1

BRICS: μεγαλώνουν, αλλά είναι ισχυρότερες;

 

του Michael Roberts

μετ. Δημήτρης Κούλος

επιμ. Διονύσης Περδίκης

 

Μεταφράζουμε την ανάρτηση από το ιστολόγιο του Michael Roberts με τίτλο BRICS: getting bigger, but is it any stronger?, μετά τη λήξη της φετινής συνόδου των BRICS στη Ν. Αφρική.

Τα στοιχεία και το σκεπτικό που παραθέτει ο αρθρογράφος οδηγούν στο συμπέρασμα ότι παρόλο που η αναπτυσσόμενη συμμαχία των BRICS+ επιφέρει ιστορικές αλλαγές στον κόσμο:

  • οι αλλαγές αυτές δε θα επιφέρουν καμία άμεση και ανατρεπτική αλλαγή στους συσχετισμούς ισχύος στη διεθνή αγορά,
  • ενώ κάθε άλλο παρά αναδεικνύουν νέες «ιμπεριαλιστικές δυνάμεις», αμφισβητώντας την κυριαρχία του λεγόμενου «ιμπεριαλιστικού Βορρά», και την ηγεμονία των ΗΠΑ και του δολαρίου στον κόσμο.

Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, οι εξελίξεις αυτές ανοίγουν μια νέα εποχή για τον κόσμο, και αναδεικνύουν το ερώτημα τόσο του γεωπολιτικού προσανατολισμού για μια χώρα όπως η Ελλάδα (μέρος της ΕΕ, της Ευρωζώνης και του ΝΑΤΟ…), όσο και της χάραξης στρατηγικής που να τις λαβαίνει υπόψη για το κομμουνιστικό κίνημα που δρα στη χώρα μας…

 

Δημήτρης Κούλος – Διονύσης Περδίκης

 

 

Η τριήμερη σύνοδος κορυφής των ηγετών των BRICS ολοκληρώνεται σήμερα. Οι BRICS είναι η Βραζιλία, η Ρωσία, η Ινδία, η Κίνα και η Νότια Αφρική. Ο Ρώσος ηγέτης Πούτιν δεν ήταν παρών αυτοπροσώπως – έχει ήδη άλλωστε πολλά να τον απασχολούν!

Τα πέντε έθνη BRICS έχουν πλέον ένα συνδυασμένο ΑΕΠ μεγαλύτερο από εκείνο της G7 σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης (ένα μέτρο του τι μπορεί να αγοράσει το ΑΕΠ σε αγαθά και υπηρεσίες στο εσωτερικό της χώρας).

 

 

Αυτό ακούγεται σαν ένα σημείο καμπής στην παγκόσμια οικονομική τάξη. Αλλά αυτό θα ήταν μια ψευδαίσθηση. Πρώτον, στο πλαίσιο των BRICS, η Κίνα (που αντιπροσωπεύει το 17,6% του παγκόσμιου ΑΕΠ) είναι κυρίαρχη, ακολουθούμενη από την Ινδία σε μακρινή δεύτερη θέση (7%) – ενώ η Ρωσία (3,1%), η Βραζιλία (2,4%) και η Νότια Αφρική (0,6%) μαζί αποτελούν μόλις το 6,1% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Δεν πρόκειται λοιπόν για μια ισότιμα μοιρασμένη οικονομική δύναμη.

Επιπλέον, σε ονομαστικούς όρους δολαρίου, που κατά τη γνώμη μου είναι αυτό που έχει σημασία, οι χώρες BRICS εξακολουθούν να βρίσκονται πολύ πίσω από τις G7. Συνδυαστικά, το μπλοκ των BRICS είχε ΑΕΠ 26 τρισεκατομμυρίων δολαρίων το 2022, το οποίο είναι περίπου το ίδιο με αυτό των ΗΠΑ. Και όταν υπολογίζουμε το ΑΕΠ ανά άτομο, οι BRICS δεν βρίσκονται πουθενά. Ακόμα και με τη χρήση διεθνών δολαρίων προσαρμοσμένων κατά PPP, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ των ΗΠΑ ανέρχεται σε 80.035 δολάρια, πάνω από τρεις φορές περισσότερο από αυτό της Κίνας, το οποίο ανέρχεται σε 23.382 δολάρια.

 

 

Από αυτή τη σύνοδο κορυφής, περισσότερες χώρες προσκλήθηκαν να ενταχθούν ως πλήρη μέλη: Αργεντινή, Αίγυπτος, Αιθιοπία, Ιράν, Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Αλλά ακόμη και αν συμβεί αυτό, η ομάδα BRICS θα παραμείνει μια πολύ μικρότερη και ασθενέστερη οικονομική δύναμη από το ιμπεριαλιστικό μπλοκ της G7. Επιπλέον, οι BRICS είναι πολύ διαφορετικές ως προς τον πληθυσμό, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, γεωγραφικά και ως προς την εμπορική σύνθεση. Και οι κυρίαρχες ελίτ στις χώρες αυτές βρίσκονται συχνά σε αντιπαράθεση (Κίνα εναντίον Ινδίας, Βραζιλία εναντίον Ρωσίας).

