Ο φασισμός, το τελευταίο στάδιο του ιμπεριαλισμού: η τελική πολιτική μορφή του μονοπωλιακού, χρηματιστικού καπιταλισμού

του Bisharat Abbasi

μετ. Διονύσης Περδίκης

από το Fascism, the Last Stage of Imperialism: The Terminal Political Form of Monopoly Finance Capitalism, substack.com

Ο φασισμός δεν είναι μια ανωμαλία, δεν είναι μια απόκλιση από την κανονική λειτουργία του καπιταλισμού και σίγουρα δεν είναι ένα ιστορικό ατύχημα που προκάλεσαν χαρισματικοί τρελοί ή πολιτισμικά καθυστερημένοι πληθυσμοί. Είναι μάλλον η απαραίτητη πολιτική μορφή που παίρνει ο καπιταλισμός στο σημείο που ο ιμπεριαλισμός – με την αυστηρή λενινιστική έννοια του μονοπωλιακού, χρηματιστικού καπιταλισμού – εισέρχεται σε μια φάση ιστορικής εξάντλησης. Όταν οι μηχανισμοί μέσω των οποίων ο ιμπεριαλισμός διαχειριζόταν προηγουμένως τις αντιφάσεις του – κοινοβουλευτισμός, φιλελεύθερη νομιμότητα, ιδεολογικός πλουραλισμός και περιορισμένος κοινωνικός συμβιβασμός – παύουν να λειτουργούν, το κεφάλαιο δεν παραιτείται από την εξουσία, αλλά την αναδιοργανώνει μέσω γυμνού εξαναγκασμού. Ο φασισμός είναι ακριβώς αυτή η αναδιοργάνωση: η στιγμή που το αστικό κράτος αποβάλλει το φιλελεύθερο περίβλημά του και αποκαλύπτει την πραγματική ταξική του ουσία ως μηχανισμός οργανωμένης βίας για την υπεράσπιση της συσσώρευσης κεφαλαίου. Το να μιλάμε για τον φασισμό ως το «τελευταίο στάδιο του ιμπεριαλισμού» δεν είναι επομένως ρητορική υπερβολή, αλλά μια υλιστική περιγραφή του καπιταλισμού στο σημείο που η ιστορία τον έχει στριμώξει και τον έχει αναγκάσει να κυβερνά χωρίς ψευδαισθήσεις.

Ο ιμπεριαλισμός, όπως τον περιγράφει ο Βλαντιμίρ Λένιν στο έργο του «Ο ιμπεριαλισμός, η ανώτατη φάση του καπιταλισμού», χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία των μονοπωλίων, τη συγχώνευση του βιομηχανικού και τραπεζικού κεφαλαίου σε χρηματιστικό κεφάλαιο, την εξαγωγή κεφαλαίου αντί για εμπορεύματα, και τη διανομή και αναδιανομή του κόσμου μεταξύ ανταγωνιστικών καπιταλιστικών δυνάμεων. Αυτό που συχνά παρερμηνεύεται – σκόπιμα στη φιλελεύθερη ιστοριογραφία – είναι ότι αυτό το στάδιο περιέχει ήδη την πολιτική τάση προς τον αυταρχισμό. Καθώς το μονοπωλιακό κεφάλαιο συγκεντρώνει την οικονομική εξουσία σε όλο και λιγότερα χέρια, η πολιτική δημοκρατία γίνεται όλο και πιο ασυμβίβαστη με τις πραγματικές σχέσεις παραγωγής. Οι φιλελεύθερες θεσμοί επιβιώνουν μόνο όσο δεν εμποδίζουν τη συσσώρευση κεφαλαίου· όταν το κάνουν, απορρίπτονται με εκπληκτική ευκολία. Ο φασισμός αναδύεται ακριβώς σε αυτή τη συγκυρία: όταν το μονοπωλιακό χρηματιστικό κεφάλαιο δεν μπορεί πλέον να κυβερνά μόνο μέσω της συναίνεσης, της διαμεσολάβησης και της ιδεολογικής μυστικοποίησης, και πρέπει επομένως να κυβερνά μέσω του τρόμου, της στρατιωτικοποίησης και της απόλυτης υποταγής της κοινωνίας στις επιταγές της συσσώρευσης κεφαλαίου και της ιμπεριαλιστικής επέκτασης.

