Ιμπεριαλισμός και Χειραφέτηση: Μια Εισαγωγή στον Λοσούρντο

 

των Jennifer S. Ponce de Leon και Gabriel Rockhill

Δημοσιευμένο στο ειδικό τεύχος του περιοδικού International Critical Thought, 16(1), Απρίλιος 2026

 

μετ. Δημοσθένης Γκότσης
επιμ. Διονύσης Περδίκης

 

 

Περίληψη

Εισαγωγή

Ιμπεριαλισμός και η πάλη για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού

Η ερμηνεία του Λοσούρντο για τη μαρξιστική θεωρία της ταξικής πάλης

Ιμπεριαλιστική ιδεολογία και η απούσα Δυτική Αριστερά

Ταξική πάλη στην θεωρία και μαρξιστική αυτοκριτική

Επιπρόσθετες πληροφορίες

Αναφορές

 

 

Περίληψη

Εκτός από την παρουσίαση μιας γενικής εικόνας αυτού του ειδικού τεύχους, το παρόν άρθρο των συντακτών υποστηρίζει ότι το έργο του Ντομένικο Λοσούρντο προσφέρει ένα απαραίτητο πλαίσιο για την ανάλυση του σύγχρονου ιμπεριαλισμού και της πάλης για τον σοσιαλισμό, συμπεριλαμβανομένης της εμφανούς αποικιακής επιθετικότητας και του εθνο-εθνικισμού (Σ.τ.Μ., με την έννοια του «εθνοτικού εθνικισμού» σε αντιπαράθεση με άλλες μορφές εθνικισμού όπως φυλετικός –racial– ή πολιτικός –civic) που χαρακτηρίζουν τον σύγχρονο ιμπεριαλισμό υπό την ηγεσία των ΗΠΑ στηω παρακμή του, καθώς και της παράλληλης ανόδου του Παγκόσμιου Νότου και μιας πολυπολικής παγκόσμιας τάξης υπό την ηγεσία της Κίνας. Βασιζόμενος στη θεωρία της ταξικής πάλης που ανέπτυξαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, ο Λοσούρντο κατέδειξε γιατί οι μεγάλοι ταξικοί αγώνες στην εποχή του ιμπεριαλισμού παίρνουν τη μορφή εθνικών αγώνων για την απελευθέρωση από την αποικιοκρατία, τη νεοαποικιοκρατία και τον φασισμό. Κατάλαβε τη σημασία της ανάπτυξης και της αυτοάμυνας στις διαδικασίες του σοσιαλιστικού οικοδομήματος, όπως αποδεικνύεται από τις αναλύσεις του για την Κίνα. Αυτός είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους το έργο του Λοσούρντο έρχεται σε αντίθεση με τις ευρωκεντρικές, αντικρατικές, ουτοπικές, και μεσσιανικές τάσεις της Δυτικής Αριστεράς, τις οποίες ο ίδιος επέκρινε και τοποθέτησε στο ιστορικό τους πλαίσιο. Τα επιχειρήματά του για μια ολιστική και ιστορικά θεμελιωμένη κατανόηση των ταξικών αγώνων, που περιλαμβάνουν τις μάχες ενάντια στην αποικιακή καταπίεση και την υπανθρωποποίηση, αποτελούν ένα σημαντικό διορθωτικό στοιχείο έναντι των φιλελεύθερων και αντιδραστικών τάσεων που επικρατούν στη σύγχρονη Δυτική Αριστερά, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων μαρξιστών.

Εισαγωγή

Η καταστροφική παρακμή της αυτοκρατορικής άρχουσας τάξης είναι πλέον εμφανής. Από τη συνεχιζόμενη γενοκτονία στη Γάζα έως τον εξοντωτικό αποκλεισμό της Κούβας, την παράνομη απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας, τον πόλεμο κατά του Ιράν, μεταξύ άλλων, η αμερικανική αυτοκρατορία αποκαλύπτει όλο και περισσότερο τη σιδερένια γροθιά της μέσα από τα κουρέλια του βελούδινου γαντιού που συνδέεται με την πιο φιλελεύθερη εκδοχή του ιμπεριαλισμού. Οι ηγέτες του δηλώνουν πλέον ανοιχτά τον αποικιακό χαρακτήρα του εγχειρήματός τους, καθώς και τη θεμελίωσή του στον εθνο-εθνικισμό και τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό (βλ. για παράδειγμα, Rubio 2026[1]). Εν τω μεταξύ, ο Παγκόσμιος Νότος συνεχίζει να αναδύεται, με την Κίνα να διαδραματίζει ηγετικό ρόλο, και ένας πολυπολικός κόσμος αμφισβητεί όλο και περισσότερο την επιβεβλημένη μονοπολική τάξη.

Με βάση την ολιστική ανάλυσή του για τον σύγχρονο ιμπεριαλισμό, καθώς και τις διαπιστώσεις του σχετικά με τις αντιφάσεις του αντικαπιταλιστικού αγώνα και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, το εκτενές έργο του Λοσούρντο αποτελεί έναν απαραίτητο οδηγό για την κατανόηση της ιστορίας της καπιταλιστικής υποδούλωσης και του αγώνα για την απελευθέρωση από αυτήν. Προσφέρει μια ιδιαίτερα πλούσια ανάλυση των τρόπων με τους οποίους ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός έχει διαμορφώσει τον πολιτισμό του ιμπεριαλιστικού πυρήνα, με ιδιαίτερη έμφαση στην επίδρασή του στην αριστερή πολιτική και θεωρία. Σε αυτό το πνεύμα, ιστορικοποιεί κριτικά τις ευρωκεντρικές, αντικρατικές, ουτοπικές, και μεσσιανικές τάσεις στη Δυτική Αριστερά, συμπεριλαμβανομένων και των αυτοαποκαλούμενων μαρξιστών. Σε ευρύτερο πλαίσιο, η κριτική ιστορικοποίηση της φιλοσοφίας από τον Λοσούρντο αποτελεί πρότυπο της μαρξιστικής πνευματικής ιστορίας, καθώς τοποθετεί τη θεωρία στο πεδίο της ιστορίας και αξιολογεί τους ισχυρισμούς της σε σχέση με έναν ηθικό και πολιτικό ορίζοντα που περιλαμβάνει τη γνώση και τα αιτήματα που γεννήθηκαν από τους αγώνες για την απελευθέρωση των καταπιεσμένων τάξεων.

Αυτό το ειδικό τεύχος συγκεντρώνει επιστημονικές εργασίες σχετικά με τον Λοσούρντο και του ιδίου, οι οποίες αντανακλούν το ευρύ φάσμα της έρευνάς του, εστιάζοντας παράλληλα ειδικά στις συνεισφορές του στην ανάλυση του ιμπεριαλισμού και της χειραφέτησης. Περιλαμβάνει μεταφράσεις ενός δοκιμίου του Λοσούρντο για τον φονταμενταλισμό και μιας συνέντευξης του 2010, στην οποία αναστοχάζεται τα ταξίδια του στην Κίνα. Τα υπόλοιπα άρθρα, γραμμένα από μελετητές από όλο τον κόσμο, καταδεικνύουν πώς το έργο του παρέχει σημαντικούς πόρους για την κατανόηση του σύγχρονου κόσμου και την αντιμετώπιση των πιο πιεστικών προβλημάτων του. Εξετάζουν τις συνεισφορές του στη μαρξιστική φιλοσοφία και μεθοδολογία, την κριτική ιστορικοποίηση της αστικής θεωρίας, τις κριτικές του στη σύγχρονη Δυτική θεωρία και την Αριστερά, την περιγραφή του για την ιστορική πάλη για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, και άλλα. Αυτό το ειδικό τεύχος επιδιώκει έτσι να προωθήσει μια ευρύτερη και βαθύτερη ενασχόληση με την έρευνα του Λοσούρντο, ενώ ταυτόχρονα αντλεί από αυτήν ως πηγή έμπνευσης για το επείγον έργο της περαιτέρω ανάπτυξης της αυστηρής και καινοτόμου παράδοσης της μαρξιστικής θεωρίας και πρακτικής.

 

Ιμπεριαλισμός και η πάλη για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού

Βασιζόμενος στη συνολική θεωρία της ταξικής πάλης που διατύπωσαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, ο Λοσούρντο κατέδειξε γιατί η ανάπτυξη του ιμπεριαλισμού είχε ως αποτέλεσμα οι σημαντικοί ταξικοί αγώνες της σύγχρονης εποχής να λάβουν τη μορφή εθνικών αγώνων για την απελευθέρωση από την αποικιοκρατία, τη νεοαποικιοκρατία, και τον φασισμό (βλ. για παράδειγμα, Losurdo 2024[2], και Losurdo 2021[3]). Δεδομένου ότι ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός έχει ενώσει τον κόσμο σε ένα παγκόσμιο σύστημα άνισης ανάπτυξης, στο οποίο η αξία ρέει από την περιφέρεια προς τον πυρήνα, ο αγώνας των υποανάπτυκτων χωρών να ξεφύγουν από το σύστημα που επιβάλλουν οι ηγετικές ιμπεριαλιστικές χώρες αποτελεί τον ανώτατο πόλεμο για την απελευθέρωση του ανθρώπινου εγχειρήματος στον πλανήτη από ένα διεθνές σύστημα εκμετάλλευσης, καταπίεσης, και οικολογικής καταστροφής. Ο αγώνας για την εθνική απελευθέρωση δεν είναι, επομένως, το απλό αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής, αλλά έχει να κάνει αποκλειστικά με την υλική ιστορία ενός άνισου διεθνούς συστήματος στο οποίο το έθνος αποτελεί τη θεμελιώδη μονάδα.

