Πέρα από την ευρωκεντρική κηδεμονία: Φιλοσοφία, ταξική πάλη και η μαρξιστική-λενινιστική εμπλοκή του Παγκόσμιου Νότου με τις δυτικές φιλοσοφικές παραδόσεις

 

του Bisharat Abbasi

μετ. Δημήτρης Κούλος

από το substack.com

επιμ. Διονύσης Περδίκης

 

 

Εισαγωγή

Η σχέση ανάμεσα στη φιλοσοφία, την πολιτική και τον γεωπολιτικό προσανατολισμό συνιστά ένα θεμελιώδες πεδίο μάχης για κάθε επαναστατική θεωρία που φιλοδοξεί όχι απλώς να ερμηνεύσει τον κόσμο αλλά να τον αλλάξει. Η θέση ότι το φιλοσοφικό βάθος και η πολιτική-γεωπολιτική ορθότητα ανήκουν σε χωριστές, μη επικοινωνούσες σφαίρες, αποτελεί μια σοβαρή πρόκληση —και βεβαίως έναν δυνητικό κίνδυνο— για τη μαρξιστική-λενινιστική παράδοση, ιδίως όπως αυτή βιώνεται, θεωρητικοποιείται και σφυρηλατείται μέσα στο χωνευτήρι του Παγκόσμιου Νότου. Το να υποστηρίζεται, όπως έχει λεχθεί, ότι μπορεί κανείς να είναι «ένας πολύ μέτριος και επιφανειακός στοχαστής» και παρ’ όλα αυτά να κατέχει μια ορθή αντιιμπεριαλιστική θέση, ενώ ένας «βαθιά στοχαστικός και σπουδαίος διανοητής» μπορεί να υπερασπίζεται ευρωκεντρικές και φιλοϊμπεριαλιστικές πολιτικές, σηματοδοτεί την ύπαρξη ενός προβληματικού διαζυγίου μεταξύ θεωρίας και πράξης, ανάμεσα στο βάθος της κατανόησης και στην κατεύθυνση της μετασχηματιστικής δράσης. Το παρόν δοκίμιο, από τη σκοπιά του ιστορικά καταπιεσμένου και επαναστατικού Παγκόσμιου Νότου, επιχειρηματολογεί ενάντια σε ένα τέτοιο σχίσμα. Υποστηρίζει ότι, παρότι αυτή η αποσύνδεση υφίσταται περιγραφικά μέσα στην αστική διανοητική ιστορία (με την περίπτωση του Χάιντεγκερ να στέκει ως ένα ζοφερό μνημείο αυτής της προδοσίας), το να την αποδεχθούμε ως οργανική ή αναγκαία συνθήκη ισοδυναμεί με θεωρητικό αφοπλισμό ακριβώς τη στιγμή που η ιμπεριαλιστική ηγεμονία απαιτεί από εμάς τη μέγιστη δυνατή πνευματική και πρακτική αυστηρότητα. Για εμάς, η φιλοσοφία δεν είναι ούτε ένα φετιχοποιημένο αντικείμενο αποστασιοποιημένου στοχασμού ούτε ένα ουδέτερο εργαλείο αφηρημένων εννοιών. Είναι, όπως το εξέφρασαν ο Μαρξ, ο Λένιν και ο Μάο, το θεωρητικό μέτωπο του ταξικού πολέμου, ένα όπλο που πρέπει να σφυρηλατηθεί, να επιλεγεί και να χρησιμοποιηθεί με αμείλικτη διαλεκτική κριτική, η οποία αποκαλύπτει κάθε ταξικό περιεχόμενο, κάθε ευρωκεντρική προκατάληψη και κάθε πολιτισμικό τυφλό σημείο. Το καθήκον μας είναι να ανακτήσουμε, να εμβαθύνουμε και να καταστήσουμε τη φιλοσοφία όπλο από τη δική μας σκοπιά, εντρυφώντας τόσο στον δυτικό κανόνα όσο και στις δικές μας χιλιετείς παραδόσεις όχι με μια άκριτη ευλάβεια αλλά με το ενεργητικό, κριτικό και συνθετικό πνεύμα της διαλεκτικής άρσης (Aufhebung), υπερβαίνοντάς τες και ενσωματώνοντάς τες στο επαναστατικό μας εγχείρημα για την επίτευξη της σοσιαλιστικής νεωτερικότητας και της πλήρους αποαποικιοποίησης.

