Για τον νεοναζισμό και την επίδρασή του στη νεολαία

του Βασίλη Λιόση

 

Η Αριστερά, οι ριζοσπάστες, οι κομμουνιστές και κάθε δημοκρατικός πολίτης οφείλουν να έχουν ανοικτά τα μάτια τους στα κοινωνικά φαινόμενα. Να μην στρουθοκαμηλίζουν προκειμένου να αποφύγουν δυσάρεστες καταστάσεις. Να μην αρκούνται σε επιφανειακές ερμηνείες. Να αποφεύγουν υπεραισιόδοξες διαπιστώσεις όταν τα πράγματα είναι δυσάρεστα. Και αυτή τη στιγμή που μιλάμε υπάρχει στην ελληνική κοινωνία μια κοινωνική κίνηση αρκούντως ανησυχητική και δεν είναι άλλη από την επιρροή του καταδικασμένου, για εγκληματική δράση, Κασιδιάρη. Μια επιρροή που όπως όλα δείχνουν βαίνει αυξανόμενη στους κόλπους της νεολαίας.

Διαπίστωση πρώτη: Η επιρροή του νεοναζί είναι εμφανής στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης τόσο από τον αριθμό των ακολούθων του Κασιδιάρη όσο και από τις αναρτήσεις υποστηρικτών του. Το ίδιο εμφανής έγινε και από την πρόσφατη εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη αλλά και από την αναζωπύρωση νεοναζιστικών πυρήνων στα σχολεία.

Διαπίστωση δεύτερη: Το κοινό που τον υποστηρίζει δεν το αγγίζει το γεγονός ότι καταδικάστηκε για τη διεύθυνση μιας εγκληματικής οργάνωσης ούτε για το γεγονός ότι έχει χαραγμένη στο μπράτσο του τη σβάστικα, το σύμβολο της πιο φρικώδους ιδεολογίας και πρακτικής που γνώρισε η ανθρωπότητα.

Διαπίστωση τρίτη: Χαρακτηριστικό του ιστορικού ναζισμού είναι ότι συγκροτούσε κοινωνικό κίνημα, δηλαδή είχε ενεργούς υποστηρικτές στον δρόμο και από ό,τι φαίνεται βρισκόμαστε μπροστά σε μια παρόμοια διαδικασία με προοπτική την πιθανή επανενεργοποίηση των ταγμάτων εφόδου.

Διαπίστωση τέταρτη: Οι υποστηρικτές του Κασιδιάρη διατείνονται ότι πρόκειται για έναν ευφυή άνθρωπο που δεν είχε σχέση με εκείνα τα μέλη της Χρυσής Αυγής τα οποία ήταν άνθρωποι της νύχτας. Είναι προφανές ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια συντεταγμένη επιχείρηση εξαγνισμού που σίγουρα δεν είναι αυθόρμητη.

Πάντα μα πάντα, οι διαπιστώσεις δεν αρκούν. Οι όποιες καταγραφές πρέπει να συνοδεύονται και από την ερμηνεία και από πρόταση. Πώς εξηγείται, λοιπόν, αυτή η επιρροή του νεοναζί;

Α) Ιστορικά είναι αποδεδειγμένο ότι ο φασισμός και ο ναζισμός γιγαντώνονται σε περιόδους οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Και μία τέτοια περίοδο διανύουμε τώρα. Και όταν λέμε οικονομική κρίση δεν είναι απαραίτητο να έχει τα χαρακτηριστικά της κρίσης του 1929 ή του 2009. Αυτό που αντικρίζουμε σήμερα είναι μία αφόρητη οικονομική πίεση σε πλατιά λαϊκά στρώματα με την εκτόξευση του πληθωρισμού, τους χαμηλούς μισθούς, την κρίση κατοικίας, την έλλειψη προοπτικής. Τέτοιες καταστάσεις πάντα τις αξιοποιεί η ακροδεξιά και ο νεοναζισμός κατασκευάζοντας φαντασιακούς εχθρούς (βλέπε μετανάστες και πρόσφυγες), προβαλλόμενος ως δύναμη σύγκρουσης με το σύστημα και ως θεματοφύλακας αξιών. Τα κοινωνικά στρώματα με τη χαμηλότερη πολιτική συνείδηση (και αυτό δεν είναι ζήτημα ευφυΐας) είναι ευεπίφορα σε μία τέτοια ρητορική.

