1

Η διαλεκτική της εξάρτησης

 

μετ. Αλέξανδρος Μπάρτζος

επιμ. Διονύσης Περδίκης

 Ειδικά σήμερα ζούμε μια νέα ιστορική περίοδο του διεθνούς ιμπεριαλισμού, την περίοδο της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης, όπου συντελούνται κοσμογονικές αλλαγές στην ίδια την δομή αυτών των κοινωνιών. Η εξάρτηση και της χώρας μας από τις Δυτικές μητροπόλεις περνάει όχι μόνο, και όχι κυρίως, μέσα από την ξένη πολιτικοστρατιωτική παρουσία, όσο από τα δάνεια, το ξεπούλημα των επιχειρήσεων στο πολυεθνικό κεφάλαιο, την υποταγή της χώρας σε ένα νέο ληστρικό καταμερισμό εργασίας. Η εξάρτηση, δηλαδή, πολύ περισσότερο από χθες, δεν είναι ένα εξωτερικό χαρακτηριστικό, ένα καρκίνωμα του Ελληνικού καπιταλισμού, αλλά οργανικό στοιχείο, εδραιωμένο στις ίδιες τις παραγωγικές σχέσεις. Η σύγχρονη αντιιμπεριαλιστική πάλη, αποκτά νέο ποιοτικά περιεχόμενο.

Από την αναδημοσίευση συνέντευξης του Γ. Γράψα στο ΠΡΙΝ, 15/01/2017

Πρόλογος μεταφραστών

Πως μπορούν να συμβιβαστούν

  • από τη μια βασικές θεσμικές/πολιτικές ή οικονομικές παραδοχές και, στη συνέχεια, αποτελέσματα της μαρξικής γενικής θεωρίας του κεφαλαίου (όπως εκθέτονται στους τρεις τόμους του Κεφαλαίου), συγκεκριμένα, περί της τυπικής ισότητας και ελευθερίας των ατομικών ιδιοκτητών – παραγωγών, της ενιαίας αξίας της εργασιακής δύναμης (και αντίστοιχα του μετασχηματισμού στην αγορά της σύνθετης σε απλή πολλαπλάσιας αξίας), της τάσης για ισοδύναμες εμπορευματικές ανταλλαγές, του ελεύθερου ανταγωνισμού, και, τελικά, της διαμόρφωσης ενιαίων ποσοστών κέρδους και υπεραξίας (δηλ. βαθμών αξιοποίησης του κεφαλαίου και εκμετάλλευσης της εργασίας, αντίστοιχα) σε μια ενιαία κοινωνία,
  • και από την άλλη, βασικές έννοιες της λενινιστικής θεωρίας – και της σχετικής βιβλιογραφίας που ακολούθησε (σοβιετική, λατινοαμερικάνικη κοκ) – για τον ιμπεριαλισμό[1], όπως του μονοπωλίου και του μονοπωλιακού υπερκέρδους, της υπερεκμετάλλευσης της εργασίας (“διπλής και τριπλής εκμετάλλευσης των μικρών εθνών”[2]), της συστηματικά άνισης ανταλλαγής (με την ευρεία ή και τη στενή έννοια) στη διεθνή αγορά, καθώς και το πολιτικό φαινόμενο της «τάσης προς την κυριαρχία και όχι προς την ελευθερία [… της] αντίδρασης σε όλη τη γραμμή, κάτω από οποιοδήποτε πολιτικό καθεστώς […]»[3];

Τι συνεπάγεται η απάντηση στο ερώτημα αυτό για το λογικό σύστημα των ουσιωδών σχέσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, και τι για τις νομοτέλειες της ιστορικής ανάπτυξης του συστήματος αυτού;

Αυτά τα ερωτήματα ταλανίζουν ήδη για πάνω από ένα αιώνα τη μαρξιστική – λενινιστική θεωρία, και απαιτούν αντίστοιχη ανάπτυξή της, η οποία να συμβαδίζει με την ιστορική ανάπτυξη του καπιταλισμού στο (κρατικο)μονοπωλιακό, ιμπεριαλιστικό του στάδιο, και σε μια διεθνή αγορά, κατακερματισμένη από εθνικούς κοινωνικο-οικονομικούς σχηματισμούς και εθνικά κράτη.

Στα πλαίσια ενός τέτοιου ερευνητικού προγράμματος, κρισιμότατου για τη διαμόρφωση σύγχρονης κομμουνιστικής στρατηγικής και τακτικής, παρουσιάζουμε τη μετάφραση της Διαλεκτικής της Εξάρτησης του Ρούι Μάουρο Μαρίνι από τα αγγλικά στην ιστοσελίδα cosmonautmag.com.

Πρόκειται για ένα έργο που επιχειρεί μια πρώτη συνολική, αν και συνοπτική, τοποθέτηση στα παραπάνω ερωτήματα, συμβάλλοντας σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη  της σχετικής μεθοδολογίας και θεωρίας.

Θα θέλαμε να επισημάνουμε τα παρακάτω σημεία:

  • Η πορεία της σκέψης του συγγραφέα εκκινεί από αυτό που θα ονομάζαμε ως απλούστατη σχέση του φαινομένου της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης στη διεθνή σφαίρα, την άνιση εμπορευματική ανταλλαγή στη διεθνή αγορά (αν και ο ίδιος ίσως δεν το συνειδητοποιεί, αναφερόμενος απλά στη διαδικασία της κυκλοφορίας ως το σημείο της αφετηρίας του). Η έννοια αυτή συνδέει τη λογική ανάλυση με την ιστορική, διότι είναι στη διαδικασία της κυκλοφορίας του κεφαλαίου που διαμορφώνεται αρχικά η διεθνής αγορά, καθώς ενσωματώνονται οι αποικίες σε αυτή, υπό την κυριαρχία των ανεπτυγμένων καπιταλιστικά ιμπεριαλιστικών χωρών. Η άνιση ανταλλαγή μεταξύ αποικιών και καπιταλιστικών μητροπόλεων χαρακτηρίζει τον ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό όταν ακόμη ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής στις αποικίες δεν έχει αρχίσει να αναπτύσσεται επί της δικής του, της παραγμένης από τον ίδιο και ιδιάζουσας προς αυτόν, βάσης.
  • Από εκεί, ο συγγραφέας εντοπίζει στην υπερεκμετάλλευση της εργασίας στις εξαρτημένες χώρες την ουσία της εξάρτησης, αρχικά ως ένα μέσο αντιστάθμισης της απώλειας αξίας κατά την άνιση ανταλλαγή. Προσφέρει την πρώτη τόσο πλήρη περιγραφή της έννοιας αυτής στη μαρξιστική βιβλιογραφία, η οποία αποτελεί και σημείο αναφοράς για σύγχρονους μελετητές του ιμπεριαλισμού (η αναφορά του Μαρίνι στην υπερεκμετάλλευση αποτελεί πηγή έμπνευσης για σύγχρονους μελετητές του ιμπεριαλισμού όπως ο Άντι Χιγκινμπότομ[4] και ο Τζον Σμιθ[5]). Μεταξύ άλλων, καταδεικνύει την ουσιώδη διαφορά της υπερεκμετάλλευσης από την παραγωγή της απόλυτης και σχετικής υπεραξίας, αλλά και το πως η υπερεκμετάλλευση αποτελεί λογική συνέπεια της ιστορικής ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στην οποία αυτός κατατείνει νομοτελειακά, τόσο στις εξαρτημένες χώρες, όσο τελικά, και στις ιμπεριαλιστικές. Αναδεικνύει, επίσης, τον ρόλο που έπαιξε ιστορικά η υπερεκμετάλλευση στις εξαρτημένες χώρες για τη μετάβαση από την απόλυτη υπεραξία στη σχετική στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές μητροπόλεις.
  • Στη βάση της υπερεκμετάλλευσης της εργασίας, επιστρέφει στη διαδικασία της κυκλοφορίας και της διανομής, ή με άλλα λόγια, αναδεικνύει πως ο συγκεκριμένος – κυρίαρχος στις εξαρτημένες χώρες – τρόπος παραγωγής της υπεραξίας αναπαραγάγει, ως ιστορικό του αποτέλεσμα, τις ιδιάζουσες στην εξάρτηση μορφές κυκλοφορίας και διανομής της αξίας, δηλ. την άνιση ανταλλαγή και το μονοπωλιακό υπερκέρδος.
  • Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εξάρτηση δεν μπορεί παρά να αναπαραγάγει την εξάρτηση, ταυτόχρονα με και διά της ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων στις εξαρτημένες χώρες. Πρόκειται για μια εξαρτημένη (υπο)ανάπτυξη που καθορίζει αντίστοιχα τα επίπεδα κατανάλωσης των εργαζομένων στις εξαρτημένες χώρες, και επομένως, την αξία της εργασιακής τους δύναμης, ως ένα εμπόρευμα συστηματικά φτηνότερο, και άρα άνισο, ως προς το αντίστοιχο εμπόρευμα στις ιμπεριαλιστικές χώρες. Ωστόσο, δε φαίνεται να διακρίνει ο συγγραφέας με σαφήνεια μεταξύ της αξίας της εργασιακής δύναμης, όπως καθορίζεται κυρίαρχα από το επίπεδο ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων, και συνεπώς και της παραγωγικής (και καταναλωτικής) δύναμης της εργασίας, από την τιμή της εργασιακής δύναμης, δηλ. τον μισθό, που συνδέεται κυρίως με τον υψηλότερο βαθμό εκμετάλλευσής της, δηλ. την υπερεκμετάλλευση της εργασίας.
  • Αν και η έμφαση είναι στη λογική της διαλεκτικής εξάρτησης σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο αφαίρεσης, ο συγγραφέας παρακολουθεί την ιστορική της εξέλιξη, στηρίζοντας τα επιχειρήματά του με σύντομες ανόδους από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, αντλώντας παραδείγματα από την ιστορία της Λατινικής Αμερικής, και ιδιαίτερα της Βραζιλίας. Ωστόσο, ο Έλληνας αναγνώστης μπορεί να εντοπίσει αρκετά σημεία ομοιότητας με το φαινόμενο της εξάρτησης στην ελληνική ιστορία.
  • Αν και ο συγγραφέας παραμένει στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων που εξετάζει η πολιτική οικονομία, καθιστά σαφές ότι μια πλήρης εξέταση του ιμπεριαλισμού και της εξάρτησης απαιτεί τη διεύρυνση της μελέτης στην κοινωνιολογία και στην πολιτική. Άλλωστε, αυτό εξηγεί και γιατί απαιτείται συνήθως μια αντιιμπεριαλιστική επανάσταση, και η εξέλιξή της σε σοσιαλιστική, ή αντίθετα, ένας (μεγάλος) ιμπεριαλιστικός πόλεμος, προκειμένου να ξεφύγει μια χώρα από την εξάρτηση, είτε προς τον σοσιαλισμό, είτε προς την ανάδειξη σε νέα ιμπεριαλιστική καπιταλιστική δύναμη.
  • Στα πλαίσια αυτά, συναντάμε μια σύντομη – ατυχή κατά τη γνώμη μας, και μάλλον δευτερεύουσας σημασίας – αναφορά στον όρο του υποϊμπεριαλισμού, με τον οποίο επιχειρεί να προσεγγίσει την περίπτωση χωρών, όπως η Βραζιλία, που αν και εξαρτημένες, χαρακτηρίζονται από ενδιάμεση βιομηχανική και καπιταλιστική ανάπτυξη, και αντίστοιχες σχέσεις (εκμετάλλευσης) με άλλες χώρες, λιγότερο ή περισσότερο ισχυρές, στη διεθνή αγορά.

Συνολικά, ο συγγραφέας ανοίγει έναν γόνιμο δρόμο για τη μελέτη της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, δηλ. της καπιταλιστικής καταπίεσης και εκμετάλλευσης στη διεθνή αγορά και στις διακρατικές σχέσεις, κατά το (κρατικο)μονοπωλιακό, ή ιμπεριαλιστικό, στάδιο του καπιταλισμού. Αυτό συμβαίνει παρόλο που το έργο του χρονολογείται στην πολύ αρχή της σύγχρονη φάσης του σταδίου αυτού, δηλ. της φάσης της ιμπεριαλιστικής διεθνοποίησης της παραγωγής.

Αντίθετα, είναι πολλά τα παραδείγματα του σύγχρονου – ακαδημαϊκού ή και πολιτικού – δογματικά ορθόδοξου μαρξισμού, που, στο όνομα της μαρξικής γενικής θεωρίας του κεφαλαίου, απορρίπτουν τη λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού, ως απάντηση στα ερωτήματα με τα οποία ξεκινήσαμε την εισαγωγή αυτή. Δυστυχώς, και στη χώρα μας, η έννοια της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης τις τελευταίες δεκαετίες, επιχειρείται από τις μεγαλύτερες κομμουνιστικές οργανώσεις, το ΚΚΕ και το ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ, να εξοβελιστεί από τη θεωρία και την πολιτική, προς χάριν νεοπαγών θεωριών περί “ολοκληρωτικού καπιταλισμού”, “ιμπεριαλιστικών πυραμίδων”, “ανισότιμης αλληλεξάρτησης” κοκ. Οι θεωρίες αυτές καταλήγουν να λειτουργούν απολογητικά για τον ιμπεριαλισμό, και τις μορφές εκμετάλλευσης και καταπίεσης που προσιδιάζουν σε αυτόν, τείνοντας να τις ταυτίζουν ή να τις ανάγουν, στις “καθαρά” καπιταλιστικές, με αναφορά δηλαδή σε έναν καπιταλισμό που εμφανίζεται ως αν να είναι στην ακμή της νιότης του! Η σημερινή στάση των οργανώσεων αυτών έρχεται σε αντίθεση με την κυρίαρχη παράδοση του κομμουνιστικού κινήματος του 20ού αιώνα στη χώρα μας (βλ. και το εισαγωγικό μας παράθεμα για τη διάλυση κάθε σχετικής αμφιβολίας!).

Ελπίζουμε, λοιπόν, με τη μετάφραση αυτή, να συμβάλουμε, έστω και λίγο, σε μια αλλαγή πορείας για την κομμουνιστική θεωρία, και πρακτική.

Διονύσης Περδίκης

Αλέξανδρος Μπάρτζος

[1] Λένιν ΒΙ. (2009). Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού (εκλαϊκευτική μελέτη). Σύγχρονη Εποχή. Αθήνα.

 Πατέλης Δ. (2022). Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα: βασικές έννοιες και κατηγορίες. Λήμματα σοβιετικών οικονομολόγων. omilos.ilhs.gr.

[2] «[…] στην ιμπεριαλιστική εποχή, εξαιτίας αντικειμενικών αιτιών, το προλεταριάτο χωρίστηκε σε δύο διεθνή στρατόπεδα, από τα οποία το ένα έχει διαφθαρεί με τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι της κεφαλαιοκρατίας των μεγάλων Δυνάμεων – ανάμεσα στ’ άλλα κι από τη διπλή και ή τριπλή εκμετάλλευση των μικρών εθνών […]»

Λένιν ΒΙ. (2006). Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση. Σύγχρονη Εποχή. Αθήνα. 7. Μαρξισμός ή προυντονισμός; σελ. 145-146

[3] Βλ. στο κλασικό έργο του Λένιν της σημ. 1:

«Ο ιμπεριαλισμός είναι η εποχή του χρηματιστικού κεφαλαίου και των μονοπωλίων, που παντού έχουν την τάση προς την κυριαρχία και όχι προς την ελευθερία. Αντίδραση σ’ όλη τη γραμμή, κάτω από οποιοδήποτε πολιτικό καθεστώς, όξυνση στο έπακρο των αντιθέσεων […] – να το αποτέλεσμα αυτών των τάσεων.»

Βλ. επίσης και στη συλλογή έργων του Λένιν Για τον ιμπεριαλισμό και τους ιμπεριαλιστές, Εκδόσεις Προγκρές – Σύγχρονη Εποχή, 1987, και συγκεκριμένα από το έργο Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον «ιμπεριαλιστικό, σελ. 90-91:

«Πολιτικό εποικοδόμημα της νέας οικονομίας, του μονοπωλιακού καπιταλισμού (ο ιμπεριαλισμός είναι μονοπωλιακός καπιταλισμός) είναι η στροφή από τη δημοκρατία στην πολιτική αντίδραση. […] Μ’ αυτήν την έννοια είναι αδιαφιλονίκητο ότι ο ιμπεριαλισμός αποτελεί ‘άρνηση’ της δημοκρατίας γενικά, όλης της δημοκρατίας […]»

[4] Δομή και ουσία στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου: Πρόσθετη υπεραξία και τα στάδια του καπιταλισμού, Άντι Χiγκινμπότομ, Journal of Australian Political Economy (70), σελ. 251-270, 2012, μετ. Δ. Μουστάκας, επιμ. Δ. Περδίκης.

[5] Smith, J (2010) Imperialism & the Globalisation of Production. Thesis. University of Sheffield.

 Smith J. (2016). Imperialism in the twenty-first century. The Globalization of Production, Super-Exploitation, and the Crisis of Capitalism. New York: Monthly Review Press.

 Smith J. (2019). Εκμετάλλευση και υπερεκμετάλλευση στη θεωρία του ιμπεριαλισμού. Θεματική των Σύγχρονων Οικονομικών του Ιμπεριαλισμού (The Modern Economics of Imperialism) στο 16ο Ετήσιο Συνέδριο Ιστορικού Υλισμού (16th Annual Historical Materialism Conference), το οποίο έλαβε χώρα στο Λονδίνο, τον Νοέμβριο του 2019, μετ. Δ. Περδίκης.

Ακολουθεί η μετάφραση από το cosmonautmag.com, η οποία μπορεί να διαβαστεί και σε αυτό το αρχείο pdf.

 

Παρακάτω παρουσιάζουμε την αγγλική μετάφραση του Jorge M του έργου Dialectics of Dependency του Ruy Mauro Marini, ενός σημαντικού έργου για τον λατινοαμερικάνικο μαρξισμό και συνολικά τις θεωρίες του ιμπεριαλισμού. Περιλαμβάνεται επίσης ένα υστερόγραφο του Marini που αναστοχάζεται πάνω στο έργο και τα επιχειρήματά του.

 

Η διαλεκτική της εξάρτησης

του Ρούι Μάουρο Μαρίνι

Πολιτική γελοιογραφία που απεικονίζει τον ανταγωνισμό μεταξύ των δυνάμεων του ιμπεριαλισμού και της Λατινικής Αμερικής.

Στην ανάλυση της λατινοαμερικανικής εξάρτησης, οι μαρξιστές ερευνητές έχουν γενικά υποπέσει σε δύο τύπους παρεκκλίσεων: στην αντικατάσταση του συγκεκριμένου γεγονότος από την αφηρημένη έννοια, ή στη νόθευση της έννοιας στο όνομα μιας πραγματικότητας που παλεύει για να την αποδεχθεί στην καθαρή της διατύπωση. Στην πρώτη περίπτωση, το αποτέλεσμα ήταν οι λεγόμενες ορθόδοξες μαρξιστικές μελέτες, στις οποίες η δυναμική των διεργασιών που μελετώνται διαχέεται σε μια τυποποίηση που είναι ανίκανη να τις ανακατασκευάσει στο επίπεδο της έκθεσης, και στις οποίες η σχέση μεταξύ του συγκεκριμένου και του αφηρημένου διαρρηγνύεται, για να προκύψουν εμπειρικές περιγραφές που τρέχουν παράλληλα με τον θεωρητικό λόγο, χωρίς να συγχωνεύονται με αυτόν· αυτό συνέβη, κυρίως, στο πεδίο της οικονομικής ιστορίας. Ο δεύτερος τύπος απόκλισης ήταν συχνότερος στον τομέα της κοινωνιολογίας, όπου, αντιμέτωποι με τη δυσκολία προσαρμογής σε μια πραγματικότητα κατηγοριών που δεν έχουν σχεδιαστεί ειδικά γι’ αυτήν, οι μελετητές με μαρξιστικό υπόβαθρο καταφεύγουν ταυτόχρονα σε άλλες μεθοδολογικές και θεωρητικές προσεγγίσεις· η αναγκαία συνέπεια αυτής της διαδικασίας είναι ο εκλεκτικισμός, η έλλειψη εννοιολογικής και μεθοδολογικής αυστηρότητας και ο δήθεν εμπλουτισμός του μαρξισμού, που μάλλον είναι η άρνησή του.

Οι αποκλίσεις αυτές απορρέουν από μια πραγματική δυσκολία: αντιμέτωπη με την παράμετρο του αμιγώς καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η λατινοαμερικανική οικονομία παρουσιάζει ιδιαιτερότητες, άλλοτε ως ανεπάρκειες και άλλοτε – όχι πάντα εύκολα διακριτές από την πρώτη [περίπτωση] – ως παραμορφώσεις. Η επανάληψη στις λατινοαμερικανικές μελέτες της έννοιας του “προ-καπιταλισμού” δεν είναι επομένως τυχαία. Αυτό που πρέπει να ειπωθεί είναι ότι, ακόμη και αν πρόκειται πράγματι για ανεπαρκή ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων, η έννοια αυτή αναφέρεται σε πτυχές μιας πραγματικότητας, η οποία, λόγω της συνολικής δομής και λειτουργίας της, δεν θα μπορέσει ποτέ να αναπτυχθεί με τον ίδιο τρόπο που έχουν αναπτυχθεί οι λεγόμενες προηγμένες καπιταλιστικές οικονομίες. Για το λόγο αυτό, αντί για έναν προ-καπιταλισμό, αυτό που έχουμε είναι ένας καπιταλισμός sui generis, ο οποίος έχει νόημα μόνο αν τον εξετάσουμε από την οπτική γωνία του συστήματος στο σύνολό του, τόσο σε εθνικό όσο και, κυρίως, σε διεθνές επίπεδο.

Αυτό ισχύει κυρίως όταν αναφερόμαστε στον σύγχρονο βιομηχανικό καπιταλισμό της Λατινικής Αμερικής, όπως αυτός διαμορφώθηκε τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Όμως, στη γενικότερη οπτική  της, η πρόταση ισχύει επίσης για την αμέσως προηγούμενη περίοδο και ακόμη και για το στάδιο της εξαγωγικής οικονομίας. Είναι προφανές ότι, στην τελευταία περίπτωση, η ανεπάρκεια εξακολουθεί να υπερισχύει της στρέβλωσης, αλλά αν θέλουμε να καταλάβουμε πώς το ένα έγινε το άλλο, πρέπει να μελετήσουμε την πρώτη υπό το πρίσμα της δεύτερης. Με άλλα λόγια, είναι η γνώση της συγκεκριμένης μορφής που κατέληξε να πάρει ο εξαρτημένος καπιταλισμός της Λατινικής Αμερικής αυτή που φωτίζει τη μελέτη της γέννησής του, και μας επιτρέπει να κατανοήσουμε αναλυτικά τις τάσεις που οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα.

Αλλά εδώ, όπως πάντα, η αλήθεια έχει διπλό νόημα: αν είναι αλήθεια ότι η μελέτη των πιο ανεπτυγμένων κοινωνικών μορφών φωτίζει τις πιο εμβρυακές μορφές (ή, για να το πούμε με τα λόγια του Μαρξ, “η ανθρώπινη ανατομία περιέχει ένα κλειδί για την ανατομία του πιθήκου”[1]), είναι επίσης αλήθεια ότι η ανεπαρκής ανάπτυξη μιας κοινωνίας, αναδεικνύοντας ένα απλό στοιχείο, κάνει πιο κατανοητή την πιο σύνθετη μορφή της, η οποία ενσωματώνει και υποτάσσει αυτό το στοιχείο. Όπως επισημαίνει ο Μαρξ:

[…] η απλούστερη κατηγορία εκφράζει σχέσεις που κυριαρχούν σε μια ανώριμη οντότητα ή υποδεέστερες σχέσεις σε μια πιο προηγμένη οντότητα· σχέσεις που προϋπήρχαν ιστορικά πριν η οντότητα αναπτύξει τις πτυχές που εκφράζονται σε μια πιο συγκεκριμένη κατηγορία. Η διαδικασία του αφηρημένου συλλογισμού που προχωρεί από τις απλούστερες στις πιο σύνθετες έννοιες συμβαδίζει στο βαθμό αυτό με την πραγματική ιστορική εξέλιξη [2].

