1

Η Κατάσταση του Καπιταλισμού

μετ. Δημήτρης Κούλος

επιμ. Διονύσης Περδίκης

Μεταφράζουμε και αναδημοσιεύουμε ανάρτηση από το ιστολόγιο του Μichael Roberts στο οποίο παρουσιάζει μια κριτική του πρόσφατου βιβλίου του Ευρωπαϊκού Ερευνητικού Δικτύου για την Κοινωνική και Οικονομική Πολιτική με επικεφαλής τον Κ. Λαπαβίτσα υπό τον τίτλο Η Κατάσταση του Καπιταλισμού.

Η ανάρτηση έχει ενδιαφέρον διότι αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του κριτικού διαλόγου εντός της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας μεταξύ δύο ρευμάτων:

  • το – ας το αποκαλέσουμε – «αναθεωρητικό», το οποίο εκφράζει σε αυτήν την περίπτωση το εν λόγω βιβλίο, προσπαθεί να καινοτομήσει θεωρητικά για να εξηγήσει τα φαινόμενα του σύγχρονου καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού,
  • το «δογματικά ορθόδοξο» ρεύμα, το οποίο ασκεί έντονη – και ως επί το πλείστον δίκαιη  – κριτική στο πρώτο, αποδίδοντάς του αντιφάσεις, εσωτερικές, με τα εμπειρικά δεδομένα, αλλά και με την κλασσική μαρξική θεωρία του Κεφαλαίου.

Το δεύτερο αυτό ρεύμα εκπροσωπείται από την ανάρτηση αυτή του M. Roberts, ο οποίος εστιάζει την κριτική του στην κεντρική σημασία που επιφυλάσσει το βιβλίο για την κατανόηση του σύγχρονου καπιταλισμού στη λεγόμενη «χρηματιστικοποίηση» (αναφέρεται μάλιστα στη σχετική κριτική του Σ. Μαυρουδέα), στις βασικές αιτιακές σχέσεις μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, παραγωγής και κυκλοφορίας, κερδοφορίας, επενδύσεων και παραγωγικότητας, ως προς τις οποίες το βιβλίο αποκλίνει σημαντικά από τη μαρξική θεωρία, καθώς και στη θεωρητική και εμπειρική αμφισβήτηση του μαρξικού νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους εκ μέρους των συγγραφέων του βιβλίου. Σε όλα τα παραπάνω θέματα, οι συγγραφείς του βιβλίου «θολώνοντας» τα νερά και μεροληπτώντας υπέρ της σφαίρας της κυκλοφορίας (συμπεριλαμβανομένης της περιβόητης «χρηματιστικοποίησης») έναντι της παραγωγής (άνοδος οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου, πτώση ποσοστού κέρδους), της ζήτησης έναντι της προσφοράς (π.χ. ως προς τον πληθωρισμό) και της παραγωγικότητας έναντι της κερδοφορίας (για την εξήγηση του ρυθμού ανάπτυξης), καταλήγουν σε προτάσεις πολιτικής που μάλλον προσομοιάζουν με μια ριζοσπαστική εκδοχή της σοσιαλδημοκρατίας, όπως παρατηρεί και ο M. Roberts.

Ωστόσο, εκτιμούμε ότι η κριτική του M. Roberts εκκινεί από μάλλον δογματικές θέσεις, οι οποίες υποτιμούν την ανάγκη περαιτέρω ανάπτυξης της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας προκειμένου να εξηγήσει τα φαινόμενα που κυριαρχούν στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, και μάλιστα στη σύγχρονή του φάση της ιμπεριαλιστικής διεθνοποίησης της παραγωγής. Αναφερθήκαμε και αλλού (βλ. εδώ και εδώ) σε μια τέτοια κριτική προς τον M. Roberts και δε θα επανέλθουμε, παρά μόνο για να σχολιάσουμε ότι τείνει να υποτιμά τις προκλήσεις που θέτει στη μαρξιστική πολιτική οικονομία ο σύγχρονος διεθνής καταμερισμός της εργασίας και ιδιαίτερα ο καταμερισμός μεταξύ παραγωγικών και μη παραγωγικών δραστηριοτήτων.

Σε κάθε περίπτωση είναι ενδιαφέρον ότι και τα δύο ρεύματα συγκλίνουν στην απόρριψη σημαντικών πλευρών της κλασσικής λενινιστικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού, όπως η ιμπεριαλιστική εξάρτηση, η υπερεκμετάλλευση της εργασίας στα καταπιεζόμενα έθνη και, αντισυμμετρικά αυτής, το φαινόμενο της «εργατικής αριστοκρατίας» στις ιμπεριαλιστικές χώρες…

 

Διονύσης Περδίκης

Η Κατάσταση του Καπιταλισμού

του Μichael Roberts

Το βιβλίο, Η Kατάσταση του Kαπιταλισμού, είναι ένα φιλόδοξο έργο. Γράφτηκε από την κολεκτίβα ΕΕΔΚΟΠ (Σ.τ.Μ., Ευρωπαϊκό Ερευνητικό Δίκτυο για την Κοινωνική και Οικονομική Πολιτική, European Research Network on Social and Economic Policy, ERENSEP) με επικεφαλής τον καθηγητή Κώστα Λαπαβίτσα από το Πανεπιστήμιο SOAS του Λονδίνου και επιδιώκει να αναλύσει όλες τις πτυχές της κεφαλαιοκρατίας του 21ού αιώνα από μαρξιστική σκοπιά. Έχει επαινεθεί ευρέως από ανθρώπους όπως ο Γιάνης Βαρουφάκης και η Γκρέις Μπλέικλι, κορυφαίοι ροκ σταρ της αριστερής οικονομικής επιστήμης.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς, το βιβλίο “είναι το αποτέλεσμα συλλογικής γραφής που συνδυάζει διαφορετικούς τύπους γνώσεων και εμπειριών, ενώ παράλληλα βρίσκει μια κοινή φωνή. Εδώ και αρκετά χρόνια, το Ευρωπαϊκό Ερευνητικό Δίκτυο για την Κοινωνική και Οικονομική Πολιτική (EReNSEP) συντηρείται μέσω των εθελοντικών προσπαθειών των μελών του…. το αποτέλεσμα συλλογικής συγγραφής που συνδυάζει διαφορετικούς τύπους γνώσεων και εμπειριών, ενώ παράλληλα βρίσκει μια κοινή φωνή“.

