσεις, δεδομένου του κύρους του ως ενός από τους σημαντικότερους φιλοσόφους και εκφραστές της Νέας Αριστεράς της δεκαετίας του 1960, καθώς και του γεγονότος ότι υπήρξε καθηγητής, μέντορας και στενός σύμβουλος της Άντζελα Ντέιβις (Angela Davis). Ήδη πριν από την κυκλοφορία του βιβλίου σου, επικριτές είχαν εκφράσει την εχθρότητά τους απέναντι στις απόψεις σου για τον Μαρκούζε. Γιατί επέλεξες να εστιάσεις την προσοχή σου τόσο πολύ σε αυτόν;

 ΓΡ: Ο Μαρκούζε έχει αναγνωριστεί ευρέως ως το πιο ριζοσπαστικό μέλος της πρώτης γενιάς της Σχολής της Φρανκφούρτης, και αυτός ήταν ο λόγος που αρχικά με προσέλκυσε το έργο του, το οποίο διάβασα ολόκληρο με μεγάλο ενδιαφέρον. Προς το τέλος της ζωής του υιοθέτησε πράγματι μια σειρά από θέσεις που βρίσκονταν πολύ πιο αριστερά από εκείνες μορφών όπως ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ. Ταυτόχρονα, όμως, όπως και πολλοί άλλοι, είχα ακούσει φήμες ότι διατηρούσε σχέσεις με τη CIA και λειτουργούσε ως μια μορφή ελεγχόμενης αντιπολίτευσης. Μη ικανοποιημένος από τις φήμες, αποφάσισα να διερευνήσω το διαθέσιμο αρχειακό υλικό, αξιοποιώντας αιτήματα πρόσβασης σε έγγραφα βάσει του Νόμου περί Ελευθερίας της Πληροφόρησης (Freedom of Information Act, FOIA), καθώς και συστηματική αρχειακή έρευνα.

Οφείλω να ομολογήσω ότι και εγώ ο ίδιος εξεπλάγην κάπως όταν άρχισα να συνθέτω τη μελέτη που, με την πάροδο των χρόνων, εξελίχθηκε στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου. Μελετώντας εξαιρετικές γερμανόφωνες έρευνες, εξετάζοντας τον εκτενή φάκελο του Μαρκούζε στο FBI, συμβουλευόμενος αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών και της CIA και πραγματοποιώντας έρευνα στο Rockefeller Archive Center, κατέληξα με απόλυτη σαφήνεια στο συμπέρασμα ότι ο Μαρκούζε δεν ήταν ειλικρινής στις συνεντεύξεις όπου ερωτήθηκε σχετικά με τη συνεργασία του με το αμερικανικό κράτος. Στην πραγματικότητα, συνεργαζόταν συστηματικά με τη CIA, ενώ ο Τιμ Μίλερ (Tim Müller) αποκάλυψε ότι συμμετείχε στη σύνταξη τουλάχιστον δύο Εθνικών Εκτιμήσεων Ασφαλείας (National Security Estimates), δηλαδή των σημαντικότερων εγγράφων στρατηγικής εκτίμησης των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Η συνεργασία του με τον αμερικανικό μηχανισμό εθνικής ασφάλειας δεν έπαψε όταν εξασφάλισε πανεπιστημιακή θέση· αντίθετα, διατήρησε στενούς δεσμούς με εν ενεργεία ή πρώην κρατικούς αξιωματούχους μέχρι το τέλος της ζωής του. Υπήρξε επίσης ο κορυφαίος διανοούμενος του Προγράμματος Μαρξισμού-Λενινισμού του Ιδρύματος Ροκφέλερ, όπου συνεργάστηκε στενά με τον προσωπικό του φίλο Φίλιπ Μόσλεϊ (Philip Mosley), επί σειρά ετών υψηλόβαθμο σύμβουλο της CIA. Το εξαιρετικά καλά χρηματοδοτούμενο αυτό διατλαντικό πρόγραμμα είχε ως ρητή αποστολή τη διεθνή προώθηση του Δυτικού Μαρξισμού σε αντιπαράθεση με τον Μαρξισμό-Λενινισμό.

