1

Οι διεθνείς σχέσεις στον σύγχρονο ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό

 

του Διονύση Περδίκη

 

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση του πέμπτου μέρους της μελέτης με τίτλο “Ιμπεριαλισμός και πόλεμος στον 21ο αιώνα με αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία”. 

Το Μέρος Ε΄ αποτελεί το κομμάτι όπου στρεφόμαστε στο φαινόμενο των διεθνών σχέσεων και των εθνικών πολέμων στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένων τόσο των άδικων ιμπεριαλιστικών πολέμων, όσο και των δίκαιων πολέμων για την εθνικη ανεξαρτησία. Πραγματευόμαστε το αντικείμενο αυτό στη βάση της ανάλυσης των προηγούμενων μερών της μελέτης για τον σύγχρονο ιμπεριαλιστικο καπιταλισμό, αλλά και για τη διαδικασία της παραγωγής, κυκλοφορίας και διανομής της υπεραξίας στη διεθνή αγορά. Στο πλαίσιο αυτό αναλύουμε πιο λεπτομερώς τους συνεπαγόμενους διακρατικούς ανταγωνισμούς.

Η μελετη συνοδεύεται από εκτενέστατες σημειώσεις με παραθέματα και μεταφράσεις. Συνιστούμε σε μια πρώτη ανάγνωση να αγνοηθούν οι σημειώσεις αυτές προς χάριν της ροής του κειμένου. Σε δεύτερη φάση, οι σημειώσεις και οι αναφορές σε αυτές μπορούν να χρησιμεύσουν για περαιτέρω μελέτη των θεμάτων που θίγονται.

Καθώς θα προχωράμε στη δημοσίευση της μελέτης θα εμπλουτίζουμε τον παρακάτω πίνακα περιεχομένων με τους αντίστοιχους ηλεκτρονικούς συνδέσμους:

 

 

ΜΕΡΟΣ Α’: ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΜΕΡΟΣ Β’: ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ 

Μέρος Β1:

Αποσαφηνίζοντας τις έννοιες

Ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός: Γενική θεωρία του ΚΤΠ, και μονοπώλιο – ιμπεριαλισμός: Μαρξ εναντίον Λένιν; 

  • Από τον Μαρξ και τη γενική θεωρία του κεφαλαίου… 
  • …στον Λένιν, το μονοπώλιο, και τον ιμπεριαλισμό στη σύγχρονη φάση της ιμπεριαλιστικής διεθνοποίησης της παραγωγής… 
  • Η διαλεκτική της ιστορίας του καπιταλισμού έχει τις απαντήσεις 

Μέρος Β2 :

Ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός μέσα από τη διαλεκτική του νόμου της (αντικειμενικής) αξίας και του νόμου της (υποκειμενικής) ισχύος

  • Η αναπαραγωγή της κυριαρχίας του κεφαλαίου μέσα από την ανταλλαγή ισοδύναμων αξιών
  • Η αναπαραγωγή του μονοπωλιακού κεφαλαίου μέσα από την άνιση ανταλλαγή
          – Πλασματικό κεφάλαιο
          – Το ‘παραγωγικό’  πλασματικό κεφάλαιο
          – Υπερεκμεταλλευόμενη εργασιακή δύναμη
          – Διεθνοποιημένες αλυσίδες παραγωγής και μεταφοράς (υπερ)αξίας
  • Συμπέρασμα: ιμπεριαλισμός ως υπερώριμος καπιταλισμός

Μέρος Γ΄:

 ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΌΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΌΣ: Η ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΉ, ΜΟΝΟΠΩΛΙΑΚΉ ΕΚΜΕΤΆΛΛΕΥΣΗ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΈΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΌ ΣΎΣΤΗΜΑ

  • Άνιση ανταλλαγή στο διεθνές εμπόριο
  • Εξαγωγές κεφαλαίου
  • Η ουσία των ιμπεριαλιστικών διακρατικών σχέσεων
  • Μέτρα ιμπεριαλιστικής ισχύος
  • Σύνοψη Μερών Β΄ και Γ΄

ΜΕΡΟΣ Δ΄: «ΕΔΏ Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΌΣ, ΕΚΕΊ Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΌΣ, ΤΕΛΙΚΆ ΠΟΥ ΕΊΝΑΙ Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΌΣ;» Η ΣΎΓΧΡΟΝΗ ΔΙΕΘΝΉΣ ΣΥΓΚΥΡΊΑ «ΑΚΟΛΟΥΘΏΝΤΑΣ ΤΟ ΧΡΉΜΑ».

ΜΕΡΟΣ Δ1:

Ε’ ΜΈΡΟΣ: ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΊ ΠΌΛΕΜΟΙ, ΚΑΙ ΠΌΛΕΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΉ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΊΑ. ΤΟ ΔΊΚΑΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΆΔΙΚΟ ΤΟΥ ΠΟΛΈΜΟΥ.

Μέρος Ε1:

1.     «Ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα»
2.     Η διεθνής πολιτική ως η αιτία των εθνικών πολέμων
2.1        Εθνικός πόλεμος
2.2        Εθνική κοινωνική και κρατική συγκρότηση και ταξική πάλη
2.3        Αποσαφηνίζοντας τις έννοιες «διεθνείς σχέσεις» και «διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα»
3.     Παγκόσμια και ιστορική οπτική στις διεθνείς σχέσεις
3.1        Ιστορική οπτική
3.2        Παγκόσμια οπτική

Μέρος Ε2 (παρόν):

4. ΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ
4.1 Ανισόμετρη καπιταλιστική ανάπτυξη
4.2 Υπερεκμετάλλευση της εργασίας
4.3 Υπερεκμετάλλευση της φύσης
4.4 Διεθνείς διαφορές στην κοινωνικο-ταξική διαστρωμάτωση
4.5 Διεθνείς διαφορές στην ένταση της ταξικής πάλης
4.6 Διεθνείς σχέσεις καπιταλιστικής εκμετάλλευσης
4.7 Εξαρτημένη (υπο)ανάπτυξη
4.8 Ο διαμεσολαβητικός ρόλος της κρατικής ισχύος
4.9 Μετανάστευση: ο διεθνής ανταγωνισμός ανάμεσα στους εργάτες
4.10 Διεθνείς ενδοαστικοί ανταγωνισμοί
4.11 Διεθνείς συμμαχίες και οργανωτικές ολοκληρώσεις
4.12 Εξάρτηση και επανάσταση
4.13 Διεθνείς σχέσεις ιμπεριαλισμού – σοσιαλισμού
4.14 Σύνοψη

Σημειώσεις 

 

     4.         Οι διεθνείς σχέσεις στον σύγχρονο ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό

Πως μπορούμε να εφαρμόσουμε την ιστορική και παγκόσμια οπτική για να διερευνήσουμε τη σύγχρονη συγκυρία των διεθνών σχέσεων;

Καταρχήν, όσον αφορά την ιστορική οπτική, μετά από παραπάνω από έναν αιώνα από την εποχή του Λένιν, αλλά και τον πλούσιο σε ιστορικές εξελίξεις 20ό αιώνα (δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, μεταπολεμική ανάπτυξη, σοσιαλιστική επανάσταση και καπιταλιστική αντεπανάσταση/παλινόρθωση κ.ο.κ.), βρισκόμαστε πλέον στην ύστερη φάση του κρατικο-μονοπωλιακού ή ιμπεριαλιστικού σταδίου ενός υπερώριμου καπιταλισμού, την οποία χαρακτηρίσαμε ως τη φάση της ιμπεριαλιστικής διεθνοποίησης της καπιταλιστικής παραγωγής τόσο στην παρούσα μελέτη, όσο αναλυτικότερα και σε προηγούμενή μας προσπάθεια[1]. Επομένως, τα συμπεράσματα του Λένιν για τον παρασιτισμό του καπιταλισμού, την αντιδραστικότητα των αστικών τάξεων, και την επικαιρότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης δεν μπορούν παρά να ισχύουν πολύ περισσότερο από ότι στη δική του εποχή! Μάλιστα, οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις του 20ού αιώνα, με πρώτη και κύρια την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917 στην Ρωσία, στην οποία ηγήθηκε ο ίδιος ο Λένιν, επιβεβαίωσαν στην πράξη του λόγου το αληθές, άσχετα από την κατάληξη των περισσοτέρων από αυτά τα πρώτα, ίσως και πρώιμα, εγχειρήματα.

Ωστόσο, αφενός η νίκης της αντεπανάστασης και η καπιταλιστική παλινόρθωση στις σοσιαλιστικές χώρες της Ευρώπης, και αφετέρου η πορεία προσέγγισης του ΚΤΠ που επιδεικνύουν αυτές της Ασίας (Λαϊκή Δημοκρατία Κίνας, Λαϊκή Δημοκρατία Βιετνάμ) τις τελευταίες δεκαετίες, είτε στα πλαίσια μιας μακρόχρονης πολιτικής «τύπου ΝΕΠ»[2], είτε σε αυτά μιας σταδιακής αντεπανάστασης, έχουν αδυνατίσει τη συνιστώσα της άμεσης διαπάλης μεταξύ ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού και σοσιαλισμού στις διεθνείς σχέσεις.

Επιπλέον, ο ΚΤΠ έχει επεκταθεί σχεδόν στο σύνολο του κόσμου και είναι ελάχιστες οι χώρες (ή περιοχές), όπου εκκρεμούν σημαντικοί αστικοδημοκρατικοί μετασχηματισμοί από το προκαπιταλιστικό παρελθόν της φεουδαρχίας ή ακόμη και της δουλοκτητικής ή πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας. Έτσι, όσον αφορά την παγκόσμια οπτική, ο ΚΤΠ κυριαρχεί, πλέον, σχεδόν σε όλον τον κόσμο.

Το γεγονός, όμως, ότι μιλάμε κυρίως για αστικά κράτη και καπιταλιστικούς κοινωνικο-οικονομικούς σχηματισμούς, καθόλου δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ τους. Στο Μέρος Γ΄ διακρίναμε μεταξύ δύο διαφορετικών κατηγοριών καπιταλιστικών κρατών στη βάση της μεταξύ τους ανταγωνιστικής σχέσης, τις ιμπεριαλιστικές και τις εξαρτημένες χώρες.

Όπως αναφέρθηκε εισαγωγικά, στις εξαρτημένες χώρες μπορούμε κατά προσέγγιση να συμπεριλάβουμε και τις σοσιαλιστικές χώρες που απομένουν στον κόσμο, αφενός μεν στη βάση της προσέγγισής τους προς τον ΚΤΠ, και αφετέρου διότι επίσης υπόκεινται σε ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση από τις ιμπεριαλιστικές χώρες. Σε κάθε περίπτωση, στη συνέχεια της μελέτης, θα αναφερθούμε περιστασιακά και στις ιδιαίτερες διεθνείς σχέσεις που προκύπτουν από την ύπαρξη σοσιαλιστικών κρατών, είτε ως πραγματικότητα, είτε ως θεωρητική δυνατότητα.

Στη συνέχεια, εκκινώντας από τις διαφορές ιμπεριαλιστικών και εξαρτημένων χωρών, τις αναπτύσσουμε περαιτέρω ως προς τις συνέπειές τους τόσο για την εσωτερική τους ταξική πάλη, όσο και για τις ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ των εθνικά συγκροτημένων κοινωνικών τάξεων, προκειμένου να διερευνήσουμε τις διεθνείς σχέσεις στο σύγχρονο ιμπεριαλιστικό σύστημα.

4.1   Ανισόμετρη καπιταλιστική ανάπτυξη

Οι ιμπεριαλιστικές χώρες είναι γενικά πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικά από τις εξαρτημένες. Χαρακτηρίζονται από υψηλότερη οργανική σύνθεση κεφαλαίου (π.χ. βλ. Εικόνα 11, Μέρος Δ΄) και παραγωγικότητα της εργασίας[3], παράγοντες που οδηγούνε σε πλεονασματικές μεταφορές υπεραξίας για τις ίδιες, και ελλειμματικές για τις εξαρτημένες, διά της άνισης εμπορευματικής ανταλλαγής με την ευρεία έννοια. Επιπλέον, το υποκείμενο της εργασίας είναι ανάλογα πιο ανεπτυγμένο στις ιμπεριαλιστικές χώρες, με αποτέλεσμα η αξία της εργασιακής δύναμης να είναι μεγαλύτερη σε αυτές, από ότι στις εξαρτημένες[4]. Τέλος, όσο πιο ανεπτυγμένος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής σε μια χώρα, τόσο πιο ανεπτυγμένη είναι η άμεση κοινωνικοποίηση της παραγωγής, και αντίστοιχα πιο εκτεταμένες οι διάφορες οικονομικές δραστηριότητες, στις οποίες δεν παράγεται υπεραξία[5]. Οι δραστηριότητες αυτές, άσχετα από την κοινωνική τους χρησιμότητα, είναι καταναλωτές υπεραξίας, και επομένως η διαφορετική τους έκταση στις εξαρτημένες και ιμπεριαλιστικές χώρες, είναι ενδεικτική επίσης μεταφορών (υπερ)αξίας από τις μεν στις δε. Οι μεταφορές αυτές εν μέρει λαμβάνουν χώρα κατά την ανταλλαγή εμπορευμάτων, κυρίως με τη μορφή των μη παραγωγικών υπηρεσιών (πχ διαφημιστικές, χρηματοπιστωτικές, ασφαλιστικές, εμπορικές κοκ), στη διεθνή αγορά.

4.2  Υπερεκμετάλλευση της εργασίας

Σε αντιστάθμιση της καθυστερημένης ανάπτυξής τους, της μη ανταγωνιστικής θέσης των εθνικών μονοπωλίων, και των συνεπαγόμενων ελλειμματικών μεταφορών υπεραξίας, οι εξαρτημένες χώρες τείνουν να αυξάνουν τον βαθμό εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης[6], και γενικότερα της εργασίας συμπεριλαμβανομένων των προκαπιταλιστικών μορφών της[7]. Η εκμετάλλευση και καταπίεση στις εξαρτημένες χώρες είναι τόσο σκληρές σε αρκετές περιπτώσεις (ιδιαίτερα των γυναικών[8], και με εκτεταμένη παρουσία «άτυπων» μορφών «μαύρης» εργασίας[9]), ώστε να οδηγούν σε γρήγορη φυσική φθορά της εργασιακής δύναμης. Αυτό μπορεί και συμβαίνει χάρις στην ύπαρξη ανεξάντλητων αποθεμάτων εφεδρικής – σχετικά απλής – εργασιακής δύναμης στις χώρες αυτές.

Η επιπλέον υπεραξία που παράγεται από την υπερεκμετάλλευση αυτή, όμως, τυγχάνει συσσώρευσης κυρίως από το μονοπωλιακό κεφάλαιο των ιμπεριαλιστικών χωρών (βλ. τα στοιχεία που παραθέσαμε στο Μέρος Δ΄), μέσα από πληθώρα μεθόδων, συμπεριλαμβανομένης της άνισης εμπορευματικής ανταλλαγής με τη στενή έννοια, καθώς και της άμεσης ιδιοποίησης ή απαλλοτρίωσης φυσικού ή κοινωνικού πλούτου (βλ. σχετικά στο Μέρος Γ΄). Μέρος της επιπλέον αυτής υπεραξίας καταλήγει στα μικροαστικά στρώματα και την εκτεταμένη εργατική αριστοκρατία[10] των ιμπεριαλιστικών χωρών.

4.3   Υπερεκμετάλλευση της φύσης

Πέραν της εργασίας, στις εξαρτημένες χώρες παρατηρείται υπερεκμετάλλευση και της φύσης, και αντίστοιχη καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος[11]. Η ανάγκη προσέλκυσης εξωτερικών επενδύσεων για την εσωτερική τους ανάπτυξη με όρους ευνοϊκούς για το διεθνές μονοπωλιακό κεφάλαιο, οι κρατικές μορφές που επικρατούν στις χώρες αυτές (βλ. παρακάτω), οι οποίες υστερούν ως προς τη θεσμοποίηση της προστασίας του περιβάλλοντος και των σχετικών ελέγχων, και η αυξημένη καταπίεση γηγενών πληθυσμών στα πλαίσια πρακτικών τύπου «πρωταρχικής συσσώρευσης»[12] αποτελούν πλευρές του φαινομένου. Έτσι, οι ιμπεριαλιστικές χώρες καταφέρνουν να «εξάγουν» τις πιο καταστροφικές για το περιβάλλον παραγωγικές δραστηριότητες, ή και μη παραγωγικές, όπως η απόρριψη αποβλήτων, ελαχιστοποιώντας τα σχετικά χρηματικά και κοινωνικά κόστη για τις ίδιες, και επιβαρύνοντας, αντίστοιχα, τις εξαρτημένες.