Σε αυτή την κριτική, δεν είναι δυνατόν να καλύψω όλα τα μέρη της ανάλυσης του σύγχρονου καπιταλισμού στα οποία αναφέρεται το βιβλίο. Έτσι θα επικεντρωθώ στα σημεία στα οποία συμφωνώ ή διαφωνώ με αυτό που θα ονομάσω “η Κολεκτίβα” και την ανάλυση και τα συμπεράσματά της.

Το βιβλίο ξεκινά με μια επισκόπηση της κεφαλαιοκρατίας αυτού του αιώνα. Η Κολεκτίβα υποστηρίζει ότι η κεφαλαιοκρατία είναι πολύ πιο αδύναμη από ό, τι στον 20ό αιώνα. Και οι ρίζες αυτής της αδυναμίας βρίσκονται στην πιο αργή συσσώρευση κεφαλαίου, ιδιαίτερα μετά το “μεσοδιάστημα” της Μεγάλης Ύφεσης του 2007-9. “Οι βασικές οικονομίες σε όλο τον κόσμο χαρακτηρίζονται από αδύναμη παραγωγή και ληστρική χρηματιστικοποίηση. Η χρηματιστικοποίηση έχει παγιωθεί, και η χρηματιστικοποίηση παραμένει ο κύριος δικαιούχος των κυβερνητικών πολιτικών καθώς και η πηγή μυθικού πλούτου για ένα ολιγαρχικό κομμάτι της κοινωνίας. Στους ιστορικούς τόπους του προηγμένου καπιταλισμού, η ανάπτυξη είναι αδύναμη, η απασχόληση είναι επισφαλής και η φτώχεια ενδημική, ενώ οι εισοδηματικές διαφορές συνεχίζουν να διευρύνονται, δημιουργώντας τεράστια κοινωνικά ρήγματα. Ο νεοφιλελεύθερος χρηματιστικοποιημένος καπιταλισμός, κυρίαρχος για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, δείχνει σημάδια εξάντλησης”.

Αμέσως, μπορούμε να δούμε ότι η Κολεκτίβα προσδιορίζει το κύριο (νέο) χαρακτηριστικό του σύγχρονου καπιταλισμού: τη χρηματιστικοποίηση. Αυτό είναι ένα κυρίαρχο θέμα σε όλο το βιβλίο. Για την Κολεκτίβα, η κύρια αιτία της αυξανόμενης αδυναμίας της καπιταλιστικής ανάπτυξης σε αυτόν τον αιώνα μπορεί να βρεθεί στη χρηματιστικοποίηση: “Στη ρίζα της βρισκόταν η αδυναμία της καπιταλιστικής συσσώρευσης στις χώρες του πυρήνα, η οποία επιδεινώθηκε από την πρόοδο της χρηματιστικοποίησης για αρκετές δεκαετίες- όλα τα σημάδια βρίσκονταν εκεί από τη Μεγάλη Κρίση του 2007-09″.

Όπως θα γνωρίζουν οι τακτικοί αναγνώστες αυτού του ιστολογίου, θεωρώ τον όρο “χρηματιστικοποίηση” είτε πολύ γενικευμένο είτε/και προβληματικό. Ειδικότερα, βλ. το εξαιρετικό άρθρο του Σταύρου Μαυρουδέα. Όπως παραδέχεται η Κολεκτίβα: “Η τεράστια βιβλιογραφία σχετικά με τη χρηματιστικοποίηση στις κοινωνικές επιστήμες δεν έχει παράξει ένα νόημα κοινής αποδοχής για τον όρο”. Οι συγγραφείς τον ορίζουν ως “έναν ιστορικό μετασχηματισμό της ώριμης κεφαλαιοκρατίας που αντανακλά, πρώτον, την εξαιρετική ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα σε σχέση με την υπόλοιπη οικονομία και, δεύτερον, την εξάπλωση των χρηματοπιστωτικών πρακτικών και συμφερόντων ανάμεσα σε μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και άλλους θεμελιώδεις παράγοντες της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης”.

Αν με αυτό, η Κολεκτίβα εννοεί ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας στις κεφαλαιοκρατικές οικονομίες έχει αυξηθεί σε μέγεθος και σε επιρροή πάνω στους παραγωγικούς τομείς και ως εκ τούτου έχει αυξηθεί το μερίδιο των συνολικών κερδών που πηγαίνει σε χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες σε αντίθεση με τις παραγωγικές δραστηριότητες, τότε αυτό είναι αναμφίβολα αλήθεια. Αλλά νομίζω ότι η Κολεκτίβα εννοεί κάτι περισσότερο από αυτό. Τώρα στην σύγχρονη κεφαλαιοκρατία: “Η συσσώρευση πλούτου επωφελήθηκε από την πολλαπλασιαζόμενη χρηματοπιστωτική απαλλοτρίωση, χαρακτηριστικό γνώρισμα του ληστρικού χρηματιστικού καπιταλισμού”. Και συγκεκριμένα, το γιγαντιαίο σοκ της Μεγάλης Ύφεσης του 2008-9 “ξεπήδησε από την επιθετική χρηματιστικοποίηση των χωρών του πυρήνα κατά τη διάρκεια των δύο προηγούμενων δεκαετιών”. Έτσι, η κρίση της κεφαλαιοκρατίας στον 21ο αιώνα οφείλεται κυρίως στην “αποδιάρθρωση του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 2000“. Δεν οφείλεται πρωτίστως σε κάποια επιδείνωση της συσσώρευσης του παραγωγικού κεφαλαίου.

