Αποσύνδεση με κινεζικά χαρακτηριστικά
του Shiran Illanperuma
Tricontinental Political Economy, May 16, 2026
μετ. Δημήτρης Κούλος
επιμ. Διονύσης Περδίκης
Μεταφράζουμε και αναδημοσιεύουμε το παρόν άρθρο του Σιραν Ιλανπερούμα (Shiran Illanperuma) υπό τον τίτλο Αποσύνδεση με κινεζικά χαρακτηριστικά (Delinking with Chinese Characteristics) από το ιστολόγιο της Τριηπειρωτικής Πολιτικής Οικονομίας (Tricontinental Political Economy), διότι αποτελεί μια εξαιρετικά διεισδυτική σύνοψη του τρόπου που η Λ.Δ. της Κίνας κατάφερε να ενταχθεί μεν στη διεθνή αγορά, η οποία κυριαρχείται από τον καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό, χωρίς να υποταχθεί στον ιμπεριαλισμό δε. Αντίθετα, κατάφερε να μειώσει την οικονομική της εξάρτηση από τις καπιταλιστικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αναπτυσσόμενη αυτόκεντρα και αυτοδύναμα, ακολουθώντας την έννοια της «αποσύνδεσης» του Σαμίρ Αμίν.
Ο αρθρογράφος χρησιμοποιεί τον λεγόμενο Δείκτη Διαρθρωτικής Εξάρτησης (Structural Dependency Index – SDI) προκειμένου να ποσοτικοποιήσει την εξάρτηση μιας εθνικής οικονομίας και να την παρακολουθήσει ιστορικά. Πρόκειται για έναν συνθετικό δείκτη που ποσοτικοποιεί και κανονικοποιεί 6 διαφορετικές διαστάσεις που αφορούν το συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου από την επένδυση στην παραγωγή και από εκεί στη διανομή και στο εμπόριο, πριν υπολογίσει έναν μέσο όρο ανάμεσα στις διαστάσεις αυτές. Παρουσιάσαμε και ασκήσαμε κριτική στον δείκτη αυτόν σε πρόσφατη μετάφραση και αναδημοσίευση με σχολιασμό. Αρκεί να επαναλάβουμε εδώ ότι τέτοιοι συνθετικοί δείκτες δεν μπορούν να διαχωρίσουν αξιόπιστα τις ιμπεριαλιστικές από τις εξαρτημένες χώρες, αλλά μπορούν να ποσοτικοποιήσουν τις επιμέρους διαστάσεις που καθορίζουν ποιοτικά τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο συνδέεται μια εθνική οικονομία με τη διεθνή αγορά και, επομένως, και τις ιδιαίτερες ποιοτικές διαστάσεις της εξάρτησής της από τον ιμπεριαλισμό. Η ποσοτικοποίηση αυτή επιτρέπει και την παρακολούθηση στον ιστορικό χρόνο της εξέλιξης της οικονομικής εξάρτησης.
Αφού αποτυπώσει τη συγκεκριμένη ιστορική πορεία της Λ.Δ. της Κίνας προς τη μείωση της εξάρτησής της με τη βοήθεια του δείκτη αυτού, ο αρθρογράφος στρέφεται σε μια προσπάθεια να εξηγήσει το πως κατέστη κάτι τέτοιο δυνατό. Εκεί καταφεύγει στην έννοια της «συγκροτητικής αγοράς» (constructive market) των Κινέζων μαρξιστών οικονομολόγων Μενγκ Τζι (Meng Jie) και Ζανγ Ζιμπίν (Zhang Zibin). Έτσι καταδεικνύει πως το κινεζικό κράτος, υπό την πολιτική εξουσία του ΚΚ Κίνας, καταφέρνει να ελέγχει συνολικά το κύκλωμα αναπαραγωγής του κεφαλαίου στην Κίνα:
(α) διατηρώντας την ιδιοκτησία φυσικών και κοινωνικών πόρων που μπορούν εύκολα να μονοπωληθούν (γη, τεχνολογία, υποδομές, κρίσιμα εμπορεύματα όπως σπάνια μέταλλα και ενεργειακές πηγές) και
(β) καθιστώντας το κράτος τον κυρίαρχο δρώντα στη δημιουργία και έλεγχο επιμέρους αγορών, εντός των οποίων επιτρέπει την ανάπτυξη του ανταγωνισμού, δηλ. της λογικής της ανταλλακτικής αξίας, ενώ το ίδιο το κράτος δρα με μια λογική «αξίας χρήσης», δηλ. με βάση τον κεντρικό σχεδιασμό της μετάβασης στον σοσιαλισμό.
Το άρθρο αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον δείγμα μιας αναπτυσσόμενης διεθνώς επιστημονικής και θεωρητικής συζήτησης τεράστιας σημασίας για μια σύγχρονη κομμουνιστική στρατηγική, η οποία βασίζεται στην ιστορική εμπειρία – θετική και αρνητική – των επαναστατικών εγχειρημάτων του 20ού και 21ου αιώνα. Μια τέτοια συζήτηση γίνεται από τη σκοπιά εκείνων των συλλογικών υποκειμένων, κινημάτων, κομμουνιστικών κομμάτων κ.ο.κ., που διεξήγαγαν νικηφόρες αντιιμπεριαλιστικές και σοσιαλιστικές επαναστάσεις, κατέκτησαν την εξουσία και καταφέρνουν να τη διαχειρίζονται αμυνόμενοι ενάντια στον ιμπεριαλισμό και προς όφελος των εργαζομένων και των λαϊκών τάξεων των χωρών τους.
