1

Ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός. Μαρξ εναντίον Λένιν;

 

του Διονύση Περδίκη

 

Δημοσιεύουμε το πρώτο κομμάτι του δεύτερου μέρους της μελέτης με τίτλο “Ιμπεριαλισμός και πόλεμος στον 21ο αιώνα με αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία”. 

Το Μέρος Β’ είναι το πιο θεωρητικό και συνοδεύεται από εκτενέστατες σημειώσεις με παραθέματα και μεταφράσεις. Συνιστούμε σε μια πρώτη ανάγνωση να αγνοηθούν οι σημειώσεις αυτές προς χάριν της ροής του κειμένου. Σε δεύτερη φάση, οι σημειώσεις και οι αναφορές σε αυτές μπορούν να χρησιμεύσουν για περαιτέρω μελέτη των θεμάτων που θίγονται.

Καθώς θα προχωράμε στη δημοσίευση της μελέτης θα εμπλουτίζουμε τον παρακάτω πίνακα περιεχομένων με τους αντίστοιχους ηλεκτρονικούς συνδέσμους:

 

 

ΜΕΡΟΣ Α’: ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΜΕΡΟΣ Β’: ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ 

Αποσαφηνίζοντας τις έννοιες

Ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός: Γενική θεωρία του ΚΤΠ, και μονοπώλιο – ιμπεριαλισμός: Μαρξ εναντίον Λένιν; 

  • Από τον Μαρξ και τη γενική θεωρία του κεφαλαίου… 
  • …στον Λένιν, το μονοπώλιο, και τον ιμπεριαλισμό στη σύγχρονη φάση της ιμπεριαλιστικής διεθνοποίησης της παραγωγής… 
  • Η διαλεκτική της ιστορίας του καπιταλισμού έχει τις απαντήσεις 

Σημειώσεις 

 

Μέρος Β΄: Ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός

 

Αποσαφηνίζοντας τις έννοιες

Ο ιμπεριαλισμός μπορεί, καταρχήν, να νοηθεί με έναν γενικό, ανιστορικό τρόπο. Ενδεικτικά, θα μπορούσαμε να τον ορίσουμε ως κατηγορία των σχέσεων μεταξύ οργανωμένων ανθρώπινων κοινοτήτων (φυλών, κρατών, εθνών, αυτοκρατοριών κοκ) που χαρακτηρίζεται από οργανωμένη βία με απώτερο σκοπό την οικονομική εκμετάλλευση. Με αυτήν την έννοια διακρίνεται από τις αντίστοιχες ταξικές σχέσεις, διότι ασκείται μεταξύ οργανωμένων κοινοτήτων, συνήθως γεωγραφικά οριζόμενων, αντί για εντός των κοινοτήτων αυτών. Ωστόσο, ο Λένιν σωστά προειδοποιεί για τα όρια μιας τέτοιας γενικής, ανιστορικής έννοιας[i].

Στη συνέχεια, εκκινούμε από τη βασική παραδοχή της διαλεκτικής της ανθρώπινης ιστορίας, με βάση την οποία η ουσία, τόσο των κοινωνικών σχέσεων εντός των εκάστοτε οργανωμένων ανθρώπινων κοινωνιών, όσο και των μεταξύ τους σχέσεων, ιμπεριαλιστικών ή μη, καθορίζεται κυρίαρχα από τον τρόπο που αναπαράγεται υλικά η πραγματική κοινωνική ζωή σε κάθε ιστορική περίοδο[ii]. Σε αυτό το μεθοδολογικό πλαίσιο βασικές είναι οι έννοιες των παραγωγικών σχέσεων και του τρόπου παραγωγής, ειδικά όσον αφορά κεφαλαιοκρατικούς κοινωνικο-οικονομικούς σχηματισμούς, αυτούς δηλ. στους οποίους κυριαρχεί ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής (ΚΤΠ στο εξής).

Έτσι, ορίζουμε τον καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό, ως τις σχέσεις καταπίεσης και εκμετάλλευσης που αναπτύσσονται μεταξύ εθνικών, αστικών, κοινωνικο-οικονομικών σχηματισμών, ή μεταξύ αυτών και προ-καπιταλιστικών, ή και μετα-καπιταλιστικών που οικοδομούν τον σοσιαλισμό, στην ιστορική περίοδο που αναδύεται, κυριαρχεί και εν τέλει παρακμάζει ο ΚΤΠ.

Εξ’ άλλου, με βάση την κλασσική, λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού ή (κρατικο-)μονοπωλιακού καπιταλισμού[iii], ο τελευταίος αποτελεί το ανώτατο, και επομένως και σύγχρονο ιστορικό στάδιο του καπιταλισμού[iv]. Επιχειρηματολογήσαμε αλλού γιατί θεωρούμε ότι μια τέτοια ιστορική περιοδολόγηση του κεφαλαιοκρατικού κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού μπορεί να γίνει συστηματικά, και, μάλιστα, στο επίπεδο αφαίρεσης του ΚΤΠ, εκκινώντας, δηλαδή, από την ιστορική περιοδολόγηση του ίδιου του ΚΤΠ[v]. Στο παρόν άρθρο δεν μπορούμε να επεκταθούμε στην επιχειρηματολογία αυτή. Οπότε, θα θεωρήσουμε ως δεδομένη την παραπάνω πρόταση, και με βάση αυτή θα πορευτούμε στη συνέχεια.

Έτσι, λοιπόν, συνάγεται ότι το φαινόμενο του σύγχρονου καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού αποτελεί μια ουσιώδη έκφραση του τρέχοντος ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλισμού, και επομένως, για να κατανοήσουμε την ουσία των σημερινών διεθνών σχέσεων καταπίεσης και εκμετάλλευσης, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τις σύγχρονες μορφές καταπίεσης και εκμετάλλευσης γενικά, και ειδικότερα, το πως παράγεται, κυκλοφορεί και διανέμεται η υπεραξία, το πως αναπαράγονται το κεφάλαιο και η εργασιακή δύναμη, διεθνώς.

 

Ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός: Γενική θεωρία του ΚΤΠ, και μονοπώλιο – ιμπεριαλισμός: Μαρξ εναντίον Λένιν;

 

Από τον Μαρξ και τη γενική θεωρία του κεφαλαίου…

Εκκινούμε από μια συνοπτική παρουσίαση της γενικής θεωρίας του ΚΤΠ, όπως παρουσιάζεται αυτή στο Κεφάλαιο του Μαρξ, και των βασικών ιστορικών και θεωρητικών της προϋποθέσεων, παραδοχών και αποτελεσμάτων.