Το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα υπήρξε ηγετική δύναμη στον παγκόσμιο αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον φασισμό. Η σύγκρουση μεταξύ της αχαλίνωτης τάσης του κεφαλαίου προς την παγκόσμια υποδούλωση, αφενός, και του κομμουνιστικού σχεδίου για την ανθρώπινη απελευθέρωση, αφετέρου, έχει οδηγήσει σε μια κατάσταση στην οποία ο σοσιαλισμός έχει αναπτυχθεί σε μεγάλο βαθμό σε χώρες που ιστορικά υπέστησαν υποανάπτυξη. Κατά συνέπεια, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού και η υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας συνεπάγονται έναν αναπόφευκτο αγώνα για ανάπτυξη και εκσυγχρονισμό. Όπως υποστήριξε ο Λοσούρντο, τα έθνη-κράτη που έχουν υποστεί αποικιακή, ημι-αποικιακή ή νεοαποικιακή κυριαρχία πρέπει όχι μόνο να επιτύχουν την ανεξαρτησία μέσω μιας πολιτικο-στρατιωτικής φάσης της πάλης, αλλά και να τη διατηρήσουν μέσω μιας πολιτικο-οικονομικής φάσης στην οποία η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι υψίστης σημασίας (βλ. Losurdo 2015β[4], 317). Επιπλέον αυτή η ανάπτυξη πρέπει να είναι αρκετά ταχεία και ουσιαστική ώστε να αποκρούει τη συνεχή ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, καθώς τα έθνη που απελευθερώνονται από τα δεσμά της ιμπεριαλιστικής υποδούλωσης αντιμετωπίζουν μια σκληρή υπαρξιακή επιλογή: ανάπτυξη ή θάνατος!

Ο σύγχρονος κόσμος παρέχει άφθονα στοιχεία που επιβεβαιώνουν την ορθότητα του επιχειρήματος του Λοσούρντο, σύμφωνα με το οποίο ο αγώνας για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού – και μάλιστα ο αγώνας για την εθνική ανάπτυξη πέρα από τις επιταγές του ιμπεριαλισμού – απαιτεί μια συνεχή μάχη ενάντια στις προσπάθειες επαναποικιοποίησης και υποβάθμισης των χωρών που έχουν επιδιώξει την αυτοδιάθεση. Αρκεί να σκεφτούμε, για παράδειγμα, τον αποκλεισμό της Κούβας από τις ΗΠΑ ή τις ολοένα και πιο επιθετικές επιθέσεις τους κατά της Βενεζουέλας για να δούμε πόσο ο αγώνας για την ανάπτυξη είναι αδιαχώριστος από τη μάχη για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Περαιτέρω αποδείξεις μπορούν να βρεθούν στον τρόπο με τον οποίο η οικονομική ανάπτυξη της Κίνας έχει αποδειχθεί ένας ισχυρός παράγοντας στην αυτοάμυνά της ενάντια στον ιμπεριαλισμό.

Πράγματι, το έργο του Λοσούρντο προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για τον εκσυγχρονισμό της Κίνας, οι οποίες διαπερνούν την παραπληροφόρηση και τον ελάχιστα συγκαλυμμένο ρατσισμό που σκιάζουν σε μεγάλο βαθμό τη Δυτική ακαδημαϊκή έρευνα σχετικά με αυτά τα θέματα. Το άρθρο «Ένα εκπαιδευτικό ταξίδι στην Κίνα: Σκέψεις ενός φιλοσόφου» που δημοσιεύεται σε αυτό το τεύχος, παρουσιάζει την ανάλυση του Λοσούρντο για την οικονομική ανάπτυξη της Κίνας και τις αντιφάσεις της, με βάση μια επίσκεψη που πραγματοποίησε το 2010 σε τέσσερις κινεζικές πόλεις. Περιλαμβάνει επίσης σκέψεις, που συναντώνται και σε άλλα κείμενά του, σχετικά με τις παρερμηνείες του κινεζικού σοσιαλισμού, ιδίως τη Δυτική Μαρξιστική τάση ότι η μεταρρύθμιση και το άνοιγμα της Κίνας, ισοδυναμούσαν με απόφαση εγκατάλειψης του σοσιαλισμού υπέρ του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Ενάντια σε αυτό, ο Λοσούρντο αποδεικνύει στο έργο του ότι ήταν μέσω μιας διαδικασίας αυτοκριτικής που αντλήθηκε από την ιστορία των σοσιαλιστικών πειραμάτων που οι Κινέζοι ηγέτες προσπάθησαν να αναπτύξουν μια καινοτόμο προσέγγιση για τον σοσιαλιστικό εκσυγχρονισμό που ξεπερνά τις δογματικές τάσεις που διακρίνονται σε προηγούμενες προσπάθειες.

Λόγω της ανάγκης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, καθώς και του ρόλου των προηγμένων τεχνολογιών στην επίτευξη ποιοτικών αλμάτων στην ανάπτυξη, η Κίνα έπρεπε να βρει τρόπους να προωθήσει τη μεταφορά τεχνολογίας από τους παγκόσμιους ηγέτες στον τομέα αυτό: τις ιμπεριαλιστικές χώρες. Η Κίνα είδε μια ευκαιρία να το πράξει αυτό, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα την παραγωγική βάση της οικονομίας, κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας αναδιάρθρωσης της παραγωγής στη νεοφιλελεύθερη εποχή. Αυτό δεν έγινε χωρίς σημαντικές θυσίες, φυσικά, συμπεριλαμβανομένης της άνισης ανάπτυξης και του οικολογικού αντίκτυπου των εγκαταστάσεων παραγωγής των πολυεθνικών εταιρειών. Εκ των υστέρων, αυτά φαίνεται τώρα να ήταν τακτικοί συμβιβασμοί προκειμένου να επιτευχθεί ο στρατηγικός στόχος της τεχνολογικής ανάπτυξης υψηλού επιπέδου. Οι ηγέτες της Κίνας αναγνώρισαν επίσης πώς ορισμένοι μηχανισμοί της αγοράς θα μπορούσαν να δίνουν κίνητρα στην παραγωγή και να αξιοποιηθούν για τον εκσυγχρονισμό, εάν ελέγχονταν σωστά. Ταυτόχρονα, δεν ήθελαν να βρεθούν σε θέση όπου μια καπιταλιστική τάξη θα εξελισσόταν σε σημείο να μπορεί να καταλάβει τα υψηλότερα κλιμάκια της οικονομίας και του κράτους, υποτάσσοντας έτσι το αναπτυξιακό σχέδιο στα συμφέροντά της. Εν ολίγοις, αυτό σήμαινε ότι επιδίωξαν να βρουν τρόπους να χρησιμοποιήσουν την καπιταλιστική ανάπτυξη για ένα σοσιαλιστικό σχέδιο υπό την εποπτεία ενός εργατικού κράτους, αντί να επιτρέψουν στον καπιταλισμό να εξελιχθεί σε σημείο να καταστρέψει τον σοσιαλισμό.

Κανένας υλιστής δεν θα αρνηθεί ότι πρόκειται για μια επικίνδυνη προσπάθεια και ότι έχουν προκύψει αρκετές αντιφάσεις και κίνδυνοι σε σχέση με τη διαδικασία των μεταρρυθμίσεων και του ανοίγματος της Κίνας. Πράγματι, ένα από τα καθήκοντα της κινεζικής ηγεσίας ήταν να αποφύγει ή να μετριάσει αυτούς τους κινδύνους. Ταυτόχρονα, φαίνεται σήμερα προφανές ότι η πορεία της Κίνας προς τη σοσιαλιστική ανάπτυξη έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα επιτυχημένη και ανθεκτική. Είναι πλέον μια παγκόσμια δύναμη και η κορυφαία οικονομία του κόσμου όσον αφορά την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης. Είναι επίσης διεθνής ηγέτης στην καταπολέμηση της φτώχειας, τη δημόσια υγεία, την επιστήμη, την τεχνολογία, τις υποδομές, τις οικολογικά υπεύθυνες μαζικές μεταφορές, τα ηλεκτρικά οχήματα, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την αναδάσωση και πολλά άλλα (βλ. Cheng 2021[5], Martinez 2023[6], Martinez και Bennett 2025[7]). Επιπλέον, έχει δημιουργήσει την παγκόσμια αρχιτεκτονική για ένα εναλλακτικό μοντέλο διεθνούς ανάπτυξης, το οποίο αναγνωρίζεται ευρέως ως υπαρξιακή απειλή για την ιμπεριαλιστική παγκόσμια τάξη (βλ. Clegg 2009[8], Woodward 2017[9], Mater 2024[10]).

Ενώ η ιστορία του καπιταλισμού έχει αποδείξει ότι οι παραγωγικές δυνάμεις μπορούν να αναπτυχθούν ραγδαία μέσω της αποικιακής λεηλασίας και της εντατικής εκμετάλλευσης των παραγωγικών τάξεων, τα κράτη που επιδιώκουν τον σοσιαλισμό πρέπει να αναπτυχθούν – στο μέτρο του δυνατού – ακολουθώντας μια διαφορετική πορεία, εδραιώνοντας τη στήριξή τους στις εργατικές τάξεις και χωρίς να βασίζονται στο πλεόνασμα που παράγει ο ιμπεριαλισμός. Ταυτόχρονα, πρέπει να εκσυγχρονιστούν στο υλικό πλαίσιο του οικονομικού, πολιτικού, στρατιωτικού, και πολιτιστικού πολέμου που διεξάγει ο ιμπεριαλισμός. Θα ήταν αντιυλιστικό και παράλογο να υποθέσουμε ότι θα μπορούσαν απλώς να καταργήσουν όλες τις μορφές εντατικής εργασίας και εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων (ή να καταργήσουν το κράτος) ενώ βρίσκονται σε αναπτυξιακό πόλεμο με τον ιμπεριαλισμό. Ο Λοσούρντο μας προτρέπει να έχουμε σαφή εικόνα των προκλήσεων και των αντιφάσεων που συνεπάγεται η ανάπτυξη των σοσιαλιστικών κρατών και της πολύ πραγματικής απειλής υποταγής που αντιμετωπίζουν από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Όπως μας υπενθυμίζει συνεχώς, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού είναι μια πολύ πιο μακρά διαδικασία από ό,τι πολλοί περίμεναν, και ο αγώνας ενάντια στη (νέο)αποικιοκρατία απέχει πολύ από το τέλος του.

