«Επιθέσεις κατά της κομμουνιστικής ιδεολογίας με τη χρήση μαρξιστικής ορολογίας»: Το βιβλίο του Γκάμπριελ Ρόκχιλ για την εμφάνιση της «συμβατής» διανοητικής Αριστεράς στις δυτικές χώρες
του Leo Schwarz (Λέο Σβαρτς),
στη Junge Welt, Αύγουστος 31, 2026
δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα theleftchapter.com,
Αύγουστος 30, 2026
σε μετ. του Helmut-Harry Loewen
μετ. Δημοσθένης Γκότσης
επιμ. Διονύσης Περδίκης

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, κατείχε άδεια πρόσβασης σε έγγραφα με ένδειξη ασφαλείας «Άκρως Απόρρητα» στο Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ: ο Χέρμπερτ Μαρκούζε (Herbert Marcuse) κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας του στη Φρανκφούρτη επί του Μάιν (Frankfurt am Main, 6 Ιουνίου 1972)
Κριτική βιβλίου: Γκάμπριελ Ρόκχιλ, Ποιος πλήρωσε τους αυλητές του δυτικού μαρξισμού? Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 2025, 416 σελίδες.
Λίγο πριν από το θάνατό του, ο Χέρμπερτ Μαρκούζε (Herbert Marcuse) έγραψε ένα δοκίμιο για το βιβλίο του Ρούντολφ Μπάρο (Rudolf Bahro) Η Εναλλακτική στην Ανατολική Ευρώπη (The Alternative in Eastern Europe). Στο δοκίμιο αυτό, ο Μαρκούζε χαρακτήρισε την «κριτική του Μπάρο στον πραγματικά υπάρχοντα σοσιαλισμό» ως «τη σημαντικότερη συμβολή στη μαρξιστική θεωρία και πρακτική των τελευταίων δεκαετιών». Η δήλωση αυτή αποτελούσε μέρος μιας συντονισμένης εκστρατείας για το βιβλίο και για τον Μπάρο, η οποία σάρωσε τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης του δυτικού κόσμου μεταξύ του 1977 και του 1979–80. Όπως γνωρίζουμε πλέον (ή μπορούμε να γνωρίζουμε), ένας εντυπωσιακός αριθμός από τις βασικές προσωπικότητες αυτής της εκστρατείας διατηρούσε, κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες, σχέσεις με την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (Central Intelligence Agency, CIA) ή με διάφορους φορείς και οργανισμούς που είτε ελέγχονταν, είτε χρηματοδοτούνταν, είτε θεωρούνταν «φιλικοί» από τη CIA ή το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ. Στον πρώτο τόμο της τριλογίας του για την ανασύνθεση του «διανοητικού παγκόσμιου πολέμου» κατά του πραγματικά υπάρχοντος σοσιαλισμού, ο Γκάμπριελ Ρόκχιλ (Gabriel Rockhill) εξετάζει την ιστορία και τη συγκεκριμένη λειτουργία αυτών των δικτύων της «αυτοκρατορικής βιομηχανίας της θεωρίας» που αναδύθηκαν μετά το 1945, εστιάζοντας κυρίως στη Σχολή της Φρανκφούρτης (Frankfurt School) και στους ακαδημαϊκούς «μαρξισμούς» του δυτικού κόσμου, οι οποίοι συνήθως κατηγοριοποιούνται ως «Δυτικός Μαρξισμός».

Στο εξώφυλλο του βιβλίου του Ρόκχιλ εμφανίζεται (πάνω) ο αξιωματικός της CIA Μάικλ Τζόσελσον (Michael Josselson) μαζί με προσωπικότητες του λογοτεχνικού κόσμου, καθώς και (κάτω αριστερά) ο φιλόσοφος Τεοντόρ Β. Αντόρνο (Theodor W. Adorno) και (κάτω δεξιά) ο Χέρμπερτ Μαρκούζε (Herbert Marcuse).