Κατά τον εντοπισμό αυτών των στοιχείων, οι μαρξιστικές κατηγορίες πρέπει επομένως να εφαρμοστούν στην πραγματικότητα ως εργαλεία ανάλυσης και πρόβλεψης της περαιτέρω εξέλιξής της.  Από την άλλη πλευρά, οι κατηγορίες αυτές δεν μπορούν να αντικαταστήσουν ή να επιφέρουν σύγχυση στα φαινόμενα στα οποία εφαρμόζονται· γι’ αυτό η ανάλυση πρέπει να τα σταθμίζει χωρίς αυτό να σημαίνει, σε κάθε περίπτωση, ότι διαρρηγνύεται το νήμα της μαρξιστικής συλλογιστικής, μπολιάζοντάς τη με σώματα ξένα προς αυτήν και που δεν μπορούν, επομένως, να αφομοιωθούν από αυτήν. Εννοιολογική και μεθοδολογική αυστηρότητα: σε αυτό καταλήγει τελικά η μαρξιστική ορθοδοξία. Οποιοσδήποτε περιορισμός στη διαδικασία της έρευνας που απορρέει από αυτήν δεν έχει καμία σχέση με την ορθοδοξία, αλλά μόνο με τον δογματισμό.

1) Ενσωμάτωση στην παγκόσμια αγορά

Σφυρηλατημένη μέσα στον πυρετό της εμπορικής επέκτασης που προωθήθηκε τον 16ο αιώνα από τον αναδυόμενο καπιταλισμό, η Λατινική Αμερική αναπτύχθηκε σε στενή συνάφεια με τη δυναμική του διεθνούς κεφαλαίου. Ως αποικία που παρήγαγε πολύτιμα μέταλλα και εξωτικά αγαθά, συνέβαλε αρχικά στην αύξηση της ροής των εμπορευμάτων και στην επέκταση των μέσων πληρωμής, τα οποία, επιτρέποντας την ανάπτυξη του εμπορικού και τραπεζικού κεφαλαίου στην Ευρώπη, στήριξαν το ευρωπαϊκό σύστημα παραγωγής και άνοιξαν το δρόμο για τη δημιουργία βιομηχανίας μεγάλης κλίμακας. Η βιομηχανική επανάσταση που ξεκίνησε αυτή τη βιομηχανία, αντιστοιχεί στη Λατινική Αμερική στην πολιτική ανεξαρτησία που αποκτήθηκε κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η οποία δημιούργησε, βάσει του δημογραφικού και διοικητικού ιστού που υφάνθηκε κατά την αποικιοκρατική περίοδο, μια ομάδα χωρών που θα στραφεί γύρω από την Αγγλία. Οι ροές των εμπορευμάτων και, αργότερα, των κεφαλαίων, είχαν το σημείο σύνδεσής τους στην Αγγλία: αγνοώντας η μία την άλλη, οι νέες χώρες θα συνδεθούν άμεσα με την αγγλική μητρόπολη και, ανάλογα με τις απαιτήσεις της τελευταίας, θα αρχίσουν να παράγουν και να εξάγουν πρωτογενή αγαθά με αντάλλαγμα καταναλωτικά προϊόντα και – όταν οι εξαγωγές υπερβαίνουν τις εισαγωγές – χρέη [3].

Από αυτή τη στιγμή οι σχέσεις της Λατινικής Αμερικής με τα ευρωπαϊκά καπιταλιστικά κέντρα εντάσσονται σε μια καθορισμένη δομή: τον διεθνή καταμερισμό εργασίας, ο οποίος θα καθορίσει την πορεία της μετέπειτα ανάπτυξης της περιοχής. Με άλλα λόγια, είναι από τότε που διαμορφώνεται η εξάρτηση, νοούμενη ως σχέση υποταγής μεταξύ τυπικά ανεξάρτητων εθνών, στο πλαίσιο της οποίας οι σχέσεις παραγωγής των υποτελών εθνών τροποποιούνται ή αναδημιουργούνται για να εξασφαλίσουν τη διευρυμένη αναπαραγωγή της εξάρτησης. Ο καρπός της εξάρτησης δεν μπορεί επομένως παρά να είναι περισσότερη εξάρτηση, και η εξάλειψή της προϋποθέτει αναγκαστικά την καταστολή των εμπλεκόμενων σχέσεων παραγωγής. Υπό αυτή την έννοια, η γνωστή φόρμουλα του Andre Gunder Frank για την “ανάπτυξη της υπανάπτυξης” είναι άψογη, όπως και τα πολιτικά συμπεράσματα στα οποία οδηγεί [4]. Οι επικρίσεις που έχουν ασκηθεί σε αυτήν συχνά αντιπροσωπεύουν ένα βήμα προς τα πίσω από αυτήν τη διατύπωση, στο όνομα προχειροτήτων που διεκδικούν έναν θεωρητικό χαρακτήρα, αλλά τείνουν να μην προχωρούν πέρα από τη σημειολογία.

Ωστόσο, και σε αυτό έγκειται η πραγματική αδυναμία του έργου του Frank, η αποικιακή κατάσταση δεν είναι η ίδια με την κατάσταση της εξάρτησης. Αν και υπάρχει συνέχεια μεταξύ των δύο, δεν είναι ομοιογενείς· όπως σωστά λέει ο Canguilhem, “ο προοδευτικός χαρακτήρας ενός γεγονότος δεν αποκλείει την πρωτοτυπία του γεγονότος” [5]. Η δυσκολία της θεωρητικής ανάλυσης έγκειται ακριβώς στην κατανόηση αυτής της πρωτοτυπίας και, κυρίως, στη διάκριση της στιγμής κατά την οποία η πρωτοτυπία συνεπάγεται αλλαγή της ποιότητας. Όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις της Λατινικής Αμερικής, αν, όπως έχουμε επισημάνει, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της καπιταλιστικής παγκόσμιας οικονομίας (κυρίως μέσω της παραγωγής πολύτιμων μετάλλων τον 16ο και 17ο αιώνα, αλλά κυρίως τον 18ο αιώνα, χάρη στη σύμπτωση μεταξύ της ανακάλυψης του βραζιλιάνικου χρυσού και της αγγλικής κατασκευαστικής έκρηξης) [6] , μόνο κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, και συγκεκριμένα μετά το 1840, η άρθρωσή της με την παγκόσμια οικονομία έγινε πλήρως αντιληπτή [7]. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί αν αναλογιστούμε ότι μόνο με την εμφάνιση της μεγάλης βιομηχανίας ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας εδραιώνεται σε στέρεες βάσεις [8].

Η δημιουργία της σύγχρονης βιομηχανίας μεγάλης κλίμακας θα είχε παρεμποδιστεί σημαντικά εάν δεν είχε στηριχθεί στις εξαρτημένες χώρες και θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί σε αυστηρά εθνική βάση. Στην πραγματικότητα, η βιομηχανική ανάπτυξη προϋποθέτει μεγάλη διαθεσιμότητα γεωργικών προϊόντων, η οποία επιτρέπει την εξειδίκευση μέρους της κοινωνίας σε ειδικά βιομηχανική δραστηριότητα [9]. Στην περίπτωση της ευρωπαϊκής εκβιομηχάνισης, η προσφυγή στην απλή εγχώρια γεωργική παραγωγή θα είχε επιβραδύνει την ακραία παραγωγική εξειδίκευση που κατέστησε δυνατή η μεγάλης κλίμακας βιομηχανία. Η έντονη αύξηση της βιομηχανικής εργατικής τάξης και, γενικότερα, του αστικού πληθυσμού που απασχολείται στη βιομηχανία και τις υπηρεσίες, η οποία έλαβε χώρα στις βιομηχανικές χώρες τον περασμένο αιώνα, δεν θα μπορούσε να είχε πραγματοποιηθεί αν δεν μπορούσαν να υπολογίζουν στα μέσα διαβίωσης γεωργικής προέλευσης που παρείχαν σε σημαντικό βαθμό οι χώρες της Λατινικής Αμερικής. Αυτό ήταν που επέτρεψε την εμβάθυνση του καταμερισμού της εργασίας και την εξειδίκευση των βιομηχανικών χωρών ως παγκόσμιων παραγωγών βιομηχανικών προϊόντων.

Αλλά ο ρόλος που διαδραμάτισε η Λατινική Αμερική στην ανάπτυξη του καπιταλισμού δεν περιορίστηκε σε αυτό: στην ικανότητά της να δημιουργεί μια παγκόσμια προσφορά τροφίμων, η οποία εμφανίζεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξή της στη διεθνή καπιταλιστική οικονομία, σύντομα προστέθηκε και εκείνη της συμβολής στη διαμόρφωση μιας αγοράς βιομηχανικών πρώτων υλών, η σημασία της οποίας αυξάνεται ως συνάρτηση της ίδιας της βιομηχανικής ανάπτυξης [10]. Η αύξηση της εργατικής τάξης στις χώρες του πυρήνα και η ακόμη πιο αξιοσημείωτη αύξηση της παραγωγικότητάς της, που προέκυψε από την έλευση της μεγάλης βιομηχανίας, οδήγησαν στο να αυξηθεί σε μεγαλύτερο βαθμό η μάζα των πρώτων υλών που διοχετεύονται στην παραγωγική διαδικασία [11]. Αυτή η λειτουργία, η οποία θα φτάσει αργότερα στην πληρότητά της, είναι επίσης εκείνη που θα αποδειχθεί η πιο ανθεκτική για τη Λατινική Αμερική, διατηρώντας όλη τη σημασία της ακόμη και μετά την ολοκλήρωση του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας σε ένα νέο στάδιο.

Αυτό που είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη εδώ είναι ότι οι λειτουργίες της Λατινικής Αμερικής στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία υπερβαίνουν την απλή ανταπόκριση στις φυσικές απαιτήσεις που προκαλεί η συσσώρευση στις βιομηχανικές χώρες.  Πέρα από τη διευκόλυνση της ποσοτικής τους ανάπτυξης, η συμμετοχή της Λατινικής Αμερικής στην παγκόσμια αγορά θα συμβάλει στη μετατόπιση του άξονα συσσώρευσης στη βιομηχανική οικονομία από την παραγωγή απόλυτης υπεραξίας σε εκείνη της σχετικής υπεραξίας, που σημαίνει δηλαδή ότι η συσσώρευση θα εξαρτάται περισσότερο από την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας της εργασίας παρά απλώς από την εκμετάλλευση του εργάτη. Ωστόσο, η ανάπτυξη της λατινοαμερικάνικης παραγωγής, η οποία επιτρέπει στην περιοχή να συμβάλει σε αυτή την ποιοτική αλλαγή στις κεντρικές χώρες, θα βασίζεται βασικά στη μεγαλύτερη εκμετάλλευση του εργάτη. Αυτός ο αντιφατικός χαρακτήρας της λατινοαμερικάνικης εξάρτησης, που καθορίζει τις σχέσεις παραγωγής στο καπιταλιστικό σύστημα στο σύνολό του, είναι που πρέπει να κρατήσει την προσοχή μας.

2) Το μυστικό της άνισης ανταλλαγής

Η ένταξη της Λατινικής Αμερικής στην καπιταλιστική οικονομία ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που θέτει στις βιομηχανικές χώρες η μετάβαση στην παραγωγή σχετικής υπεραξίας. Αυτό γίνεται αντιληπτό ως μια μορφή εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας, η οποία, βασισμένη βασικά στον μετασχηματισμό των τεχνικών συνθηκών παραγωγής, προκύπτει από την πραγματική υποτίμηση της εργατικής δύναμης. Χωρίς να εμβαθύνουμε πολύ στο ζήτημα, είναι χρήσιμο να κάνουμε μερικές διευκρινίσεις σχετικά με το θέμα μας.

Ουσιαστικά, πρόκειται για την άρση της σύγχυσης που συχνά δημιουργείται μεταξύ της έννοιας της σχετικής υπεραξίας και της έννοιας της παραγωγικότητας. Πράγματι, αν και αποτελεί τον κατεξοχήν όρο της σχετικής υπεραξίας, η μεγαλύτερη παραγωγική ικανότητα της εργασίας δεν εξασφαλίζει από μόνη της την αύξηση της σχετικής υπεραξίας. Με την αύξηση της παραγωγικότητας, ο εργάτης δημιουργεί μόνο περισσότερα προϊόντα στον ίδιο χρόνο, αλλά όχι περισσότερη αξία· είναι ακριβώς αυτό το γεγονός που οδηγεί τον μεμονωμένο καπιταλιστή να επιδιώκει την αύξηση της παραγωγικότητας, αφού του επιτρέπει να μειώσει την ατομική αξία του εμπορεύματός του, σε σχέση με την αξία που του αποδίδουν οι γενικές συνθήκες παραγωγής, αποκτώντας έτσι μια υπεραξία ανώτερη από εκείνη των ανταγωνιστών του – δηλαδή μια έκτακτη υπεραξία.

Τώρα, αυτή η έκτακτη υπεραξία μεταβάλλει τη γενική κατανομή της υπεραξίας μεταξύ των διαφόρων καπιταλιστών, καθώς μεταφράζεται σε έκτακτο κέρδος, αλλά δεν μεταβάλλει το βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας στην οικονομία ή στον εξεταζόμενο κλάδο, δηλαδή δεν επηρεάζει το ποσοστό της υπεραξίας. Αν η τεχνική διαδικασία που επέτρεψε την αύξηση της παραγωγικότητας γενικευτεί στις άλλες επιχειρήσεις, και επομένως κανονικοποιηθεί ο ρυθμός παραγωγικότητας, ούτε αυτό δεν συνεπάγεται αύξηση του μεριδίου της υπεραξίας: η μάζα των προϊόντων θα έχει απλώς αυξηθεί, χωρίς να μεταβάλλεται η αξία τους, ή, που είναι το ίδιο, η κοινωνική αξία της μονάδας προϊόντος θα μειωθεί σε βαθμό ανάλογο με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Η συνέπεια θα ήταν, λοιπόν, όχι η αύξηση της υπεραξίας, αλλά μάλλον η μείωσή της.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αυτό που καθορίζει το ποσοστό της υπεραξίας δεν είναι η παραγωγικότητα της εργασίας καθεαυτή, αλλά ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασίας, δηλαδή η αναλογία μεταξύ του χρόνου πλεονάζουσας εργασίας (κατά τον οποίο ο εργάτης παράγει υπεραξία) και του αναγκαίου χρόνου εργασίας (κατά τον οποίο ο εργάτης αναπαράγει την αξία της εργατικής του δύναμης, δηλαδή το ισοδύναμο του μισθού του)[12]. Μόνο η μεταβολή αυτής της αναλογίας, με μια έννοια ευνοϊκή για τον καπιταλιστή, δηλαδή με την αύξηση της πλεονάζουσας εργασίας έναντι της αναγκαίας εργασίας, μπορεί να μεταβάλει το ποσοστό της υπεραξίας. Για το σκοπό αυτό, η μείωση της κοινωνικής αξίας των εμπορευμάτων πρέπει να επηρεάσει τα αγαθά που είναι απαραίτητα για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, δηλαδή τα μισθιακά αγαθά. Η σχετική υπεραξία είναι επομένως άρρηκτα συνδεδεμένη με την υποτίμηση των μισθιακών αγαθών, στην οποία συμβάλλει γενικά, αλλά όχι απαραίτητα, η παραγωγικότητα της εργασίας [13].

Αυτή η παρέκβαση ήταν απαραίτητη για να κατανοήσουμε γιατί η ένταξη της Λατινικής Αμερικής στην παγκόσμια αγορά συνέβαλε στην ανάπτυξη του ειδικά καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που βασίζεται στη σχετική υπεραξία. Αναφέραμε ήδη ότι μια από τις λειτουργίες που ανατέθηκαν στη Λατινική Αμερική στο πλαίσιο του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας ήταν να προμηθεύει τις βιομηχανικές χώρες με τα τρόφιμα που απαιτούνταν από την ανάπτυξη της εργατικής τάξης ειδικότερα, και του αστικού πληθυσμού γενικότερα, που λάμβανε χώρα εκεί. Η παγκόσμια προσφορά τροφίμων, στη δημιουργία της οποίας συνέβαλε η Λατινική Αμερική και η οποία έφτασε στο απόγειό της στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, θα αποτελέσει αποφασιστικό στοιχείο για να αναθέσουν οι βιομηχανικές χώρες τις βιοποριστικές τους ανάγκες στο εξωτερικό εμπόριο [14]. Το αποτέλεσμα αυτής της προσφοράς (που ενισχύεται από την ύφεση των τιμών των πρωτογενών προϊόντων στην παγκόσμια αγορά, θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε αργότερα) θα είναι η μείωση της πραγματικής αξίας της εργατικής δύναμης στις βιομηχανικές χώρες, επιτρέποντας έτσι την αύξηση της παραγωγικότητας να μεταφράζεται εκεί σε όλο και μεγαλύτερα μερίδια υπεραξίας. Με άλλα λόγια, μέσω της ενσωμάτωσής της στην παγκόσμια αγορά μισθωτών προϊόντων, η Λατινική Αμερική διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αύξηση της σχετικής υπεραξίας στις βιομηχανικές χώρες.

Πριν εξετάσουμε την άλλη πλευρά του νομίσματος, δηλαδή τις εσωτερικές συνθήκες παραγωγής που θα επιτρέψουν στη Λατινική Αμερική να εκπληρώσει αυτή τη λειτουργία, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η λατινοαμερικανική εξάρτηση δεν αποκαλύπτεται αντιφατική μόνο στο επίπεδο της ίδιας της οικονομίας της: Η συμμετοχή της Λατινικής Αμερικής στην πρόοδο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στις βιομηχανικές χώρες θα είναι με τη σειρά της αντιφατική. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, όπως επισημάναμε νωρίτερα, η αύξηση της παραγωγικής ικανότητας της εργασίας συνεπάγεται μια περισσότερο από ανάλογη κατανάλωση πρώτων υλών. Στο βαθμό που αυτή η μεγαλύτερη παραγωγικότητα συνοδεύεται ουσιαστικά από μεγαλύτερη σχετική υπεραξία, αυτό σημαίνει ότι η αξία του μεταβλητού κεφαλαίου πέφτει σε σχέση με την αξία του σταθερού κεφαλαίου (που περιλαμβάνει τις πρώτες ύλες), δηλαδή ότι η αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου αυξάνεται. Τώρα, αυτό που ιδιοποιείται ο καπιταλιστής δεν είναι άμεσα η παραγόμενη υπεραξία, αλλά το μέρος αυτής που του αντιστοιχεί με τη μορφή κέρδους. Εφόσον το ποσοστό του κέρδους δεν μπορεί να καθοριστεί μόνο σε σχέση με το μεταβλητό κεφάλαιο, αλλά στο σύνολο του κεφαλαίου που προωθείται στη διαδικασία παραγωγής, δηλαδή στους μισθούς, στις εγκαταστάσεις, στα μηχανήματα, στις πρώτες ύλες κ.λπ., το αποτέλεσμα της αύξησης της υπεραξίας τείνει να είναι – εφόσον συνεπάγεται, έστω και σε σχετικούς όρους, μια ταυτόχρονη αύξηση της αξίας του σταθερού κεφαλαίου που χρησιμοποιείται για την παραγωγή της – μια μείωση του μεριδίου του κέρδους.

Αυτή η αντίφαση, ζωτικής σημασίας για την καπιταλιστική συσσώρευση, εξουδετερώνεται με διάφορες διαδικασίες, οι οποίες, από αυστηρά παραγωγική άποψη, προσανατολίζονται είτε προς την κατεύθυνση της περαιτέρω αύξησης της υπεραξίας, προκειμένου να αντισταθμιστεί η μείωση του ποσοστού κέρδους, είτε προς την κατεύθυνση της πρόκλησης παράλληλης μείωσης της αξίας του σταθερού κεφαλαίου, με σκοπό την αποτροπή της μείωσης. Στη δεύτερη κατηγορία διαδικασιών, ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ εκείνη που αναφέρεται στην παγκόσμια προσφορά βιομηχανικών πρώτων υλών, η οποία εμφανίζεται ως το αντίστοιχο – από την άποψη της αξιακής σύνθεσης του κεφαλαίου – της παγκόσμιας προσφοράς τροφίμων. Όπως και με την τελευταία, μέσω της αύξησης μιας μάζας ολοένα και φθηνότερων προϊόντων στη διεθνή αγορά, η Λατινική Αμερική όχι μόνο τροφοδοτεί την ποσοτική επέκταση της καπιταλιστικής παραγωγής στις βιομηχανικές χώρες, αλλά και συμβάλλει στο ξεπέρασμα των εμποδίων που δημιουργεί ο αντιφατικός χαρακτήρας της συσσώρευσης του κεφαλαίου στην επέκταση αυτή [15].

Υπάρχει, ωστόσο, μια άλλη πτυχή του προβλήματος που πρέπει να ληφθεί υπόψη.  Πρόκειται για το γνωστό γεγονός ότι η αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς τροφίμων και πρώτων υλών συνοδεύεται από μείωση των τιμών των προϊόντων αυτών σε σχέση με τις τιμές των βιομηχανικών προϊόντων [16]. Δεδομένου ότι οι τιμές των βιομηχανικών προϊόντων παραμένουν σχετικά σταθερές, και σε κάθε περίπτωση μειώνονται αργά, η επιδείνωση των όρων εμπορίου αντανακλά στην πραγματικότητα την υποτίμηση των πρωτογενών αγαθών. Είναι σαφές ότι η υποτίμηση αυτή δεν μπορεί να αντιστοιχεί στην πραγματική υποτίμηση των αγαθών αυτών λόγω της αύξησης της παραγωγικότητας στις μη βιομηχανικές χώρες, δεδομένου ότι εκεί ακριβώς η παραγωγικότητα αυξάνεται πιο αργά. Θα πρέπει συνεπώς να διερευνηθούν οι λόγοι του φαινομένου αυτού, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους δεν οδήγησε σε αντικίνητρο για την ενσωμάτωση της Λατινικής Αμερικής στη διεθνή οικονομία.

Το πρώτο βήμα για την απάντηση στο ερώτημα αυτό συνίσταται στην απόρριψη της απλοϊκής εξήγησης που θέλει να δει μόνο το αποτέλεσμα του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης. Αν και είναι σαφές ότι ο ανταγωνισμός παίζει καθοριστικό ρόλο στον καθορισμό των τιμών, δεν εξηγεί γιατί, από την πλευρά της προσφοράς, υπάρχει μια επιταχυνόμενη επέκταση, ανεξάρτητα από την επιδείνωση των όρων εμπορίου. Ούτε θα ήταν δυνατόν να ερμηνευθεί το φαινόμενο αν περιοριζόμασταν στην εμπειρική παρατήρηση ότι οι νόμοι του εμπορίου έχουν στρεβλωθεί σε διεθνές επίπεδο χάρη στις διπλωματικές και στρατιωτικές πιέσεις των βιομηχανικών εθνών. Αν και η συλλογιστική αυτή βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, αντιστρέφει τη σειρά των παραγόντων και δεν βλέπει ότι η χρήση εξωοικονομικών μέσων απορρέει ακριβώς από το γεγονός ότι υπάρχει πίσω από αυτήν μια οικονομική βάση που την καθιστά δυνατή. Και οι δύο τύποι εξήγησης συμβάλλουν, επομένως, στην απόκρυψη της φύσης των φαινομένων που μελετώνται και οδηγούν σε αυταπάτες σχετικά με το τι πραγματικά είναι η διεθνής καπιταλιστική εκμετάλλευση.

Τα μη βιομηχανικά έθνη δεν έχουν γίνει οικονομικά αδύναμα επειδή κακοποιήθηκαν, αλλά κακοποιήθηκαν επειδή ήταν αδύναμα. Ούτε επιδεινώθηκε η εμπορική τους θέση επειδή παρήγαγαν περισσότερο απ’ ότι θα έπρεπε, αλλά η εμπορική επιδείνωση ήταν αυτή που τα ανάγκασε να παράγουν σε μεγαλύτερη κλίμακα. Το να αρνείται κανείς να δει τα πράγματα με αυτόν τον τρόπο είναι σαν να συγχέει τα της διεθνούς καπιταλιστικής οικονομίας, είναι σαν να καθιστά πιστευτό ότι αυτή η οικονομία θα μπορούσε να είναι διαφορετική από αυτό που πραγματικά είναι. Τελικά, αυτό οδηγεί στην αξίωση δίκαιων εμπορικών σχέσεων μεταξύ των εθνών, όταν αυτό που είναι το ζητούμενο είναι η καταστολή των διεθνών οικονομικών σχέσεων που βασίζονται στην ανταλλακτική αξία.