Ο Μαρξ σχεδίαζε ένα …επικών διαστάσεων θεωρητικό έργο, το οποίο θα αποκάλυπτε τις εσωτερικές σχέσεις και αντιφάσεις των δύο πόλων της αστικής κοινωνίας, οι οποίοι στην επιφάνεια του φαινομένου της εμφανίζονται σε μια μυστικοποιημένη μορφή[vi] ως

  • η «κοινωνία των ιδιωτών», ως τυπικά ελεύθερων και ισότιμων, ανεξάρτητων, ιδιοκτητών-παραγωγών, οι οποίοι ανταλλάσσουν εμπορεύματα (συμπεριλαμβανομένων του χρήματος, του κεφαλαίου και της εργασιακής δύναμης), και ανταγωνίζονται στην αγορά σε έναν «πόλεμο όλων εναντίον όλων», ακολουθώντας το ατομικό τους συμφέρον,
  • και το αστικό κράτος, ως η οργανωμένη θέσπιση του συλλογικού, και – δήθεν υπερταξικού – συμφέροντος, με κυρίαρχη ιδεολογική βάση την τυπική αυτή ισότητα των ατόμων – πολιτών, ως φορέων των ίδιων αστικοδημοκρατικών δικαιωμάτων.

Στο έργο αυτό, το οποίο θα αποτελούσε μια συνολική κριτική της πολιτικής και της οικονομίας στην αστική κοινωνία, η κριτική της πολιτικής οικονομίας αφορούσε μόνο ένα μικρό μέρος των αρχικά σχεδιαζόμενων τόμων. Επρόκειτο για το μέρος, όπου θα αναπαριστούσε ο Μαρξ την υλική αναπαραγωγή της κοινωνίας σε ένα υψηλό επίπεδο αφαίρεσης, αυτό της γενικής θεωρίας του κεφαλαίου, σε αφαίρεση από σημαντικές πλευρές της κοινωνικής πραγματικότητας, όπως το κράτος και η διεθνής αγορά, με τα οποία θα ασχολούνταν σε επόμενους τόμους[vii].

Επιπλέον, η μαρξική κριτική της πολιτικής οικονομίας είναι μια κριτική εσωτερική των εννοιών και βασικών παραδοχών της επιστήμης της πολιτικής οικονομίας της εποχής που συνέγραψε ο Μαρξ το έργο του: στο Κεφάλαιο αποδεικνύει τόσο την εκμεταλλευτική φύση της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, όσο και την ιστορική της παροδικότητα (έναντι της δήθεν ανιστορικής «φυσικότητας» των καπιταλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης σύμφωνα με την – προ της μαρξικής κριτικής – κλασσική πολιτική οικονομία), εκκινώντας από τις παραπάνω πολιτικές παραδοχές της τυπικής ισότητας και ελευθερίας των παραγωγών[viii]. Εν τέλει η αναίρεση των παραδοχών αυτών προκύπτει ως λογικό αποτέλεσμα της κριτικής του επί των βασικών εννοιών της κλασσικής πολιτικής οικονομίας (εμπόρευμα, χρήμα, αξία, κεφάλαιο, κοκ), και της αποκάλυψης της ουσίας τους, δηλ. του πραγματικού τους περιεχομένου.

Στο Κεφάλαιο οι παραδοχές αυτές μετασχηματίζονται κυρίως στην κεντρικότατη παραδοχή περί του ισοδύναμου των εμπορευματικών ανταλλαγών και του ελεύθερου ανταγωνισμού[ix], τόσο ανάμεσα στα ατομικά κεφάλαια, όσο και στους ατομικούς εργάτες, και κατατείνουν στα παρακάτω αποτελέσματα που είναι απαραίτητα για τη συνέχεια του συλλογισμού μας:

Αναπαραγωγή εργασιακής δύναμης: Η αξία της εργασιακής δύναμης είναι ενιαία εντός μιας κοινωνίας, και ισούται με τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την αναπαραγωγή της, δηλ. με το κόστος των εμπορευμάτων που καταναλώνει η μέση ή απλή εργασιακή δύναμη για να αναπαραχθεί[x]. Με εξίσου ενιαίο τρόπο ανάγεται καθημερινά, στην αγορά, ασυνείδητα, μέσω των διάφορων σχέσεων ανταγωνισμού, προσφοράς και ζήτησης, ελεύθερης κυκλοφορίας της εργασιακής δύναμης μεταξύ επιχειρήσεων και κλάδων κοκ, η σύνθετη εργασιακή δύναμη σε μια μεγαλύτερης (πολλαπλάσιας) αξίας εργασιακή δύναμη, σε σχέση με τη μέση ή απλή εργασιακή δύναμη. Η σύνθετη εργασιακή δύναμη χαρακτηρίζεται, δηλαδή, από κατανάλωση εμπορευμάτων μεγαλύτερης ποσότητας και ποιότητας, εν τέλει μεγαλύτερου κόστους[xi]. Η αξία της εργασιακής δύναμης καθορίζεται από το «ηθικό και ιστορικό στοιχείο» κάθε κοινωνίας, το οποίο συμπεριλαμβάνει την ταξική πάλη, δηλ. τον ανταγωνισμό μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτήν[xii]. Εξίσου μεγάλη σημασία έχει το συνολικό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και του ανθρώπινου πολιτισμού, γενικά της παραγωγικής δύναμης της συνολικής κοινωνικής εργασίας[xiii], το οποίο επίπεδο συνοδεύεται από αντίστοιχη κατανάλωση, ως προϋπόθεση για την εκτέλεση κοινωνικής εργασίας ορισμένης ποιότητας σε κάθε δεδομένη ιστορική συγκυρία.