Μακάρι η συζήτηση αυτή να αναπτυχθεί περισσότερο και στη χώρα μας, αντί για την επίδειξη δογματικών βεβαιοτήτων περί του καπιταλιστικού και (εν δυνάμει) ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα της Λ.Δ. της Κίνας (π.χ. βλέπε εδώ).
Διονύσης Περδίκης
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Η δομική ανεξαρτησία της Κίνας
Κατασκευάζοντας τη Σοσιαλιστική Αγορά
Αναπτυξιακή Πράξη για τον Παγκόσμιο Νότο
Όταν η Κίνα ξεκίνησε τη διαδικασία της Μεταρρύθμισης και Ανοίγματος το 1978, οι μελετητές διαφωνούσαν ως προς το αν επρόκειτο για μια υποχώρηση απέναντι στο δυτικό κεφάλαιο και τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση ή αν αποτελούσε μέρος μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας, με στόχο τη δημιουργία των υλικών προϋποθέσεων για οικονομική κυριαρχία και κοινή ευημερία. Μόνο η ιστορία μπορούσε να δώσει απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, και μόνο τώρα διαθέτουμε τα δεδομένα και τα εμπειρικά εργαλεία που μας επιτρέπουν να αρχίσουμε και εμείς να τα απαντάμε.
Η πορεία της Κίνας κατά την εποχή των μεταρρυθμίσεων, από τη διαδικασία εισαγωγής των μηχανισμών της αγοράς που ξεκίνησε το 1978 έως την ένταξή της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001, υπήρξε μία από τις σημαντικότερες εντάξεις μεγάλης οικονομίας στην παγκόσμια αγορά. Η Κίνα αντιπροσωπεύοντας λιγότερο από το 1% του παγκόσμιου εμπορίου το 1978 έφτασε να καταστεί η μεγαλύτερη εμπορική δύναμη του κόσμου. Σήμερα, η Κίνα είναι ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος για 120 χώρες. Περισσότερα από τα μισά πιο πολυσύχναστα λιμάνια του κόσμου βρίσκονται στην Κίνα.
Ωστόσο, αυτή η διαδικασία εμπορικής ενσωμάτωσης δεν μετέτρεψε την Κίνα σε ένα απλό εξάρτημα των οικονομιών του Παγκόσμιου Βορρά. Η Κίνα διατήρησε εθνικό έλεγχο επί των φυσικών της μονοπωλίων, ενώ παράλληλα αύξησε την εγχώρια προστιθέμενη αξία και την εγχώρια τεχνολογική καινοτομία. Σήμερα, η Κίνα πρωτοπορεί στο 90% των κρίσιμων τεχνολογιών σύμφωνα με το ινστιτούτο Australian Strategic Policy Institute (Σ.τ.Μ., Αυστραλιανό Ινστιτούτο Στρατηγικής Πολιτικής). Είναι η μόνη χώρα που διαθέτει ένα πλήρες βιομηχανικό οικοσύστημα, παράγοντας προϊόντα σε κάθε βιομηχανική υποκατηγορία όπως ορίζεται από τα Ηνωμένα Έθνη.
Υποστηρίζουμε ότι η Κίνα έχει ταυτόχρονα ενσωματωθεί στον παγκόσμιο κύκλο συσσώρευσης κεφαλαίου αλλά και έχει «αποσυνδεθεί», δανειζόμενοι την έννοια που πρότεινε ο Αιγύπτιος μαρξιστής οικονομολόγος Σαμίρ Αμίν. Όταν ο Αμίν πρότεινε την έννοια της «αποσύνδεσης» (déconnexion) ως τον στρατηγικό ορίζοντα για τις περιφερειακές οικονομίες, φρόντισε να διευκρινίσει ότι η αποσύνδεση δεν σήμαινε αυτάρκεια· σήμαινε την υπαγωγή των εξωτερικών σχέσεων στις επιταγές της εσωτερικής συσσώρευσης.
Αυτό είναι ακριβώς που πέτυχε η Κίνα. Ωστόσο, το αποτέλεσμα αυτό εξαρτήθηκε από μια πολύ συγκεκριμένη κοινωνική συμφωνία και μια ιδιαίτερη θεσμική δομή στο πλαίσιο της πολιτικής της οικονομίας. Ονομάζουμε αυτό το φαινόμενο «αποσύνδεση με κινεζικά χαρακτηριστικά» (Σ.τ.Μ., ‘delinking with Chinese characteristics’).