Ο Ρόκχιλ έχει εντάξει αυτή την έρευνα σε μια λεπτομερή «υλιστική συγκεκριμενοποίηση» της σχετικής θεωρητικής βιβλιογραφίας. Η πιο αμφιλεγόμενη πτυχή αυτού του εγχειρήματος, όπως αποδεικνύεται από ορισμένες οργισμένες αντιδράσεις στο βιβλίο, είναι η λεπτομερής περιγραφή του τρόπου με τον οποίο ο «Δυτικός Μαρξισμός» και οι πρωταγωνιστές του ενσωματώθηκαν στη στρατηγική και την πρακτική του διανοητικού αγώνα κατά του σοσιαλισμού που αναπτύχθηκε στην Ουάσιγκτον. Ο Ρόκχιλ υποστηρίζει το συμπέρασμά του — ότι οι «Δυτικοί Μαρξιστές» έχουν «υποστηριχθεί και ενισχυθεί από το αυτοκρατορικό εποικοδόμημα τόσο από το αστικό κράτος, για το οποίο πολλοί από αυτούς εργάστηκαν επί χρόνια, όσο και από τον αστικό πολιτιστικό μηχανισμό» — με πλούσιο εμπειρικό υλικό. Στόχος του είναι να δείξει γιατί αυτό το θεωρητικό έργο παρουσίαζε ενδιαφέρον για αυτούς τους μηχανισμούς και σε ποιο βαθμό, για παράδειγμα, η διανοητική επιρροή της Σχολής της Φρανκφούρτης σχετίζεται με αυτή την «αόρατη» υποστήριξη. «Σαν σκιά», παρατηρεί, «η συνεργασία με ισχυρούς κρατικούς φορείς» συνόδευε «τη διανοητική φήμη στον καπιταλιστικό κόσμο».
Αντικομμουνιστικός Μαρξισμός
Ο Ρόκχιλ δεν ισχυρίζεται, όπως αμέσως κατηγορήθηκε ότι έκανε, ότι ο «Δυτικός Μαρξισμός» ήταν «εφεύρεση» της CIA. Ανασυνθέτει, όμως, τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε και σχεδιάστηκε εννοιολογικά η ενσωμάτωση αυτού του θεωρητικού έργου στον «πνευματικό παγκόσμιο πόλεμο» κατά του σοσιαλισμού. Δείχνει μέχρι πού έφτασε αυτή η ενσωμάτωση σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και γιατί ήταν λογικά συνεπής από άποψη περιεχομένου. Αυτό οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι οι «Δυτικοί Μαρξιστές» είχαν την τάση «να υποστηρίζουν τον ιμπεριαλισμό, ή τουλάχιστον να τον καθιστούν αποδεκτό». Πρέπει να αναγνωριστεί στον Ρόκχιλ ότι, βασιζόμενος στο πλαίσιο μιας μαρξιστικής ιστορίας των ιδεών – μιας επιστημονικής ειδικότητας που έχει σε μεγάλο βαθμό εκλείψει στον γερμανόφωνο κόσμο –, ανέλαβε την προσπάθεια να αναπτύξει μια ολοκληρωμένη αντίληψη για αυτόν τον «παγκόσμιο πόλεμο».
Η ανάλυση του δοκιμίου του Μαρκούζε για τον Μπάρο αποτελεί το ουσιαστικό συμπέρασμα του βιβλίου. Ο «Δυτικός Μαρξισμός», όπως ο Ρόκχιλ προσπαθεί να αποδείξει εδώ και σε πολλά άλλα σημεία, ήταν ένας αντικομμουνιστικός (ή «αυτοκρατορικός») ψευδο-μαρξισμός που απευθυνόταν σε μια «συμβατή Αριστερά» στις καπιταλιστικές μητροπόλεις. Ο πυρήνας αυτής της προσέγγισης ήταν μια σκόπιμη αντίθεση σε αυτό που ο Ρόκχιλ αποκαλεί «αντιιμπεριαλιστικό» ή «καθολικό» μαρξισμό. Για τον Ρόκχιλ, τα χαρακτηριστικά του «ιμπεριαλιστικού μαρξισμού» είναι: η απόρριψη του μαρξιστικο-λενινιστικού μοντέλου της επανάστασης καθώς και της έννοιας της ταξικής πάλης και, στην περίπτωση του Μαρκούζε, για παράδειγμα, η αντικατάστασή τους με μια αόριστη συμπάθεια για τις «εξεγέρσεις»· μια στροφή μακριά από τις υλιστικές κατηγορίες προς μια έμφαση στην υποκειμενικότητα και τη συνείδηση (και, όσον αφορά τις δικές μας ενέργειες, μακριά από την πράξη προς τη θεωρία)· η αντιστροφή της σχέσης μεταξύ της κοινωνικοοικονομικής βάσης και της υπερδομής, σύμφωνα με την οποία αποδίδεται ηγετικός ρόλος στους διανοούμενους ή στον πολιτισμό· και, τέλος, ο αγώνας ενάντια στην αντίληψη ότι ένας σοσιαλιστικός μετασχηματισμός συνδέεται αναγκαστικά με μια (προσωρινή) συγκέντρωση της κρατικής εξουσίας ή μια δικτατορία.