Πράγματι, καθώς η παγκόσμια αγορά αποκτά πιο ανεπτυγμένες μορφές, η χρήση πολιτικής και στρατιωτικής βίας για την εκμετάλλευση αδύναμων εθνών καθίσταται περιττή και η διεθνής εκμετάλλευση μπορεί προοδευτικά να στηρίζεται στην αναπαραγωγή οικονομικών σχέσεων που διαιωνίζουν και ενισχύουν την καθυστέρηση και την αδυναμία αυτών των εθνών. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται εδώ όπως και στο εσωτερικό των βιομηχανικών οικονομιών: η χρήση βίας για την υπαγωγή των εργαζόμενων μαζών στην κυριαρχία του κεφαλαίου μειώνεται καθώς μπαίνουν στο παιχνίδι οικονομικοί μηχανισμοί που καθαγιάζουν αυτή την υποταγή [17]. Η ανάπτυξη των εμπορικών σχέσεων θέτει τα θεμέλια για να πραγματοποιηθεί μια καλύτερη εφαρμογή του νόμου της αξίας, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί όλες τις προϋποθέσεις για τους διάφορους μηχανισμούς με τους οποίους το κεφάλαιο προσπαθεί να τον παρακάμψει.

Θεωρητικά, η ανταλλαγή εμπορευμάτων εκφράζει την ανταλλαγή ισοδυνάμων, η αξία των οποίων καθορίζεται από την ποσότητα της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας που ενσωματώνεται στα εμπορεύματα. Στην πράξη, παρατηρούνται διάφοροι μηχανισμοί που επιτρέπουν τη μεταφορά αξίας παρακάμπτοντας τους νόμους της ανταλλαγής και οι οποίοι εκφράζονται με τον τρόπο καθορισμού των τιμών της αγοράς και των τιμών παραγωγής των εμπορευμάτων.  Πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των μηχανισμών που λειτουργούν εντός της ίδιας της σφαίρας της παραγωγής (είτε πρόκειται για βιομηχανικά προϊόντα είτε για πρώτες ύλες) και εκείνων που λειτουργούν στο πλαίσιο διαφορετικών αλληλένδετων σφαιρών. Στην πρώτη περίπτωση, οι μεταβιβάσεις αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες εφαρμογές των νόμων της ανταλλαγής· στη δεύτερη, αποκτούν πιο ανοιχτά τον χαρακτήρα της υπέρβασης αυτών των νόμων.

Έτσι, ως αποτέλεσμα της μεγαλύτερης παραγωγικότητας της εργασίας, ένα έθνος μπορεί να παρουσιάσει χαμηλότερες τιμές παραγωγής από τους ανταγωνιστές του χωρίς να μειώσει σημαντικά τις τιμές της αγοράς τις οποίες οι συνθήκες παραγωγής των τελευταίων συμβάλλουν στον καθορισμό τους. Αυτό εκφράζεται για το ευνοημένο έθνος ως έκτακτο κέρδος, παρόμοιο με αυτό που παρατηρήσαμε όταν εξετάσαμε τον τρόπο με τον οποίο τα μεμονωμένα κεφάλαια ιδιοποιούνται τους καρπούς της παραγωγικότητας της εργασίας. Είναι φυσικό ότι το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται κυρίως στο επίπεδο του ανταγωνισμού μεταξύ των βιομηχανικών εθνών και λιγότερο μεταξύ εκείνων που παράγουν πρωτογενή αγαθά, αφού στα πρώτα ασκούνται πλήρως οι καπιταλιστικοί νόμοι της ανταλλαγής· αυτό δεν σημαίνει ότι δεν εμφανίζεται και στα δεύτερα, ιδίως όταν αναπτύσσονται εκεί καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

Με την παρουσία αυτών των μηχανισμών μεταφοράς αξίας, που βασίζονται είτε στην παραγωγικότητα είτε στο μονοπώλιο της παραγωγής, μπορούμε να εντοπίσουμε – πάντα στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων της αγοράς – έναν μηχανισμό αντιστάθμισης. Πρόκειται για την προσφυγή στην αύξηση της ανταλλασσόμενης αξίας, από την πλευρά του μειονεκτούντος έθνους: χωρίς να εμποδίζεται η μεταφορά που λειτουργεί με τους μηχανισμούς που περιεγράφηκαν ήδη, αυτό καθιστά δυνατή την εξουδετέρωσή της εν όλω ή εν μέρει μέσω της αύξησης της πραγματοποιηθείσας αξίας. Ένας τέτοιος μηχανισμός αντιστάθμισης μπορεί να επαληθευτεί τόσο στο επίπεδο της ανταλλαγής ομοειδών προϊόντων όσο και προϊόντων που προέρχονται από διαφορετικές σφαίρες παραγωγής. Μας απασχολεί εδώ μόνο η δεύτερη περίπτωση.

Αυτό που είναι σημαντικό να επισημανθεί είναι ότι για να αυξήσει τη μάζα της παραγόμενης αξίας ο καπιταλιστής πρέπει αναγκαστικά να χρησιμοποιήσει μεγαλύτερη εκμετάλλευση της εργασίας, είτε αυξάνοντας την έντασή της, είτε παρατείνοντας την εργάσιμη ημέρα, είτε συνδυάζοντας τις δύο διαδικασίες. Αυστηρά μιλώντας, μόνο η πρώτη – η αύξηση της έντασης της εργασίας – εξουδετερώνει πραγματικά τα μειονεκτήματα που προκύπτουν από τη χαμηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας, αφού επιτρέπει τη δημιουργία μεγαλύτερης αξίας στον ίδιο χρόνο εργασίας. Στην πραγματικότητα, όλες αυτές οι διαδικασίες συμβάλλουν στην αύξηση της μάζας της υλοποιημένης αξίας και, επομένως, του χρηματικού ποσού που προκύπτει από την ανταλλαγή. Αυτό είναι που εξηγεί, σε αυτό το επίπεδο ανάλυσης, ότι η παγκόσμια προσφορά πρώτων υλών και τροφίμων αυξάνεται καθώς διευρύνεται το περιθώριο μεταξύ των αγοραίων τιμών τους και της πραγματικής αξίας της παραγωγής [18].

Αυτό που φαίνεται ξεκάθαρα, λοιπόν, είναι ότι τα έθνη που μειονεκτούν από τις άνισες ανταλλαγές δεν επιδιώκουν τόσο να διορθώσουν την ανισορροπία μεταξύ των τιμών και της αξίας των εξαγόμενων προϊόντων τους (κάτι που θα σήμαινε διπλή προσπάθεια για την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας της εργασίας), αλλά μάλλον να αντισταθμίσουν την απώλεια εισοδήματος που δημιουργείται από το διεθνές εμπόριο μέσω της προσφυγής σε μεγαλύτερη εκμετάλλευση των εργαζομένων. Φτάνουμε έτσι σε ένα σημείο όπου δεν αρκεί πλέον να συνεχίσουμε να ασχολούμαστε απλώς με την έννοια της ανταλλαγής μεταξύ των εθνών, αλλά πρέπει να αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι στο πλαίσιο αυτής της ανταλλαγής, η ιδιοποίηση της πραγματοποιηθείσας αξίας υποκρύπτει την ιδιοποίηση μιας υπεραξίας που παράγεται από την εκμετάλλευση της εργασίας στο εσωτερικό κάθε έθνους. Από αυτή την οπτική γωνία, η μεταφορά αξίας είναι μια μεταφορά υπεραξίας, η οποία εμφανίζεται από τη σκοπιά του καπιταλιστή που δραστηριοποιείται στο έθνος που μειονεκτεί ως μείωση του μεριδίου της υπεραξίας και συνεπώς του μεριδίου του κέρδους. Έτσι, το αντίστοιχο της διαδικασίας με την οποία η Λατινική Αμερική συνέβαλε στην αύξηση του μεριδίου της υπεραξίας και του μεριδίου του κέρδους στις βιομηχανικές χώρες συνεπάγεται γι’ αυτήν αυστηρά αντίθετα αποτελέσματα. Και αυτό που εμφανίστηκε ως μηχανισμός αντιστάθμισης του μηχανισμού της αγοράς στο επίπεδο της αγοράς, είναι στην πραγματικότητα ένας μηχανισμός που λειτουργεί στο επίπεδο της εγχώριας παραγωγής. Σε αυτό το πεδίο πρέπει επομένως να μετατοπίσουμε το επίκεντρο της ανάλυσής μας.

3) Η υπερεκμετάλλευση της εργασίας

Είδαμε ότι το πρόβλημα που θέτει η άνιση ανταλλαγή για τη Λατινική Αμερική δεν είναι ακριβώς αυτό της αντιμετώπισης της μεταφοράς αξίας που αυτή συνεπάγεται, αλλά μάλλον αυτό της αντιστάθμισης της απώλειας υπεραξίας, και ότι, μη μπορώντας να την αποτρέψει στο επίπεδο των σχέσεων της αγοράς, η αντίδραση της εξαρτημένης οικονομίας είναι να την αντισταθμίσει στο επίπεδο της εσωτερικής παραγωγής. Η αύξηση της έντασης της εργασίας εμφανίζεται, από αυτή την άποψη, ως αύξηση της υπεραξίας, η οποία επιτυγχάνεται μέσω της μεγαλύτερης εκμετάλλευσης του εργάτη και όχι μέσω της αύξησης της παραγωγικής του ικανότητας. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για την επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας, δηλαδή για την αύξηση της απόλυτης υπεραξίας στην κλασική της μορφή· σε αντίθεση με την πρώτη περίπτωση, εδώ πρόκειται απλώς για την αύξηση του πλεονάζοντος χρόνου εργασίας, δηλαδή εκείνου κατά τον οποίο ο εργάτης συνεχίζει να παράγει αφού έχει δημιουργήσει μια αξία ισοδύναμη με εκείνη των μέσων διαβίωσης για τη δική του κατανάλωση. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί μια τρίτη διαδικασία, η οποία συνίσταται στη μείωση της κατανάλωσης του εργάτη πέρα από το κανονικό της όριο, με την οποία “[μετατρέπεται], εντός ορισμένων ορίων, το αναγκαίο καταναλωτικό απόθεμα του εργάτη σε απόθεμα για τη συσσώρευση κεφαλαίου” [19], υπονοώντας έτσι έναν συγκεκριμένο τρόπο αύξησης του πλεονάζοντος χρόνου εργασίας.

Ας διευκρινίσουμε εδώ ότι η χρήση κατηγοριών που αναφέρονται στην ιδιοποίηση της υπερεργασίας στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής δεν συνεπάγεται την υπόθεση ότι η λατινοαμερικανική εξαγωγική οικονομία βασίζεται ήδη στην καπιταλιστική παραγωγή. Καταφεύγουμε σε αυτές τις κατηγορίες στο πνεύμα των μεθοδολογικών παρατηρήσεων που κάναμε στην αρχή της παρούσας εργασίας, δηλαδή επειδή μας επιτρέπουν να χαρακτηρίσουμε καλύτερα τα φαινόμενα που σκοπεύουμε να μελετήσουμε και επίσης επειδή δείχνουν την κατεύθυνση προς την οποία τείνουν. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι αυστηρά απαραίτητο να υπάρχει άνιση ανταλλαγή για να τεθούν σε λειτουργία οι προαναφερθέντες μηχανισμοί εξαγωγής υπεραξίας· το απλό γεγονός της σύνδεσης με την παγκόσμια αγορά, και η συνακόλουθη μετατροπή της παραγωγής αξιών χρήσης σε ανταλλακτικές αξίες που συνεπάγεται αυτό, έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την απελευθέρωση μιας ροπής προς το κέρδος που γίνεται τόσο πιο αχαλίνωτη όσο πιο καθυστερημένος είναι ο υφιστάμενος τρόπος παραγωγής. Όπως επισημαίνει ο Μαρξ, “[…] μόλις οι άνθρωποι, των οποίων η παραγωγή εξακολουθεί να κινείται μέσα στις κατώτερες μορφές της δουλεμπορικής εργασίας, της υποχρεωτικής εργασίας κλπ, παρασύρονται στη δίνη μιας διεθνούς αγοράς που κυριαρχείται από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, με την πώληση των προϊόντων τους για εξαγωγή να γίνεται το κύριο ενδιαφέρον τους, η πολιτισμένη φρίκη της υπερεργασίας μπολιάζεται με τη βάρβαρη φρίκη της δουλείας, της δουλοπαροικίας κ.λπ.” [20]. Το αποτέλεσμα της άνισης ανταλλαγής είναι – στο βαθμό που θέτει εμπόδια στην πλήρη ικανοποίησή της – να επιτείνει αυτή την επιθυμία για κέρδος και έτσι να οξύνει τις μεθόδους απόσπασης της υπερεργασίας.

Τώρα, οι τρεις μηχανισμοί που εντοπίστηκαν – η εντατικοποίηση της εργασίας, η επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας και η απαλλοτρίωση μέρους της εργασίας που είναι απαραίτητη για να αντικαταστήσει ο εργάτης την εργατική του δύναμη – συνθέτουν έναν τρόπο παραγωγής που βασίζεται αποκλειστικά στη μεγαλύτερη εκμετάλλευση του εργάτη και όχι στην ανάπτυξη της παραγωγικής του ικανότητας. Αυτό συνάδει με το χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στην οικονομία της Λατινικής Αμερικής, αλλά και με τα είδη των δραστηριοτήτων που ασκούνται εκεί. Πράγματι, περισσότερο από ότι στη μεταποιητική βιομηχανία, όπου η αύξηση της εργασίας συνεπάγεται τουλάχιστον μεγαλύτερη δαπάνη πρώτων υλών, στην εξορυκτική βιομηχανία και στη γεωργία η επίδραση της αυξημένης εργασίας στα στοιχεία του σταθερού κεφαλαίου είναι πολύ λιγότερο ευαίσθητη, αφού είναι δυνατόν με την απλή δράση του ανθρώπου στη φύση να αυξηθεί ο παραγόμενος πλούτος χωρίς πρόσθετο κεφάλαιο [21]. Γίνεται κατανοητό ότι σε αυτές τις συνθήκες, η παραγωγική δραστηριότητα βασίζεται κυρίως στην εκτεταμένη και εντατική χρήση της εργατικής δύναμης: αυτό καθιστά δυνατή τη μείωση της αξιακής σύνθεσης του κεφαλαίου, η οποία, μαζί με την εντατικοποίηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας, προκαλεί την ταυτόχρονη αύξηση των ποσοστών της υπεραξίας και του κέρδους.

Είναι επίσης σημαντικό να επισημανθεί ότι, στους τρεις εξεταζόμενους μηχανισμούς, το ουσιαστικό χαρακτηριστικό δίνεται από το γεγονός ότι ο εργαζόμενος στερείται τις απαραίτητες συνθήκες για να αναπληρώσει τη φθορά της εργατικής του δύναμης: στις δύο πρώτες περιπτώσεις, επειδή υποχρεώνεται σε υψηλότερη δαπάνη εργατικής δύναμης από αυτή που κανονικά θα έπρεπε να παρέχει, προκαλώντας έτσι την πρόωρη εξάντλησή του, στην τελευταία, επειδή στερείται ακόμη και της δυνατότητας να καταναλώσει αυτό που είναι απολύτως απαραίτητο για να διατηρήσει την εργατική του δύναμη σε κανονική κατάσταση. Με καπιταλιστικούς όρους, αυτοί οι μηχανισμοί (οι οποίοι, επιπλέον, μπορούν να εμφανιστούν, και συνήθως εμφανίζονται, σε συνδυασμό) σημαίνουν ότι η εργασία αμείβεται κάτω από την αξία της [22] και, επομένως, αντιστοιχούν σε μια υπερεκμετάλλευση της εργασίας.

Αυτό εξηγεί γιατί ακριβώς στις ζώνες που ήταν αφιερωμένες στην εξαγωγική παραγωγή επιβλήθηκε για πρώτη φορά το καθεστώς μισθωτής εργασίας, ξεκινώντας τη διαδικασία μετασχηματισμού των σχέσεων παραγωγής στη Λατινική Αμερική. Είναι χρήσιμο να έχουμε κατά νου ότι η καπιταλιστική παραγωγή προϋποθέτει την άμεση ιδιοποίηση της εργατικής δύναμης και όχι μόνο των προϊόντων της εργασίας· με αυτή την έννοια, η δουλεία είναι ένας τρόπος εργασίας που ταιριάζει περισσότερο στο κεφάλαιο από την καταναγκαστική εργασία και δεν είναι τυχαίο ότι οι αποικιακές επιχειρήσεις που συνδέονταν άμεσα με τα ευρωπαϊκά καπιταλιστικά κέντρα – όπως τα ορυχεία χρυσού και αργύρου του Μεξικού και του Περού ή οι φυτείες ζάχαρης της Βραζιλίας – βασίζονταν στη δουλοκτητική εργασία [23]. Όμως, εκτός από την υπόθεση ότι η προσφορά εργασίας είναι απολύτως ελαστική (κάτι που δεν ισχύει από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα με την εργασία των δούλων στη Λατινική Αμερική), το καθεστώς της δουλοκτητικής εργασίας αποτελεί εμπόδιο στην αδιάκριτη μείωση της αμοιβής του εργάτη. “Στην περίπτωση του δούλου ο κατώτατος μισθός εμφανίζεται ως σταθερό μέγεθος, ανεξάρτητο από τη δική του εργασία. Στην περίπτωση του ελεύθερου εργάτη, η αξία της εργασιακής του ικανότητας, και ο μέσος μισθός που της αντιστοιχεί, δεν παρουσιάζεται να περιορίζεται μέσα σε αυτό το προκαθορισμένο όριο, ανεξάρτητο από τη δική του εργασία και καθοριζόμενο από τις καθαρά φυσικές του ανάγκες. Ο μέσος όρος για την τάξη είναι λίγο πολύ σταθερός εδώ, όπως και η αξία όλων των εμπορευμάτων· αλλά δεν υπάρχει σε αυτή την άμεση πραγματικότητα για τον μεμονωμένο εργάτη, του οποίου ο μισθός μπορεί να βρίσκεται είτε πάνω είτε κάτω από αυτό το ελάχιστο.” [24]. Με άλλα λόγια, το καθεστώς της δουλοκτητικής εργασίας, εκτός από εξαιρετικές συνθήκες της αγοράς εργασίας, είναι ασύμβατο με την υπερεκμετάλλευση της εργασίας. Δεν ισχύει το ίδιο για τη μισθωτή εργασία και, σε μικρότερο βαθμό, για την καταναγκαστική εργασία.

Ας επιμείνουμε σε αυτό το σημείο. Η ανωτερότητα του καπιταλισμού έναντι των άλλων μορφών εμπορικής παραγωγής και η βασική διαφορά του σε σχέση με αυτές έγκειται στο γεγονός ότι αυτό που μετατρέπει σε εμπόρευμα δεν είναι ο εργάτης – δηλαδή ο συνολικός χρόνος ύπαρξης του εργάτη, με όλα τα νεκρά σημεία που αυτό συνεπάγεται από την άποψη της παραγωγής – αλλά μάλλον η εργασιακή του δύναμη, δηλαδή ο χρόνος της αξιοποιήσιμης ύπαρξής του για την παραγωγή, αφήνοντας στον ίδιο εργάτη τη φροντίδα να αναλάβει τον μη παραγωγικό χρόνο από την άποψη του καπιταλισμού. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, όταν μια δουλοκτητική οικονομία υποτάσσεται στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά, η εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης του δούλου επιτείνεται, αφού τότε είναι προς το συμφέρον του ιδιοκτήτη του να μειώσει τον νεκρό χρόνο του για την παραγωγή και να κάνει τον παραγωγικό χρόνο να συμπίπτει με τον χρόνο ύπαρξης του εργάτη.

Αλλά, όπως επισημαίνει ο Μαρξ, “ο δουλοκτήτης αγοράζει τον εργάτη του όπως αγοράζει το άλογό του. Αν χάσει τον σκλάβο του, χάνει κεφάλαιο που μπορεί να αποκατασταθεί μόνο με νέες δαπάνες στο σκλαβοπάζαρο” [25]. Η υπερεκμετάλλευση του σκλάβου, η οποία παρατείνει την εργάσιμη ημέρα του πέρα από τα επιτρεπτά φυσιολογικά όρια και οδηγεί αναγκαστικά στην πρόωρη εξάντλησή του, μέσω του θανάτου ή της αναπηρίας, μπορεί να συμβεί μόνο αν είναι δυνατή η εύκολη αντικατάσταση της φθαρμένης εργασίας. “Οι ορυζώνες της Τζόρτζια ή οι βάλτοι του Μισισιπή μπορεί να είναι θανάσιμα επιβλαβείς για την ανθρώπινη διάπλαση· αλλά η σπατάλη ανθρώπινης ζωής που απαιτεί η καλλιέργεια αυτών των περιοχών δεν είναι τόσο μεγάλη ώστε να μην μπορεί να αποκατασταθεί από τα γεμάτα ζωή καταφύγια της Βιρτζίνια και του Κεντάκι. Εξάλλου, οι λόγοι της οικονομίας, οι οποίοι, στο πλαίσιο ενός φυσικού συστήματος, παρέχουν κάποια ασφάλεια για την ανθρώπινη μεταχείριση, ταυτίζοντας το συμφέρον του κυρίου με τη διατήρηση του σκλάβου, όταν εφαρμόζεται το εμπόριο σκλάβων, γίνονται λόγοι για να βασανίζεται μέχρις εσχάτων ο μόχθος του σκλάβου· διότι, όταν η θέση του μπορεί να καλυφθεί αμέσως από ξένα αποθέματα, η διάρκεια της ζωής του καθίσταται λιγότερο σημαντική από την παραγωγικότητά της όσο διαρκεί.” [26]. Τα αντίθετα στοιχεία αποδεικνύουν το ίδιο πράγμα: στη Βραζιλία κατά το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα, όταν άρχιζε η άνθηση του καφέ, το γεγονός ότι το δουλεμπόριο είχε κατασταλεί το 1850 κατέστησε την εργασία των δούλων τόσο μη ελκυστική για τους γαιοκτήμονες του νότου, ώστε προτίμησαν να στραφούν στο μισθωτό καθεστώς μέσω της ευρωπαϊκής μετανάστευσης, επιπρόσθετα της προτίμησης σε μια πολιτική που έτεινε στην καταστολή της δουλείας. Ας θυμηθούμε ότι ένα σημαντικό μέρος του δουλοκτητικού πληθυσμού βρισκόταν στην παρακμάζουσα περιοχή παραγωγής ζάχαρης στα βορειοανατολικά και ότι η ανάπτυξη του αγροτικού καπιταλισμού στο νότο επέβαλε την απελευθέρωσή του προκειμένου να αποτελέσει μια ελεύθερη αγορά εργασίας. Η δημιουργία αυτής της αγοράς με τον νόμο που καταργεί τη δουλεία το 1888, ο οποίος αποτέλεσε το αποκορύφωμα μιας σειράς σταδιακών μέτρων προς αυτή την κατεύθυνση (όπως η παραχώρηση του καθεστώτος του ελεύθερου ανθρώπου στα παιδιά των δούλων κλπ.) αποτελεί ένα φαινόμενο, από όσο μπορούμε να δούμε, ελεύθερης αγοράς εργασίας. Από τη μία πλευρά, ορίστηκε ως ένα εξαιρετικά ριζοσπαστικό μέτρο που εκκαθάρισε τα θεμέλια της αυτοκρατορικής κοινωνίας (η μοναρχία επέζησε του νόμου του 1888 για λίγο περισσότερο από ένα χρόνο) και έφτασε στο σημείο να αρνηθεί οποιαδήποτε αποζημίωση στους πρώην ιδιοκτήτες σκλάβων.  Από την άλλη πλευρά, επιδίωξε να αντισταθμίσει τις επιπτώσεις της επίδρασής του με μέτρα που αποσκοπούσαν στη σύνδεση του εργάτη με τη γη (η συμπερίληψη ενός άρθρου στον αστικό κώδικα που συνέδεε τα χρέη που συνάπτονταν με το πρόσωπο· το σύστημα “barracão“, ένα πραγματικό μονοπώλιο του εμπορίου καταναλωτικών αγαθών που ασκούσε ο μεγαλογαιοκτήμονας εντός του κτήματος, κ.λπ.) και με τη χορήγηση γενναιόδωρων πιστώσεων στους θιγόμενους γαιοκτήμονες.