Το παρόν άρθρο παρακολουθεί την πορεία της κινεζικής αποσύνδεσης χρησιμοποιώντας τον Δείκτη Διαρθρωτικής Εξάρτησης (Σ.τ.Μ., Structural Dependency Index – SDI) που ανέπτυξε το Tricontinental: Institute for Social Research (Τριηπειρωτική: Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών). Στη συνέχεια, εξετάζουμε την κοινωνική και θεσμική διάρθρωση που κατέστησε δυνατή αυτήν τη διαδικασία, αξιοποιώντας τη θεωρία της «συγκροτητικής αγοράς» (Σ.τ.Μ., ‘constructive market’) των Κινέζων μαρξιστών οικονομολόγων Μενγκ Τζι (Meng Jie) και Ζανγ Ζιμπίν (Zhang Zibin), η οποία μεταφράστηκε για πρώτη φορά στα αγγλικά στη διεθνή έκδοση του Wenhua Zongheng: A Journal of Contemporary Chinese Thought.
Η δομική ανεξαρτησία της Κίνας
Ο SDI αποτελεί την πρώτη σοβαρή προσπάθεια, βασισμένη σε εμπειρικά δεδομένα, να καταστεί η θεωρία της εξάρτησης μετρήσιμη και εφαρμόσιμη. Βασίζεται στην ανάλυση του Βραζιλιάνου μαρξιστή οικονομολόγου Ρούι Μάουρο Μαρίνι (Ruy Mauro Marini) για το κύκλωμα συσσώρευσης του κεφαλαίου (M–C…P…C’–M’) στις εξαρτημένες οικονομίες το οποίο αναλύει σε έξι διαστάσεις: τη χρηματοπιστωτική (η νομισματική ή φάση Μ), την τεχνολογική και την παραγωγική (η φάση της παραγωγής ή Ρ), την εμπορική και τη διανεμητική (η φάση της πραγματοποίησης της αξίας ή Μ’), καθώς και τη δικτυακή εξάρτηση, η οποία αποτυπώνει κατά πόσο μια οικονομία κατέχει κεντρική θέση ή λειτουργεί ως περιφερειακό εξάρτημα στα παγκόσμια δίκτυα αξίας. Κάθε διάσταση κανονικοποιείται σε μια κλίμακα από το 0 (μέγιστη αυτονομία) έως το 1 (μέγιστη εξάρτηση).
Η πορεία της Κίνας στο συγκεκριμένο πλαίσιο αποτελεί εξαίρεση μεταξύ των χωρών του Παγκόσμιου Νότου. Ο σύνθετος δείκτης SDI της μειώθηκε από 0,6492 το 1996 σε 0,3140 το 2022 — μια μείωση της τάξης του 51%, χωρίς αντίστοιχο παράδειγμα στο σύνολο των χωρών του δείγματος.
Διάγραμμα 1. Η μειούμενη εξάρτηση της Κίνας.

Η μείωση είναι εντονότερη στην εμπορική εξάρτηση, η οποία υποχώρησε από 0,253 σε 0,041 και πλέον βρίσκεται πολύ κοντά στο κατώτατο όριο της κλίμακας. Η Κίνα είναι σήμερα η κυρίαρχη δύναμη στις παγκόσμιες εξαγωγές προϊόντων υψηλής τεχνολογίας, με τα μηχανολογικά και ηλεκτρολογικά προϊόντα να αντιπροσωπεύουν το 58,6% των συνολικών εξαγωγών της το 2023.
Παράλληλα, η δικτυακή εξάρτηση μειώθηκε δραστικά από 0,442 σε 0,255. Η εξέλιξη αυτή σημειώθηκε κυρίως μετά την ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001, γεγονός που της επέτρεψε να μετατραπεί σε έναν από τους βασικούς κόμβους των παγκόσμιων εμπορικών δικτύων αντί να λειτουργεί ως περιφερειακό εξάρτημά τους. Αντίθετα, η τεχνολογική εξάρτηση αυξήθηκε μεταξύ 2001 και 2004, καθώς η Κίνα εμβάθυνε την ενσωμάτωσή της στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας ως κέντρο συναρμολόγησης προϊόντων. Στη συνέχεια, όμως, μειώθηκε από 0,543 το 2012 σε 0,386 το 2023, καθώς η εγχώρια προστιθέμενη αξία της παραγωγής αυξήθηκε χάρη σε συνειδητές και στοχευμένες βιομηχανικές πολιτικές.
Παρότι η παραγωγική εξάρτηση υποχώρησε από 0,716 σε 0,413, εξακολουθεί να παραμένει υψηλότερη από ό, τι στη Νότια Κορέα, στην Ιαπωνία ή στη Γερμανία. Η διανεμητική εξάρτηση είναι η μοναδική διάσταση που έχει μεταβληθεί ελάχιστα, από 0,387 το 1996 σε 0,363 το 2022. Αυτές οι αποκλίσεις αντανακλούν μια συγκεκριμένη ιστορική συνθήκη: ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου της Κίνας — ο οποίος παρέμεινε σταθερά πάνω από το 40% του ΑΕΠ για τρεις δεκαετίες — στηρίχθηκε αρχικά στη συμπίεση των μισθών των μεταναστευτικών εργατικών πληθυσμών μέσω του συστήματος hukou και στη θέση της χώρας στις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής ως κέντρου συναρμολόγησης, με περιορισμένη εγχώρια απορρόφηση της παραγόμενης αξίας.
Διάγραμμα 2. Η αποσύνδεση της Κίνας σε σύγκριση με τον Παγκόσμιο Νότο (1996–2023).