 

1. Η αδιάρρηκτη ενότητα του φιλοσοφικού βάθους και της επαναστατικής θέσης: ενάντια στο φετίχ του διαχωρισμού

Το να κάνει κανείς την παραδοχή ότι η αυθεντική φιλοσοφία και η σωστή πολιτική στάση μπορούν να διαχωριστούν ριζικά σημαίνει ότι παραχωρεί ζωτικής σημασίας έδαφος στον αστικό ιδεαλισμό. Υπονοεί σιωπηρά ότι το πεδίο της «βαθιάς σκέψης» λειτουργεί σε έναν αιθέριο χώρο, υπεράνω της υλικής αντιπαράθεσης και της ταξικής πάλης, του ιμπεριαλισμού και της αποικιακής υποδούλωσης. Πρόκειται ακριβώς για την ψευδαίσθηση που ο ιστορικός υλισμός επιδιώκει να διαλύσει. Τα παραδείγματα του Χάιντεγκερ ή διαφόρων στοχαστών της Σχολής της Φρανκφούρτης δεν αποτελούν απόδειξη ενός οργανικού διαχωρισμού· αντιθέτως, συνιστούν κραυγαλέες ενδείξεις του ταξικού χαρακτήρα και της γεωπολιτικής χωροθέτησης κάθε φιλοσοφίας, ανεξαρτήτως του φαινομενικού της βάθους. Το βάθος τους, συχνά υπαρκτό στην ανάλυση ορισμένων όψεων της αστικής αλλοτρίωσης ή της τεχνολογικής νεωτερικής συνθήκης, παραμένει εγκλωβισμένο εντός των οριζόντων της ιμπεριαλιστικής μητρόπολης, αδυνατώντας να πραγματοποιήσει το διαλεκτικό άλμα προς τη σκοπιά των αποικιοκρατούμενων, των προλεταριοποιημένων και των παγκοσμίως εκμεταλλευόμενων. Το «βάθος» αυτό είναι, συνεπώς, μερικό· είναι ένα βάθος που εξερευνά με επιμέλεια το σπήλαιο αλλά αρνείται να αναγνωρίσει τον ήλιο έξω από αυτό ή, χειρότερα, εκλογικεύει τις αλυσίδες που δεσμεύουν τους ενοίκους του. Αντιστρόφως, ένας «ρηχός» στοχαστής με ορθή αντιιμπεριαλιστική θέση πιθανότατα συλλαμβάνει, διαισθητικά ή μέσω της βιωμένης εμπειρίας, μια θεμελιώδη αλήθεια της εποχής μας την οποία ο «περισπούδαστος» φιλόσοφος συσκοτίζει: τον θεμελιώδη ανταγωνιστικό χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού. Ωστόσο, το να παραμείνει αυτή η σύλληψη σε ένα ρηχό, επιφανειακό επίπεδο συνιστά μια σοβαρή στρατηγική αδυναμία. Χωρίς βαθιά, συστηματική φιλοσοφική θεμελίωση, οι ορθές πολιτικές θέσεις κινδυνεύουν να καταστούν δογματικές, άκαμπτες και ευάλωτες σε διαδικασίες ιδεολογικής ενσωμάτωσης ή σε θεωρητική διάβρωση. Στερούνται της αναλυτικής ισχύος που απαιτείται για την πλοήγηση σε σύνθετες και μεταβαλλόμενες πραγματικότητες καθώς και για τη διεξαγωγή ενός αποτελεσματικού πολέμου θέσεων σε ιδεολογικό πεδίο.

