Πέρα από την Ευρωκεντρική Γραμμική Ιστορική Τελεολογία: Η Αναπτυξιακή Πορεία της Σοσιαλιστικής Νεωτερικότητας της Κίνας και ο Μύθος του Αναπόφευκτου Ιμπεριαλιστικού Εκφυλισμού.
από το facebook του Bisharat Abbasi
μετ. Δημήτρης Κούλος
επιμ. Διονύσης Περδίκης
Η σύγχρονη ρητορική που διακηρύσσει τον αναπόφευκτο μετασχηματισμό της Κίνας σε νέο ιμπεριαλιστικό ηγεμόνα καθώς ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός παρακμάζει αποκαλύπτει πολύ περισσότερα για τις δυτικές θεωρητικές ανησυχίες παρά για τη συγκεκριμένη τροχιά της κινεζικής ανάπτυξης. Κάτω από την επιφάνεια αυτού του επιχειρήματος βρίσκεται ένας βαθιά ριζωμένος ευρωκεντρικός ντετερμινισμός: η υπόθεση ότι κάθε ανερχόμενη δύναμη οφείλει μηχανιστικά να αναπαράγει την ιστορική διαδρομή του δυτικού καπιταλιστικού πυρήνα — από την παραγωγική βιομηχανική άνοδο στο μονοπωλιακό χρηματιστικό κεφάλαιο, και από εκεί στη στρατιωτικοποιημένη παγκόσμια κυριαρχία. Ωστόσο, ο ιστορικός υλισμός, αν σημαίνει κάτι, αυτό είναι ότι απαιτεί την αμείλικτη κριτική μιας τέτοιας αφηρημένης καθολικοποίησης. Επιμένει στο ότι πρέπει να εξετάζουμε τους συγκεκριμένους ιστορικούς σχηματισμούς στην ιδιοτυπία τους, την ταξική τους δομή, τη θεσμική τους αρχιτεκτονική και την ιδεολογική τους αυτοαντίληψη. Η υπαγωγή του σοσιαλιστικά καθοδηγούμενου αναπτυσσόμενου κράτους της Κίνας στην ίδια αναλυτική κατηγορία με τον κλασικό ιμπεριαλισμό των Ηνωμένων Πολιτειών ή των παλαιών ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών σημαίνει την υποκατάσταση της ανάλυσης με την αναλογία και της διαλεκτικής με την ρητορική.
Ο ιμπεριαλισμός, με την αυστηρή μαρξιστική έννοια που ανέπτυξε ο Βλαντίμιρ Λένιν, δεν ήταν απλώς ζήτημα «ισχυροποίησης» ή επιδραστικότητας ενός κράτους. Ήταν ένα δομικό στάδιο του καπιταλισμού που χαρακτηριζόταν από την κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου, τη συγχώνευση βιομηχανικού και τραπεζικού κεφαλαίου σε χρηματιστικό κεφάλαιο, την εξαγωγή κεφαλαίου ως αναγκαιότητα που γεννιέται από την υπερσυσσώρευση και τον βίαιο διαμοιρασμό του κόσμου μεταξύ των ανταγωνιζόμενων δυνάμεων. Η εξαγωγή κεφαλαίου δεν ήταν φιλανθρωπική· ήταν η έκφραση μιας εσωτερικής κρίσης κερδοφορίας (πτώση του ποσοστού κέρδους) στις καπιταλιστικές οικονομίες του πυρήνα. Όταν οι εγχώριες αγορές έγιναν κορεσμένες αγορές και τα ποσοστά απόδοσης μειώθηκαν, το κεφάλαιο αναζήτησε νέα εδάφη, νέα αποθέματα εργασίας και νέες πηγές πρώτων υλών. Ο κρατικός μηχανισμός έγινε ο εγγυητής αυτών των επεκτάσεων μέσω της αποικιακής κατάκτησης, της στρατιωτικής επέμβασης και του χρηματοπιστωτικού εξαναγκασμού. Έτσι, ο ιμπεριαλισμός δεν ήταν απλώς εξωτερική πολιτική — ήταν η πολιτική μορφή που προσέλαβε ο ώριμος μονοπωλιακός καπιταλισμός.