Η σύγκριση με άλλες χώρες του Παγκόσμιου Νότου καθιστά την εικόνα ακόμη πιο σαφή. Ο μέσος όρος του SDI της Ινδίας για την περίοδο 1996–2023 ανέρχεται σε 0,562. Οι υψηλότερες τιμές της καταγράφονται στις διαστάσεις της τεχνολογικής και της δικτυακής εξάρτησης, γεγονός που αντανακλά ένα αναπτυξιακό πρότυπο βασισμένο κυρίως στις υπηρεσίες, στο οποίο η Ινδία παραμένει κρίκος των διεθνών τεχνολογικών αλυσίδων αντί να αποτελεί δημιουργό τεχνολογίας.
Ο μέσος SDI της Νοτίου Κορέας για την ίδια περίοδο ανέρχεται σε 0,390, παρά τη συμμετοχή της στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και την παγκόσμια παρουσία εταιρειών όπως η Samsung και η Hyundai. Το μέγεθος και η ισχύς των επιχειρήσεων δεν μεταφράζονται κατ’ ανάγκην σε συστημική κεντρικότητα. Η δικτυακή εξάρτηση της Νότιας Κορέας παραμένει από τις υψηλότερες στο δείγμα, επειδή η χώρα παράγει εξαρτήματα για αλυσίδες παραγωγής ημιαγωγών και ηλεκτρονικών προϊόντων υπό αμερικανική ηγεμονία, χωρίς όμως να ελέγχει τα τελικά κανάλια πρόσβασης στις αγορές.
Αυτό που δείχνουν τα δεδομένα του SDI είναι ότι η Κίνα ήταν η μόνη χώρα που ακολούθησε μια μοναδική πορεία ταυτόχρονης και πολυδιάστατης μείωσης της εξάρτησης, σε τόσο μεγάλη κλίμακα και με τόσο μεγάλη ταχύτητα. Υποστηρίζουμε ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνικό επίτευγμα, αλλά είναι αποτέλεσμα του βαθμού στον οποίο συγκροτήθηκαν στην Κίνα οι κοινωνικές, πολιτικές και θεσμικές προϋποθέσεις για μια αυτόνομη διαδικασία συσσώρευσης.
Κατασκευάζοντας τη Σοσιαλιστική Αγορά
Ο SDI ποσοτικοποιεί τις μεταβολές που συντελέστηκαν. Από μόνος του όμως, δεν εξηγεί το πώς. Ο κινέζος μαρξιστής οικονομολόγος Meng Jie, μέσα από δεκαετίες πρωτογενούς έρευνας σε εργοστάσια και κρατικούς θεσμούς της Κίνας, επιχείρησε να θεωρητικοποιήσει τη μοναδική αναπτυξιακή τροχιά της χώρας. Σε συνεργασία με τον οικονομoλόγο Ζανγκ Ζιμπίν του Πανεπιστημίου Fusan, διατύπωσε τη θεωρία της «συγκροτητικής αγοράς», η οποία συνιστά μία από τις πλέον αυστηρές θεωρητικές προσεγγίσεις της θεσμικής αρχιτεκτονικής της κινεζικής ανάπτυξης.
Η ιδιαίτερη θεωρητική συμβολή των Μενγκ και Ζανγκ έγκειται στην απόρριψη τόσο της αντίληψης του Χάγιεκ, σύμφωνα με την οποία οι αγορές αναδύονται αυθόρμητα, όσο και της λύσης που υιοθετήθηκε στα κράτη του σοβιετικού μπλοκ, όπου το κράτος υποκαθιστά την αγορά. Η έννοια της «αγοράς» στη θεωρία της «συγκροτητικής αγοράς» δεν προέρχεται από τη νεοκλασική θεωρία των τιμών, αλλά από τον δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου: από τη σφαίρα της κίνησης του κεφαλαίου, η οποία χαρακτηρίζεται από την ενότητα παραγωγής και ανταλλαγής. Το κράτος δεν ρυθμίζει αυτή την αγορά εξωτερικά· συμμετέχει στο εσωτερικό της ως αρχιτέκτονας και ταυτόχρονα ως ενεργός φορέας λειτουργίας της.
Η αναπτυξιακή στρατηγική του κράτους εισάγει στην αγορά τον στόχο της αξίας χρήσης, ο οποίος αλληλεπιδρά με τους στόχους της ανταλλακτικής αξίας που επιδιώκουν οι επιχειρήσεις, θέτοντας τον πρώτο — όπως σημειώνουν οι Μενγκ και Ζανγκ — «σε σχετικά κυρίαρχη θέση». Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι το κράτος συγκροτεί ενεργά αγορές τόσο από την πλευρά της προσφοράς όσο και από την πλευρά της ζήτησης ταυτόχρονα, και μάλιστα μόνο σε στρατηγικούς και θεμελιώδεις τομείς της οικονομίας.
Η συγκροτητική αγορά δεν συνίσταται στην επιλογή «νικητών» μέσα σε μια ήδη υπάρχουσα αγορά ούτε στην εκ των υστέρων επιδότηση ιδιωτικών επενδύσεων. Πρόκειται για ένα σύστημα στο οποίο το κράτος συντονίζει κρατικές παραγωγικές επιχειρήσεις, στοχευμένη πιστωτική χρηματοδότηση, απαιτήσεις μεταφοράς τεχνολογίας, εγγυήσεις δημόσιων προμηθειών, επιδοτήσεις προς τους καταναλωτές και κανονιστικές παρεμβάσεις ως προϋπόθεση για την ίδια την ύπαρξη της αγοράς.