Ο Μαρξ, ο Λένιν και ο Μάο δεν προσέγγισαν ποτέ τη φιλοσοφία με αυτόν τον φετιχοποιημένο και αποκομμένο τρόπο. Η διδακτορική διατριβή του Μαρξ για τον Επίκουρο, η δια βίου ενασχόλησή του με τον Χέγκελ και οι κριτικές του στον Προυντόν, τον Φόιερμπαχ και τους Νεαρούς Εγελιανούς δεν ήταν το χόμπι ενός πολυμαθούς. Ήταν χειρουργικές επεμβάσεις με στόχο την διαύγαση του ορθολογικού πυρήνα από το μυστικιστικό κέλυφος, τη μετατροπή της διαλεκτικής σε όπλο για την ανάλυση του κεφαλαίου. Η εμβάθυνση του Λένιν στον Χέγκελ κατά την εξορία του στην Ελβετία, εν μέσω της καταστροφής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου —μια εμβάθυνση που κατέληξε στα Φιλοσοφικά Τετράδια— δεν συνιστούσε μια απόσυρση ακαδημαϊκού τύπου. Ήταν μια απεγνωσμένη και αυστηρή προσπάθεια να εμβαθύνει ο ίδιος —και το κίνημα— στην κατανόηση της διαλεκτικής, προκειμένου να συλλάβει την πρωτοφανή κατάρρευση της Δεύτερης Διεθνούς και την επαναστατική δυνατότητα που αυτή άνοιγε. «Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατικό κίνημα», επέμενε, και η θεωρία αυτή όφειλε να είναι φιλοσοφικά στιβαρή. Τα κείμενα του Μάο Για την Πράξη και Για την Αντίφαση δεν είναι αφηρημένες φιλοσοφικές πραγματείες· είναι φιλοσοφικές καταδύσεις που γεννήθηκαν από τη συγκεκριμένη πρακτική της κινεζικής επανάστασης και στόχευαν στη διόρθωση δογματικών («μηχανιστικά υλιστικών») και υποκειμενιστικών («ιδεαλιστικών») σφαλμάτων στο εσωτερικό του ίδιου του Κόμματος. Η στάση τους ήταν εκείνη της διαλεκτικής κριτικής παρέμβασης: ενθουσιώδη μελέτη της αστικής φιλοσοφίας, αλλά φιλτραρισμένη μέσα από το αμείλικτο κόσκινο της ταξικής ανάλυσης και της επαναστατικής πράξης. Το να μελετά κανείς χωρίς αυτό το φίλτρο σημαίνει έκθεση στον κίνδυνο θεωρητικής μόλυνσης· το να αρνείται όμως κανείς τη βαθιά μελέτη από το φόβο της μόλυνσης είναι εγγύηση θεωρητικής φτώχειας και πολιτικής ευαλωτότητας. Η ενότητα του βάθους και της ορθότητας δεν είναι δεδομένη· είναι μια δυναμική ενότητα που κατακτάται μέσω αδιάκοπης κριτικής και σύνθεσης.

 

2. Η φιλοσοφία ως το θεωρητικό μέτωπο στον πόλεμο των ιδεών: Η μαρξιστική-λενινιστική διαλεκτική μέθοδος