Β) Όμως αυτές οι ομάδες δεν απολαμβάνουν μια ορισμένη λαϊκή στήριξη μόνο λόγω της δράσης τους και της ρητορικής τους αλλά και λόγω της προβολής τους από το ίδιο το σύστημα. Πρόσφατο δείγμα στήριξης ήταν και ο ξυλοδαρμός των αντιφασιστών διαδηλωτών από τα ΜΑΤ στη Θεσσαλονίκη που διαμαρτύρονταν για τη νεοναζιστική μάζωξη. Επιπλέον, τι λόγο είχαν άραγε τα ΜΜΕ να προβάλλουν για ημέρες και με μεγάλη διάρκεια στα δελτία τους την αποφυλάκιση του νεοναζί; Τι λόγο είχαν άραγε να προβάλλουν με τον ίδιο έντονο τρόπο τη συγκέντρωσή του στη Θεσσαλονίκη; Δεν ικανοποιούν απλώς και μόνο την ανάγκη ενημέρωσης –αυτό θα ήταν μία αφελής διαπίστωση–  αλλά πρόκειται για μία στημένη επιχείρηση υπερπροβολής του Κασιδιάρη. Διάφοροι περισπούδαστοι αναλυτές παρουσίαζαν στο παρελθόν τη Χρυσή Αυγή ως αντισυστημική δύναμη χρησιμοποιώντας την έκφραση «τέτοιες ομάδες ριζοσπαστικοποιούνται». Δεν έχει σημασία αν αυτό το κάνουν επί τούτου ή αν είναι προϊόν ανοησίας. Σημασία έχει το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα είναι να παρουσιάζουνε τους νεοναζί σαν μία συγκρουσιακή δύναμη. Οι ακροδεξιές πολιτικές είναι μία επιλογή του ίδιου του συστήματος. Όχι μία εναλλακτική που βρίσκεται στα συρτάρια για μελλοντική χρήση αλλά μία πρακτική του εδώ και τώρα. Συχνά διαπιστώνεται στα διάφορα πάνελ ότι η υιοθέτηση ρατσιστικών σχημάτων από την πλευρά της ΝΔ γίνεται προκειμένου να κερδίσει ψήφους από την ακροδεξιά. Αυτό έχει ένα ψήγμα αλήθειας αλλά δεν είναι ο κύριος λόγος. Η ενσωμάτωση στη ΝΔ των Βορίδη, Πλεύρη, Γεωργιάδη και η προβολή τύπων όπως ο πορωμένος αντικομουνιστής Κυρανάκης δεν είναι απλώς και μόνο για να κερδηθούν ψήφοι. Είναι συνειδητή επιλογή. Επιλογή αποπροσανατολισμού. Επιλογή μεταφοράς της ατζέντας από το πραγματικό στο φαντασιακό. Επιλογή διαστρέβλωσης της ιστορίας.

Γ) Ο άλλος τρόπος για να αναδειχθεί ο κάθε Κασιδιάρης είναι η προβολή της θεωρίας των δύο άκρων, Δηλαδή της θεωρίας που εξομοιώνει φασισμό και κομμουνισμό. Η θεωρία αυτή προβάλλεται από το υπερσυντηρητικό πολιτικό τόξο και από ανθρώπους που άνετα μπορεί κάποιος να τους εντάξει στην ακροδεξιά. Έτσι, δημιουργείται μία απίστευτη σύγχυση. Ένας ακροδεξιός (που μάλιστα κατά τη θεωρία του ανήκει στο ένα άκρο αλλά φυσικά το αρνείται) μιλάει για τα δύο άκρα και έτσι προβάλλεται ως αντικειμενικός και δημοκράτης. Ταυτόχρονα ενισχύει το δήθεν αντισυστημικό προσωπείο των νεοναζί αφού τους παρουσιάζει σαν μία δύναμη εκτός πλαισίου. Η θεωρία αυτή που ασφαλώς είναι ανιστόρητη μπορεί να μοιάζει (και είναι) σχιζοφρενική αλλά το θέλουμε ή όχι έχει αποτελέσματα. Και τα αποτελέσματα αυτά αποκτούν μεγαλύτερο εύρος από τη στιγμή που βασικός φορέας της αναπαραγωγής της θεωρίας των δύο άκρων είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δ) Ωστόσο, για να είμαστε συνεπείς με τον πρόλογο του κειμένου, πρέπει να επισημάνουμε και την αδυναμία της Αριστεράς να ασκήσει έλξη στους εργαζομένους και στη νεολαία. Η νοοτροπία του σεχταρισμού, δηλαδή εκείνης της πολιτικής που αρνείται την ενότητα, τις οποιεσδήποτε συμμαχίες για το οτιδήποτε, η νοοτροπία του «καλά να είναι το μοναστήρι», δεν είναι απλώς ένα ατόπημα αλλά μία εγκληματική επιλογή που μάλιστα δεν εξάγει διδάγματα από την ιστορία.