Το μικτό σύστημα δουλοπαροικίας και μισθωτής εργασίας που καθιερώθηκε στη Βραζιλία, με την ανάπτυξη της εξαγωγικής οικονομίας για την παγκόσμια αγορά, είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους η Λατινική Αμερική έφτασε στον καπιταλισμό. Ας παρατηρήσουμε ότι η μορφή που υιοθέτησαν οι σχέσεις παραγωγής σε αυτή την περίπτωση δεν διαφέρει πολύ από το καθεστώς εργασίας που καθιερώθηκε, για παράδειγμα, στα ορυχεία αλατιού της Χιλής, του οποίου το “συμβολικό σύστημα” είναι ισοδύναμο με το “barracão”. Σε άλλες καταστάσεις, που συμβαίνουν κυρίως στη διαδικασία υποταγής του εσωτερικού στις ζώνες εξαγωγής, οι σχέσεις εκμετάλλευσης μπορούν να παρουσιάζονται πιο καθαρά ως σχέσεις δουλείας, χωρίς αυτό να εμποδίζει το γεγονός ότι μέσω της εκβίασης του πλεονάζοντος προϊόντος από τον εργάτη με τη δράση του εμπορικού ή τοκογλυφικού κεφαλαίου, ο εργάτης εμπλέκεται σε μια άμεση εκμετάλλευση από το κεφάλαιο, η οποία μάλιστα τείνει να λάβει χαρακτήρα υπερεκμετάλλευσης [27]. Ωστόσο, η δουλεία παρουσιάζει για τον καπιταλιστή το μειονέκτημα ότι δεν του επιτρέπει να κατευθύνει άμεσα την παραγωγή, εκτός του ότι εγείρει πάντα τη δυνατότητα, έστω και θεωρητική, ο άμεσος παραγωγός να χειραφετηθεί από την εξάρτηση στην οποία τον θέτει ο καπιταλιστής.

Δεν είναι, ωστόσο, σκοπός μας εδώ να μελετήσουμε τις ιδιαίτερες οικονομικές μορφές που υπήρχαν στη Λατινική Αμερική πριν εισέλθει ουσιαστικά στο καπιταλιστικό στάδιο της παραγωγής, ούτε τους τρόπους με τους οποίους πραγματοποιήθηκε η μετάβαση. Αυτό που σκοπεύουμε είναι μόνο να καθορίσουμε το μοτίβο με το οποίο θα διεξαχθεί αυτή η μελέτη, ένα μοτίβο που αντιστοιχεί στην πραγματική κίνηση της διαμόρφωσης του εξαρτημένου καπιταλισμού: από την κυκλοφορία στην παραγωγή, από τη σύνδεση με την παγκόσμια αγορά στην επίδραση που αυτή έχει στην εσωτερική οργάνωση της εργασίας, και στη συνέχεια να επανεξετάσουμε το πρόβλημα της κυκλοφορίας. Διότι το κεφάλαιο οφείλει να δημιουργήσει τον δικό του τρόπο κυκλοφορίας, ή/και από αυτόν εξαρτάται η διευρυμένη αναπαραγωγή σε παγκόσμια κλίμακα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής:

[…] εφόσον μόνο το κεφάλαιο κατέχει τους όρους της παραγωγής του κεφαλαίου, άρα ικανοποιεί και προσπαθεί να πραγματοποιήσει [αυτούς], [είναι] μια γενική τάση του κεφαλαίου σε όλα τα σημεία που είναι προϋποθέσεις της κυκλοφορίας, που αποτελούν τα παραγωγικά του κέντρα, να αφομοιώνει αυτά τα σημεία στον εαυτό του, δηλαδή να τα μετατρέπει σε κεφαλαιοποιητική παραγωγή ή παραγωγή κεφαλαίου. [28]

Μόλις μετατραπεί σε κέντρο παραγωγής κεφαλαίου, η Λατινική Αμερική θα πρέπει να δημιουργήσει τον δικό της τρόπο κυκλοφορίας, ο οποίος δεν μπορεί να είναι ο ίδιος με εκείνον που δημιούργησε ο βιομηχανικός καπιταλισμός και ο οποίος προκάλεσε την εξάρτηση. Προκειμένου να συγκροτηθεί ένα σύνθετο σύνολο, είναι απαραίτητο να καταφύγουμε σε απλά στοιχεία που μπορούν να συνδυαστούν, αλλά δεν είναι τα ίδια. Επομένως, η κατανόηση της ιδιαιτερότητας του κύκλου του κεφαλαίου στην εξαρτημένη οικονομία της Λατινικής Αμερικής σημαίνει να φωτιστεί η ίδια η βάση της εξάρτησής της σε σχέση με την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία.

4) Ο κύκλος του κεφαλαίου στην εξαρτημένη οικονομία

Αναπτύσσοντας την εμπορική της οικονομία στη λειτουργία της παγκόσμιας αγοράς, η Λατινική Αμερική οδηγείται να αναπαράγει στο εσωτερικό της τις σχέσεις παραγωγής που αποτέλεσαν την απαρχή της διαμόρφωσης αυτής της αγοράς και που καθόρισαν το χαρακτήρα και την επέκτασή της [29]. Όμως η διαδικασία αυτή χαρακτηρίζεται από μια βαθιά αντίφαση: καλούμενη να συμβάλει στη συσσώρευση κεφαλαίου που βασίζεται στην παραγωγική ικανότητα της εργασίας στις κεντρικές χώρες, η Λατινική Αμερική έπρεπε να το κάνει μέσω μιας συσσώρευσης που βασίζεται στην υπερεκμετάλλευση του εργάτη. Σε αυτή την αντίφαση έγκειται η ουσία της λατινοαμερικανικής εξάρτησης.

Η πραγματική βάση πάνω στην οποία αναπτύσσεται είναι οι δεσμοί που συνδέουν τη λατινοαμερικανική οικονομία με την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία. Γεννημένη για να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καπιταλιστικής κυκλοφορίας, της οποίας τον άξονα άρθρωσης αποτελούν οι βιομηχανικές χώρες, και επομένως με επίκεντρο την παγκόσμια αγορά, η λατινοαμερικανική παραγωγή δεν εξαρτάται για την πραγματοποίησή της από την εσωτερική ικανότητα κατανάλωσης. Έτσι, από τη σκοπιά μιας εξαρτημένης χώρας, λαμβάνει χώρα ο διαχωρισμός των δύο θεμελιωδών στιγμών του κύκλου του κεφαλαίου – της παραγωγής και της κυκλοφορίας του εμπορεύματος – με αποτέλεσμα να εμφανίζεται με συγκεκριμένο τρόπο στη λατινοαμερικάνικη οικονομία η αντίφαση που ενυπάρχει στην καπιταλιστική παραγωγή γενικά, δηλαδή εκείνη που αντιπαραθέτει το κεφάλαιο στον εργαζόμενο ως πωλητή και αγοραστή του εμπορεύματος [30]. Η αντίφαση μεταξύ του κεφαλαίου και του εργάτη ως πωλητή και αγοραστή εμπορευμάτων είναι η ίδια με την αντίφαση που ενυπάρχει στην καπιταλιστική παραγωγή γενικά, δηλαδή αυτή που αντιτίθεται στο κεφάλαιο στον εργάτη ως πωλητή και αγοραστή εμπορευμάτων.

Αυτό είναι ένα σημείο-κλειδί για την κατανόηση του χαρακτήρα της οικονομίας της Λατινικής Αμερικής. Αρχικά, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι στις βιομηχανικές χώρες, των οποίων η συσσώρευση κεφαλαίου βασίζεται στην παραγωγικότητα της εργασίας, αυτή η αντίθεση που δημιουργείται από το διττό χαρακτήρα του εργαζόμενου – παραγωγού και καταναλωτή – αν και αποτελεσματική, εξουδετερώνεται σε κάποιο βαθμό από τη μορφή που παίρνει ο κύκλος του κεφαλαίου. Έτσι, αν και το κεφάλαιο προκρίνει την παραγωγική κατανάλωση του εργάτη (δηλαδή την κατανάλωση των μέσων παραγωγής που συμμετέχουν στην εργασιακή διαδικασία) και τείνει να αγνοεί την ατομική του κατανάλωση (την οποία ο εργάτης χρησιμοποιεί για να αναπληρώσει την εργασιακή του δύναμη), η οποία του εμφανίζεται ως μη παραγωγική κατανάλωση [31], αυτό συμβαίνει αποκλειστικά τη στιγμή της παραγωγής. Όταν ανοίγει η φάση της πραγμάτωσης, αυτή η φαινομενική αντίφαση μεταξύ της ατομικής κατανάλωσης των εργατών και της αναπαραγωγής του κεφαλαίου εξαφανίζεται, από τη στιγμή που αυτή η κατανάλωση (που προστίθεται σε εκείνη των καπιταλιστών και των μη παραγωγικών στρωμάτων γενικά) επαναφέρει στο κεφάλαιο τη μορφή που είναι απαραίτητη για να ξεκινήσει έναν νέο κύκλο, δηλαδή τη μορφή του χρήματος. Η ατομική κατανάλωση των εργατών αντιπροσωπεύει έτσι ένα αποφασιστικό στοιχείο στη δημιουργία της ζήτησης για τα παραγόμενα εμπορεύματα, αποτελώντας έναν από τους όρους για να επιλυθεί επαρκώς η ροή της παραγωγής στη ροή της κυκλοφορίας [32]. Μέσω της διαμεσολάβησης που εγκαθιδρύεται από την πάλη μεταξύ εργατών και αφεντικών για τον καθορισμό του επιπέδου των μισθών, οι δύο τύποι κατανάλωσης του εργάτη τείνουν έτσι να αλληλοσυμπληρώνονται, στην πορεία του κύκλου του κεφαλαίου, ξεπερνώντας την αρχική κατάσταση αντίθεσης στην οποία βρέθηκαν. Αυτός είναι, εξάλλου, ένας από τους λόγους για τους οποίους η δυναμική του συστήματος τείνει να διοχετεύεται μέσω της σχετικής υπεραξίας, η οποία συνεπάγεται, σε τελευταία ανάλυση, το φτήναιμα των εμπορευμάτων που υπεισέρχονται στη σύνθεση της ατομικής κατανάλωσης του εργάτη.

Στην εξαγωγική οικονομία της Λατινικής Αμερικής, τα πράγματα είναι διαφορετικά.  Δεδομένου ότι η κυκλοφορία διαχωρίζεται από την παραγωγή και πραγματοποιείται βασικά στη σφαίρα της εξωτερικής αγοράς, η ατομική κατανάλωση του εργαζόμενου δεν παρεμβαίνει στην υλοποίηση του προϊόντος, αν και καθορίζει το ποσοστό της υπεραξίας. Κατά συνέπεια, η φυσική τάση του συστήματος θα είναι να εκμεταλλεύεται στο έπακρο την εργατική δύναμη του εργάτη, χωρίς να ανησυχεί για τη δημιουργία των προϋποθέσεων αντικατάστασής του, εφόσον μπορεί να αντικατασταθεί με την ενσωμάτωση νέων βραχιόνων στην παραγωγική διαδικασία. Το δραματικό για τον εργαζόμενο πληθυσμό της Λατινικής Αμερικής είναι ότι αυτή η υπόθεση εκπληρώθηκε κατά κόρον: η ύπαρξη αποθεμάτων γηγενών εργατών (όπως στο Μεξικό) ή οι μεταναστευτικές ροές που προέκυψαν από την εκτόπιση της ευρωπαϊκής εργασίας λόγω της τεχνολογικής προόδου (όπως στη Νότια Αμερική), επέτρεψαν τη συνεχή αύξηση της μάζας των εργαζομένων μέχρι τις αρχές του αιώνα μας. Το αποτέλεσμα ήταν να αφεθεί ελεύθερη η συμπίεση της ατομικής κατανάλωσης του εργαζομένου και, επομένως, η υπερεκμετάλλευση της εργασίας.

Η εξαγωγική οικονομία είναι, λοιπόν, κάτι περισσότερο από το προϊόν μιας διεθνούς οικονομίας που βασίζεται στην παραγωγική εξειδίκευση: είναι ένας κοινωνικός σχηματισμός που βασίζεται στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ο οποίος επιτείνει στο έπακρο τις αντιφάσεις που του είναι εγγενείς. Με τον τρόπο αυτό, διαμορφώνει με συγκεκριμένο τρόπο τις σχέσεις εκμετάλλευσης στις οποίες βασίζεται και δημιουργεί έναν κύκλο κεφαλαίου που τείνει να αναπαράγει σε διευρυμένη κλίμακα την εξάρτηση στην οποία βρίσκεται έναντι της διεθνούς οικονομίας.

Έτσι, η θυσία της ατομικής κατανάλωσης των εργαζομένων για χάρη των εξαγωγών στην παγκόσμια αγορά συμπιέζει τα επίπεδα της εγχώριας ζήτησης και καθιστά την παγκόσμια αγορά τη μόνη διέξοδο για την παραγωγή. Ταυτόχρονα, η προκύπτουσα αύξηση των κερδών φέρνει τον καπιταλιστή σε θέση να αναπτύξει καταναλωτικές προσδοκίες χωρίς αντίστοιχο στην εγχώρια παραγωγή (προσανατολισμένη προς την παγκόσμια αγορά), προσδοκίες που πρέπει να ικανοποιηθούν μέσω εισαγωγών. Ο διαχωρισμός μεταξύ της ατομικής κατανάλωσης που βασίζεται στους μισθούς και της ατομικής κατανάλωσης που παράγεται από τη μη συσσωρευμένη υπεραξία δημιουργεί έτσι μια διαστρωμάτωση της εσωτερικής αγοράς, η οποία είναι επίσης μια διαφοροποίηση των σφαιρών κυκλοφορίας: ενώ η “χαμηλή” σφαίρα, στην οποία συμμετέχουν οι εργαζόμενοι – την οποία το σύστημα προσπαθεί να περιορίσει – βασίζεται στην εσωτερική παραγωγή, η “υψηλή” σφαίρα κυκλοφορίας, που ανήκει στους μη εργαζόμενους – την οποία το σύστημα τείνει να διευρύνει – συνδέεται με την εξωτερική παραγωγή, μέσω του εισαγωγικού εμπορίου.

Η αρμονία που εγκαθιδρύεται, στο επίπεδο της παγκόσμιας αγοράς, μεταξύ των εξαγωγών πρώτων υλών και τροφίμων από τη Λατινική Αµερική και των εισαγωγών ευρωπαϊκών καταναλωτικών προϊόντων κρύβει την αποδυνάμωση της λατινοαμερικάνικης οικονομίας που εκφράζεται από τη διαίρεση της συνολικής ατομικής κατανάλωσης σε δύο αντίθετες σφαίρες. Όταν το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα φτάσει σε ένα ορισμένο στάδιο ανάπτυξης και η Λατινική Αμερική εισέλθει στο στάδιο της εκβιομηχάνισης θα πρέπει να το κάνει με βάση τα θεμέλια που έχει δημιουργήσει η εξαγωγική οικονομία. Η βαθιά αντίφαση που θα έχει χαρακτηρίσει τον κεφαλαιακό κύκλο αυτής της οικονομίας και οι επιπτώσεις της στην εκμετάλλευση της εργασίας θα επηρεάσουν αποφασιστικά την πορεία που θα ακολουθήσει η λατινοαμερικάνικη βιομηχανική οικονομία εξηγώντας πολλά από τα προβλήματα και τις τάσεις που υπάρχουν σήμερα σε αυτήν.

5) Η διαδικασία εκβιομηχάνισης

Δεν είναι σκόπιμο εδώ να αναλύσουμε τη διαδικασία εκβιομηχάνισης στη Λατινική Αμερική ή πολύ περισσότερο να πάρουμε θέση στην τρέχουσα διαμάχη για το ρόλο που έπαιξε η υποκατάσταση των εισαγωγών στη διαδικασία αυτή [33]. Για τους σκοπούς που προτείναμε, αρκεί να σημειώσουμε ότι όσο σημαντική και αν ήταν η βιομηχανική ανάπτυξη στο πλαίσιο της εξαγωγικής οικονομίας (και, κατά συνέπεια, στη διεύρυνση της εγχώριας αγοράς), σε χώρες όπως η Αργεντινή, το Μεξικό, η Βραζιλία και άλλες, δεν κατάφερε ποτέ να διαμορφώσει μια πραγματική βιομηχανική οικονομία, η οποία καθορίζοντας το χαρακτήρα και την κατεύθυνση της συσσώρευσης κεφαλαίου θα επέφερε μια ποιοτική αλλαγή στην οικονομική ανάπτυξη των χωρών αυτών. Αντίθετα, η βιομηχανία συνέχισε να είναι μια δραστηριότητα υποταγμένη στην παραγωγή και εξαγωγή πρωτογενών αγαθών, τα οποία αποτελούσαν το ζωτικό κέντρο της διαδικασίας συσσώρευσης [34]. Μόνο όταν η κρίση της διεθνούς καπιταλιστικής οικονομίας, που αντιστοιχεί στην περίοδο μεταξύ του Πρώτου και του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, εμπόδισε τη συσσώρευση που βασιζόταν στην παραγωγή για την εξωτερική αγορά, ο άξονας της συσσώρευσης μετατοπίστηκε προς τη βιομηχανία, δημιουργώντας τη σύγχρονη βιομηχανική οικονομία που επικράτησε στην περιοχή.

Από τη σκοπιά που μας ενδιαφέρει, αυτό σημαίνει ότι η ανώτερη σφαίρα της κυκλοφορίας, η οποία αρθρωνόταν με την εξωτερική προσφορά βιομηχανικών καταναλωτικών αγαθών, μετατοπίζει το κέντρο βάρους της προς την εγχώρια παραγωγή, με την παραβολή της να συμπίπτει περίπου με εκείνη που περιγράφει η κατώτερη σφαίρα που ανήκει στις εργαζόμενες μάζες. Φαίνεται ότι η έκκεντρη κίνηση της εξαγωγικής οικονομίας άρχισε να διορθώνεται και ότι ο εξαρτημένος καπιταλισμός κινείται προς την κατεύθυνση μιας διαμόρφωσης παρόμοιας με εκείνη των κλασικών βιομηχανικών χωρών. Σε αυτή τη βάση άνθισαν στη δεκαετία του 1950 τα διάφορα λεγόμενα αναπτυξιακά ρεύματα, τα οποία υπέθεταν ότι τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που πλήττουν τον λατινοαμερικάνικο κοινωνικό σχηματισμό οφείλονταν στην ανεπάρκεια της καπιταλιστικής ανάπτυξής του και ότι η επιτάχυνση αυτής της ανάπτυξης θα ήταν αρκετή για να τα εξαφανίσει.

Στην πραγματικότητα, οι φαινομενικές ομοιότητες της εξαρτημένης βιομηχανικής οικονομίας µε την κλασική βιομηχανική οικονομία έκρυβαν βαθιές διαφορές, τις οποίες η καπιταλιστική ανάπτυξη θα επέτεινε αντί να αμβλύνει. Ο εσωτερικός αναπροσανατολισμός της ζήτησης που δημιουργεί η μη συσσωρευμένη υπεραξία υπονοούσε ήδη έναν ειδικό μηχανισμό δημιουργίας εσωτερικής αγοράς, ριζικά διαφορετικό από εκείνον που λειτουργούσε στην κλασική οικονομία και ο οποίος θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στη μορφή που θα έπαιρνε η εξαρτημένη βιομηχανική οικονομία.

Στην κλασική καπιταλιστική οικονομία, ο σχηματισμός της εσωτερικής αγοράς αντιπροσωπεύει το αντίστοιχο της συσσώρευσης του κεφαλαίου: διαχωρίζοντας τον παραγωγό από τα μέσα παραγωγής, το κεφάλαιο όχι μόνο δημιουργεί τον μισθωτό, δηλαδή τον εργάτη που έχει στη διάθεσή του μόνο την εργατική του δύναμη, αλλά και τον καταναλωτή. Στην πραγματικότητα, τα μέσα διαβίωσης του εργάτη, που προηγουμένως παράγονταν απευθείας από αυτόν, ενσωματώνονται στο κεφάλαιο, ως υλικό στοιχείο του μεταβλητού κεφαλαίου, και επιστρέφονται στον εργάτη μόνο όταν αυτός αγοράσει την αξία τους με τη μορφή μισθού [35]. Υπάρχει, λοιπόν, μια στενή αντιστοιχία μεταξύ του ρυθμού συσσώρευσης και του ρυθμού επέκτασης της αγοράς. Η δυνατότητα του βιομηχανικού καπιταλιστή να προμηθεύεται στο εξωτερικό, σε χαμηλή τιμή, τα απαραίτητα για τον εργάτη τρόφιμα, οδηγεί σε μείωση της σύνδεσης μεταξύ συσσώρευσης και αγοράς, από τη στιγμή που αυξάνεται το μέρος της ατομικής κατανάλωσης του εργάτη που αφιερώνεται στην απορρόφηση των βιομηχανικών προϊόντων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η βιομηχανική παραγωγή σε αυτόν τον τύπο οικονομίας, επικεντρώνεται βασικά στα αγαθά της λαϊκής κατανάλωσης και επιδιώκει να τα κάνει φθηνότερα, αφού επηρεάζουν άμεσα την αξία της εργατικής δύναμης και επομένως – στο βαθμό που οι συνθήκες στις οποίες διεξάγεται η πάλη μεταξύ εργατών και αφεντικών τείνουν να φέρουν τους μισθούς πιο κοντά σε αυτή την αξία – το ποσοστό της υπεραξίας. Είδαμε ήδη ότι αυτός είναι ο θεμελιώδης λόγος για τον οποίο η κλασική καπιταλιστική οικονομία πρέπει να προσανατολίζεται στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.

Η ανάπτυξη της συσσώρευσης που βασίζεται στην παραγωγικότητα της εργασίας έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της υπεραξίας και, κατά συνέπεια, της ζήτησης που δημιουργείται από το μέρος αυτής που δεν συσσωρεύεται. Με άλλα λόγια, η ατομική κατανάλωση των μη παραγωγικών τάξεων αυξάνεται, διευρύνοντας έτσι τη σφαίρα της κυκλοφορίας που τους αντιστοιχεί. Αυτό οδηγεί όχι μόνο στην αύξηση της παραγωγής βιομηχανικών καταναλωτικών αγαθών γενικά, αλλά και στην αύξηση της παραγωγής ειδών διατροφής [36]. Η κυκλοφορία τείνει έτσι να διασπαστεί σε δύο σφαίρες, παρόμοια με αυτό που βλέπουμε στην εξαγωγική οικονομία της Λατινικής Αμερικής, αλλά με μια ουσιαστική διαφορά: η διεύρυνση της ανώτερης σφαίρας είναι συνέπεια του μετασχηματισμού των συνθηκών παραγωγής και γίνεται δυνατή στο βαθμό που, καθώς αυξάνεται η παραγωγικότητα της εργασίας, το μέρος της συνολικής ατομικής κατανάλωσης που αντιστοιχεί στον εργάτη μειώνεται σε πραγματικούς όρους. Ο υφιστάμενος δεσμός μεταξύ των δύο σφαιρών της κατανάλωσης χαλαρώνει, αλλά δεν διακόπτεται.

Ένας άλλος παράγοντας συμβάλλει στην αποτροπή της ρήξης: είναι ο τρόπος με τον οποίο επεκτείνεται η παγκόσμια αγορά. Η πρόσθετη ζήτηση για προϊόντα διατροφής που δημιουργείται από την εξωτερική αγορά είναι αναγκαστικά περιορισμένη, πρώτον επειδή, όταν το εμπόριο γίνεται μεταξύ εθνών που παράγουν τέτοια αγαθά, η προέλαση ενός έθνους συνεπάγεται την υποχώρηση ενός άλλου, γεγονός που οδηγεί από την πλευρά του τελευταίου σε μηχανισμούς άμυνας· και έπειτα επειδή, στην περίπτωση της ανταλλαγής με εξαρτημένες χώρες, η ζήτηση αυτή περιορίζεται στις ανώτερες τάξεις και περιορίζεται έτσι από την ισχυρή συγκέντρωση εισοδήματος που συνεπάγεται η υπερεκμετάλλευση της εργασίας. Για να επεκταθεί η παραγωγή αγαθών πολυτελείας, τα αγαθά αυτά πρέπει να αλλάξουν χαρακτήρα, δηλαδή να γίνουν προϊόντα λαϊκής κατανάλωσης μέσα στην ίδια τη βιομηχανική οικονομία. Οι συνθήκες που κατέστησαν δυνατή την αύξηση των πραγματικών μισθών εκεί, αρχής γενομένης από το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα, με τις οποίες δεν είναι άσχετες η υποτίμηση των τροφίμων και η δυνατότητα εσωτερικής αναδιανομής μέρους του πλεονάσματος που αφαιρέθηκε από τα εξαρτημένα έθνη, βοηθούν, στο βαθμό που διευρύνουν την ατομική κατανάλωση των εργαζομένων, να εξουδετερώσουν τις διασπαστικές τάσεις που δρουν στο επίπεδο της κυκλοφορίας. Η εκβιομηχάνιση της Λατινικής Αμερικής [37] βασίζεται σε διαφορετικές βάσεις. Η μόνιμη συμπίεση που ασκεί η εξαγωγική οικονομία στην ατομική κατανάλωση των εργαζομένων επέτρεψε μόνο τη δημιουργία μιας αδύναμης βιομηχανίας, η οποία επεκτάθηκε μόνο όταν εξωτερικοί παράγοντες (όπως οι εμπορικές κρίσεις, προσωρινά, και ο περιορισμός των πλεονασμάτων του εμπορικού ισοζυγίου, για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν) έκλεισαν εν μέρει την πρόσβαση της ανώτερης σφαίρας της κατανάλωσης στο εισαγωγικό εμπόριο [38]. Η μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης αυτών των παραγόντων, όπως είδαμε, είναι που επιταχύνει τη βιομηχανική ανάπτυξη, από μια ορισμένη στιγμή και μετά, και προκαλεί την ποιοτική αλλαγή του εξαρτημένου καπιταλισμού. Επομένως, η λατινοαμερικανική εκβιομηχάνιση δεν δημιουργεί, όπως στις κλασικές οικονομίες, τη δική της ζήτηση, αλλά γεννιέται για να καλύψει μια προϋπάρχουσα ζήτηση και θα διαμορφωθεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αγοράς που προέρχονται από τις προηγμένες χώρες.