Η κινεζική βιομηχανία φωτοβολταϊκών συστημάτων, τα ηλεκτρικά οχήματα, οι μπαταρίες ιόντων λιθίου και το δίκτυο σιδηροδρόμων υψηλής ταχύτητας αποτελούν όλα προϊόντα αυτής της συγκροτητικής αγοράς. Πρόκειται για αγορές που το κράτος διαμόρφωσε και οικοδόμησε πριν ακόμη εισέλθει σε αυτές το ιδιωτικό κεφάλαιο. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η συγκροτητική αγορά αποτρέπει τη μετατόπιση του ιδιωτικού κεφαλαίου προς προσοδοθηρικές και κερδοσκοπικές δραστηριότητες σε στρατηγικούς κόμβους της οικονομίας.
Οι Τέσσερις Κόμβοι Ελέγχου (Σ.τ.Μ., chokepoints)
Οι Meng και Zhang συνδυάζουν το κύκλωμα του κεφαλαίου του Μαρξ με την έννοια του χρηματιστικού κεφαλαίου του Γερμανού μαρξιστή Ρούντολφ Χίλφερντινγκ (Rudolf Hilferding), προκειμένου να διατυπώσουν μια τυπική αναπαράσταση της κρατικής ιδιοκτησίας και ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού τομέα:
M – {M–C…P…C’–M’} – M’
Το κρατικό χρηματιστικό κεφάλαιο εισέρχεται στη διαδικασία του παραγωγικού κεφαλαίου με πρωταρχικό σκοπό διαφορετικό από το κέρδος. Όπως οι ίδιοι σημειώνουν: «Ο πρωταρχικός στόχος του κρατικού κεφαλαίου είναι να υλοποιεί τους σκοπούς της σοσιαλιστικής παραγωγής και να εκπληρώνει τα καθήκοντα που ορίζονται από τα εθνικά αναπτυξιακά σχέδια και τις αναπτυξιακές στρατηγικές».
Σε αυτό το κύκλωμα, το κράτος είναι σε θέση να κατευθύνει το Μ προς τους στοχευμένους τομείς της οικονομίας και να ανακτά το Μ’ μέσα από ένα κλειστό κύκλωμα, το οποίο στερεί από το ιδιωτικό κεφάλαιο τη δυνατότητα να κυριαρχήσει στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Το κρατικό χρηματιστικό κεφάλαιο αποτελεί τον πρωταρχικό κόμβο ελέγχου, ο οποίος εμποδίζει το ιδιωτικό κεφάλαιο να κυριαρχήσει στη διαδικασία της συσσώρευσης και να καταλήξει σε μονοπώλιο. Παράλληλα, καθιστά δυνατή την υιοθέτηση ενός μακροπρόθεσμου ορίζοντα οικονομικού σχεδιασμού.

Προσθέτουμε εδώ ότι αυτή η θεσμική αρχιτεκτονική συμπληρώνεται από τουλάχιστον τρεις ακόμη θεσμικούς κόμβους ελέγχου, οι οποίοι εμποδίζουν το κεφάλαιο να κυριαρχήσει στο κύκλωμα της συσσώρευσης και το εγκλωβίζουν σε συνθήκες ανταγωνισμού εντός στρατηγικά καθορισμένων τομέων, συμβάλλοντας έτσι στην ταχεία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτοί οι τρεις πρόσθετοι κόμβοι ελέγχου είναι η γη, οι υποδομές και τα στρατηγικά εμπορεύματα.
Στην Κίνα, η γη στην πόλη ανήκει στο κράτος, ενώ η αγροτική γη παραμένει σε συλλογική ιδιοκτησία σε επίπεδο χωριού. Αυτή η θεσμική ρύθμιση θέτει ένα αυστηρό όριο στην ικανότητα του κεφαλαίου να εγκαταλείπει τον ανταγωνισμό στους βιομηχανικούς τομείς προκειμένου να συσσωρεύει πλούτο και να αποσπά προσόδους από τη γη.
Μαζί με τη γη, και οι υποδομές που έχουν αναπτυχθεί πάνω σε αυτήν — δρόμοι, σιδηρόδρομοι, γέφυρες, λιμάνια, μονάδες παραγωγής ενέργειας και τηλεπικοινωνιακά δίκτυα — παραμένουν υπό δημόσιο έλεγχο. Οι υποδομές αυτές αντιμετωπίζονται και διοικούνται ως δημόσιο αγαθό, συμβάλλοντας στη διατήρηση χαμηλού κόστους παραγωγής και συναλλαγών, στη στήριξη της πραγματικής οικονομίας και, για μία ακόμη φορά, στερώντας από το ιδιωτικό κεφάλαιο τη δυνατότητα να ελέγξει ένα φυσικό μονοπώλιο από το οποίο θα μπορούσε να αποσπά οικονομικές προσόδους.