Για τη μαρξιστική-λενινιστική παράδοση, η φιλοσοφία νοείται ρητά ως «ταξικός πόλεμος στο επίπεδο της θεωρίας». Αυτό δεν αποτελεί μια απλή λεκτική μεταφορά, αλλά έναν υλιστικό αξιωματικό πυρήνα. Το πεδίο των ιδεών δεν είναι ένα σαλόνι ευγενικών διαφωνιών· είναι ένα πεδίο όπου η ηγεμονία κατοχυρώνεται ή αμφισβητείται, όπου η νομιμοποίηση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων ενισχύεται ή υπονομεύεται. Κάθε φιλοσοφικό σύστημα, κάθε μεγάλο αφήγημα, κάθε επιστημολογικό πλαίσιο φέρει, συχνά σε κωδικοποιημένη μορφή, τα αποτυπώματα συγκεκριμένων ταξικών συμφερόντων και γεωπολιτικών σχεδίων. Το καθήκον του επαναστατικού διανοουμένου είναι, συνεπώς, διττό: αφενός να εμπλέκεται με αυτές τις ιδέες ώστε να κατανοεί το πλαίσιο του αντιπάλου και να ιδιοποιείται τα χρήσιμα όπλα του, και αφετέρου να τις αποκαλύπτει (σ.σ. τις ιδέες του αντιπάλου), να ασκεί μια διαλεκτική κριτική που φανερώνει την κοινωνική τους λειτουργία. Η εν γένει και εν συνόλω, αφηρημένη, απόρριψη του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού» από διάφορα δυτικά μαρξιστικά και τροτσκιστικά ρεύματα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας ιδέας που οφείλει κριτικά να ξεμπροστιαστεί. Παρουσιαζόμενη ως υπεράσπιση του «καθαρού» σοσιαλισμού ή κάποιων ανθρωπιστικών ιδανικών, αυτή η κριτική συχνά λειτουργεί, αντικειμενικά, ως ιδεολογικό συμπλήρωμα της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης και αποσταθεροποίησης. Οι περισπούδαστες επικρίσεις περί γραφειοκρατίας ή εκφυλισμού, αποσπασμένες από τη συγκεκριμένη, υπό πολιορκία και σημαδεμένη από πληγές, υλική πραγματικότητα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ημιπεριφέρεια και την περιφέρεια —υπό τη διαρκή απειλή εισβολής, δολιοφθοράς και αποκλεισμού— αποκαλύπτουν μια ευρωκεντρική προκατάληψη που προκρίνει ένα ορισμένο ιδεότυπο έναντι της αιματηρής, δύσκολης και μη γραμμικής διαδικασίας του ιστορικού μετασχηματισμού στον Παγκόσμιο Νότο.

Αυτή η απογύμνωση δεν είναι μια απλή πράξη άρνησης. Είναι μια διαλεκτική άρση (Aufhebung): υπέρβαση και ταυτόχρονη διατήρηση, άρνηση του αντιδραστικού ταξικού περιεχομένου και, συγχρόνως, ανύψωση και ενσωμάτωση κάθε ορθολογικής σκέψης σε μια ανώτερη, πιο συγκεκριμένη σύνθεση. Όταν ο Μαρξ άσκησε κριτική στον Χέγκελ, δεν απέρριψε τη διαλεκτική· τη διέσωσε από την ιδεαλιστική της μυστικοποίηση και την επαναθεμελίωσε σε υλιστική βάση. Όταν ο Λένιν άσκησε κριτική στον εμπειριοκριτικισμό, υπερασπιζόταν τη δυνατότητα αντικειμενικής επαναστατικής γνώσης απέναντι στον υποκειμενικό ιδεαλισμό. Όταν ο Μάο άσκησε κριτική στον δογματικό μαρξισμό στο εσωτερικό του ΚΚΚ, αγωνιζόταν για τη ζωντανή, προσαρμόσιμη ψυχή του δόγματος απέναντι στο νεκρό, φορμαλιστικό του κέλυφος. Αυτή είναι η αμείλικτη διαλεκτική κριτική που οφείλουμε να ασκήσουμε. Σημαίνει να ασχολούμαστε με τον Χάιντεγκερ όχι για να θαυμάζουμε εν κενώ την ανάλυσή του περί Dasein και της «λήθης του Είναι», αλλά για να θέτουμε το ερώτημα: πώς σχετίζεται αυτή η βαθιά διερεύνηση του Είναι με την ενεργό του υποστήριξη στο ναζιστικό εγχείρημα, ένα εγχείρημα φυλετικού ιμπεριαλισμού και αποικιακής επέκτασης; Τι είναι εκείνο στη δομή της φιλοσοφίας του, που παρά το όλο βάθος της, την κατέστησε συμβατή με μια τέτοια βαρβαρότητα; Η αποκάλυψη αυτή θα δείξει τον αντιδραστικό πολιτικό οντολογισμό που βρίσκεται στον πυρήνα της. Η εμπλοκή μας δεν αποσκοπεί ποτέ στη φιλοσοφική απόλαυση καθαυτή· αποσκοπεί στη στρατηγική γνώση εντός του πλαισίου του ολόπλευρου πολέμου της απελευθέρωσης.

