1

Διαμεσολάβηση ή πατρωνία;

 

του Δημήτρη Καλτσώνη

καθηγητή θεωρίας κράτους και δικαίου

Πάντειο Πανεπιστήμιο

εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 4/8/2020

Η απόσυρση του Ορούτς Ρέις φαντάζει σε κάποιους ως ένδειξη ότι η Τουρκία υποχωρεί, προσωρινά έστω, από τις απαιτήσεις της και ότι αυτό ανοίγει την πόρτα του διαλόγου. Ακούγεται και γράφεται επίσης ότι στην αποκλιμάκωση συνέβαλαν οι συμμαχίες της Ελλάδας και ιδίως η Γερμανία.

Στην πραγματικότητα όμως αποκλιμάκωση δεν υπάρχει. Ο Ερντογάν χρησιμοποιεί την εναλλαγή όλων των μορφών πίεσης, και της διπλωματικής, προκειμένου να επιτύχει τους στόχους του: αμφισβήτηση της κυριαρχίας πολλών νησιών του Αιγαίου, άρνηση στην Ελλάδα να ασκήσει το δικαίωμά της για χωρικά ύδατα 12 ν.μ., επιβολή της τουρκικής εκδοχής -και όχι του διεθνούς δικαίου- στο ζήτημα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ.

H άσκηση πίεσης στην Κύπρο μέσω της αποστολής του Μπαρμπαρός αποδεικνύει το προφανές. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι το κυπριακό (πρόβλημα κατοχής του 40% του εδάφους ενός ανεξάρτητου κράτους μέλους του ΟΗΕ), παρά τη σχετική του αυτοτέλεια, είναι ένα ζήτημα που ιστορικά και γεωγραφικά είναι διαλεκτικά δεμένο με την επιθετικότητα του αντιδραστικού τουρκικού καθεστώτος στο Αιγαίο.

Επομένως τα δεδομένα είναι συγκεκριμένα. Δεν δικαιολογούν καμιά αισιοδοξία ότι η διαμεσολάβηση της Γερμανίας μπορεί να οδηγήσει σε κάποια λύση.

Πρώτο, γιατί με τον τρόπο αυτό παραγκωνίζεται η διεθνής κοινότητα. Έτσι η χώρα μας αποδέχεται εμμέσως ότι το πρόβλημα με την Τουρκία δεν είναι η καταπάτηση του διεθνούς δικαίου από την πλευρά της, αλλά διμερής διαφορά(-ές;) που μπορεί να διευθετηθεί με άλλα κριτήρια, άρα όχι με εκείνα του διεθνούς δικαίου.

Δεύτερο, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι ο παραγκωνισμός της διεθνούς κοινότητας δεν οδήγησε ποτέ σε καλό. Ας θυμηθούμε τη βρετανική διαμεσολάβηση στο κυπριακό τα χρόνια πριν την τουρκική εισβολή ή την αμερικανοΝΑΤΟϊκή επιδιαιτησία στο Αιγαίο.

Τρίτο, με τον τρόπο αυτό παραγκωνίζονται άλλες ισχυρές χώρες, όπως η Ρωσία, η Κίνα, η Γαλλία που θα μπορούσαν υπό όρους να αξιοποιηθούν.

Τέταρτο, είναι προφανές ότι το βασικό κριτήριο της Γερμανίας είναι η προώθηση των δικών της σχεδίων και όχι η τήρηση του διεθνούς δικαίου. Η όλη στάση της, πρόσφατη και παλαιότερη, δεν έχει δείξει αντίθετα δείγματα γραφής. Αν ήταν διαφορετικά, θα είχαν επανειλημμένα επιβληθεί κυρώσεις στην Τουρκία από την ΕΕ. Ακόμη και για την έξοδο του Μπαρμπαρός, η ΕΕ αρκέστηκε απλώς να διατυπώσει τη δυσαρέσκειά της.

Πέμπτο, η Γερμανία έχει δείξει επανειλημμένα ότι ενδιαφέρεται για την προώθηση του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου ρόλου της. Για το σκοπό αυτό δεν δίστασε τη δεκαετία του 1990 να οδηγήσει στη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας με οδυνηρές συνέπειες για τους λαούς της περιοχής. Αξιοποίησε το ευρώ για δικό της όφελος σε βάρος των εταίρων της. Επέβαλε με χαρακτηριστική σκληρότητα στην Ελλάδα την πολιτική των Μνημονίων.

Κατά συνέπεια διάλογος με την Τουρκία μπορεί να γίνει μόνο στο πλαίσιο του ΟΗΕ, χωρίς διαμεσολαβητές που τείνουν να μετατραπούν σε πάτρωνες, μόνο στη βάση του διεθνούς δικαίου, για το μοναδικό ζήτημα υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ. Προϋπόθεση όποιου διαλόγου είναι η άρση του casus belli.