Πράγματι, η Κολεκτίβα απορρίπτει τον νόμο του Μαρξ περί φθίνουσας κερδοφορίας ως σχετικό με τις κρίσεις της σύγχρονης κεφαλαιοκρατίας. Η απόρριψή του καλύπτεται από μια αντιφατική και συγκεχυμένη ανάλυση του νόμου και των επιπτώσεών του στη συσσώρευση του κεφαλαίου. Κατ’ αρχάς, έχουμε μια εκλεκτική άποψη: “Η αναιμική επίδοση της συσσώρευσης στη δεκαετία του 2010 οφειλόταν εν μέρει στην καταστολή της συνολικής ζήτησης καθώς τα κράτη του πυρήνα εφάρμοζαν πολιτικές λιτότητας, αλλά ακόμη πιο σημαντική (η υπογράμμιση δική μου) ήταν η υποβόσκουσα αδυναμία από την πλευρά της παραγωγής“. Άρα είναι και τα δύο.

Σύμφωνα με αυτή την εκλεκτική άποψη, κατά την εξέταση της συνολικής ζήτησης και προσφοράς, για τη μαρξιστική πολιτική οικονομία, “οι δύο πλευρές δεν μπορούν να διαχωριστούν αυστηρά”. Αλλά η διαδικασία της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης παρουσιάζεται ως μια διαδικασία όπου η παραγωγή λαμβάνει χώρα “διαμορφώνοντας προσδοκίες για τη ζήτηση και παράγοντας προϊόντα με βάση το κόστος που προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από τους πραγματικούς μισθούς και την τεχνολογία. Τα επιχειρηματικά σχέδια συμβάλλουν στον καθορισμό της συνολικής ζήτησης με τη μορφή τόσο των επενδύσεων όσο και της κατανάλωσης, αλλά αν η αναμενόμενη ζήτηση δεν υλοποιηθεί, η παραγωγή περιορίζεται. Επιπλέον, η ώθηση για καινοτομία και υιοθέτηση νέων τεχνολογιών επηρεάζεται αρνητικά όταν η ζήτηση είναι αδύναμη για μεγάλο χρονικό διάστημα“. Στην ανάλυση αυτή δεν γίνεται καμία αναφορά στην πιθανότητα ότι η μείωση της προσφοράς, των επενδύσεων ή του κέρδους μπορεί να προκαλέσει μείωση της συνολικής ζήτησης. Και όμως, η Κολεκτίβα συνεχίζει λέγοντας ότι “οι καπιταλιστικές οικονομίες στηρίζονται κυρίως στην παραγωγή, όπου παράγεται αξία και υπεραξία. Η πλευρά της παραγωγής είναι τελικά ο καθοριστικός παράγοντας για τη συνολική απόδοση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης” (και πάλι η υπογράμμιση δική μου). Μπερδεύει.

Στη συνέχεια, η Κολεκτίβα ασχολείται με το νόμο του Μαρξ για την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και τη σημασία του για τις κρίσεις συσσώρευσης και παραγωγής στη σύγχρονη κεφαλαιοκρατία. Από τη μία πλευρά, λένε ότι “η μεταβλητή που συνοψίζει με τον πιο χρήσιμο τρόπο την υποκείμενη συνθήκη της συνολικής προσφοράς είναι το μέσο ποσοστό κέρδους, ιδίως αυτό των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων. Το σημείο εκκίνησης για την ανάλυση της αδυναμίας συσσώρευσης στη δεκαετία του 2010 είναι η συμπεριφορά της κερδοφορίας πριν και μετά τη Μεγάλη Κρίση του 2007-09“.

Στη συνέχεια όμως η Κολεκτίβα μας λέει ότι ο νόμος του Μαρξ που αναλύει το ποσοστό κέρδους είναι στην πραγματικότητα “διφορούμενος“. Βλέπετε, “η άνοδος του ποσοστού εκμετάλλευσης θα ενίσχυε το ποσοστό κέρδους, και ο αντίκτυπος θα μπορούσε να είναι ακόμη μεγαλύτερος αν η αξιακή σύνθεση μειωνόταν. Αν, από την άλλη πλευρά, η αξιακή σύνθεση αυξανόταν, θα έδινε μια καθοδική ώθηση στο ποσοστό κέρδους που θα μπορούσε ενδεχομένως να υπερβεί την ώθηση από την αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης, μειώνοντας έτσι το ποσοστό κέρδους. Για άλλη μια φορά, ωστόσο, στο πλαίσιο λογικών παραδοχών για τα μεγέθη, μια αύξηση της παραγωγικότητας θα αύξανε πιθανότατα το μέσο ποσοστό κέρδους“. Έτσι, η Κολεκτίβα αποδέχεται τη συνήθη θεωρητική απόρριψη του νόμου του Μαρξ ότι είναι “απροσδιόριστος“.

Και πάλι, όσοι από εσάς είστε τακτικοί αναγνώστες αυτού του ιστολογίου, γνωρίζετε ότι αυτό είναι ανοησία. Με απλά λόγια, ο Μαρξ υποστηρίζει ότι με την πάροδο του χρόνου η κεφαλαιοκρατική συσσώρευση παίρνει τη μορφή μιας αυξανόμενης οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (δηλαδή αυξανόμενης επένδυσης σε μέσα παραγωγής σε σχέση με την επένδυση στην απασχόληση της εργασίας). Αν αυτό είναι σωστό, τότε θα υπάρχει μια τάση μείωσης του μέσου ποσοστού κέρδους. Ναι, υπάρχουν αντίρροποι παράγοντες, όπως ένα αυξανόμενο ποσοστό εκμετάλλευσης των εργαζομένων, ή πιθανώς η πτώση του κόστους των μέσων παραγωγής – και στο εθνικό πλαίσιο, η καλύτερη κερδοφορία από το εμπόριο και τις επενδύσεις στο εξωτερικό ή από την κερδοσκοπία του χρηματοπιστωτικού τομέα (αυτό που ο Μαρξ ονόμασε πλασματικό κεφάλαιο). ΑΛΛΑ αυτοί οι αντισταθμιστικοί παράγοντες δεν επαρκούν διαχρονικά για να αντιστρέψουν την καθοδική πίεση στο ποσοστό κέρδους. Όλα αυτά εξηγούνται καλά από τον Μαρξ στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου, στα κεφάλαια 13-15 και αναπτύχθηκαν από πολλούς μαρξιστές συγγραφείς έκτοτε.