4.4   Διεθνείς διαφορές στην κοινωνικο-ταξική διαστρωμάτωση[13]

Στις ιμπεριαλιστικές χώρες το κεφάλαιο είναι πιο συγκεντρωμένο σε μεγαλύτερα μονοπώλια[14], τα οποία συνιστούν μονοπώλια όχι μόνο για την εθνική, αλλά και για τη διεθνή κλίμακα, το ποσοστό της εργατικής τάξης στον συνολικό πληθυσμό τείνει να είναι αυξημένο εις βάρος των στρωμάτων της παλιάς μικροαστικής τάξης, ενώ αναπτύσσεται ιδιαίτερα και η νέα μικροαστική τάξη, είτε αυτοαπασχολουμένων επιστημόνων, καλλιτεχνών κ.ο.κ., είτε και μισθωτών επιτελικών στελεχών του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Τα τελευταία αυτά στρώματα κατά κανόνα διαμορφώνουν και την εργατική αριστοκρατία των χωρών αυτών. Αντίθετα, στις εξαρτημένες χώρες υπάρχει μεγαλύτερη παρουσία της παλιάς μικροαστικής τάξης, των μισοπρολετάριων αυτοαπασχολουμένων, καθώς και υπολείμματα προκαπιταλιστικών τρόπων παραγωγής, έως και σύγχρονων μορφών καταναγκαστικής εργασίας ή και δουλείας.

4.5   Διεθνείς διαφορές στην ένταση της ταξικής πάλης[15]

Ο αυξημένος βαθμός εκμετάλλευσης στις εξαρτημένες χώρες συνεπάγεται και μια όξυνση της εσωτερικής ταξικής πάλης, αύξηση της καταπίεσης, τόσο στους χώρους εργασίας (π.χ. απαγόρευση και καταστολή της συνδικαλιστικής οργάνωσης της εργατικής τάξης), όσο και της κρατικής, μέσα από δικτατορικές ή φασιστικές μορφές.

Αντίθετα, στις ιμπεριαλιστικές χώρες επικρατεί περισσότερη κοινωνική συναίνεση και ταξική ειρήνη στη βάση του ανώτερου βιοτικού επιπέδου που απολαμβάνουν εκτεταμένα λαϊκά στρώματα, και κυρίως τα μικροαστικά και η εργατική αριστοκρατία. Αυτό συμβαδίζει και με το σύγχρονο υποκείμενο της εργασίας στις χώρες αυτές, το οποίο επιτελεί σε μεγάλο βαθμό σύνθετη, επιτελική ή/και δημιουργική εργασία. Αφενός ο ρόλος του στην παραγωγή ενισχύει και τη θέση του στην ταξική πάλη, λόγω της κρισιμότητας της δραστηριότητάς του για την αξιοποίηση του κεφαλαίου, αφετέρου αυτό το είδος της εργασίας δεν μπορεί να επιτελεστεί χωρίς ισχυρό ατομικό κίνητρο, πόσο μάλλον υπό το κράτος της άμεσης βίας.

4.6   Διεθνείς σχέσεις καπιταλιστικής εκμετάλλευσης

Οι ιμπεριαλιστικές χώρες διεξάγουν παραγωγικές εξαγωγές κεφαλαίου[16] προς τις εξαρτημένες χώρες για να εκμεταλλευτούν το υψηλότερο ποσοστό κέρδους του βιομηχανικού κεφαλαίου στις χώρες αυτές, λόγω της χαμηλότερης οργανικής σύνθεσής του, του υψηλότερου βαθμού εκμετάλλευσης, και της υπερεκμετάλλευσης της φύσης που είναι επιτρεπτή θεσμικά (βλ. τα στοιχεία στο Μέρος Δ΄). Εναλλακτικά, όλο και περισσότερο, αξιοποιούν τη σύγχρονη μορφή των παραγωγικών υπεργολαβιών[17], αναθέτοντας κομμάτια της παραγωγικής διαδικασίας σε καπιταλιστές των εξαρτημένων χωρών, διατηρώντας, όμως, τον έλεγχο τόσο της παραγωγής, όσο και της αξιοποίησης του τελικού εμπορεύματος (βλ. και τη σχετική ανάλυση στο Μέρος Β΄).

Μέσω των εξαγωγών κεφαλαίου και των υπεργολαβιών το ιμπεριαλιστικό μονοπωλιακό κεφάλαιο μετατρέπεται σε συνιστώσα του εθνικού συνολικού κεφαλαίου της εξαρτημένης χώρας, από θέσεις ανισότιμης ισχύος έναντι του εγχώριου κεφαλαίου. Με αυτόν τον τρόπο, το ιμπεριαλιστικό μονοπωλιακό κεφάλαιο εκμεταλλεύεται και καταπιέζει, είτε άμεσα, είτε διά των εγχώριων συνεργατών και αντιπροσώπων του, την εργατική τάξη και, γενικότερα, τους λαούς των εξαρτημένων χωρών.

Αντίθετα, το (φιλο)μονοπωλιακό και φιλοϊμπεριαλιστικό κεφάλαιο των εξαρτημένων χωρών, όπως και τα σύμμαχα κοινωνικά στρώματα της μικροαστικής τάξης και της εκεί εργατικής αριστοκρατίας, τείνουν να εξάγουν κεφάλαια στις ιμπεριαλιστικές χώρες για λόγους αποθησαυρισμού και κερδοσκοπίας[18]. Οι επενδύσεις αυτές πληθωρίζουν την αξία των περιουσιακών στοιχείων και των εθνικών νομισμάτων στις ιμπεριαλιστικές χώρες, αποτελώντας άλλη μια μορφή μεταφοράς στις ιμπεριαλιστικές χώρες υπεραξίας που παράγεται στις εξαρτημένες.

Ο «εισοδισμός» αυτός του ιμπεριαλιστικού μονοπωλιακού κεφαλαίου στις εξαρτημένες χώρες, δηλ. ο συνδυασμός της αυτοτελούς του παρουσίας με την ανισότιμη συμμαχία του με τη (φιλο)μονοπωλιακή, φιλοϊμπεριαλιστική μερίδα του εθνικού συνολικού κεφαλαίου των εξαρτημένων χωρών είναι θεμελιώδης για την αναπαραγωγή της ιμπεριαλιστικής ληστείας και καταπίεσης. Σε άλλες χώρες η μερίδα ή συνιστώσα αυτή του εθνικού συνολικού κεφαλαίου μπορεί να είναι ηγεμονική, ενώ σε κάποιες άλλες, μπορεί και να μην είναι, με αποτέλεσμα μια ενδοαστική σύγκρουση για τον στρατηγικό προσανατολισμό της εν λόγω χώρας. Ο βαθμός κυριαρχίας της (φιλο)μονοπωλιακής φιλοϊμπεριαλιστικής συνιστώσας αυτής στην οικονομική και πολιτική ζωή μιας εξαρτημένης χώρας δεν είναι απαραίτητα σε πλήρη αντιστοιχία ή συγχρονισμό με το μέγεθος της ιμπεριαλιστικής ληστείας, καθώς η πολιτική έχει σχετική αυτονομία από την οικονομία, όπως και τον δικό της χρονισμό.

4.7  Εξαρτημένη (υπο)ανάπτυξη

Στη βάση του «εισοδισμού» του ιμπεριαλιστικού μονοπωλιακού κεφαλαίου, η καπιταλιστική ανάπτυξη των εξαρτημένων χωρών υποτάσσεται στον έναν ή στον άλλον βαθμό στην αναπτυξιακή στρατηγική του[19]. Η ανάπτυξη αυτή μπορεί να είναι αργή, ή σε άλλες περιπτώσεις και περιοχές του κόσμου, ταχύρρυθμη, ανάλογα με τον εκάστοτε ρόλο μιας χώρας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας (π.χ. αν αποτελεί κυρίως χώρα προμήθειας πρώτων υλών, ή χώρα εξαγωγής τυποποιημένων βιομηχανικών προϊόντων σχετικά χαμηλής τεχνολογίας). Σε κάθε περίπτωση, όμως, πρόκειται για υπανάπτυξη σε σύγκριση με τις εκάστοτε αντικειμενικές δυνατότητες ανάπτυξης που χαρακτηρίζουν τον ανθρώπινο πολιτισμό σε κάθε ιστορική συγκυρία, τις οποίες και θα μπορούσε να αξιοποιήσει μια χώρα, αν δεν εμποδίζονταν από τη δέσμευσή της στην εξυπηρέτηση της προνομιακής αναπαραγωγής του ιμπεριαλιστικού μονοπωλιακού κεφαλαίου.

4.8   Ο διαμεσολαβητικός ρόλος της κρατικής ισχύος[20]

Οι παραπάνω συστηματικά αναπαραγόμενες διαφορές στη συσσώρευση κεφαλαίου, και γενικότερα πλούτου, μεταξύ των ιμπεριαλιστικών και εξαρτημένων, αναπαράγουν και διαφορές στην ισχύ μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών κρατών, οι οποίες έχουν την ιστορική ρίζα τους στην αποικιοκρατία, γενικότερα στον τρόπο που επεκτάθηκε ο καπιταλισμός από τις καπιταλιστικές μητροπόλεις στις αποικίες[21]. Η διαφορετική αυτή κρατική ισχύς παίρνει τη μορφή ενός μεγαλύτερου κράτους στις ιμπεριαλιστικές χώρες, αποτελεσματικότερου στην οργάνωση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, της εργασιακής δύναμης, και γενικότερα της κοινωνίας. Σημαντικές πλευρές του αποτελούν ο ισχυρός στρατός, τα πανεπιστήμια και ερευνητικά τεχνολογικά κέντρα, ο διοικητικός μηχανισμός που είναι υπεύθυνος για την εκτεταμένη κρατικο-μονοπωλιακή ρύθμιση, η επένδυση σε απαραίτητες υποδομές για την καπιταλιστική ανάπτυξη, και οι μηχανισμοί καλλιέργειας της κοινωνικής συναίνεσης και πειθάρχησης του εργατικού δυναμικού. Το νέο υποκείμενο της εργασίας στελεχώνει σε μεγάλο βαθμό ακριβώς αυτές τις δραστηριότητες, οι οποίες είναι χαρακτηριστικές της άμεσης κοινωνικοποίησης της σύγχρονης καπιταλιστικής παραγωγής.

Όλες αυτές οι διαστάσεις είναι υπανεπτυγμένες ή και τελείως απούσες στις εξαρτημένες χώρες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η εξάρτηση αντανακλάται στις κρατικές μορφές και, κατά συνέπεια, σε αντίστοιχες διακρατικές σχέσεις, οι οποίες δημιουργούν τους όρους για την αναπαραγωγή της, μέσω της ανισότιμης, εξαρτημένης ανάπτυξης.

4.9  Μετανάστευση: ο διεθνής ανταγωνισμός ανάμεσα στους εργάτες

Άμεση συνέπεια των παραπάνω είναι τα συνεχή και αλλεπάλληλα κύματα μετανάστευσης από τις εξαρτημένες στις ιμπεριαλιστικές χώρες, τα οποία συνδυάζονται με ανάλογα κύματα προσφυγιάς, λόγω των συνεπειών των ιμπεριαλιστικών πολέμων και επεμβάσεων, ή και των φυσικών καταστροφών[22]. Ωστόσο, οι ιμπεριαλιστικές χώρες διατηρούν τον έλεγχο επί των εισροών αυτών[23], μέσω ευρείας και σκληρής καταστολής που φτάνει έως και στη στρατιωτικοποίηση των κρατικών συνόρων, τη δημιουργία κλειστών στρατοπέδων εργασίας, και την εξορία σε ερημικές περιοχές. Αυτά ισχύουν, όμως, κυρίως για την ανειδίκευτη εργασιακή δύναμη.

Αντίθετα, οι ιμπεριαλιστικές χώρες παρέχουν κίνητρα και προσελκύουν την ειδικευμένη και ακριβή εργασιακή δύναμη των εξαρτημένων. Αναφερόμαστε στο φαινόμενο της λεγόμενης «διαρροής εγκεφάλων»[24] που συνιστά επίσης μορφή μεταφοράς πλούτου από τις εξαρτημένες χώρες στις ιμπεριαλιστικές, καθώς επωφελούνται οι τελευταίες από την επένδυση των πρώτων στη διαμόρφωση αυτής της εργασιακής δύναμης (εκπαίδευση και όχι μόνο).

Πολιτικοί σύμμαχοι του κεφαλαίου στην καταστολή της μετανάστευσης και της προσφυγιάς αποδεικνύονται και ευρεία λαϊκά στρώματα των ιμπεριαλιστικών χωρών, υπερασπιζόμενα την ανώτερη αξία της εργασιακής τους δύναμης και την ηπιότερη εκμετάλλευσή τους, εν τέλει το ανώτερο βιοτικό τους επίπεδο, είτε με τη μορφή των ανώτερων μισθών, είτε με αυτή του έμμεσου κοινωνικού μισθού της κρατικής πρόνοιας (εκπαίδευση, υγεία, ασφάλιση κ.ο.κ.)[25]. Αντίθετα, το εργατικό δυναμικό των ανεπτυγμένων χωρών μπορεί ελεύθερα να μετοικήσει και να εργαστεί στις εξαρτημένες χώρες, συνήθως ακολουθώντας τις επενδύσεις του ιμπεριαλιστικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και τις συνεπαγόμενες κρατικές (στρατιωτικές, οικονομικές, επιστημονικές κοκ), δραστηριότητες του ιμπεριαλιστικού κράτους στις χώρες αυτές.

Το αποτέλεσμα είναι ο εγκλωβισμός της φτηνής, ανειδίκευτης εργασιακής δύναμης στις εξαρτημένες χώρες, έναντι της συγκέντρωσης της ακριβής, ειδικευμένης, στις ιμπεριαλιστικές, και άρα η συστηματική αναπαραγωγή των διεθνών διαφορών στην εκμετάλλευση. Η διαφοροποιημένη κινητικότητα μεταξύ των εργατών των ιμπεριαλιστικών και των εξαρτημένων χωρών τους καθιστά κοινωνικά υποκείμενα ανισότιμης ισχύος, και είναι θεμελιώδης για τις διαφορές στην αξία της εργασιακής δύναμης και στον βαθμό εκμετάλλευσης και καταπίεσης.

4.10           Διεθνείς ενδοαστικοί ανταγωνισμοί

Στο σημείο αυτό επιστρέφουμε στη διάσταση εκείνη των διεθνών σχέσεων που σχετίζεται πιο άμεσα με τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό και πόλεμο για το ξαναμοίρασμα των σφαιρών επιρροής, και συνιστά την κύρια συνιστώσα των διεθνών σχέσεων στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, σύμφωνα με τις επεξεργασίες του Λένιν κατά την αυγή του σταδίου αυτού, στην ιστορική συγκυρία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (που ήταν κυρίως ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος). Βέβαια, δεν πρέπει να αγνοήσουμε ότι αυτό το ξαναμοίρασμα περιλαμβάνει και την αντίθεση με τις χώρες εκείνες που συνιστούν «σφαίρες επιρροής» των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, και αντικείμενο του «ξαναμοιράσματος». Αυτό είδαμε ότι το έλαβε υπόψη του ο Λένιν αναδεικνύοντας την υπερεκμετάλλευση και καταπίεση των λαών και εθνοτήτων των αποικιών και των απολυταρχικών αυτοκρατοριών της εποχής του, και τις δυνατότητες εθνικών αγώνων που προκύπταν ως αποτέλεσμα.

Επί της αρχής, δε διαφαίνεται το λενινιστικό έργο να δηλώνει ή να υπαινίσσεται ότι ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις οφείλει σε κάθε ιστορική συγκυρία να είναι πιο οξύς από ότι η διαπάλη μεταξύ ιμπεριαλιστικών και εξαρτημένων χωρών. Πέρα από την ιστορική συγκυρία του ιμπεριαλιστικού Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η διάσταση αυτή μπορεί να φαίνεται ως δευτερεύουσα στο λενινιστικό έργο και λόγω του ότι οι καταπιεσμένες εθνότητες και λαοί της εποχής του, είτε αυτές των αποικιών, είτε αυτές των απολυταρχικών αυτοκρατοριών, δεν είχαν ακόμη κατακτήσει τη δική τους κρατική συγκρότηση, και, επομένως, αδυνάτιζε ο ρόλος των εθνικών τους αστικών τάξεων (όπου είχαν ήδη διαμορφωθεί τέτοιες τάξεις…) ως υποκείμενα των διεθνών σχέσεων. Θα επιστρέψουμε σε αυτό το σημείο παρακάτω.