 

3. Η φιλοσοφία είναι η διανοητική σύλληψη της εποχή της: Η ιστορική ιδιαιτερότητα της σκέψης του Παγκόσμιου Νότου

Η ρήση του Χέγκελ ότι η φιλοσοφία είναι «η διανοητική σύλληψη της εποχής της» παρέχει το κρίσιμο ιστορικο-υλιστικό κλειδί για την αποαποικιοποίηση της φιλοσοφικής ενασχόλησης. Η φιλοσοφία δεν αποτελεί την αναζήτηση άχρονων, άτοπων και αφηρημένων καθολικοτήτων —μια αντίληψη που συνιστά η ίδια μια ευρωκεντρική γενίκευση μιας συγκεκριμένης ιστορικής εμπειρίας. Αντιθέτως, αποτελεί την πλέον συμπυκνωμένη, εννοιακή έκφραση των συγκεκριμένων ιστορικών, πολιτισμικών και κοινωνικών αντιφάσεων μιας εποχής. Από τη σκοπιά του Παγκόσμιου Νότου, αυτό σημαίνει πρωτίστως την αναγνώριση ότι το μεγάλο αφήγημα της «Δυτικής Φιλοσοφίας», από τους Έλληνες έως τη μετανεωτερικότητα, είναι η φιλοσοφική σύλληψη της εποχής της Ευρώπης: των εσωτερικών της ταξικών δυναμικών, της Αναγέννησης, των αστικών επαναστάσεων του Διαφωτισμού, των ιμπεριαλιστικών της κατακτήσεων, της καπιταλιστικής της νεωτερικότητας και των μεταγενέστερων κρίσεών της. Οι αξιώσεις της περί καθολικότητας αποτελούν το ιδεολογικό συμπλήρωμα της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής της κυριαρχίας. Το να μελετά κανείς αυτή την παράδοση ως καθολική σημαίνει να υιοθετεί ασυνείδητα τη σκοπιά του κατακτητή. Ως εκ τούτου, η ενασχόλησή μας οφείλει να εκκινεί από αυτή την πράξη εντοπισμού και τοποθέτησης: να διαβάζουμε τον Χέγκελ όχι ως την κορύφωση της ανθρώπινης σκέψης, αλλά ως τη φιλοσοφική σύλληψη του εκσυγχρονιζόμενου, αστικού και ακόμη ανερχόμενου ευρωπαϊκού εθνικού κράτους. Η διαλεκτική του κυρίου και του δούλου, για παράδειγμα, αποκτά μια ριζικά διαφορετική, περισσότερο κυριολεκτική σημασία όταν αναγιγνώσκεται από τη σκοπιά του αποικιοκρατούμενου σκλάβου.

Για εμάς, λοιπόν, η φιλοσοφία οφείλει να είναι ο στοχασμός της δικής μας εποχής. Η εποχή μας είναι η εποχή της αναβληθείσας νεωτερικότητας, της συνδυασμένης και άνισης ανάπτυξης, των διαρκών ουλών των αποικιακών συνόρων, των εξορυκτικών οικονομιών, των αγώνων εθνικής απελευθέρωσης, της επίπονης συγκρότησης της κυριαρχίας και της αναζήτησης μιας εναλλακτικής, σοσιαλιστικής νεωτερικότητας που δεν αναπαράγει τις οικολογικές και κοινωνικές λεηλασίες του καπιταλιστικού πυρήνα. Ένας μαρξιστής-λενινιστής του Παγκόσμιου Νότου δεν καθίσταται ένας απλός σχολιαστής του Μαρξ, του Λένιν ή του Μάο. Το καθήκον είναι να καταστεί ο Μαρξ, ο Λένιν ή ο Μάο των δικών μας ιστορικά συγκεκριμένων συνθηκών.