Παραγωγή κεφαλαίου/(υπερ)αξίας: Ο καπιταλιστής τείνει να πληρώνει την αξία της εργασιακής δύναμης σε μια τιμή τουλάχιστον ίση με την εκάστοτε ιστορικά αξία της, και ο ανταγωνισμός κατατείνει σε έναν ενιαίο βαθμό εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης, όπως υπολογίζεται ως το μέσο ποσοστό υπεραξίας[xiv]. Αυτό συμβαίνει στη βάση των παραπάνω πολιτικών παραδοχών, και στον βαθμό που αυτές πράγματι ισχύουν, και ειδικότερα της τυπικής πολιτικής ελευθερίας των εργατών, και της ελεύθερης κυκλοφορίας της εργασιακής δύναμης μεταξύ επιχειρήσεων και κλάδων. Όσο μεγάλη σημασία και να έχουν εμπειρικά συγκυριακά φαινόμενα υπερεκμετάλλευσης της εργασίας, δηλ. αμοιβής της εργασιακής δύναμης κάτω από την εκάστοτε αξία της (ιδίως σε περιόδους καπιταλιστικών κρίσεων), στο τέλος «αποσβένονται» ή/και κατατείνουν στη διαμόρφωση μιας νέας, χαμηλότερης γενικής αξίας της εργασιακής δύναμης. Κατά συνέπεια, η υπερεκμετάλλευση, δηλ. η αμοιβή της εργασιακής δύναμης κάτω από την αξία της, δεν έχει θέση – σύμφωνα με τον Μαρξ – σε μια γενική θεωρία του κεφαλαίου[xv]. Οπότε η παραγωγή επιπλέον υπεραξίας εξηγείται αποκλειστικά στη βάση της παραγωγής απόλυτης[xvi] (επιμήκυνση εργάσιμου χρόνου πέραν του αναγκαίου για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης) και σχετικής[xvii] (μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης, δηλ. του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου για την αναπαραγωγή της μέσω αύξησης της παραγωγικότητας) υπεραξίας.

Κυκλοφορία και αναπαραγωγή του κεφαλαίου: Κατατείνει στην ανταλλαγή ισοδύναμων αξιών[xviii], ακόμη και αν πραγματοποιείται μέσω, λίγο ή πολύ, άνισων στοιχειωδών ανταλλαγών. Ο ανταγωνισμός φροντίζει, ώστε ο σημερινός ωφελημένος να είναι ο αυριανός ζημιωμένος, καθώς εξελίσσεται το παιχνίδι της προσφοράς και της ζήτησης. Το βασικό κύκλωμα της αναπαραγωγής του βιομηχανικού κεφαλαίου ορίζεται από το σχήμα[xix]:

Χρήμα  Μέσα παραγωγής και εργασιακή δύναμη  ….Παραγωγή υπεραξίας…  Εμπόρευμα -> Νέο χρήμα μεγαλύτερο από το αρχικό, επαυξημένο κατά το κέρδος του καπιταλιστή.

Διανομή της υπεραξίας: Ο ανταγωνισμός και το παιχνίδι της προσφοράς και της ζήτησης κατατείνουν προς τον σχηματισμό ενός ενιαίου ποσοστού κέρδους σε όλους τους κλάδους της οικονομίας, το οποίο ισούται με το γενικό ποσοστό κέρδους, και μιας ενιαίας τιμής παραγωγής (τιμή κόστους προσαυξημένη ή μειωμένη ώστε να ενσωματώνει το γενικό ποσοστό κέρδους) για τις διάφορες καπιταλιστικές επιχειρήσεις που πωλούν (παρ)όμοια εμπορεύματα εντός του κάθε κλάδου[xx]. Οι τιμές αγοράς έλκονται από τις τιμές παραγωγής κάθε κλάδου. Τυχόν μονοπώλια είναι σχετικά βραχύβια λόγω του ελεύθερου ανταγωνισμού που επιτρέπει το κεφάλαιο να «ρέει» από τον έναν κλάδο στον άλλον, προς ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών (ζήτηση), αλλά κυρίως, της δικής του κερδοφορίας (προσφορά). Εξαίρεση αποτελούν οι κλάδοι που συνιστούν φυσικά μονοπώλια, δηλ. βασίζονται σε κάποιον φυσικό πόρο, μη παραγμένο από την ανθρώπινη εργασία, ο οποίος δεν βρίσκεται σε αφθονία, πχ η γη, τα ορυκτά, οι πηγές ενέργειας κοκ. Η μαρξική θεωρία της γαιοπροσόδου[xxi] εξηγεί τον σχηματισμό του ποσοστού κέρδους στους κλάδους αυτούς, μέσω της μεταφοράς υπεραξίας από άλλους κλάδους, διά του σχηματισμού τιμών αγοράς που διαφέρουν συστηματικά από την τιμή παραγωγής.

 

…στον Λένιν, το μονοπώλιο, και τον ιμπεριαλισμό στη σύγχρονη φάση της ιμπεριαλιστικής διεθνοποίησης της παραγωγής…

Επιχειρώντας μια αντίστοιχα συνοπτική παρουσίαση της λενινιστικής θεωρίας του μονοπωλιακού καπιταλισμού, με στοιχεία και από τη σχετική – σοβιετική[xxii], κυρίως, αλλά και λατινοαμερικάνικη[xxiii] και ευρωπαϊκή[xxiv], – βιβλιογραφία που ακολούθησε, δεν μπορούμε παρά να παρατηρήσουμε οξείες εντάσσεις και με τις τέσσερις παραπάνω διαστάσεις της γενικής θεωρίας του κεφαλαίου. Προχωρούμε παρακάτω κατευθείαν στην περιγραφή της σύγχρονης διεθνούς αγοράς για λόγους συντομίας, και παραπέμπουμε σε προηγούμενη5 και μελλοντική αρθρογραφία για μια συνοπτική περιγραφή της ιστορικής εξέλιξης του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού.

Αναγκαστικά εισάγουμε και νέες έννοιες, πέραν αυτών που χρησιμοποίησε ο Λένιν στο κλασσικό του έργο, ή αναπτύσσουμε περαιτέρω τις λενινιστικές έννοιες (πχ του μονοπωλίου). Δεν πρέπει να ξεχνάμε, άλλωστε, ότι ο Λένιν έγραψε μπροσούρες με κυρίως πολιτική στόχευση[xxv], και όχι μια ολοκληρωμένη θεωρία του μονοπωλιακού κεφαλαίου, ενώ ο ίδιος έζησε μάλλον την αυγή του ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλισμού – όταν ο ιμπεριαλισμός εκδηλωνόταν κυρίως στη διαδικασία της κυκλοφορίας του κεφαλαίου[xxvi] -, και όχι τη σημερινή φάση της ιμπεριαλιστικής διεθνοποίησης της παραγωγής. Σημαντικό για να κατανοήσουμε το ιστορικό και επιστημονικό πλαίσιο, εντός του οποίος αναπτύχθηκε η σκέψη του Λένιν, είναι και το γεγονός ότι μεγάλο μέρος του νεότερου έργου του Μαρξ έγινε γνωστό μετά τον θάνατό του, όπως πχ οι Βασικές γραμμές της κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας [Grundrisse] που δημοσιεύθηκαν μόλις το 1939[xxvii].

