1

Μέρος Β΄: Η ανάπτυξη του εμπορίου στην Οθωμανική αυτοκρατορία

του Φίλιππου Μπαρδουνιώτη

 

Η ανάπτυξη των εμπορευματικών σχέσεων στην Οθωμανική αυτοκρατορία, και η δημιουργία και ο χαρακτήρας της αναδυόμενης ελληνικής αστικής τάξης μέσα από το εμπόριο, πριν την εθνικοαπελευθερωτική- αστική επανάσταση του 1821.

 

Η αναρχία και οι συνεχόμενοι πόλεμοι που είχαν δημιουργήσει ένα καταστρεπτικό κλίμα στον βαλκανικό χώρο, γεμάτο από συνεχόμενες συγκρούσεις με την Οθωμανική επικράτηση, έλαβε τέλος, και δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για μια οικονομική ανάπτυξη. Οι Οθωμανοί που βρίσκονταν ακόμα σε καθυστερημένες σχέσεις παραγωγής, στήριξαν την εμπορική δραστηριότητα που έγινε κυρίως από Έλληνες και άλλους χριστιανικούς βαλκανικούς πληθυσμούς. Οι έμποροι, λόγω της ιδιότητάς τους να μετέχουν στη διανομή, που ήταν απαραίτητη για την οικονομική λειτουργία του αχανούς κράτους, είχαν κάποια σχετική ελευθερία στις οικονομικές τους δραστηριότητες. Η πλεονεκτική θέση τους, έναντι άλλων οικονομικών κλάδων, προέρχονταν από τον απαραίτητο ρόλο τους, δηλαδή τη λειτουργία του εμπορίου για την οικονομική συνένωση, την τροφοδοσία των αστικών κέντρων, και την κυκλοφορία προϊόντων και νομίσματος στην αυτοκρατορία.

Σημαντικό ρόλο σε αυτούς τους πρώτους αιώνες για την εμπορική σχέση των Οθωμανών με τη Δύση έπαιξε η Δημοκρατία της Ραγούζας[1], που από το 1440 έγινε υποτελής τους. Η Ραγούζα ήταν ένα κρατίδιο που λειτουργούσε στα πρότυπα της πολιτειακής οργάνωσης της Βενετίας[2], και αποτελούνταν από ένα μείγμα Νοτιοσλάβων και άλλων εκλατινισμένων λαών (κυρίως Ιλλυριών), με πολύ σοβαρή εμπορική δραστηριότητα[3]. Η θέση της (ακτές τις Δαλματίας), την είχε καταστήσει μείζον διαμετακομιστικό λιμάνι που συνένωνε την ιταλική χερσόνησο με τα Βαλκάνια. Η απομάκρυνση των Βενετών[4] από την περιοχή και η κατάκτηση των Ούγγρων από τους Οθωμανούς το 1526[5], κατέστησαν τη Ραγούζα παράθυρο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας προς τη Δύση. Μετά τα μέσα του 17ου αιώνα, η Δημοκρατία πέρασε σε παρακμή, ως που καταλύθηκε και εξαφανίστηκε μέσα στους ναπολεόντειους πολέμους το 1808.

Οι πρώτες αναφορές για Έλληνες εμπόρους αρχίζουν από τα μέσα του 16ου αιώνα, κυρίως ασχολούμενοι με το εμπόριο σιτηρών. Σημαντική εμπορική δραστηριότητα αυτή την εποχή λαμβάνει χώρα προς την Βορειοανατολική Βαλκανική χερσόνησο (Τρανσυλβανία και Παραδουνάβιες ηγεμονίες). Έλληνες έμποροι εγκαθίσταται και στη Βενετιία, Ανγκόνα[6], Λιβόρνο[7] και άλλες Ιταλικές πόλεις, μέχρι ακόμα και σε πόλεις της Δυτικής Ευρώπης[8]. Σε αυτή την περίοδο το εμπόριο του ελλαδικού χώρου διεξάγεται κυρίως με την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.

Η ανάπτυξη των Βαλκάνιων και Ελλήνων εμπόρων τον 16ο και 17ο αιώνα άρχισε να κάνει σημαντικά βήματα, και υποστηρίχθηκε άμεσα από την Οθωμανική πολιτική που αποσκοπούσε να δημιουργήσει στην Κωνσταντινούπολη την κυριότερη αγορά μπαχαρικών, ζάχαρης και μεταξιού της Μεσογείου[9]. Οι Οθωμανοί ενθάρρυναν τους βαλκάνιους εμπόρους που προμήθευαν προϊόντα στις ιταλικές πόλεις από την Ανδριατική, και στην κεντρική Ευρώπη από τον Δούναβη. Το κύριο αίτιο της πολιτικής αυτής ενίσχυσης των εσωτερικών εμπόρω, ήταν ακριβώς το ότι ήταν υποτελείς στην Αυτοκρατορία, και άρα, άμεσα ελεγχόμενοι στις οικονομικές δραστηριότητές τους. Η ελεγχόμενη εμπορική δραστηριότητα εξασφάλιζε τον έλεγχο της εμπορικής κίνησης που εμποδίζαν οι Βενετοί και οι Γενοβέζοι. Η αναδυση της εμπορικής τάξης στις δυτικές επαρχίες της αυτοκρατορίας ανταποκρίνονταν στην πολιτική του εφοδιασμού εμπορευμάτων στην πρωτεύουσα, στην εισαγωγή εμπορευμάτων απο τη Δύση και στην υποχρεωτική λειτουργία για τον ανεφοδιασμό των πόλεων.

Αυτή η εξέλιξη, βοήθησε στην ίδρυση και αναζωογόνηση πόλεων και στην ανάπτυξη του αστικού πληθυσμού. Όσο αυξάνονταν οι αστικοί πληθυσμοί, τόσο υπήρχε η ανάγκη της εμπορικής δραστηριότητας, και αντίθετα. Οι Οθωμανοί προώθησαν τη σύσταση πόλεων και παζαριών που θα βοηθούσαν τις αγορές για την τροφοδοσία, τον εφοδιασμό, τους εμπορικούς δρόμους σε σύγκλιση με τους στρατιωτικούς δρόμους για τον εφοδιασμό των πολεμικών επιχειρήσεων. Για την επέκταση της αυτοκρατορίας κατασκευάστηκαν χάνια, σταθμοί καραβανιών, καταλύματα, palinka[10] (φρούρια με σώματα στρατού για την περιφρούρηση από ληστές) για τη διαμονή καραβανιών, ταξιδιωτών κ.α.. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ενισχύθηκαν και τοπικές βιοτεχνικές κοινότητες που προμήθευαν τους περιπλανώμενους εμπόρους. Η εξέλιξη του εμπορίου όμως, διεξαγόταν μέσα στην πολυπλοκότητα των αντιφάσεων που διαμόρφωνε η κρατικοφεουδαρχική δομή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Από τη μια οι έμποροι ήταν ελεύθεροι στις οικονομικές τους δραστηριότητες, σε σχέση με τους υπόλοιπους κλάδους της οικονομίας και σε κάποια συσσώρευση κεφαλαίου. Από την άλλη, βρίσκονταν σε εξάρτηση από την πολιτική του κράτους. Η εμπορευματική πολιτική των Οθωμανών αποσκοπούσε μόνο για τις ανάγκες της τροφοδοσίας των πόλεων με κεντρικό άξονα την Κωνσταντινούπολη, την οικονομική συνοχή της αυτοκρατορίας, την ενθάρρυνση με το εμπόριο της Δύσης.