Στην αρχή της εκβιομηχάνισης, η συμμετοχή των εργαζομένων στη δημιουργία της ζήτησης δεν έπαιζε σημαντικό ρόλο στη Λατινική Αμερική.  Λειτουργώντας στο πλαίσιο μιας εκ των προτέρων δεδομένης δομής της αγοράς, της οποίας το επίπεδο τιμών λειτουργούσε με την έννοια της παρεμπόδισης της πρόσβασης στη λαϊκή κατανάλωση, η βιομηχανία δεν είχε κανένα λόγο να επιδιώξει μια διαφορετική κατάσταση. Η ικανότητα ζήτησης ήταν, εκείνη την εποχή, μεγαλύτερη από την προσφορά, έτσι ώστε ο καπιταλιστής δεν αντιμετώπιζε το πρόβλημα της δημιουργίας μιας αγοράς για τα προϊόντα του, αλλά μάλλον την αντίστροφη κατάσταση. Από την άλλη πλευρά, ακόμη και όταν η προσφορά έρθει σε ισορροπία με τη ζήτηση – κάτι που θα συμβεί αργότερα – αυτό δεν θα θέσει αμέσως στον καπιταλιστή το πρόβλημα της επέκτασης της αγοράς, οδηγώντας τον πρώτα να παίξει στο περιθώριο μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής παραγωγής, δηλαδή στην αύξηση της μάζας του κέρδους σε συνάρτηση με την τιμή μονάδας του προϊόντος. Για το σκοπό αυτό, ο βιομηχανικός καπιταλιστής θα επιβάλει, από τη μια πλευρά, την αύξηση των τιμών, εκμεταλλευόμενος τη μονοπωλιακή κατάσταση που δημιουργείται de facto από την κρίση του παγκόσμιου εμπορίου και ενισχύεται από τους τελωνειακούς φραγμούς. Από την άλλη πλευρά, και δεδομένου ότι το χαμηλό τεχνολογικό επίπεδο σημαίνει ότι η τιμή της παραγωγής καθορίζεται βασικά από τους μισθούς, ο βιομηχανικός καπιταλιστής θα εκμεταλλευτεί το πλεόνασμα εργασίας που δημιουργεί η ίδια η εξαγωγική οικονομία και επιδεινώνεται από την κρίση που βιώνει (μια κρίση που αναγκάζει τον εξαγωγικό τομέα να απελευθερώσει εργατικό δυναμικό), για να πιέσει προς τα κάτω τους μισθούς. Αυτό θα του επιτρέψει να απορροφήσει μεγάλες μάζες εργασίας, γεγονός που, επιδεινούμενο από την εντατικοποίηση της εργασίας και την επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας, θα επιταχύνει τη συγκέντρωση του κεφαλαίου στον βιομηχανικό τομέα.

Ξεκινώντας, λοιπόν, από τον τρόπο κυκλοφορίας που χαρακτήριζε την εξαγωγική οικονομία, η εξαρτημένη βιομηχανική οικονομία αναπαράγει, με μια συγκεκριμένη μορφή, τη συσσώρευση κεφαλαίου που βασίζεται στην υπερεκμετάλλευση του εργάτη. Κατά συνέπεια, αναπαράγει επίσης τον τρόπο κυκλοφορίας που αντιστοιχεί σε αυτόν τον τύπο συσσώρευσης, αν και σε τροποποιημένη μορφή: δεν είναι πλέον ο διαχωρισμός μεταξύ της παραγωγής και της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων σε συνάρτηση με την παγκόσμια αγορά που λειτουργεί, αλλά ο διαχωρισμός μεταξύ της ανώτερης και της κατώτερης σφαίρας κυκλοφορίας στο εσωτερικό της ίδιας της οικονομίας. Ένας διαχωρισμός ο οποίος, καθώς δεν εξουδετερώνεται από τους παράγοντες που λειτουργούν στην κλασική καπιταλιστική οικονομία, αποκτά πολύ πιο ριζοσπαστικό χαρακτήρα.

Αφιερωμένη στην παραγωγή αγαθών που δεν εντάσσονται, ή εντάσσονται πολύ δύσκολα, στη σύνθεση της λαϊκής κατανάλωσης, η λατινοαμερικανική βιομηχανική παραγωγή είναι ανεξάρτητη από τους όρους αμοιβής που ισχύουν για τους εργάτες· αυτό με δύο έννοιες. Πρώτον,  επειδή δεν αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της ατομικής κατανάλωσης του εργάτη, η αξία των βιομηχανικών προϊόντων δεν καθορίζει την αξία της εργασιακής δύναμης· δεν θα είναι, λοιπόν, η υποτίμηση των βιομηχανικών προϊόντων που θα επηρεάσει το ποσοστό της υπεραξίας.  Αυτό απαλλάσσει τον βιομήχανο από το να ανησυχεί για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας προκειμένου, μειώνοντας την αξία της μονάδας προϊόντος, να απαξιώσει την εργατική δύναμη, και τον οδηγεί, αντίστροφα, στο να επιδιώκει την αύξηση της υπεραξίας μέσω της μεγαλύτερης εκμετάλλευσης – εντατικής και εκτεταμένης – του εργάτη, καθώς και της μείωσης των μισθών πέρα από το κανονικό τους όριο. Κατά δεύτερο λόγο, επειδή η αντίστροφη σχέση που προκύπτει από αυτήν για την εξέλιξη της προσφοράς των εμπορευμάτων και της αγοραστικής δύναμης των εργατών, δηλαδή το γεγονός ότι η πρώτη αυξάνεται με κόστος τη μείωση της δεύτερης, δεν δημιουργεί προβλήματα στον καπιταλιστή στη σφαίρα της κυκλοφορίας, από τη στιγμή που, όπως σημειώσαμε, τα προϊόντα της μεταποίησης δεν αποτελούν ουσιώδη στοιχεία της ατομικής κατανάλωσης του εργάτη.

Είπαμε προηγουμένως ότι σε ένα ορισμένο σημείο της διαδικασίας, το οποίο ποικίλλει από χώρα σε χώρα [39], η βιομηχανική προσφορά συμπίπτει περίπου με την υπάρχουσα ζήτηση, η οποία συγκροτείται από την ανώτερη σφαίρα της κυκλοφορίας. Προκύπτει τότε η ανάγκη να γενικευτεί η κατανάλωση των βιομηχανικών αγαθών, η οποία αντιστοιχεί στη στιγμή που, στην κλασική οικονομία, τα αθροιστικά αγαθά έπρεπε να μετατραπούν σε αγαθά λαϊκής κατανάλωσης. Αυτό δημιουργεί δύο τύπους προσαρμογών στην εξαρτημένη βιομηχανική οικονομία: την επέκταση της κατανάλωσης από τα μεσαία στρώματα, η οποία παράγεται από την μη συσσωρευμένη υπεραξία, και την προσπάθεια αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, απαραίτητη προϋπόθεση για τη μείωση της τιμής των εμπορευμάτων.

Η δεύτερη κίνηση θα έτεινε κανονικά να επιφέρει μια ποιοτική αλλαγή στη βάση της συσσώρευσης κεφαλαίου, επιτρέποντας στην ατομική κατανάλωση του εργαζομένου να τροποποιήσει τη σύνθεσή της και να συμπεριλάβει βιομηχανικά προϊόντα.  Αν ενεργούσε μόνη της, θα οδηγούσε στη μετατόπιση του άξονα συσσώρευσης, από την εκμετάλλευση του εργάτη στην αύξηση της παραγωγικής ικανότητας της εργασίας.  Ωστόσο, εξουδετερώνεται εν μέρει από την επέκταση της κατανάλωσης των μεσαίων στρωμάτων: αυτό προϋποθέτει, στην πραγματικότητα, την αύξηση του εισοδήματος που λαμβάνουν αυτά τα στρώματα, εισόδημα το οποίο, όπως γνωρίζουμε, προέρχεται από την υπεραξία και, κατά συνέπεια, από τη συμπίεση του μισθολογικού επιπέδου των εργαζομένων. Η μετάβαση από τον ένα τρόπο συσσώρευσης στον άλλο είναι επομένως δύσκολη και πραγματοποιείται εξαιρετικά αργά, αλλά είναι αρκετή για να πυροδοτήσει έναν μηχανισμό που θα δράσει τελικά με την έννοια της παρεμπόδισης της μετάβασης, εκτρέποντας την αναζήτηση λύσεων στα προβλήματα υλοποίησης που αντιμετωπίζει η βιομηχανική οικονομία σε ένα νέο κανάλι. 

Ο μηχανισμός αυτός είναι η προσφυγή στην ξένη τεχνολογία, με στόχο την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας της εργασίας.

6) Ο νέος σπειροειδής δακτύλιος

Είναι γνωστό ότι, καθώς η εκβιομηχάνιση της Λατινικής Αμερικής προχωρεί, η σύνθεση των εισαγωγών της μεταβάλλεται, μέσω της μείωσης των καταναλωτικών αγαθών και της αντικατάστασής τους από πρώτες ύλες, ημιέτοιμα προϊόντα και μηχανήματα για τη βιομηχανία. Ωστόσο, η μόνιμη κρίση του εξωτερικού τομέα των χωρών της περιοχής δεν θα επέτρεπε την ικανοποίηση των αυξανόμενων αναγκών σε υλικά στοιχεία του σταθερού κεφαλαίου αποκλειστικά μέσω των εμπορικών ανταλλαγών. Γι’ αυτό και η εισαγωγή ξένων κεφαλαίων, με τη μορφή χρηματοδότησης και άμεσων επενδύσεων στη βιομηχανία, έγινε τόσο σημαντική.

Οι διευκολύνσεις που βρίσκει η Λατινική Αμερική στο εξωτερικό για να καταφύγει στην εισαγωγή κεφαλαίων δεν είναι τυχαίες. Οφείλονται στη νέα διαρρύθμιση στην οποία στράφηκε η διεθνής καπιταλιστική οικονομία στη μεταπολεμική περίοδο.  Μέχρι το 1950, είχε ξεπεράσει την κρίση που την επηρέαζε από τη δεκαετία του 1910 και είχε ήδη αναδιοργανωθεί υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Πολιτειών. Η πρόοδος που επιτεύχθηκε με τη συγκέντρωση του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα έθεσε μια αφθονία πόρων στα χέρια των μεγάλων ιμπεριαλιστικών επιχειρήσεων, οι οποίες έπρεπε να αναζητήσουν εφαρμογή στο εξωτερικό. Το σημαντικό χαρακτηριστικό της περιόδου είναι ότι αυτή η ροή κεφαλαίων προς την περιφέρεια προσανατολίζεται κατά προτίμηση προς τον βιομηχανικό τομέα.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, κατά την περίοδο της αποδιοργάνωσης της παγκόσμιας οικονομίας, αναπτύχθηκαν περιφερειακές βιομηχανικές βάσεις, οι οποίες προσέφεραν – χάρη στην υπερεκμετάλλευση της εργασίας – ελκυστικές δυνατότητες κέρδους. Αλλά αυτό δεν ήταν το μόνο γεγονός, και ίσως όχι το πιο καθοριστικό. Κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, είχε σημειωθεί μεγάλη ανάπτυξη του τομέα των κεφαλαιουχικών αγαθών στις κεντρικές οικονομίες. Αυτό οδήγησε, αφενός, στο γεγονός ότι ο εξοπλισμός που παρήχθη εκεί, πάντα πιο εξελιγμένος, έπρεπε να εφαρμοστεί στον δευτερογενή τομέα των περιφερειακών χωρών· οι κεντρικές οικονομίες ενδιαφέρθηκαν τότε να προωθήσουν τη διαδικασία εκβιομηχάνισης στις χώρες αυτές, με στόχο τη δημιουργία αγορών για τη βαριά βιομηχανία τους.  Από την άλλη πλευρά, στο βαθμό που ο ρυθμός της τεχνικής προόδου στις κεντρικές χώρες μείωνε την περίοδο αντικατάστασης του πάγιου κεφαλαίου σχεδόν κατά το ήμισυ [40], οι χώρες αυτές βρέθηκαν αντιμέτωπες με την ανάγκη να εξάγουν στην περιφέρεια εξοπλισμό και μηχανήματα που ήταν ήδη απαρχαιωμένα πριν καν αποσβεστούν πλήρως.

Η εκβιομηχάνιση της Λατινικής Αμερικής αντιστοιχεί έτσι σε έναν νέο διεθνή καταμερισμό εργασίας, στο πλαίσιο του οποίου τα κατώτερα στάδια της βιομηχανικής παραγωγής μεταφέρονται στις εξαρτημένες χώρες (σημειώστε ότι η βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, που ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα της κλασικής βιομηχανικής οικονομίας, έχει γενικευτεί σε σημείο που χώρες όπως η Βραζιλία εξάγουν ήδη χάλυβα), επιφυλάσσοντας για τα ιμπεριαλιστικά κέντρα τα πιο προηγμένα στάδια (όπως η παραγωγή ηλεκτρονικών υπολογιστών και γενικά η βαριά βιομηχανία ηλεκτρονικών, η εκμετάλλευση νέων πηγών ενέργειας, όπως η πυρηνική ενέργεια, κ.λπ.) και το μονοπώλιο της αντίστοιχης τεχνολογίας. Προχωρώντας ακόμη περισσότερο, είναι δυνατόν να διακρίνουμε στη διεθνή οικονομία βήματα στα οποία επανατοποθετούνται όχι μόνο οι νέες βιομηχανικές χώρες, αλλά και οι παλαιότερες. Έτσι, στην παραγωγή χάλυβα και αυτοκινήτων, η Δυτική Ευρώπη και η Ιαπωνία ανταγωνίζονται πλεονεκτικά τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά δεν το έχουν καταφέρει ακόμη στη βιομηχανία εργαλειομηχανών, ιδίως των αυτοματοποιημένων [41]. Αυτό που έχουμε εδώ είναι μια νέα ιεράρχηση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, η βάση της οποίας είναι ο επαναπροσδιορισμός του διεθνούς καταμερισμού εργασίας που έλαβε χώρα τα τελευταία πενήντα χρόνια.

Σε κάθε περίπτωση, η στιγμή κατά την οποία οι εξαρτημένες βιομηχανικές οικονομίες αναζητούν στο εξωτερικό τα τεχνολογικά μέσα που θα τους επιτρέψουν να επιταχύνουν την ανάπτυξή τους αυξάνοντας την παραγωγικότητα της εργασίας είναι επίσης η στιγμή κατά την οποία εισρέουν σε αυτές σημαντικές ροές κεφαλαίων που προέρχονται από τις κεντρικές χώρες που τους παρέχουν την απαιτούμενη τεχνολογία. Δεν θα εξετάσουμε εδώ τις επιπτώσεις των διαφόρων μορφών τεχνολογικής απορρόφησης, που κυμαίνονται από δωρεές έως άμεσες επενδύσεις ξένων κεφαλαίων, καθώς, από την άποψη που διέπει την ανάλυσή μας, αυτό δεν έχει μεγάλη σημασία. Θα ασχοληθούμε μόνο με τη φύση αυτής της τεχνολογίας και τις επιπτώσεις της στην επέκταση της αγοράς.

Η τεχνολογική πρόοδος χαρακτηρίζεται από την εξοικονόμηση εργατικής δύναμης την οποία, είτε από άποψη χρόνου είτε από άποψη προσπάθειας, ο εργαζόμενος πρέπει να αφιερώσει για την παραγωγή μιας ορισμένης μάζας αγαθών. Είναι φυσικό, λοιπόν, ότι, σε παγκόσμιο επίπεδο, το αποτέλεσμά της είναι η μείωση του παραγωγικού χρόνου εργασίας σε σχέση με το συνολικό διαθέσιμο χρόνο για την παραγωγή, η οποία, στην καπιταλιστική κοινωνία, εκδηλώνεται με τη μείωση του εργαζόμενου πληθυσμού παράλληλα με την αύξηση του πληθυσμού που ασχολείται με μη παραγωγικές δραστηριότητες, στις οποίες αντιστοιχούν οι υπηρεσίες, καθώς και των παρασιτικών στρωμάτων, τα οποία απαλλάσσονται από κάθε συμμετοχή στην κοινωνική παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Αυτή είναι η ειδική μορφή που παίρνει η τεχνολογική ανάπτυξη σε μια κοινωνία που βασίζεται στην εκμετάλλευση της εργασίας, αλλά όχι η γενική μορφή της τεχνολογικής ανάπτυξης. Για το λόγο αυτό, οι συστάσεις προς τις εξαρτημένες χώρες, στις οποίες υπάρχει μεγάλη διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού, να υιοθετήσουν τεχνολογίες που ενσωματώνουν περισσότερο εργατικό δυναμικό, προκειμένου να υπερασπιστούν τα επίπεδα απασχόλησης, αποτελούν μια διπλή απάτη: οδηγούν στην υποστήριξη της επιλογής για λιγότερη τεχνολογική ανάπτυξη και συγχέουν τις ειδικά καπιταλιστικές κοινωνικές επιπτώσεις της τεχνολογίας με την ίδια την τεχνολογία.

Επιπλέον, οι συστάσεις αυτές αγνοούν τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες εισάγεται η τεχνική πρόοδος στις εξαρτημένες χώρες. Η εισαγωγή αυτή εξαρτάται, όπως έχουμε επισημάνει, λιγότερο από τις προτιμήσεις τους παρά από την αντικειμενική δυναμική της συσσώρευσης κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτή ήταν που ώθησε τον διεθνή καταμερισμό εργασίας να λάβει μια διαμόρφωση, στο πλαίσιο της οποίας ανοίχτηκαν νέοι δίαυλοι για τη διάδοση της τεχνικής προόδου και αυτή επιταχύνθηκε. Τα αποτελέσματα που προέκυψαν από αυτό για την κατάσταση των εργαζομένων στις εξαρτημένες χώρες δεν θα μπορούσαν να διαφέρουν στην ουσία από εκείνα που είναι εγγενή σε μια καπιταλιστική κοινωνία: μείωση του παραγωγικού πληθυσμού και αύξηση των μη παραγωγικών κοινωνικών στρωμάτων. Αλλά αυτές οι επιπτώσεις θα έπρεπε να τροποποιηθούν από τις συνθήκες παραγωγής που χαρακτηρίζουν τον εξαρτημένο καπιταλισμό.

Έτσι, επηρεάζοντας μια παραγωγική δομή βασισμένη στη μεγαλύτερη εκμετάλλευση των εργατών, η τεχνική πρόοδος επέτρεψε στον καπιταλιστή να εντείνει τον ρυθμό εργασίας του εργάτη, να αυξήσει την παραγωγικότητά του και ταυτόχρονα να διατηρήσει την τάση να τον αμείβει σε ποσοστό χαμηλότερο από την πραγματική του αξία. Καθοριστικός παράγοντας σε αυτό ήταν η σύνδεση των νέων τεχνικών παραγωγής με βιομηχανικούς κλάδους προσανατολισμένους σε τύπους κατανάλωσης που, αν και τείνουν να γίνουν λαϊκή κατανάλωση στις προηγμένες χώρες, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να το κάνουν στις εξαρτημένες κοινωνίες. Το χάσμα που υπάρχει εκεί μεταξύ του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων και του βιοτικού επιπέδου των κλάδων που τροφοδοτούν την ανώτερη σφαίρα της κυκλοφορίας καθιστά αναπόφευκτο ότι προϊόντα όπως τα αυτοκίνητα, οι οικιακές συσκευές κ.λπ. προορίζονται αναγκαστικά για τους τελευταίους. Στο βαθμό αυτό, και δεδομένου ότι δεν αντιπροσωπεύουν αγαθά που παρεμβαίνουν στην κατανάλωση των εργαζομένων, η αύξηση της παραγωγικότητας που προκαλείται από την τεχνολογία σε αυτούς τους κλάδους παραγωγής δεν μπόρεσε να μεταφραστεί σε μεγαλύτερα κέρδη μέσω της αύξησης του μεριδίου της υπεραξίας, αλλά μόνο μέσω της αύξησης της μάζας της υλοποιημένης αξίας. Η εξάπλωση της τεχνικής προόδου στην εξαρτημένη οικονομία θα συμβαδίζει έτσι με μεγαλύτερη εκμετάλλευση του εργάτη, ακριβώς επειδή η συσσώρευση συνεχίζει να εξαρτάται θεμελιωδώς περισσότερο από την αύξηση της μάζας της αξίας – και επομένως της υπεραξίας – παρά από το ποσοστό της υπεραξίας.

Ωστόσο, δεδομένου ότι η τεχνολογική ανάπτυξη ήταν σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένη στους κλάδους που παρήγαγαν αγαθά πολυτελείας, θα κατέληγε να δημιουργεί σοβαρά προβλήματα υλοποίησης. Η προσφυγή που χρησιμοποιήθηκε για την επίλυσή τους ήταν η εμπλοκή του κράτους (μέσω της επέκτασης του γραφειοκρατικού μηχανισμού, των επιδοτήσεων προς τους παραγωγούς και της χρηματοδότησης της πολυτελούς κατανάλωσης), καθώς και του πληθωρισμού, προκειμένου να μεταφερθεί η αγοραστική δύναμη από την κατώτερη στην ανώτερη σφαίρα της κυκλοφορίας· αυτό σήμαινε την περαιτέρω μείωση των πραγματικών μισθών, προκειμένου να υπάρχει επαρκές πλεόνασμα για να πραγματοποιηθεί η μεταφορά του εισοδήματος. Όμως, στο βαθμό που η καταναλωτική ικανότητα των εργαζομένων συμπιέζεται έτσι, αποκλείεται κάθε δυνατότητα τόνωσης των τεχνολογικών επενδύσεων στον τομέα της παραγωγής που προορίζεται να εξυπηρετήσει τη λαϊκή κατανάλωση. Επομένως, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι, ενώ οι βιομηχανίες ειδών πολυτελείας αναπτύσσονται με υψηλούς ρυθμούς, οι βιομηχανίες που προσανατολίζονται στη μαζική κατανάλωση (οι λεγόμενες “παραδοσιακές βιομηχανίες”) τείνουν να παραμένουν στάσιμες ή και να υποχωρούν.

Στο βαθμό που αυτό συνέβαινε με δυσκολία και με εξαιρετικά αργό ρυθμό, η τάση προσέγγισης μεταξύ των δύο σφαιρών κυκλοφορίας, η οποία είχε παρατηρηθεί από ένα σημείο και μετά, δεν μπορούσε να συνεχίσει να αναπτύσσεται. Αντίθετα, αυτό που επιβάλλεται είναι και πάλι η απώθηση μεταξύ των δύο σφαιρών, από τη στιγμή που η συμπίεση του βιοτικού επιπέδου των εργαζόμενων μαζών γίνεται η αναγκαία συνθήκη της επέκτασης της ζήτησης που δημιουργείται από τα στρώματα που ζουν από την υπεραξία. Η παραγωγή που βασίζεται στην υπερεκμετάλλευση της εργασίας γέννησε έτσι και πάλι τον τρόπο κυκλοφορίας που της αντιστοιχεί, διαχωρίζοντας ταυτόχρονα τον παραγωγικό μηχανισμό από τις καταναλωτικές ανάγκες των μαζών. Η διαστρωμάτωση αυτού του μηχανισμού σε αυτό που ονομάστηκε “δυναμικές βιομηχανίες” (κλάδοι που παράγουν καταναλωτικά αγαθά και κεφαλαιουχικά αγαθά που προορίζονται κυρίως γι’ αυτά) και σε “παραδοσιακές βιομηχανίες” αντανακλά την προσαρμογή της δομής της παραγωγής στη δομή της κυκλοφορίας που αρμόζει στον εξαρτημένο καπιταλισμό.