Αναπαραγωγή εργασιακής δύναμης: Στη διεθνή αγορά συναρθρώνονται εθνικές οικονομίες – πλέον κυρίαρχα καπιταλιστικές – διαφορετικού επιπέδου ανάπτυξης, που απαιτούνε ένα διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης της ίδιας της εργασιακής δύναμης ως παραγωγικής (αλλά και καταναλωτικής) κοινωνικής δύναμης (γνώσεις, δεξιότητες, ειδίκευση, αντιλήψεις, πειθάρχηση, επιθυμίες κοκ). Αντίστοιχα διαφοροποιημένη είναι η κατανάλωση και το κόστος αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης στις διαφορετικές χώρες, ενώ η αναγωγή της κάθε εθνικής εργασιακής δύναμης σε μια παγκόσμια, μέση ή απλή, εργασιακή δύναμη διαμεσολαβείται από τις εθνικές διαφορές, την κρατική συμμετοχή στην αναπαραγωγή αυτή (πχ δημόσια υγεία και εκπαίδευση), και εν τέλει, από τις διακρατικές σχέσεις και ανταγωνισμούς.

Παραγωγή κεφαλαίου/(υπερ)αξίας: Η παραγωγική διαδικασία σήμερα λαμβάνει χώρα κυρίως κατά μήκος διεθνοποιημένων αλυσίδων[xxviii] παραγωγής και μεταφοράς (υπερ)αξίας Διαφορετικά μέρη της παραγωγικής διαδικασίας, με διαφορετικές τεχνολογικές και άλλες κοινωνικές ή φυσικές προϋποθέσεις, λαμβάνουν χώρα σε διαφορετικές χώρες, όπου όπως είδαμε απασχολείται εργασιακή δύναμη διαφορετικής αξίας. Επιπλέον, όμως, σε κάθε μια από αυτές τις χώρες επικρατούν διαφορετικές συνθήκες προσφοράς και ζήτησης της εργασιακής δύναμης, οργάνωσης της εργατικής τάξης, πολιτικής καταπίεσης (εθνικής, φυλετικής, φύλου, κ.α.), εν τέλει διαφορετικές συνθήκες ταξικής πάλης, οι οποίες κατατείνουν σε μια ευρεία διασπορά βαθμών εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης διεθνώς. Μαζί με την ήδη διαφοροποιημένη αξία της εργασιακής δύναμης, συνδιαμορφώνουν συστηματικά αναπαραγόμενες μισθολογικές διαφορές διεθνώς, και αναδεικνύουν την υπερεκμετάλλευση της εργασίας ως κυρίαρχη τάση αύξησης της παραγωγής υπεραξίας. Η υπερεκμετάλλευση νοείται με τρεις τρόπους[xxix]:

  • Σχετική έννοια στον χώρο: Αντικατάσταση ακριβότερης εγχώριας εργασιακής δύναμης με φτηνότερη στο εξωτερικό, υποθέτοντας όλους τους άλλους παράγοντες σταθερούς. Η πρακτική αυτή έμμεσα μειώνει το κόστος αναπαραγωγής και της εγχώριας εργασιακής δύναμης, καθώς φτηναίνει τα εμπορεύματα που καταναλώνει, μέσω εισαγωγών εμπορευμάτων παραγμένων από εξωχώρια φτηνή εργασία.
  • Σχετική έννοια στο χρόνο: Μια συνεχής πίεση στην αξία της εργασιακής δύναμης μέσω της μακρόχρονης μείωσης της τιμής της σε κάθε χώρα (η λεγόμενη στρατηγική του «νεοφιλελευθερισμού» που μετρά, πλέον, πέντε δεκαετίες περίπου, και συνεχίζει λίγο-πολύ ακάθεκτη· δεν μπορεί δηλ. να αποδοθεί απλά σε κάποια καθοδική φάση του οικονομικού κύκλου, πόσο μάλλον σε συγκυριακά, ή αμιγώς πολιτικά, φαινόμενα…).
  • Απόλυτη έννοια: Αμοιβή της εργασιακής δύναμης κάτω από την ελάχιστη αναγκαία αξία για την αναπαραγωγή της ως εμπόρευμα αντίστοιχο με το εκάστοτε επίπεδο ανάπτυξης μιας κοινωνίας, δηλ. ως κοινωνική παραγωγική δύναμη που να μπορεί να επιτελέσει την εργασία που απαιτείται από αυτήν στη δεδομένη ιστορική συγκυρία. Σε αυτήν την περίπτωση, πρόκειται, πλέον, για μια ταχύρρυθμη – έως και φυσική – εξάντληση της εργασιακής δύναμης, και συνεχή αντικατάστασή της με νέα, η οποία δύναται να εξελίσσεται απρόσκοπτα μόνο χάρις στον τεράστιο παγκόσμιο εφεδρικό στρατό εργασίας. Ο τελευταίος αναδημιουργείται συνεχώς και διευρύνεται μέσα από συγκλίνουσες ιστορικές διαδικασίες: αυτοματοποίηση της παραγωγής (άνοδος της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου ), σύγχρονες μορφές «πρωταρχικής συσσώρευσης [xxx], και επιστροφή μεγάλου μέρους των πρώην σοσιαλιστικών χωρών στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

Οι διαδικασίες αυτές έχουν πιο έντονο χαρακτήρα σε χώρες όπου εγκλωβίζεται η εργασιακή δύναμη λόγω περιορισμών στην μετανάστευση – φαινόμενο κι αυτοί της ιμπεριαλιστικής εποχής του καπιταλισμού[xxxi] -, δηλ. στην κυκλοφορία της εργασιακής δύναμης στη διεθνή αγορά, η οποία, φυσικά και δεν είναι ελεύθερη… Η εργασία των γυναικών και των παιδιών[xxxii], οι φυλετικές και κάθε άλλου είδους διακρίσεις, όπως αυτές εις βάρος των μεταναστών και προσφύγων, νέες μορφές καταναγκαστικής εργασίας, έως και δουλείας[xxxiii], ή ο ανεπίσημος, ευέλικτος τομέας («μαύρη οικονομία»)[xxxiv] που αναπαράγεται συστηματικά και κυριαρχεί στις «αναπτυσσόμενες» χώρες του κόσμου, αποτελούν σημαντικές επιμέρους πλευρές του φαινομένου.