Το αποφασιστικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Κίνα συμμετέχει στο διεθνές εμπόριο, αν επενδύει στο εξωτερικό ή αν επεκτείνει την τεχνολογική της εμβέλεια. Το ερώτημα είναι αν οι δομικές συνθήκες που περιέγραψε ο Λένιν — κυριαρχία του μονοπωλιακού χρηματιστικού κεφαλαίου πάνω στο κράτος, εξαγωγή κεφαλαίου λόγω εσωτερικής στασιμότητας και συστηματικός στρατιωτικοποιημένος διαμοιρασμός του κόσμου — καθορίζουν την ανάπτυξη της Κίνας. Όταν εξετάζουμε τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, αυτό που συναντούμε δεν είναι ένα κλασικό καπιταλιστικό κράτος αιχμάλωτο ιδιωτικών χρηματοπιστωτικών ολιγαρχών, αλλά μια πολιτεία σοσιαλιστικής προέλευσης, όπου οι διοικητικές κορυφές της οικονομίας παραμένουν υπό κρατικό έλεγχο και όπου ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός συνεχίζει να υποτάσσει τις χρηματοοικονομικές ροές στη βιομηχανική στρατηγική. Οι μεγαλύτερες τράπεζες είναι κρατικές· οι πιο στρατηγικοί τομείς — ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, βαριά βιομηχανία, μεταφορές — λειτουργούν υπό την αποφασιστική δημόσια εξουσία· και οι έλεγχοι κεφαλαίου παραμένουν εργαλεία μακροοικονομικής διακυβέρνησης. Αυτή και μόνο η δομική συγκρότηση διαφοροποιεί την Κίνα από την ιστορική πορεία του Ηνωμένου Βασιλείου τον 19ο αιώνα ή των Ηνωμένων Πολιτειών τον 20ό.
Οι δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αναδύθηκαν από κοινωνίες που ήταν καπιταλιστικές από τη γένεσή τους. Οι κρατικές τους μορφές αποκρυσταλλώθηκαν παράλληλα με την αστική ταξική κυριαρχία, και οι αποικιακές τους επεκτάσεις ήταν αναπόσπαστες από την πρωταρχική συσσώρευση και τη διαμόρφωση της παγκόσμιας αγοράς. Αντίθετα, η σύγχρονη Κίνα γεννήθηκε μέσα από μια αντιαποικιακή επανάσταση, από τον εμφύλιο πόλεμο και τη σοσιαλιστική ανασυγκρότηση. Η νομιμοποίηση του κυβερνώντος κόμματος δεν προέρχεται από την ιδιωτική ιδιοκτησία αλλά από την επαναστατική ιστορία και την αναπτυξιακή επίδοση. Ακόμη και οι μεταρρυθμίσεις μετά το 1978, που συχνά παρερμηνεύονται ως «παλινόρθωση», πραγματοποιήθηκαν μέσα σε ένα πλαίσιο ρητά ορισμένο ως σοσιαλισμός με κινεζικά χαρακτηριστικά — μηχανισμοί αγοράς εισήχθησαν ως εργαλεία παραγωγικής επέκτασης υπό την εποπτεία του κόμματος, όχι ως αυτόνομες δυνάμεις που υπερβαίνουν την πολιτική εξουσία. Μπορεί κανείς να συζητήσει τις αντιφάσεις που ενυπάρχουν σε αυτό το υβριδικό σχήμα, αλλά δεν μπορεί απλώς να διαγράψει τη σοσιαλιστική του καταγωγή.
Το άγχος στη δυτική αρθρογραφία προκύπτει ακριβώς επειδή η πορεία της Κίνας αμφισβητεί το τέλος των ιδεολογιών και της ιστορίας που διακηρύχθηκε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Η υπόθεση ότι όλοι οι δρόμοι οδηγούν σε νεοφιλελεύθερη σύγκλιση έχει αποδειχθεί ιστορικά αβάσιμη. Αντί η χρηματιστικοποίηση να αποψιλώσει τη βιομηχανική της βάση, η Κίνα κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση — ενισχύοντας την προηγμένη μεταποίηση, τις υποδομές και την τεχνολογική κυριαρχία. Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες βίωσαν αποβιομηχάνιση και υπερτροφία της κερδοσκοπικής χρηματοπιστωτικής σφαίρας, η Κίνα επέκτεινε την πραγματική της οικονομία και έβγαλε εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους από τη φτώχεια. Ο δυτικός πυρήνας μετέφερε την παραγωγή στο εξωτερικό για να μεγιστοποιήσει βραχυπρόθεσμες αποδόσεις για τους μετόχους· η Κίνα εσωτερίκευσε τις αλυσίδες εφοδιασμού για να διασφαλίσει μακροπρόθεσμη εθνική ανθεκτικότητα. Αυτές οι αποκλίνουσες πορείες δεν είναι τυχαίες — αντανακλούν διακριτές ταξικές συγκροτήσεις και στρατηγικές προτεραιότητες.