«Ο Δυτικός Μαρξισμός», γράφει ο Ρόκχιλ, δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την αλλαγή του κόσμου, αλλά το πολύ για την ερμηνεία του, με την τάση να επικεντρώνεται αποκλειστικά σε κείμενα ή πολιτιστικά προϊόντα «ώστε να μην χρειάζεται να ασχοληθεί με τον πραγματικό κόσμο». Αυτή η διάθεση οδηγεί επίσης στη χαρακτηριστική προτίμησή του για την πνευματική «διαχείριση της εικόνας»: ιδιόμορφο λεξιλόγιο, «θεωρητικός σκοταδισμός» και «εκτενείς αναφορές στην αστική κουλτούρα».
Ο σοσιαλισμός, για παράδειγμα, θεωρείται από τον Μαρκούζε ως ένα (συμβουλιακό-)δημοκρατικό φαινόμενο του εποικοδομήματος, αλλά όχι ως μια γεμάτη συγκρούσεις αναδιάρθρωση της κοινωνικοοικονομικής βάσης. Χρησιμοποιώντας το δοκίμιο του Μπάρο ως παράδειγμα, ο Ρόκχιλ γράφει: «Η ιδέα ότι τέτοιες χώρες θα πρέπει να αποκεντρωθούν αμέσως και να καταργήσουν το δικό τους κράτος και να ενδυναμώσουν δημοκρατικά ολόκληρο τον πληθυσμό, ενώ δέχονται επίθεση από τον ιμπεριαλισμό, ισοδυναμεί με την επιμονή ότι, για να θεωρηθούν πραγματικά σοσιαλιστικές, πρέπει να δημιουργήσουν τις αντικειμενικές συνθήκες για τη δική τους ήττα.» Ένα τέτοιο επιχείρημα, υποστηρίζει ο Ρόκχιλ, είναι αντάξιο ενός «διανοούμενου του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ», όπως αποκαλεί τον Μαρκούζε.
Ιδεολογικός πόλεμος
Δεν πρόκειται για μια αβάσιμη κατηγορία. Στη γερμανική συζήτηση για τη μεταπολεμική ιστορία, εξακολουθεί να υπάρχει ελάχιστη αναγνώριση της κλίμακας —τόσο εννοιολογικής όσο και υλικής— που απέκτησε ο αγώνας «για τις καρδιές και τα μυαλά», τον οποίο ξεκίνησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά το 1945. Υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες της αντιπαράθεσής της με την ΕΣΣΔ, η νέα ηγετική δύναμη του ιμπεριαλισμού ανέπτυξε ένα νέο είδος προπαγάνδας. Σύμφωνα με τον Ρόκχιλ, αυτός ο ιμπεριαλισμός, «υπό το λάβαρο της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», καθιέρωσε τη «μοναδική παράδοση» της «άρνησης της ίδιας του της ύπαρξης» («empire denial»· Σ.τ.Μ., «αυτοκρατορική άρνηση»). Παρουσιάστηκε σε παγκόσμια κλίμακα ως απελευθερωτής και βασίστηκε κυρίως σε έμμεσες μορφές επιρροής και κυριαρχίας. Ωστόσο, αυτό δεν ήταν δυνατό χωρίς έναν ελάχιστο βαθμό ελέγχου επί της «συνολικής ιδεολογικής κοσμοθεωρίας» —δηλαδή, χωρίς τη δημιουργία «του πιο ισχυρού, εκτεταμένου και συγκεντρωτικού πολιτιστικού μηχανισμού στην ιστορία της ανθρωπότητας». Αυτός ο μηχανισμός «ιδεολογικού πολέμου» στόχευε επίσης «τον κόσμο της επαγγελματικής διανόησης».