Στο επίπεδο αφαίρεσης του συνόλου της παγκόσμιας κοινωνίας, η υπερεκμετάλλευση της εργασίας ορίζεται με βάση την απόλυτη έννοιά της, άσχετα με το εάν πραγματοποιείται εν μέρει μέσω μείωσης των πραγματικών μισθών στην ίδια χώρα, ή μέσω αντικατάστασης εργασίας της μιας χώρας με φτηνότερη εργασία άλλης χώρας, και αποτελεί έναν νέο τρόπο για την αύξηση της συνολικής παραγωγής υπεραξίας στην παγκόσμια οικονομία, διακριτό από την παραγωγή απόλυτης και σχετικής υπεραξίας.

Η τάση αυτή είναι όλο και πιο κυρίαρχη: αρκεί να αναρωτηθεί κανείς γιατί τα μονοπώλια επενδύουν όχι σε νέες μονάδες παραγωγής που θα παράγουν περισσότερα εμπορεύματα (απόλυτη υπεραξία μέσω εκτατικής ανάπτυξης), ή όλο και λιγότερο σε νέες τεχνολογίες που θα αυξήσουν την παραγωγικότητα της εργασίας (σχετική υπεραξία μέσω εντατικής ανάπτυξης· βλ. τη βιβλιογραφία περί της στασιμότητας στην αύξηση της παραγωγικότητας στις αναπτυγμένες χώρες[xxxv]), αλλά στη μείωση του κόστους παραγωγής μέσω της χρήσης φτηνότερης εργασίας από άλλες χώρες. Σε παλιότερο άρθρο μας5 αναφερθήκαμε σε αυτήν την τάση της υπερεκμετάλλευσης της εργασίας ως την ιστορική απάντηση του κεφαλαίου στην κρίση της σχετικής υπεραξίας, όπως αυτή εκδηλώνεται ως τάση πτώσης του γενικού ποσοστού κέρδους και χρόνια υφεσιακή ή κρισιακή κατάσταση στη διεθνή οικονομία των τελευταίων δεκαετιών, ειδικά στις ανεπτυγμένες, ιμπεριαλιστικές χώρες[xxxvi]. Δεν μπορούμε να επεκταθούμε περαιτέρω σε καμία από τις παραπάνω πλευρές στο παρόν άρθρο.

Συνέπεια, ωστόσο, των παραπάνω τάσεων είναι μια παγκόσμια πόλωση της εργασίας από τη μια σε ειδικευμένη, ακριβή, σε σχετική έλλειψη και ισχυρότερη θέση στην ταξική πάλη εργασιακή δύναμη, και από την άλλη σε μια απλή, φτηνή, σε υπερπροσφορά, και σε αδύναμη θέση στην ταξική πάλη εργασιακή δύναμη. Η πόλωση αυτή ξεδιπλώνεται εντός της κάθε χώρας, αλλά κυρίως στη διεθνή σφαίρα, με τη μορφή ενός διεθνούς καταμερισμού εργασίας[xxxvii], όπως δείχνουν οι εμπειρικές μελέτες της διεθνούς ανισότητας, και περιγράφει η κλασσική μαρξιστική – λενινιστική βιβλιογραφία με τις έννοιες της «εργατικής αριστοκρατίας»[xxxviii] από τη μια, και της «διπλής εκμετάλλευσης» από την άλλη[xxxix]

Κυκλοφορία και αναπαραγωγή του κεφαλαίου: Εδώ κυρίαρχη τάση γίνεται η συστηματικά άνιση εμπορευματική ανταλλαγή, δηλ. η συστηματικά αναπαραγόμενη απόκλιση των τιμών αγοράς από τις τιμές παραγωγής, καθώς στις τιμές αγοράς αποτυπώνεται όχι μόνο η αξία τους (δηλ. ο αντικειμενικά αποκρυσταλλωμένος κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας για την αναπαραγωγή τους), αλλά και σχέσεις ισχύος μεταξύ των ανταγωνιζόμενων κεφαλαίων στη διεθνή αγορά.

Το αποκορύφωμα της τάσης αυτής είναι η κυριαρχία του πλασματικού κεφαλαίου[xl] (ειδικότερα στη μορφή του χρηματοπιστωτικού[xli]), ενός εμπορεύματος, δηλ., η τιμή του οποίου βρίσκεται σε απόλυτη αναντιστοιχία με την πραγματική του αξία, η οποία μπορεί να είναι ακόμη και μηδενική.

Το κύκλωμα αναπαραγωγής του μονοπωλιακού κεφαλαίου (θα ορίσουμε την έννοια στο επόμενο σημείο) περνάει όλο και περισσότερο διά διαδικασιών που δεν είναι παραγωγικές[xlii], είτε με τη στενή έννοια της μη παραγωγής (υπερ)αξίας (πχ ο δημόσιος τομέας, η κρατική γραφειοκρατία της κρατικομονοπωλιακής ρύθμισης, ο στρατός), είτε και με την πιο γενική, της μη παραγωγής αξιών χρήσης, δηλ. μέσων παραγωγής ή μέσων κατανάλωσης (της εργατικής τάξης, ή και ειδών πολυτελείας της αστικής τάξης). Αυτό συμβαίνει ακόμη και αν οι διαδικασίες αυτές παίρνουν τη μορφή της παραγωγής εμπορευμάτων, δηλ. τη μορφή υπηρεσιών που καταναλώνονται από το κεφάλαιο ως εμπόρευμα (πχ διαφήμιση, νομικές ή χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες κοκ). Οι κλάδοι αυτοί αντλούν το κέρδος τους στη διαδικασία της κυκλοφορίας της υπεραξίας, με τρόπους που προσομοιάζουν στο εμπορικό κεφάλαιο[xliii] ή/και στη γαιοπρόσοδο21, χωρίς να μπορούμε να επεκταθούμε περαιτέρω στο σημείο αυτό στο παρόν άρθρο.