Γι’ αυτό ο φασισμός δεν πρέπει να θεωρείται ως άρνηση του φιλελευθερισμού, αλλά ως η ιστορική του ολοκλήρωση. Ο φιλελευθερισμός είναι ο προτιμώμενος τρόπος διακυβέρνησης της αστικής τάξης σε περιόδους επέκτασης, όταν το πλεόνασμα μπορεί να κατανεμηθεί άνισα αλλά επαρκώς ώστε να σταθεροποιήσει την κοινωνία, όταν η ιμπεριαλιστική λεηλασία στο εξωτερικό επιτρέπει παραχωρήσεις στο εσωτερικό και όταν οι κοινοβουλευτικές μορφές μπορούν να καλύψουν τη δικτατορία του κεφαλαίου. Ο φασισμός εμφανίζεται όταν αυτές οι συνθήκες εξαφανίζονται: όταν οι κρίσεις γίνονται μόνιμες και όχι κυκλικές, όταν οι αγορές κορεστούν, όταν ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός εντείνεται σε υπαρξιακή αντιπαλότητα και όταν οι εργατικές τάξεις απειλούν – είτε πραγματικά είτε δυνητικά – να πολιτικοποιήσουν την κρίση προς επαναστατικές κατευθύνσεις. Σε αυτό το σημείο, ο φιλελευθερισμός αποκαλύπτεται ως προσωρινή πολυτέλεια, ενώ ο φασισμός γίνεται η έκτακτη μορφή αστικής διακυβέρνησης. Οι ιστορικές πορείες του Μπενίτο Μουσολίνι και του Αδόλφου Χίτλερ δεν ήταν αποκλίσεις από την ευρωπαϊκή νεωτερικότητα, αλλά τα λογικά της αποτελέσματα υπό συνθήκες ιμπεριαλιστικής κατάρρευσης.

Η φετιχοποίηση του φασισμού ως «ιδεολογίας του κακού» (Σ.τ.Μ., ‘evil ideology’) εξυπηρετεί μια σημαντική ιδεολογική λειτουργία: ηθικολογεί αυτό που στην πραγματικότητα είναι μια δομική αναγκαιότητα του παρακμάζοντος καπιταλισμού. Με την αναγωγή του φασισμού σε ρατσισμό, αντισημιτισμό ή παράλογο μίσος –όσο πραγματικά και φρικτά και αν ήταν αυτά τα στοιχεία– ο φιλελεύθερος λόγος συσκοτίζει τις ταξικές δυνάμεις που τον παρήγαγαν. Η φασιστική ιδεολογία δεν είναι η αιτία του φασισμού, αλλά η πολιτισμική του έκφραση. Ο πραγματικός κινητήριος μοχλός είναι το μονοπωλιακό χρηματιστικό κεφάλαιο σε κρίση, που επιδιώκει να συντρίψει τις εργατικές οργανώσεις, να εξοντώσει τα κομμουνιστικά κινήματα, να στρατιωτικοποιήσει την κοινωνία και να ανακατευθύνει τους εσωτερικούς ταξικούς ανταγωνισμούς προς εξωτερικούς εχθρούς. Ο ρατσισμός, ο εθνικισμός και η μυθολογία του πολιτισμού λειτουργούν εδώ ως πολιτικές τεχνολογίες, όχι ως φιλοσοφικά θεμέλια. Είναι εργαλεία μέσω των οποίων το κεφάλαιο αναδιοργανώνει τη μαζική συνείδηση προκειμένου να επιβιώσει από τις δικές του αντιφάσεις.

Κρίσιμα, ο φασισμός αντιπροσωπεύει επίσης την κατάρρευση του αστικού οικουμενισμού. Η φιλελεύθερη υπόσχεση της ισότητας ενώπιον του νόμου, των ατομικών δικαιωμάτων και της ορθολογικής διακυβέρνησης εγκαταλείπεται σιωπηλά και αντικαθίσταται από μια ανοιχτά ιεραρχική, αποκλειστική και βίαιη κοινωνική τάξη. Ωστόσο, αυτή η εγκατάλειψη δεν αντιπροσωπεύει προδοσία των «αξιών» του καπιταλισμού, επειδή ο καπιταλισμός δεν έχει αξίες πέρα από τη συσσώρευση. Όταν ο οικουμενισμός εμποδίζει τη συσσώρευση, απορρίπτεται· όταν τη διευκολύνει, επευφημείται. Ο φασισμός δεν είναι, επομένως, η ηθική αποτυχία του καπιταλισμού, αλλά η πολιτική του ειλικρίνεια. Είναι ο καπιταλισμός απογυμνωμένος από τη ρητορική του Διαφωτισμού, που κυβερνά ανοιχτά προς το συμφέρον του μονοπωλιακού κεφαλαίου, χωρίς να προσποιείται πλέον ότι εκπροσωπεί το σύνολο της κοινωνίας.