Αλλά η επαναπροσέγγιση του εξαρτημένου βιομηχανικού μοντέλου σε εκείνο της εξαγωγικής οικονομίας δεν σταματά εδώ. Η απορρόφηση της τεχνικής προόδου σε συνθήκες υπερεκμετάλλευσης της εργασίας φέρνει μαζί της τον αναπόφευκτο περιορισμό της εσωτερικής αγοράς, ο οποίος αντιτίθεται στην ανάγκη υλοποίησης ολοένα αυξανόμενων μαζών αξίας (αφού η συσσώρευση εξαρτάται περισσότερο από τη μάζα παρά από το ποσοστό της υπεραξίας). Αυτή η αντίφαση δεν θα μπορούσε να επιλυθεί με την επέκταση της ανώτερης σφαίρας της κατανάλωσης στο εσωτερικό της οικονομίας, πέρα από τα όρια που θέτει η ίδια η υπερεκμετάλλευση. Με άλλα λόγια, μη μπορώντας να επεκτείνει στους εργάτες τη δημιουργία ζήτησης για πολυτελή αγαθά, και προσανατολιζόμενη αντίθετα στη συμπίεση των μισθών, η οποία τους αποκλείει de facto από αυτό το είδος κατανάλωσης, η εξαρτημένη βιομηχανική οικονομία όχι μόνο έπρεπε να στηριχθεί σε έναν τεράστιο εφεδρικό στρατό, αλλά ήταν υποχρεωμένη να περιορίσει στους καπιταλιστές και τα ανώτερα μεσαία στρώματα την πραγματοποίηση αγαθών πολυτελείας. Αυτό θα εγείρει, από μια ορισμένη στιγμή (η οποία προσδιορίζεται σαφώς στα μέσα της δεκαετίας του 1960), την ανάγκη να επεκταθεί προς τα έξω, δηλαδή να ξεδιπλωθεί και πάλι – αν και τώρα από τη βιομηχανική βάση – ο κύκλος του κεφαλαίου, για να επικεντρωθεί εν μέρει η κυκλοφορία στην παγκόσμια αγορά. Η εξαγωγή βιομηχανικών προϊόντων, τόσο βασικών αγαθών όσο και προϊόντων πολυτελείας, γίνεται τότε η σανίδα σωτηρίας μιας οικονομίας που αδυνατεί να ξεπεράσει τους διασπαστικούς παράγοντες που την πλήττουν. Από τα περιφερειακά και υποπεριφερειακά σχέδια οικονομικής ολοκλήρωσης έως τον σχεδιασμό επιθετικών πολιτικών διεθνούς ανταγωνισμού, η Λατινική Αμερική γίνεται μάρτυρας της αναβίωσης του παλιού μοντέλου της εξαγωγικής οικονομίας.

Τα τελευταία χρόνια, η εντονότερη έκφραση αυτών των τάσεων στη Βραζιλία μας οδήγησε να μιλάμε για υποϊμπεριαλισμό [42]. Δεν σκοπεύουμε να επανέλθουμε στο θέμα εδώ, καθώς ο χαρακτηρισμός του υποϊμπεριαλισμού υπερβαίνει την απλή οικονομία και δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς προσφυγή στην κοινωνιολογία και την πολιτική. Θα περιοριστούμε να επισημάνουμε ότι, στην ευρύτερη διάστασή του, ο υποϊμπεριαλισμός δεν είναι ένα ειδικά βραζιλιάνικο φαινόμενο, ούτε αντιστοιχεί σε μια ανωμαλία στην εξέλιξη του εξαρτημένου καπιταλισμού. Είναι αλήθεια ότι είναι οι συνθήκες που αρμόζουν στη βραζιλιάνικη οικονομία, οι οποίες της επέτρεψαν να προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό την εκβιομηχάνισή της και να δημιουργήσει ακόμη και μια βαριά βιομηχανία, καθώς και οι συνθήκες που χαρακτηρίζουν την πολιτική της κοινωνία, οι αντιφάσεις της οποίας οδήγησαν σε ένα μιλιταριστικό κράτος πρωσικού τύπου, οι οποίες οδήγησαν στον υποϊμπεριαλισμό στη Βραζιλία, αλλά δεν είναι λιγότερο αλήθεια ότι πρόκειται μόνο για μια ιδιαίτερη μορφή που λαμβάνει η βιομηχανική οικονομία που αναπτύσσεται στο πλαίσιο του εξαρτημένου καπιταλισμού. Στην Αργεντινή ή στο Ελ Σαλβαδόρ, στο Μεξικό, στη Χιλή, στο Περού, η διαλεκτική της εξαρτημένης καπιταλιστικής ανάπτυξης δεν διαφέρει ουσιαστικά από αυτήν που προσπαθούμε να αναλύσουμε εδώ, στα πιο γενικά χαρακτηριστικά της.

Να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη γραμμή ανάλυσης για να μελετήσουμε τους συγκεκριμένους κοινωνικούς σχηματισμούς της Λατινικής Αμερικής, να προσανατολίσουμε αυτή τη μελέτη με την έννοια του καθορισμού των προσδιορισμών που βρίσκονται στη βάση της ταξικής πάλης που εκτυλίσσεται εκεί και να ανοίξουμε έτσι σαφέστερες προοπτικές για τις κοινωνικές δυνάμεις που είναι αποφασισμένες να καταστρέψουν αυτόν τον τερατώδη σχηματισμό που είναι ο εξαρτημένος καπιταλισμός: αυτή είναι η θεωρητική πρόκληση που τίθεται σήμερα στους λατινοαμερικάνους μαρξιστές. Η απάντηση που θα δώσουμε θα επηρεάσει αναμφίβολα με όχι αμελητέο τρόπο την τελική έκβαση των πολιτικών διεργασιών που ζούμε.

Ο συγγραφέας της διαλεκτικής της εξάρτησης, Ρούι Μάουρο Μαρίνι.

Υστερόγραφο

Αρχικά, η πρόθεσή μου ήταν να γράψω έναν πρόλογο στο προηγούμενο δοκίμιο.  Όμως είναι δύσκολο να παρουσιάσει κανείς ένα έργο που είναι από μόνο του μια παρουσίαση.  Και η Διαλεκτική της Εξάρτησης δεν έχει σκοπό να είναι τίποτε περισσότερο από αυτό: μια εισαγωγή στο ερευνητικό θέμα που με έχει απασχολήσει και στις γενικές γραμμές που με καθοδηγούν σε αυτό το έργο. Η δημοσίευσή του υπακούει στον σκοπό της προώθησης ορισμένων συμπερασμάτων στα οποία έχω καταλήξει, τα οποία μπορεί ίσως να συμβάλουν στις προσπάθειες άλλων που είναι αφοσιωμένοι στη μελέτη των νόμων ανάπτυξης του εξαρτημένου καπιταλισμού, καθώς και στην επιθυμία να δώσω στον εαυτό μου την ευκαιρία να ρίξω μια σφαιρική ματιά στο έδαφος που προσπαθώ να ξετυλίξω. Θα επωφεληθώ λοιπόν από αυτό το υστερόγραφο για να διευκρινίσω ορισμένα ερωτήματα και να ξεκαθαρίσω ορισμένες παρεξηγήσεις που έχει προκαλέσει το κείμενο.  Πράγματι, παρά τη φροντίδα που δόθηκε για τον προσδιορισμό των πιο κατηγορηματικών δηλώσεων, η περιορισμένη έκταση του κειμένου οδήγησε στο να σκιαγραφηθούν οι τάσεις που αναλύονται με αδρές γραμμές, γεγονός που τους έδωσε ενίοτε ένα πολύ έντονο προφίλ. Από την άλλη πλευρά, το ίδιο το επίπεδο αφαίρεσης του δοκιμίου δεν ευνοούσε την εξέταση συγκεκριμένων καταστάσεων, γεγονός που θα επέτρεπε την εισαγωγή ενός ορισμένου βαθμού σχετικοποίησης στη μελέτη. Χωρίς να προσποιούμαι ότι δικαιολογούμαι με αυτό, τα προαναφερθέντα μειονεκτήματα είναι τα ίδια στα οποία υπαινίσσεται ο Μαρξ, όταν προειδοποιεί:

… θεωρητικά υποτίθεται ότι οι νόμοι της καπιταλιστικής παραγωγής λειτουργούν στην καθαρή τους μορφή. Στην πραγματικότητα υπάρχει μόνο προσέγγιση αλλά, αυτή η προσέγγιση είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο πιο ανεπτυγμένος είναι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και όσο λιγότερο είναι νοθευμένος και συγχωνευμένος με επιβιώσεις προηγούμενων οικονομικών συνθηκών [43].

Τώρα, ένα πρώτο σημείο που πρέπει να σημειωθεί είναι ακριβώς ότι οι τάσεις που επισημαίνονται στο δοκίμιό μου έχουν διαφορετικό αντίκτυπο στις διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής ανάλογα με την ιδιαιτερότητα του κοινωνικού τους σχηματισμού. Είναι πιθανό, λόγω της αδυναμίας μου, ο αναγνώστης να μην προσέξει μια από τις παραδοχές που διέπουν την ανάλυσή μου: ότι η εξαγωγική οικονομία αποτελεί το μεταβατικό στάδιο προς μια αυθεντική εθνική καπιταλιστική οικονομία, η οποία παίρνει μορφή μόνο όταν αναδύεται εκεί η βιομηχανική οικονομία [44], και ότι η επιβίωση των παλαιών τρόπων παραγωγής που διέπουν την αποικιακή οικονομία εξακολουθούν να καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνονται στις χώρες αυτές οι νόμοι ανάπτυξης του εξαρτημένου καπιταλισμού. Η σημασία του δουλοκτητικού καθεστώτος παραγωγής στον καθορισμό της σημερινής οικονομίας ορισμένων χωρών της Λατινικής Αµερικής, όπως η Βραζιλία, είναι ένα γεγονός που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Ένα δεύτερο πρόβλημα αναφέρεται στη μέθοδο που χρησιμοποιείται στο δοκίμιο, η οποία γίνεται σαφής με την επισήμανση της ανάγκης να ξεκινήσουμε από την κυκλοφορία στην παραγωγή, προκειμένου στη συνέχεια να αναλάβουμε τη μελέτη της κυκλοφορίας που αυτή γεννά. Η μέθοδος αυτή, η οποία έχει εγείρει ορισμένες αντιρρήσεις, αντιστοιχεί αυστηρά στην πορεία που ακολούθησε ο Μαρξ. Αρκεί να υπενθυμίσουμε πώς στο Κεφάλαιο, τα πρώτα τμήματα του πρώτου τόμου είναι αφιερωμένα σε προβλήματα που αφορούν τη σφαίρα της κυκλοφορίας και μόνο από το τρίτο τμήμα και μετά αρχίζει η μελέτη της παραγωγής. Ομοίως, αφού ολοκληρωθεί η εξέταση των γενικών ζητημάτων, τα ειδικότερα ζητήματα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αναλύονται με τον ίδιο τρόπο στα δύο επόμενα βιβλία. Πέρα από την απλή τυπική διάταξη της έκθεσης, αυτό έχει να κάνει με την ουσία της ίδιας της διαλεκτικής μεθόδου, η οποία κάνει τη θεωρητική εξέταση ενός προβλήματος να συμπίπτει με την ιστορική του εξέλιξη. Είναι λοιπόν το πώς αυτός ο μεθοδολογικός προσανατολισμός όχι μόνο αντιστοιχεί στο γενικό τύπο του κεφαλαίου, αλλά εξηγεί και το μετασχηματισμό της απλής εμπορικής παραγωγής σε καπιταλιστική εμπορική παραγωγή.

Η ακολουθία αυτή ισχύει με ακόμη μεγαλύτερη λογική όταν το αντικείμενο μελέτης είναι η εξαρτημένη οικονομία. Ας µην επιμείνουμε εδώ στην έμφαση που δίνουν οι παραδοσιακές μελέτες για την εξάρτηση στο ρόλο που διαδραματίζει σε αυτήν η παγκόσμια αγορά ή, για να χρησιμοποιήσουμε την αναπτυξιακή γλώσσα, ο εξωτερικός τομέας. Αντίθετα, ας δώσουμε έμφαση σε αυτό που αποτελεί ένα από τα κεντρικά θέματα του δοκιμίου: στην αρχή της ανάπτυξής της, η εξαρτημένη οικονομία υποτάσσεται πλήρως στη δυναμική της συσσώρευσης στις βιομηχανικές χώρες, σε τέτοιο βαθμό που η ανάπτυξη αυτή μπορεί να εξηγηθεί σε συνάρτηση με την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους στις χώρες αυτές, δηλαδή με τον τρόπο με τον οποίο εκφράζεται εκεί η συσσώρευση κεφαλαίου [45]. Μόνο όταν η εξαρτημένη οικονομία γίνεται στην πραγματικότητα ένα πραγματικό κέντρο παραγωγής κεφαλαίου, το οποίο φέρνει μαζί του τη φάση της κυκλοφορίας [46] – η οποία φτάνει στην ωριμότητα με τη συγκρότηση ενός βιομηχανικού τομέα -, οι νόμοι της ανάπτυξής της, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν πάντα μια ιδιαίτερη έκφραση των γενικών νόμων που διέπουν το σύστημα στο σύνολό του, εκδηλώνονται πλήρως σε αυτήν. Από εκείνη τη στιγμή, τα φαινόμενα της κυκλοφορίας που εμφανίζονται στην εξαρτημένη οικονομία παύουν να αντιστοιχούν πρωτίστως σε προβλήματα πραγμάτωσης του βιομηχανικού έθνους στο οποίο υπάγεται και γίνονται όλο και περισσότερο προβλήματα πραγμάτωσης που αναφέρονται στον δικό της κύκλο του κεφαλαίου.

Επιπλέον, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η έμφαση στα προβλήματα υλοποίησης θα μπορούσε να δεχθεί κριτική μόνο αν γινόταν σε βάρος όσων αντιστοιχούν στις συνθήκες στις οποίες πραγματοποιείται η παραγωγή και δεν συνέβαλαν στην εξήγησή τους. Τώρα, επισημαίνοντας το διαζύγιο που υπάρχει ανάμεσα στην παραγωγή και την κυκλοφορία στην εξαρτημένη οικονομία (και τονίζοντας τις ιδιαίτερες μορφές που παίρνει αυτό το διαζύγιο στις διάφορες φάσεις της ανάπτυξής της), α. τονίστηκε ότι αυτό το διαζύγιο δημιουργείται από τις ιδιαίτερες συνθήκες που αποκτά η εκμετάλλευση της εργασίας σε αυτή την οικονομία – τις οποίες αποκάλεσα υπερεκμετάλλευση – και β. τον τρόπο με τον οποίο οι συνθήκες αυτές προκαλούν τους παράγοντες που επιδεινώνουν το διαζύγιο να ξεφυτρώνουν μόνιμα από την ίδια την καρδιά της παραγωγής και να την οδηγούν, καθώς η βιομηχανική οικονομία παίρνει μορφή, σε σοβαρά προβλήματα πραγμάτωσης.

1) Δύο στιγμές στη διεθνή οικονομία

Με αυτή την προοπτική μπορούμε να προχωρήσουμε προς την επεξεργασία μιας μαρξιστικής θεωρίας της εξάρτησης. Στο δοκίμιό μου προσπάθησα να δείξω ότι είναι σε συνάρτηση με τη συσσώρευση του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα, και ειδικότερα σε συνάρτηση με το ζωτικό της ελατήριο, το γενικό ποσοστό κέρδους, που μπορούμε να κατανοήσουμε το σχηματισμό της εξαρτημένης οικονομίας. Ουσιαστικά, τα βήματα που ακολούθησα ήταν: α) να εξετάσω το πρόβλημα από τη σκοπιά της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους στις βιομηχανικές οικονομίες και β) να το θέσω υπό το πρίσμα των νόμων που λειτουργούν στο διεθνές εμπόριο και που του προσδίδουν τον χαρακτήρα της άνισης ανταλλαγής. Στη συνέχεια, το επίκεντρο της προσοχής μετατοπίζεται στα εσωτερικά φαινόμενα της εξαρτημένης οικονομίας, για να συνεχιστεί η μεθοδολογική γραμμή που έχει ήδη υποδειχθεί.  Δεδομένου του επιπέδου αφαίρεσης της εργασίας, με απασχόλησε μόνο η ανάπτυξη του θέματος της άνισης ανταλλαγής με την καπιταλιστική παγκόσμια αγορά στην κατάσταση ωριμότητάς της, δηλαδή πλήρως υποταγμένη στους μηχανισμούς συσσώρευσης κεφαλαίου. Αξίζει, ωστόσο, να επισημανθεί εδώ ο τρόπος με τον οποίο οι μηχανισμοί αυτοί έρχονται να επιβληθούν.

Η ποικιλομορφία του βαθμού ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στις οικονομίες που ενσωματώνονται στην παγκόσμια αγορά συνεπάγεται σημαντικές διαφορές στις αντίστοιχες οργανικές συνθέσεις του κεφαλαίου, οι οποίες παραπέμπουν σε διαφορετικές μορφές και βαθμούς εκμετάλλευσης της εργασίας. Καθώς η ανταλλαγή μεταξύ τους σταθεροποιείται, τείνει να αποκρυσταλλωθεί μια εμπορική τιμή της οποίας όρος αναφοράς είναι, πέρα από τις κυκλικές διακυμάνσεις της, η αξία των παραγόμενων αγαθών.  Κατά συνέπεια, ο βαθμός συμμετοχής στην παγκόσμια αξία που πραγματοποιείται στη διεθνή κυκλοφορία είναι μεγαλύτερος για τις οικονομίες με χαμηλότερη οργανική σύνθεση, δηλαδή για τις εξαρτημένες οικονομίες.  Με αυστηρά οικονομικούς όρους, οι βιομηχανικές οικονομίες αντιμετωπίζουν αυτή την κατάσταση καταφεύγοντας σε μηχανισμούς που έχουν ως αποτέλεσμα την υπερβολή των αρχικών διαφορών στην ανταλλαγή. Έτσι, καταφεύγουν στην αύξηση της παραγωγικότητάς τους προκειμένου να μειώσουν την ατομική αξία των αγαθών σε σχέση με τη μέση ισχύουσα αξία και να αυξήσουν έτσι το μερίδιό τους στο συνολικό ποσό της ανταλλασσόμενης αξίας αυτό συμβαίνει τόσο μεταξύ των μεμονωμένων παραγωγών του ίδιου έθνους όσο και μεταξύ ανταγωνιστικών εθνών.  Ωστόσο, η διαδικασία αυτή, η οποία αντιστοιχεί στην προσπάθεια παράκαμψης των νόμων της αγοράς με την εφαρμογή τους, οδηγεί στην ανύψωση της οργανικής της σύνθεσης και ενεργοποιεί την πτωτική τάση του μεριδίου κέρδους της, για τους λόγους που αναφέρθηκαν στο δοκίμιό μου.

Όπως είδαμε εκεί, η δράση των βιομηχανικών οικονομιών έχει αντίκτυπο στην παγκόσμια αγορά με την έννοια της διόγκωσης της ζήτησης για τρόφιμα και πρώτες ύλες, αλλά η αντίδραση της εξαγωγικής οικονομίας είναι ακριβώς η αντίθετη: αντί να καταφύγει στην αύξηση της παραγωγικότητας, ή τουλάχιστον να το πράξει κατά προτεραιότητα, κάνει χρήση της μεγαλύτερης εκτατικής και εντατικής απασχόλησης του εργατικού δυναμικού. Κατά συνέπεια, μειώνει την οργανική της σύνθεση και αυξάνει την αξία των παραγόμενων εμπορευμάτων, γεγονός που αυξάνει ταυτόχρονα την υπεραξία και το κέρδος. Στο επίπεδο της αγοράς, οδηγεί σε βελτίωση των όρων εμπορίου υπέρ της, όπου έχει καθιερωθεί εμπορική τιμή για τα πρωτογενή προϊόντα. Συγκαλυμμένη από τις κυκλικές διακυμάνσεις της αγοράς, η τάση αυτή συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του 1870· η αύξηση των λατινοαμερικανικών εξαγωγών οδήγησε μάλιστα στην έναρξη ευνοϊκών ισοζυγίων στο εμπορικό ισοζύγιο, τα οποία υπερέβαιναν την απόσβεση και τις πληρωμές τόκων του εξωτερικού χρέους, γεγονός που δείχνει ότι το πιστωτικό σύστημα που είχαν σχεδιάσει οι βιομηχανικές χώρες και το οποίο προοριζόταν κυρίως να λειτουργήσει ως αντισταθμιστικό ταμείο για τις διεθνείς συναλλαγές, δεν επαρκούσε για την αντιστροφή της τάσης.

Είναι προφανές ότι, ανεξάρτητα από τις άλλες αιτίες που δρουν με την ίδια έννοια και που έχουν να κάνουν με το πέρασμα από τον βιομηχανικό καπιταλισμό στο ιμπεριαλιστικό στάδιο, η κατάσταση που περιεγράφηκε παραπάνω συμβάλλει στο να παρακινήσει την εξαγωγή κεφαλαίων στις εξαρτημένες οικονομίες, όταν τα κέρδη εκεί είναι σημαντικά. Ένα πρώτο αποτέλεσμα αυτού είναι η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου στις οικονομίες αυτές και η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, που μεταφράζονται σε πτώση της αξίας των εμπορευμάτων και που (ελλείψει υπερεκμετάλλευσης) θα έπρεπε να οδηγήσουν σε πτώση του ποσοστού κέρδους. Κατά συνέπεια, οι όροι εμπορίου αρχίζουν να μειώνονται σταθερά, όπως αναφέρεται στο δοκίμιό μου.

Από την άλλη πλευρά, η αυξανόμενη παρουσία του ξένου κεφαλαίου στη χρηματοδότηση, την εμπορία, ακόμη και την παραγωγή των εξαρτημένων χωρών, καθώς και στις βασικές υπηρεσίες, δρα έτσι ώστε να μεταφέρει μέρος των κερδών που επιτυγχάνονται εκεί στις βιομηχανικές χώρες. Στη συνέχεια, το ποσό του κεφαλαίου που μεταφέρεται από την εξαρτημένη οικονομία μέσω χρηματοοικονομικών πράξεων αυξάνεται ταχύτερα από το εμπορικό ισοζύγιο.

Η μεταφορά κερδών, και συνεπώς υπεραξίας, στις βιομηχανικές χώρες δείχνει προς την κατεύθυνση της διαμόρφωσης ενός μέσου ποσοστού κέρδους σε διεθνές επίπεδο, απελευθερώνοντας έτσι την ανταλλαγή από την αυστηρή εξάρτησή της από την αξία των εμπορευμάτων. Με άλλα λόγια, η σημασία που είχε η αξία στο προηγούμενο στάδιο ως ρυθμιστής των διεθνών συναλλαγών παραχωρεί σταδιακά τη θέση της στην πρωτοκαθεδρία της τιμής παραγωγής (το κόστος παραγωγής συν το μέσο κέρδος, το οποίο, όπως είδαμε, είναι χαμηλότερο από την υπεραξία στην περίπτωση των εξαρτημένων χωρών). Μόνο τότε μπορεί να επιβεβαιωθεί ότι (παρά το γεγονός ότι συνεχίζει να παρεμποδίζεται από παράγοντες εξωοικονομικής τάξης, όπως για παράδειγμα τα αποικιακά μονοπώλια) η διεθνής οικονομία φτάνει στην πλήρη ωριμότητά της και θέτει σε λειτουργία σε αυξανόμενη κλίμακα τους μηχανισμούς που αρμόζουν στη συσσώρευση του κεφαλαίου [47].

Ας θυμηθούμε, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, ότι η μείωση του ποσοστού κέρδους στις εξαρτημένες χώρες ως αντιστάθμισμα της ανύψωσης της οργανικής τους σύνθεσης αντισταθμίζεται από τις διαδικασίες υπερεκμετάλλευσης της εργασίας, εκτός από τις ιδιαίτερες συνθήκες που ευνοούν, στις αγροτικές και μεταλλευτικές οικονομίες, την υψηλή κερδοφορία του μεταβλητού κεφαλαίου. Κατά συνέπεια, η εξαρτημένη οικονομία συνεχίζει να επεκτείνει τις εξαγωγές της, σε τιμές πάντα πιο αντισταθμιστικές για τις βιομηχανικές χώρες (με τις γνωστές επιπτώσεις στην εσωτερική τους συσσώρευση) και, ταυτόχρονα, διατηρεί την ελκυστικότητά της για το ξένο κεφάλαιο, το οποίο επιτρέπει τη συνέχιση της διαδικασίας.

2) Η καπιταλιστική ανάπτυξη και η υπερεκμετάλλευση της εργασίας.