Συνολικά, μπορούμε να πούμε ότι όλο και μεγαλύτερο μέρος του μονοπωλιακού κεφαλαίου αναπαράγεται μέσω ενός διαφορετικού κυκλώματος, που όχι μόνο δεν συνιστά κάποιου είδους μετακαπιταλιστικό «κέρδος χωρίς παραγωγή»[xliv], αλλά, αντίθετα, έχει ανάγκη την παραγωγή, και μάλιστα σε συνθήκες καπιταλιστικής υπερεκμετάλλευσης, ώστε να παρασιτεί[xlv] εις βάρος της, δηλ. αντλεί το κέρδος του από την υπεραξία που παράγεται σε άλλους κλάδους, και συνήθως και σε άλλες εθνικές οικονομίες σε απομακρυσμένες περιοχές του κόσμου, ακολουθώντας το σχήμα αναπαραγωγής:

Χρήμα και μονοπωλιακή ισχύς  Μέσα παραγωγής και εργασιακή δύναμη  …Μη παραγωγική υπηρεσία…  Νέο χρήμα μεγαλύτερο από το αρχικό, επαυξημένο κατά το κέρδος του καπιταλιστή, που προέρχεται από το μονοπωλιακό υπερκέρδος σε άλλους κλάδους της οικονομίας, και νέα, επαυξημένη, μονοπωλιακή ισχύς.

Διανομή της υπεραξίας: Το μονοπωλιακό κεφάλαιο είναι η μερίδα του κεφαλαίου που, αξιοποιώντας την οικονομική ή και πολιτική ισχύ του, κυριαρχεί στην παγκόσμια οικονομία αναπαραγόμενο συστηματικά με ένα ποσοστό κέρδους ανώτερο του γενικού της κοινωνίας. Το μονοπωλιακό υπερκέρδος είναι αποτέλεσμα της δράσης του παραπάνω κυκλώματος αναπαραγωγής, ακόμη και αν οι μη παραγωγικές διαδικασίες εντός του επιφέρουν κέρδος μικρότερο του μέσου, ή και μηδενικό (στην περίπτωση των κρατικών δαπανών). Αντίθετα, το μη μονοπωλιακό κεφάλαιο απασχολείται σε κλάδους, όπου υφίσταται μεγαλύτερο ανταγωνισμό, και αναπαράγεται με ένα ποσοστό κέρδους κατώτερο του γενικού, αλλά ανώτερο του μέσου επιτοκίου, κάτι που εξηγεί και το γιατί συνεχίζει να υπάρχει[xlvi].

Αντίστοιχα με την πόλωση εσωτερικά της εργασίας, η διάκριση αυτή έχει έντονο εθνικό χαρακτήρα. Το μονοπωλιακό κεφάλαιο συγκεντρώνεται και εφορμά κυρίως από έναν περιορισμένο αριθμό χωρών, τις οποίες παρακάτω θα χαρακτηρίσουμε και ως ιμπεριαλιστικές[xlvii]. Μάλιστα, οι δυο αυτές πολώσεις, η εσωτερική της εργασίας, και η εσωτερική του κεφαλαίου, συνδέονται οργανικά, ως οι δύο πλευρές του διεθνούς καταμερισμού εργασίας[xlviii]: το μη μονοπωλιακό κεφάλαιο, μη μπορώντας να ανταγωνιστεί το μονοπωλιακό, και διαρρέοντας υπεραξία προς αυτό, αναγκάζεται να αυξήσει τον βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας στις παραγωγικές του δραστηριότητες. Από την άλλη, η διαθεσιμότητα άφθονης φτηνής εργασίας και η δυνατότητα της υπερεκμετάλλευσης, αναπαράγουν τον διεθνή καταμερισμό εργασίας και τα μονοπωλιακά υπερκέρδη. Έτσι, το μονοπωλιακό υπερκέρδος και η υπερεκμετάλλευση της εργασίας συνδέονται εσωτερικά, ακριβώς όπως συμβαίνει με το ανταγωνιστικό γενικό ποσοστό κέρδους και την παραγωγή σχετικής υπεραξίας.

 

Η διαλεκτική της ιστορίας του καπιταλισμού έχει τις απαντήσεις

Γίνεται αντιληπτό ότι, με μια πρώτη επιφανειακή ματιά, η εφαρμογή της λενινιστικής θεωρίας για τον ιμπεριαλισμό στη σύγχρονη πραγματικότητα της διεθνούς καπιταλιστικής οικονομίας φαίνεται να αντιφάσκει ευθέως με τη μαρξική γενική θεωρία του κεφαλαίου, και μάλιστα με έναν θεμελιώδη τρόπο: απαιτεί άρση των βασικών πολιτικών προϋποθέσεων της θεωρίας αυτής περί τυπικής ισότητας και ελευθερίας, αποφυγής χρήσης εξω-οικονομικής ή κρατικής βίας κατά τη «φυσιολογική» λειτουργία της οικονομίας και της αγοράς[xlix], για έναν -φαινομενικό έστω – διαχωρισμό του κράτους από την «κοινωνία των ιδιωτών/πολιτών». Για την ακρίβεια, φαίνεται ως αν ο ιμπεριαλισμός να ανατρέπει πλήρως τη σχέση πολιτικής και οικονομίας, στην οποία βασίζεται η μαρξική γενική θεωρία του κεφαλαίου.

Η άρση αυτής της φαινομενικής αντίφασης είναι διττή.

Καταρχήν, επιστρέφοντας στο σημείο εκκίνησης του συλλογισμού μας, ας θυμηθούμε ότι ο Μαρξ στόχευε σε μια κριτική του φαινομενικού αυτού διαχωρισμού μεταξύ οικονομίας και πολιτικής, αντικαθιστώντας τον με τις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ της πραγματικής υλικής αναπαραγωγής της κοινωνίας (κι όχι στενά της «οικονομίας») και της πολιτικής έκφρασής της στο κράτος, τους θεσμούς κοκ, ως μια διαλεκτική σχέση περιεχομένου και μορφής, ή ουσίας και φαινομένου/πραγματικότητας. Σε καμία περίπτωση δεν έθεσε τις παραπάνω πολιτικές προϋποθέσεις και τις συνέπειές τους στην οικονομία (ανταλλαγή ισοδυνάμων, πληρωμή της εργασιακής δύναμης στην αξία της, ελεύθερος ανταγωνισμός, ενιαία ποσοστά υπεραξίας και κέρδους κοκ), ως μεταφυσικές, ιστορικά ακίνητες, παραδοχές, οι οποίες δεν χρειάζονται να περάσουν από τον έλεγχο της πραγματικότητας.