Έτσι, σε αντίθεση με την ομάδα G7, η οποία έχει όλο και πιο ομοιογενείς οικονομικούς στόχους υπό τον ηγεμονικό έλεγχο των ΗΠΑ, η ομάδα BRICS είναι ανομοιογενής σε πλούτο και εισόδημα και χωρίς ενιαίους οικονομικούς στόχους – εκτός ίσως από την προσπάθεια απομάκρυνσης από την οικονομική κυριαρχία των ΗΠΑ και ειδικότερα του αμερικανικού δολαρίου.

Και ακόμη και αυτός ο στόχος θα είναι δύσκολο να επιτευχθεί.  Όπως έχω επισημάνει σε προηγούμενες αναρτήσεις μου, παρόλο που έχει σημειωθεί σχετική μείωση της οικονομικής κυριαρχίας των ΗΠΑ σε παγκόσμιο επίπεδο και του δολαρίου, το τελευταίο παραμένει μακράν το σημαντικότερο νόμισμα για το εμπόριο, τις επενδύσεις και τα εθνικά αποθέματα.

Περίπου το ήμισυ του συνολικού παγκόσμιου εμπορίου τιμολογείται σε δολάρια και το μερίδιο αυτό δεν έχει αλλάξει σχεδόν καθόλου. Το αμερικανικό δολάριο συμμετείχε σχεδόν στο 90% των παγκόσμιων συναλλαγών συναλλάγματος, καθιστώντας το το νόμισμα με τις περισσότερες συναλλαγές στην αγορά συναλλάγματος. Περίπου το ήμισυ όλων των διασυνοριακών δανείων, των διεθνών χρεογράφων και των εμπορικών τιμολογίων εκφράζονται σε δολάρια, ενώ περίπου το 40% των μηνυμάτων SWIFT και το 60% των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων είναι σε δολάρια. Το κινεζικό γουάν συνεχίζει να κερδίζει σταδιακά και το μερίδιο του ρενμίνμπι στον παγκόσμιο τζίρο συναλλάγματος έχει αυξηθεί από λιγότερο από 1% πριν από 20 χρόνια σε περισσότερο από 7% σήμερα. Αλλά το κινεζικό νόμισμα εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει μόνο το 3% των παγκόσμιων αποθεμάτων συναλλάγματος, από 1% το 2017.

 

 

Και μάλιστα η “αντι-ΗΠΑ” Κίνα παραμένει σε μεγάλο βαθμό δεσμευμένη ως προς τα συναλλαγματικά της αποθέματα στο δολάριο ΗΠΑ. Η Κίνα ανέφερε δημοσίως ότι μείωσε το μερίδιο του δολαρίου στα συναλλαγματικά της αποθέματα από 79% σε 58% μεταξύ 2005 και 2014. Αλλά η Κίνα δεν φαίνεται να έχει αλλάξει το μερίδιο του δολαρίου στα αποθεματικά της τα τελευταία δέκα χρόνια.

Επιπλέον, οι πολυμερείς οργανισμοί που θα μπορούσαν να αποτελέσουν εναλλακτική λύση στο υπάρχον ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα (που ελέγχονται από τις ιμπεριαλιστικές οικονομίες) είναι ακόμη μικροί και αδύναμοι. Για παράδειγμα, υπάρχει η Νέα Αναπτυξιακή Τράπεζα (ΝΑΤ· Σ.τ.Ε., New Development Bank) που ιδρύθηκε το 2015. Η ΝΑΤ έχει τώρα διορίσει την πρώην αριστερή πρόεδρο της Βραζιλίας Ντίλμα Ρουσέφ ως επικεφαλής, με έδρα τη Σαγκάη.

Γίνεται πολύς θόρυβος γύρω από το ότι η ΝΑΤ μπορεί να συνιστά έναν αντίθετο πόλο πίστωσης στους ιμπεριαλιστικούς θεσμούς του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας.  Αλλά υπάρχει πολύς δρόμος για να γίνει αυτό. Ένας πρώην αξιωματούχος της Νοτιοαφρικανικής Αποθεματικής Τράπεζας (SARB) σχολίασε: “η ιδέα ότι οι πρωτοβουλίες των BRICS, από τις οποίες η πιο εξέχουσα μέχρι στιγμής είναι η ΝΑΤ, θα αντικαταστήσουν τα πολυμερή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που κυριαρχούνται από τη Δύση είναι ένα όνειρο απατηλό”.

Ακόμα κι έτσι, ο διεθνής ανταγωνισμός, πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά, θα ενταθεί σε αυτή τη δεκαετία. Οι μέρες της πλήρους κυριαρχίας του ιμπεριαλιστικού μπλοκ υπό τις ΗΠΑ έχουν τελειώσει – γιατί η παγκοσμιοποίηση, δηλαδή οι ανεμπόδιστες εμπορικές και οικονομικές ροές των δύο τελευταίων δεκαετιών του 20ού αιώνα, έχουν τελειώσει.

 

 

Καθώς η κερδοφορία του κεφαλαίου υποχώρησε στις μεγάλες οικονομίες κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του αιώνα, ο αγώνας για την υπεραξία από τις μεγάλες καπιταλιστικές οικονομίες εντάθηκε. Και αυτό οδηγεί σε κατακερματισμό της οικονομικής δύναμης. Το ιμπεριαλιστικό μπλοκ υπό την ηγεσία των ΗΠΑ εξακολουθεί να είναι κυρίαρχο, αλλά η κυριαρχία του αμφισβητείται όσο ποτέ άλλοτε.