Η όποια εμπορική τάξη ξεπρόβαλλε στο προσκήνιο ήταν αναγκασμένη να λειτουργεί μέσα στο νομικό καθεστώς[11] που έπνιγε την εξέλιξη της. Από την άλλη, εξελίσσεται μια αστική τάξη που αρχίζει να συσσωρεύει κεφάλαια, τα οποία, λόγω των κρατικοφεουδαρχικών σχέσεων (διαφορετικών σε σχέση με την δυτικοευρωπαϊκή φεουδαρχία), δεν μπορούσε να τα τοποθετήσει σε παραγωγικές δραστηριότητες και στην ανάπτυξη της μισθωτής εργασίας, ώστε να αρχίσει μια, όπως είναι γνωστή, πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου[12]. Ο μόνος δρόμος για την κερδοφορία της εμπορικής αυτής τάξης, ήταν η εκμετάλλευση της αγροτιάς. Άρχισαν να αγοράζουν προϊόντα από τους χωρικούς σε πολύ χαμηλές τιμές, αφού είχαν το προνομιακό μονοπώλιο της άσκησης του εμπορίου. Μονοπωλούσαν τις τιμές της χοντρικής, και έτσι δημιουργήθηκε μια βαθιά κοινωνική αντίθεση ανάμεσα στους αγρότες – ραγιάδες, και τους εμπόρους – ραγιάδες, που αποσκοπούσε στην περαιτέρω κερδοφορία. Ο ρόλος της ανερχόμενης αστικής τάξης, αναγκαστικά ήταν εμπορομεσιτικός κατά κύριο λόγο, και σε πλήρη εξάρτηση όσον αφορά τη λειτουργία της, αλλά αντιφατικός, όσον αφορά την κοινωνική διαφοροποίηση της, έναντι των υπολοίπων Ελλήνων ραγιάδων.

Η πλατιά διάσταση του ελληνικού εμπορίου αρχίζει τον 18ο αιώνα[13]. Οι Έλληνες έμποροι αναπτύχθηκαν σαν κύρια εμπορική τάξη μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία βαθμιαία και μέσα από την αντίθεση των εμπορικών συμφερόντων των Δυτικοευρωπαίων αποικιοκρατών, και συγκεκριμένα, από το έντονο ενδιαφέρον που έδειχνε η Αγγλία[14] να κάνει μπάσιμο, κυρίως από το εμπορικό δίκτυο της Σμύρνης[15], σπάζοντας την προνομιακή θέση της Γαλλίας (που είχε συνάψει διομολογήσεις[16] από το 1535), στην αγορά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για τον έλεγχο των εμπορικών δικτύων για την Ανατολή και την Ινδία[17].

Η Αγγλία, για την επίτευξη των στόχων της επιστράτευσε όλα τα μέσα και όξυνε τον ανταγωνισμό μεσώ της μείωσης της τιμής των μεταφορικών εξόδων, με βασικό μοχλό το τσάκισμα της εργατικής δύναμης με την μείωση των μισθών και των εξόδων διατροφής των πληρωμάτων των πλοίων, και την παράλληλη ανάπτυξη της τεχνικής της ναυσιπλοΐας. Για να πετύχουν καλύτερη θέση στην περιοχή, και επειδή ήταν πιο οικονομική επιλογή απ’ την εγκατάσταση δικού τους προξενικού προσωπικού, οι αποικιοκράτες προσεταιρίστηκαν τα ντόπια στοιχεεία[18], ικανά στη γνώση των περιοχών, της επικοινωνίας και των εμπορικών δρόμων. Στην αρχή, αυτά τα στοιχεία λειτουργούσαν ως απλοί διακομιστές με έγγραφα εκπροσώπησης από τους αποικιοκράτες, τα λεγόμενα «μπεράτια»[19], που τους έδιναν την δυνατότητα να απολαμβάνουν μια σχετική ελευθέρια κινήσεων, με τα οικονομικά και νομικά προνόμια των προστατών τους.

Παράλληλα, οι μεγάλες αυτοκρατορίες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (κυρίως η Αυστρία[20]), προσέλκυαν εμπόρους και έμπειρους τεχνίτες στις χώρες τους, προκειμένου να καλύψουν το χαμένο έδαφος στον ανταγωνισμό με τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες[21]. Έτσι, δημιουργήθηκαν, οι λεγόμενες παροικίες, που λειτουργούσαν για την οργάνωση και διακίνηση του εμπορίου, ανάλογα με τα συμφέροντα των χωρών που εγκαθίσταντο. Παροικίες δημιουργήθηκαν και στη Γαλλία, Αγγλία και στις Ιταλικές ακτές, για τη διεκπεραίωση των εμπορικών παραγγελιών, ελεγχόμενες πάντα από τους Ευρωπαίους αποικιοκράτες.

Η εξέλιξη της δυτικής βιομηχανίας και η ζήτηση αγροτικών προϊόντων από τη μια, και από την άλλη η συγκεντροποίηση της γης, και η αντικατάσταση του τιμαριωτικού συστήματος με τσιφλίκια, επέφεραν μεγάλες κοινωνικοοικονομικές αλλαγές στην ταξική διάρθρωση των ραγιάδων. Η ζήτηση των αγροτικών προϊόντων βάθυνε ακόμα περισσότερο την εκμετάλλευση των αγροτών από τους μεγάλους τσιφλικάδες και τους εμπόρους, ενώ, παράλληλα, οι τελευταίοι άρχισαν να βλέπουν τον εαυτό τους σαν τάξη διαφοροποιημένη από το σύνολο των υπολοίπων Ελλήνων ραγιάδων. Η συγκεντροποίηση της γης και τα εμφανιζόμενα τσιφλίκια δημιουργήθηκαν σαν αντανάκλαση των εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων που τσάκισαν τους αγρότες[22]. Η ληστεία και η αναρχία πήραν τεράστιες διαστάσεις. Όλη η αγροτική παραγωγή εμπορευματοποιήθηκε, και λειτουργούσε με μονοκαλλιέργειες προσαρμοσμένες στο εξωτερικό εμπόριο[23].