Δεύτερον, η διαλεκτική της ιστορίας αυτής της πραγματικότητας, και εν τέλει του ίδιου του ΚΤΠ ως εξαιρετικά αφαιρετική, θεωρητική, αναπαράσταση αυτής της πραγματικότητας, μπορούν να άρουν τη φαινομενική αυτή αντίφαση, και να την εξηγήσουν στη βάση της ίδιας της ουσίας του ΚΤΠ, όταν το «ίδιο το κεφάλαιο γίνεται το όριο στην περαιτέρω ανάπτυξή του»[l]. Δηλ. είναι η ιστορική εξέλιξη της ουσίας του ΚΤΠ[li], δηλ. του πως παράγεται (και στη συνέχεια πως κυκλοφορεί (φαινόμενο) και διανέμεται (πραγματικότητα) η υπεραξία), αυτή που επιφέρει και αλλαγές στις μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται η ουσία αυτή σε άλλες σφαίρες των κοινωνικών σχέσεων. Προς αυτήν την κατεύθυνση μας υποδεικνύουν να κινηθούμε τόσο ο Λένιν[lii], όσο και ο ίδιος ο Μαρξ[liii].

Εν τέλει, η μετατροπή του ΚΤΠ σε μονοπωλιακό, ιμπεριαλιστικό ΚΤΠ, είναι αποτέλεσμα της ιδιάζουσας στον ίδιο τον ΚΤΠ τάσης προς όλο και πιο άμεσα κοινωνικοποιημένες μορφές οργάνωσης της παραγωγής, σε όλο και μεγαλύτερη κλίμακα, ως αποτέλεσμα της παραγωγής σχετικής υπεραξίας, αλλά και συντελώντας στην ανάδειξη του ιστορικού ορίου της παραγωγής αυτής[liv]. Εδώ, το άμεσο της κοινωνικοποίησης νοείται σε αντίθεση με τη διαμεσολάβηση της εμπορευματικής ανταλλαγής μεταξύ ανεξάρτητων κατά τα άλλα παραγωγών. Αντιστοιχεί στην κεντρικά και επιστημονικά σχεδιασμένη παραγωγή (έστω και αντιδημοκρατικά, γραφειοκρατικά, στη βάση αυστηρών ιεραρχιών), είτε στο επίπεδο ενός τεράστιου μονοπωλίου, είστε στο επίπεδο μιας εθνικής οικονομίας μέσω του ρόλου του κράτους στην αναπαραγωγή και στην κρατικομονοπωλιακή ρύθμιση, είτε και στη διεθνή σφαίρα, μέσω των αντίστοιχων οικονομικών (διεθνείς αλυσίδες παραγωγής και μεταφοράς (υπερ)αξίας) και πολιτικών (ΔΝΤ, ΠΟΕ, Παγκόσμια Τράπεζα, κοκ) μορφών.

Η παραγωγή αυτή, αφενός παραμένει καπιταλιστική και βασίζεται στην εμπορευματική μορφή, και στην εξαγωγή υπεραξίας, αφετέρου θέτει σημαντικά επιστημονικά ερωτήματα για τη λογική[lv] και την ιστορία[lvi] του ΚΤΠ, που αφορούν τόσο τη λεγόμενη «μικρή σπείρα» του Κεφαλαίου, δηλ. την ανάδειξη της αξίας ως την ουσία του εμπορεύματος που καθορίζει την ανταλλακτική αξία[lvii] (πχ τι είδους εμπορεύματα είναι το πλασματικό κεφάλαιο ή η υπερεκμεταλλευόμενη εργασιακή δύναμη[lviii]; τι είδους κοινωνικές σχέσεις εξηγούν τις τιμές τους;), όσο και τη «μεγάλη σπείρα», δηλ. την εξήγηση του φαινομένου και της πραγματικότητας του κεφαλαίου, των τιμών παραγωγής και αγοράς, της αναπαραγωγής του στο σύνολό του ή και των επιμέρους εισοδημάτων του (τοκοφόρο, γαιοπρόσοδος, εμπορικό κοκ), στη βάση της εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο και της παραγωγής υπεραξίας (κυρίαρχες νέες έννοιες εδώ είναι η υπερεκμετάλλευση της εργασίας, η άνιση ανταλλαγή, και το μονοπωλιακό υπερκέρδος)[lix].

Το να γίνεται προσπάθεια να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα στη βάση μιας δογματικά ορθόδοξης ανάγνωσης του έργου του Μαρξ και του Λένιν, θεωρώντας το έργο αυτό ως αν να βρίσκεται έξω από την ανθρώπινη ιστορία, είναι ένα αδιέξοδο, στο οποίο έχει εγκλωβιστεί σημαντική μερίδα της μαρξιστικής σκέψης για υπερβολικά μεγάλο μέρος της ιστορίας της. Ενδεικτικές είναι οι εκάστοτε αντιπαραθέσεις μεταξύ επιστημόνων και σχολών σκέψης που, είτε προσκολλώνται στο γράμμα της γενικής θεωρίας του κεφαλαίου και απέχουν από την εξέταση και εξήγηση της πραγματικότητας (τόσο το χειρότερο γι’ αυτήν αν δεν συμφωνεί με τη θεωρία), είτε, αντίθετα, δυσκολεύονται να αποστάξουν από την εκάστοτε ιστορική συγκυρία την ουσία του ιστορικού μετασχηματισμού του κεφαλαίου, απολυτοποιώντας το ένα ή το άλλο φαινόμενο, βασιζόμενοι σε αφαιρέσεις και έννοιες που αποδεικνύονται υπερβολικά μερικές ή ιστορικά παροδικές[lx].

Το να πιστεύουμε ότι θα εξηγήσουμε τη σημερινή πραγματικότητα απλά ολοκληρώνοντας το έργο του Μαρξ, δηλ. γράφοντας τους τόμους που δεν πρόλαβε, ολοκληρώνοντας την άνοδο από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, χωρίς καμία περαιτέρω ανάπτυξη της γενικής θεωρίας του κεφαλαίου που αυτός εισήγαγε, χωρίς καμία νέα κεντρική έννοια[lxi], χωρίς, εν τέλει, να ελέγχουμε τη θεωρία συνεχώς στη βάση της αντίστροφης κίνησης από το ιστορικά συγκεκριμένο στο αφηρημένο[lxii], είναι σαν να περιμένουμε υπερβολικά πολλά από τον Μαρξ (και σε δεύτερο βαθμό από τον Λένιν), και υπερβολικά λίγα από τους μαρξιστές – λενινιστές συνεχιστές του έργου τους[lxiii]. Φυσικά, κάτι τέτοιο αποτελεί ξεκάθαρα και μια άσκηση μεταφυσικής, στην οποία αρέσκεται, δυστυχώς, να απασχολείται μεγάλο μέρος της ακαδημαϊκής μαρξιστικής διανόησης υπό την επίδραση της κυρίαρχης ιδεολογίας.