Αυτό είναι το ζήτημα που θίγει το δοκίμιο του Τζάρετ Μπλάι (Jared Bly) στο παρόν τεύχος, το οποίο βασίζεται στην κριτική του Λοσούρντο για τον «ιδεαλισμό της πράξης» προκειμένου να ρίξει φως σε ορισμένες από τις δυσκολίες που συναντώνται στους αγώνες κατά της νεοαποικιοκρατίας στην Αφρική. Ο ιδεαλισμός της πράξης, εξηγεί, είναι μια τάση να αναγνωρίζεται εσφαλμένα ή να υποτιμάται η υλική αντικειμενικότητα των κοινωνικών θεσμών (το κράτος, η αγορά κλπ) υπερεκτιμώντας έτσι τη μετασχηματιστική δύναμη της επαναστατικής πράξης. Ο Μπλάι υποστηρίζει ότι η ιστορία της νεοαποικιοκρατίας στην Αφρική έχει δημιουργήσει συνθήκες όπου ο πειρασμός να εξιδανικεύσει κανείς αυτή την πράξη είναι ιδιαίτερα ισχυρός. Αυτό το επεξηγεί μέσω της σύγκρουσης του Τόμας Σανκαρά με τα συνδικάτα στην Μπουρκίνα Φάσο, ενώ παράλληλα αντλεί διδάγματα για τα σύγχρονα αντιιμπεριαλιστικά κινήματα, όπως η Συμμαχία των Κρατών του Σαχέλ.

 

Η ερμηνεία του Λοσούρντο για τη μαρξιστική θεωρία της ταξικής πάλης

Η ανάλυση του Λοσούρντο σχετικά με τους αγώνες για την απελευθέρωση από την αποικιακή καταπίεση σε όλη τη σύγχρονη ιστορία συμβαδίζει με την αντίληψή του για τη μαρξιστική θεωρία της ταξικής πάλης ως μια ευρύχωρη θεωρία κοινωνικών συγκρούσεων, η οποία λαμβάνει υπόψη την ποικιλία των μορφών που παίρνουν οι ταξικοί αγώνες, οι οποίοι συχνά δεν μπορούν να αναχθούν σε μια απλή αντιπαράθεση μεταξύ εργατών και καπιταλιστών (βλ. Losurdo 2016 σελ. 43[11]). Μελετώντας με τη δεξιοτεχνία του Μαρξ και του Ένγκελς, καθώς και του Λένιν, του Μάο Τσε Τουνγκ και άλλων επαναστατών, ο Λοσούρντο υποστήριξε ότι οι ταξικοί αγώνες, οι οποίοι αναπτύσσονται πάνω στην υλική βάση των μέσων και των πόρων που εξασφαλίζουν τη ζωή, πρέπει να θεωρούνται ως ένα γένος που περιλαμβάνει πολλαπλά είδη. Εκτός από τις συγκρούσεις μεταξύ εκμεταλλευτικών τάξεων (π.χ. της αστικής τάξης και της αριστοκρατίας, ή των ανταγωνιστικών εθνικών αστικών τάξεων), αυτές περιλαμβάνουν διαφορετικούς τύπους αγώνων για την απελευθέρωση: εκείνους που αναλαμβάνει η εργατική τάξη στις  καπιταλιστικές μητροπόλεις, εκείνους που ηγούνται άνθρωποι σε αποικιοκρατούμενες ή ημι-αποικιοκρατούμενες κοινωνικές δομές, και αγώνες με επικεφαλής τις γυναίκες ενάντια σε αυτό που ο Λένιν αποκαλούσε «οικιακή δουλεία» (βλ. Losurdo 2016 σελ. 44[12]). Επιπλέον, όπως υπογράμμισε ο Λοσούρντο, η οικολογία θεωρείται επίσης ως ένα κρίσιμο πεδίο και διακύβευμα της ταξικής πάλης στη μαρξιστική πράξη. Αναγνωρίζοντας τη φύση ως την πρωταρχική πηγή των αξιών χρήσης, αυτή η παράδοση έχει από καιρό κατανοήσει και οργανωθεί ενάντια στη θανάσιμη απειλή που οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής αποτελούν για τη φύση – συμπεριλαμβανομένων, φυσικά, των ανθρώπων, οι οποίοι «ανήκουν στη φύση και υπάρχουν μέσα σε αυτήν» (Ένγκελς, όπως παρατίθεται στο Losurdo 2016, σελ. 42[13], βλ. επίσης, για παράδειγμα, Foster [14] 2024α, και Foster, York, και Clark, 2010[15]).

Η μαρξιστική θεωρία της ταξικής πάλης μπορεί να εξηγήσει την ποικιλία των μορφών που παίρνει ακριβώς επειδή τοποθετεί την κοινωνική σύγκρουση στο πεδίο της υλικής ιστορίας. Στην εποχή του ιμπεριαλισμού, όταν οι μονοπωλιακές χρηματοοικονομικές καπιταλιστικές δομές του ιμπεριαλιστικού πυρήνα ανταγωνίζονται για τον έλεγχο της περιφέρειας με σκοπό την παραγωγή υπερκερδών, ένα από τα κύρια πεδία της ταξικής πάλης έχει καταστεί ο αγώνας για την εθνική απελευθέρωση από τον ιμπεριαλισμό. Δεδομένου ότι σήμερα ο ιμπεριαλισμός υπό την ηγεσία των ΗΠΑ διαμορφώνει την κοινωνικοοικονομική ολότητα και επηρεάζει ολόκληρο το έργο της ανθρώπινης ανάπτυξης – και, κυρίως, της υπο-ανάπτυξης – στον πλανήτη Γη, η ταξική πάλη για να σπάσουν τα δεσμά του είναι ο πρωταρχικός αγώνας. Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι οι μάχες μεταξύ εργατών και ιδιοκτητών σε εθνικό πλαίσιο δεν είναι σημαντικές, αλλά μάλλον ότι πρέπει να τοποθετηθούν μέσα στην κοινωνική ολότητα του ιμπεριαλισμού. Το υψηλότερο επίπεδο της ταξικής πάλης είναι ο διεθνής αγώνας για την απελευθέρωση του πλανήτη από την θανάσιμη λαβή της αυτοκρατορίας του κεφαλαίου.

Παρά τη σύγχυση ορισμένων μελετητών σχετικά με το θέμα αυτό (βλ. Brennan 2024[16]), η μαρξιστική αντίληψη ότι οι εθνικοί αγώνες για την απελευθέρωση από τον ιμπεριαλισμό αποτελούν ταξικούς αγώνες δεν ισοδυναμεί με την υποστήριξη του εθνικού σοβινισμού ή του πολιτισμικού σοβινισμού, οι οποίοι αποτελούν ακρογωνιαίους λίθους των αστικών και ιμπεριαλιστικών ιδεολογιών. Όπως μας υπενθυμίζει ο Λοσούρντο, η διαλεκτική και υλιστική αντίληψη της ταξικής πάλης που ανέπτυξαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς διαφοροποιείται καθαρά από μορφές σκέψης που επιδιώκουν να εξηγήσουν τις κοινωνικές συγκρούσεις μέσα από πολιτισμικά ή υποτιθέμενα φυλετικά χαρακτηριστικά και διαφορές. Η μαρξιστική θεωρία της ταξικής πάλης πρέπει επίσης να διαφοροποιηθεί από τη φιλελεύθερη θεωρία, η οποία «ερμηνεύει την ταξική πάλη με αναγωγικούς και χυδαία οικονομίστικους όρους», ενώ διχοτομεί την επιδίωξη της ισότητας και της ελευθερίας (Losurdo 2016, σελ. 75[17]). Ο Λοσούρντο επέκρινε σφοδρά τους φιλελεύθερους Δυτικούς Μαρξιστές στοχαστές, όπως η Νάνσυ Φρέιζερ (Nancy Fraser), για το ότι έδωσε υπόσταση στους λεγόμενους αγώνες για την αναδιανομή και τη μάχη για την αναγνώριση, σαν να έπρεπε κανείς να επιλέξει μεταξύ του αγώνα για κοινωνικοοικονομική ισότητα και της υπεράσπισης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας όλων των υποκειμένων (βλ. Losurdo 2016, σελ. 73-99[18]).

Από την ιδεολογική οπτική ορισμένων Δυτικών θεωρητικών, η ταξική πάλη μπορεί να είναι μόνο μια άμεση αντιπαράθεση μεταξύ ιδιοκτητών και εργατών, ενώ οι προσπάθειες να απελευθερωθεί ένας ολόκληρος λαός από τα δεσμά του ιμπεριαλισμού δεν είναι παρά μια μορφή εθνικισμού, τον οποίο αντιλαμβάνονται με αντιδιαλεκτικό τρόπο, εξομαλύνοντας τις διαφορές μεταξύ αστικού και επαναστατικού εθνικισμού. Ωστόσο, η υλική ιστορία του καπιταλισμού δεν αποτελείται από μια απλή αντιπαράθεση μεταξύ της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Αντίθετα, η ιμπεριαλιστική αστική τάξη έχει υποβαθμίσει την πλειοψηφία του πλανήτη μέσω της υποταγής κρατών και έχει καθιερώσει μια παγκόσμια ιεραρχία εργατών, έτσι ώστε να επιβληθούν δομές υπερεκμετάλλευσης σε βαθιά συνέχεια με τα συστήματα καταπίεσης. Η πραγματική ιστορία του αγώνα ενάντια σε αυτό το σύστημα έχει πάρει τη μορφή – όχι από θεωρητική επιλογή, αλλά λόγω πρακτικής αναγκαιότητας – έργων εθνικής ανάπτυξης που σπάνε τις εκμεταλλευτικές και καταπιεστικές αλυσίδες του ιμπεριαλισμού.