Στο δέυτερο μισό του 18ου αιώνα συνέβησαν γεγονότα που ευνόησαν το δυνάμωμα των Ελλήνων εμπόρων. Ο επταετής πόλεμος ανάμεσα στην Αγγλία και στη Γαλλία (1756- 1763) και η Αμερικανική επανάσταση (1776- 1783) απομάκρυναν τα πλοία των Δυτικών αποικιοκρατών από την Ανατολική Μεσόγειο, αφήνοντας τους Έλληνες εμπόρους ελευθερία κινήσεων στη περιοχή. Οι δύο ρωσοτουρκικοί πόλεμοι (1768- 1774 και 1787-1792), που τάραξαν τα θεμέλια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αναδεικνύοντάς την σαν τον μεγάλο ασθενή και μπάζοντας τη νικήτρια Ρωσική αυτοκρατορία[24] ως ανταγωνιστή παίκτη για την κυριαρχία της Μεσογείου, ευνόησαν άμεσα την ισχυροποίηση του ελληνικού εμπορικού ναυτικού. Οι όροι της συνθήκης του Κουτσιούκ-Καϊναρτζή το 1774 που συνάφθηκε μετά την ήττα των Οθωμανών στον πρώτο ρωσοτουρκικό πόλεμο, έδωσαν τη δυνατότητα στους Έλληνες εμπόρους που ταξίδευαν με ρωσική σημαία να ασκούν ελεύθερα το εμπόριο. Παράλληλα, η έναρξη της Μεγάλης Γαλλικής επανάστασης το 1789, και οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι (1803-1815) που ακολούθησαν, ήταν καταστροφικοί για το γαλλικό εμπόριο, που υποχωρούσε από τον χώρο της Μεσογείου.

Οι Έλληνες έμποροι, εκμεταλλευόμενοι όλες αυτές τις συγκυρίες των συγκρούσεων, τις ανακατατάξεις των τιμών, το λαθρεμπόριο και την ανισορροπία των εμπορικών δυνάμεων στα χρόνια 1770- 1814, αναδείχτηκαν σε ακμάζουσα εμπορομεσιτική δύναμη. Πέρασαν σε αυτόνομη εμπορική δραστηριότητα. Δυνάμωσαν και επεκτάθηκαν, φτάνοντας στο σημείο να διαπραγματεύονται και να συνάπτουν μπεράτια χωρίς τη διαμεσολάβηση εξωγενών πολιτικών δυνάμεων. Στην Κωνσταντινούπολη, στις αρχές του 19ου αιώνα, δημιουργήθηκε ένα είδος εμπορικού επιμελητηρίου, καθιστώντας έτσι το ελληνικό εμπόριο την κύρια διαμετακομιστική δύναμη που συνέδεε τις ροές των εμπορευμάτων απο την Ανατολή στη Δύση, και το αντίθετο[25].

Η μεγάλη οικονομική κρίση που ακολούθησε[26], κυρίως τα χρόνια 1812- 1821, στο εμπόριο, που ήταν η πρωτοπορία της αναδυόμενης αστικής τάξης, βασίστηκε στους εξής άξονες:

α) οι Έλληνες έμποροι, στηριζόμενοι κυρίως στην εμπορική ναυτιλία την περίοδο της ακμής τους, δεν έθεσαν τα θεμέλια μιας εθνικής αγοράς, και δεν μπόρεσαν να βρουν διέξοδο από την πτώση του ποσοστού εμπορικού κέρδους[27], και να ανταποκριθούν στη σταδιακή αντικατάσταση του κατεστραμμένου γαλλικού εμπορίου από το αγγλικό. Τα συσσωρευμένα κέρδη τους δεν τοποθετήθηκαν σε επενδύσεις για τη περαιτέρω ανάπτυξη των βιοτεχνιών που ως τα τέλη του 18ου αιώνα αναπτύσσονταν, ενισχύοντας τις καπιταλιστικές σχέσεις και δημιουργώντας μια εθνική αγορά. Το τελευταίο, ήταν αδύνατον, για τον λόγο της έλλειψης εθνικού κράτους, των δυσκολιών που θα αντιμετώπιζε μια τέτοια προοπτική από τις κρατικοφεουδαρχικές σχέσεις παραγωγής, και την μη συμφέρουσα επένδυση. Αρκέστηκαν στον εμπορομεσιτικό ρολό που ήταν ο μόνος που θα μπορούσαν να αναλάβουν μέσα στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας που μετατοπίζεται[28].

β) Η αύξηση της παραγωγικότητας της βιομηχανικής Αγγλίας αναπόφευκτα κατέστρεψε την βιοτεχνική ανάπτυξη στον Ελλαδικό χώρο, ευνοώντας την ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η ελληνική αστική τάξη θεμελιώνει τον χαρακτήρα της σαν εμπορομεσιτική αστική τάξη στον παγκόσμιο καταμερισμό του κεφαλαίου.

γ) Το Ανατολικό ζήτημα που οξύνθηκε, κυρίως με την εμφάνιση της Ρωσίας, δημιούργησε έναν μεγάλο ανταγωνισμό των τριών μεγάλων δυνάμεων, Γαλλίας, Αγγλίας και Ρωσίας, με τις δύο τελευταίες (ειδικά μετά την υποχώρηση του γαλλικού εμπορίου, η Αγγλία, σταδιακά πήρε τη θέση της Γαλλίας), να βρίσκονται σε σφοδρό ανταγωνισμό για την πρωτοκαθεδρία του ελέγχου των εμπορικών δρόμων της θάλασσας της Ανατολικής Μεσογείου που είχε παγκόσμια σημασία για τους εμπορικούς δρόμους.

Η ελληνική αστική τάξη, που αναδύθηκε, μέσα στο πλαίσιο και τις  γενικές κοινωνικοοικονομικές, πολιτικές και πολεμικές εξελίξεις της εποχής και τις ειδικές συνθήκες του χώρου που συγκροτήθηκε, δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει στο έπακρο τον εθνικοαπελευθερωτικό ρόλο της στην επανάσταση του 1821, σαν εθνική αστική τάξη. Από τη φύση της διεθνοποιημένη, προσαρμόστηκε περισσότερο στις συνθήκες που δημιουργήθηκαν και που αυτές μπορούσαν να φέρουν εις πέρας τα συμφέροντα της. Ακόμα και η πρωτοπορία της Φιλικής Εταιρείας[29], υποστηρίχθηκε κυρίως από κατεστραμμένους εμπόρους, μικρής δυναμικής και τοπικής κυρίως εμβέλειας, κόντρα στις διαθέσεις των ντόπιων κοτζαμπάσηδων[30] που τα συμφέροντα τους ήταν στη διατήρηση των κρατικοφεουδαρχικών σχέσεων, ή, στη καλύτερη περίπτωση, της αυτονομίας της Πελοποννήσου, φόρου υποτελής του Σουλτάνου, στο πρότυπο της κατάστασης των Παραδουνάβιων περιοχών.

Η όποια αστική τάξη πήρε μέρος στην επανάσταση συνέδεε τα εθνικά της συμφέροντα με τις Δυτικές αποικιοκρατικές δυνάμεις και κυρίως την Αγγλία. Έπαιξε ρόλο στην επανάσταση στην πολιτική του αγώνα, της προετοιμασίας του, αλλά όχι ολοκληρωμένο όσο αφορά τον εθνικό χαρακτήρα του.