Τέλος, τα στρατηγικά εμπορεύματα — από τα δημητριακά έως τους υδρογονάνθρακες και τις σπάνιες γαίες — παράγονται, επεξεργάζονται και διακινούνται κατά κύριο λόγο από κρατικές επιχειρήσεις και οργανισμούς. Το σύστημα αυτό συμπληρώνεται από ένα σύνθετο κρατικό δίκτυο στρατηγικών αποθεμάτων, το οποίο χρησιμοποιείται για τη σταθεροποίηση των τιμών σε περιόδους ελλείψεων ή εξωτερικών διαταραχών. Όπως και οι υπόλοιποι κόμβοι ελέγχου, αυτή η διάρθρωση εμποδίζει το ιδιωτικό κεφάλαιο να εισέλθει σε έναν τομέα όπου θα είχε ισχυρά κίνητρα να κερδοσκοπήσει και να αυξήσει το κόστος, μειώνοντας την παραγωγή.
Οι τέσσερις κόμβοι ελέγχου — το χρηματιστικό κεφάλαιο, η γη, οι υποδομές και τα στρατηγικά εμπορεύματα — υποτάσσουν τον εγγενή προσανατολισμό του κεφαλαίου για την ανταλλακτική αξία προς τις αξίες χρήσεις που καθορίζει το κράτος. Αυτό είναι που διαφοροποιεί τη συγκεκριμένη θεσμική αρχιτεκτονική από τα λεγόμενα «αναπτυξιακά» (Σ.τ.Μ., ‘developmental’) και «επιχειρηματικά» (Σ.τ.Μ., ‘entrepreneurial’) κράτη, όπου οι δημόσιες επενδύσεις δημιουργούν ιδιωτικές αποδόσεις, ενώ η συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο και ο επιχειρησιακός έλεγχος απουσιάζουν. Στην κινεζική περίπτωση, το κρατικό χρηματιστικό κεφάλαιο διατηρεί και τα δύο. Το κύκλωμα M – {M–C…P…C’–M’} – M’ αρχίζει και ολοκληρώνεται με δημόσιο κεφάλαιο.
Κινεζική Αποσύνδεση εν Δράση
Ο εμπορικός και τεχνολογικός πόλεμος που επέβαλαν οι ΗΠΑ στην Κίνα προσφέρει ένα φυσικό πείραμα για την αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο η κινεζική συγκροτητική αγορά ανταποκρίνεται στις εξωτερικές πιέσεις. Σε ένα από τα προηγούμενα ενημερωτικά μας δελτία, επισημάναμε ότι ο εμπορικός πόλεμος του Trump 2.0 (Σ.τ.Μ., δηλ. της δεύτερης θητείας του Τραμπ) έχει δημιουργήσει μια τάση προς επανακομπραδοροποίηση στον Παγκόσμιο Νότο. Υποστηρίξαμε ότι τα δεδομένα του SDI για χώρες όπως η Νότια Κορέα, η Μαλαισία και η Ινδία ουσιαστικά προμήνυαν την υποχώρηση των ελίτ τους απέναντι στην απειλή που συνεπαγόταν η πιθανή απώλεια πρόσβασης στην αμερικανική αγορά και τεχνολογία. Ωστόσο, αυτό δεν συνέβη στην περίπτωση της Κίνας.
Σε αντίθεση με τους περιφερειακούς ανταγωνιστές της, η Κίνα όχι μόνο άντεξε τους αμερικανικούς δασμούς και τους περιορισμούς στις εξαγωγές τεχνολογίας, αλλά προχώρησε ενεργά στη δημιουργία εναλλακτικών αγορών και εγχώριων τεχνολογικών δυνατοτήτων για να τις υποκαταστήσει. Για να κατανοήσουμε γιατί αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, είναι χρήσιμο να εξετάσουμε πιο προσεκτικά τη συγκεκριμένη πίεση που ασκήθηκε στην Κίνα και τα αποτελέσματα που αυτή παρήγαγε.
Η πίεση άρχισε να εντείνεται ουσιαστικά τον Οκτώβριο του 2022, όταν η κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν (Joe Biden) εγκαινίασε αυτό που ο πρώην Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας Τζέικ Σάλιβαν (Jake Sullivan) χαρακτήρισε ως μια πολιορκία στον τομέα των ημιαγωγών με λογική «μικρή αυλή, ψηλός φράχτης» (Σ.τ.Μ., ‘small yard, high fence’): στοχευμένους περιορισμούς στα προηγμένα μικροτσίπ, στις μηχανές λιθογραφίας και στο λογισμικό σχεδιασμού ολοκληρωμένων κυκλωμάτων. Κατά τη διάρκεια των επόμενων τριών ετών, οι περιορισμοί επεκτάθηκαν σταθερά, φθάνοντας τελικά να υπαγάγουν περισσότερες από 700 κινεζικές επιχειρήσεις στην εξωεδαφική ισχύ του κανόνα Foreign Direct Product Rule (Σ.τ.Μ., Κανόνας Ξένω Άμεσων Προϊόντων, FDPR). Αυτό σήμαινε ότι οποιοδήποτε προϊόν παραγόταν οπουδήποτε στον κόσμο με χρήση αμερικανικής τεχνολογίας μπορούσε να αποκλειστεί από την πρόσβαση στην κινεζική αγορά.