Υπό αυτή την έννοια, η εξαρτημένη οικονομία – και επομένως η υπερεκμετάλλευση της εργασίας – εμφανίζεται ως αναγκαία συνθήκη του παγκόσμιου καπιταλισμού, σε αντίθεση με όσους, όπως ο Fernando Henrique Cardoso, την αντιλαμβάνονται ως τυχαίο γεγονός στην ανάπτυξή του. Η άποψη του Καρντόσο, η οποία εκφράζεται σε ένα πολεμικό σχόλιο στο δοκίμιό μου [48], είναι ότι, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ειδικότητα του βιομηχανικού καπιταλισμού έγκειται στην παραγωγή σχετικής υπεραξίας, κάθε τι που αναφέρεται σε μορφές παραγωγής που βασίζονται στην απόλυτη υπεραξία, όσο σημαντική και αν είναι η ιστορική του σημασία, στερείται θεωρητικού ενδιαφέροντος. Ωστόσο, για τον Καρντόσο, αυτό δεν συνεπάγεται την εγκατάλειψη της μελέτης της εξαρτημένης οικονομίας, καθώς στην τελευταία υπάρχει μια ταυτόχρονη διαδικασία ανάπτυξης και εξάρτησης, πράγμα που σημαίνει ότι στο σύγχρονο στάδιό της βασίζεται επίσης στη σχετική υπεραξία και στην αυξημένη παραγωγικότητα.

Ας επισημάνουμε αρχικά ότι η έννοια της υπερεκμετάλλευσης δεν ταυτίζεται με εκείνη της απόλυτης υπεραξίας, αφού περιλαμβάνει επίσης έναν τρόπο παραγωγής σχετικής υπεραξίας που αντιστοιχεί στην αύξηση της έντασης της εργασίας.  Από την άλλη πλευρά, η μετατροπή μέρους του μισθολογικού αποθέματος σε απόθεμα συσσώρευσης δεν αντιπροσωπεύει αυστηρά μια μορφή παραγωγής απόλυτης υπεραξίας, αφού επηρεάζει ταυτόχρονα τους δύο χρόνους εργασίας μέσα στην εργάσιμη ημέρα και όχι μόνο τον χρόνο της υπερεργασίας, όπως συμβαίνει με την απόλυτη υπεραξία.  Για όλους αυτούς τους λόγους, η υπερεκμετάλλευση ορίζεται μάλλον από τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση της φυσικής δύναμης του εργάτη σε αντίθεση με την εκμετάλλευση που προκύπτει από την αύξηση της παραγωγικότητάς του, και τείνει κανονικά να εκφράζεται με το γεγονός ότι η εργατική δύναμη αμείβεται κάτω από την πραγματική της αξία.

Ωστόσο, αυτό δεν είναι το κεντρικό σημείο της συζήτησης. Αυτό που συζητείται είναι αν οι μορφές εκμετάλλευσης που αποκλίνουν από εκείνη που δημιουργεί σχετική υπεραξία με βάση την υψηλότερη παραγωγικότητα πρέπει να αποκλειστούν από τη θεωρητική ανάλυση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Το λάθος του Καρντόσο έγκειται στο ότι απαντά καταφατικά σε αυτό το ερώτημα, σαν οι ανώτερες μορφές της καπιταλιστικής συσσώρευσης να συνεπάγονται τον αποκλεισμό των κατώτερων μορφών της και να συμβαίνουν ανεξάρτητα από αυτές. Αν ο Μαρξ συμμεριζόταν αυτή την άποψη, σίγουρα δεν θα είχε ασχοληθεί με την απόλυτη υπεραξία και δεν θα την είχε ενσωματώσει, ως βασική έννοια, στο θεωρητικό του σχήμα [49].

Τώρα, αυτό που σκοπεύω να καταδείξω στο δοκίμιό μου είναι, πρώτον, ότι η καπιταλιστική παραγωγή, αναπτύσσοντας την παραγωγική δύναμη της εργασίας δεν καταστέλλει, αλλά αντίθετα επιτείνει τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση του εργάτη, και δεύτερον, ότι οι συνδυασμοί των μορφών καπιταλιστικής εκμετάλλευσης πραγματοποιούνται άνισα στο σύστημα ως σύνολο, δημιουργώντας διαφορετικούς κοινωνικούς σχηματισμούς ανάλογα με την επικράτηση μιας δεδομένης μορφής.

Ας αναπτύξουμε εν συντομία αυτά τα σημεία. Το πρώτο είναι θεμελιώδες αν θέλουμε να καταλάβουμε πώς λειτουργεί ο γενικός νόμος της καπιταλιστικής συσσώρευσης, δηλαδή γιατί παράγεται η αυξανόμενη πόλωση του πλούτου και της δυστυχίας μέσα στις κοινωνίες στις οποίες λειτουργεί. Είναι σε αυτή την προοπτική, και μόνο σε αυτή την προοπτική, που οι μελέτες για το λεγόμενο κοινωνικό περιθώριο μπορούν να ενσωματωθούν στη μαρξιστική θεωρία της εξάρτησης. Με άλλα λόγια, μόνο έτσι μπορεί η τελευταία να λύσει θεωρητικά το πρόβλημα που θέτει η αύξηση του σχετικού υπερπληθυσμού με τα ακραία χαρακτηριστικά που παρουσιάζει στις εξαρτημένες κοινωνίες, χωρίς να πέσει στον εκλεκτικισμό του José Nun, τον οποίο ο ίδιος ο Cardoso τόσο σωστά επέκρινε [50], ή στο σχήμα του Aníbal Quijano, το οποίο, ανεξάρτητα από τα πλεονεκτήματά του, οδηγεί στον εντοπισμό ενός περιθωριακού πόλου στις κοινωνίες αυτές που δεν έχει καμία σχέση με τον τρόπο με τον οποίο πολώνονται εκεί οι ταξικές αντιθέσεις [51]. Χωρίς να προσποιούμαστε ότι κάνουμε εδώ μια πραγματική ανάλυση του προβλήματος, ας παραθέσουμε ορισμένα επεξηγηματικά στοιχεία που απορρέουν από τις παραπάνω θέσεις.

Η θετική σχέση μεταξύ της αύξησης της παραγωγικής δύναμης της εργασίας και της μεγαλύτερης εκμετάλλευσης του εργάτη, η οποία αποκτά οξύ χαρακτήρα στην εξαρτημένη οικονομία, δεν την αφορά αποκλειστικά, αλλά αποτελεί μέρος του ίδιου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.  Αυτό οφείλεται στον αντιφατικό τρόπο με τον οποίο αυτές οι δύο θεμελιώδεις μορφές εκμετάλλευσης επηρεάζουν την αξία της παραγωγής και, επομένως, την υπεραξία που αυτή αποδίδει. Η ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, η οποία συνεπάγεται την παραγωγή περισσότερων προϊόντων στον ίδιο χρόνο και με την ίδια δαπάνη εργατικής δύναμης, μειώνει την ποσότητα της εργασίας που ενσωματώνεται στο μεμονωμένο προϊόν και έτσι μειώνει την αξία του, επηρεάζοντας αρνητικά την υπεραξία. Η αυξημένη εκμετάλλευση του εργάτη προσφέρει δύο εναλλακτικές λύσεις: να αυξηθεί ο χρόνος της υπερεργασίας (τροποποιώντας ή όχι την εργάσιμη ημέρα) ή, χωρίς να αλλάξει η εργάσιμη ημέρα και οι ώρες, να αυξηθεί η ένταση της εργασίας. Και στις δύο περιπτώσεις, η μάζα της αξίας και της παραγόμενης υπεραξίας αυξάνεται, αλλά στη δεύτερη περίπτωση (η οποία διαφέρει από την αύξηση της παραγωγικότητας επειδή, αν και παράγεται περισσότερη ποσότητα στον ίδιο χρόνο, αυτό συνεπάγεται μεγαλύτερη δαπάνη εργατικής δύναμης [52]), εφόσον ο νέος βαθμός έντασης γενικεύεται, η ατομική αξία των εμπορευμάτων μειώνεται και, υπό ίσες συνθήκες, η υπεραξία επίσης μειώνεται.

Στο πλαίσιο του καπιταλιστικού καθεστώτος παραγωγής, αυτές οι αντίθετες τάσεις που απορρέουν από τις δύο μεγάλες μορφές εκμετάλλευσης τείνουν να αλληλοεξουδετερώνονται από τη στιγμή που η αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας όχι μόνο δημιουργεί τη δυνατότητα μεγαλύτερης εκμετάλλευσης του εργάτη, αλλά και οδηγεί σε αυτό το αποτέλεσμα. Στην πραγματικότητα, η μείωση του συνολικού χρόνου εργασίας που χρειάζεται ο εργάτης για να παράγει μια ορισμένη μάζα εμπορευμάτων επιτρέπει στο κεφάλαιο να απαιτήσει από τον εργάτη περισσότερο αποτελεσματικό χρόνο εργασίας και επομένως μεγαλύτερη μάζα αξίας χωρίς να παρατείνει τη νόμιμη εργάσιμη ημέρα και ακόμη και να τη μειώσει. Έτσι, η απειλή για το ποσοστό της υπεραξίας και του κέρδους εξουδετερώνεται πλήρως ή εν μέρει. Αυτό που εμφανίζεται στο επίπεδο της παραγωγής ως μείωση του χρόνου εργασίας, μετατρέπεται, από την άποψη του κεφαλαίου, σε αύξηση της απαιτούμενης από τον εργάτη παραγωγής.  Αυτό εκφράζεται στις συνθήκες παραγωγής μέσω της ανύψωσης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, δηλαδή στη σχετική ή απόλυτη μείωση (ανάλογα με το ρυθμό συσσώρευσης) του μεταβλητού κεφαλαίου. Με άλλα λόγια, στη σχετική ή απόλυτη μείωση του απασχολούμενου εργατικού δυναμικού και στη διεύρυνση του βιομηχανικού εφεδρικού στρατού.

Ωστόσο, υπάρχει στενή αλληλεξάρτηση μεταξύ της αύξησης της παραγωγικότητας, της εντατικοποίησης της εργασίας και της διάρκειας της εργάσιμης ημέρας.  Η αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, υποδηλώνοντας χαμηλότερη δαπάνη φυσικής δύναμης, είναι αυτή που καθιστά δυνατή την αύξηση της έντασης· αλλά η αύξηση της έντασης συγκρούεται με τη δυνατότητα επιμήκυνσης της εργάσιμης ημέρας και συμβάλει μάλλον στη μείωσή της. Αντίστροφα, η χαμηλότερη παραγωγικότητα περιορίζει τη δυνατότητα εντατικοποίησης του ρυθμού εργασίας και παραπέμπει προς την κατεύθυνση της επιμήκυνσης της εργάσιμης ημέρας.  Το γεγονός ότι, στις υψηλά βιομηχανοποιημένες χώρες, η ταυτόχρονη αύξηση της παραγωγικότητας και της έντασης της εργασίας δεν έχει μεταφραστεί εδώ και αρκετές δεκαετίες σε μείωση της εργάσιμης ημέρας δεν ακυρώνει τα όσα ειπώθηκαν· αποκαλύπτει απλώς την αδυναμία της εργατικής τάξης να υπερασπιστεί τα νόμιμα συμφέροντά της και μεταφράζεται σε πρόωρη εξάντληση του εργατικού δυναμικού, που εκφράζεται με τη σταδιακή μείωση της ωφέλιμης ζωής του εργαζόμενου, καθώς και με τις ψυχοφυσικές διαταραχές που προκαλεί η υπερβολική κόπωση. Στην ίδια λογική, οι περιορισμοί που προέκυψαν στις εξαρτημένες χώρες για την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη χαλάρωση της εργάσιμης ημέρας ανάγκασαν το κεφάλαιο να καταφύγει στην αύξηση της παραγωγικότητας και της έντασης της εργασίας, με τα γνωστά αποτελέσματα στο βαθμό διατήρησης και ανάπτυξης της τελευταίας.

Αυτό που είναι σημαντικό να επισημανθεί εδώ, καταρχήν, είναι ότι η υπερεκμετάλλευση δεν αντιστοιχεί σε μια επιβίωση των πρωτόγονων τρόπων συσσώρευσης του κεφαλαίου, αλλά είναι σύμφυτη με αυτό και αναπτύσσεται σε συνάρτηση με την ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας. Το να υποθέσουμε το αντίθετο ισοδυναμεί με το να παραδεχτούμε ότι ο καπιταλισμός, καθώς πλησιάζει το καθαρό του μοντέλο, γίνεται ένα όλο και λιγότερο εκμεταλλευτικό σύστημα και καταφέρνει να συγκεντρώσει τις προϋποθέσεις για να λύσει επ’ άπειρον τις εσωτερικές του αντιφάσεις. Δεύτερον, ανάλογα με το βαθμό ανάπτυξης των εθνικών οικονομιών που απαρτίζουν το σύστημα, καθώς και εκείνου που επαληθεύεται στους τομείς που απαρτίζουν τον καθένα από αυτούς, η μεγαλύτερη ή μικρότερη συχνότητα εμφάνισης των μορφών εκμετάλλευσης και η συγκεκριμένη διαμόρφωση που παίρνουν τροποποιούν ποιοτικά τον τρόπο με τον οποίο τους επηρεάζουν οι νόμοι κίνησης του συστήματος, και ειδικότερα ο γενικός νόμος της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Για το λόγο αυτό, το λεγόμενο κοινωνικό περιθώριο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο στις εξαρτημένες οικονομίες η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία προέρχεται από την εισαγωγή τεχνολογίας, διαπλέκεται με τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση του εργάτη, την οποία καθιστά δυνατή αυτή η αύξηση της παραγωγικότητας.

Είναι γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο που η περιθωριοποίηση αποκτά την πλήρη έκφρασή της στις χώρες της Λατινικής Αμερικής μόνο καθώς αναπτύσσεται η βιομηχανική οικονομία.

Το θεμελιώδες καθήκον της μαρξιστικής θεωρίας της εξάρτησης συνίσταται στον προσδιορισμό της συγκεκριμένης νομοτέλειας από την οποία διέπεται η εξαρτημένη οικονομία. Αυτό προϋποθέτει, φυσικά, την τοποθέτηση της μελέτης της στο ευρύτερο πλαίσιο των νόμων ανάπτυξης του συστήματος στο σύνολό του και τον προσδιορισμό των ενδιάμεσων βαθμίδων με τις οποίες εξειδικεύονται αυτοί οι νόμοι.  Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να γίνει πραγματικά κατανοητή η ταυτόχρονη ύπαρξη εξάρτησης και ανάπτυξης. Η έννοια του υπο-ιμπεριαλισμού προκύπτει από τον ορισμό αυτών των ενδιάμεσων βαθμών και υποδεικνύει τον προσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο ο νόμος σύμφωνα με τον οποίο η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (και επομένως της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου) οδηγεί σε αύξηση της υπερεκμετάλλευσης επηρεάζει την εξαρτημένη οικονομία.  Είναι προφανές ότι η έννοια αυτή δεν εξαντλεί το σύνολο του προβλήματος.

Σε κάθε περίπτωση, η απαίτηση να προσδιοριστούν οι γενικοί νόμοι της καπιταλιστικής ανάπτυξης δεν επιτρέπει, από αυστηρά επιστημονική άποψη, την προσφυγή σε γενικότητες όπως ότι η νέα μορφή εξάρτησης στηρίζεται στη σχετική υπεραξία και στην αύξηση της παραγωγικότητας. Και δεν το επιτρέπει γιατί αυτό είναι το γενικό χαρακτηριστικό κάθε καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπως είδαμε. Το πρόβλημα λοιπόν είναι να προσδιοριστεί ο χαρακτήρας που παίρνει στην εξαρτημένη οικονομία η παραγωγή σχετικής υπεραξίας και η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.

Με αυτή την έννοια, μπορεί κανείς να βρει στο δοκίμιό μου ενδείξεις που, αν και εμφανώς ανεπαρκείς, επιτρέπουν μια ματιά στο βασικό πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει η μαρξιστική θεωρία της εξάρτησης: το γεγονός ότι οι συνθήκες που δημιουργούνται από την υπερεκμετάλλευση της εργασίας στην εξαρτημένη καπιταλιστική οικονομία τείνουν να εμποδίζουν τη μετάβασή της από την παραγωγή της απόλυτης υπεραξίας σε εκείνη της σχετικής υπεραξίας ως την κυρίαρχη μορφή στις σχέσεις μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Η δυσανάλογη βαρύτητα που παίρνει η επιπλέον υπεραξία στο εξαρτημένο σύστημα είναι αποτέλεσμα αυτού και αντιστοιχεί στην επέκταση του βιομηχανικού εφεδρικού στρατού και στο σχετικό στραγγαλισμό της ικανότητας για την πραγματοποίηση της παραγωγής. Περισσότερο από απλά ατυχήματα στην πορεία της εξαρτημένης ανάπτυξης ή στοιχεία μιας μεταβατικής τάξης, τα φαινόμενα αυτά είναι εκδηλώσεις του ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο ο γενικός νόμος της συσσώρευσης του κεφαλαίου επηρεάζει την εξαρτημένη οικονομία. Τελικά, είναι και πάλι στην υπερεκμετάλλευση της εργασίας που πρέπει να αναφερθούμε για να τα αναλύσουμε.

Αυτά είναι μερικά από τα ουσιαστικά ζητήματα του δοκιμίου μου, τα οποία πρέπει να επισημανθούν και να διευκρινιστούν.  Επιβεβαιώνουν την κεντρική θέση που υποστηρίζεται σε αυτό, δηλαδή ότι η βάση της εξάρτησης είναι η υπερεκμετάλλευση της εργασίας. Το μόνο που μας μένει, σε αυτό το σύντομο σημείωμα, είναι να προειδοποιήσουμε ότι οι συνέπειες της υπερεκμετάλλευσης ξεπερνούν το επίπεδο της οικονομικής ανάλυσης και πρέπει επίσης να μελετηθούν από κοινωνιολογική και πολιτική άποψη. Κινούμενοι προς αυτή την κατεύθυνση θα επιταχύνουμε τη γέννηση της μαρξιστικής θεωρίας της εξάρτησης, απαλλάσσοντάς την από τα λειτουργικά-αναπτυξιακά χαρακτηριστικά που της έχουν προσκολληθεί κατά την κυοφορία της.