«Από την συγκρότηση του ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα το εφοπλιστικό κεφάλαιο αποτελεί την κορωνίδα του ελληνικού καπιταλισμού και αποτυπώνει τα ισχυρότερα και ταυτόχρονα πιο χυδαία χαρακτηριστικά του. Αποτελεί μία από τις λίγες βασικές μήτρες γένεσης του ελληνικού καπιταλισμού καθώς είχε αναπτυχθεί ήδη σημαντικά μέσα στα πλαίσια της οικονομίας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και μάλιστα σαν βασικός κόμβος των σχέσεων της ιδιαίτερα με την Δύση. Ακριβώς λόγω του ρόλου του στο διακρατικό εμπόριο και μεταφορές ήταν από τα πρώτα βήματα του εξαιρετικά διεθνοποιημένο, δηλαδή είχε σχέσεις και κέντρα στο εξωτερικό. Από τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους αυτή η διεθνοποίηση και η υπέρμετρη ανάπτυξη (συγκριτικά με τα περιορισμένα δεδομένα του ελληνικού καπιταλισμού) που του προσέδωσε έχει μία ιδιόμορφη σχέση ανταγωνισμού και εξάρτησης με τους πιο αναπτυγμένους ηγεμονικούς δυτικούς καπιταλισμούς[31]

[1] Σημερινό Ντουμπρόβνικ.

[2] Castellan George, Όπου παραπάνω, σελ. 225, 228.

[3] «…το 16ο αι., εποχή της μεγάλης ακμής της, η πόλη διέθετε στόλο 200 πλοίων (25.000 τόνων), χιλιάδες ναυτικούς και πολυάριθμες παροικίες και εμπορικούς σταθμούς σε περιοχές της Ευρωπαϊκής Τουρκίας και σε λιμάνια της Μεσογείου…»,

Πελεκίδου– Νυσταζοπούλου Μαρία, Όπου παραπάνω, σελ. 29- 30.

[4] Η Ραγούζα βρίσκονταν υπό την κυριαρχία των Βενετών από το 1206 ως το 1358.

[5] Το 1526 οι Ούγγροι υπέστησαν καταστροφική ήττα από τους Οθωμανούς στη μάχη του Μόχατς. Ύστερα απ΄ αυτή τη μάχη το βασίλειο της Ουγγαρίας διαμελίστηκε.

[6] «… Ο σκληρός ανταγωνισμός των Σλάβων μεταναστών, που είχαν τώρα εμπορικές συναλλαγές με τη χώρα απ’ όπου προέρχονταν, ζημίωσε ή και κατάστρεψε πολλούς Ιταλούς εμπόρους, αλλά οι κοινοτικές αρχές της Αγκώνας απέτυχαν στην προσπάθεια τους το 1487 να τους διώξουν από την περιοχή… Το 1514 η Αγκώνα αναγκάστηκε να παραχωρήσει ειδικά προνόμια στους Οθωμανούς εμπόρους και μεταξύ άλλων και Έλληνες απ’ την Άρτα, τα Γιάννενα και τον Αυλώνα…»,

Στογιάνοβιτς Άντριαν, (1979), Ο Κατακτητής Βαλκάνιος Έμπορος, στο: Η Οικονομική Δομή Των Βαλκανικών Χωρών Στα Χρόνια Της Οθωμανικής Κυριαρχίας, ΙΕ-ΙΘ αι., επιμ. Ασδραχάς Σπυρίδων, σελ. 290. Η Ανγκόνα τον 16ο αιώνα διετέλεσε σημαντικό διαμετακομιστικό κέντρο εξαγωγών οθωμανικων προιοντων στην Ιταλία. Στα μέσα του αιώνα οι Έλληνες έμποροι έφτασαν να διατηρούν διακόσιους εμπορικούς οίκους που προωθούσαν σιτηρά, δέρματα και άλλα κτηνοτροφικά και αγροτικά προϊόντα απο τις βόρειες Βαλκάνιες περιοχές και τη Μαύρη Θάλασσα. Αξιοσημείωτο είναι ότι το 1520, οι Φλωρεντίνοι έπαψαν να ν έχουν αντιπρόσωπους στην Οθωμανική αυτοκρατορία και διαπραγματεύονταν με τους εμπόρους της Αγκόνας. Λεονταρίτης Γεώργιος (1996), Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία, 1453 1850, εκδ. Ε. Μ. Ν. Ε. Μνήμων, Αθήνα., σελ. 8.

[7] Στα τέλη του 16 – αρχές  17ου αι., άρχισε να εξελίσσεται σοβαρά η ελληνική εμπορική δραστηριότητα στο Λιβόρνο. Αυτόθι, σελ. 9.

[8] Υπάρχουν στοιχεία για εμφάνιση Ελλήνων εμπόρων στην Αμβέρσα και στη Λυών, Αυτόθι, σελ. 7.

[9] Ο αστός ιστορικός Παγκράτης Γεράσιμος βρίσκει τα ελατήρια αυτής της πολιτικής των Οθωμανών, στον ανταγωνισμό τους με τους Βενετούς για τον προσεταιρισμό και τον έλεγχο των Ελλήνων εμπόρων:

« …Η Βενετία αμέσως μετά την άλωση (1454) εξασφάλισε το δικαίωμα να εμπορεύεται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ιδιοποιούμενη για λογαριασμό των εμπόρων της τις αποθήκες και τις εκκλησίες που είχαν μέχρι τότε οι Αγκωνιτάνοι στον Γαλατά και κατοχυρώνοντας την επίσημη εκπροσώπηση τους μέσω του θεσμού του βαΐλου. Παράλληλα, διευκόλυνε την εισροή ελληνικών προσφυγικών πληθυσμών προς την πόλη της, επιδιώκοντας να υποκαταστήσει στη συνείδηση των βαλκάνιων ορθοδόξων την κατακτημένη πρωτεύουσα. Την ίδια τακτική ακολούθησαν και οι Οθωμανοί για την Κωνσταντινούπολη, την οποία ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής φιλοδοξούσε να καταστήσει κέντρο του διεθνούς εμπορίου, προσανατολίζοντας προς αυτή την κατεύθυνση πολλούς τομείς της οικονομίας και δημιουργώντας τις βάσεις για το σχηματισμό μιας τάξης οθωμανών εμπόρων..

Παγκράτης Δ. Γεράσιμος, (2003), Ελληνική εμπορική ναυτηλία (15ος – 17ος αιώνας): Απολογισμός και Προοπτικές της Έρευνας, στο: Περί Ιστορίας, Τόμος 4, εκδ. Ιόνιος Εταιρεία Ιστορικών Μελετών, Κέρκυρα, σελ. 223. Για να αντιμετωπίσουν τη λειτουργία της αγοράς για την απαραίτητη τροφοδοσία, ανέστειλαν την δυνατότητα ξένων πλοίων να εμπορεύονται στη Μαύρη Θάλασσα. Από το 1592, έως το 1783 η Μαύρη Θάλασσα ήταν απρόσιτη για τα δυτικά πλοία. Στογιάνοβιτς Άντριαν, Όπου παραπάνω, σελ. 290.

[10]Λεονταρίτης Γεώργιος, όπου παραπάνω, σελ. 293.