Η Κίνα απάντησε μέσω συντονισμένης κινητοποίησης της συγκροτητικής αγοράς της. Το κρατικό χρηματιστικό κεφάλαιο αύξησε τη χρηματοδότηση του China Integrated Circuit Industry Investment Fund (Σ.τ.Μ., Επενδυτικό Ταμείο Ολοκληρωμένου Βιομηχανικού Κυκλώματος της Κίνας) κατά 47,5 δισεκατομμύρια δολάρια τον Μάιο του 2024, διοχετεύοντας κεφάλαια στην εγχώρια αλυσίδα εφοδιασμού ημιαγωγών. Παράλληλα, η αποκεντρωμένη πειραματική δραστηριότητα επιχειρήσεων όπως η Semiconductor Manufacturing International Corporation, η Naura, η Advanced Micro-Fabrication Equipment και η SiCarrier άρχισε να παράγει εγχώρια υποκατάστατα για τον εξοπλισμό που τα κινεζικά χυτήρια ημιαγωγών δεν μπορούσαν πλέον να εισάγουν.
Τα αποτελέσματα ξεπέρασαν τις προσδοκίες των περισσότερων εξωτερικών παρατηρητών. Τον Αύγουστο του 2023, η Huawei παρουσίασε ένα έξυπνο κινητό τηλέφωνο που ενσωμάτωνε επεξεργαστή τεχνολογίας 7 νανομέτρων (nm), κατασκευασμένο από τη Semiconductor Manufacturing International Corporation — ένα επίτευγμα που, υπό το καθεστώς των υφιστάμενων περιορισμών, θεωρούνταν ευρέως απίθανο, αν όχι αδύνατο. Μέχρι τα τέλη του 2024, η παραγωγική δυναμικότητα της Κίνας σε ημιαγωγούς ώριμης τεχνολογίας (Σ.τ.Μ., mature–node chips) είχε φθάσει το 31% της παγκόσμιας συνολικής δυναμικότητας. Στη συνέχεια, τον Δεκέμβριο του 2025, το Reuters επιβεβαίωσε ότι ένα πρωτότυπο σύστημα λιθογραφίας ακραίου υπεριώδους φωτός (Σ.τ.Μ., EUV – Extreme Ultraviolet Lithography) συναρμολογημένο στην Κίνα ήταν ήδη λειτουργικό και βρισκόταν σε φάση δοκιμών, με στόχο την παραγωγή λειτουργικών μικροτσίπ έως το 2028.
Αυτή είναι η αποσύνδεση με την έννοια που της απέδιδε ο Σαμίρ Αμίν: όχι το κλείσιμο των συνόρων απέναντι στο εμπόριο, αλλά η θεσμική και παραγωγική ικανότητα αναπαραγωγής — σε μεγάλη κλίμακα και όποτε απαιτείται — της τεχνολογίας που ο ιμπεριαλιστικός πυρήνας θεωρεί αποκλειστικό του μονοπώλιο.
Αναπτυξιακή Πράξη για τον Παγκόσμιο Νότο
Ο SDI μετρά την αποσύνδεση «απ’ έξω». Η θεωρία της συγκροτητικής αγοράς την εξηγεί «από μέσα». Πρόκειται για δύο διαφορετικές μεθόδους προσέγγισης του ίδιου φαινομένου, οι οποίες συγκλίνουν στο ίδιο συμπέρασμα: ότι η κυρίαρχη εκβιομηχάνιση, βασισμένη στην αυτόνομη συσσώρευση, είναι πράγματι εφικτή.
Η εξάρτηση υποχωρεί όταν η κοινωνία διατηρεί τον δομικό έλεγχο επί του κεφαλαίου και υποτάσσει τις απαιτήσεις της εξωτερικής άντλησης πλεονάσματος στις ανάγκες της εσωτερικής συσσώρευσης. Όπου αυτές οι προϋποθέσεις υφίστανται, ο SDI μειώνεται ταυτόχρονα και στις έξι διαστάσεις του, όπως συνέβη στην Κίνα. Όπου κάποια από αυτές απουσιάζει, η εξάρτηση αναπαράγεται ανεξάρτητα από το ποιος κατέχει τυπικά την πολιτική εξουσία. Η περίπτωση της Ινδίας, με το πρότυπο ενσωμάτωσης που βασίζεται κυρίως στις υπηρεσίες, και η περίπτωση της Νότιας Κορέας, με την ενσωμάτωση ως προμηθευτή εξαρτημάτων στις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής, αποτελούν χαρακτηριστικά συγκριτικά παραδείγματα αυτής της δυναμικής.
Ωστόσο, βασική προϋπόθεση για την αποσύνδεση της Κίνας και για την οικοδόμηση της συγκροτητικής αγοράς υπήρξε η διαδικασία που τέθηκε σε κίνηση το 1949: η αποδιάρθρωση των ιδιωτικών, προσοδοθηρικών και κομπραδόρικων δυνάμεων. Αυτή η πολιτική διαδικασία βρίσκεται στην αφετηρία της αρχιτεκτονικής των κόμβων ελέγχου που περιγράφηκε προηγουμένως. Εκεί όπου αυτή η αποδιάρθρωση δεν πραγματοποιήθηκε — δηλαδή στο μεγαλύτερο μέρος της Λατινικής Αμερικής, και της Αφρικής και σε τμήματα της Ασίας — οι κόμβοι αυτοί περιήλθαν υπό τον έλεγχο κομπραδόρικων τμημάτων της εγχώριας αστικής τάξης και μετατράπηκαν σε μηχανισμούς αναπαραγωγής της εξάρτησης.