Σε κάθε περίπτωση, σε έναν κόσμο που κυριαρχεί πλέον ο ΚΤΠ, και η μορφή του αστικού κράτους, ο ανταγωνισμός για τη διανομή της υπεραξίας στη διεθνή αγορά συνιστά το στοιχείο της ομοιότητας της διεθνούς πολιτικής όλων των εθνικών συνολικών κεφαλαίων και καπιταλιστικών κρατών. Μάλιστα, πάνω στον ανταγωνισμό αυτό θεμελιώσαμε στο Μέρος Γ΄ τις δύο διαφορετικές κατηγορίες των ιμπεριαλιστικών και εξαρτημένων χωρών, με βάση τον αντικειμενικό συσχετισμό ισχύος μεταξύ τους. Έτσι, αναδείξαμε ότι το στοιχείο της διαφοράς, αυτό που αναπαράγει τις κατηγορίες των ιμπεριαλιστικών και εξαρτημένων κρατών στη βάση της ανταγωνιστικής μεταξύ τους σχέσης, είναι ότι οι ιμπεριαλιστικές χώρες καταφέρνουν να υπερισχύουν και να αναπαράγουν το εθνικό συνολικό τους κεφάλαιο εις βάρος των διεθνών ανταγωνιστών τους. Το πλεόνασμα υπεραξίας που αποκτούν μετατρέπεται σε κρατική ισχύ (βλ. το σημείο 4.8 παραπάνω), και η τελευταία ξαναμετατρέπεται σε οικονομική ισχύ στη διαδικασία της καπιταλιστικής ανάπτυξης (βλ. σημείο 4.7 παραπάνω), αναπαράγοντας τον διαχωρισμό των δύο αυτών κατηγοριών χωρών.

Τα παραπάνω δεν εξαντλούν, όμως, τη διάσταση αυτή. Οι αστικές τάξεις των εξαρτημένων χωρών συμμετέχουν και αυτές στον ανταγωνισμό αυτόν, έστω και αν οι «σφαίρες επιρροής» – που αποτελούν αντικείμενο του «ξαναμοιράσματος» που τις αφορά – αντιστοιχούν, κυρίως, στην ίδια την εθνική τους επικράτεια (!), και δευτερευόντως, για κάποιες από τις πιο ισχυρές από αυτές, σε άλλες μικρότερες και πιο αδύναμες χώρες. Το «ξαναμοίρασμα» από τη σκοπιά αυτών των αστικών τάξεων στοχεύει είτε στη μείωση του φόρου υποτέλειας που πληρώνουν στο ιμπεριαλιστικό μονοπωλιακό κεφάλαιο, είτε στη μερική του αντιστάθμισή διά της εκμετάλλευσης πιο αδύναμων χωρών.

Στη δεύτερη περίπτωση, είναι πιθανό να ευνοείται η υποταγή των αστικών τάξεων των εξαρτημένων χωρών στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, στον βαθμό που τις «χρυσώνεται το χάπι» από την ενίσχυσή τους στην προσπάθεια να εκμεταλλευτούν άλλες πιο αδύναμες χώρες, π.χ. διαμεσολαβώντας την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση εκ μέρους των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (π.χ. βλ. τις φιλοδοξίες της Ελλάδας ως μεσάζουσα της ΕΕ και των ΗΠΑ στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο…). Το φαινόμενο αυτό, περισσότερο από «υποϊμπεριαλισμό», μάλλον αναδεικνύει διαβαθμίσεις και διαφοροποιήσεις μεταξύ των εξαρτημένων χωρών[26].

Αντίστοιχες διαβαθμίσεις υπάρχουν, άλλωστε, και στην ομάδα των ιμπεριαλιστικών χωρών και ποικίλουν από ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, οι οποίες χαράζουν στρατηγική στην παγκόσμια κλίμακα και λαμβάνουν το μεγαλύτερο μερίδιο της εκμετάλλευσης κατ’ ελάχιστον ενός μεγάλου μέρους του κόσμου, μέχρι και «ιμπεριαλιστές – κουρελούδες»[27], οι οποίοι αρκούνται στην προνομιακή αναπαραγωγή του εθνικού τους συνολικού κεφαλαίου εις βάρος των εξαρτημένων χωρών, και, κατά τα άλλα, αποδέχονται την ηγεμονία των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Επιστρέφοντας στις εξαρτημένες χώρες, πέραν της (φιλο)μονοπωλιακής, φιλοϊμπεριαλιστικής μερίδας της αστικής τάξης, δύναται να υπάρχει και μια επαρκώς ισχυρή και φιλόδοξη αντίπαλη μερίδα, η οποία να ανταγωνίζεται στον έναν ή στον άλλο βαθμό το ιμπεριαλιστικό μονοπωλιακό κεφάλαιο, διεκδικώντας τη μείωση του φόρου υποτέλειας που πληρώνει σε αυτές, και μια όσο το δυνατόν πιο ανεξάρτητη εθνική ανάπτυξη. Ωστόσο, η θέση μιας τέτοιας (μερίδας της) αστικής τάξης είναι εξαιρετικά αδύναμη. Από τη μια πλευρά υστερεί στον ανταγωνισμό με το μονοπωλιακό κεφάλαιο των – κατά κανόνα – πιο ανεπτυγμένων ιμπεριαλιστικών χωρών, είτε πρόκειται για «ελεύθερο ανταγωνισμό», είτε για τον πραγματικό, ιμπεριαλιστικό μονοπωλιακό ανταγωνισμό. Από την άλλη, στον βαθμό που θα επιχειρήσει μια τέτοια αστική τάξη να αυξήσει τον βαθμό εκμετάλλευσης της εγχώριας εργατικής τάξης για να αντισταθμίσει το διεθνές ανταγωνιστικό της μειονέκτημα, θα οξύνει την εγχώρια ταξική πάλη και θα αντιμετωπίσει έναν διμέτωπο αγώνα, ενάντια στην εγχώρια εργατική τάξη και στο ιμπεριαλιστικό μονοπωλιακό κεφάλαιο. Αυτός ο διμέτωπος αγώνας είναι  πολύ δύσκολο να κερδηθεί μακροπρόθεσμα. Μια τέτοια αστική τάξη είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στις λεγόμενες «πορτοκαλί επαναστάσεις» με υποκείμενο τη συμμαχία του ιμπεριαλιστικού μονοπωλιακού κεφαλαίου, της (φιλο)μονοπωλιακής, φιλοϊμπεριαλιστικής μερίδας της εγχώριας αστικής τάξης, και μέρους των λαϊκών στρωμάτων που έλκονται σε αυτήν στη βάση της ως άνω όξυνσης της εκμετάλλευσης και καταπίεσής τους.

Για την ακρίβεια, ίσως η μόνη περίπτωση να κερδηθεί ένας τέτοιος διμέτωπος αγώνας είναι αν καταφέρει αυτή η χώρα να αναδειχθεί σε νέα ιμπεριαλιστική χώρα, εκμεταλλευόμενη και καταπιέζοντας άλλες, πιο αδύναμες χώρες. Ωστόσο, κάτι τέτοιο έχει αποδειχθεί ιστορικά εξαιρετικά δύσκολο. Ακόμη και κάποιες εξαιρέσεις, όπως η περίπτωση της Νότιας Κορέας, η οποία τείνει να ενταχθεί στην ομάδα των ιμπεριαλιστικών χωρών (μάλλον της κατηγορίας των «κουρελούδων»! βλ. τα στοιχεία στο Μέρος Δ΄), φαίνεται να επιτυγχάνονται υπό τον έλεγχο των κατεστημένων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, ως στρατηγικές επιλογές τους, οι οποίες σκοπεύουν στην ενίσχυσή τους στη διαπάλη είτε εναντίον των σοσιαλιστικών χωρών, είτε εις βάρος δυνητικών ανταγωνιστών τους.

Με βάση την παραπάνω ανάλυση, επομένως, ανοίγονται μόνο δύο μακροπρόθεσμες ιστορικές δυνατότητες για την ανεξαρτησίας μιας εξαρτημένης χώρας από τον ιμπεριαλισμό: είτε η σοσιαλιστική επανάσταση και η μετάβαση σε μια ανεξάρτητη σοσιαλιστική οικοδόμηση, είτε η επικράτηση επί ανταγωνιστικών καπιταλιστικών κρατών και η ανάδειξη σε νέα ιμπεριαλιστική δύναμη. Για τις περισσότερες από τις εξαρτημένες χώρες, όμως, η δεύτερη δυνατότητα είναι μόνο θεωρητική, και στην πράξη, εξαιρετικά δύσκολη και απίθανη.

4.11           Διεθνείς συμμαχίες και οργανωτικές ολοκληρώσεις

Οι διακρατικές σχέσεις ηγεμονίας και εξάρτησης στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα παίρνουν και την αντίστοιχη οργανωτική μορφή μέσω πολυμερών διεθνών συμμαχιών και ολοκληρώσεων με τη μορφή του διακρατικού οργανισμού. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα, κ.α.. Στο παρόν δεν μπορούμε να ασχοληθούμε βαθύτερα και εκτενέστερα με κάθε μια από αυτές. Μας ενδιαφέρουν μόνο στον βαθμό που αποτελούν απότοκο της παρακάτω αντιφατικής τάσης.

Από τη μια, η κυρίαρχη τάση της διεθνοποίησης της παραγωγής απαιτεί αντίστοιχους μηχανισμούς κρατικο-μονοπωλιακής ρύθμισης στην κλίμακα της διεθνούς αγοράς. Μάλιστα, όλα όσα έχουμε πει για τον ρόλο του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους για την καπιταλιστική ανάπτυξη και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου και της εργασιακής δύναμης, αποτέλεσμα της άμεσης κοινωνικοποίησης της σύγχρονης καπιταλιστικής παραγωγής, εξηγούν σε μεγάλο βαθμό την αναγκαιότητα αυτής της ρύθμισης και στη διεθνή κλίμακα.

Από την άλλη, είδαμε ότι η ουσία των διεθνών σχέσεων είναι ανταγωνιστική, αφορά κυρίαρχα τον ανταγωνισμό των εθνικών αστικών τάξεων για την όσο το δυνατόν πιο προνομιακή αναπαραγωγή τους, έναντι των διεθνών ανταγωνιστών τους, ενώ σε δεύτερο βαθμό είδαμε ότι ανακύπτουν δευτερεύουσες ανταγωνιστικές σχέσεις και ανάμεσα στις υποτελείς τάξεις. Επομένως, οι διεθνείς αυτές ολοκληρώσεις κάθε άλλο παρά είναι ενδεικτικές σχέσεων συνεργασίας ή αμοιβαίου οφέλους. Αντίθετα, πρόκειται για τη θεσμοποίηση των διεθνών σχέσεων ηγεμονίας και εξάρτησης, στο οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό πεδίο. Είναι οι ισχυρότερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αυτές που – κατά κύριο λόγο – επιβάλλουν στους οργανισμούς αυτούς την πολιτική τους στρατηγική, ανάλογα με τον εκάστοτε συσχετισμό ισχύος. Στη συνέχεια, οι οργανισμοί αυτοί χρησιμοποιούνται για τη νομιμοποίηση της ιμπεριαλιστικής πολιτικής και την επιβολή της στα πιο αδύναμα κράτη.

Συνεπώς, δε συμφωνούμε με απόψεις που αντιμετωπίζουν τις οργανωτικές αυτές ολοκληρώσεις ως (υπό διαμόρφωση) όργανα εξουσίας ενός υπερεθνικού κράτους ή αυτοκρατορίας, στα πλαίσια θεωριών υπερ- ή ούλτρα- ιμπεριαλισμού. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε αντίστοιχη διεθνή συγκρότηση των κοινωνικών τάξεων, κάτι που όπως είδαμε κάθε άλλο παρά αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, ενώ η ολοκλήρωση της διεθνοποίησης σε τέτοιο απόλυτο βαθμό καθίσταται αδύνατη ενώ κυριαρχεί ο ανταγωνιστικός καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Σε κάποιες ιστορικές συγκυρίες ευνοείται ο σχηματισμός τους και το βάθεμα της ολοκλήρωσης (κυρίως σε περιόδους ευνοϊκής και ταχύρρυθμης καπιταλιστικής ανάπτυξης), ενώ σε άλλες (καπιταλιστικές κρίσεις και υφέσεις) υπερισχύουν οι ανταγωνισμοί, οι μεταβαλλόμενοι συσχετισμοί ισχύος, και, επομένως, οι διαλυτικές τάσεις ή και ο πόλεμος[28]. Η σημερινή ιστορική συγκυρία μάλλον ρέπει προς τέτοιες διαλυτικές τάσεις οξυμένων ανταγωνισμών…

4.12           Εξάρτηση και επανάσταση

Η όξυνση της ταξικής πάλης στις εξαρτημένες χώρες αυξάνει τις πιθανότητες για την ανάδειξή τους σε αδύναμο κρίκο του ιμπεριαλιστικού συστήματος και για το ξέσπασμα σοσιαλιστικής, επανάστασης. Ωστόσο, η υπανάπτυξη, άρα και η σχετική έλλειψη κοινωνικού κεφαλαίου (π.χ. με τη μορφή της έλλειψης υποδομών για την καπιταλιστική ανάπτυξη), όπως και η καθυστέρηση στην ανάπτυξη του υποκειμένου της εργασίας (π.χ. με τη μορφή της τεχνολογικής κα θεσμικής υστέρησης), καθιστούν πιο δύσκολη την ανεξάρτητη ανάπτυξη στην κατεύθυνση της σταθεροποίησης της επαναστατικής εξουσίας και της μετάβασης στον σοσιαλισμό.

Ακόμη και αν η επανάσταση στις αρχικές της φάσης δεν έχει ξεκάθαρα σοσιαλιστικό κοινωνικό χαρακτήρα, δύναται να τον αποχτήσει σχετικά σύντομα, προκειμένου να ξεπεράσει τις αντικειμενικές αυτές δυσκολίες, και να καταπνίξει την αντίδραση όχι μόνο της εγχώριας ολιγαρχίας, αλλά και του διεθνούς ιμπεριαλισμού. Κάτι τέτοιο, όμως, απαιτεί την ηγεμονία των εργατο-λαϊκών στρωμάτων στην κοινωνικο-πολιτική συμμαχία που αποτελεί το υποκείμενο της επανάστασης, είτε εξ’ αρχής, είτε και στην πορεία της εξέλιξης της επανάστασης. Αντίθετα, στην περίπτωση που στον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα ηγεμονεύει μερίδα της αστικής τάξης, ελλοχεύει ο κίνδυνος της ήττας, ή και το ενδεχόμενο του μερικού συμβιβασμού με τον ιμπεριαλισμό. Κατά κανόνα, η μία ή άλλη ιστορική εξέλιξη ξεκαθαρίζει αρκετά σύντομα (π.χ. βλ. το παράδειγμα της Κούβας έναντι αυτού του Ιράν).

Αντίθετα, το πλεόνασμα της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης που διανέμεται στα μικροαστικά στρώματα και στην εργατική αριστοκρατία των ιμπεριαλιστικών χωρών, αλλά και η ίδια η ανώτερη αξία της εργασιακής δύναμης και ανάπτυξη του υποκειμένου της εργασίας, παράγοντες που συνδυαστικά ανεβάζουν το βιοτικό επίπεδο των λαϊκών στρωμάτων στις χώρες αυτές, συμβάλουν στην ενσωμάτωση των στρωμάτων αυτών στη στρατηγική του ιμπεριαλιστικού μονοπωλιακού κεφαλαίου, αποτελώντας πρόκληση για την ενότητα της εργατικής τάξης διεθνώς. Παραπάνω (4.9) έγινε σαφές γιατί η πολιτική ελέγχου της μετανάστευσης διά της καταστολής, και η ανάπτυξη της σχετικής ρατσιστικής ιδεολογίας, παίζει σημαντικό ρόλο στην καλλιέργεια της ενσωμάτωσης αυτής. Σε κάθε περίπτωση, η άσκηση της ιμπεριαλιστικής πολιτικής εκμετάλλευσης και καταπίεσης άλλων λαών και εθνοτήτων έχει ως προϋπόθεση τη συναίνεση, ανοχή ή και υποστήριξη, των λαϊκών στρωμάτων των ιμπεριαλιστικών χωρών στην πολιτική αυτή

Επομένως, γίνεται φανερό γιατί η ιμπεριαλιστική πολιτική αποτελεί νομοτελειακά αναγκαστική αντίδραση του μονοπωλιακού κεφαλαίου: απουσία μιας τέτοιας πολιτικής, η πτώση του εγχώριου ποσοστού κέρδους θα οδηγούσε σε εγχώρια οικονομική και πολιτική κρίση, θα ανάγκαζε το κεφάλαιο να αυξήσει περισσότερο τον βαθμό εκμετάλλευσης και την καταπίεση της εργατικής τάξης εγχωρίως, θα αναδείκνυε τις πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες σε αδύναμους κρίκους του διεθνούς συστήματος των καπιταλιστικών κρατών, και θα απειλούσε τις αστικές τους τάξεις με την εμφάνιση επαναστατικής κατάστασης. Η ιμπεριαλιστική πολιτική, εν τέλει η αντιδραστική μετατροπή του καπιταλισμού σε ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό, επιτρέπει την επιβίωση του υπερώριμου, γερασμένου καπιταλιστικού συστήματος, καταρχήν στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις[29].