[11] Ο κλάδος του εμπορίου λειτουργούσε με ειδικές άδειες που εξέδιδε το κράτος, και οι άδειες αυτές είχαν εξειδίκευση στην εμπορική δραστηριότητα ανά είδος. Στογιάνοβιτς Άντριαν, Όπου παραπάνω, σελ. 293.

[12] «… Στην πραγματικότητα οι μέθοδες της πρωταρχικής συσσώρευσης κάθε άλλο παρά ειδυλλιακές ήταν.     Όπως τα μέσα παραγωγής και τα μέσα συντήρησης, έτσι και το χρήμα και το εμπόρευμα δεν είναι καθόλου από μιας εξαρχής κεφάλαιο. Χρειάζεται να μετατραπούν σε κεφάλαιο. Η μετατροπή όμως αυτή μπορεί να συντελεστεί μονάχα κάτω από ορισμένους όρους, που συνοψίζονται στα παρακάτω: πρέπει ν’ αντικριστούν και νάρθουν σ’ επαφή δυό λογιών, πολύ διαφορετικοί ο ένας από τον άλλο, κάτοχοι εμπορευμάτων: από τη μια μεριά, κάτοχοι χρήματος, μέσων παραγωγής και μέσων συντήρησης, που σκοπός τους είναι ν’ αξιοποιήσουν το ποσό αξίας που κατέχουν, αγοράζοντας ξένη εργατική δύναμη. Από την άλλη, ελεύθεροι εργάτες, πουλητές της δικής τους εργατικής δύναμης κι επομένως πουλητές εργασίας. Ελεύθεροι εργάτες με τη διπλή έννοια, με την έννοια πώς ούτε αυτοί οι ίδιοι ανήκουν άμεσα στα μέσα παραγωγής, όπως οι δούλοι, οι δουλοπάροικοι κλπ., και με την έννοια πώς ούτε σ’ αυτούς ανήκουν τα μέσα παραγωγής, όπως γίνεται λχ. Στους αγρότες που διαχειρίζονται μόνοι το νοικοκυριό τους κλπ., απεναντίας είναι ελεύθεροι, απαλλαγμένοι απ’ αυτά, τα στερούνται. Με την πόλωση αυτή της αγοράς εμπορευμάτων δημιουργούνται οι βασικοί όροι της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Η σχέση του κεφαλαίου προϋποθέτει το χωρισμό των εργατών από την ιδιοχτησία των όρων πραγματοποίησης της εργασίας. Από τη στιγμή που η κεφαλαιοκρατική παραγωγή στέκει πια στα δικά της πόδια, δε διατηρεί μόνο αυτό το χωρισμό, μα και τον αναπαράγει σε ολοένα αυξανόμενη κλίμακα. Επομένως, το προτσές που δημιουργεί τη σχέση του κεφαλαίου δεν μπορεί να είναι άλλο από το προτσές χωρισμού του εργάτη από την ιδιοχτησία στους όρους της εργασίας του, ένα προτσές που, από τη μια μεριά, μετατρέπει σε κεφάλαιο τα μέσα συντήρησης και παραγωγής της κοινωνίας, και, από την άλλη, τους άμεσους παραγωγούς σε μισθωτούς εργάτες. Επομένως, η λεγόμενη πρωταρχική ςυσσώρευση δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά το ιστορικό προτςές χωρισμού του παραγωγού από τα μέσα παραγωγής. Εμφανίζεται σαν «πρωταρχικό», γιατί αποτελεί την προϊστορία του κεφαλαίου και του αντίστοιχού του τρόπου παραγωγής.

            Η οικονομική διάρθρωση της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας πρόκυψε από την οικονομική διάρθρωση της φεουδαρχικής κοινωνίας. Η διάλυση της δεύτερης έχει απελευθερώσει τα στοιχεία της πρώτης.

             Ο άμεσος παραγωγός, ο εργάτης, απόχτησε τη δυνατότητα να διαθέτει το άτομό του μονάχα αφού είχε παύσει νάναι δεμένος με τη γη και να είναι δουλοπάροικος ή υποτελής σ’ ένα άλλο πρόσωπο. Για να γίνει ελεύθερος πουλητής εργατικής δύναμης που μεταφέρει το εμπόρευμά του παντού όπου βρίσκει αγοραστές, έπρεπε ακόμα νάχει ξεφύγει από την κυριαρχία των συντεχνιών, των κανονισμών τους σχετικά με τους μαθητευόμενους και τους καλφάδες και από τις άλλες περιοριστικές διατάξεις σχετικά με την εργασία. Έτσι η ιστορική κίνηση που μετατρέπει τους παραγωγούς σε μισθωτούς εργάτες εμφανίζεται από τη μια σαν απελευθέρωσή τους από τις φεουδαρχικές υποχρεώσεις και από το συντεχνιακό εξαναγκασμό. Και για τους αστούς ιστοριογράφους μας υπάρχει μονάχα αυτή η πλευρά. Από την άλλη όμως αυτοί οι νεοαπελευθερωμένοι γίνονται πουλητές του ίδιου του εαυτού τους μόνον αφού τους έχουν πρώτα ληστέψει όλα τα μέσα τους παραγωγής και τους έχουν αποστερήσει όλες τις εγγυήσεις για την ύπαρξή τους, που τους παραχωρούσαν οι παλιοί φεουδαρχικοί θεσμοί. Και η ιστορία αυτής της απαλλοτρίωσής τους είναι γραμμένη στα χρονικά της ανθρωπότητας με γράμματα από αίμα και φωτιά…»

Μαρξ Καρλ, (2002), Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος Πρώτος, Αθήνα, σελ. 739- 740. Η οθωμανική αυτοκρατορία εξασφάλισε τη δυνατότητα να παρουσιαστεί στο προσκήνιο μια αστική τάξη, όπου πλέον δεν θα την εμπόδιζαν οι Βενετοί και οι Γενοβέζοι. Πολλοί απο αυτούς έγιναν έμποροι, τραπεζίτες, μισθωτές φόρων. Γνωστές οικογένειες της εποχής ήταν: Χαλκοκονδύληδες, Βατατζήδες, Χρυσολοράδες (παλιά τζάκια Φαναριώτες). Οι Έλληνες έμποροι έλεγχαν το εμπόριο με γουναρικά της Ρωσίας και της Μαύρης Θάλασσας. Σημαντικός επιχειρηματίας υπήρξε ο Μηχαήλ Καντακουζηνός, κύριος προμηθευτής γαλερών του οθωμανικού στόλου. Στογιάνοβιτς Άντριαν, Όπου παραπάνω, σελ. 292. Όπως μπορεί να παρατηρήσει κανείς, η αναδυόμενη ελληνική αστική τάξη, ακόμα και στις πιο ανεπτυγμένες μορφές της, βρίσκεται στα πλαίσια της νομιμότητας και της οικονομικής λειτουργίας συγκεκριμένων δραστηριοτήτων και ευκαιριών που όριζε και παρουσίαζε, το καθεστώς της Οθωμανικης Αυτοκρατορίας.