Οι κόμβοι ελέγχου δεν είναι τεχνολογίες που μπορούν απλώς να μεταφερθούν από ένα πλαίσιο και να εγκατασταθούν σε ένα άλλο. Αποτελούν αποκρυσταλλωμένα αποτελέσματα μιας ταξικής πάλης, η οποία σε πολλές άλλες χώρες παραμένει ακόμη ανολοκλήρωτη. Κάθε ερμηνεία της κινεζικής θεσμικής αρχιτεκτονικής που παραβλέπει τις πολιτικές προϋποθέσεις που κατέστησαν δυνατή την ύπαρξή της επαναλαμβάνει το θεμελιώδες σφάλμα σαράντα χρόνων βιβλιογραφίας για το «αναπτυξιακό κράτος».
Η θεωρία της συγκροτητικής αγοράς και η αρχιτεκτονική των κόμβων στρατηγικού ελέγχου αντικαθιστούν το ερώτημα: «Τι πρέπει (ή δεν πρέπει) να εθνικοποιηθεί;» με ένα πιο ουσιαστικό και ακριβές ερώτημα: σε ποιο σημείο του κυκλώματος συσσώρευσης ιδιοποιείται το οικονομικό πλεόνασμα και με ποιον τρόπο μπορεί το κράτος να διατηρήσει τον έλεγχο αυτού του κόμβου;
Οι όροι και οι προϋποθέσεις που επιβάλλουν το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα στις χώρες του Παγκόσμιου Νότου λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό ανασταλτικά απέναντι στα είδη πολιτικών και θεσμικών δομών που περιγράφηκαν παραπάνω. Οι ιδιωτικοποιήσεις και η λιτότητα έχουν απογυμνώσει τα κράτη από την ικανότητα να πειθαρχούν τα μονοπώλια και να περιορίζουν τη μονοπωλιακή ισχύ. Ωστόσο, η μερική υποχώρηση από την πλήρη απελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίου σε πολλές χώρες του Παγκόσμιου Νότου — από τους ελέγχους συναλλάγματος στην Αργεντινή (2011–2025) έως τα έκτακτα μέτρα της Ρωσίας μετά το 2022 και τη γενικότερη συζήτηση στους κόλπους των BRICS+ για εναλλακτικές λύσεις στα συστήματα εκκαθάρισης που βασίζονται στο δολάριο — αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη θεσμική αναστροφή της νεοφιλελεύθερης περιόδου. Το ερώτημα από το οποίο εξαρτώνται όλα τα υπόλοιπα είναι αν αυτή η αναστροφή θα αποκτήσει μόνιμο και δομικό χαρακτήρα ή αν θα παραμείνει αποσπασματική και περιστασιακή.
Ο έλεγχος των κινήσεων του κεφαλαίου (Σ.τ.Μ., capital–account governance) αποτελεί την προϋπόθεση για τους άλλους τρεις κόμβους στρατηγικού ελέγχου. Χωρίς κυρίαρχη κρατική εξουσία πάνω στις διασυνοριακές χρηματοπιστωτικές ροές, το πλεόνασμα που συλλαμβάνουν αυτοί οι κόμβοι διαρρέει μέσω του επαναπατρισμού χαρτοφυλακιακών επενδύσεων, της ενδοομιλικής μεταφοράς τιμών (Σ.τ.Μ., transfer pricing) και της επανεπένδυσης σε υπεράκτιες δικαιοδοσίες (Σ.τ.Μ., offshore). Σε μια τέτοια περίπτωση, οι θεσμικοί μηχανισμοί πειθάρχησης χάνουν την αποτελεσματικότητά τους, επειδή το μονοπωλιακό κεφάλαιο διατηρεί πάντοτε τη δυνατότητα εξόδου. Οι κρατικές επιχειρήσεις της Κίνας δεν θα είχαν επιβιώσει από την αναδιάρθρωση του 1997 εάν το κινεζικό νόμισμα, το ρενμίνμπι, ήταν πλήρως μετατρέψιμο.
Φυσικά, δεν υποστηρίζουμε ότι το «κινεζικό μοντέλο» έχει λύσει το αναπτυξιακό πρόβλημα του Παγκόσμιου Νότου. Ούτε ότι υπάρχει μια εύκολα αναπαραγώγιμη και με δυνατότητες μεταφοράς «Συναίνεση του Πεκίνου» (Σ.τ.Μ., ‘Beijing Consensus’). Κατά τη διάρκεια της μεταρρυθμιστικής διαδικασίας στην Κίνα, ο Τενγκ Σιαοπίνγκ έκανε δημοφιλή την κινεζική παροιμιώδη έκφραση: «διασχίζοντας το ποτάμι ψηλαφώντας τις πέτρες». Η δική μας θέση είναι ότι η προσεκτική μελέτη των «πετρών» πάνω στις οποίες πάτησε η Κίνα για να φτάσει στη σημερινή της θέση μπορεί να μας βοηθήσει να διακρίνουμε τα βασικά περιγράμματα αυτού που πρέπει να γίνει σε διαφορετικά ιστορικά και εθνικά συμφραζόμενα.