Αλλά όχι μόνο σε αυτές… Η αυξημένη πιθανότητα επαναστατικών ξεσπασμάτων στις εξαρτημένες χώρες είδαμε ήδη ότι αντισταθμίζεται από τη δυσκολία σταθεροποίησης της επανάστασης σε αυτές. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο αν σκεφτούμε ότι η επανάσταση στις εξαρτημένες χώρες έχει να αντιμετωπίσει κατά κανόνα την πολιτική και στρατιωτική αντίδραση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, η οποία είναι συνήθως τάξεις μεγέθους ισχυρότερη από αυτήν της εγχώριας αστικής τάξης των εξαρτημένων χωρών. Αντίθετα, αν νικούσε η επανάσταση στις ιμπεριαλιστικές χώρες, θα είχε περισσότερες δυνατότητες τόσο σταθεροποίησης, όσο και επέκτασής της σε άλλες χώρες, ειδικά στις χώρες που εξαρτώνται από την ιμπεριαλιστική χώρα στην οποία θα συνέβαινε η αρχική επαναστατική ανατροπή. Επομένως, ο ιμπεριαλισμός σταθεροποιεί συνολικά την καπιταλιστική εξουσία διεθνώς. Από εκεί θα δούμε ότι προκύπτει και η στρατηγική σημασία του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.

Συνεπώς, αντιλαμβανόμαστε και γιατί από την πλευρά της αστικής τάξης μιας εξαρτημένης χώρας, η στρατηγική επιλογή της (φιλο)μονοπωλιακής, φιλοϊμπεριαλιστικής μερίδας της, εξηγείται όχι τόσο στη βάση του οφέλους από το όποιο μερίδιο της ιμπεριαλιστικής, καπιταλιστικής (υπερ)εκμετάλλευσης της αναλογεί, αλλά κυρίως στη βάση της σταθεροποίησης της εξουσίας της επί της εγχώριας εργατικής τάξης. Ο παράγοντας αυτός μπορεί ενίοτε να είναι υπαρξιακής σημασίας για την αστική τάξη μιας εξαρτημένης χώρας (π.χ. στα Δεκεμβριανά το 1944 στην Ελλάδα…), αντισταθμίζοντας τον φόρο υποτέλειας που πληρώνει στο ιμπεριαλιστικό μονοπωλιακό κεφάλαιο.

4.13           Διεθνείς σχέσεις ιμπεριαλισμού – σοσιαλισμού

Εάν νικήσει η σοσιαλιστική επανάσταση σε μια χώρα ή ομάδα χωρών, προκύπτουν τα κράτη που οικοδομούν τον σοσιαλισμό και – ιδανικά – δρουν υπέρ της διάδοσης της επανάστασης, ως υποσύστημα των διεθνών σχέσεων, εκτός του ιμπεριαλιστικού συστήματος. Στο υποσύστημα αυτό οφείλουν να κυριαρχούν σχέσεις συνεργασίας και διεθνιστικής αλληλεγγύης, προκειμένου να επιτευχθούν οι στρατηγικοί στόχοι των τάξεων που ηγούνται των επαναστάσεων, και ιδιαίτερα της εργατικής τάξης φυσικά. Αυτό ιστορικά δεν επετεύχθη σε ικανοποιητικό βαθμό στις πρώιμες σοσιαλιστικές επαναστάσεις (π.χ. βλ. παραδείγματα ανταγωνισμών μεταξύ ΕΣΣΔ – Λ.Δ. Κίνας, τον πόλεμο Λ.Δ. Κίνας – Λ.Δ. Βιετνάμ, ή τις σχέσεις Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας – ΕΣΣΔ). Τέτοιες σχέσεις επιδιώκουν οι σοσιαλιστικές χώρες και με τις εξαρτημένες από τον ιμπεριαλισμό χώρες, ή με τα αντιιμπεριαλιστικά, λαϊκά κινήματα που δρουν σε αυτές, προκειμένου να ενισχύσουν τον κοινό τους αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, εξυπηρετώντας και τη διάδοση της επανάστασης σε αυτές. Για παράδειγμα, η ΕΣΣΔ συνέβαλε τα μέγιστα στους αντιαποικιακούς αγώνες του 20ού αιώνα.

Αντίθετα, αναπτύσσονται σχέσεις οξύτατου ανταγωνισμού με τις ιμπεριαλιστικές χώρες, όπως και με τις εξαρτημένες χώρες που υποτάσσονται πλήρως στις στρατηγική του ιμπεριαλισμού, οι οποίες σχέσεις συχνά οδηγούνε στον πόλεμο, «θερμό» ή «ψυχρό», όταν και αντιπαρατίθενται πλέον κρατικές εξουσίες διαφορετικής ταξικής φύσης. Οι σχέσεις, όμως, αυτές, δεν είναι απαραίτητα μόνο ή συνεχώς πολεμικές. Ιστορικά, διαφόρων τύπων συναλλαγές αναπτύχθηκαν μεταξύ καπιταλιστικών και σοσιαλιστικών κρατών, στη βάση και της μακρόχρονης διατήρησης εμπορευματοχρηματικών σχέσεων στο εσωτερικό των σοσιαλιστικών κρατών, και της ανάγκης τους να συμμετέχουν στο διεθνές εμπόριο. Στο παρόν δεν μπορούμε να επεκταθούμε περαιτέρω στην προβληματική αυτή, για τους λόγους που εξηγήσαμε εισαγωγικά.

Ωστόσο, για τους σκοπούς της παρούσας μελέτης είναι απαραίτητη η εξής παρατήρηση: Όσον αφορά σε κράτη που αντιστέκονται στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, είτε πρόκειται για καπιταλιστικά κράτη, είτε για σοσιαλιστικά, είτε για οποιασδήποτε κατεύθυνσης μετάβαση μεταξύ αυτών των δύο περιπτώσεων, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι είναι αδύνατον να αμυνθούν στις ανταγωνιστικές πιέσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, χωρίς ένα συγκεντρωτικό κράτος, το οποίο να προστατεύει και να ελέγχει στον έναν ή στον άλλο βαθμό την οικονομία. Είδαμε παραπάνω (4.7, 4.8) πως η εξαρτημένη (υπο)ανάπτυξη αλληλοεπιδρά με τις κρατικές μορφές, λόγω του αυξημένου ρόλου του σύγχρονου κράτους στην καπιταλιστική παραγωγή. Αντίστοιχα, λοιπόν, αλλά από την ανάποδη, ισχύουν για ένα κράτος που θέλει να αναπτυχθεί σε (σχετική) ανεξαρτησία από τον ιμπεριαλισμό. Π.χ. σήμερα, τόσο η Κίνα, όσο και η Ρωσία, χρησιμοποιούν ένα τέτοιο κράτος, όπως προέκυψε και από δεκαετίες εθνικά ανεξάρτητης σοσιαλιστικής ανάπτυξης, στη διαπάλη τους με τις ιμπεριαλιστικές χώρες. Όσον αφορά κρατικές εξουσίες που προέκυψαν από σοσιαλιστική επανάσταση, ο βαθμός που αυτό το κράτος χαρακτηρίζεται από αντιδημοκρατική γραφειοκρατικοποίηση και εξυπηρέτηση κάποιας ανερχόμενης ή ήδη εγκατεστημένης αστικής τάξης, ή αντίθετα, από επέκταση και βάθεμα της λαϊκής δημοκρατίας, και της ουσιαστικής κοινωνικοποίησης της παραγωγής, αποτελεί ένδειξη στο πολιτικό επίπεδο του κατά πόσο η μετάβαση αφορά μια σταδιακή αντεπανάσταση, ή την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

4.14           Σύνοψη

Στην υποπαράγραφο αυτή εκκινήσαμε από τα αποτελέσματα της ανάλυσής μας στα προηγούμενα μέρη της παρούσας μελέτης για την παραγωγή, κυκλοφορία και διανομή της υπεραξίας στη διεθνή αγορά στο έδαφος της ιμπεριαλιστικής διεθνοποίησης της καπιταλιστικής παραγωγής, για τη συνεπαγόμενη διάκριση μεταξύ των ιμπεριαλιστικών και εξαρτημένων χωρών, και για τη διαφοροποιημένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου και της εργασιακής δύναμης στις δύο αυτές κατηγορίες εθνικών κοινωνικο-οικονομικών σχηματισμών. Αυτό μας επέτρεψε να παρουσιάσουμε μια σχετικά συνοπτική εικόνα των συνεπαγόμενων διαφοροποιήσεων στην εσωτερική ταξική πάλη σε ιμπεριαλιστικές και εξαρτημένες χώρες, των αντιθέσεων και ανταγωνισμών που προκύπτουν μεταξύ των τάξεων (αστικών, εργατικών, και ενδιάμεσων μικροαστικών) διαφορετικών εθνικών κοινωνικο-οικονομικών σχηματισμών, και των δυνατοτήτων ιστορικής εξέλιξης του συσχετισμού ισχύος ανάμεσα στις εθνικές αυτές τάξεις.

Πρόκειται, ασφαλώς, για μια παρουσίαση των διεθνών σχέσεων στο σύγχρονο ιμπεριαλιστικό σύστημα που δεν μπορεί παρά να παραμείνει σχετικά σχηματική, για όσο απουσιάζει μια ολοκληρωμένη μαρξιστική θεωρία τόσο για το αστικό κράτος, όσο και για την πολιτική οικονομία της διεθνούς αγοράς. Το ίδιο ισχύει και για την πολιτική οικονομία του σοσιαλισμού, η οποία θα μας επέτρεπε να εντάξουμε πιο διακριτά και τη διάσταση της διεθνούς αντίθεσης ιμπεριαλισμού – σοσιαλισμού. Ωστόσο, θεωρούμε ότι η παρουσίασή μας ακολουθεί τη μαρξιστική – λενινιστική παράδοση όσον αφορά τη διερεύνηση της διαλεκτικής ταξικών και εθνικών, διακρατικών σχέσεων. Από τη μια, η αναλυτική μας μονάδα είναι εθνικές κοινωνικές τάξεις, από την άλλη αναγνωρίζουμε ότι η εθνική συγκρότηση των τάξεων αυτών γίνεται στα πλαίσια του εθνικού κράτους, με αποτέλεσμα οι διεθνείς σχέσεις των τάξεων να διαμεσολαβούνται από τις διακρατικές.

Επισημάναμε, μάλιστα, στο Μέρος Β΄, ότι η κρατική αυτή διαμεσολάβηση ενισχύεται από τον όλο και σημαντικότερο ρόλο του αστικού κράτους για την καπιταλιστική ανάπτυξη στον σύγχρονο κρατικο-μονοπωλιακό καπιταλισμό. Εκεί ισχυριστήκαμε ότι αυτό είναι αποτέλεσμα της άμεσης κοινωνικοποίησης της καπιταλιστικής παραγωγής με τη μορφή της αυτοματοποίησης στη βάση της ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογίας, και της συνειδητής της οργάνωσης σε όλο και μεγαλύτερη κλίμακα, και βάθος διασυνδέσεων, λόγω της αυξανόμενης συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Στο επόμενο μέρος, και έχοντας αναπαριστήσει με αυτόν τον τρόπο τη διαλεκτική σχέση ταξικών και εθνικών, διακρατικών σχέσεων, δηλ. την πολιτική εκείνη της οποίας συνέχεια είναι ο πόλεμος, μπορούμε, πλέον, να δώσουμε μια απάντηση στο τι είδους πόλεμοι είναι δυνατοί στο σύγχρονο ιμπεριαλιστικό σύστημα.

 

Σημειώσεις

 

[1] Περδίκης Δ. (2020). Κείμενο εργασίας για την περιοδολόγηση του καπιταλισμού και το σύγχρονό του στάδιο. dionperd.blogspot.com, (‘Κείμενο εργασίας για τον ιμπεριαλισμό’ στο εξής).

[2] Βλ. Ο Λένιν για τη ΝΕΠ, στην ιστοσελίδα ergatikosagwnas.gr, από την ομιλία του Λένιν στο 2ο πανρωσικό συνέδριο των Επιτροπών Πολιτικής Διαφώτισης που εκφωνήθηκε στις 17 του Οκτώβρη το 1921 με τίτλο «Η Νέα Οικονομική Πολιτική και τα καθήκοντα των Επιτροπών Πολιτικής Διαφώτισης», Άπαντα Λένιν, τ. 44, Ινστιτούτο Μαρξισμού – Λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΕ, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα. Επίσης, παραπέμπουμε σχετικά με την πολιτική οικονομία του σοσιαλισμού και στο Παυλίδης, Π. (2017) Ιστορία και κομμουνισμός, ΚΨΜ, Αθήνα.

[3] Γενικά δεν είναι εύκολο να βρεθούν στη βιβλιογραφία συγκριτικά στοιχεία της παραγωγικότητας της εργασίας μεταξύ διαφορετικών χωρών, τα οποία να είναι σύμφωνα με τον μαρξιστικό ορισμό της έννοιας, είτε ως φυσική ποσότητα παραγμένου προϊόντος, όταν γίνονται ενδοκλαδικές συγκρίσεις, είτε ως παραγμένη αξία στην περίπτωση διακλαδικών συγκρίσεων, για κάθε εργατοώρα ή ανά εργάτη για δεδομένη την εργάσιμη μέρα. Συνήθως οι συγκρίσεις γίνονται χρησιμοποιώντας τον λόγο της προστιθέμενης αξίας διά του μοναδιαίου κόστους εργασίας. Ένα τέτοιο μέτρο, όμως, συσκοτίζει την επίδραση της άνισης ανταλλαγής, τόσο ως προς τον αριθμητή, καθώς στην προστιθέμενη αξία μπορεί να συμπεριληφθεί μια επιπλέον υπεραξία που πιθανόν να προκύπτει από μια μονοπωλιακή τιμή αγοράς, δηλ. ανώτερη της κλαδικής τιμής παραγωγής), όσο και ως προς τον παρανομαστή, μιας και το μοναδιαίο κόστος εργασίας μπορεί να συμπεριλαμβάνει την επίδραση φαινομένων υπερεκμετάλλευσης της εργασίας, είτε με τη μορφή μιας τιμής της εργασιακής δύναμης μικρότερης της μέσης γι’ αυτό το είδος εργασίας, είτε (και) με τη μορφή αυξημένου βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας, π.χ. μέσω αυξημένης έντασης της εργασίας. Οπότε τα μέτρα αυτά αξιοποιούνται για να συγκαλύπτουν την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση. Ακόμη και αυτό το μέτρο, όμως, αποδεικνύει ο John Smith ότι δε συμβαδίζει με οποιαδήποτε έννοια εξίσωσης των διεθνών βαθμών εκμετάλλευσης, και, επομένως, εξήγησης των μισθολογικών διαφορών στη βάση των διεθνών διαφορών στην παραγωγικότητα της εργασίας. Βλ. σχετικά στο Chapter 5—The Productivity Paradox and the Purchasing Power Anomaly, σελ. 171-202 στο Smith, J (2010) Imperialism & the Globalisation of Production. Thesis. University of Sheffield (‘Smith 2010’ στο εξής) και ειδικότερα, στο Γράφημα 5.7 Labour productivity and labour cost της σελ. 199, όπως και στον αντίστοιχο Πίνακα 5.1 Value added vs. Labour Cost 1995-1999 της σελ. 201· παρομοίως στο αντίστοιχο Κεφάλαιο 6 The Purchasing Power anomaly and the Productivity Paradox, σελ. 167 – 223 στο Smith J. (2016). Imperialism in the twenty-first century. The Globalization of Production, Super-Exploitation, and the Crisis of Capitalism. New York: Monthly Review Press.

[4] Σε συνέχεια της προηγούμενης σημείωσης, και θεωρώντας δεδομένο ότι οι διεθνείς μισθολογικές διαφορές υπερβαίνουν τις όποιες διεθνείς διαφορές στην παραγωγικότητα, προτείνουμε την ανάλυσή τους σε δύο συνιστώσες: η μια συνιστώσα αφορά τις διαφορές στην αξία της εργασιακής δύναμης, όπως αυτή προκύπτει από το ιστορικό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων, συμπεριλαμβανομένου του υποκειμένου της εργασίας, που είναι αναγκαία για τη διεξαγωγή μιας συγκεκριμένης εργασίας με την επικρατούσα παραγωγικότητα διεθνώς σε ένα κλάδο της παραγωγής· η δεύτερη συνιστώσα αφορά τις διαφορές στην τιμή της εργασιακής δύναμης, οι οποίες αντιστοιχούν σε διαφορετικούς βαθμούς εκμετάλλευσης, και, επομένως, και ποσοστά υπεραξίας, και αποτελούν το ιστορικό αποτέλεσμα των διαφορετικών συνθηκών της ταξικής πάλης σε κάθε χώρα. Η δεύτερη αυτή συνιστώσα συνδέεται άμεσα με την έννοια της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης. Παραδεχόμαστε, βέβαια, ότι μια τέτοια ανάλυση αποτελεί προσαρμογή της αρχικής μαρξικής έννοιας της αξίας της εργασιακής δύναμης από μια ενιαία κοινωνία στη σφαίρα της διεθνούς αγοράς και των πολλών και διαπλεκόμενων σε αυτήν εθνικών κοινωνικο-οικονομικών σχηματισμών, καθώς η αρχική μαρξική έννοια συμπεριλαμβάνει στην αξία της εργασιακής δύναμης τη μακρόχρονη επίδραση της ταξικής πάλης στο λεγόμενο «ιστορικό και ηθικό στοιχείο» της.