Παρότι ήμουν ήδη πολύ εξοικειωμένος με τον αντισοβιετισμό του Μαρκούζε και τις έντονες αναρχικές του τάσεις, καθώς μελετούσα το έργο του επί δεκαετίες, δεν ξεκίνησα αυτή την έρευνα έχοντας κάποια προκαθορισμένη άποψη για το πώς ακριβώς εντασσόταν στην παγκόσμια ταξική πάλη. Αντίθετα, η εικόνα που είχα για αυτόν ήταν, αν μη τι άλλο, αρκετά κοντά στις ευρέως αποδεκτές αντιλήψεις περί της ριζοσπαστικότητάς του. Ωστόσο, τα ευρήματά μου, καθώς και η συμβολή τους στην εδραίωση της ευρύτερης θέσης μου σχετικά με τον βαθιά ριζωμένο αντικομμουνισμό της αυτοκρατορικής βιομηχανίας θεωρίας, με οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να εξετάσω την περίπτωσή του με ιδιαίτερη λεπτομέρεια. Αυτό περιλάμβανε την ανίχνευση της πολιτικής του εξέλιξης, καθώς και της μακρόχρονης παρακολούθησής του από το FBI. Η περίπτωσή του δείχνει, από πολλές απόψεις, πόσο ριζοσπάστης μπορεί να εμφανίζεται ένας διανοούμενος, ενώ ταυτόχρονα υπηρετεί, σε ορισμένα καθοριστικά ζητήματα, τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού.

Θα ήθελα, πάντως, να σημειώσω ότι είμαι απολύτως ανοιχτός στην τεκμηριωμένη κριτική και πιστεύω ακράδαντα στην κοινωνικοποίηση της γνώσης. Αν κάποιος διαφωνεί με την ερμηνεία μου —και είμαι βέβαιος ότι ορισμένοι από όσους έχουν επενδύσει θεωρητικά στον Μαρκούζε θα διαφωνήσουν—, τότε το βάρος της απόδειξης πέφτει σε εκείνον: οφείλει να μελετήσει ολόκληρο το αρχειακό υλικό που εξέτασα και να προτείνει μια ερμηνεία των γεγονότων με μεγαλύτερη επεξηγηματική ισχύ και εσωτερική συνοχή. Θα ήμουν ο πρώτος που θα διάβαζε μια τέτοια ανάλυση. Αν όμως η απόρριψη του έργου μου βασίζεται σε εκ των προτέρων παραδοχές και όχι σε μια αυστηρή εξέταση όλων των διαθέσιμων στοιχείων, τότε, λυπάμαι που το λέω, δεν αξίζει να αντιμετωπιστεί σοβαρά, καθώς δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από έκφραση δογματισμού.

ΜΓ: Δεδομένων των έντονων διαιρέσεων που υπάρχουν σήμερα ανάμεσα σε όσους στηρίζουν τον Δυτικό Μαρξισμό —στους οποίους αναμφίβολα περιλαμβάνονται οι περισσότεροι σοσιαλδημοκράτες και δημοκρατικοί σοσιαλιστές— ποιος είναι ο δρόμος προς τα εμπρός όσον αφορά τον ριζικό μετασχηματισμό του κόσμου; Συμβιβασμός; Μια ανεξάρτητη και παγκόσμια ριζοσπαστική αριστερά που θα συνεχίσει να υποβάλλει τον Δυτικό Μαρξισμό σε κριτική; Τι ακριβώς;

ΓΡ: Εδώ φτάνουμε στο σημαντικότερο ερώτημα. Η θεωρία μετατρέπεται σε πραγματική δύναμη όταν κατακτά τις μάζες. Από πολλές απόψεις, το βιβλίο μου χαρτογραφεί την αναδιαμόρφωση της Αριστεράς στην εποχή της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας. Παρότι το δεύτερο μισό του βιβλίου επικεντρώνεται στον Δυτικό Μαρξισμό, το έργο στο σύνολό του αφορά τον συνολικό επαναπροσδιορισμό της Αριστεράς —για να χρησιμοποιήσω την ορολογία της CIA— ως «αξιοσέβαστης», δηλαδή «μη κομμουνιστικής», συμβατής με τα συμφέροντα του καπιταλισμού και ακόμη και του ιμπεριαλισμού. Η ιστορία του τρόπου με τον οποίο η διανόηση οδηγήθηκε προς αυτή την κατεύθυνση είναι τελικά σημαντική όχι απλώς για την ίδια την ιστορία της, αλλά κυρίως για όσα αποκαλύπτει σχετικά με την ευρύτερη Αριστερά. Σήμερα, μεγάλο μέρος της Αριστεράς είναι πλήρως συμβατό με το υπάρχον σύστημα.

Το πραγματικό καθήκον που έχουμε μπροστά μας είναι, επομένως, η αναζωογόνηση της πραγματικής Αριστεράς, δηλαδή μιας Αριστεράς αντιιμπεριαλιστικής και αντικαπιταλιστικής. Πρόκειται για ένα γιγαντιαίο εγχείρημα, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη τις δυνάμεις που έχουν παραταχθεί απέναντί μας. Ωστόσο, αν αποτύχουμε να το πραγματοποιήσουμε, η ανθρώπινη ζωή —μαζί με αμέτρητες άλλες μορφές ζωής— θα αφανιστεί, είτε μέσω μιας πυρηνικής αποκάλυψης, είτε μέσω της κλιμακούμενης κοινωνικής δολοφονίας, είτε μέσω της οικολογικής κατάρρευσης, είτε εξαιτίας άλλων δυνάμεων που γεννά ο καπιταλισμός.