Αυτό σημαίνει την εφαρμογή της μεθόδου τους —της ζωντανής, διαλεκτικής, υλιστικής μεθόδου— στη συγκεκριμένη ανάλυση των συγκεκριμένων μας πραγματικοτήτων: των νεοαποικιακών δομών στην Αφρική, της κληρονομιάς της dependencia στη Λατινική Αμερική, των εγχειρημάτων πολιτισμικής-κρατικής αναζωογόνησης στην Ασία, και της σύνθετης αλληλεπίδρασης τάξης, έθνους, θρησκείας και εθνότητας στις κοινωνίες μας. Η καθολικότητά μας δεν προκύπτει από τη άκριτη υιοθέτηση δυτικών κατηγοριών, αλλά από τη συγκεκριμένη ανάλυση των ιδιαιτεροτήτων μας, συμβάλλοντας στη διεθνιστική κατανόηση της παγκόσμιας ταξικής πάλης. Με αυτό το πνεύμα, ο διεθνισμός δεν είναι ομοιομορφία, αλλά «σοσιαλιστική ενότητα μέσα στην ιστορικά συγκεκριμένη ποικιλομορφία».

 

4. Διττό καθήκον: κριτική της Δύσης και ανάκτηση του αυτόχθονου

Η προσαρμογή του μαρξισμού-λενινισμού στα δικά μας πολιτισμικά συμφραζόμενα αποτελεί ένα έργο τεράστιου φιλοσοφικού βάθους, το οποίο απαιτεί ένα διττό, καθήκον. Από τη μία πλευρά, οφείλουμε να συνεχίσουμε και να εμβαθύνουμε τον κριτικό διάλογο με τις δυτικές φιλοσοφικές παραδόσεις, από τα κλασικά τους θεμέλια έως τις σύγχρονες ευρασιατικές ή αντιδραστικές μοντερνιστικές τους εκδοχές (π.χ. Ντούγκιν). Αυτή η κριτική δεν συνιστά εξορκισμό, αλλά στρατηγική διαλογή. Οφείλουμε να εντοπίσουμε εννοιολογικά εργαλεία που μπορούν να αναπροσαρμοστούν διαλεκτικά —για παράδειγμα, ορισμένες όψεις της θεωρίας της εξάρτησης ή της ανάλυσης των παγκόσμιων συστημάτων, οι οποίες αποτελούν προϊόντα τόσο της κριτικής σκέψης του Παγκόσμιου Νότου όσο και του δυτικού ριζοσπαστισμού που ρήγνυται με τον ευρωκεντρισμό. Παράλληλα, πρέπει να αντιμετωπίσουμε ευθέως τις φιλοσοφίες που τροφοδοτούν διανοητικά τον νεοϊμπεριαλισμό ή τον αντιδραστικό παρτικιουλαρισμό, από τη νιτσεϊκή βούληση για δύναμη όπως αυτή ιδιοποιείται από τους φασισμούς έως τον μεταμοντέρνο σκεπτικισμό, ο οποίος σε ορισμένες εκδοχές του υπονομεύει την ίδια τη δυνατότητα συλλογικών επαναστατικών εγχειρημάτων και απελευθερωτικών μετα-αφηγήσεων.