[5] Λένιν ΒΙ. (2009). Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού (εκλαϊκευτική μελέτη). Σύγχρονη Εποχή. Αθήνα (‘Ιμπεριαλισμός’ στο εξής), σελ. 70:

«Χαρακτηριστικό του καπιταλισμού γενικά είναι ότι χωρίζει την ιδιοκτησία του κεφαλαίου από τη χρησιμοποίηση του κεφαλαίου στην παραγωγή, ότι χωρίζει το χρηματικό κεφάλαιο από το βιομηχανικό ή το παραγωγικό, ότι χωρίζει τον εισοδηματία που ζει μόνο από το εισόδημα του χρηματικού κεφαλαίου, από τον επιχειρηματία και απ’ όλα τα πρόσωπα που συμμετέχουν άμεσα στη διαχείριση του κεφαλαίου. Ο ιμπεριαλισμός ή η κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου είναι η ανώτατη εκείνη βαθμίδα του καπιταλισμού, όπου ο χωρισμός αυτός παίρνει πελώριες διαστάσεις.»

Για μια μελέτη για την έκταση των μη παραγωγικών δραστηριοτήτων στις ΗΠΑ (~40%), βλ. Rotta T.N. (2018). Μη παραγωγική συσσώρευση στις ΗΠΑ: ένα νέο αναλυτικό πλαίσιο. Cambridge Journal of Economics, 42(5), μετ. Δ. Περδίκης.

Στο παρόν, θεωρούμε ως παραγωγική δραστηριότητα αυτή που συνδυάζει όλα τα παρακάτω στοιχεία, όταν δηλ. πρόκειται για παραγωγή ενός προϊόντος ή υπηρεσίας με

  • αξία χρήσης (δηλ. μέσο παραγωγής ή μέσο κατανάλωσης, είτε της εργασιακής δύναμης, είτε είδος πολυτελείας· παραγωγική εργασία με τη γενική έννοια),
  • εμπορευματική, ανταλλακτική αξία (δηλ. το προϊόν παίρνει τη μορφή του εμπορεύματος· παραγωγή αξίας),
  • και υπεραξία (δηλ. το εμπόρευμα παράγεται καπιταλιστικά με σκοπό το κέρδος· παραγωγή υπεραξίας).

Αν λείπει οποιοδήποτε από τα παραπάνω, τότε η εργασία χάνει τον παραγωγικό της χαρακτήρα στον ΚΤΠ. Αν λείπει η ανταλλακτική αξία, δηλ. δεν παράγεται εμπόρευμα, τότε η παραγωγική διαδικασία δεν είναι παραγωγική (π.χ. εργασία στο δημόσιο). Αν λείπει η υπεραξία, τότε η επίσης η παραγωγική διαδικασία δεν είναι παραγωγική για το κεφάλαιο, αν και παράγει αξία (η μικροϊδιοκτησία, οι αυταπασχολούμενο κ.ο.κ.). Τέλος, αν λείπει η αξία χρήσης, τότε η εργασία δεν είναι παραγωγική καν με τη γενική έννοια, και επομένως δεν μπορεί να είναι και με την καπιταλιστική έννοια. Αυτή είναι η περίπτωση που υπηρεσίες που καταναλώνει το κεφάλαιο, όπως οι νομικές, η διαφήμιση, οι συμβουλευτικές, οι καθαρά εμπορικές, κ.ο.κ., παίρνουν την εμπορευματική μορφή (πωλούνται από τον έναν κεφαλαιοκράτη στον άλλον), χωρίς να αποτελούν ούτε παραγωγικά μέσα ώστε να ενσωματωθούν στο τελικό εμπόρευμα του αγοραστή καπιταλιστή, ούτε μέσα ατομικής κατανάλωσης του καπιταλιστή, ως προϊόντα πολυτελείας. Οι παραγωγικές αυτές διαδικασίες στην ουσία αποτελούν λειτουργίες του κεφαλαίου στη διοίκηση και έλεγχο της παραγωγής (λογιστική), ή στη πειθάρχηση των εργαζομένων (διοίκηση «ανθρώπινων πόρων») ή στη χειραγώγηση των καταναλωτών (διαφήμιση). Προσομοιάζουν με αντίστοιχες λειτουργίες π.χ. της εκκλησίας στις φεουδαρχικές κοινωνίες. Όταν, πάλι, αυτές οι διαδικασίες λαμβάνουν χώρα ως κομμάτι της δραστηριότητας μιας κατά τα άλλα παραγωγικής επιχείρησης και διαδικασίας, τότε πρέπει να γίνει ένας επιπλέον διαχωρισμός, και το μεταβλητό κεφάλαιο (μισθοί) και το σταθερό κεφάλαιο (γραφεία, ηλεκτρονικοί υπολογιστές κ.ο.κ.), που καταναλώνονται, πρέπει να αφαιρούνται από το παραγωγικό σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο της επιχείρησης. Το κόστος των διαδικασιών και εργασιών αυτών, αντίθετα, αποτελεί μέρος της υπεραξίας που παράγει η επιχείρηση, το οποίο καταναλώνεται μη παραγωγικά. Ο Μαρξ αναφερόταν στα κόστη αυτά ως «faux frais», με χαρακτηριστικό παράδειγμα το ίδιο το εμπορικό κεφάλαιο, στην λειτουργία του που σχετίζεται αποκλειστικά με τη διαδικασία της κυκλοφορίας του κεφαλαίου, και δεν αποτελεί συνέχιση της διαδικασίας της παραγωγής του κεφαλαίου στη διαδικασία της κυκλοφορίας του, όπως συμβαίνει με τις μεταφορές ή τις επικοινωνίες, οι οποίες, αντίθετα, αποτελούν παραγωγικές διαδικασίες στον ΚΤΠ, και κλάδους της βιομηχανίας στη μαρξιστική πολιτική οικονομία. Βλ. σχετικά στο Μαρξ Κ. (1979). Το Κεφάλαιο. Κριτική της πολιτικής οικονομίας. Τόμος ΙΙ. μετ. Π. Μαυρομάτης. Σύγχρονη Εποχή, Κεφ. 6. Τα έξοδα κυκλοφορίας. σελ. 127 – 149. Παραθέτουμε ενδεικτικά:

σελ. 127: «Οι μεταμορφώσεις του κεφαλαίου από εμπόρευμα σε χρήμα και από χρήμα σε εμπόρευμα είναι ταυτόχρονα εμπορικές συναλλαγές του κεφαλαιοκράτη, πράξεις αγοράς και πούλησης.

[…] Μια και υποθέσαμε πως τα εμπορεύματα αγοράζονται και πουλιούνται στην αξία τους, στις πράξεις αυτές πρόκειται μόνο για τη μετατροπή της ίδιας αξίας από τη μια μορφή στην άλλη, από την εμπορευματική μορφή στη χρηματική και από τη χρηματική στην εμπορευματική, πρόκειται για αλλαγή κατάστασης. Αν τα εμπορεύματα πουλιούνται στις αξίες τους, τότε μένει αμετάβλητο το αξιακό μέγεθος τόσο στα χέρια του αγοραστή, όσο και του πουλητή· αλλάζει μόνο η μορφή ύπαρξής του.

[…] Η αλλαγή κατάστασης στοιχίζει χρόνο και εργατική δύναμη, όχι όμως για την παραγωγή αξίας, αλλά για τη μετατροπή της αξίας από τη μια μορφή στην άλλη […]»

σελ. 128: «Η εργασία αυτή […] δε δημιουργεί αξία, όπως και η εργασία που ξοδεύεται κατά τη διεξαγωγή μιας δίκης στο δικαστήριο δεν αυξάνει το αξιακό μέγεθος του διαμφισβητούμενου αντικειμένου.»

σελ. 129: «Εδώ η λειτουργία του εμπορικού κεφαλαίου δημιουργεί μια αυταπάτη. […] όταν με τον με τον καταμερισμό της εργασίας μια λειτουργία που αυτή καθαυτή είναι μη παραγωγική, που αποτελεί όμως αναγκαίο στοιχείο της αναπαραγωγής, μετατρέπεται από δευτερεύουσα λειτουργία πολλών σε αποκλειστική λειτουργία λίγων, σε ειδική τους απασχόληση, δεν αλλάζει ο χαρακτήρας της ίδια της λειτουργίας.»

σελ. 131: «Εκτός από το χρόνο που ξοδεύεται για τις πραγματικές αγορές και πουλήσεις, ξοδεύεται χρόνος εργασίας και για τη λογιστική, στην οποία μπαίνει επίσης και αντικειμενοποιημένη εργασία: πέννες, μελάνι, χαρτί, τραπέζια, έξοδα γραφείων. Σ’ αυτή λοιπόν τη λειτουργία, ξοδεύονται, από τη μια, εργατική δύναμη και, από την άλλη, μέσα εργασίας. Συμβαίνει εδώ ακριβώς το ίδιο που συμβαίνει και με το χρόνο αγοράς και πούλησης.»

σελ. 135: «Επομένως, τα έξοδα, που ακριβαίνουν το εμπόρευμα, χωρίς να του προσθέτουν αξία χρήσης, και που για την κοινωνία ανήκουν στα faux frais της παραγωγής, μπορούν για τον ατομικό κεφαλαιοκράτη ν’ αποτελούν πηγή πλουτισμού. Από την άλλη, αυτά τα έξοδα κυκλοφορίας δε χάνουν το μη παραγωγικό χαρακτήρα τους […] Λόγου χάρη οι ασφαλιστικές εταιρείες κατανέμουν τις απώλειες ατομικών κεφαλαιοκρατών σ’ όλη την τάξη των κεφαλαιοκρατών. […]»

σελ. 146-147: «Δε χρειάζεται να επεκταθούμε εδώ σ’ όλες τις λεπτομέρειες των εξόδων κυκλοφορίας, όπως λ.χ. στη συσκευασία, τη διαλογή κλπ. Ο γενικός κανόνας είναι πως όλα τα έξοδα κυκλοφορίας που απορρέουν μόνο από τη μορφή του εμπορεύματος, δεν προσθέτουν καμία αξία στο εμπόρευμα. Είναι απλώς έξοδα για την πραγματοποίηση της αξίας ή για τη μεταφορά της από τη μια μορφή στην άλλη. Το κεφάλαιο που έχει δαπανηθεί γι’ αυτά τα έξοδα (μαζί και η εργασία που εξουσιάζεται απ’ αυτό) ανήκει στα faux frais (μη παραγωγικά αλλά αναγκαία έξοδα) της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Η αναπλήρωσή τους πρέπει να γίνει από το υπερπροϊόν, και αποτελεί, όταν εξετάζουμε την τάξη των κεφαλαιοκρατών στο σύνολό της, αφαίρεση από την υπεραξία […]»

σελ. 149: «Η κυκλοφορία, δηλ η πραγματική μετατόπιση των εμπορευμάτων στο χώρο, γίνεται με τη μεταφορά των εμπορευμάτων. Η βιομηχανία μεταφορών αποτελεί, από τη μια μεριά, έναν αυτοτελή κλάδο παραγωγής, επομένως και μια ιδιαίτερη σφαίρα τοποθέτησης του παραγωγικού κεφαλαίου. Από την άλλη, τη διακρίνει το γεγονός ότι εμφανίζεται σαν συνέχιση ενός προτσές παραγωγής μέσα στο προτσές κυκλοφορίας και για το προτσές κυκλοφορίας.»

Αναφερθήκαμε εκτενώς στο θέμα αυτό γιατί αποτελεί ζήτημα μεγάλης διαπάλης στη μαρξιστική πολιτική οικονομία. Π.χ. για μια μάλλον αντίθετη άποψη από τη δική μας, η οποία – εκτιμούμε ότι – τείνει να εξισώνει την παραγωγική διαδικασία με την παραγωγή κέρδους για τον ατομικό κεφαλαιοκράτη, και όχι με την παραγωγή υπεραξίας για το συνολικό κεφάλαιο, βλ. Σταμάτης Γ. (1990). Ο Μαρξ για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία. Εξάντας. Αθήνα.

Αντίθετα, για μια σύγχρονη μελέτη για τον τρόπο που αξιοποιείται το κεφάλαιο που απασχολείται σε μη παραγωγικές διαδικασίες, βλ. Lee, C. O. (2015). Marxs Treatment of Pure Circulation Cost: A Note, από την περίληψη του οποίου μεταφράζουμε:

«Τα καθαρά έξοδα κυκλοφορίας προκύπτουν από καθαρά εμπορικές δραστηριότητες, όπως αγορά και πώληση, τήρηση βιβλίων, υπολογισμός τιμών, μάρκετινγκ, αλληλογραφία, διαχείριση κεφαλαίων, μέσα κυκλοφορίας κ.λπ. Στην παραδοσιακή μαρξιστική βιβλιογραφία αυτά θεωρούνται ως αφαίρεση από την υπεραξία. Αλλά το πώς αποκαθίστανται από την υπεραξία όταν τα εμπορικά κεφάλαια ξοδεύονται γι’ αυτές δεν έχει γίνει ακόμη σαφές. Το παρόν άρθρο υποστηρίζει ότι αποκαθίστανται, όπως ένα κοινωνικό επιπλέον κόστος, από τις αποκλίσεις μεταξύ της ονομαστικής και της πραγματικής αξίας των εμπορευμάτων, οι οποίες διαχέονται σε όλα τα κοινωνικά μέλη.»

[6] Βλ. Smith J. (2019). Εκμετάλλευση και υπερεκμετάλλευση στη θεωρία του ιμπεριαλισμού. Θεματική των Σύγχρονων Οικονομικών του Ιμπεριαλισμού (The Modern Economics of Imperialism) στο 16ο Ετήσιο Συνέδριο Ιστορικού Υλισμού (16th Annual Historical Materialism Conference), το οποίο έλαβε χώρα στο Λονδίνο, τον Νοέμβριο του 2019, μετ. Δ. Περδίκης. Βλ. επίσης και τα άρθρα του Τζον Σμιθ της σημ. 3, όπως και τα εξής:

Μαρίνι Ρ.Μ. (2021). Η διαλεκτική της εξάρτησης. μετ. Α. Μπάρτζος, επιμ. Δ. Περδίκης, από το Marini MR. (2021). Dialectics of Dependency. cosmonautmag.com, (‘Διαλεκτική της εξάρτησης’ στο εξής),

Δομή και ουσία στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου: Πρόσθετη υπεραξία και τα στάδια του καπιταλισμού, Άντι Χiγκινμπότομ, Journal of Australian Political Economy (70), σελ. 251-270, 2012, μετ. Δ. Μουστάκας, επιμ. Δ. Περδίκης

Ο Λένιν είχε επίσης αναφερθεί στο φαινόμενο της «διπλής ή τριπλής εκμετάλλευσης» στις εξαρτημένες χώρες και αποικίες. Παραθέτουμε από το Λένιν Β.Ι. (2006). Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την εθνική αυτοδιάθεση. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, από την παράγραφο με τίτλο Μαρξισμός ή Προυντονισμός, σελ. 145-146:

«Σημασία δεν έχει αν πριν από τη σοσιαλιστική επανάσταση θα απελευθερωθεί το 1/50 ή το 1/100 των μικρών εθνών, σημασία έχει ότι στην ιμπεριαλιστική εποχή, εξαιτίας αντικειμενικών αιτιών, το προλεταριάτο χωρίστηκε σε δύο διεθνή στρατόπεδα, από τα οποία το ένα έχει διαφθαρεί με τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι της κεφαλαιοκρατίας των μεγάλων Δυνάμεων – ανάμεσα στ’ άλλα και από τη διπλή ή τριπλή εκμετάλλευση των μικρών εθνών – ενώ το άλλο δεν μπορεί να απελευθερωθεί το ίδιο, χωρίς να απελευθερώσει τα μικρά έθνη, χωρίς να διαπαιδαγωγεί τις μάζες με αντισωβινιστικό πνεύμα, δηλ. με πνεύμα ενάντια στις προσαρτήσεις, δηλ. με το πνεύμα της ‘αυτοδιάθεσης’.»

Σε προηγούμενη αρθρογραφία μας διερευνήσαμε τις συνέπειες που έχει η πόλωση αυτή εντός της εργατικής τάξης, αλλά και εντός του κεφαλαίου, στη στρατηγική και τακτική του κομμουνιστικού κινήματος, ειδικά στη χώρα μας, βλ. Περδίκης Δ. (2021). Αντιιμπεριαλιστική Αντιμονοπωλιακή Δημοκρατική Μετωπική πολιτική: επίκαιρη και αναγκαία όσο ποτέ.