Πράγματι, αν δεχτεί κανείς ότι ο νόμος είναι “διφορούμενος” ή “απροσδιόριστος“, τότε ο νόμος του Μαρξ είναι άχρηστος ως εργαλείο για την ανάλυση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης και των κρίσεων παραγωγής. Γι’ αυτό, στην ουσία, η Κολεκτίβα καταφεύγει σε εναλλακτικές θεωρίες. Πρώτον, υποστηρίζουν ότι το ποσοστό κέρδους πέφτει μόνο λόγω της αύξησης των μισθών (αυτή είναι η κλασική νεο-ρικαρδιανή άποψη)· και δεύτερον, πέφτει μόνο όταν η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας επιβραδύνεται ή μειώνεται.

Και εδώ έχουμε μια ακόμη συγκεχυμένη θέση της Κολεκτίβας. Υποστηρίζουν ότι “η παραγωγικότητα της εργασίας είναι ο κινητήριος μοχλός του καπιταλισμού, το μέσο μέσω του οποίου αυξάνονται τα κέρδη και οι επιχειρήσεις κερδίζουν τη μάχη του ανταγωνισμού μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα“. Αλήθεια; Δεν είναι η κινητήρια μηχανή του καπιταλισμού τα κέρδη, αλλά η παραγωγικότητα; Η ανάλυση της Κολεκτίβας έχει αντιστρέψει τον Μαρξ. Η θεωρία του Μαρξ για τη συσσώρευση και τις κρίσεις αναγνωρίζει ότι η κερδοφορία του κεφαλαίου καθορίζει τελικά το ρυθμό συσσώρευσης στα μέσα παραγωγής και την απασχόληση, και ο ρυθμός συσσώρευσης (ή επένδυσης) οδηγεί στη συνέχεια την παραγωγικότητα της εργασίας. Η βασική αντίφαση για τον Μαρξ είναι ότι η επιδίωξη για υψηλότερη κερδοφορία μέσω της εκμηχάνισης μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερη παραγωγικότητα, αλλά οδηγεί επίσης σε πτώση της κερδοφορίας. Έτσι, η διαδικασία συσσώρευσης ιδρύεται. Για την Κολεκτίβα, συμβαίνει το αντίστροφο: “η πορεία του μέσου ποσοστού κέρδους, η οποία αντανακλά (η υπογράμμιση και πάλι δική μου) την υποκείμενη δύναμη της συσσώρευσης” και “θα μπορούσε να αναλυθεί χρήσιμα μέσω της κίνησης των πραγματικών μισθών και της παραγωγικότητας της εργασίας“. Έτσι, το κέρδος και η κερδοφορία εξαρτώνται από την παραγωγικότητα της εργασίας, όχι το αντίστροφο όπως στον Μαρξ.

Αυτό οδηγεί την Κολεκτίβα να υποστηρίξει ότι, ενώ η αύξηση της συσσώρευσης κεφαλαίου (επενδύσεις σε μέσα παραγωγής) έχει επιβραδυνθεί τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, αυτό δεν οφείλεται σε κάποια μείωση της κερδοφορίας, αλά Μαρξ. Πράγματι, υποστηρίζουν ότι υπήρξε μια “μάλλον επίπεδη τάση” στην κερδοφορία – ίσως με ήπια άνοδο – ακολουθώντας παράλληλα μια κυκλική πορεία, σε γενικές γραμμές σύμφωνη με τις συνολικές διακυμάνσεις της οικονομίας“. Έτσι, ο νόμος του Μαρξ είναι και λανθασμένος θεωρητικά και διαψεύδεται εμπειρικά.

Θα μπορούσα να περάσω αρκετή ώρα υποστηρίζοντας ότι αυτό είναι λάθος. Αλλά σκεφτείτε το παραπάνω γράφημα της Κολεκτίβας στο βιβλίο σχετικά με την κερδοφορία του μη χρηματοπιστωτικού τομέα των ΗΠΑ. Ξεκινά από το 1980, αφήνοντας έτσι εκτός την τεράστια πτώση της κερδοφορίας από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Δεν είναι απολύτως σαφές ποια μέθοδος και ποιες πηγές χρησιμοποιήθηκαν, αλλά ακόμη και έτσι, το γράφημα δείχνει μια κορύφωση της κερδοφορίας το 2006 πριν από τη Μεγάλη Ύφεση και μια πτωτική τάση από τότε. Αν όμως επεκτείνουμε τα δεδομένα πιο πίσω, χρησιμοποιώντας το μέτρο της μη χρηματοπιστωτικής κερδοφορίας που χρησιμοποιεί η ίδια η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, τότε αυτά διηγούνται μια σαφέστερη ιστορία.

Για περισσότερα σχετικά με χρήσιμα μέτρα για την κερδοφορία, βλέπε https://fredaccount.stlouisfed.org/public/dashboard/53250 και επίσης το έργο των Basu-Wasner για το ποσοστό κέρδους https://dbasu.shinyapps.io/Profitability/.

Έχοντας απορρίψει (αντιστρέψει) τον νόμο του Μαρξ για την κερδοφορία, η Κολεκτίβα συνεχίζει το επιχείρημά της ότι η χαμηλή παραγωγικότητα και όχι η χαμηλή κερδοφορία ήταν το κλειδί για την αδυναμία της κεφαλαιοκρατίας στον 21ο αιώνα. “Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών της χρηματιστικοποίησης, η ισχνή αύξηση της παραγωγικότητας άμβλυνε τον “εσωτερικό μηχανισμό” στις χώρες του πυρήνα”. Απομακρυνόμενη από την κερδοφορία, η Κολεκτίβα εστιάζει στη συνολική ζήτηση ως το πρόβλημα. “Η συνολική ζήτηση στις χώρες του πυρήνα ήταν επίμονα αδύναμη καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 2010, καθώς ο ιδιωτικός τομέας κατέγραφε φτωχά αποτελέσματα τόσο στις επενδύσεις όσο και στην κατανάλωση και καθώς αρκετές κυβερνήσεις ακολουθούσαν πολιτικές δημοσιονομικής λιτότητας”. Αυτός είναι ο κλασικός κεϋνσιανισμός.