Από την άλλη πλευρά —και αυτό είναι το πλέον παραμελημένο μέτωπο— οφείλουμε να ξεκινήσουμε μια βαθιά, κριτική και διαλεκτική ενασχόληση με τις δικές μας φιλοσοφικές και κοσμολογικές παραδόσεις: την αφρικανική φιλοσοφία Ubuntu με την έμφαση στην κοινοτικότητα και τη διασυνδεσιμότητα· τα σύνθετα υλιστικά και ιδεαλιστικά ρεύματα της ινδικής φιλοσοφίας, από τη Λοκαγιάτα έως την Αντβάιτα· τις πλούσιες κινεζικές παραδόσεις της κομφουκιανής πολιτικής, της ταοϊστικής διαλεκτικής και του ρεαλισμού των Νομικιστών· τα εξελιγμένα κοσμολογικά συστήματα της προκολομβιανής Αμερικής· και τις φιλοσοφικές διαστάσεις του ισλαμικού πολιτισμού που αναμετρήθηκαν με τη λογική, την αποκάλυψη και τη δικαιοσύνη. Αυτή η εμπλοκή δεν αποτελεί μια νατιβιστική επιστροφή ούτε μια ρομαντική αναπόληση του παρελθόντος. Είναι μια αυστηρή, υλιστική κριτική που εντοπίζει τόσο τα προοδευτικά, κοινοτικά και διαλεκτικά στοιχεία που συντονίζονται με τους σοσιαλιστικούς σκοπούς, όσο και τις φεουδαρχικές, ιεραρχικές ή μεταφυσικές όψεις που πρέπει να υπερβούμε. Όπως υποστήριξε ο περουβιανός μαρξιστής Χοσέ Κάρλος Μαριάτεγκι, ο σοσιαλισμός στη Λατινική Αμερική όφειλε να είναι μια «ηρωική δημιουργία», σφυρηλατημένη τόσο από τον επιστημονικό σοσιαλισμό της Ευρώπης όσο και από τις αυτόχθονες κοινοτικές παραδόσεις των Άνδεων και όχι μια ρέπλικα. Αυτή η σύνθεση εμπλουτίζει τη μαρξιστική παράδοση, μετατοπίζοντάς την πέρα από τις συγκεκριμένες ευρωπαϊκές ιστορικές της απαρχές και επιτρέποντάς της να αρθρώνεται στα πολιτισμικά και φιλοσοφικά ιδιώματα των λαών μας, ριζώνοντάς τη στην ιστορική μας μνήμη και στο ηθικό μας σύμπαν. Πρόκειται για μια διαδικασία που καθιστά τον μαρξισμό πραγματικά καθολικό, μέσω της εμβάθυνσης των ριζών του στο σύνολο του φιλοσοφικού εδάφους της ανθρωπότητας.

 

5. Ο μαρξισμός-λενινισμός ως θεωρητικό όπλο για τη σοσιαλιστική νεωτερικότητα

Εν τέλει, για τον Παγκόσμιο Νότο, ο μαρξισμός-λενινισμός δεν είναι μια ακαδημαϊκή φιλοσοφία προς ερμηνεία. Είναι ένα θεωρητικό όπλο για τον ολόπλευρο μετασχηματισμό. Ο στόχος του είναι συγκεκριμένος: η ολοκλήρωση του εγχειρήματος της αποαποικιοποίησης μέσω της εθνικής απελευθέρωσης και της πλήρους πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας· η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων για την υπέρβαση της φτώχειας και της εξάρτησης· η οικοδόμηση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας που διασφαλίζει κοινή ευημερία, αξιοπρέπεια και πολιτισμική άνθηση· και η ενίσχυση της διεθνιστικής αλληλεγγύης απέναντι στον ιμπεριαλισμό. Σε αυτόν τον ολόπλευρο πόλεμο, οφείλουμε να επιλέγουμε και να σφυρηλατούμε τα φιλοσοφικά μας όπλα με σύνεση. Εμπλεκόμαστε με ποικίλες φιλοσοφικές παραδόσεις όχι για να καταστούμε λόγιοι μελετητές του Χάιντεγκερ ή ειδικοί ερμηνευτές των Ουπανισάδων, αλλά για να εμπλουτίσουμε το δικό μας θεωρητικό οπλοστάσιο. Μελετούμε τον νιτσεϊκό προοπτικισμό ή τη χαϊντεγκεριανή φαινομενολογία για να κατανοήσουμε καλύτερα τα ιδεολογικά θεμέλια της ύστερης αστικής υποκειμενικότητας και της κρίσης της, και για να οξύνουμε τα δικά μας αντεπιχειρήματα. Μελετούμε τις αυτόχθονες κοσμοαντιλήψεις μας για να αντλήσουμε εννοιολογικούς πόρους για έναν οικολογικό σοσιαλισμό και για μη ατομοκεντρικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης.