[7] Βλ. σχετικά με τη συνεχή παρουσία πρακτικών πρωταρχικής συσσώρευσης στην ιστορία του καπιταλισμού

 Pradella L. (2013) Imperialism and Capitalist Development in Marx’s Capital, Historical Materialism, 21 (2), 117–147,

αλλά και στο Κεφάλαιο 2 Η δομή της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας σελ. 40-42 στο ‘Ύστερος Καπιταλισμός’, σημ. 25:

«Στο Μαρξ οφείλεται επίσης η απλή θεωρητική φόρμουλα πως δεν μπορούμε να ταυτίσουμε τη γένεση του κεφαλαίου με την αυτοανάπτυξή του. […] Η διεθνής ανάπτυξη κι επέκταση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγή στους δύο τελευταίους αιώνες αποτελούν μια διαλεκτική ενότητα τριών παραγόντων: (α) Της τρέχουσας συσσώρευσης κεφαλαίου μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής, κιόλας, διαδικασίας παραγωγής, (β) της τρέχουσας πρωτογενούς συσσώρευσης κεφαλαίου έξω από τα πλαίσια της καπιταλιστικής κιόλας διαδικασίας παραγωγής, και (γ) του καθορισμού και περιορισμού του πρώτου παράγοντα από το δεύτερο, του ανταγωνισμού δηλαδή και του συναγωνισμού ανάμεσα στον πρώτο και το δεύτερο.»

Σχετικά με τη συστηματική αναπαραγωγή της δουλείας ή καταναγκαστικής εργασίας στον καπιταλισμό βλ.

Rioux S., LeBaron G. & Verovšek, P.J. (2019). Capitalism and unfree labor: a review of Marxist perspectives on modern slavery. Review of International Political Economy.

Higginbottom A. (2019) Enslaved African Labour: Violent Racial Capitalism, στο I. Ness, Z. Cope (eds.), The Palgrave Encyclopedia of Imperialism and Anti-Imperialism.

[8] Στο (‘Smith 2010’, σημ. 3), Κεφάλαιο 3.3 Η ‘θηλυκοποίηση’ της  εργασίας και η προλεταριοποίηση των γυναικών, σελ. 126-127, μετ. Δ. Περδίκης:

«Μία από τις πιο αξιοσημείωτες και επακόλουθες πτυχές της μετατόπισης προς το νότο του κέντρου βάρους του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού ήταν η μαζική ενσωμάτωση των νέων γυναικών στην μισθωτή εργασία. […] Η μεταβαλλόμενη σύνθεση των φύλων του εργατικού δυναμικού είναι ιδιαίτερα σημαντική στη μεταποιητική βιομηχανία. […] Η προτίμηση των ξένων επενδυτών για γυναικεία εργασία πουθενά δεν εκφράζεται σαφέστερα από ό, τι στον πολλαπλασιασμό της στις Ειδικές Οικονομικές Ζώνες (ΕΟΖ). […] Συνένοχοι σε αυτήν την αποτρόπαια εκμετάλλευση είναι οι κρατικές αρχές των νότιων εθνών, οι οποίες θεωρούν την υποτιθέμενη φτήνια και ευαλωτότητα της γυναικείας εργασίας ως μέσο προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων και προχωρώντας ταχύτερα στο δρόμο της ανάπτυξης των ΕΟΖ. […] Η προσφορά γυναικείας εργασίας ανταποκρίθηκε στη ζήτηση λόγω οικονομικής αναγκαιότητας […] Μια πηγή αυτής της οικονομικής αναγκαιότητας ήταν η επιδείνωση των όρων εμπορίου για τις παραδοσιακές εξαγωγές του Νότου. […] Η επίμονη, εκτεταμένη και βαθιά φτώχεια εξηγεί γιατί η προσφορά γυναικείας εργασίας έρχεται στους πιο διαφορετικούς πολιτισμούς και κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων όπου η πατριαρχική καταπίεση παραδοσιακά περιορίζει τις γυναίκες στο σπίτι. […] οι γυναίκες είναι έτοιμες να εργάζονται περισσότερες ώρες και με χαμηλότερους μισθούς από τους άνδρες και αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια από ό, τι οι άνδρες στην οργάνωση για να αντισταθούν στην πίεση των εργοδοτών. […] η επέκταση της απασχόλησης των γυναικών στη βιομηχανία συμβαδίζει συχνά με μια ιδεολογική επίθεση με στόχο την ενίσχυση του καθεστώτος δεύτερης κατηγορίας για τις γυναίκες και των κοινωνικών διαχωρισμών μεταξύ ανδρών και γυναικών στο εργατικό δυναμικό. […] αυτό το αυξανόμενο ποσοστό [δεν] σημαίνει αναγκαστικά ότι οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων μειώνονται ή ότι η εκβιομηχάνιση η προσανατολισμένη στις εξαγωγές απελευθερώνει τις γυναίκες από την πατριαρχική καταπίεση. Οι καπιταλιστές εργοδότες, φυσικά, δεν ενδιαφέρονται για το φύλο των εργαζομένων τους, αλλά για τη μεγιστοποίηση του ποσοστού εκμετάλλευσης και την ελαχιστοποίηση της αντίστασης. Αλλά δεν είναι καθόλου ουδέτεροι οι διαχωρισμοί των φύλων: αποτελούν ένα ισχυρό εργαλείο που τους βοηθά να επιτύχουν αυτούς τους στόχους. […] Οι πολυεθνικές, τα κράτη και οι τοπικοί εργοδότες χρησιμοποιούν τις διαφορές μεταξύ των δύο φύλων και την εμφανή ανοχή των νεαρών γυναικών εργαζομένων στη χαμηλή αμοιβή, τις ώρες εργασίας και τις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης που είναι χαρακτηριστικές της εκβιομηχάνισης υπό την ηγεσία των πολυεθνικών, για να αποδυναμώσουν την αντίσταση σε αυτές τις χειρότερες συνθήκες και να τις επιβάλουν σε όλους τους εργαζόμενους, συμπεριλαμβανομένων των ανδρών. […] Μόλις επιτευχθεί αυτή η υποβάθμιση των συνθηκών εργασίας, παρατηρείται συχνά μείωση των κινήτρων για τις πολυεθνικές να προσλάβουν γυναικεία εργασία και συχνά παρατηρείται ένας βαθμός «απο-θηλυκοποίησης» της μεταποιητικής βιομηχανίας. […] Η διπλή επιβάρυνση της καταπίεσης και της αυξημένης εκμετάλλευσης που υφίστανται οι εργαζόμενες γυναίκες στον παγκόσμιο Νότο μπορεί να φανεί στο γεγονός ότι οι γυναίκες εργαζόμενοι είναι ακόμη πιο πιθανό να παγιδευτούν στην άτυπη οικονομία από τους άνδρες εργαζόμενους και να αρνηθούν τα ελάχιστα νόμιμα δικαιώματα και προστασία.»

[9] Στο (‘Smith 2010’, σημ. 3), Κεφάλαιο 3.2 Η άτυπη οικονομία: ο ‘σχετικός υπερπληθυσμός του καπιταλισμού’, σελ. 119-127, μετ. Δ. Περδίκης:

«Σε μια έκθεση του 2002 “Η αξιοπρεπής εργασία και η άτυπη οικονομία”, η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας ανέφερε ότι “σε προβλέψεις, η άτυπη οικονομία αναπτύσσεται ταχέως σε σχεδόν κάθε γωνιά της γης, συμπεριλαμβανομένων των βιομηχανικών χωρών – δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ένα προσωρινό ή υπολειπόμενο φαινόμενο. Το μεγαλύτερο μέρος της νέας απασχόλησης τα τελευταία χρόνια, ιδίως στις αναπτυσσόμενες χώρες και στις χώρες που βρίσκονται σε μεταβατικό στάδιο, είναι στην άτυπη οικονομία.” […] Η χαρακτηριστικότερη ιδιότητα της άτυπης οικονομίας είναι ότι δεν ρυθμίζεται από το κράτος, π.χ. απουσία φορολογίας, ελάχιστων εργασιακών προτύπων, επιβολής των υγειονομικών και περιβαλλοντικών προτύπων κλπ. […] Η επέκταση της άτυπης οικονομίας δεν σημαίνει ότι το κράτος απουσιάζει, σημαίνει ότι έχει υποχωρήσει, ότι έχει επανέλθει σε πιο πρωτόγονες μορφές, μειωμένες στις βασικές του ικανότητες: εξαναγκασμό και παρασιτισμό. Η άτυπη οικονομία διεγείρει αυτόν τον ρόλο της διαφθοράς και της υποβάθμισης με πολλούς τρόπους, από τις δωροδοκίες που καταβάλλονται στους υπαλλήλους για να αποφευχθεί η ρύθμιση και η φορολογία, τη συνεργασία μεταξύ της αστυνομίας και των ηγετών των συμμοριών για να διατηρήσουν τον έλεγχο των παραγκουπόλεων ή για να προστατεύσουν τα μονοπώλια της αγοράς. […] Απέχει παρασάγγας η πραγματικότητα από το ότι η μισθωτή εργασία αντιστοιχεί στην τυπική οικονομία, και η αυτοαπασχόληση στην άτυπη οικονομία. Πολύ, σε ορισμένες χώρες, η περισσότερη, από την μισθωτή εργασία εκτελείται στην άτυπη οικονομία. […] Υπάρχουν πειστικότατες ενδείξεις ότι «η αυτοαπασχόληση, οι περιστασιακές αγορές εργασίας και οι υπεργολαβίες και όχι οι συνδικαλιστικές συμβάσεις φαίνονται να είναι ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό των πρόσφατων οικονομικών τάσεων», αντιφάσκοντας με μια μεγάλη εσφαλμένη αντίληψη που κάποτε διαπερνούσε την κύρια ακαδημαϊκή και κυρίαρχη σκέψη: ότι η πορεία της προόδου θα οδηγούσε στη σταθερή μείωση της άτυπης οικονομίας και στην απορρόφησή της σε σύγχρονες, πολιτισμένες κοινωνικές ρυθμίσεις. […] Επομένως, αυτό που είναι πραγματικά μοντέρνο δεν είναι η καθολική πρόοδος προς την ευημερία και το κράτος δικαίου, αλλά μια επιτάχυνση της κατάβασης στον πόλεμο του καθενός εναντίον όλων. […] Και όχι μόνο στον παγκόσμιο Νότο. Αυτή η οπισθοδρόμηση έχει επίσης επιταχύνει στις ιμπεριαλιστικές χώρες και αναμφισβήτητα θα δοθεί ισχυρή ώθηση στα χρόνια της ύφεσης που αρχίζουν τώρα.»

[10] Στο (‘Ιμπεριαλισμός’, σημ. 5), σελ. 14:

«Είναι αυτονόητο ότι με ένα τόσο γιγάντιο υπερκέρδος (γιατί είναι πάνω από το κέρδος που απομυζούν οι καπιταλιστές από τους εργάτες της χώρας «τους») μπορεί να εξαγοράζονται οι εργατικοί ηγέτες και το ανώτερο στρώμα της εργατικής αριστοκρατίας.»

Και αργότερα στη σελ. 125:

«Αιτίες: 1) η εκμετάλλευση όλου του κόσμου από τη δοσμένη χώρα, 2) η μονοπωλιακή της θέση στην παγκόσμια αγορά, 3) το αποικιακό της μονοπώλιο. Αποτελέσματα: 1) αστοποίηση ενός μέρους του αγγλικού προλεταριάτου, 2) ένα μέρος του επιτρέπει να το καθοδηγούν άνθρωποι εξαγορασμένοι από την αστική τάξη, ή το λιγότερο που πληρώνονται απ’ αυτήν.»

Όπως και στη σελ. 146:

«Τα υψηλά μονοπωλιακά κέρδη που βγάζουν ο καπιταλιστές ενός από τους πολλούς κλάδους της βιομηχανίας, μιας από τις πολλές χώρες κλπ. τους δίνουν την οικονομική δυνατότητα να εξαγοράζουν ορισμένα στρώματα των εργατών, προσωρινά μάλιστα και μια αρκετά σημαντική μειοψηφία τους, τραβώντας τους με το μέρος της αστικής τάξης του δοσμένου κλάδου ή του δοσμένου έθνους ενάντια σ’ όλους τους υπόλοιπους. Και ο οξυμένος ανταγωνισμός των ιμπεριαλιστικών εθνών για το μοίρασμα του κόσμου δυναμώνει αυτήν την τάση.»

[11] Πχ. βλ. σχετικά στα:

Foster J.B., Brett C., Richard Y. (2010) The ecological rift: capitalism’s war on the earth, Monthly Review Press, New York, και ειδικότερα στο κεφάλαιο 15. Imperialism and Ecological Metabolism, Part three: Dialectical Ecology.

Frame M.L. (2022) Ecological Imperialism: A World-Systems Approach, The American Journal of Economics and Sociology, 81:3.

Frame, M. (2020). Ecological Imperialism: A Theoretical Overview. In: Ness, I., Cope, Z. (eds) The Palgrave Encyclopedia of Imperialism and Anti-Imperialism. Palgrave Macmillan, Cham. https://doi.org/10.1007/978-3-319-91206-6_205-1.

Είναι ενδιαφέρον ότι στην έννοια του οικολογικού ιμπεριαλισμού προστίθεται, πλέον, και αυτή του «πράσινου» ιμπεριαλισμού, για τον οποίο μεταφράζουμε και παραθέτουμε από τη Wikipedia:

«Ο πράσινος ιμπεριαλισμός ή οικοϊμπεριαλισμός ή οικοαποικιοκρατία ή περιβαλλοντικός ιμπεριαλισμός είναι η ανάμειξη των δυτικών κυρίως προοδευτικών δυνάμεων στις εσωτερικές υποθέσεις των κυρίως αναπτυσσόμενων εθνών στο όνομα του περιβαλλοντισμού. […] Ως υποτιμητικό επίθετο […] υποδηλώνει ένα είδος ιμπεριαλισμού, ο οποίος χρησιμοποιεί τις ηθικές εκκλήσεις της κλιματικής αλλαγής και της προστασίας των πόρων για να διευκολύνει τον πολιτικό και πρακτικό έλεγχο των πόρων του παγκόσμιου Νότου από τον παγκόσμιο Βορρά [..]. για παράδειγμα, η ΕΕ προσπαθεί να ρυθμίσει τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις της παραγωγής βιομάζας και εκτός των συνόρων της με διακρατική ρύθμιση.»

[12] Πέραν του άρθρου της Pradella (σημ. 7), είναι γνωστό και το σχετικό έργο Χάρβευ Ντ. (2006) Ο Νέος Ιμπεριαλισμός, Εκδ. Καστανιώτη, για την έμφασή του στις σύγχρονες αυτές μορφές «πρωταρχικής συσσώρευσης».

[13] Επιφυλασσόμαστε να παραθέσουμε συγκριτικά στοιχεία από την κοινωνικο-ταξική διαστρωμάτωση στις ιμπεριαλιστικές και στις εξαρτημένες χώρες σε άλλη ευκαιρία. Προς το παρόν, το επιχείρημά μας συνάγεται λογικά από τις διεθνείς διαφορές στο επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

[14] Π.χ. βλ. τη διεθνή κατάταξη των χωρών με βάση τη συνολική κεφαλαιοποίηση όλων των εγχώριων επιχειρήσεων στη Wikipedia. Υπενθυμίζουμε ότι όλα αυτά τα απόλυτα οικονομικά μεγέθη πρέπει να ανάγονται σε κατά κεφαλήν για να δώσουν την πραγματική συγκριτική εικόνα. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Κίνα και η Ινδία θα εμφανίζονταν σαφώς μετά τις ιμπεριαλιστικές χώρες.