Έτσι ερχόμαστε στο επίμαχο ζήτημα: πώς πρέπει να πράξει η Αριστερά όταν βλέπει τον πολιτικό βρικόλακα του 20ου αιώνα να έχει βγει από το φέρετρό του τον 21ο αιώνα και να δηλητηριάζει τα μυαλά ειδικά της νεολαίας;

Το πρώτο που δεν πρέπει να κάνει είναι να μιλάμε κραυγές του τύπου ότι «όσοι ακολουθούν τον Κασιδιάρη έχουν χαμηλό IQ». Δεν πρόκειται απλώς για εύκολες απαντήσεις που δεν θα πείσουν κανένα αλλά για απολύτως λανθασμένες που θα τσιμεντάρουν περαιτέρω όσους έχουν συσπειρωθεί γύρω από τον νεοναζί. Οι ίδιες αναποτελεσματικές απαντήσεις δίνονται συχνά πυκνά όταν επιχειρείται να ασκηθεί κριτική στην κυβέρνηση της ΝΔ με χλευαστικά σχόλια για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Σχόλια που αφορούν τις γκριμάτσες του, τον τρόπο που περπατάει κ.λπ. Πρόκειται για τακτική που νομίζει ότι δημιουργεί ρήγματα αλλά λειτουργεί συχνά αντίστροφα.

Το δεύτερο έχει να κάνει με την καταγραφή και ερμηνεία του φαινομένου. Οι σκέψεις που παραθέσαμε δεν αρκούν. Χρειάζεται μία ανάλυση σε βάθος. Να σκάψουμε βαθιά. Να κατανοήσουμε μέσα από την επαφή με τον κόσμο και από έρευνες που υπάρχουν ή θα υπάρξουν τους λόγους που ένας νεοναζί δημιουργεί τέτοια κοινωνική συσπείρωση.

Το τρίτο έχει να κάνει με την έννοια του εθνικισμού και του πατριωτισμού. Η Αριστερά που δεν κάνει διαχωρισμό αυτών των δύο εννοιών, που αρνείται την έννοια του πατριωτισμού, προσφέρει την καλύτερη υπηρεσία για τη γιγάντωση της ακροδεξιάς, του εθνικισμού και του νεοναζισμού. Αριστερά που αρνείται την ιστορία της που συνδέεται έτσι κι αλλιώς στενά με την υπεράσπιση της πατρίδας, Αριστερά που ταυτίζει τον εθνικισμό με τον πατριωτισμό, Αριστερά που αδυνατεί να δει τι σχέση πατριωτικού και ταξικού ειδικά για χώρες όπως η Ελλάδα, είναι καταδικασμένη να ζει στο περιθώριο. Η ελληνική σημαία αιματοβαμμένη από τους κομμουνιστές και τους ΕΑΜίτες και από τους εξεγερμένους του Πολυτεχνείου δεν μπορεί να χαριστεί στους απογόνους των δωσίλογων και των ταγματασφαλιτών. Η αναθεώρηση της ίδιας της ιστορίας της Αριστεράς αποτελεί πολιτική αυτοκτονία.

Το τελευταίο αλλά όχι έσχατο είναι η δράση. Αλλά σε αυτό το σημείο χρειάζεται πολιτική βούληση. Το «κατά μόνας» δεν μπορεί να αποτελέσει απάντηση. Απαιτείται ενότητα και συντονισμοί. Απαιτούνται κοινές πρωτοβουλίες. Πρωτοβουλίες που έχουν να κάνουν με εκδηλώσεις, συζητήσεις, συναυλίες, πορείες, αρθρογραφία, κάθε είδους κοινωνική δράση που θα αποκαλύπτει τον ρόλο του νεοναζισμού και θα εμποδίζει τη δράση του. Ιδιαίτερο βάρος πέφτει στους εκπαιδευτικούς αφού τα σχολεία έχουνε γίνει κέντρα παρέμβασης των νεοναζί. Κρίσιμη επίσης είναι η δράση των φοιτητικών συλλόγων και των εργατικών σωματείων. Των καλλιτεχνών και της διανόησης. Όλοι αυτοί μαζί πρέπει να αποτελέσουν ένα κοινωνικοπολιτικό μέτωπο που να ορθώσει το ανάστημά του στην επερχόμενη επέλαση. Ένα μέτωπο δίχως αποκλεισμούς. Όποιος δεν καταλαβαίνει την κρισιμότητα των στιγμών ας δει τι έχει συμβεί στην Αργεντινή, στο Ισραήλ, στην Ουκρανία, στις ΗΠΑ και αλλού. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι ολιγωρίες δεν συγχωρούνται ακόμη και αν αποφασίσει κάποιος να κάνει μελλοντικά την αυτοκριτική του.