Μέσα από μια ενδελεχή ανάλυση της συγκεκριμένης ιστορίας, ο Λοσούρντο απέδειξε ότι η εκμετάλλευση και η υπερεκμετάλλευση συνδέονται διαλεκτικά με διάφορες μορφές καταπίεσης. Οι πιο εκμεταλλευόμενοι εργαζόμενοι του κόσμου, τα θύματα του ιμπεριαλισμού, έχουν ταυτόχρονα υποστεί φυλετικοποίηση και έχουν υποβληθεί σε ιδεολογίες που τους από-ανθρωποποιούν. Οι γυναίκες ειδικότερα έχουν επιβαρυνθεί με πολυάριθμες μορφές μη αμειβόμενης και κοινωνικά υποτιμημένης εργασίας, ενώ ταυτόχρονα αποτελούν στόχους καταπιεστικών ιδεολογιών που επιδιώκουν να φυσικοποιήσουν την υποδεέστερη κοινωνικοοικονομική τους θέση. Τα άτομα που δεν συμμορφώνονται με τις κυρίαρχες έμφυλες και σεξουαλικές νόρμες του καθεστώτος της αστικής πυρηνικής οικογένειας, η οποία λειτουργεί ως η κύρια μονάδα για την κοινωνική αναπαραγωγή της εκμετάλλευσης υπό τον καπιταλισμό, υφίστανται επίσης διακρίσεις και υπόκεινται σε βία και υποανθρωποποίηση. Συνολικά, οι ιδεολογίες καταπίεσης όπως η ξενοφοβία, ο ρατσισμός, η μισογυνία, η ομοφοβία, η τρανσφοβία κλπ, χρησιμεύουν στο να διαιρούν την παγκόσμια εργατική τάξη, στρέφοντας διάφορες ομάδες τη μία εναντίον της άλλης, διευκολύνοντας έτσι σε μεγάλο βαθμό την κυριαρχία της άρχουσας τάξης και την ευκολία με την οποία μπορεί να εκμεταλλεύεται τις μάζες που δεν έχουν περιουσία.

Ο αγώνας κατά της καταπίεσης και της υποανθρωποποίησης αποτελεί, επομένως, μέρος της ταξικής πάλης όπως αυτή βιώνεται στην πράξη. Μόνο όσοι είναι προσκολλημένοι σε φιλελεύθερες ή άλλες πραγμοποιητικές κοσμοθεωρίες που παραμορφώνουν την ταξική πάλη θα μπορούσαν να υποθέσουν ότι υπάρχει ασυμβατότητα – ή αποσύνδεση – μεταξύ των αγώνων για τα μέσα και τους πόρους που εξασφαλίζουν τη ζωή και των αγώνων για την απελευθέρωση από τις φυλετικές και έμφυλες μορφές καταπιεστικής κυριαρχίας (βλ. Losurdo 2016[19]). Ανατρέχοντας στον Αντόνιο Γκράμσι, ο Λοσούρντο υποστήριξε με δύναμη ότι ο κομμουνισμός είναι το εγχείρημα ενός «ολοκληρωμένου ανθρωπισμού» αφιερωμένου στην «ολοκλήρωση της διαδικασίας οικοδόμησης της ενότητας της ανθρώπινης φυλής» (βλ. Losurdo 2015γ, σελ. 297[20], βλ. επίσης Losurdo 2015α, σελ. 112[21]). Μακριά από τον οικονομικό αναγωγισμό (Σ.τ.Μ., reductionism), τα καλύτερα στοιχεία του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των αγώνων για την αντικαπιταλιστική και αντιρατσιστική απελευθέρωση και τη χειραφέτηση των γυναικών.

Τα άρθρα αυτού του τεύχους, των Ζοάο Ρομέιρο Ερμέτο (Joao Romeiro Hermeto), Τζέσε Ολσάβσκι (Jesse Olsavsky), καθώς και των Τέιλορ Τζενοβέζε (Taylor Genovese) και Ντέιβιντ Πιτ (David Peat), εξετάζουν πολλά από αυτά τα θέματα. Ο Ρομέιρο Ερμέτο παρέχει μια εκτενή επισκόπηση του έργου του Λοσούρντο στο σύνολό του, υποστηρίζοντας ότι προσφέρει ένα ζωτικό θεωρητικό πλαίσιο, συνδυάζοντας μια αντι-ιστορία που αποκαλύπτει τις ρίζες του φιλελευθερισμού στη δουλεία και την αποικιοκρατία, μια αντι-φιλοσοφία που τοποθετεί τις ιδέες μέσα σε συγκεκριμένους κοινωνικούς αγώνες, και μια αντι-πολιτική που επικρίνει την παράδοση της Δυτικής Αριστεράς, ενώ επιβεβαιώνει τα αντιιμπεριαλιστικά σοσιαλιστικά σχέδια ως ουσιαστικά για τη μακρά πορεία της χειραφέτησης. Όσον αφορά την αντι-ιστορία του, ο Λοσούρντο απέδειξε ότι η λεγόμενη φιλελεύθερη δημοκρατία, όπως αναπτύχθηκε στα κορυφαία φιλελεύθερα κράτη του κόσμου, ήταν στην πραγματικότητα μια μορφή δημοκρατίας Herrenvolk, δηλαδή ένα πολιτικό σύστημα που εγγυάται τα δικαιώματα μιας υποτιθέμενης κυρίαρχης φυλής, η οποία αποτελείται από λευκούς, άνδρες, ιδιοκτήτες περιουσίας.

Παρά όλους τους οικουμενίστικους του ισχυρισμούς, ο φιλελευθερισμός διατήρησε πάντα δυο διακριτούς τρόπους διακυβέρνησης: έναν για την κυρίαρχη φυλή, και έναν για τους υποτελείς. Οι τελευταίοι έχουν αποκλειστεί από το δικαίωμα να έχουν δικαιώματα, δηλαδή από το δικαίωμα να ενταχθούν στον ίδιο τον χώρο όπου εφαρμόζεται η λεγόμενη οικουμενικότητα των δικαιωμάτων. Αν και αυτό είναι πιο εμφανές στο πλαίσιο των αποικιών, είναι επίσης ορατό στην υποδούλωση των εργατών, των γυναικών, και των λαών των καταπιεσμένων εθνών ενός του καπιταλιστικού πυρήνα. Αυτό είναι σήμερα πλήρως ορατό στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω της ρατσιστικής τρομοκρατίας των πιο ευάλωτων μελών του προλεταριάτου εντός της αυτοκρατορίας: του πληθυσμού των χαμηλόμισθων μεταναστών.

Όπως καταδεικνύει ο Ολσάβσκι, η ενασχόληση του Λοσούρντο με την καταργηστική σκέψη (Σ.τ.Μ., abolitionist thought – π.χ. υποστηρικτές της κατάργησης της δουλείας, υποστηρικτές της κατάργησης της θανατικής ποινής κλπ) του 19ου αιώνα, επηρέασε βαθιά την ανάλυσή του για τον φιλελευθερισμό, καθώς και το ιστορικό και φιλοσοφικό του έργο γενικότερα. Ο καταργητισμός, εξηγεί ο Ολσάβσκι μέσω του Λοσούρντο, απέρριπτε τον «χωρικό και φυλετικό περιορισμό της κοινότητας των ελεύθερων» που προωθούσε ο φιλελευθερισμός του Herrenvolk. Παρά το γεγονός ότι το κίνημα για την κατάργηση της δουλείας αξιοποιήθηκε από τους φιλελεύθερους ιμπεριαλιστές μετά την επιτυχία του, ο Λοσούρντο επέμενε ότι αποτελούσε σημαντικό αντίπαλο του φιλελευθερισμού του Herrenvolk, και ήταν, ως εκ τούτου, σημαντικός πρόδρομος των απελευθερωτικών αγώνων για τον σοσιαλισμό (Λοσούρντο, 2014[22]).

Στο δοκίμιο που συνυπέγραψαν οι Τζενοβέσε και Πιτ, βασίζονται στην κριτική του Λοσούρντο προς τον φιλελευθερισμό του Herrenvolk, για να διατυπώσουν μια κριτική στον μαρξισμό του Herrenvolk, δηλαδή μια παραφθορά του μαρξισμού που εστιάζει στην απελευθέρωση μιας προνομιούχας ομάδας εις βάρος των υποανθρωποποιημένων υποτελών. Ένα πρώιμο παράδειγμα αυτού μπορεί να βρεθεί στον ρεβιζιονισμό της Β΄ Διεθνούς, ο οποίος την οδήγησε στο να υποστηρίξει τις εθνικές αστικές τάξεις των αυτοκρατορικών δυνάμεων, ενώ συχνά συμβιβαζόταν ή υπερασπιζόταν την αποικιοκρατία. Όπως επισήμανε ο Λένιν πριν από έναν αιώνα, ένας τέτοιος εθνικός σοβινισμός εμποδίζει το παγκόσμιο και διεθνιστικό εγχείρημα της ανθρώπινης χειραφέτησης στο οποίο είναι αφοσιωμένος ο μαρξισμός.

Οι Τζενοβέσε και Πιτ επικρίνουν επίσης τις εθνικιστικές τάσεις που παρατηρούνται μεταξύ των μαρξιστών στον αυτοκρατορικό πυρήνα της εποχής μας, επισημαίνοντας την περίπτωση αυτοαποκαλούμενων κομμουνιστών που αγνοούν τους αγώνες των μεταναστών ή τον αγώνα κατά του ρατσισμού και της καταπίεσης λόγω φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού, ενώ στην πράξη υπερασπίζονται την ιδέα μιας εργατικής τάξης που αποτελείται κυρίως από λευκούς, άνδρες, και ετεροφυλόφιλους. Τέτοιες μορφές αναγωγίστικου μαρξισμού του Herrenvolk υιοθετούν σιωπηρά τη φιλελεύθερη λογική που «ερμηνεύει την ταξική πάλη με αναγωγικούς και χυδαία οικονομικούς όρους», όπως υποστηρίζουν οι Τζενοβέσε και Πιτ. Αυτό αποτελεί μια δεξιά απόκλιση που εμπλέκεται σε ταξική συνεργασία, ακολουθώντας αντιδραστικές και σοβινιστικές αφηγήσεις σε ζητήματα έθνους, φυλής, φύλου, και σεξουαλικότητας.