Το να υποστηρίζει κανείς ότι η Κίνα θα ακολουθήσει «αναπόφευκτα» το δυτικό ιμπεριαλιστικό σενάριο προϋποθέτει ότι η ηγεσία της θα παραδώσει οικειοθελώς την κρατική πειθαρχία πάνω στη χρηματοπιστωτική σφαίρα, θα επιτρέψει σε ιδιωτικά μονοπώλια να κυριαρχήσουν στην εθνική πολιτική και θα αγκαλιάσει τη μόνιμη στρατιωτικοποιημένη επέκταση ως οικονομική αναγκαιότητα. Ωστόσο, ένας τέτοιος μετασχηματισμός θα συνιστούσε όχι συνέχεια αλλά ρήξη — μια ποιοτική τομή με τη θεσμική λογική που έχει στηρίξει την κινεζική ανάπτυξη επί δεκαετίες. Γιατί ένα κράτος που μελέτησε προσεκτικά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τις κρίσεις του δυτικού καπιταλισμού να επιλέξει να αναπαράγει τις παθολογίες τους; Οι ιστορικοί δρώντες δεν είναι τυφλά αυτόματα που επαναλαμβάνουν ξένα σενάρια· είναι συνειδητοί παράγοντες που πλοηγούνται μέσα σε κληρονομημένες αντιφάσεις.
Μεγάλο μέρος του αφηγήματος περί «ιμπεριαλιστικής Κίνας» στηρίζεται σε πρωτοβουλίες όπως η χρηματοδότηση υποδομών στο εξωτερικό και στη βαθύτερη ένταξη στο παγκόσμιο εμπόριο. Όμως τα δάνεια για υποδομές, οι διαπραγματευόμενες συμφωνίες και τα μακροπρόθεσμα αναπτυξιακά έργα δεν συνιστούν αυτομάτως ιμπεριαλισμό με τη λενινιστική έννοια. Ο ιμπεριαλισμός συνεπάγεται εξαναγκαστική κυριαρχία που υποστηρίζεται από στρατιωτική επιβολή και χρηματοπιστωτική υποταγή ολόκληρων περιοχών στο μητροπολιτικό κεφάλαιο. Πρέπει, συνεπώς, να συγκρίνει κανείς το παγκόσμιο αποτύπωμα της Κίνας με εκείνο των Ηνωμένων Πολιτειών: εκατοντάδες υπερπόντιες στρατιωτικές βάσεις, ένα παγκόσμιο σύστημα συμμαχιών με ένοπλη ισχύ, επεμβάσεις για αλλαγή καθεστώτων και η εργαλειοποίηση του δολαριοκεντρικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Δεν υπάρχει κινεζικό ανάλογο της περικύκλωσης του πλανήτη από το ΝΑΤΟ, ούτε συστηματικό μοτίβο στρατιωτικών εισβολών για την εξασφάλιση διαδρόμων πόρων, ούτε συγκρίσιμο καθεστώς κυρώσεων που στραγγαλίζει ολόκληρες κοινωνίες. Η ασυμμετρία είναι δομική, όχι ρητορική.
Βεβαίως, καμία μαρξιστική ανάλυση δεν πρέπει να διολισθήσει στο ρομαντισμό. Υπάρχουν αντιφάσεις στην κινεζική κοινωνία — ανισότητα, περιφερειακές ανισότητες, εντάσεις μεταξύ μηχανισμών αγοράς και σοσιαλιστικών αρχών. Η ύπαρξη αυτών των αντιφάσεων σημαίνει ότι το μέλλον δεν είναι προκαθορισμένο. Ο εκφυλισμός είναι ιστορική δυνατότητα σε κάθε μεταβατικό σχηματισμό. Όμως η δυνατότητα δεν είναι αναγκαιότητα. Η διαλεκτική μας διδάσκει ότι τα αποτελέσματα εξαρτώνται από την ταξική πάλη, την πολιτική ηγεσία και τη θεσμική ανθεκτικότητα. Η εσωτερική ισορροπία μεταξύ σοσιαλιστικού σχεδιασμού και δυνάμεων της αγοράς παραμένει ένα πεδίο διαπάλης, όχι ένα κλειστό ζήτημα. Το να αναγνωρίζει κανείς αυτή την πολυπλοκότητα δεν σημαίνει να εξισώνει την Κίνα με τον κλασικό ιμπεριαλισμό· σημαίνει να αντιμετωπίζει την ιστορία ως ανοιχτή και ως όχι μηχανιστικά κυκλική.