Η συνολική ζήτηση αποτελείται τόσο από την επενδυτική όσο και από την καταναλωτική ζήτηση. Η Κολεκτίβα υποστηρίζει ότι η διαφαινόμενη αδυναμία της συνολικής ζήτησης φαίνεται στην πτώση των επενδύσεων ως ποσοστό του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ).

Όμως, αυτή η μείωση των επενδύσεων ως προς το ΑΕΠ και ως προς το θέμα αυτό, η επιβράδυνση της αύξησης των επενδύσεων κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, οφειλόταν στην ανεπαρκή ζήτηση ή/και στην επιβράδυνση της αύξησης της παραγωγικότητας, ή οφειλόταν στην αποδυνάμωση της κερδοφορίας, ιδίως από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και ιδίως στους παραγωγικούς τομείς; – όπως δείχνει το παραπάνω γράφημα της Fed. Τα στοιχεία πολλών μαρξιστών μελετητών θα υποστήριζαν ότι η κερδοφορία ήταν το κλειδί. Προσέξτε στο παρακάτω γράφημα πόσο στενή είναι η συσχέτιση μεταξύ των κινήσεων του ποσοστού κέρδους και των κινήσεων των επιχειρηματικών επενδύσεων.

Η Κολεκτίβα συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι “η ανεπάρκεια της ιδιωτικής συνολικής ζήτησης ήταν επίσης ορατή στην κατανάλωση ως ποσοστό του ΑΕΠ”. Κοιτάξτε όμως το διάγραμμα που παραθέτουν γι’ αυτό.

Στο διάγραμμα, δεν υπάρχει σημαντική πτώση της καταναλωτικής ζήτησης από τη δεκαετία του 1980, σε αντίθεση με τις επενδύσεις. Η κατανάλωση των ΗΠΑ ως προς το ΑΕΠ αυξάνεται καθ’ όλη τη διάρκεια, ενώ όλες οι άλλες χώρες (εκτός από τη Γερμανία) έχουν σταθερό λόγο μέχρι τη Μεγάλη Ύφεση. Και έχω δείξει ότι σε κάθε κρίση του καπιταλισμού από το 1945 και μετά, είναι οι επενδύσεις που καταρρέουν πρώτες, όχι η κατανάλωση, η οποία γενικά παραμένει σταθερή. Έτσι, η “ανεπαρκής ζήτηση” προέρχεται από τις επενδύσεις, όχι από την κατανάλωση, στον καπιταλιστικό επιχειρηματικό κύκλο· και οι επενδύσεις καθοδηγούνται από την κερδοφορία (προηγούμενη και αναμενόμενη).

Για την Κολεκτίβα, η πρόσφατη αδυναμία της κεφαλαιοκρατίας πρέπει να εξηγηθεί κυρίως από “τη σχετική υποχώρηση της χρηματιστικοποίησης στη δεκαετία του 2010“. Αλλά και πάλι, το διάγραμμα του χρέους του μη χρηματοπιστωτικού τομέα προς το ΑΕΠ που προσφέρεται ως απόδειξη δεν επιβεβαιώνει αυτό το χαρακτηριστικό.

Κατά την περίοδο 2002-2020, το χρέος των αμερικανικών μη χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων προς το ΑΕΠ αυξάνεται. Ο λόγος της Γερμανίας και της Ιαπωνίας το 2020 είναι ο ίδιος με το 2002. Η Γαλλία εκτοξεύεται. Μόνο το Ηνωμένο Βασίλειο παρουσιάζει σημαντική μείωση. Η Κολεκτίβα αναφέρει ότι “η χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία με τη συμμετοχή της εργατικής τάξης των ΗΠΑ – συχνά των φτωχότερων μητροπολιτικών στρωμάτων της – και με άξονα τη σκιώδη χρηματιστικοποίηση, ήταν ο κύριος ένοχος της τεράστιας φούσκας που οδήγησε στην κατάρρευση του 2007-09 και την επακόλουθη παγκόσμια κρίση. Η μοναδικότητα αυτής της εξέλιξης στην ιστορία της κεφαλαιοκρατίας δεν μπορεί να υπερτονιστεί“. Λοιπόν, ίσως και να υπερτονίζεται.

Κατά την άποψή μου, ο ισχυρισμός της Κολεκτίβας ότι η σημερινή αδυναμία της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης και της οικονομικής ανάπτυξης – και οι πρόσφατες μεγάλες κρίσεις – είναι αποτέλεσμα της χαμηλής αύξησης της παραγωγικότητας, της ανεπαρκούς συνολικής ζήτησης και της κατάρρευσης της χρηματιστικοποίησης είναι στην καλύτερη περίπτωση επιφανειακός, συγκεχυμένος και απλώς λανθασμένος (τουλάχιστον με μαρξιστικούς όρους).

Η Κολεκτίβα αφιερώνει πολύ χώρο και κεφάλαια στη διερεύνηση της ανόδου του χρηματοπιστωτικού τομέα, της “σκιώδους χρηματιστικοποίησης”, του κρατικά υποστηριζόμενου πλαστικού χρήματος (Σ.τ.Μ., ποσωτική χαλάρωση, quantitative easing, QE) και της στήριξης των υπερχρεωμένων “εταιρειών-ζόμπι” με ακόμη περισσότερο χρέος. Πρόκειται για έναν πολύτιμο απολογισμό. Αλλά το ερώτημα για μένα παραμένει: γιατί αυτές οι συνιστώσες της “χρηματιστικοποίησης” επεκτάθηκαν τόσο πολύ τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες; Για μένα, η απάντηση βρίσκεται στην αυξανόμενη αδυναμία των παραγωγικών επενδύσεων, η οποία οφείλεται στη μακροχρόνια μείωση της κερδοφορίας. Αυτό ανάγκασε τις νομισματικές αρχές και το κράτος να παρέμβουν για να προσπαθήσουν να στηρίξουν την κεφαλαιοκρατική συσσώρευση και να αμβλύνουν τις επιπτώσεις της ύφεσης της παραγωγής “τυπώνοντας” χρήμα και αυξάνοντας την πίστωση/το χρέος.