[13] Αυτόθι, σελ. 16.

[14] Ήδη από το 1580, οι Άγγλοι είχαν συνάψει και αυτοί διομολογήσεις με τους Οθωμανούς. Από τα τέλη του 16ου αιώνα ξεκίνησε ένας άγριος ανταγωνισμός για την εκμετάλλευση των αγορών που περιλάμβανε η Οθωμανική αυτοκρατορία. Λεονταρίτης Γεώργιος, όπου παραπάνω, σελ. 14.

[15] Ασδραχάς Σπυρίδων, όπου παραπάνω, σελ. 28.

[16] «…Σε αυτό το πνεύμα είχαν συναφθεί οι διεθνείς συνθήκες ανάμεσα στο οθωμανικό και τα ευρωπαϊκά κράτη, οι γνωστές με την ονομασία Διομολογήσεις: εμπορικές διευκολύνσεις (μειωμένοι δασμοί, δικαίωμα οργάνωσης εμπορικών παροικιών και εγκατάσταση προξενικών αρχών, ετεροδικία κ. α.) έναντι, στην πραγματικότητα, της πολιτικής φιλίας. Αυτό δημιουργούσε ένα προνομιακό πεδίο διεξαγωγής του εμπορίου για τους ξένους, το οποίο όμως, μαζί με τους συχνά επιβαλλόμενους έκτακτους δασμούς, την εκτεταμένη δωροδοκία και τη γενικότερη αρπακτικότητα των Οθωμανών αξιωματούχων και των οργάνων του κρατικού μηχανισμού αλλοίωναν τον χαρακτήρα του εμπορίου…»

Κρεμμυδάς Βασίλης (2019), Η οικονομία των Ελλήνων, Πενήντα κρίσιμα χρόνια, 1770- 1821, στο: Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. 1770- 1871, Τόμος Α, Μέρος Β , Η οθωμανική Κυριαρχία, 1770- 1821, Οικονομική και κοινωνική Οργάνωση,  επιμ. Παναγιωτόπουλος Βασίλης, εκδ. Τα Νέα, σελ. 282.

[17] Μάξιμος Σεραφείμ, (1976), Το ελληνικό εμπορικό ναυτικό κατά τον ΧΙΙΙ αιώνα, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα, σελ. 21- 27.

[18] Ασδραχάς Σπυρίδων, όπου παραπάνω, σελ. 26.

«…Η ανάμιξη των Ελλήνων και γενικότερα των μη μουσουλμάνων Οθωμανών υπηκόων στο εξωτερικό εμπόριο, προέκυψε από την ανάγκη των ξένων εμπόρων να έχουν ντόπιους μεσάζοντες που, γνωρίζοντας τις γλώσσες της περιοχής αλλά και τις τοπικές συνθήκες και τα συναλλακτικά ήθη, θα τους βοηθούσαν να διεξάγουν καλύτερα τις εμπορικές τους συναλλαγές. Και αυτό, γιατί όσοι ξένοι έμποροι αναλάμβαναν να διεκπεραιώσουν οι ίδιοι τη σχετική διαδικασία, αντιμετώπιζαν δύο σοβαρά μειονεκτήματα: Το ένα ήταν το πρακτικό ζήτημα της γνώσης του τόπου και της επικοινωνίας. Το άλλο είχε να κάνει με την επιβάρυνση του κόστους από τη μεταφορά και εγκατάσταση εμπορικού προσωπικού. Έτσι, τις εργασίες της μεσιτείας, της προαγοράς, της διερεύνησης της αγοράς, των προσωπικών επαφών, των κοντινών μεταφορών και όλες τις παρεμφερείς, οι ξένοι τις ανέθεταν στους ντόπιους. Μερικούς, μάλιστα, που ήθελαν να τους χρησιμοποιήσουν είτε ως γενικούς εμπορικούς πράκτορές τους, τους εφοδίαζαν και με την υπηκοότητα, τους έθεταν δηλαδή υπό την προστασία της ευρωπαϊκής χώρας που υπηρετούσαν, με όλα τα συνακόλουθα προνόμια…»,

Πατρώνης, σελ. 23.

[19] Μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο που έθετε το κρατικοφεουδαρχικό καθεστώτος των Οθωμανών, για την ανάπτυξη του εσωτερικού εμπορίου (δασμοί, φόροι κλπ.), οι Έλληνες (και γενικά μη μουσουλμάνοι) έμποροι, για να αποφύγουν την καταλήστευση του κράτους από τη μια, και τον άνισο ανταγωνισμό των Ευρωπαίων, λόγω των προνομίων από τις διομολογήσεις, προσέφυγαν στην τακτική της προστασίας- μεσιτείας εκ μέρους των αποικιοκρατών. Με σχετικά έγγραφα, «Μπεράτια», που τα εξέδιδαν οι Ευρωπαίοι επιλέγοντας τους εκπροσώπους τους, οι μπερατλήδες δρούσαν και λειτουργούσαν για τα συμφέροντα της εκάστοτε αποικιοκρατικής δύναμης που τους προστάτευε στον χώρο.

«…Ετύγχανον της προστασίας των ξένων Δυνάμεων, Βενετίας, Γαλλίας, Αγγλίας, Ρωσίας, Αυστρίας και ως εκ τούτου ηπύγοντο εις ειδικήν φορολογικήν και νομικήν μεταχείρισην…»,

Κοντογιάννης, (1917), οι προστατευόμενοι, περιοδικό, τόμος 29. Μάλιστα, κάποιοι από αυτούς, διορίζονταν ακόμη και πρόξενοι ευρωπαϊκών κρατών. Ψυρούκης Νίκος, Όπου παραπάνω, σελ. 54.

[20] Το 1699 η συνθήκη του Κάρλοβιτς σηματοδότησε το τέλος των Οθωμανικών επεκτάσεων, και ξεκίνησε μια σταδιακή μείωση της εδαφικής επικράτειας της αυτοκρατορίας. Με τη συνθήκη αυτή, η Αυστρία προσάρτησε την Ουγγαρία.

Παράλληλα:

«…ήδη, από κοινωνικό- οικονομική άποψη, στις χώρες των Αψβούργων άρχισαν να εμφανίζονται οι μανιφακτούρες και γενικά η εμπορευματική παραγωγή γνωρίζει άνοδο. Η απολυταρχική συγκεντρωτική εξουσία των Αψβούργων εδραιώνονταν. Μα αν ήθελε η Αυστρία να μη γίνει περιφέρεια των κεφαλαιοκρατικών μητροπόλεων και ήθελε να μπει κι αυτή στη ζώνη των ανεπτυγμένου και όχι υποανάπτυκτου καπιταλισμού, έπρεπε να συμμετάσχει ενεργητικά στην αποικιοκρατική καταλήστευση άλλων χωρών…»,

Ψυρούκης Νίκος, όπου παραπάνω, σελ. 65. Και αφού δεν είχαν αποικίες, για την εξασφάλιση πρώτων υλών, ρίχτηκαν στις αγορές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας για την εύρεση τους.