Παραπομπές

  1. Marx, K. (1857). Introduction to a Contribution to the Critique of Political Economy. Marxists.Org. https://www.marxists.org/archive/marx/works/1859/critique-pol-economy/appx1.htm
  2. Ibid.
  3. Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, οι λατινοαμερικανικές εξαγωγές ήταν στάσιμες και το εμπορικό ισοζύγιο της Λατινικής Αμερικής ήταν ελλειμματικό· τα ξένα δάνεια χρησιμοποιούνταν για τη στήριξη της εισαγωγικής ικανότητας.  Καθώς οι εξαγωγές αυξάνονταν, και ιδίως όταν το εξωτερικό εμπόριο άρχισε να παρουσιάζει θετικό ισοζύγιο, ο ρόλος του εξωτερικού χρέους έγινε αυτός της μεταφοράς μέρους του πλεονάσματος που αποκτήθηκε στη Λατινική Αμερική στη μητρόπολη.  Η περίπτωση της Βραζιλίας είναι αποκαλυπτική: από τη δεκαετία του 1860 και μετά, όταν το εμπορικό ισοζύγιο απέκτησε όλο και μεγαλύτερη σημασία, η εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους αυξήθηκε: από το 50% του ισοζυγίου τη δεκαετία του 1960, ανήλθε στο 99% την επόμενη δεκαετία (Nelson Werneck Sodré, Formação histórica do Brasil. Ed. Brasiliense, Sáo Paulo, 1964).  Στο 1902-1913, ενώ η αξία των εξαγωγών αυξήθηκε κατά 79,6%, το εξωτερικό χρέος της Βραζιλίας αυξήθηκε κατά 144,6% και αντιπροσώπευε, το 1913, το 60% των συνολικών δημόσιων δαπανών.
  4. Βλ. για παράδειγμα το άρθρο του “Quién es el enemigo inmediato”,  Pensamiento Crítico, n. 13, La Habana, 1968.
  5. The Normal and the Pathological, trans. Carolyn R. Fawcett & Robert S. Cohen (New York: Zone Books, 1991). On the concepts of homogeneity and continuity, βλ. το κεφάλαιο ΙΙΙ του έργου του
  6. Βλ. Celso Furtado, Formación económica del Brasil. Ed. Fondo de Cultura  Económica, México, 1962, pp. 90-91.
  7. Σε ένα έργο που ελαχιστοποιεί σε μεγάλο βαθμό τη σημασία της παγκόσμιας αγοράς για την ανάπτυξη του καπιταλισμού, ο Paul Bairoch παρατηρεί ότι “μόνο από το 1840-1850 αρχίζει η πραγματική επέκταση του εξωτερικού εμπορίου της [Αγγλίας]· από το 1860, οι εξαγωγές αντιπροσωπεύουν το 14% του εθνικού εισοδήματος, και τότε είναι μόνο η αρχή μιας εθνικής εξέλιξης που θα φτάσει στο αποκορύφωμά της στα χρόνια πριν από τον πόλεμο του 1914-1918, όταν οι εξαγωγές έφτασαν περίπου το 40% του εθνικού εισοδήματος. Η αρχή αυτής της επέκτασης σηματοδοτεί μια τροποποίηση της δομής των αγγλικών δραστηριοτήτων, όπως είδαμε στο κεφάλαιο για τη γεωργία: από το 1840-1850 η Αγγλία θα αρχίσει να εξαρτάται όλο και περισσότερο από το εξωτερικό για τη διαβίωσή της”: Paul Bairoch, Révolution industrielle et sous-développement. Όταν πρόκειται για την ένταξη της Λατινικής Αμερικής στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία, η Αγγλία είναι αυτή που πρέπει να αναφέρεται, ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες (όπως οι εξαγωγές σιτηρών από τη Χιλή στις Ηνωμένες Πολιτείες) στις οποίες η σχέση δεν είναι άμεση.  Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα στατιστικά στοιχεία που αναφέρθηκαν παραπάνω εξηγούν την παρατήρηση ενός ιστορικού ότι “σε όλα σχεδόν τα μέρη [της Λατινικής Αμερικής], τα επίπεδα του διεθνούς εμπορίου το 1850 δεν ξεπερνούν κατά πολύ εκείνα του 1825”. (Tulio Halperin Donghi, Historia contemporánea de América Latina. Alianza Editorial, Μαδρίτη, 1970, σ. 158).
  8. “Η σύγχρονη βιομηχανία δημιούργησε την παγκόσμια αγορά, για την οποία η ανακάλυψη της Αμερικής άνοιξε το δρόμο.” Manifesto of the Communist Party in Marx/Engels Selected Works, Vol. One, Progress Publishers, Moscow, 1969, pp. 98-137.
  9. “[…] Η παραγωγικότητα της γεωργικής εργασίας που υπερβαίνει τις ατομικές ανάγκες του εργάτη είναι η βάση όλων των κοινωνιών και κυρίως η βάση της καπιταλιστικής παραγωγής, η οποία αποσυνδέει ένα συνεχώς αυξανόμενο τμήμα της κοινωνίας από την παραγωγή βασικών τροφίμων και το μετατρέπει σε “ελεύθερα κεφάλια”, όπως λέει ο Steuart, καθιστώντας το διαθέσιμο για εκμετάλλευση σε άλλες σφαίρες.” Κεφάλαιο, III, XLVII.
  10. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, κάποια στιγμή, οι ίδιες βιομηχανικές χώρες θα εξάγουν τα κεφάλαιά τους στη Λατινική Αμερική, για να τα χρησιμοποιήσουν στην παραγωγή πρώτων υλών και τροφίμων προς εξαγωγή. Αυτό είναι ιδιαίτερα ορατό όταν η παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στη Λατινική Αμερική γίνεται εντονότερη και αρχίζει να εκτοπίζει την Αγγλία. Αν παρατηρήσουμε τη λειτουργική σύνθεση του ξένου κεφαλαίου στην περιοχή κατά τις πρώτες δεκαετίες αυτού του αιώνα, θα διαπιστώσουμε ότι το βρετανικό κεφάλαιο συγκεντρώνεται κυρίως σε επενδύσεις χαρτοφυλακίου, κυρίως σε τίτλους του δημοσίου και των σιδηροδρόμων, οι οποίες αντιπροσώπευαν κανονικά τα τρία τέταρτα του συνόλου, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν μόνο το ένα τρίτο των επενδύσεών τους σε αυτού του είδους τις επιχειρήσεις και δίνουν προτεραιότητα στην εφαρμογή των κεφαλαίων στα ορυχεία, το πετρέλαιο και τη γεωργία. Βλέπε Paul R. Olson y C. Addison Hickman, Economía internacional latinoamericana. Ed. Fondo de Cultura Económica. México, 1945. cap. V.
  11. “[…] καθώς το μεταβλητό κεφάλαιο αυξάνεται, το σταθερό κεφάλαιο πρέπει αναγκαστικά να αυξάνεται επίσης, και καθώς οι κοινές συνθήκες παραγωγής, κτίρια, φούρνοι κ.λπ. αυξάνονται σε όγκο, οι πρώτες ύλες πρέπει επίσης να αυξάνονται…”.
  12. “Αν ο εργάτης θέλει όλο του το χρόνο να παράγει τα απαραίτητα μέσα διαβίωσης για τον εαυτό του και τη φυλή του, δεν του απομένει χρόνος για να εργαστεί δωρεάν για τους άλλους. Χωρίς έναν ορισμένο βαθμό παραγωγικότητας στην εργασία του, δεν έχει τέτοιο περιττό χρόνο στη διάθεσή του· χωρίς τέτοιο περιττό χρόνο, δεν υπάρχει πλεονάζουσα εργασία, και επομένως ούτε καπιταλιστές, ούτε δουλοκτήτες, ούτε φεουδάρχες, με μια λέξη, ούτε τάξη μεγαλοϊδιοκτητών”. Κεφάλαιο, I, XVI.
  13. Πρβλ. Κεφάλαιο, Ι, τμήματα IV και V και Κεφάλαιο, Τόμος 1, κεφάλαιο VI..
  14. Το ποσοστό των εξαγωγών στην κατανάλωση τροφίμων στην Αγγλία, το 1880, ήταν 45% για το σιτάρι, 53% για το βούτυρο και το τυρί, 94% για τις πατάτες και 70% για το κρέας.  Στοιχεία από M. G. Mulhall, The share of exports in England’s food consumption, by 1880, was 45% for wheat, 53% for butter and cheese, 94% for potatoes and 70% for meat.  Στοιχεία από τον M. G. Mulhall, όπως αναφέρεται από τον Paul Bairoch, ό.π.
  15. Αυτό συνοψίζεται από τον Μαρξ ως εξής: “Εφόσον το εξωτερικό εμπόριο εν μέρει φτηνύνει τα στοιχεία του σταθερού κεφαλαίου και εν μέρει τις ανάγκες της ζωής για τις οποίες ανταλλάσσεται το μεταβλητό κεφάλαιο, τείνει να αυξήσει το ποσοστό κέρδους αυξάνοντας το ποσοστό της υπεραξίας και μειώνοντας την αξία του σταθερού κεφαλαίου”. Κεφάλαιο, III, XIV. Είναι απαραίτητο να έχουμε κατά νου ότι ο Μαρξ δεν περιορίζεται σε αυτή την παρατήρηση, αλλά δείχνει επίσης τον αντιφατικό τρόπο με τον οποίο το εξωτερικό εμπόριο συμβάλλει στη μείωση του ποσοστού κέρδους. Δεν θα τον ακολουθήσουμε, ωστόσο, προς αυτή την κατεύθυνση, ούτε στην ανησυχία του για το πώς τα κέρδη που πραγματοποιούν οι καπιταλιστές που δραστηριοποιούνται στη σφαίρα του εξωτερικού εμπορίου μπορούν να αυξήσουν το ποσοστό του κέρδους (μια διαδικασία που θα μπορούσε να καταταχθεί σε ένα τρίτο είδος μέτρων για την αντιμετώπιση της τείνουσας μείωσης του ποσοστού κέρδους, μαζί με την αύξηση του κεφαλαίου σε μετοχές: μέτρα που αποσκοπούν στην παράκαμψη της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους μέσω της μετατόπισης του κεφαλαίου σε μη παραγωγικές σφαίρες). Σκοπός μας δεν είναι να εμβαθύνουμε τώρα στην εξέταση των αντιφάσεων που θέτει η καπιταλιστική παραγωγή εν γένει, αλλά μόνο να διευκρινίσουμε τους θεμελιώδεις προσδιορισμούς της λατινοαμερικανικής εξάρτησης.
  16. Βασιζόμενος σε στατιστικά στοιχεία του Οικονομικού Τμήματος των Ηνωμένων Εθνών, ο Paolo Santi σημειώνει, όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των τιμών των πρωτογενών και των μεταποιημένων προϊόντων: “Θεωρώντας την πενταετία 1876-80 = 100, ο δείκτης πέφτει στο 96,3 την περίοδο 1886-90, στο 87,1 την περίοδο 1896-1900 και σταθεροποιείται την περίοδο 1906-1913 στο 85,8, ενώ αρχίζει να πέφτει, και μάλιστα ταχύτερα, μετά το τέλος του πολέμου”. “El debate sobre el imperialismo en los clásicos del marxismo”, Teoría Marxista  Cuadernos de Pasado y Presente, Córdoba, Αργεντινή, 1969, σ. 49.
  17. “Δεν αρκεί το γεγονός ότι οι συνθήκες εργασίας συγκεντρώνονται σε μια μάζα, με τη μορφή του κεφαλαίου, στον ένα πόλο της κοινωνίας, ενώ στον άλλο πόλο συγκεντρώνονται μάζες ανθρώπων, οι οποίοι δεν έχουν τίποτα να πουλήσουν παρά μόνο την εργασαική τους δύναμη. Ούτε αρκεί το γεγονός ότι αναγκάζονται να την πουλήσουν οικειοθελώς. Η πρόοδος της καπιταλιστικής παραγωγής αναπτύσσει μια εργατική τάξη, η οποία λόγω της εκπαίδευσης, της παράδοσης, της συνήθειας, βλέπει τους όρους αυτού του τρόπου παραγωγής ως αυτονόητους νόμους της Φύσης. Η οργάνωση της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας, μόλις αναπτυχθεί πλήρως, καταρρίπτει κάθε αντίσταση. Η συνεχής δημιουργία ενός σχετικού πλεονάζοντος πληθυσμού διατηρεί το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης της εργασίας, και επομένως διατηρεί τους μισθούς, σε μια πορεία που αντιστοιχεί στις ανάγκες του κεφαλαίου. Ο ανιαρός καταναγκασμός των οικονομικών σχέσεων ολοκληρώνει την υποταγή του εργάτη στον καπιταλιστή. Η άμεση βία, έξω από τις οικονομικές συνθήκες, χρησιμοποιείται βέβαια ακόμα, αλλά μόνο κατ’ εξαίρεση. Στη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ο εργάτης μπορεί να αφεθεί στους “φυσικούς νόμους της παραγωγής”, δηλαδή στην εξάρτησή του από το κεφάλαιο, μια εξάρτηση που πηγάζει από τις ίδιες τις συνθήκες παραγωγής και την εγγυώνται στο διηνεκές”. Κεφάλαιο, I, XXVIII.
  18. Ο Celso Hurtado επαλήθευσε το φαινόμενο, χωρίς να αντλήσει από αυτό όλες τις συνέπειές του: “Η πτώση των τιμών των βραζιλιάνικων εξαγωγών, μεταξύ 1821-30 και 1841-50, ήταν περίπου 40%.  Όσον αφορά τις εισαγωγές, ο δείκτης τιμών των εξαγωγών από την Αγγλία […] μεταξύ των δύο δεκαετιών που αναφέρθηκαν παρέμεινε απόλυτα σταθερός. Επομένως, μπορεί να δηλωθεί ότι η πτώση του δείκτη των όρων εμπορίου ήταν περίπου 40%, δηλαδή ότι το πραγματικό εισόδημα που παράγεται από τις εξαγωγές αυξήθηκε κατά 40% λιγότερο από τον φυσικό όγκο των εξαγωγών. Καθώς η μέση ετήσια αξία των εξαγωγών αυξήθηκε από 3.900.000 λίρες σε 5.470.000 λίρες, δηλαδή κατά 40%. Προκύπτει ότι το πραγματικό εισόδημα που παράγεται από τον τομέα των εξαγωγών αυξήθηκε κατά την ίδια αναλογία, ενώ η παραγωγική προσπάθεια που καταβλήθηκε στον τομέα αυτό ήταν περίπου διπλάσια”. Op. cit.
  19. Κεφάλαιο, I, XXIV.
  20. Κεφάλαιο, Ι, Χ, ο Μαρξ προσθέτει: “Ως εκ τούτου, η εργασία των μαύρων στις νότιες Πολιτείες της Αμερικανικής Ένωσης διατήρησε κάτι από έναν πατριαρχικό χαρακτήρα, όσο η παραγωγή κατευθυνόταν κυρίως στην άμεση τοπική κατανάλωση. Αλλά αναλογικά, καθώς η εξαγωγή του βαμβακιού έγινε ζωτικού ενδιαφέροντος για αυτές τις πολιτείες, η υπερεργασία του μαύρου και μερικές φορές η χρησιμοποίηση της ζωής του σε 7 χρόνια εργασίας έγινε παράγοντας ενός υπολογισμένου και υπολογίσιμου συστήματος. Δεν επρόκειτο πλέον για την απόκτηση από αυτόν μιας ορισμένης ποσότητας χρήσιμων προϊόντων. Ήταν πλέον ζήτημα παραγωγής της ίδιας της πλεονάζουσας εργασίας: Το ίδιο συνέβαινε και με το corvée, π.χ. στις παραδουνάβιες ηγεμονίες (σημερινή Ρουμανία)”. Ibid.
  21. Πρβλ. Κεφάλαιο, I, XXII.
  22. Κάθε μεταβολή στο μέγεθος, εκτεταμένο ή εντατικό, της εργασίας επηρεάζει […] την αξία της εργασιακής δύναμης, στο βαθμό που επιταχύνει τη φθορά της”.  Κυριολεκτική μετάφραση του Κεφαλαίου, I, XVII.
  23. Ένα παρόμοιο φαινόμενο παρατηρείται στην Ευρώπη, στην αυγή της καπιταλιστικής παραγωγής.  Αρκεί να αναλύσουμε πιο προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε εκεί η μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό για να συνειδητοποιήσουμε ότι η κατάσταση του εργάτη, κατά την έξοδο από την κατάσταση της δουλείας, μοιάζει περισσότερο με εκείνη του σκλάβου παρά με εκείνη του σύγχρονου μισθωτού εργάτη. Πρβλ. Κεφάλαιο, I, XXVIII.
  24. Κεφάλαιο, Ι, “Αδημοσίευτο κεφάλαιο VI”, ό.π.
  25. Κεφάλαιο, Ι, Χ.
  26. Κεφάλαιο, Ι, VIII.
  27. Έτσι, ο Μαρξ αναφέρεται σε χώρες “όπου η εργασία δεν έχει ακόμη απορροφηθεί τυπικά από το κεφάλαιο, παρόλο που ο εργάτης στην πραγματικότητα τυγχάνει εκμετάλλευσης από τον καπιταλιστή”, παραδειγματίζοντας την περίπτωση της Ινδίας, “όπου ο ryot εργάζεται ως ανεξάρτητος αγρότης, όπου η παραγωγή του δεν έχει ακόμη, επομένως, απορροφηθεί από το κεφάλαιο, παρόλο που ο τοκογλύφος μπορεί να κρατήσει, με τη μορφή τόκου, όχι μόνο την υπερεργασία του, αλλά ακόμη και, μιλώντας με καπιταλιστικούς όρους, ένα μέρος του μισθού του”. Κεφάλαιο, III, XIII.
  28. Marx , Grundrisse,  Notebook 5,  https://www.marxists.org/archive/marx/works/1857/grundrisse/ch10.htm
  29. Έχουμε ήδη επισημάνει ότι αυτό συμβαίνει αρχικά στα σημεία άμεσης σύνδεσης με την παγκόσμια αγορά· μόνο προοδευτικά, και ακόμη και σήμερα με άνισο τρόπο, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής θα υποτάξει την οικονομία στο σύνολό της.
  30. “Αντίφαση στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής: οι εργάτες ως αγοραστές εμπορευμάτων είναι σημαντικοί για την αγορά. Αλλά ως πωλητές του δικού τους εμπορεύματος – της εργασιακής δύναμης – η καπιταλιστική κοινωνία τείνει να τους κρατά κάτω από την ελάχιστη τιμή”. Κεφάλαιο, II, XVI, iii, σημείωση. Ο Μαρξ δηλώνει σε αυτή τη σημείωση την πρόθεση να πραγματευτεί, στην επόμενη ενότητα, τη θεωρία της υποκατανάλωσης των εργατών, αλλά, όπως παρατηρεί ο Maximilien Rubel (ό.π. τ. II), δεν καταφέρνει να τη συγκεκριμενοποιήσει. Κάποια στοιχεία είχαν προωθηθεί στα Grundrisse.
  31. Στην πραγματικότητα, όπως αποδεικνύει ο Μαρξ, και οι δύο τύποι κατανάλωσης αντιστοιχούν στην παραγωγική κατανάλωση, από την άποψη του κεφαλαίου.  Επιπλέον, “η ατομική κατανάλωση του εργάτη είναι μη παραγωγική ως προς τον ίδιο, γιατί δεν αναπαράγει παρά μόνο το άπορο άτομο· είναι παραγωγική για τον καπιταλιστή και το κράτος, αφού είναι η παραγωγή της δύναμης που δημιουργεί τον πλούτο τους”.  Κεφάλαιο, I, XXIII.
  32. “Η ατομική κατανάλωση του εργάτη και εκείνη του μη συσσωρευμένου μέρους του υπερπροϊόντος περικλείουν το σύνολο της ατομικής κατανάλωσης. Αυτό προϋποθέτει, στην ολότητά του, την κυκλοφορία του κεφαλαίου”. Κυριολεκτική μετάφραση του Κεφαλαίου, II.
  33. Η θέση της εκβιομηχάνισης με υποκατάσταση των εισαγωγών αποτελούσε βασικό στοιχείο της αναπτυξιακής ιδεολογίας, της οποίας μεγάλη επίγονος ήταν η Οικονομική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τη Λατινική Αμερική (ECLAC)· το κλασικό έργο με αυτή την έννοια είναι αυτό της Maria da Conceição Tavares, σχετικά με τη βραζιλιάνικη εκβιομηχάνιση, που δημοσιεύθηκε αρχικά στο United Nations, “The Growth and Decline of Import Substitution in Brazil”, Economic Bulletin for Latin America, vol. IX, n. 1, March 1964. Τα τελευταία χρόνια, η θέση αυτή αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων που, αν δεν υπονομεύουν την εγκυρότητά της, τείνουν να μετριάσουν το ρόλο που διαδραμάτισε η υποκατάσταση εισαγωγών στη διαδικασία εκβιομηχάνισης στη Λατινική Αμερική· ένα καλό παράδειγμα είναι το άρθρο του Don L. Huddle, “Reflexões sobre a industrialização brasileira: fontes de crescimento e da mudança estrutural – 1947/1963”. Revista Brasileira de Economia, τόμος XXIII, αρ. 2, Ιούνιος 1969.  Από την άλλη πλευρά, ορισµένοι συγγραφείς ασχολήθηκαν µε τη µελέτη της κατάστασης της βιοµηχανίας στην οικονοµία της Λατινικής Αµερικής πριν επιταχυνθεί η υποκατάσταση των εισαγωγών· σηµαντικό σε αυτήν τη γραµµή έρευνας είναι το δοκίµιο της Vania Bambirra, Hacia una tipología de la dependencia.  Industrialización y estructura socio-económica, CESO, Universidad de Chile, Documento de Trabajo, mimeo, 1971.
  34. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η συμπληρωματική προς τις εξαγωγές βιομηχανία αντιπροσώπευε τον πιο ενεργό τομέα βιομηχανικών δραστηριοτήτων στην εξαγωγική οικονομία.  Έτσι, τα διαθέσιμα στοιχεία για την Αργεντινή δείχνουν ότι, το 1895, το κεφάλαιο που επενδύθηκε στη βιομηχανία που παρήγαγε για την εγχώρια αγορά ήταν περίπου 175 εκατομμύρια πέσος, έναντι περισσότερων από 280 εκατομμυρίων πέσος που επενδύθηκαν στη βιομηχανία που συνδεόταν με τις εξαγωγές· στην πρώτη περίπτωση, το μέσο κεφάλαιο ανά επιχείρηση ήταν μόνο 10 χιλιάδες πέσος, διαμορφώνοντας σαφώς έναν βιοτεχνικό τομέα, ενώ στη δεύτερη περίπτωση ανερχόταν σε 100 χιλιάδες πέσος.  Πρβλ. Roberto Cortés Conde, “Problemas del crecimiento industrial”, στο Argentina, Sociedad de masas. Eudeba, Μπουένος Άιρες, 1965.
  35. Η εκτεταμένη αναπαραγωγή αυτής της σχέσης αποτελεί την ίδια την ουσία της καπιταλιστικής αναπαραγωγής· βλ. Κεφάλαιο, I, XXIV.
  36. Κεφάλαιο, I, XIII.
  37. Χρησιμοποιούμε τον όρο “εκβιομηχάνιση” για να καταδείξουμε τη διαδικασία μέσω της οποίας η βιομηχανία, αναλαμβάνοντας τη συνολική ποιοτική αλλαγή της παλιάς κοινωνίας, βαδίζει προς την κατεύθυνση να γίνει ο άξονας της συσσώρευσης του κεφαλαίου.  Γι’ αυτό θεωρούμε ότι δεν υπάρχει διαδικασία εκβιομηχάνισης στο εσωτερικό της εξαγωγικής οικονομίας, παρόλο που εκεί παρατηρούνται βιομηχανικές δραστηριότητες.
  38. Ένας Βραζιλιάνος ιστορικός, αναφερόμενος στην εκστρατεία για την αύξηση των τελωνειακών δασμών που εξαπέλυσαν οι Βραζιλιάνοι βιομήχανοι το 1928, αναδεικνύει με σαφήνεια τον μηχανισμό επέκτασης του βιομηχανικού τομέα στην εξαγωγική οικονομία:  “Υπό την πίεση της ύφεσης της ζήτησης για υφάσματα κακής ποιότητας στις αγροτικές περιοχές, ως συνέπεια της πτώσης των τιμών του καφέ – η μέση τιμή του σάκου των 60 κιλών έπεσε από 215$109$ σε 170$719$ μεταξύ 1925 και 1926 – αρκετοί βιομήχανοι ειδικεύτηκαν στην παραγωγή μεσαίων και λεπτών υφασμάτων, ξεκινώντας από τα μέσα της δεκαετίας του ’20. Με τη διείσδυσή τους σε αυτό το τμήμα της αγοράς, υπέστησαν τις επιπτώσεις του αγγλικού ανταγωνισμού, ο οποίος κατηγορήθηκε για “ντάμπινγκ” με σκοπό την εκκαθάριση της εθνικής παραγωγής. Τα Βιομηχανικά Κέντρα αρθρώθηκαν σε μια εκστρατεία με στόχο την αύξηση των δασμών για τα βαμβακερά υφάσματα και τον περιορισμό των εισαγωγών μηχανημάτων, υποστηρίζοντας ότι η αγορά δεν συνεπαγόταν τη διεύρυνση της υπάρχουσας παραγωγικής ικανότητας”.  Boris Fausto.  A revolução de 1930. Historiografía e história. Ed. Brasiliense, São Paulo, 1970, σ. 33-34, κατά λέξη μετάφραση. Το επεισόδιο είναι παραδειγματικό: η πτώση των τιμών του καφέ περιορίζει την αγοραστική δύναμη των εργατών, αλλά και την ικανότητα εισαγωγών να παρακολουθούν την ανώτερη σφαίρα κυκλοφορίας, προκαλώντας μια κίνηση της βιομηχανίας με την έννοια της μετακίνησης προς την τελευταία και επωφελούμενης από τις καλύτερες τιμές που μπορεί να επιτύχει εκεί. Όπως θα δούμε, αυτός ο τροπισμός της λατινοαμερικάνικης βιομηχανίας δεν αφορά αποκλειστικά την παλιά εξαγωγική οικονομία.
  39. Για την Αργεντινή και τη Βραζιλία, για παράδειγμα, αυτό εξετάζεται ήδη κατά τη μετάβαση από τη δεκαετία του 1940 στη δεκαετία του 1950, νωρίτερα για την πρώτη από ό,τι για τη δεύτερη.
  40. Βλέπε Traité d’économie marxiste, 1962. (Μαρξιστική οικονομική θεωρία, μτφρ. Brian Pearce, 1968).
  41. Η αμερικανική παραγωγή εργαλειομηχανών διπλασιάστηκε μεταξύ 1960 και 1966, ενώ αυξήθηκε μόνο κατά 60% στη Δυτική Ευρώπη και 70% στην Ιαπωνία. Από την άλλη πλευρά, η κατασκευή αυτοματοποιημένων συγκροτημάτων αναπτύχθηκε ραγδαία στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αξία των οποίων έφτασε τα 247 εκατομμύρια δολάρια το 1966, έναντι 43,5 εκατομμυρίων δολαρίων στη Δυτική Ευρώπη και μόνο 2,7 εκατομμυρίων δολαρίων στην Ιαπωνία.  Στοιχεία που παρέχονται από τον Ernest Mandel, Europe versus America? Αντιφάσεις του ιμπεριαλισμού. NLB, Λονδίνο, 1970, σ. 80, σημείωση.
  42. Οι εργασίες για το θέμα αυτό έχουν συγκεντρωθεί στο βιβλίο μου Subdesarrollo y revolución, εκδ. Siglo XXI, Μεξικό, 1969. Το πρώτο από αυτά δημοσιεύτηκε αρχικά με τον τίτλο “Brazilian Interdependence and Imperialist Integration”, στο Monthly Review, Νέα Υόρκη, Δεκέμβριος 1965, τόμος XVII, αρ. 7.
  43. Κεφάλαιο, ΙΙΙ, κεφ.  VII.
  44. Βλ. την αντιμετώπιση του θέματος αυτού από τον Jaime Torres, στο Para un concepto de “formación social colonial”. CESO, Santiago, 1972, mimeo.
  45. Σύμφωνα με τον Μαρξ, η πτωτική τάση του γενικού ποσοστού κέρδους δεν είναι παρά “ένας τρόπος που αρμόζει στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής για να εκφράσει την πρόοδο της κοινωνικής παραγωγικότητας, της εργασίας”, αφού “η ίδια η συσσώρευση – και η συγκέντρωση του κεφαλαίου που συνεπάγεται – είναι ένα υλικό μέσο αύξησης της παραγωγικότητας”. Le Capital.  Oeuvres, NRF.  Παρίσι, τ. II, σ. 1002 και 1006, υπογραμμισμένο από τον Μαρξ.
  46. “Στην αρχή, η παραγωγή που στηρίζεται στο κεφάλαιο ξεκίνησε από την κυκλοφορία· τώρα βλέπουμε πώς τοποθετεί την κυκλοφορία ως δική της συνθήκη και επίσης τοποθετεί τη διαδικασία της παραγωγής, στην αμεσότητά της, ως μια στιγμή της διαδικασίας της κυκλοφορίας, όπως ακριβώς τοποθετεί την τελευταία ως μια φάση της διαδικασίας της παραγωγής στην ολότητά της”.

Marx, 1859, A Contribution to the Critique of Political Economy, https://www.marxists.org/archive/marx/works/1859/critique-pol-economy/index.htm (το δεύτερο προσχέδιο του 1858 δεν είναι διαθέσιμο.)

  1. Για να το θέσω με τα λόγια του Μαρξ: “Η ανταλλαγή εμπορευμάτων για τις αξίες τους ή περίπου για τις αξίες τους προϋποθέτει… ένα πολύ χαμηλότερο στάδιο από την ανταλλαγή με βάση τις τιμές παραγωγής, η οποία απαιτεί ένα αρκετά υψηλό επίπεδο στην καπιταλιστική ανάπτυξη”. Κεφάλαιο, lll, VIII.
  2. Βλέπε “Notas sobre el estado actual de los estudios sobre dependencia”, στο Revista Latinoamericana de Ciencias Sociales, n. 4, Santiago, 1972. Latinoamericana de Ciencias Sociales, n. 4, Santiago, 1972.
  3. “Η παραγωγή της απόλυτης υπεραξίας είναι η γενική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται το καπιταλιστικό σύστημα και η αφετηρία για την παραγωγή της σχετικής υπεραξίας”. Κεφάλαιο, I, XIV.
  4. Βλέπε, από José Nun, “Sobrepoblación relativa, ejército industrial de reserva y masa marginal”, στο Revista latinoamericana de Sociología, n. 2, Buenos Aires, 1969, και, από F.H. Cardoso, “Comentario sobre los conceptos de sobrepoblación relativa y marginalidad”, στο Revista latinoamericana de Ciencias Sociales, n. 1-2, Santiago, 1971.
  5. Βλέπε, από τον Anibal Quijano, Redefinición de la dependencia y marginalización en América Latina. CESO, Σαντιάγο, 1970, mimeo.
  6. Η αστική οικονομική επιστήμη δεν επιτρέπει να διαπιστωθεί με σαφήνεια αυτή η διαφορά, αφού προκρίνει το προϊόν και όχι την εργατική δύναμη ως όρο αναφοράς.