Σε αυτό το ζήτημα, η Κολεκτίβα ασκεί έντονη κριτική στη Σύγχρονη Νομισματική Θεωρία (Σ.τ.Μ., ΣΝΘ, Modern Monetary Theory, MMT), ορθά κατά τη γνώμη μου, επειδή υποστηρίζει ότι η επέκταση του χρήματος και της πίστωσης από το κράτος δεν θα είναι επιβλαβής για την κεφαλαιοκρατική οικονομία. “Πρώτον, η ΣΝΘ υποτιμά τον κίνδυνο κερδοσκοπίας χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων που είναι συνυφασμένος με την επεκτατική νομισματική πολιτική“. Και “το πιο σημαντικό, η ΣΝΘ αγνοεί σε μεγάλο βαθμό τη σημασία των μετασχηματιστικών παρεμβάσεων των κυβερνήσεων από την πλευρά της συνολικής προσφοράς και εστιάζει κυρίως στη συνολική ζήτηση (!). Οι προτάσεις της ΣΝΘ στοχεύουν στην αλλαγή της κατανομής του εισοδήματος χωρίς να αλλάζουν ριζικά τη δομή της παραγωγής“. Πράγματι. Και όμως, το συμπέρασμα της ίδιας της ανάλυσης της Κολεκτίβας ότι οι κρίσεις στον σύγχρονο καπιταλισμό είναι κυρίως αποτέλεσμα της αδυναμίας της συνολικής ζήτησης θα έδειχνε επίσης ότι οι δημοσιονομικές δαπάνες και το τύπωμα χρήματος για την ενίσχυση της συνολικής ζήτησης θα μπορούσαν να αποφύγουν ή να επιλύσουν τις κρίσεις στην κεφαλαιοκρατία.

Η ανάλυση της Κολεκτίβας οδηγεί επίσης σε μια συγκεχυμένη εξήγηση της μεταπανδημικής πληθωριστικής αιχμής. Η Κολεκτίβα ξεκινά λέγοντας ότι “η επιστροφή του πληθωρισμού οφειλόταν σαφώς στη στήριξη της συνολικής ζήτησης που παρείχαν τα κράτη του πυρήνα το 2020-21“. Αλλά στη συνέχεια προσθέτει: “Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, ωστόσο, αντανακλούσε την υποκείμενη αδυναμία της πλευράς της προσφοράς και την παγιωμένη κακοδαιμονία της συσσώρευσης που συζητήθηκε σε προηγούμενα κεφάλαια“. Ποιά είναι αυτή; Η Κολεκτίβα κάνει τελικά μια επιλογή. “Η άνοδος του πληθωρισμού έδειξε ότι οι κακές επιδόσεις της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης στις χώρες του πυρήνα μετά τη Μεγάλη Κρίση του 2007-09 δεν οφειλόταν απλώς στην επίμονη λιτότητα που συμπίεζε τη συνολική ζήτηση. Το πρόβλημα είχε να κάνει με την υποκείμενη αδυναμία της συνολικής προσφοράς – ήταν διαρθρωτικό και βαθύ“. Πράγματι, αλλά πώς συμβιβάζεται αυτό με το προηγούμενο επιχείρημα ότι η έλλειψη συνολικής ζήτησης ήταν η βασική αιτία των κεφαλαιοκρατικών κρίσεων και όχι κάποιο πρόβλημα στην πλευρά της προσφοράς;

Η Κολεκτίβα καταλήγει (σωστά) ότι “Το πραγματικό ζήτημα, ωστόσο, ήταν η αδυναμία της συνολικής προσφοράς να ανταποκριθεί ανάλογα, και από αυτή την άποψη η Ποσοτική Θεωρία του Χρήματος έχει ελάχιστα να προσφέρει“. Αλλά στη συνέχεια η Κολεκτίβα επανέρχεται: “Ο πληθωρισμός στη δεκαετία του 2020 ωθήθηκε από την ώθηση της συνολικής ζήτησης, ιδίως καθώς οι επεκτατικές πολιτικές των κρατών του πυρήνα επιδεινώθηκαν από την άρση των περιορισμών του Covid-19 το 2021, η οποία διευκόλυνε την ανάκαμψη της ιδιωτικής δαπάνης“. Αλλά μην βιάζεστε – στην πραγματικότητα δεν ήταν τόσο πολύ αυτό. Αντίθετα, “η άνοδος του πληθωρισμού αντανακλούσε πρωτίστως την αδυναμία της συνολικής προσφοράς να ανταποκριθεί επαρκώς στην ανακάμπτουσα ζήτηση. Εν μέρει, αυτό οφειλόταν στη διαταραχή των δικτύων παραγωγής σε όλο τον κόσμο“. Και μαντέψτε τι; “Οφείλονταν επίσης στη βαθιά – και συναφή – κακοδαιμονία της παραγωγικής πλευράς στις χώρες του πυρήνα που εκδηλώνεται με την κακή κερδοφορία, τη χαμηλή αύξηση της παραγωγικότητας και την επικράτηση των επιχειρήσεων-ζόμπι, όπως συζητήθηκε“. Πράγματι. Αλλά σε περίπτωση που οι αναγνώστες δεν θυμούνται τον απώτερο παράγοντα: “Η αδυναμία της προσφοράς να ανταποκριθεί οφειλόταν στην υποκείμενη δυσφορία της χρηματιστικοποιημένης κεφαλαιοκρατίας“. Έτσι, φτάνουμε στο τέλος του κύκλου, χωρίς καμία ένδειξη για το από πού να ξεκινήσουμε.