Η ιδέα αυτή εμφανίστηκε από νωρίς — συγκεκριμένα, για παράδειγμα, στο Συμβούλιο Ψυχολογικής Στρατηγικής (Psychological Strategy Board, PSB), το οποίο υπαγόταν στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας (National Security Council) — ότι ο αγώνας κατά του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος και της Σοβιετικής Ένωσης δεν έπρεπε πλέον να διεξάγεται αποκλειστικά μέσω «σκληρής» αντικομμουνιστικής προπαγάνδας, αλλά, όπως αναφέρει ένα έγγραφο του PSB του 1953, και μέσω «μακροπρόθεσμων πνευματικών κινημάτων, τα οποία θα απευθύνονται στους διανοούμενους, συμπεριλαμβανομένων των ακαδημαϊκών και των ομάδων που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη». Ένα έγγραφο του PSB του 1952, το οποίο ο Ρόκχιλ παραθέτει πλήρως στο παράρτημα του βιβλίου του, συνιστά ρητά «επιθέσεις κατά της κομμουνιστικής ιδεολογίας με τη χρήση μαρξιστικής ορολογίας», καθώς και την «υπεράσπιση της δυτικής κοινωνίας με τη χρήση μαρξιστικής ορολογίας». Το έγγραφο αυτό δηλώνει ρητά ότι τέτοια βιβλιογραφία υπάρχει ήδη και ότι «εμείς» πρέπει πρώτα να διασφαλίσουμε ότι αυτή η βιβλιογραφία «θα αξιολογηθεί, θα διαδοθεί και θα διανεμηθεί ευρέως». Ο επόμενος στόχος, αναφέρει, πρέπει να είναι η επέκταση αυτού του σώματος βιβλιογραφίας: «Διαθέτουμε τα απαραίτητα μέσα για να ενθαρρύνουμε την παραγωγή τέτοιων βιβλίων από ικανούς ξένους συγγραφείς».
Ο Ρόκχιλ αποκαλεί αυτή την έννοια «εκστρατεία ήπιας πίεσης κατά του κομμουνισμού». Ο Marcuse παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Ρόκχιλ, διότι δεν αρκέστηκε απλώς να ευθυγραμμιστεί με αυτή την εκστρατεία, όπως έκαναν άλλοι «Δυτικοί Μαρξιστές», και να επωφεληθεί από τη σχετική «ανύψωση», αλλά συμμετείχε ενεργά στην ανάπτυξή της. Ως επικεφαλής της «Επιτροπής για τον Παγκόσμιο Κομμουνισμό» («Committee on World Communism») στο Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, εργάστηκε απευθείας για το PSB.
Ωστόσο, το βιβλίο του Ρόκχιλ δεν αποσκοπεί πρωτίστως στην απόδειξη της προσωπικής εμπλοκής (παρά τις εντατικές απολογητικές προσπάθειες συσκότισης, πολλά γεγονότα είναι γνωστά εδώ και καιρό), ειδικά δεδομένου ότι τονίζει επανειλημμένα ότι ο Μαρκούζε, συγκεκριμένα, βρισκόταν πιο αριστερά από άλλους «Δυτικούς Μαρξιστές» σε πολλά ζητήματα. Αντίθετα, χρησιμοποιώντας το παράδειγμα του «Δυτικού Μαρξισμού», ο Ρόκχιλ καταδεικνύει με λεπτομέρεια έναν «σύνδεσμο κράτους-οικονομίας-διανόησης»: την επιρροή «διάφορων κυβερνητικών δυνάμεων και, τελικά, της καπιταλιστικής άρχουσας τάξης» στην παραγωγή της θεωρίας, η οποία δεν συνίστατο αποκλειστικά στο γεγονός ότι η επιστροφή του Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών (Institute for Social Research) στη Γερμανία επιδοτήθηκε από τις ΗΠΑ με το, για την εποχή εκείνη, σημαντικό ποσό των 440.300 γερμανικών μάρκων. Συνολικά, καταφέρνει να παρουσιάσει ένα συναρπαστικό κριτικό πανόραμα της μεταπολεμικής πνευματικής ζωής. Μια γερμανική μετάφραση αυτού του βιβλίου θα ήταν ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη.
Πρωτότυπο άρθρο: Η παραγωγή της ιδεολογίας – Η δόξα και η σκιά της. «Επιθέσεις κατά της κομμουνιστικής ιδεολογίας με μαρξιστική ορολογία»: Το βιβλίο του Γκάμπριελ Ρόκχιλ για τη γένεση της «συμβατής» διανοητικής Αριστεράς στις δυτικές χώρες. Από τον Leo Schwarz, junge Welt, 18.08.26.