Η συνολική και αντιδιαλεκτική απόρριψη της λεγόμενης «πολιτικής της αναγνώρισης» από τις σοβινιστικές εκδοχές του μαρξισμού λειτουργεί τελικά αντι-αλληλέγγυα συμβάλλοντας στη διαίρεση —και, κατά συνέπεια, στην αποδυνάμωση— της παγκόσμιας εργατικής τάξης. Η στάση της για μια υποτιθέμενη επιστροφή στην τάξη συσκοτίζει ή απλώς αγνοεί την ιστορία των ταξικών αγώνων που οδήγησαν σε αυτό που αναφέρεται ως πολιτική ταυτότητας, δηλαδή εκείνους που διεξήχθησαν ενάντια στους αποκλεισμούς του φιλελευθερισμού του Herrenvolk. Είναι ακριβώς λόγω των προόδων τους που αναπτύχθηκαν πρακτικές περιορισμού, όπως ο πολιτισμικός χαρακτήρας τμημάτων της Νέας Αριστεράς και, αργότερα, ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας και η πολιτική ταυτότητας που προωθήθηκαν από το επαγγελματικό μανατζερίστικο στρώμα. Μία από τις κοινωνικές τους λειτουργίες ήταν να προσπαθήσουν να ανακτήσουν τους επαναστατικούς αγώνες ενάντια στον αποκλεισμό εντός του φιλελεύθερου πλαισίου, προκειμένου να τους εξουδετερώσουν αποτελεσματικά.

Μια διαλεκτική και υλιστική προσέγγιση της πολιτικής των ταυτοτήτων ή των αγώνων για την αναγνώρισης δεν μπορεί να περιοριστεί στον ρόλο τους ως μέσα συγκράτησης και αντιπερισπασμού. Πρέπει να εξετάσει τον πολυδιάστατο χαρακτήρα τους και να τους εντάξει στην υλική ιστορία των ταξικών αγώνων. Αυτό απαιτεί μια οξυδερκή κριτική της φιλελεύθερης πολιτικής των ταυτοτήτων ως μια προσπάθεια της άρχουσας τάξης να αντικαταστήσει την ταξική πολιτική με πολιτισμικούς πολέμους. Ωστόσο, είναι επίσης σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι η ελεγχόμενη αντιπολίτευση της φιλελεύθερης πολιτικής των ταυτοτήτων είναι το αποτέλεσμα των προόδων στις ταξικές διαμάχες που ανάγκασαν την άρχουσα τάξη να σπάσει – αν και με τρόπο που προσπάθησε να ελέγξει – το σύστημα φυλετικού, έμφυλου, και σεξουαλικού απαρτχάϊντ που χαρακτήριζε παλαιότερες εποχές. Είναι εξίσου ουσιαστικό να κατανοήσουμε ότι ο λευκός εθνικισμός, ο ευρωκεντρισμός, και οι συναφείς μορφές της πολιτικής των εθνο-εθνικιστικών και θρησκευτικών ταυτοτήτων αποδεικνύουν τα αντιδραστικά χαρακτηριστικά που ο Λένιν καταδίκασε στους εθνικισμούς των αστών, και τα οποία, σε αντίθεση με τους επαναστατικούς και προλεταριακούς εθνικισμούς, απαγόρευσε ως εντελώς αντίθετα προς τις αρχές του μαρξισμού, και αντιπαραγωγικά για τους πραγματικούς αγώνες για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Με την άνοδο του φασισμού στον πυρήνα της αυτοκρατορίας, οι λευκοί χριστιανοί εθνικιστές σταυροφόροι έχουν κηρύξει πόλεμο σε ό,τι έχει σχέση με το «woke» και έχουν προσπαθήσει να εμπλέξουν τμήματα της εργατικής τάξης σε έναν διχαστικό πολιτισμικό πόλεμο. Η συνταγή δεν είναι λιγότερο αποτελεσματική επειδή είναι τόσο εξαιρετικά απλή: να βάλουν τους εργάτες να μαλώνουν μεταξύ τους, ώστε να είναι πιο εύκολο να τους υποτάξουν! Αυτό επιτρέπει στους καπιταλιστές να εντείνουν τον ταξικό τους πόλεμο και να ανατρέψουν σημαντικά κέρδη που έχουν επιτύχει οι εργάτες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στους αγώνες ενάντια στις διακρίσεις. Οι μαρξιστές δεν πρέπει επομένως να βλέπουν κανένα λόγο να συμμαχήσουν με τις σφοδρές επιθέσεις κατά της «wokeness», οι οποίες σαφώς κολυμπούν με το ρεύμα σε όλο και πιο φασιστικά νερά. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι σημαντικό να αναδείξουμε και να υπερασπιστούμε τη μακρά ιστορία των μαρξιστικά εμπνευσμένων ταξικών αγώνων, των οποίων τα καλύτερα στοιχεία βρισκόταν πάντα – πολύ πριν από την πολιτική ταυτότητας – στην πρώτη γραμμή του αγώνα για την απελευθέρωση των πιο καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων μελών της παγκόσμιας εργατικής τάξης, συμπεριλαμβανομένων των αποικιοκρατούμενων, των μεταναστών, των φυλετικοποιημένων ομάδων, και των γυναικών.

Στα φιλοσοφικά του κείμενα για τον μαρξισμό, καθώς και στις πιο ιστορικές του μελέτες για τον ιμπεριαλισμό, ο Λοσούρντο κατέδειξε πώς η θρησκεία αποτελεί βασικό πεδίο της ταξικής πάλης στη σύγχρονη εποχή. Για παράδειγμα, ανέλυσε τον αντίκτυπο της ιουδαιοχριστιανικής κληρονομιάς στην κυρίαρχη ιδεολογία της Δύσης, καθώς και την επιρροή άλλων παραδόσεων, όπως ο κομφουκιανισμός, στην Ανατολή. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνεύεται μέσα στα μηχανιστικά πλαίσια του γεωγραφικού ή πολιτισμικού ντετερμινισμού. Αντίθετα, ο Λοσούρντο εξέτασε πώς μια βαθιά θεσμοθετημένη υλική ιστορία, η οποία είναι κυριολεκτικά χαραγμένη στο περιβάλλον διαβίωσης και βαθιά ενσωματωμένη στον κοινωνικό ιστό, συνεχίζει να έχει επιπτώσεις. Εξήγησε επίσης πώς η θρησκεία έχει χρησιμοποιηθεί ρητά ως όπλο, τόσο από πάνω, ως το όπιο του λαού, όσο και από κάτω, ως η απελευθερωτική κραυγή των καταπιεσμένων.

Η ιστορικο-υλιστική προσέγγιση του Λοσούρντο στη θρησκεία αποτυπώνεται πλήρως στο δοκίμιό του για τον φονταμενταλισμό που δημοσιεύεται στο παρόν τεύχος, το οποίο αρχικά εκδόθηκε στα γερμανικά το 1999 (και αργότερα εξελίχθηκε σε ένα εκτενέστερο κεφάλαιο που ενσωματώθηκε στο έργο του Losurdo [2008[23]]). Αντί να αντιλαμβάνεται τον φονταμενταλισμό ως μια αταβιστική μορφή θρησκευτικού εξτρεμισμού, τον τοποθετεί ιστορικά ως μια σύγχρονη αντίδραση στη σύγκρουση μεταξύ δύο διαφορετικών πολιτισμών που απορρίπτει τον έναν υπέρ του άλλου, ενώ τείνει να τους θεωρεί και τους δύο φυσικούς. Δεν περιορίζεται σε καμία περίπτωση σε μια συγκεκριμένη θρησκεία, και ο Losurdo αμφισβητεί το κλισέ που συνδέει τον φονταμενταλισμό με το Ισλάμ. Επιπλέον, τοποθετεί συγκεκριμένα τον ισλαμικό φονταμενταλισμό στο πλαίσιο της υλικής διαδικασίας αποικιοποίησης του αραβικού κόσμου μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν είχε ξεκινήσει η εποχή της αποαποικιοποίησης που πυροδότησε η Οκτωβριανή Επανάσταση. Ως πιθανό οχυρό αντίστασης, αυτή η μορφή φονταμενταλισμού μπορεί να πάρει μορφές που είναι πολύ λιγότερο παράλογες και αντι-μοντέρνες από ό,τι συχνά υποτίθεται.

Όπως σημειώνει ο Ρομέιρο Ερμέτο στο παρόν τεύχος, ο Λοσούρντο χαρακτήρισε επίσης τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό ως «ακρογωνιαίο λίθο της Δυτικής ιμπεριαλιστικής σταυροφορίας». Μακριά από την εικόνα μιας κοσμικής, σύγχρονης και ορθολογικής Δύσης που διακρίνεται από έναν φανατικό, οπισθοδρομικό και παράλογο «Υπόλοιπο Κόσμο», επέμεινε στην κεντρική θέση του θρησκευτικού φονταμενταλισμού στην πολιτική κουλτούρα των ΗΠΑ και στο ιμπεριαλιστικό τους σχέδιο (μια βασική διαπίστωση που μοιραζόταν με τον Σαμίρ Αμίν και άλλους). Αυτό δεν θα μπορούσε να είναι πιο σαφές στην τρέχουσα συγκυρία, δεδομένου ότι η ιμπεριαλιστική άρχουσα τάξη έχει κινητοποιήσει τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό, συνδυάζοντάς τον με τον εθνο-εθνικισμό και την  πολιτική της λευκής ταυτότητας, προκειμένου να παρουσιάσει την οικοδόμηση της αυτοκρατορίας ως ιερό πόλεμο.