Το ζήτημα του ιμπεριαλισμού και της φύσης του στον 21ο αιώνα είναι απαραίτητο να κατανοηθεί. Η Κολεκτίβα αντιμετωπίζει με σθένος αυτό το καθήκον. “Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της κλασικής μαρξιστικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού είναι ότι συνδέει τη μορφή και το περιεχόμενο του ιμπεριαλισμού με τα υποκείμενα οικονομικά συμφέροντα του κεφαλαίου“. Αναλύοντας τον ιμπεριαλισμό, η Κολεκτίβα αναθεωρεί την προηγούμενη άποψή της για τη χρηματιστικοποίηση. “Η συμπεριφορά των μονοπωλιακών μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων αποτελεί πυλώνα της σύγχρονης χρηματιστικοποίησης, αλλά πρέπει να προσεγγιστεί με προσοχή. Είναι παραπλανητικό, για παράδειγμα, να σκεφτούμε ότι τα γιγαντιαία μονοπώλια επιλέγουν διαρκώς μεταξύ της σφαίρας της παραγωγής και της χρηματοπιστωτικής σφαίρας αναζητώντας κέρδη. Δεν υπάρχουν συστηματικές ενδείξεις ότι τα κέρδη των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων στρέφονται σημαντικά προς τις χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, ακόμη και αν οι χρηματοπιστωτικές δεξιότητες και δραστηριότητες έχουν αυξηθεί μεταξύ των βιομηχανικών και εμπορικών επιχειρήσεων“. Ακριβώς. Τα στοιχεία από αλλού δείχνουν ότι οι μη χρηματοπιστωτικές πολυεθνικές επιχειρήσεις δεν πραγματοποιούν το μεγαλύτερο μέρος των κερδών τους από χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, αλλά από παραδοσιακές παραγωγικές επενδύσεις και την εκμετάλλευση του εργατικού δυναμικού τους, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Κατά την άποψή μου, η Κολεκτίβα έχει δίκιο να απορρίπτει την παλιά έννοια της “εργατικής αριστοκρατίας” στις χώρες του πυρήνα, καθώς “δεν έχει μεγάλη πειστικότητα σε έναν κόσμο αχαλίνωτου νεοφιλελευθερισμού, με επισφαλή απασχόληση και τεράστια ανισότητα εντός των χωρών του πυρήνα“. Αλλά με τη σειρά της, η Κολεκτίβα απορρίπτει τις δομιστικές θεωρίες ή τις θεωρίες “εξάρτησης” για να εξηγήσει πώς επιτυγχάνεται η εκμετάλλευση των ανθρώπων στις περιφερειακές οικονομίες από τις πολυεθνικές των ιμπεριαλιστικών χωρών. Έχω τις δικές μου επικρίσεις για αυτές τις θεωρίες της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης.

Αλλά η Κολεκτίβα προχωράει παραπέρα. Η θεωρία της άνισης ανταλλαγής του Μαρξ, όπως εφαρμόζεται στο διεθνές εμπόριο, απορρίπτεται ως εξήγηση της εκμετάλλευσης των πλούσιων έναντι των φτωχών οικονομιών. “Είναι βαθύτατα προβληματικό να προσπαθούμε να αναλύσουμε το εξωτερικό εμπόριο και τις επενδύσεις χρησιμοποιώντας το σχήμα του Μαρξ για την εξίσωση των εγχώριων ποσοστών κέρδους“. Προφανώς, “οι θεωρητικοί της εξάρτησης αγωνίστηκαν να δώσουν μια θεωρητικά και εμπειρικά συνεκτική εξήγηση των οικονομικών μηχανισμών μέσω των οποίων οι πόροι αποστραγγίζονται από την περιφέρεια. Ίσως οι πιο δημοφιλείς εξισώσεις ήταν η “άνιση ανταλλαγή” και η “υπερεκμετάλλευση της εργατικής δύναμης”, αλλά καμία από τις δύο δεν είναι θεωρητικά πειστική“. Αυτή η απόρριψη δεν εξηγείται και όμως υπάρχει άφθονο πρόσφατο έργο που δείχνει τη σημασία της θεωρίας του Μαρξ.

Η Κολεκτίβα θεωρεί ότι αυτές οι παλιές κλασικές μαρξιστικές θεωρίες είναι ξεπερασμένες. Υπήρξαν “σημαντικές αλλαγές στην ανάπτυξη της κεφαλαιοκρατίας από την εποχή που ο Μαρξ δημιούργησε το θεωρητικό του έργο. Ειδικότερα, οι δεσμοί μεταξύ των κυκλωμάτων των βιομηχανικών και των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων αναλύθηκαν προσεκτικά από τους κλασικούς μαρξιστές, για τους οποίους το τραπεζικό κεφάλαιο ήταν ικανό να κυριαρχήσει ακόμη και πάνω στο βιομηχανικό κεφάλαιο, δημιουργώντας έτσι τη νέα μορφή του “χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου“. Η χρηματιστικοποίηση και πάλι.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η οποία ήταν επίσης μάρτυρας της επέκτασης της χρηματιστικοποίησης σε παγκόσμιο επίπεδο, η παγκόσμια οικονομία διαποτίστηκε από παγκόσμια δίκτυα παραγωγής ή, όπως αναφέρονται ευρέως στη βιβλιογραφία, “παγκόσμιες αλυσίδες αξίας” ή “παγκόσμια δίκτυα παραγωγής“.” Ναι, οι παγκόσμιες αλυσίδες αξίας εντός των επιχειρήσεων αποτέλεσαν μια σημαντική οδό για τη μεταφορά αξίας ή κέρδους από τις φτωχές χώρες στις πλούσιες. Αλλά εξακολουθεί να ισχύει ότι το μεγαλύτερο μέρος (τα δύο τρίτα σύμφωνα με την UNCTAD) της μεταφοράς κερδών γίνεται μέσω του διεθνούς εμπορίου και του επαναπατρισμού κερδών από ΑΞΕ και επενδύσεις χαρτοφυλακίου, και όχι μέσω αλυσίδων αξίας εντός πολυεθνικών εταιρειών.