[21] «…Όπως λέει ο E. Priester, η Αυστρία εκείνη την εποχή εισήγαγε τεχνίτες, με σκοπό να καλύψει την καθυστέρηση σε σχέση με άλλες χώρες (Ολλανδία, Γαλλία, Αγγλία)…»,

Άυτοθι, σελ. 65- 66.

[22] Οι αγρότες πλέον ήταν δεμένοι, όχι μόνο με τούς τσιφλικάδες, αλλά και με τους εμπόρους! Από τη μια, οι νομικές διατάξεις του κράτους συμπίεζαν τις τιμές των αγροτικών προϊόντων, από την άλλη, οι φόροι γίνονταν όλο και πιο δυσβάσταχτοι. Τα προϊόντα που προμήθευαν στο εμπόριο προέρχονταν από τη μεγάλη υποκατανάλωση, …η παραγωγή αυξάνεται σημαντικά

[23] «… Οι καινούργιες καλλιέργειες, η σταφίδα κυρίως, αλλά και το βαμβάκι, ο καπνός, το καλαμπόκι, ανταποκρίνονται στην ολοένα και αυξανόμενη ζήτηση της Ευρώπης…»,

Μοσκώφ Κωστής, (1988), Εισαγωγικά στην Ιστορία του Κινήματος της Εργατικής Τάξης, Η Διαμόρφωση της Εθνικής και Κοινωνικής Συνείδησης στην Ελλάδα, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, σελ. 77.

«… και στον προχωρημένο 18ο αι. προστίθεται το καλαμπόκι… Οι «βιομηχανικές» καλλιέργιες (βαμβάκι, λινάτι, μετάξι, χρωστικές φυτικές ύλες) παρουσιάζουν μια κατανομή που εν μέρη είναι [συνέπεια των] αναδιαρθρώσεων των καλλιεργιών. Το ίδιο ισχύει και για την επέκταση της σταφιδοκαλλιέργιας στη βόρεια Πελοπόννησο. Οι αναδιαρθρώσεις αυτές προκαλούνται κυρίως (στην περίπτωση της σταφιδοκαλλιέργιας) από την εξωτερική ζήτηση…»,

Ασδραχάς Σπυρίδων, (1975), Οικονομία, Μηχανισμοί της Οικονομίας των Ελληνικών Περιοχών, στο: Ιστορία του Ελλθνικού Έθνους, Τ. ΙΑ΄, Ο Ελληνισμός Υπό Ξένη Κυριαρχία, (Περίοδος 1669- 1821), Τουρκοκρατία- Λατινοκρατία, Εκδοτική Αθηνών Α. Ε., σελ. 159.

[24] «…Όπως είναι γνωστό, με τον πόλεμο αυτό εγκαινιάστηκε η μεσογειακή μεγαλοκρατική πολιτική της Ρωσίας και οξύνθηκε το Ανατολικό Ζήτημα. Η πορεία της Ρωσίας προς τη μεσογειακή της διάσταση ήταν ταχύτατη: το 1774 κατέκτησε το Αζόφ…»,

Πατρώνης, Όπου παραπάνω, σελ. 25.

[25] Σβορώνος Ν., “Οι συνέπειες της οικονομικής δραστηριότητας, 74- 76, Σ. Μάξιμος, Η αυγή του ελληνικού καπιταλισμού, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 1973, σελ. 15-16. Πατρωνης, όπου παραπάνω, σελ. 23.

[26] «…Διαπιστώνεται, λοιπόν, ότι η κρίση στην εμπορική ναυτιλία άρχισε το 1812 με μια σημαντική μείωση της συμμετοχής της στο εμπόριο και στις μεταφορές. και, μάλιστα, πρέπει να επισημάνουμε αυτή τη διπλή δραστηριότητα : ο ελληνικός εμπορικός στόλος δεν ήταν μόνο ένα μεταφορικό μέσο, αλλά διεξήγε εμπόριο ο ίδιος. Η πρώτη φάση της κρίσης κράτησε ως το τέλος των ναπολεόντειων πολέμων και στη συνέχεια η κρίση προσέλαβε καλπάζοντα ρυθμό, ώστε το 1818 οι εργασίες της εμπορικής ναυτιλίας αντιπροσώπευαν λιγότερο από το 1/5 των εργασιών της περιόδου ως το 1811 περίπου…  αισθητή αύξηση των τιμών στις αρχές του 19ου αιώνα μιλάει ο περιηγητής Leake (Κ. Σιμόπουλος, ο.π., τόμ. Γ1, σ. 375), ενώ ο Pouqueville αναφέρει ότι από το 1800 ως το 1819 οι τιμές εξαπλασιάστηκαν, τη στιγμή που τα ημερομίσθια αυξήθηκαν μόνο κατά 25%…»,

Κρεμυδάς Βασίλης, (1976), Η Οικονομική Κρίση στον Ελλαδικό χώρο στις Αρχες του 19ου Αιώνα και οι Επιπτώσεις της στην Επανάσταση του 1821, ομιλία την 1η Δεκεμβρίου 1976 στην «Εταιρία Σπουδών». Περιοδικό: Μνήμων, Τέυχος 6, (1976-1977), Ψηφιοποιήμένη έκδοση από τη Βιβλιοθήκη του Ιονίου Πανεπιστημίου Με την άδεια της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού, σελ.. 23 και 27.

[27] «…Μια αντανάκλαση του γενικού φαινομένου της πτώσης του ποσοστού του εμπορικού κέρδους, μπορεί κανείς να το δεί στην εμπορική ναυτιλία της νήσου Ύδρας, πρωτοπόρας ελληνικής εμποροναυτικής δύναμης της εποχής: από 116% το 1810, το ποσοστό κέρδους του εμπορίου έπεσε στο 13% το 1821.»,

Κρεμυδάς Βασίλης, (1988), Εισαγωγή στην Ιστορία Της Νεοελληνικής Κοινωνίας, (1700- 1821), Αθήνα, σελ. 132.

«… κέρδη στην περίοδο 1810-1812 αντιπροσώπευαν περίπου το 91% του κεφαλαίου, στην περίοδο 1813 -1815 αντιπροσώπευαν το 40% και από το 1817 ως το 1821 το 21 %. Αυτά τα ποσοστά δείχνουν ότι στην περίοδο 1817-1821 το ποσοστό κέρδους των υδραίικων καραβιών επί του κεφαλαίου που είχε επενδυθεί μειώθηκε, σε σύγκριση με την περίοδο 1810-1812, κατά 77%. Πρόκειται, δηλαδή, για μια βαθιά και απότομη κρίση…»,

Κρεμυδάς Βασίλης, (1976), Η Οικονομική Κρίση στον Ελλαδικό χώρο στις Αρχές του 19ου αιώνα και οι Επιπτώσεις της στην Επανάσταση του 1821, όπου παραπάνω, σελ. 44. Ίδια εικόνα βλέπουμε και στο άλλο μεγάλο εμπορικό νησί των Σπετσών. Ενώ μετά την καταστροφή από τις μαζικές σφαγές και τη λεηλασία του 1770:

«… Έκτοτε όλοι εφιλοτιμήθησαν να ναυτιλλώνονται· τα καίκια μεταβλήθησαν εις λατινάδικα ή σαχτούρια, μεγαλείτερα δηλαδή πλοία, αντί δε εις τον κύκλω μερών την επίσκεψιν όπως άλλοτε να περιορίζωνται, μακρότερους πλους επεχείρησαν. Τα ολίγα κατά πρώτων κέρδη ήυξανον συντόμως, «η θάλασσα πλουτεί τον άνθρωπον» ήτο χρησμός τότε παρά πάσι δε αλάνθαστος πιστευόμενος. Λοιπόν οι νάυτες πάντες αποκατέστησαν. Τα περιστατικά δε της εποχής, μετά την έκρηξιν της γαλλικής επαναστάσεως μάλιστα, εζοωγόνησαν τους νησιώτες τούτους, και άρχισαν να ναυπιγώσι πλοία οπώσουν καλλίτερα, να επισκέπτωνται δε πλειστά μέρη της Μεσογεόυ, εως ου, κατά τας αρχάς του καθ΄ ημάς αιώνος, ανεδείχθησαν εις τον κόσμον διάσημοι…. Αντίθετα μετά τους ναπολεόντειους πολέμους: … Αλλά τοσούτω έπρεπε να παρέλθη ο απόλυτος αναγκαίος και πρόσφορος καθ΄όλα χρόνος προς τέλειαν ανόρθωσιν και προαγωγίν· τούτο δε διά την νήσον των Σπετσών δεν υπήρξε. Προώδευσαν, ναι, οι Σπετσιώται και επλούτησαν, αλλ’ ότε πραγματικώς ευρέθησαν είς θέσιν να κατασκευάσωσι τα κάλλιστα των πλοίων, ήτοι μετά το 1815, επήλθεν η ειρήνη τον κόσμου. Tο άπειρον δε χρηματικον αυτών είχε καταναλωθή εις την νανπηγίαν των, ουδαμώς καρποφόρησαν, διότι έκτοτε μέχρι τον 1821, ότε επανεστάτησαν, όχι μόνον δεν άνεδείχθησαν παραγωγό, αλλά και ζημίας επέφεραν τα ταξιδεύοντα πλοία των οίκοκυραίων…»,

Χατζηαναργύρου Ανάργυρου, Ανδρέου, (1861), Τα σπετσιώτικα, ήτοι Συλλογή ιστορικών εγγράφων και υπομνημάτων αφορώντων τη κατά την ελληνικήν Επανάστασιν του 1821 αρυσθείσα εκ των αρχείων της νήσου Σπετσών, συμπληρωθείσα δε εκ των του κράτους αρχείων και άλλων πηγών, Τόμος Α΄, Αθήνα, σελ κγ και κε.

[28] «…αν μέσα στη γενική ευρωπαϊκή κρίση οι Έλληνες μπόρεσαν να επωφεληθούν και να αυξήσουν τη συμμετοχή τους στο εμπόριο, αυτό δεν έγινε προς την κατεύθυνση της ολοκλήρωσης των διαδικασιών που οδηγούσαν στη δημιουργία μιας αστικής αγοράς στον ελλαδικό χώρο, δεν ήταν, δηλαδή, ένα γεγονός με εθνικό χαρακτήρα, αλλά χαρακτηριζόταν από φυγοκεντρισμό. Στο τέλος του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα η οποιαδήποτε εξόγκωση της ελληνικής εμπορικής δραστηριότητας γινόταν προς την πλευρά των παροικιών, λιγότερο, και της εμπορικής ναυτιλίας, περισσότερο. Και οι δυο αυτοί πόλοι της ελληνικής παρουσίας στο διεθνές εμπόριο λειτουργούσαν με τρόπο που αδυνάτιζε την εσωτερική αγορά, την οποία, όχι μόνο δεν τροφοδοτούσαν με εθνικές προοπτικές, αλλά στην οποία, αντίθετα, σφυρηλατούσαν ακόμη πιο πολύ την προοπτική της οικονομικής υποταγής στον ξένο οικονομικό παράγοντα…  Είναι, επομένως, αρκετά σαφές ότι, καταρχήν, μια κρίσιμη αναστάτωση συμβαίνει στις εμπορικές ανταλλαγές του ελλαδικού χώρου. η αναστάτωση αυτή περιλαμβάνει κάμψη του όγκου και της αξίας των ανταλλαγών, μεταβολές στο ρόλο του εμπορεύματος, χάος στις τιμές και προοδευτική μείωση της ελληνικής συμμετοχής…»,

Κρεμυδάς Βασίλης, (1976), Η Οικονομική Κρίση στον Ελλαδικό χώρο στις Αρχες του 19ου Αιώνα και οι Επιπτώσεις της στην Επανάσταση του 1821, Όπου παραπάνω, 21- 22. 

[29] Η Φιλική Εταιρεία μετά το 1822 στην ουσία εξαφανίζεται!

[30] «…Έλθούσης δε της προς έθνεγερσίαν εποχής, οι απόστολοι της Εταιρίας έτρεχον παντου περιερχόμενοι την Πελοπόννησον, την Στερεάν και τάς Νήσους, δια να εκβιάσωσι τονς προκρίτους προς επανάστασιν καθότι είχον αρχίσει ήδη να γίνωνται τα πάντα γνωστά εις την Κυβέρνησιν του Σουλτάνου’ αλλ’ εν Ύδρα. κατά την εποχήν ταύτην υπήρχον δύο μεγάλοι πολίται και οι λοιποί οικοκυραίοι, οίτινες την υπόθεσιν ταύτην της εθνεγερσίας εσκέπτοντο μετά πολλής εμβρίθειας, και εδίσταζον να κάμωσιν αρχήν, πριν ίδωσι και σημεία τινά συνδρομής ξένης τίνος δυνάμεως, ως διεδίδετο, αλλ’ ο λαός, όστις πρό τινων ετών είχεν απολέσει τα εκ του θαλασσίου εμπορίου ωφελήματα του, μαθών την ενεργόυμένην επανάστασιν, εζήτει να εύρη άλλην τύχην, αλλά δεν εισηκουετο πάρα των προκρίτων…»,

Λάμπρος Κουτσονίκας, (1956), Γενική ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, Απομνημονεύματα αγωνιστών του 21, εκδ. Τσουκαλά, Αθήναι, σελ. 31. Υπάρχουν πάρα πολλές πήγες και πλούσια βιβλιογραφία για αυτό το ζήτημα.

[31] Μαυρουδέας, Δ. Σταύρος, Εφοπλιστικό κεφάλαιο: στυγνός εκμεταλλευτής της χώρας και των εργαζομένων, Ομιλία στην ημερίδα της ΠΕΝΕΝ (Πανελλήνια Ένωση Ναυτών Εμπορικής Ναυτιλίας) 4/3/2017, Πειραιάς.

Πήραμε την εικόνα από παλιότερο σχετικό άρθρο της Ευαγγελίας Παλαιολόγου στην ιστοσελίδα offlinepost.gr