 

Ιμπεριαλιστική ιδεολογία και η απούσα Δυτική Αριστερά

Ο Λοσούρντο απέδειξε ότι οι μαρξιστές επαναστάτες (συμπεριλαμβανομένων των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Μάο Τσε Τουνγκ και Χο Τσι Μινχ) ήταν σε θέση να κατανοήσουν τις διάφορες μορφές που παίρνει η ταξική πάλη, συμπεριλαμβανομένης αυτής μεταξύ καταπιεζόμενων και καταπιεστικών εθνών, επειδή ασχολούνταν με τους συγκεκριμένους αγώνες των υποτελών τάξεων για την απελευθέρωση. Αντίθετα, απέδειξε ότι πολλοί αριστεριστές στη Δύση έχουν απορρίψει αυτά τα διδάγματα, προτιμώντας να ακολουθήσουν μια ιδέα της σοσιαλιστικής επανάστασης παρά την πραγματική κίνηση της ιστορίας. Όταν οι πραγματικοί, συγκεκριμένοι αγώνες για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού – οι οποίοι, αναγκαστικά, είναι γεμάτοι αντιφάσεις – δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες αυτών των ατόμων, απορρίπτουν αμέσως αυτές τις προσπάθειες στο σύνολό τους. Εν τω μεταξύ, η άρνηση ή η συσκότιση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού έχει γίνει χαρακτηριστικό σημαντικών τμημάτων του αριστερού λόγου εντός των ιμπεριαλιστικών χωρών (βλ. Foster, 2024β[24]). Οι επιθέσεις των Δυτικών διανοουμένων εναντίον κρατών που επιδιώκουν την αυτοδιάθεση εκτός της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας υποστηρίζουν τελικά την ιμπεριαλιστική ατζέντα για την υπονόμευση της κυριαρχίας και της νομιμότητας αυτών των κρατών, ανεξάρτητα από τις εξελιγμένες δικαιολογίες ή τις υποκειμενικές προθέσεις τους. Όπως σημείωσε ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Άντολφ Ριντ Τζούνιορ (Adolph Reed Jr.) σε ένα άρθρο όπου επικρίνει την έλλειψη αντίδρασης από τη Δύση έναντι του υβριδικού πολέμου που διεξάγουν οι ΗΠΑ εναντίον της Βενεζουέλας: «Η υπερβολικά επικριτική στάση ορισμένων Δυτικών Αριστερών όσον αφορά τις αντιληπτές πολιτικές ανεπάρκειες των αριστερών κυβερνήσεων… μπορεί να εξυπηρετήσει άριστα, ακόμη και να εξωραΐσει, τις ιμπεριαλιστικές ατζέντες του δικού μας κράτους, οι οποίες, για να το θέσω ήπια, δεν αγνοούν ποτέ την πολιτική οικονομία και την εξουσία της καπιταλιστικής τάξης» (βλ. Reed 2019[25]).

Καθώς η Δυτική Αριστερά εγκαταλείπει ολοένα και περισσότερο την κριτική του ιμπεριαλισμού, συχνά υιοθετεί στη θέση της το φιλελεύθερο πλαίσιο της πολιτικής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το οποίο συμβιβάζεται με τον ιμπεριαλιστικό μιλιταρισμό και τις επιχειρήσεις αλλαγής καθεστώτος, όταν αυτές παρουσιάζονται ως ανθρωπιστικές ή ως πρωτοβουλίες προώθησης της δημοκρατίας και καταπολέμησης του αυταρχισμού. Η τάση των ΗΠΑ, από την ήττα τους στο Βιετνάμ και μετά, να χρησιμοποιούν μορφές υβριδικού πολέμου για να επιδιώξουν την αλλαγή καθεστώτων έχει συμβάλει στην εξασθένιση της αντιιμπεριαλιστικής μαχητικότητας. Επιπλέον, όπως κατέδειξε ο Λοσούρντο, ο ιμπεριαλιστικός πολιτισμικός πόλεμος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην απόκρυψη της βαρβαρότητας του ιμπεριαλισμού υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, ενώ παράλληλα προβάλλει τη βαρβαρότητά του στα ίδια του τα θύματα.

Ο Λοσούρντο υποστήριξε ότι πολλοί Δυτικοί αριστεριστές δεν κατανοούν τις επιταγές των αγώνων κατά της νεοαποικιοκρατίας και τον ρόλο της ανάπτυξης στη μακροπρόθεσμη διάρκεια του αντικαπιταλιστικού αγώνα. Πολλοί από όσους εξυμνούσαν την ένοπλη φάση των αντικαπιταλιστικών αγώνων από ένα αίσθημα «επαναστατικού ρομαντισμού» δεν κατανοούν τη σημασία του πιο πεζού αγώνα για οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη, ο οποίος είναι απαραίτητος για τη διατήρηση της πολιτικής ανεξαρτησίας (βλ. Losurdo 2015b, σελ. 283[26]). Για παράδειγμα, σε ένα πλαίσιο όπου η αυτοάμυνα και η ανάπτυξη αποτελούν προϋπόθεση για την αυτοδιάθεση των λαών, η άμεση διάλυση του κράτους δεν ήταν επιθυμητή, παρά τις θεωρητικές και ουτοπικές προσδοκίες πολλών Δυτικών αριστεριστών.

Η οπορτουνιστική και συμβιβαστική στάση απέναντι στον Δυτικό ιμπεριαλισμό υπήρξε, σύμφωνα με τον Λοσούρντο, η κύρια πηγή αδυναμίας και ρεβιζιονισμού στο εσωτερικό της Αριστεράς. Ο Λοσούρντο εντόπισε πρώιμα στοιχεία αυτής της τάσης στον εθνικό σοβινισμό των ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών κατά την περίοδο που οδήγησε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τον οποίο ο Λένιν καταδίκασε κατηγορηματικά. Αυτό οδήγησε στη διάσπαση του Λένιν από τη Δεύτερη Διεθνή και στην ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, της οποίας η δέσμευση στον προλεταριακό διεθνισμό ήταν ρητά αντικαπιταλιστική. Ο Λένιν χρησιμοποίησε τη θεωρία της εργατικής αριστοκρατίας για να εντοπίσει την υλική βάση του εθνικού σοβινισμού των Ευρωπαίων σοσιαλιστών. Υποστήριξε ότι οι πολωτικές επιπτώσεις του ιμπεριαλισμού δημιουργούν εντός των ιμπεριαλιστικών χωρών ένα ανώτερο στρώμα εργατών που έχουν πολύ καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας από τη συντριπτική πλειοψηφία του παγκόσμιου προλεταριάτου, γεγονός που οδηγεί αυτούς τους εργάτες να ταυτίζονται με τα συμφέροντα της δικής τους εθνικής αστικής τάξης έναντι εκείνων των προλετάριων στις αποικιοκρατούμενες και νεοαποικιοκρατούμενες περιοχές του κόσμου (βλ. Lenin 1987[27]).

Οι κριτικές του Λοσούρντο προς τη Δυτική Αριστερά βασίζονται στις ιδέες του Λένιν για να προσεγγίσουν το ιδεολογικό πεδίο του σύγχρονου κόσμου. Όπως και ο Λένιν, υποστήριξε ότι οι ρίζες του ευρωκεντρισμού και του εθνικού σοβινισμού, που συνεχίζουν να παραμορφώνουν τη Δυτική Αριστερά, βρίσκονται τελικά στην πολιτική οικονομία του ιμπεριαλισμού και είναι ορατές στα αποκλειστικά και συχνά ρατσιστικά εποικοδομήματα του ιμπεριαλιστικού φιλελευθερισμού του Herrenvolk. Οι διαπεραστικές κριτικές του στη φιλελεύθερη σκέψη, συμπεριλαμβανομένων των εκδηλώσεών της στη μητροπολίτικη αριστερά, διασαφηνίζουν επίσης μορφές της σύγχρονης ιμπεριαλιστικής ιδεολογίας που διαφέρουν αρκετά από τις ανοιχτά ρατσιστικές και εθνοκεντρικές αφηγήσεις. Πράγματι, αυτές οι μορφές συναντώνται συχνά σε αφηγήσεις των οποίων ο ίδιος ο αυτοπροσδιορισμός δίνει προτεραιότητα στην αντίθεση στον ρατσισμό και την αποικιοκρατία, καθώς και στην υποστήριξη της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ο Λοσούρντο συνέβαλε σημαντικά στη μαρξιστική ανάλυση του σύγχρονου ιμπεριαλιστικού πολιτιστικού μηχανισμού και του ρόλου του στη διαμόρφωση της συνείδησης των ανθρώπων όλων των κοινωνικών τάξεων, με σοβαρές συνέπειες για την τύχη της αντιιμπεριαλιστικής αντίστασης. Αρκετά από τα τελευταία του βιβλία εστιάζουν σε αυτό το ζήτημα. Το βιβλίο The Absent Left (Η Απούσα Αριστερά), που θα εκδοθεί σύντομα από τον εκδοτικό οίκο Iskra Books στη σειρά AIM, εξετάζει τον ιμπεριαλιστικό πολιτιστικό πόλεμο, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο των αστικών μέσων ενημέρωσης στη διαμόρφωση της συνείδησης μέσω της χειραγώγησης των συναισθημάτων. Το έργο Δυτικός Μαρξισμός [Western Marxism (2024)] ασκεί κριτική σε μια τάση τόσο μερικών μαρξιστών όσο και των φιλελεύθερων θεωρητικών στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα να παρερμηνεύουν και να υποβαθμίζουν τη διαμορφωτική δύναμη του ιμπεριαλισμού στον 20ο και 21ο αιώνα, καθώς και μια συμπληρωματική τάση, εκ μέρους των μελών της διανοητικής εργατικής αριστοκρατίας, να είναι εξαιρετικά επικριτικοί και συχνά εχθρικοί απέναντι σε συγκεκριμένες προσπάθειες για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Αυτή η τάση έχει οδηγήσει σε μια διάσπαση μεταξύ, αφενός, της μαρξιστικής πρακτικής και της οικοδόμησης του σοσιαλιστικού κράτους, η οποία έχει συμβεί κυρίως σε μέρη του κόσμου που ιστορικά έχουν υποστεί τον ιμπεριαλισμό, και, αφετέρου, μιας μορφής ακαδημαϊκού μαρξισμού που ασκείται στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα και που σε μεγάλο βαθμό απορρίπτει αυτές τις προσπάθειες και αγνοεί τις επιταγές του αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό και την υποανάπτυξη. Ο Λοσούρντο υποστήριξε ότι η απόκλιση στο ζήτημα της αποικιοκρατίας —δηλαδή, η ανάλυση του ιμπεριαλισμού και η σημασία που αποδίδεται στους αγώνες εθνικής απελευθέρωσης— βρίσκεται στον πυρήνα της διαίρεσης μεταξύ των εκπροσώπων του λεγόμενου Ανατολικού και Δυτικού Μαρξισμού (οι οποίοι θα περιγράφονταν με μεγαλύτερη ακρίβεια ως επαναστατικός μαρξισμός, και η ιμπεριαλιστική του παρέκκλιση, αντίστοιχα). Οι μαρξιστές στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα συχνά δεν έχουν δείξει κατανόηση για τις πολυπλοκότητες του αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, τον οποίο οι μαρξιστές στην περιφέρεια δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αναλάβουν.