[15] Επιφυλασσόμαστε να παραθέσουμε συγκριτικά για τη διαφορετική ένταση της ταξικής πάλης σε άλλη ευκαιρία. Θεωρούμε, όμως, ότι πέραν του να συναχθεί θεωρητικά ένα τέτοιο επιχείρημα από τις διεθνείς διαφορές στον βαθμό εκμετάλλευσης, συμβαδίζει και με την καθημερινή εμπειρία των αυταρχικών καθεστώτων, (φασιστικών) δικτατοριών και πραξικοπημάτων, την καταστολή του συνδικαλισμού και τις δολοφονίες συνδικαλιστών, κ.ο.κ., που παρατηρούνται με πολύ μεγαλύτερη συχνότητα στις εξαρτημένες χώρες από ότι στις ιμπεριαλιστικές. Αυτή η παρατήρηση εκτιμούμε ότι ενισχύεται και από το γεγονός ότι όλες οι (πρώιμες) σοσιαλιστικές επαναστάσεις έγιναν σε χώρες εκτός του πυρήνα των καπιταλιστικά ανεπτυγμένων ιμπεριαλιστικών χωρών, και πολλές από αυτές συνδέθηκαν με τα αντιαποικιακά κινήματα μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

[16] Βλ. επίσης στο Κεφάλαιο 2.3, Μεταφορά σε υπεράκτιες εταιρείες, υπεργολαβίες και «παγκόσμιο εργασιακό arbitrage», σελ. 70-79 του (‘Smith J 2010’ σημ. 3):

«[…] οι ποιοτικές διαφορές μεταξύ των άμεσων επενδύσεων ΑΞΕ Β-Β και ΑΞΕ Β-Ν σημαίνουν ότι δεν μπορούν να συγκριθούν απλουστευτικά. Οι ροές επενδύσεων μεταξύ των ΗΠΑ, της Ευρώπης και της Ιαπωνίας είναι συμμετρικές, στο μέτρο που επενδύουν μεταξύ τους. Σε χτυπητή αντίθεση με αυτό, οι διασυνοριακές επενδύσεις μεταξύ των παγκόσμιων χωρών του Νότου και των “Τριαδικών” εθνών είναι εξαιρετικά ασύμμετρες: οι ΑΞΕ Ν-Β αποτελεί αμελητέο κλάσμα των ΑΞΕ Β-Ν. […] Δεδομένου ότι το συσσωρευμένο απόθεμα των άμεσων ξένων επενδύσεων στο Νότο έχει αυξηθεί, η ροή των επαναπατρισμένων κερδών έχει αυξηθεί σε ένα ισχυρό χείμαρρο […] στο σημείο όπου ο επαναπατρισμός κέρδους Ν-Β προσεγγίζει τώρα, εάν δεν υπερβαίνει, τις νέες ροές άμεσων ξένων επενδύσεων Β-Ν. Ο Μίλμπεργκ σχολιάζει ότι “οι καθαρές ροές κεφαλαίων […] είναι αναμφισβήτητα […] διεστραμμένες, υπό την έννοια ότι η αποπληρωμή του χρέους και ο επαναπατρισμός του κέρδους από πολυεθνικές επιχειρήσεις οδήγησαν σε μια ροή από τις αναπτυσσόμενες στις ανεπτυγμένες χώρες”. […] Σύμφωνα με την Παγκόσμια Έκθεση Επενδύσεων 2008 της Unctad, τα κέρδη των πολυεθνικών επιχειρήσεων «παράγονται όλο και περισσότερο στις αναπτυσσόμενες χώρες και όχι στις ανεπτυγμένες χώρες”. […] Τα δηλωθέντα κέρδη αγνοούν τις υποτιμημένες αναφορές, τις τιμές μεταβίβασης κ.λπ., οι οποίες είναι πιθανό να υποτιμήσουν σημαντικά την πραγματική κλίμακα των ροών κέρδους Νότου-Βορρά. […] οι ροές άμεσων ξένων επενδύσεων μεταξύ των ΗΠΑ, της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής διογκώνονται από μη παραγωγικές επενδύσεις. Επιπλέον, μεγάλο μέρος της υποτιθέμενης «μεταποιητικής επένδυσης Β-Β» είναι σε επιχειρήσεις που έχουν μεταφέρει σε υπεράκτιες δραστηριότητες / υπεργολαβίες ορισμένες ή όλες τις παραγωγικές τους δραστηριότητες προς χώρες χαμηλών μισθών. […] Το συντριπτικό βάρος των συγχωνεύσεων και εξαγορών στις ροές ΑΞΕ Β-Β αντικατοπτρίζει μια διαδικασία συγκέντρωσης και μονοπωλίου μεταξύ των πολυεθνικών επιχειρήσεων, στον χρηματοπιστωτικό τομέα και σε όλους τους βιομηχανικούς κλάδους, παράλληλα με τη μετατόπιση των παραγωγικών διαδικασιών σε «αναπτυσσόμενες» οικονομίες χαμηλού μισθού. Οι στατιστικές των ΑΞΕ συγχωνεύουν έτσι δύο πολύ διαφορετικές τάσεις: τη διαδικασία συγκέντρωσης ιδιοκτησίας στα χέρια των βορείων καπιταλιστών και τη διαδικασία αποσύνθεσης των παραγωγικών διαδικασιών και τη διασπορά τους, όπου είναι δυνατόν, στα νότια έθνη.»

[17] Κεφάλαιο 6.4 Οι υπεργολαβίες ξεπερνώντας τις υπεράκτιες δραστηριότητες, σελ. 233-240, στο (‘Smith J 2010’ σημ. 25):

«Η προτίμηση για υπεργολαβία είναι ιδιαίτερα έντονη στις βιομηχανίες χαμηλής τεχνολογίας, κυρίως εκείνες που παράγουν καταναλωτικά αγαθά, ενώ η εξωτερική ανάθεση της παραγωγής σε βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας είναι πιθανότερο να παραμείνει εσωτερική […] Ένας λόγος για τον οποίο η εξωτερική ανάθεση μπορεί να είναι πιο κερδοφόρος είναι ότι, όπως σημειώνει ο Martin Wolf, ‘οι πολυεθνικές πληρώνουν περισσότερο – και φέρονται καλύτερα στους εργαζομένους τους από τις τοπικές επιχειρήσεις’, η μεταφορά της παραγωγής σε ανεξάρτητες τοπικές επιχειρήσεις συνεπάγεται συνεπώς μείωση του κόστους εργασίας. Ένα ακόμη κίνητρο για «αποκαθετοποίηση» είναι το γεγονός ότι η υπεργολαβία σημαίνει επίσης ‘καθαρά χέρια’ – η εταιρεία υπεργολάβος «εξωτερικεύει» όχι μόνο τον επιχειρηματικό κίνδυνο και τις παραγωγικές διαδικασίες χαμηλής «προστιθέμενης αξίας», αλλά και την άμεση ευθύνη για τη ρύπανση, τους μισθούς πείνας και την καταστολή των συνδικάτων. Εν τέλει το καθοριστικό είναι η επίδρασή της στα κέρδη και τις αξίες των περιουσιακών στοιχείων των πολυεθνικών. Οι πολυεθνικές προτιμούν όλο και περισσότερο να «εξωτερικοποιούν» τις δραστηριότητές τους, επειδή αναγκάζοντας τους παραγωγούς σε οξυμένο ανταγωνισμό μεταξύ τους είναι ένας αποτελεσματικότερος τρόπος για να μειωθούν οι μισθοί και να εντατικοποιηθεί η εργασία παρά να γίνει αυτό εσωτερικά μέσω διορισμένων διαχειριστών. Ένα άλλο ισχυρό κίνητρο που ευνοεί τις υπεργολαβίες είναι ότι επιτρέπουν στις πολυεθνικές να εκφορτώσουν μεγάλο μέρος του κόστους και των κινδύνων που συνδέονται με διακυμάνσεις της ζήτησης και με μεγαλύτερες διαταραχές στις παγκόσμιες αγορές. Το κύμα των υπεργολαβιών καθοδηγείται από την επιθυμία να μειωθεί το κόστος, να εξωτερικευθεί ο κίνδυνος και να επικεντρωθούν οι ανταγωνιστικές πιέσεις στους ανεξάρτητους παραγωγούς στο νότιο άκρο της αλυσίδας. Σε αντίθεση με τις άμεσες ξένες επενδύσεις, η σχέση υπεργολαβίας δεν συνεπάγεται καμία ροή κεφαλαίων Β-Ν. Η επιχείρηση που αναθέτει την υπεργολαβία είναι ελεύθερη να επικεντρωθεί στον ‘πυρήνα των ικανοτήτων’ της, οι οποίες […] συχνά συνεπάγονται το να μην κατασκευάζουν στην πραγματικότητα τίποτα, και στο να εκτρέψει τα επενδυτικά κεφάλαια σε αυτό που οι Silver et al. αποκαλούν ‘χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση και κερδοσκοπικές συναλλαγές’. Με άλλα λόγια, τα αυξημένα κέρδη που επιστρέφονται από υπεργολαβία δεν επενδύονται στην παραγωγή ούτε στο εσωτερικό ούτε στο εξωτερικό και μπορούν να αφιερωθούν αποκλειστικά στη χρηματοπιστωτική μηχανική με στόχο την αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων και την κερδοσκοπία, τροφοδοτώντας τη ‘χρηματιστικοποίηση’ των ιμπεριαλιστικών οικονομιών.»

[18] Βλ. σημ. 16, αλλά και τα παραδείγματα των καπιταλιστικών ολιγαρχιών της Ρωσίας και της Κίνας που παραθέσαμε στο Μέρος Δ΄.

[19] Βλ. σχετικά στο (‘Διαλεκτική της εξάρτησης’, σημ. 6) του Ρούι Μάουρο Μαρίνι, ενώ αντιγράφουμε και από το Μάντελ E. Ο Ύστερος Καπιταλισμός. Ο ιμπεριαλισμός στην τελική του φάση, μετ.-επιμ. Κ. Χατζηαργύρης, Εκδόσεις Gutenberg, και συγκεκριμένα από το Κεφάλαιο 2 Η δομή της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας σελ. 51:

«Στην εποχή του ιμπεριαλισμού η όλη τούτη δομή αλλάζει δραστικά. Γιατί και η διαδικασία πρωτογενούς συσσώρευσης του κεφαλαίου στις όχι ακόμη καπιταλιστικοποιημένες οικονομίες γίνεται πια υποτελής στην αναπαραγωγή του μεγάλου καπιταλιστικού κεφαλαίου της Δύσης. Την οικονομική ανάπτυξη του ‘Τρίτου Κόσμου’ καθορίζει πλέον η εξαγωγή κεφαλαίου από τις ιμπεριαλιστικές χώρες, αντί για τη διαδικασία πρωτογενούς συσσώρευσης από τις εγχώριες ηγέτιδες τάξεις. Κι η ανάπτυξη τούτη διαμορφώνεται σα συμπλήρωμα στις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής στις μητροπόλεις – κι αυτό όχι σαν έμμεση συνέπεια του συναγωνισμού από τα φτηνά προϊόντα της μητρόπολης, όσο σαν άμεσο αποτέλεσμα του γεγονότος πως κι η επένδυση του κεφαλαίου ξεκινά από τη μητρόπολη κι αποβλέπει μονάχα σ ‘επιχειρήσεις που υπηρετούν τα συμφέροντα της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας.»

[20] Επιφυλασσόμαστε να αναπτύξουμε το σημείο αυτό, εμπλουτίζοντάς το και με βιβλιογραφικές αναφορές σε συγκριτικές μελέτες της κρατικής δομής και του ρόλου του κράτους στην κοινωνική αναπαραγωγή μεταξύ ιμπεριαλιστικών και εξαρτημένων χωρών σε μελλοντική εργασία.

[21] Βλ. σχετικά στο (‘Διαλεκτική της εξάρτησης’, σημ. 6).

[22] Χαρακτηριστική είναι η εικόνα του άρθρου της Wikipedia για τη μετανάστευση με τους καθαρούς ρυθμούς μετανάστευσης οι οποίοι είναι θετικοί κυρίως για τις ιμπεριαλιστικες χώρες, και αρνητικοί για τις εξαρτημένες. Βλ. επίσης το άρθρο Wise R.D. (2009) Forced Migration and US Imperialism: The Dialectic of Migration and Development, Critical Sociology, 35(6), p. 767-784 για το φαινόμενο στην αμερικάνικη ήπειρο και σε σχέση με τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ.

[23] Βλ. για παράδειγμα το Γράφημα 3 «New World Immigration Policy Index 1860-1913»

στο Hatton T.J. & Williamson J.G. (2005). A dual policy paradox: why have trade and immigration policies always differed in labor-scarce economies?, Working Paper 11866, NBER Working Paper Series,

από όπου μεταφράζουμε από την περίληψη:

«Οι σημερινές οικονομίες περιορισμένης έντασης εργασίας έχουν πολιτικές ανοιχτού εμπορίου και κλειστής μετανάστευσης, ενώ έναν αιώνa πριν, είχαν ακριβώς τις αντίθετες, πολιτικές ανοιχτής μετανάστευσης και κλειστού εμπορίου.»

[24] Βλ. Ghosh B.N. & Ghosh R. (2001) The problem of brain drain. In Contemporary issues in Development Economics. Routledge, και για την περίπτωση της Ελλάδας και του νέου κύματος μετανάστευσης κατά την πρόσφατη καπιταλιστική κρίση το Λαμπριανίδης Λ. (2011) Επενδύοντας στη φυγή. Εκδ. Κριτική ΑΕ.

[25] Μεταφράζουμε και παραθέτουμε από το άρθρο της σημ. 23:

«Μετανάστες και κράτος πρόνοιας. […], η μετανάστευση είχε ελάχιστες ή καθόλου δημοσιονομικές επιπτώσεις στον πρώτο παγκόσμιο αιώνα. Δεδομένου ότι δεν υπήρχε κράτος πρόνοιας, οι απειλές για το δημόσιο ταμείο από τη μετανάστευση ήταν ως επί το πλείστον άσχετες: οι μετανάστες δεν παρήγαγαν έσοδα για τον ομοσπονδιακό φόρο εισοδήματος και δεν λάμβαναν ομοσπονδιακές μεταβιβάσεις. Έτσι, οι δασμοί απέφεραν άφθονα δημοσιονομικά οφέλη στην εποχή πριν από το 1914, ενώ οι μετανάστες δεν επέφεραν κανένα δημοσιονομικό κόστος. Με την απότομη άνοδο του κράτους πρόνοιας από τη δεκαετία του 1930 έως τη δεκαετία του 1970, οι κοινωνικές υπηρεσίες επεκτάθηκαν δραματικά, ενώ οι ομοσπονδιακές και κεντρικές κυβερνήσεις διαφοροποίησαν τις πηγές φορολογικών εσόδων τους.

[…] Το γεγονός ότι οι μετανάστες του Νέου Κόσμου στα τέλη του εικοστού αιώνα υπέστησαν πολύ μεγαλύτερα εισοδηματικά μειονεκτήματα στις αγορές εργασίας από ό,τι έναν αιώνα νωρίτερα, έχει προσθέσει περαιτέρω καύσιμα στις φορολογικές αντι-μεταναστευτικές πυρκαγιές στη σύγχρονη εποχή. Δηλαδή, ενώ οι άνδρες μετανάστες στις ΗΠΑ κέρδιζαν 16,3% λιγότερο από τους γεννημένους στη χώρα τους το 1990, κέρδιζαν μόνο 6,4% λιγότερο το 1909 […] Σε σχέση με τους γηγενείς, οι μετανάστες σήμερα είναι λιγότερο παραγωγικοί από ό,τι ήταν πριν από έναν αιώνα […] Σε σχέση με τους γηγενείς, οι μετανάστες σήμερα είναι επομένως πολύ πιο πιθανό να χρειάζονται κοινωνικές μεταβιβάσεις από ό,τι ήταν πριν από έναν αιώνα (όταν, φυσικά, τέτοιες μεταβιβάσεις δεν ήταν ούτως ή άλλως πιθανές). Έτσι, τα ποσοστά φτώχειας των Ηνωμένων Πολιτειών το 1959 ήταν 20,9% για τα νοικοκυριά με γεννημένους στη χώρα προστάτες και 14,2% για τα νοικοκυριά με γεννημένους στο εξωτερικό προστάτες, πολύ χαμηλότερα για τους γεννημένους στο εξωτερικό. Τα ποσοστά αυτά είχαν αντιστραφεί δραματικά μέχρι το 1999: 11,8% για τα νοικοκυριά που γεννήθηκαν στη χώρα τους και 17,4% για τα νοικοκυριά που γεννήθηκαν στο […] Ο Πίνακας 4 αναφέρει για την ΕΕ διαφορές ποσοστιαίων μονάδων μεταξύ μεταναστών και υπηκόων στην εξάρτησή τους από διάφορα επιδόματα πρόνοιας στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Για αυτές τις οκτώ ευρωπαϊκές χώρες, οι μετανάστες έχουν κατά μέσο όρο μεγαλύτερη εξάρτηση από τα επιδόματα ανεργίας και τα οικογενειακά επιδόματα, αλλά μικρότερη εξάρτηση από τις συντάξεις. Η υψηλότερη εξάρτησή τους από το κράτος πρόνοιας αντανακλά τόσο τη δημογραφία (οι μετανάστες είναι νεότεροι και έχουν περισσότερα παιδιά) όσο και τις διαφορές στην κατάσταση της αγοράς εργασίας (οι μετανάστες έχουν υψηλότερα ποσοστά ανεργίας και χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης). Η χαμηλότερη επίδρασή τους στις συντάξεις αντανακλά επίσης τη δημογραφία (οι μετανάστες είναι νεότεροι).