Η βαθύτερη ιδεολογική λειτουργία του αφηγήματος περί «νέου ιμπεριαλισμού» είναι να εξουδετερώσει την πρόκληση που θέτει η πολυπολικότητα. Αν η Κίνα μπορεί να κατηγοριοποιηθεί απλώς ως ένας ακόμη ιμπεριαλιστικός θηρευτής, τότε στον παγκόσμιο Νότο δεν προσφέρεται κανένας εναλλακτικός ορίζοντας — μόνο μια επιλογή μεταξύ ανταγωνιστικών αυτοκρατοριών. Ένα τέτοιο πλαίσιο διαγράφει την αντιαποικιακή διάσταση της κινεζικής εξωτερικής ρητορικής και την έμφαση στην εθνική κυριαρχία και τη μη επέμβαση. Επίσης, συσκοτίζει την ιστορική μνήμη της δυτικής αποικιακής βίας που συνεχίζει να διαμορφώνει την κινεζική στρατηγική σκέψη. Ο «αιώνας της ταπείνωσης» δεν είναι μεταφορά· είναι βιωμένη ιστορική εμπειρία που τροφοδοτεί τη σύγχρονη επιφυλακτικότητα απέναντι στην υπερεπέκταση και την υποταγή στο εξωτερικό κεφάλαιο.
Οι αυτοκρατορίες ιστορικά καταρρέουν από εσωτερικές αντιφάσεις — υπερεκτεταμένες στρατιωτικές δεσμεύσεις, χρηματοπιστωτικές φούσκες, πολιτικό κατακερματισμό. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν ακριβώς τέτοια διλήμματα: πόλωση, δημοσιονομικά ελλείμματα και φθίνουσα βιομηχανική ανταγωνιστικότητα. Το να υποθέτει κανείς ότι η Κίνα θα αναπαράγει αυτή την πορεία σημαίνει ότι η Κίνα θα εγκαταλείψει το αναπτυξιακό κρατικό μοντέλο που μέχρι τώρα την έχει προστατεύσει από παρόμοια παρακμή. Ωστόσο, τα δεδομένα δείχνουν εδραίωση αντί για υποχώρηση — αυστηρότερη ρύθμιση της κερδοσκοπικής χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας, τεχνολογική αυτάρκεια και ορίζοντες στρατηγικού σχεδιασμού που εκτείνονται δεκαετίες στο μέλλον.
Σε τελική ανάλυση, ο ισχυρισμός ότι η Κίνα «πρέπει» να γίνει ιμπεριαλιστική στηρίζεται σε ένα φιλοσοφικό σφάλμα: την καθολικοποίηση μιας ιστορικά συγκεκριμένης δυτικής εμπειρίας. Ο ιστορικός υλισμός απορρίπτει μια τέτοια αφαίρεση. Επιμένει ότι οι κοινωνικοί σχηματισμοί εξελίσσονται μέσα από τις δικές τους αντιφάσεις, όχι μέσω μιας μεταφυσικής επανάληψης. Η πορεία της Κίνας θα καθοριστεί από την αλληλεπίδραση μεταξύ των σοσιαλιστικών θεσμών, των δυναμικών της αγοράς, των παγκόσμιων πιέσεων και της εσωτερικής ταξικής πάλης. Μπορεί να σκοντάψει· μπορεί να μετασχηματιστεί· μπορεί να παράγει νέες συνθέσεις απρόβλεπτες τόσο για τους θαυμαστές όσο και για τους επικριτές της. Αλλά δεν είναι καταδικασμένη να αναπαράγει το δράμα των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών του 19ου αιώνα ή τον κύκλο του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού μιλιταρισμού του 20ού.
Γιατί να αυτοκαταστραφεί η Κίνα υιοθετώντας τη διαβρωτική λογική του μονοπωλιακού χρηματιστικού κεφαλαίου που αποψίλωσε τον δυτικό πυρήνα; Μόνο αν απαρνηθεί τις δομικές αρχές που τη διακρίνουν — την πρωτοκαθεδρία του κράτους επί της χρηματοπιστωτικής σφαίρας, τον μακροπρόθεσμο βιομηχανικό σχεδιασμό και το πολιτικό μονοπώλιο ενός κόμματος ριζωμένου σε επαναστατική νομιμοποίηση. Όσο αυτά τα θεμέλια διατηρούνται, η επανάληψη της πορείας του δυτικού ιμπεριαλισμού δεν είναι ούτε ιστορικά αναγκαία ούτε δομικά προδιαγεγραμμένη.
Η ιστορία είναι διαλεκτική όχι φαταλιστική. Και η διαλεκτική επιτρέπει την ανάδυση νέων μορφών πέρα από τις εξαντλημένες τροχιές των παλαιών ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ή του παρακμάζοντος αμερικανικού ιμπεριαλισμού.