Στην εμπεριστατωμένη κριτική της για τον Δυτικό Μαρξισμό στο παρόν τεύχος, η Κινγκ Λιάο (Qing Liao) συνοψίζει τα επιχειρήματα του Λοσούρντο και εξετάζει τις σημαντικές διεπιστημονικές τους επιπτώσεις. Σημειώνει, για παράδειγμα, ότι η ανάλυσή του για τον εκσυγχρονισμό της Σοβιετικής Ένωσης και της Κίνας ως θεμελιώδη γεγονότα στον αντικαπιταλιστικό αγώνα, έχει σημαντικές επιπτώσεις όχι μόνο για τη μελέτη της ανάπτυξης και της σοσιαλιστικής ιστορίας, αλλά και για την έρευνα στις ανθρωπιστικές επιστήμες που ασχολούνται με τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά της νεωτερικότητας ή με τις σχέσεις μεταξύ διαφορετικών διαδικασιών εκσυγχρονισμού και παραδόσεων μοντερνιστικής πολιτισμικής έκφρασης.

Η χρήση της κατηγορίας «Δυτικός Μαρξισμός» από τον Λοσούρντο συχνά παρερμηνεύεται ως μια ντετερμινιστική αξιολόγηση του συνόλου της πνευματικής παραγωγής στον καπιταλιστικό Δυτικό κόσμο (βλ. για παράδειγμα, Brennan 2024[28]). Όπως σημειώσαμε στην Εισαγωγή μας στον Δυτικό Μαρξισμό, αυτή η κατηγορία περιγράφει έναν ιδεολογικό προσανατολισμό που επικρατεί στη Δύση ως συνέπεια ιστορικών εξελίξεων, όχι ως έκφραση κάποιας ουσιαστικής Δυτικής επιστημολογίας ή πολιτισμικής ταυτότητας. Αντί για έναν μηχανιστικό και ολιστικό ντετερμινισμό, σύμφωνα με τον οποίο όλοι οι μαρξιστές στοχαστές στη Δύση θα σκεφτόντουσαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ο Λοσούρντο ιστορικοποίησε τις τάσεις στον πολιτισμό και την πνευματική παραγωγή, χωρίς να παραβλέπει τη δράση των μεμονωμένων διανοουμένων. Πράγματι, το έργο του αποτελεί απόδειξη του γεγονότος ότι η ταξική πάλη, σε θεωρητικό επίπεδο, λαμβάνει χώρα και στη Δύση. Ο Ολσάβσκι υπογραμμίζει αυτό το σημείο όταν σημειώνει ότι ο Γ. Ε. Μ. Ντι Μπουά (W. E. B. Du Bois) και ο Λοσούρντο αποτελούν και οι δύο παραδείγματα μαρξιστών διανοουμένων στον αυτοκρατορικό πυρήνα που δεν υπέκυψαν στις κυρίαρχες ιδεολογίες, αλλά αντίθετα τις αμφισβήτησαν σθεναρά.

Το δοκίμιο των Μάθιου Σαρπ (Matthew Sharpe) και Μάθιου Κινγκ (Matthew King) εξετάζει μια άλλη κριτική που έχει διατυπωθεί εναντίον του Δυτικού Μαρξισμού, και συγκεκριμένα ότι ο Λοσούρντο επεκτείνει υπερβολικά το πεδίο της ανάλυσής του, δεδομένου ότι οι θεωρητικοί που επικρίνει στο βιβλίο του δεν περιλαμβάνουν μόνο μαρξιστές. Οι Σαρπ και Κινγκ υποστηρίζουν ότι το πλαίσιο του Λοσούρντο πράγματι χαρακτηρίζει με ακρίβεια ένα μεγάλο μέρος της θεωρίας που προωθείται ως «ριζοσπαστική» στη Δύση. Σε αυτό το πνεύμα, καταδεικνύουν τη χρησιμότητά του για την ανάλυση του έργου του Ιταλού φιλόσοφου Τζιόρτζιο Αγάμπεν (Giorgio Agamben), τον οποίο ο Λοσούρντο αναλύει μόνο εν συντομία στο Δυτικός Μαρξισμός. Ομοίως, ο Σκοτ Ρίτσι (Scott Ritchie) καταδεικνύει πώς η κριτική του Λοσούρντο στη Δυτική ριζοσπαστική θεωρία διασαφηνίζει τις αντιφάσεις και τις αντιδραστικές τάσεις της ριζοσπαστικής φιλελεύθερης θεωρίας στον τομέα των εκπαιδευτικών σπουδών στις ΗΠΑ, και επικρίνει συγκεκριμένα την αποσιώπηση της σκέψης και του έργου ζωής του Βραζιλιάνου επαναστάτη εκπαιδευτικού Πάουλο Φρέιρε (Paulo Freire).

 

Ταξική πάλη στην θεωρία και μαρξιστική αυτοκριτική

Όπως επισημαίνουν αρκετοί συγγραφείς σε αυτό το τεύχος, το έργο του Λοσούρντο προσφέρει ένα μοντέλο διαλεκτικής υλιστικής πνευματικής ιστορίας που ιστορικοποιεί την πνευματική παραγωγή όχι σε σχέση με τις εμπορικές αφηγήσεις και τις εξειδικευμένες αγορές που δημιουργεί ο ιμπεριαλιστικός πολιτιστικός μηχανισμός, αλλά μάλλον σε σχέση με την ιστορία της παγκόσμιας ταξικής πάλης, συμπεριλαμβανομένων των αγώνων για την απελευθέρωση των καταπιεσμένων. Αυτό φέρνει στο προσκήνιο συχνά μη αναγνωρισμένες αποικιακές και ελιτιστικές υποθέσεις που είναι κοινές σε μεγάλο μέρος της μικροαστικής Δυτικής πνευματικής παραγωγής, αποκαλύπτοντας ομοιότητες μεταξύ αντιδραστικών, φιλελεύθερων, και ακόμη και ορισμένων αυτοαποκαλούμενων μαρξιστών στοχαστών, οι οποίοι διαφορετικά θα φαινόταν να μοιράζονται μόνο το γεγονός της παγκόσμιας προώθησής τους από την ιμπεριαλιστική βιομηχανία της θεωρίας.

Το δοκίμιο του Ρόρυ Τζεφς (Rory Jeffs) στο παρόν τεύχος προσφέρει μια εικόνα της ιστοριογραφικής μεθόδου του Λοσούρντο, η οποία έχει εγγενώς πολιτικό χαρακτήρα. Η αξία της προσέγγισης του Λοσούρντο, υποστηρίζει ο Τζεφς, αποδεικνύεται από την ιστορικά τεκμηριωμένη και εκτενή μελέτη του έργου του Φρίντριχ Νίτσε και της υποδοχής του. Δείχνει ότι, παρά την αξία των κριτικών του Νίτσε για τη χριστιανική ηθική και την αστική ιδεολογία, οι οποίες εξέφραζαν τον αριστοκρατικό ριζοσπαστισμό του, ο ίδιος διατηρούσε μια αντιδραστική πολιτική ατζέντα που περιλάμβανε την υπεράσπιση της δουλείας και σφοδρές επιθέσεις εναντίον του σοσιαλισμού. Αυτό απαιτεί μια κριτική εξέταση της αποδοχής των ιδεών του Νίτσε από αυτοαποκαλούμενους αριστερούς διανοούμενους, όπως σημειώνει ο Τζεφς. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα δεδομένου ότι η επιρροή του Νίτσε είναι εμφανής στη μετα-κριτική καχυποψία απέναντι στις αξιώσεις του μαρξισμού σχετικά με την ανθρώπινη χειραφέτηση, η οποία έχει διατυπωθεί από διάσημους Δυτικούς ριζοσπαστικούς θεωρητικούς.

Όπως σημειώνει ο Ρομέιρο Ερμέτο στο εκτενές άρθρο του, ο Λοσούρντο ανέλαβε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε —αντλώντας από τον υπότιτλο του βιβλίου του για τον φιλελευθερισμό— μια «αντι-ιστορία της θεωρίας». Αυτό απαιτούσε όχι μόνο σοβαρή αφοσίωση στην εσωτερική ανάλυση των κειμένων, αλλά και, κυρίως, μια υλιστική τοποθέτηση των θέσεων που υιοθέτησαν οι συγγραφείς τους στο συγκεκριμένο πλαίσιο. Ακριβώς μέσω της διαλεκτικής τοποθέτησης της υποκειμενικής πνευματικής παραγωγής των ατόμων στον αντικειμενικό κόσμο της παγκόσμιας ταξικής πάλης μπορούν συγκεκριμένα θεωρητικά εγχειρήματα να γίνουν κατανοητά με αυστηρότητα στο πλαίσιο των εξελίξεων της παγκόσμιας ιστορίας.

Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι ο Λοσούρντο ήταν αναγωγιστής ή ντετερμινιστής στην περιγραφή του για την πνευματική ιστορία. Αντίθετα, ως διαλεκτικός, επέμενε στη δράση που ασκούν οι διανοούμενοι όταν λαμβάνουν συγκεκριμένες θέσεις μέσα σε μια δεδομένη συγκυρία, ενώ παράλληλα έφερνε στο προσκήνιο τις ιδεολογικές δυνάμεις που δρουν στην εν λόγω συγκυρία. Η ιστορία, για τον Λοσούρντο, δεν εξελίσσεται μηχανιστικά σύμφωνα με ένα προκαθορισμένο πρότυπο. Αντίθετα, είναι ένα πεδίο αγώνα, αν και η υλική ιστορία του επηρεάζει αναπόφευκτα τις μεταγενέστερες εξελίξεις.