Το να ονομάσουμε τον φασισμό ως την τελική πολιτική μορφή του μονοπωλιακού χρηματιστικού καπιταλισμού σημαίνει επίσης να αναγνωρίσουμε την ιστορική του ιδιαιτερότητα. Ο φασισμός δεν αναδύεται στον ανερχόμενο καπιταλισμό, ούτε σε κοινωνίες όπου η ιμπεριαλιστική λεηλασία εξακολουθεί να παρέχει επαρκή υλική βάση για τη μεταρρυθμιστική σταθεροποίηση. Εμφανίζεται σε περιόδους παρακμής, όταν ο ιμπεριαλισμός στρέφεται προς τα μέσα, όταν κλείνουν τα εξωτερικά σύνορα της επέκτασης και όταν η βία γίνεται το κύριο μέσο διαχείρισης του πλεονάζοντος πληθυσμού, του πλεονάζοντος κεφαλαίου και των πλεοναζόντων αντιφάσεων. Με αυτή την έννοια, ο φασισμός δεν είναι απλώς αντιδραστικός, είναι νεκρωτικός. Κυβερνά όχι για να χτίσει ένα μέλλον, αλλά για να παρατείνει ένα σύστημα του οποίου η ιστορική νομιμότητα έχει ήδη λήξει.

Αυτή η αντίληψη έχει αποφασιστικές επιπτώσεις στο παρόν. Η σύγχρονη αναβίωση του αυταρχισμού, του στρατιωτικοποιημένου εθνικισμού, του μόνιμου πολέμου, των κρατών επιτήρησης και της ποινικοποίησης της διαφωνίας δεν αποτελεί επιστροφή σε κάποιο προ-φιλελεύθερο παρελθόν, αλλά την πρόοδο του ιμπεριαλισμού σε παρακμή. Αυτό που βιώνουμε δεν είναι η αποτυχία της φιλελεύθερης δημοκρατίας, αλλά το ιστορικό της όριο. Όπου το μονοπωλιακό χρηματιστικό κεφάλαιο κυριαρχεί χωρίς περιορισμούς, όπου ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός οξύνεται υπό συνθήκες στασιμότητας και όπου ο Παγκόσμιος Νότος αρνείται την υποταγή, οι φασιστικές τάσεις επανεμφανίζονται – όχι πάντα με τα ίδια σύμβολα, αλλά με το ίδιο ταξικό περιεχόμενο. Τα κοστούμια αλλάζουν, η λειτουργία παραμένει.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο αντιφασισμός που αποσυνδέεται από τον αντιιμπεριαλισμό δεν είναι απλώς ανεπαρκής, είναι απατηλός. Δεν μπορεί κανείς να αντιταχθεί ουσιαστικά στον φασισμό, ενώ υπερασπίζεται το ιμπεριαλιστικό σύστημα που τον γεννά. Ο φιλελεύθερος αντιφασισμός, που καταδικάζει τη φασιστική αισθητική, ενώ διατηρεί τις υλικές σχέσεις του μονοπωλιακού χρηματιστικού κεφαλαίου, λειτουργεί ως ιδεολογική βαλβίδα ασφαλείας και όχι ως πρόκληση για την εξουσία. Η γνήσια αντίθεση στον φασισμό πρέπει επομένως να είναι επαναστατική, αντιιμπεριαλιστική και σοσιαλιστική, με στόχο όχι την αποκατάσταση της φιλελεύθερης ομαλότητας, αλλά την κατάργηση των συνθηκών που καθιστούν τον φασισμό αναγκαίο.

Σε τελική ανάλυση, ο φασισμός είναι η παραδοχή της ιστορικής ήττας του καπιταλισμού. Είναι η πολιτική κραυγή ενός συστήματος που δεν μπορεί πλέον να αναπαραχθεί μέσω της συναίνεσης, της νομιμότητας ή της προόδου και, ως εκ τούτου, πρέπει να βασίζεται στη βία, τον μύθο και τον τρόμο. Το να κατανοήσουμε τον φασισμό ως το τελευταίο στάδιο του ιμπεριαλισμού σημαίνει να τον απογυμνώσουμε από τη μυστικιστική του αύρα και να τον εκθέσουμε ως αυτό που πραγματικά είναι: όχι ο εχθρός του καπιταλισμού, αλλά η πιο αληθινή έκφρασή του στο σημείο της τελικής παρακμής. Μόνο η υπέρβαση του μονοπωλιακού χρηματιστικού καπιταλισμού – μέσω του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού – μπορεί να κλείσει την πόρτα που η ιστορία έχει επανειλημμένα ανοίξει με τη βία.