[…] Το πρόσφατο παρελθόν υποδηλώνει ότι οι διαφορές μεταξύ των χωρών όσον αφορά την αντιμεταναστευτική άποψη καθορίζονται από την κλίμακα της μετανάστευσης, η οποία αντιπροσωπεύει την απειλή για την αγορά εργασίας, και από το μέγεθος του κράτους πρόνοιας, το οποίο αντανακλά το δυνητικό βάρος της πρόνοιας. Και δεδομένου ενός καθολικού δικαιώματος ψήφου, οι ανησυχίες αυτές αντικατοπτρίζονται σε σκληρές μεταναστευτικές πολιτικές. Εκ πρώτης όψεως, ο γρίφος μπορεί να φαίνεται ότι είναι ότι η κοινή γνώμη δεν είναι πιο αρνητική απέναντι στη μετανάστευση. Δύο εξηγήσεις εξηγούν τον γρίφο. Πρώτον, η κοινή γνώμη θα ήταν πολύ πιο αρνητική αν οι μεταναστευτικές πολιτικές ήταν πιο φιλελεύθερες. Δεύτερον, δεδομένων των αρκετά αυστηρών μεταναστευτικών πολιτικών, ο μέσος ψηφοφόρος σήμερα απειλείται λιγότερο από τον ανταγωνισμό στην αγορά εργασίας απ’ ό,τι θα απειλούνταν ο μέσος εργαζόμενος πριν από έναν αιώνα. Όπως έδειξε ο Πίνακας 6, όσο πιο πλούσια είναι η χώρα, τόσο πιο αντι-μεταναστευτική είναι η κοινή γνώμη, αλλά στο εσωτερικό μιας χώρας, τα πιο μορφωμένα άτομα είναι λιγότερο αντι-μεταναστευτικά. Το γεγονός ότι ο διάμεσος ψηφοφόρος δεν είναι πλέον ανειδίκευτος και ότι το χάσμα μεταξύ των δεξιοτήτων των γηγενών και των μεταναστών έχει διευρυνθεί από κοινού προσφέρουν έναν σημαντικό λόγο για τον οποίο η κοινή γνώμη δεν είναι ακόμη πιο αρνητική και οι μεταναστευτικές πολιτικές δεν είναι ακόμη πιο σκληρές από ό,τι είναι»

[26] Παράδειγμα της σχολαστικότητας των εννοιών της «ιμπεριαλιστικής πυραμίδας», αλλά και του «υποϊμπεριαλισμού» είναι προτάσεις όπως η παρακάτω, από το Μαυρουδέας Σ. (2019) Είκοσι χρόνια μετά την εισαγωγή του ευρώ η ευρωπαϊκή ενοποίηση βρίσκεται σε βαθύτατη κρίση. Η πάλη για την αποδέσμευση από την ΕΕ βασικός κόμβος της επαναστατικής στρατηγικής. ΠΡΙΝ (21-04-2019), όπου -από την πλευρά μας τουλάχιστον- δεν μπορεί να γίνει κατανοητή οποιαδήποτε διαφορά από τη λενινιστική έννοια της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης:

«Ο ελληνικός υπο-ιμπεριαλισμός, εν μέσω της διαρκούς υποβάθμισης του στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα και έχοντας απωλέσει τους περισσότερους βαθμούς ελευθερίας κίνησης έναντι των μεγάλων ιμπεριαλιστικών κέντρων, είναι πλήρως ανίκανος να κινηθεί ανεξάρτητα από τους ξένους πάτρωνές του.»

[27] Σχετικά με χώρες που μπορούν να χαρακτηριστούν ως «ιμπεριαλιστές-κουρελούδες», βλ. τα παρακάτω παραθέματα από έργα του Λένιν.

Λένιν ΒΙ. (1915). Ιμπεριαλισμός και Σοσιαλισμός στην Ιταλία/Imperialism and Socialism in Italy. Lenin Collected Works, Progress Publishers, [197[4]], Moscow, Volume 21, p. 357-366. marxists.org (μετ. Δ. Περδίκης):

«Ο ιταλικός ιμπεριαλισμός έχει ονομαστεί ‘ιμπεριαλισμός των φτωχών’ (l’imperialismo della povera gente), λόγω της φτώχειας της χώρας και της απόλυτης εξαθλίωσης των μαζών των Ιταλών μεταναστών.

Κάθε χώρα που έχει περισσότερες αποικίες, κεφάλαια και στρατούς από “εμάς”, στερεί από “εμάς” ορισμένα προνόμια, ορισμένα κέρδη ή υπερκέρδη. Όπως μεταξύ των μεμονωμένων καπιταλιστών υπερκέρδη αποκομίζει εκείνος του οποίου οι μηχανές είναι ανώτερες από τον μέσο όρο ή ο οποίος κατέχει ορισμένα μονοπώλια, έτσι και μεταξύ των εθνών υπερκέρδη αποκομίζει εκείνος που βρίσκεται σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από τους άλλους. Η δουλειά της αστικής τάξης είναι να παλεύει για προνόμια και πλεονεκτήματα για το εθνικό της κεφάλαιο και να ξεγελάει το έθνος ή τον απλό λαό (με τη βοήθεια του Λαμπριόλα και του Πλεχάνοφ) περνώντας για πόλεμο εθνικής απελευθέρωσης τον ιμπεριαλιστικό αγώνα για το ‘δικαίωμα’ να λεηλατεί τους άλλους.

[…] Πριν από τον πόλεμο της Τρίπολης, η Ιταλία δεν λεηλατούσε άλλα έθνη, τουλάχιστον όχι σε μεγάλη έκταση. Δεν είναι αυτό μια απαράδεκτη προσβολή της εθνικής υπερηφάνειας; Οι Ιταλοί καταπιέζονται και ταπεινώνονται σε σύγκριση με άλλα έθνη. Η ιταλική μετανάστευση ήταν 100.000 ετησίως στις δεκαετίες του εβδομήντα του περασμένου αιώνα – τώρα κυμαίνεται μεταξύ 500.000 και 1.000.000. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι άποροι, που εκδιώχθηκαν από την πατρίδα τους από την πείνα με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Όλοι τους παρέχουν εργατικό δυναμικό για τους χειρότερα αμειβόμενους κλάδους της βιομηχανίας – αυτή η μάζα κατοικεί στα πιο πολυσύχναστα, φτωχικά και άθλια τμήματα των αμερικανικών και ευρωπαϊκών πόλεων. Από 1.000.000 το 1881, ο αριθμός των Ιταλών στο εξωτερικό αυξήθηκε σε 5.500.000 το 1910, η συντριπτική πλειοψηφία αυτής της μάζας ζει στις πλούσιες και ‘μεγάλες» χώρες, για τις οποίες οι Ιταλοί είναι η πιο ακατέργαστη, ανειδίκευτη, φτωχή και ανυπεράσπιστη εργατική μάζα.[…]. Πώς μπορεί κανείς να μη συμφωνήσει με τον Λαμπριόλα και άλλους Ιταλούς ‘Πλεχάνωφ’ ότι η Ιταλία ‘δικαιούται’ να κατέχει την αποικία της στην Τρίπολη, να καταπιέζει τους Σλάβους στη Δαλματία, να τεμαχίζει τη Μικρά Ασία κ.λπ.

[… ] Το ερώτημα έχει τεθεί ευθέως και πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο ευρωπαϊκός πόλεμος έχει κάνει τεράστιο καλό στην ανθρωπότητα, καθώς έφερε στην πραγματικότητα εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους διαφόρων εθνικοτήτων αντιμέτωπους με μια εναλλακτική λύση: είτε να υπερασπιστεί, με τουφέκι ή με στυλό, άμεσα ή έμμεσα, με οποιαδήποτε μορφή, το κυρίαρχο έθνος και τα εθνικά προνόμια γενικά, καθώς και τα προνόμια ή τις αξιώσεις της ‘δικής του’ αστικής τάξης, δηλαδή να είναι οπαδός ή λακές της ή αλλιώς να χρησιμοποιήσει κάθε αγώνα, ιδιαίτερα τη σύγκρουση των όπλων για τα προνόμια του κυρίαρχου έθνους, ώστε να ξεσκεπάσει και να ανατρέψει κάθε κυβέρνηση, κατά πρώτο λόγο τη δική του, μέσω της επαναστατικής δράσης ενός διεθνώς ενωμένου προλεταριάτου. Δεν υπάρχει μέση οδός- με άλλα λόγια, η απόπειρα να πάρει κανείς μια μέση θέση σημαίνει, στην πραγματικότητα, ότι παίρνει κρυφά το μέρος της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης.»

Λένιν ΒΙ. (2006). Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση. Σύγχρονη Εποχή. Αθήνα. 8. Το ιδιαίτερο και το γενικό στη θέση των Ολλανδών και των Πολωνών σοσιαλδημοκρατών διεθνιστών, σελ. 150:

«Και οι χώρες είναι 1) μικρές και αδύναμες μέσα στο σύγχρονο ‘σύστημα’ των μεγάλων Δυνάμεων· 2) και οι δυο από γεωγραφική άποψη βρίσκονται ανάμεσα σε ιμπεριαλιστές ληστές που διαθέτουν γιγάντια δύναμη και ανταγωνίζονται με τη μεγαλύτερη οξύτητα (Αγγλία και Γερμανία, Γερμανία και Ρωσία)· 3) και στις δυο είναι εξαιρετικά ζωηρές οι αναμνήσεις και οι παραδόσεις από τον καιρό που ήταν κι οι ίδιες ‘μεγάλες Δυνάμεις’: η Ολλανδία ήταν μεγάλη αποικιακή Δύναμη· πιο ισχυρή από την Αγγλία· η Πολωνία ήταν πιο πολιτισμένη και πιο ισχυρή μεγάλη Δύναμη από τη Ρωσία και την Πρωσία· 4) και οι δυο διατήρησαν ως τα σήμερα τα προνόμια που συνίστανται στην καταπίεση ξένων λαών: ο Ολλανδός αστός κατέχει τις πλουσιότατες Ολλανδικές Ινδίες· ο Πολωνός τσιφλικάς καταπιέζει τον Ουκρανό και το Λευκορώσο ‘κολίγο’, ο πολωνός αστός τον Εβραίο κτλ.»

Στο Λένιν ΒΙ. (2013). Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα. (‘Πόλεμος & Επανάσταση’ στο εξής), Δώδεκα σύντομες θέσεις για την υποστήριξη από μέρους του Γκ. Γκρόιλιχ της υπεράσπισης της πατρίδας.:

σελ. 299:

«[…] η «αστική κυβέρνηση’ της Ελβετίας, χάρη στους πολυάριθμους θεσμούς του ελβετικού τραπεζικού κεφαλαίου, είναι όχι μόνο ‘αστική κυβέρνηση’ αλλά και ιμπεριαλιστική αστική κυβέρνηση.

[…] όπως η Ελβετία γενικά δεν μπορεί να αποσπαστεί από το δίχτυ των δεσμών της παγκόσμιας αγοράς έτσι και η σύγχρονη, πολύ αναπτυγμένη και στον ανώτατο βαθμό πλούσια, αστική Ελβετία δεν μπορεί ν’ αποσπαστεί από το δίχτυ των παγκόσμιων ιμπεριαλιστικών σχέσεων […]»

σελ. 301:

«Όποιος στον πόλεμο αυτό παραδέχεται την υπεράσπιση της πατρίδας αυτός γίνεται συνεργός της ‘δική τους’ εθνικής αστικής τάξης, που και στην Ελβετία είναι πέρα για πέρα ιμπεριαλιστική επειδή συνδέεται από οικονομική άποψη με τις μεγάλες Δυνάμεις και έχει τραβηχτεί στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική πολιτική.»

σελ. 306:

«Σε περίπτωση ‘νίκης’ σε έναν τέτοιο πόλεμο να πεινάει, να καταγράφει 100.000 νεκρούς, να βάζει στις τσέπες της ελβετικής αστικής τάξης κι άλλα δισεκατομμύρια πολεμικά κέρδη, να της εξασφαλίζει νέα επικερδή επένδυση κεφαλαίου στο εξωτερικό και να περιέλθει σε νέα οικονομική εξάρτηση από τους ιμπεριαλιστές ‘συμμάχους’ του – τις μεγάλες Δυνάμεις.»

[28] Μεταφράζουμε και παραθέτουμε από το Roberts M. (2018) Imperialism, globalization and the profitability of capital. Rupture Magazine:

«Η τρέχουσα Μακρά Ύφεση θα μπορούσε επίσης να δώσει τη θέση της σε μια νέα περίοδο ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού […] Μπορούμε να δείξουμε εμπειρικά ότι η παγκοσμιοποίηση του εμπορίου και του κεφαλαίου απογειώθηκε κάθε φορά που η κερδοφορία του κεφαλαίου μειώθηκε στα ιμπεριαλιστικά κέντρα.» Στο άρθρο αυτό περιγράφονται με λεπτομέρειες και στατιστικά στοιχεία τα αλλεπάλληλα κύματα της λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης», δηλ. της ιμπεριαλιστικής διεθνοποίησης του κεφαλαίου, και η συσχέτισή τους με την πτώση της κερδοφορίας του κεφαλαίου στις ιμπεριαλιστικές χώρες, την ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στις αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά και με τις καπιταλιστικές κρίσεις και τους πολέμους που διακόπτουν τη διαδικασία της διεθνοποίησης.

[29] Βλ. στο (Ιμπεριαλισμός’, σημ. 5, σελ. 144):

«Τα μονοπώλια, η ολιγαρχία, η τάση προς την κυριαρχία στη θέση των τάσεων προς την ελευθερία, η εκμετάλλευση ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού μικρών η αδύνατων εθνών από μια μικρή χούφτα πλουσιότατα ή ισχυρότατα έθνη – όλα αυτά γέννησαν τα διακριτικά γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού, που μας αναγκάζουν να τον χαρακτηρίσουμε σαν παρασιτικό καπιταλισμό ή καπιταλισμό που σαπίζει.»

Κι αργότερα, στη σελ. 147:

«Απ’ όσα είπαμε πιο πάνω για την οικονομική ουσία του ιμπεριαλισμού βγαίνει ότι πρέπει να τον χαρακτηρίσουμε μεταβατικό ή, πιο σωστά, σαν καπιταλισμό που πεθαίνει.»

Μάλιστα στο Λένιν ΒΙ. (2006). Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση. Σύγχρονη Εποχή. Αθήνα. 7. Μαρξισμός ή προυντονισμός;, σελ. 144, γίνεται φανερό ότι ο ιμπεριαλισμός αποτελεί την ιστορική απάντηση του κεφαλαίου στην υπερωρίμανσή του, τη στρατηγική με την οποία επιβιώνει και παρατείνει ιστορικά την κυριαρχία του:

«Ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν έζησαν να δουν τον ιμπεριαλισμό. Τώρα έχει διαμορφωθεί ένα σύστημα μιας χούφτας (5 – 6 τον αριθμό) ‘μεγάλων’ ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, που η καθεμιά τους καταπιέζει ξένα έθνη και η καταπίεση αυτή είναι μια από τις πηγές για ν’ αναβάλλεται τεχνητά η πτώση του καπιταλισμού, να υποστηρίζεται τεχνητά ο οπορτουνισμός και ο σοσιαλσωβινισμός των ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων που κυριαρχούν στον κόσμο.»

Αυτή η στρατηγική επιβίωσης έρχεται μέσα από μια αλλαγή της ίδιας της ουσίας του, όπως διακρίνουμε πίσω από τις γραμμές στο (‘Πόλεμος & Επανάσταση’ σημ. 27), Κεφάλαιο Ι. Οι αρχές του σοσιαλισμού και ο πόλεμος του 1914-1915. Ο σημερινός πόλεμος είναι πόλεμος ιμπεριαλιστικός. σελ. 106-107:

«Ο ιμπεριαλισμός είναι η ανώτατη βαθμίδα ανάπτυξης του καπιταλισμού, στην οποία έφτασε μόλις τον 20ό αιώνα. Ο καπιταλισμός δεν χωράει πια στα στενά πλαίσια των εθνικών κρατών, που χωρίς το σχηματισμό τους δεν μπορούσε να ανατρέψει τη φεουδαρχία. Ο καπιταλισμός έχει αναπτύξει σε τέτοιο βαθμό τη συγκέντρωση ώστε τα συνδικάτα, τα τραστ, οι ενώσεις των καπιταλιστών-δισεκατομμυριούχων έχουν βάλει στο χέρι ολόκληρους κλάδους της βιομηχανίας και σχεδόν όλη η υδρόγειος έχει μοιραστεί ανάμεσα στους ‘μεγιστάνες του κεφαλαίου’ είτε με τη μορφή των αποικιών είτε με το τύλιγμα των ξένων χωρών σε χιλιάδες νήματα της οικονομικής εκμετάλλευσης. Το ελεύθερο εμπόριο και ο συναγωνισμός έχουν αντικατασταθεί από την τάση προς το μονοπώλιο, προς την κατάκτηση εδαφών για επένδυση κεφαλαίων, για εξαγωγή πρώτων υλών κτλ. Από απελευθερωτής των εθνών, όπως ήταν ο καπιταλισμός στην πάλη ενάντια στη φεουδαρχία, ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός έγινε ο μεγαλύτερος καταπιεστής των εθνών. Ο καπιταλισμός από προοδευτικός που ήταν έγινε τώρα αντιδραστικός, ανέπτυξε σε τέτοιο βαθμό τις παραγωγικές δυνάμεις που η ανθρωπότητα πρέπει είτε να περάσει στο σοσιαλισμό είτε επί χρόνια ή και επί δεκαετίες να υφίσταται την πάλη των ‘μεγάλων’ Δυνάμεων για την τεχνητή διατήρηση του καπιταλισμού μέσω των αποικιών, των μονοπωλίων, των προνομίων και της κάθε λογής καταπίεσης.»