Για να ανταποκριθούμε σε αυτή την ιστορική πρόκληση, πρέπει να μπορέσουμε να επιλύσουμε τουλάχιστον τρία σημαντικά προβλήματα. Πρώτα απ’ όλα, υπάρχει το θεωρητικό ζήτημα, το οποίο αποτελεί και το κύριο αντικείμενο αυτού του βιβλίου. Η σύγχρονη θεωρία έχει, σε γενικές γραμμές, αποκαθαρθεί από κάθε σοβαρή ενασχόληση με τον διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό, ενώ ο τελευταίος έχει συκοφαντηθεί ευρέως ως ξεπερασμένος, δογματικός, αναγωγιστικός, αφελής, ολοκληρωτικός και ούτω καθεξής. Ακόμη χειρότερα, ο ίδιος ο Μαρξισμός έχει γίνει αντικείμενο σφετερισμού από αντιδραστικές δυνάμεις, οι οποίες, σε στενή συνεργασία με καιροσκόπους, τον έχουν μετατρέψει σε ένα μοδάτο πολιτισμικό εμπόρευμα —τον «Δυτικό» ή «πολιτισμικό» Μαρξισμό— που είναι αντικομμουνιστικός, συμβιβασμένος με τον καπιταλισμό και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και ανοιχτά φιλοϊμπεριαλιστικός ή και φασιστικός. Ο πολιτισμισμός (Σ.τ.Μ., culturalism) κυριαρχεί, ενώ η ταξική ανάλυση έχει παραμεριστεί. Επιπλέον, το πρόβλημα αυτό δεν περιορίζεται διόλου μονάχα στον ακαδημαϊκό χώρο, καθώς και ο χώρος της πολιτικής και των οργανώσεων έχει διαποτιστεί βαθιά από αυτές τις αντικομμουνιστικές ιδεολογίες. Από αυτή την άποψη, το βιβλίο μου φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο σε αυτές τις τάσεις οπισθοδρόμησης, επανασυνδέοντας το κόκκινο νήμα με την παράδοση του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, αναπτύσσοντας τις μεθοδολογικές της συμβολές και προωθώντας την ανάλυσή της για το ιμπεριαλιστικό εποικοδόμημα στον σύγχρονο κόσμο.

Τα άλλα δύο προβλήματα είναι το οργανωτικό ζήτημα και αυτό που ο Μπρεχτ αποκαλεί παιδαγωγική της μορφής (Σ.τ.Μ., pedagogics of form). Σε μεγάλο μέρος του καπιταλιστικού κόσμου, η μορφή του κόμματος, ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, ακόμη και οι ιεραρχικά οργανωμένες πολιτικές οργανώσεις γενικότερα, είτε έχουν εγκαταλειφθεί είτε έχουν περιθωριοποιηθεί. Κι όμως, δεν υπάρχει κανένας τρόπος η Αριστερά να αγωνιστεί και να νικήσει χωρίς πειθαρχημένες οργανώσεις που οικοδομούν συλλογική δύναμη. Οι οργανώσεις αυτές πρέπει να είναι σε θέση να εντάσσουν νέους ανθρώπους, να τους μορφώνουν πολιτικά και να τους δίνουν τη δυνατότητα να πάρουν τη μοίρα τους στα δικά τους χέρια. Όλα αυτά προϋποθέτουν μορφές επικοινωνίας, πολιτισμικής έκφρασης και πολιτικής οργάνωσης που, μέσω της ίδιας της μορφής τους, να συνδέονται πραγματικά με τους ανθρώπους και να τους κινητοποιούν σε συλλογική δράση για την αλλαγή του κόσμου.

Παρότι το βιβλίο μου επικεντρώνεται πρωτίστως στο θεωρητικό πρόβλημα, επιμένει ταυτόχρονα στην καθοριστική σημασία μιας οργανωμένης αριστερής πολιτικής, αναδεικνύοντας παράλληλα τα σημαντικά επιτεύγματά της μέσα από την εμπειρία του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ελπίζω επίσης ότι το βιβλίο προσφέρει μια συναρπαστική αφήγηση και ότι διαβάζεται με ευχαρίστηση, παρακινώντας τους αναγνώστες να συμμετάσχουν στον συλλογικό αγώνα για την οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου.

ΜΓ: Σε ευχαριστώ πολύ για αυτή την διαφωτιστική συνέντευξη

ΓΡ: Σε ευχαριστώ πολύ για τις έξοχες ερωτήσεις και για όλη τη δουλειά που κάνεις!