Η επιστημονική εργασία του Λοσούρντο αναδεικνύει την κατ’ εξοχήν σημασία της αυτοκριτικής στο πλαίσιο της μαρξιστικής παράδοσης, ενώ ο ίδιος αντιτίθεται σθεναρά στις δογματικές τάσεις. Δεδομένου ότι ο μαρξισμός δεν επιδιώκει απλώς να ερμηνεύσει τον κόσμο, αλλά, κυρίως, να τον μετασχηματίσει, η πρακτική πραγματικότητα αποτελεί τον απόλυτο κριτήριο για την επιτυχία ή την αποτυχία του. Η διαδικασία της μαρξιστικής αυτοκριτικής είναι, επομένως, μια διαδικασία κατά την οποία τα καθιερωμένα θεωρητικά πλαίσια δοκιμάζονται συνεχώς σε σχέση με την υλική πραγματικότητα και, όταν είναι απαραίτητο, μετασχηματίζονται προκειμένου να ενισχυθεί η ικανότητά τους να δράσουν αποτελεσματικά στον κόσμο και να προωθήσουν την ατζέντα της χειραφέτησης, της ισότητας και της οικολογικής βιωσιμότητας. Η διορατική και διεισδυτική ανάλυση του Λοσούρντο για την ιστορία της Κίνας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Δεν θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερη στιγμή για να μελετήσουμε τον Λοσούρντο. Μας διδάσκει όχι μόνο ότι ο μαρξισμός είναι μια αυτοκριτική και καινοτόμος παράδοση που βασίζεται στην πρακτική υπεροχή της, αλλά και ότι αυτή η παράδοση έχει αποδώσει καρπούς στον πραγματικό κόσμο, προωθώντας την ανάπτυξη σοσιαλιστικών σχεδίων ικανά να λειτουργήσουν ως προπύργιο ενάντια στη φασιστικά προσανατολισμένη ιμπεριαλιστική παγκόσμια τάξη. Υπάρχουν πολλά να μάθουμε από το έργο του, και σε πολλαπλά μέτωπα, καθώς ενσαρκώνει επίσης την παράδοση του κριτικού κομμουνισμού που εντόπισε στο έργο του Γκράμσι και άλλων. Μας προσφέρει έναν ζωτικό και ζωντανό μαρξισμό, αφοσιωμένο στην ανάπτυξη του πιο συνεκτικού θεωρητικού πλαισίου για τον κόσμο, ακριβώς με σκοπό να τον αλλάξει. Φυσικά, τίποτα από όλα αυτά δεν πρέπει να οδηγήσει σε τυφλή αγιογραφία, αλλά μάλλον στην επιτακτική ανάγκη να προωθήσουμε το έργο του εμπλεκόμενοι οι ίδιοι σε αυτό, ως μέρος της ίδιας συλλογικής παράδοσης που αγωνίζεται για το δικαίωμα της ανθρωπότητας να επιβιώσει και να καθορίσει το πεπρωμένο της. Ελπίζουμε ότι τα δοκίμια που περιλαμβάνονται σε αυτό το τεύχος θα συμβάλουν έστω και λίγο σε αυτό το επείγον εγχείρημα.

 

 

Επιπρόσθετες πληροφορίες

Η Τζένιφερ Σ. Πόνσε ντε Λεόν (Jennifer S. Ponce de Leon) είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Αγγλικής Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας, όπου διδάσκει επίσης Λατινοαμερικανικές και Λατινοαμερικανικές Σπουδές καθώς και Συγκριτική Λογοτεχνία. Είναι μέλος (2025–2026) της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών στο Ινστιτούτο Προχωρημένων Σπουδών του Πρίνστον. Είναι συγγραφέας του Another Aesthetics Is Possible: Arts of Rebellion in the Fourth World War (2021) [Μια Άλλη Αισθητική Είναι Δυνατή: Τέχνη της Εξέγερσης στον Τέταρτο Παγκόσμιο Πόλεμο], καθώς και συγγραφέας ή συν-συγγραφέας πολλών δοκιμίων, συμπεριλαμβανομένης της Εισαγωγής στο Western Marxism: How It Was Born, How It Died, How It Can Be Reborn (2024) [Δυτικός Μαρξισμός: Πως Γεννήθηκε, Πως Πέθανε, Πως Μπορεί Να Ξαναγεννηθεί] του Ντομένικο Λοσούρντο. Είναι αναπληρώτρια διευθύντρια του Critical Theory Workshop/Atelier de Théorie Critique [Εργαστήριο Κριτική Θεωρία] και συνεκδότρια δύο σειρών βιβλίων: AIM—Anti-Imperialist Marxism (Iskra) και Studies in AIM (De Gruyter Brill).

Ο Γκάμπριελ Ροκχιλ (Gabriel Rockhill) είναι ιδρυτικός διευθυντής του Critical Theory Workshop [Εργαστήριο Κριτικής Θεωρίας], καθηγητής Φιλοσοφίας και Παγκόσμιων Διεπιστημονικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Βιλανόβα, καθώς και ερευνητικός συνεργάτης στο Laboratoire d’anthropologie politique—LAP (EHESS Παρίσι). Είναι συγγραφέας ή επιμελητής δώδεκα βιβλίων, μεταξύ των οποίων το πιο πρόσφατο Who Paid the Pipers of Western Marxism? (2025) [Ποιος πλήρωσε τους αυλητές του Δυτικού Μαρξισμού], το Requiem pour la French Theory: Chant funèbre transatlantique sur une tonalité marxiste [Ρέκβιεμ για τη Γαλλική Θεωρία: Διατλαντικός Επιτάφιος σε Μαρξιστική Κλίμακα] με τον Aymeric Monville (2024, θα εκδοθεί στα αγγλικά από την Monthly Review Press), και το Western Marxism του Λοσούρντο (επιμελητής, 2024). Είναι ένας από τους αρχισυντάκτες του World Marxist Review [Παγκόσμια Μαρξιστική Επιθεώρηση] και συνδιευθυντής δύο σειρών βιβλίων: AIM—Anti-Imperialist Marxism (Iskra) και Studies in AIM (De Gruyter Brill).

 

 

Αναφορές

[1] Rubio, M. 2026. “Secretary of State Marco Rubio at the Munich Security Conference.” US Department of State. https://www.state.gov/releases/office-of-the-spokesperson/2026/02/secretary-of-state-marco-rubio-at-the-munich-security-conference(open in a new window).

[2] Losurdo, D. 2024. Western Marxism: How It Was Born, How It Died, How it Can Be Reborn. Edited by G. Rockhill. Translated by S. Colatrella and G. de Stefano. New York: Monthly Review Press.

[3] Losurdo, D. 2021. La cuestión communista: Historia y futuro de una idea [The Communist Question: History and Future of an Idea]. Translated by J. Vivanco. Barcelona: El Viejo Topo.

[4] Losurdo, D. 2015b. La izquierda ausente: Crisis, sociedad del espectáculo, guerra [The Absent Left: Crisis, Society of the Spectacle, War]. Translated by J. Vivanco. Barcelona: El Viejo Topo. Forthcoming in English in the AIM books series with Iskra Books.

[5] Cheng, E. 2021. China’s Economic Dialectic: The Original Aspiration of Reform. New York: International Publishers.

[6] Martinez, C. 2023. The East Is Still Red: Chinese Socialism in the 21st Century. Glasgow: Praxis Press.

[7] Martinez, C., and K. Bennett, eds. 2025. People’s China at 75: The Flag Stays Red. Glasgow: Praxis Press.

[8] Clegg, J. 2009. China’s Global Strategy: Towards a Multipolar World. London: Pluto Press.

[9] Woodward, J. 2017. The US vs China: Asia’s New Cold War? Manchester: Manchester University Press.

[10] Matar, L. 2024. “China and the Third World: Arab Region in Perspective.” Middle East Critique. https://doi.org/10.1080/19436149.2024.2410626.

[11] Losurdo, D. 2016. Class Struggle: A Political and Philosophical History. Translated by G. Elliott. New York: Palgrave Macmillan.

[12] Losurdo, D. 2016. Class Struggle: A Political and Philosophical History. Translated by G. Elliott. New York: Palgrave Macmillan.

[13] Losurdo, D. 2016. Class Struggle: A Political and Philosophical History. Translated by G. Elliott. New York: Palgrave Macmillan.

[14] Foster, J. B. 2024a. The Dialectics of Ecology. New York: Monthly Review Press.

[15] Foster, J. B., R. York, and B. Clark. 2010. The Ecological Rift: Capitalism’s War on the Earth. New York: Monthly Review Press.

[16] Brennan, T. 2024. “‘Western Marxism’ Is Not a Monolith.” Jacobin, November 4. https://jacobin.com/2024/11/western-marxism-philosophy-theory-review(open in a new window).

[17] Losurdo, D. 2016. Class Struggle: A Political and Philosophical History. Translated by G. Elliott. New York: Palgrave Macmillan.

[18] Losurdo, D. 2016. Class Struggle: A Political and Philosophical History. Translated by G. Elliott. New York: Palgrave Macmillan.

[19] Losurdo, D. 2016. Class Struggle: A Political and Philosophical History. Translated by G. Elliott. New York: Palgrave Macmillan.

[20] Losurdo, D. 2015c. War and Revolution. Translated by G. Elliott. New York: Verso.

[21] Losurdo, D. 2015a. Antonio Gramsci: Del liberalismo al comunismo crítico [Antonio Gramsci: From Liberalism to Critical Communism]. Translated by J. Vivanco. Madrid: Ediciones del oriente y del mediterráneo.

[22] Losurdo, D. 2014. Liberalism: A Counter-History. Translated by G. Elliott. New York: Verso.

[23] Losurdo, D. 2008. El lenguaje del imperio: Léxico de la ideología americana [The Language of Empire: A Lexicon of American Ideology]. Translated by A. García Mayo. Madrid: Escolar y Mayo Editores.

[24] Foster, J. B. 2024b. “The New Denial of Imperialism on the Left.” Monthly Review 76 (6). https://monthlyreview.org/articles/the-new-denial-of-imperialism-on-the-left/(open in a new window).

[25] Reed, A., Jr. 2019. “Vietnam to Venezuela: US Interventionism and the Failure of the Left.” Common Dreams. https://www.commondreams.org/views/2019/03/30/vietnam-venezuela-us-interventionism-and-failure-left(open in a new window).

[26] Losurdo, D. 2015b. La izquierda ausente: Crisis, sociedad del espectáculo, guerra [The Absent Left: Crisis, Society of the Spectacle, War]. Translated by J. Vivanco. Barcelona: El Viejo Topo. Forthcoming in English in the AIM books series with Iskra Books.

[27] Lenin, V. I. 1987. Essential Works of Lenin. Edited by H. M. Christman. New York: Dover Publications.

[28] Brennan, T. 2024. “‘Western Marxism’ Is Not a Monolith.” Jacobin, November 4. https://jacobin.com/2024/11/western-marxism-philosophy-theory-review(open in a new window).