Αυτό είναι το πνεύμα κριτικών διανοητικών γιγάντων όπως ο Ντομένικο Λοσούρντο, που συστηματικά και λεπτομερώς ανέδειξε τη συνενοχή της φιλελεύθερης παράδοσης ως προς τη δουλεία και την αποικιοκρατία, και ο Ενρίκε Ντούσελ, που οικοδόμησε μια «Φιλοσοφία της Απελευθέρωσης» από τη σκοπιά των αποκλεισμένων. Συνιστούν παραδείγματα ενός ενεργά στρατευμένου διανοούμενου του Παγκόσμιου Νότου, ο οποίος εφορμά στο φιλοσοφικό οπλοστάσιο του κόσμου, υποβάλλοντας κάθε όπλο στη δοκιμασία της διαλεκτικο-υλιστικής κριτικής και στις επείγουσες ανάγκες της απελευθέρωσης. Στόχος μας είναι να υπερβούμε την ιστορικά συγκεκριμένη συνθήκη υποτέλειας που μας καθορίζει. Κατά συνέπεια, η φιλοσοφική μας πράξη είναι μια πράξη στρατηγικής σύνθεσης: να καταστούμε οι Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Μάο του δικού μας χρόνου και τόπου, οπλισμένοι με τη βαθύτερη δυνατή κατανόηση τόσο των παγκόσμιων δομών καταπίεσης όσο και των τοπικών πόρων αντίστασης και σοφίας, όλα ενταγμένα στην αδιάκοπη επιδίωξη ενός σοσιαλιστικού μέλλοντος.

 

Επίλογος

Η παραδοχή ότι η αυθεντική, βαθιά φιλοσοφία και η ορθή αντιιμπεριαλιστική πολιτική μπορούν εύκολα να διαχωριστούν συνιστά, από την ιδιαίτερη σκοπιά του Παγκόσμιου Νότου, μια επικίνδυνη υπαναχώρηση προς έναν θεωρητικό εφησυχασμό. Ελλοχεύει ο κίνδυνος να καλλιεργηθεί μια γενιά επαναστατών πολιτικά δεσμευμένων αλλά θεωρητικά αφοπλισμένων, ανίκανων να κατανοήσουν τις σύνθετες ιδεολογικές επιθέσεις του ιμπεριαλισμού ή να πλοηγηθούν στο περίπλοκο φιλοσοφικό τοπίο των ίδιων τους των κοινωνιών. Απορρίπτουμε αυτή την ψευδή διχοτομία. Επιμένουμε στη μαχόμενη ενότητα θεωρίας και πράξης, βάθους και κατεύθυνσης. Ο δρόμος μας είναι ο απαιτητικός, διαλεκτικός δρόμος που χάραξαν οι δάσκαλοι της παράδοσής μας: μια ανελέητη κριτική των πάντων, η οποία περιλαμβάνει και μια αμείλικτη κριτική της ίδιας της φιλοσοφίας, είτε δυτικής είτε αυτόχθονης. Ασχολούμαστε με κάθε μορφή σκέψης ως ιστορικά εντοπισμένης, ταξικά προσδιορισμένης και γεωπολιτικά προσδιορισμένης. Την αναλύουμε για να αποκαλύψουμε αν υπηρετεί την αυτοκρατορία ή την απελευθέρωση και συνθέτουμε τα πορίσματά της σε μια ανώτερη, ισχυρότερη επαναστατική θεωρία. Για εμάς, η φιλοσοφία είναι η αιχμή του δόρατος στον πόλεμο των ιδεών. Στα χέρια μας, ο μαρξισμός-λενινισμός είναι αυτή η αιχμή: διαρκώς ακονισμένη μέσω της κριτικής, αδιάκοπα σφυρηλατούμενη στις φωτιές των ποικίλων πολιτισμικών μας εμπειριών και αενάως στραμμένη στην καρδιά του ιμπεριαλισμού και στην οικοδόμηση μιας κυρίαρχης, σοσιαλιστικής νεωτερικότητας. Αυτή είναι η συνολική μας θέση, η μέθοδός μας και η ακλόνητη δέσμευσή μας στον μακρό αγώνα για την πλήρη απελευθέρωση.