Η ανάλυση της Κολεκτίβας για την άνοδο της Κίνας είναι σαφώς αναζωογονητική σε σύγκριση με τις απόψεις της επικρατούσας οικονομικής επιστήμης και σε σύγκριση με την πλειοψηφία των μαρξιστικών απόψεων. Υποστηρίζουν ότι η Κίνα είναι απλώς άλλη μια ανερχόμενη καπιταλιστική δύναμη χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Έχω ασκήσει κριτική σε αυτά τα επιχειρήματα για την Κίνα μέχρι αηδίας σε αναρτήσεις σε αυτό το ιστολόγιο, οπότε δεν θα αναφερθώ ξανά στα σημεία εδώ. Όμως η Κολεκτίβα προσφέρει μια ενδιαφέρουσα οπτική γωνία για τη φύση της Κίνας: “τόσο ο τρόπος όσο και η έκταση της κρατικής παρέμβασης στην Κίνα διαφέρουν βαθύτατα από εκείνους που υιοθετούν οι ΗΠΑ. Το αμερικανικό κράτος παρέχει υποστήριξη στην χρηματιστικοποιημένη κεφαλαιοκρατία αντλώντας κυρίως από τη διοίκηση του πλαστικού χρήματος, ενώ παράλληλα κινητοποιεί τους στενούς δεσμούς του με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Το κινεζικό κράτος έχει ασφαλώς συμβάλει καταλυτικά στη ραγδαία άνοδο της Κίνας κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, αλλά οι παρεμβάσεις του βασίζονται στην άμεση ιδιοκτησία και τον έλεγχο τόσο των παραγωγικών πόρων όσο και της χρηματοδότησης. Η διαφορά αυτή έχει μεγάλη σημασία για την αναδυόμενη ηγεμονική διαμάχη“.

Πράγματι, όπως έχω υποστηρίξει, η οικονομική επιτυχία της Κίνας δεν είναι προϊόν κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης για κέρδος μέσω των αγορών, αλλά κρατικά καθοδηγούμενων επενδύσεων για την ανάπτυξη και τις κοινωνικές ανάγκες. Οι κεφαλαιοκράτες δεν κυβερνούν την αναπτυξιακή διαδικασία στην Κίνα: “Δεν υπάρχει καμία ανεξάρτητη ιδιωτική καπιταλιστική τάξη στην Κίνα ικανή να αμφισβητήσει άμεσα την κυριαρχία του κράτους στον πυρήνα της κινεζικής οικονομίας“. Η Κολεκτίβα προσδιορίζει πού βρίσκεται τώρα η Κίνα. “Προς το παρόν, το κινεζικό κυβερνητικό μπλοκ φαίνεται να έχει αποφασίσει να συνεχίσει με τον δημόσιο έλεγχο των στρατηγικών παραγωγικών δυνάμεων, ο οποίος στρατολογείται από το Κομμουνιστικό Κόμμα. Ωστόσο, η πίεση για να κινηθεί προς την κατεύθυνση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του ιδιωτικού ελέγχου κάθε άλλο παρά έχει εξαφανιστεί. … Αν η ιδιωτικοποίηση επικρατήσει με κάποιο τρόπο στις τάξεις του κυρίαρχου μπλοκ και στο τιμόνι αναδειχθεί μια αστική τάξη με γνώμονα το κέρδος, είναι δύσκολο να δούμε πώς θα μπορούσε να διατηρηθεί η κινεζική πρόκληση στην ηγεμονία των ΗΠΑ“.

Η Κολεκτίβα θεωρεί την κερδοφορία του κεφαλαίου στην Κίνα ως βασικό δείκτη – γεγονός που προκαλεί έκπληξη δεδομένης της απόρριψης της κερδοφορίας ως σχετικής με τις μεγάλες κεφαλαιοκρατικές οικονομίες. “Ένας σημαντικός παράγοντας είναι οι αλλαγμένες προοπτικές των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων των κορυφαίων κρατικών επιχειρήσεων, κατά την περίοδο μετά τη Μεγάλη Κρίση του 2007-09. Η πλευρά της προσφοράς της κινεζικής οικονομίας έχει αρχίσει να εμφανίζει συμπτώματα αδυναμίας, τα οποία αντανακλώνται στη χαμηλή κερδοφορία“. Ωστόσο, η Κολεκτίβα αναφέρει ότι αυτή η πτώση της κερδοφορίας οφείλεται και πάλι στην επιβράδυνση της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και όχι το αντίστροφο.

Κλείνοντας, η Κολεκτίβα υπενθυμίζει στον αναγνώστη τον στόχο του βιβλίου: να αναπτύξει μια σαφή ανάλυση της κεφαλαιοκρατίας σήμερα, ώστε να δει τον δρόμο προς την αντικατάστασή του από τον σοσιαλισμό. Τι υποστηρίζουν; Δημοκρατικό σχεδιασμό “με το κράτος και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα να αναλαμβάνουν κυρίαρχο ρόλο στην παραγωγή, την κατανάλωση και τη διανομή. Η ισορροπία δυνάμεων στη λήψη οικονομικών αποφάσεων πρέπει να αλλάξει ανάλογα, δημιουργώντας κοινωνικές βάσεις για την αντιμετώπιση της οικολογικής κρίσης με συνεκτικό και κοινωνικά συνειδητοποιημένο τρόπο, κάτι που το ιδιωτικό κεφάλαιο είναι ανίκανο να κάνει“.

Το βιβλίο Η Κατάσταση του Καπιταλισμού είναι μια άσκηση σκληρής ανάλυσης και υπάρχουν πολλά να μάθουμε και να συζητήσουμε. Υπό αυτή την έννοια, το βιβλίο είναι απαραίτητο να διαβαστεί, ακόμη και αν έχω διαφωνίες σχετικά με την άποψη της Κολεκτίβας για τα αίτια των κρίσεων της κεφαλαιοκρατίας, τη φύση της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης και το ρόλο της χρηματιστικοποίησης.