 

 

Σημειώσεις

[i] Λένιν ΒΙ. (2009). Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού (εκλαϊκευτική μελέτη). Σύγχρονη Εποχή. Αθήνα. (Θα αναφερόμαστε στο εξής στο έργο αυτό για συντομία ως ‘Ιμπεριαλισμός’). Αντιγράφουμε από τη σελ. 96:

«Η αποικιακή πολιτική και ο ιμπεριαλισμός υπήρχαν και πριν το νεότατο στάδιο του καπιταλισμού και μάλιστα πριν από τον καπιταλισμό. Η Ρώμη που στηριζόταν στη δουλεία, ακολουθούσε αποικιακή πολιτική και εφάρμοζε τον ιμπεριαλισμό. Οι ‘γενικοί’ όμως συλλογισμοί για τον ιμπεριαλισμό, που ξεχνούν ή βάζουν σε δεύτερη μοίρα τη ριζική διαφορά των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών, μετατρέπονται αναπότρεπτα στην πιο τιποτένια χυδαιότητα ή σε κομπασμό, όπως η σύγκριση της ‘μεγάλης Ρώμης με τη μεγάλη Βρετανία’. Ακόμη και η καπιταλιστική αποικιακή πολιτική των προηγούμενων σταδίων του καπιταλισμού διαφέρει ουσιαστικά από την αποικιακή πολιτική του χρηματιστικού κεφαλαίου.»

[ii] Γράφει ο Φρίντριχ Ένγκελς σε γράμμα του στον Γιόσεφ Μπλοχ (Λονδίνο, 21-22 Σεπτέμβρη 1890):

«Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, ο καθοριστικός παράγοντας στην ιστορία σε τελευταία ανάλυση, είναι η παραγωγή και η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής. Ούτε ο Μαρξ, ούτε εγώ ισχυριστήκαμε ποτέ τίποτα παραπάνω. Αν κάποιος τώρα το διαστρεβλώνει αυτό έτσι που να βγαίνει πως ο οικονομικός παράγοντας είναι ο μοναδικά καθοριστικός, τότε μετατρέπει εκείνη τη θέση σε αφηρημένη, παράλογη φράση, που δε λέει τίποτα. – Η οικονομική κατάσταση είναι η βάση, αλλά τα διάφορα στοιχεία του εποικοδομήματος: οι πολιτικές μορφές της ταξικής πάλης και τ΄ αποτελέσματά της – οι θεσμοί που τους καθορίζει η νικήτρια τάξη ύστερα από τη μάχη που κέρδισε, κτλ. – οι νομικές μορφές κι ακόμα περισσότερο οι αντανακλάσεις όλων αυτών των πραγματικών αγώνων στον εγκέφαλο αυτών που συμμετέχουν στην πάλη, οι πολιτικές, νομικές, φιλοσοφικές θεωρίες, οι θρησκευτικές αντιλήψεις και η παραπέρα ανάπτυξή τους σε συστήματα δογμάτων, ασκούν κι αυτά την επίδρασή τους πάνω στην πορεία των ιστορικών αγώνων και σε πολλές περιπτώσεις αυτά κυρίως καθορίζουν τη μορφή τους.»

Σκόπιμα επιλέγουμε να παραθέσουμε αυτήν την εκδοχή του «διαλεκτικού ιστορικού υλισμού», αποφεύγοντας άλλες ερμηνείες που ρέπουν προς τον οικονομισμό, καθώς το θέμα του ιμπεριαλισμού φέρνει στο προσκήνιο μια ποιοτική αλλαγή στη σχέση οικονομίας και πολιτικής εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, όπως θα ισχυριστούμε στο παρόν άρθρο.

[iii] Ιμπεριαλισμός’, σημ. 1, σελ. 103:

«Αν θα χρειαζόταν να δοθεί ένας όσο το δυνατό πιο σύντομος ορισμός του ιμπεριαλισμού, θα έπρεπε να πούμε ότι ο ιμπεριαλισμός είναι το μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού.

[…] ορισμό του ιμπεριαλισμού που θα περιέκλειε τα παρακάτω πέντε βασικά του γνωρίσματα: 1) συγκέντρωση της παραγωγής και του κεφαλαίου, που έχει φτάσει σε τέτοια υψηλή βαθμίδα ανάπτυξης, ώστε να δημιουργεί μονοπώλια που παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην οικονομική ζωή· 2) συγχώνευση του τραπεζικού κεφαλαίου με το βιομηχανικό και δημιουργία μιας χρηματιστικής ολιγαρχίας πάνω στη βάση αυτού του «χρηματιστικού κεφαλαίου»· 3) εξαιρετικά σπουδαία σημασία αποκτάει η εξαγωγή κεφαλαίου, σε διάκριση από την εξαγωγή εμπορευμάτων· 4) συγκροτούνται διεθνείς μονοπωλιακές ενώσεις των καπιταλιστών, οι οποίες μοιράζουν τον κόσμο· και 5) έχει τελειώσει το εδαφικό μοίρασμα της γης ανάμεσα στις μεγάλες καπιταλιστικές Δυνάμεις.»

Τέλος, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Λένιν παρατήρησε τη μετάβαση του ιμπεριαλισμού στην επιμέρους φάση του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού. Παραθέτουμε από τον Πρόλογο στη ρωσική έκδοση του 1917 του Κράτους και Επανάσταση:

«Το ζήτημα του κράτους αποχτάει σήμερα ιδιαίτερη σπουδαιότητα και από θεωρητική και από πραχτική – πολιτική άποψη. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος επιτάχυνε και όξυνε εξαιρετικά το προτσές της μετατροπής του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό.»

[iv] Ιμπεριαλισμός’, σημ. 1, σελ. 144:

«Τα μονοπώλια, η ολιγαρχία, η τάση προς την κυριαρχία στη θέση των τάσεων προς την ελευθερία, η εκμετάλλευση ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού μικρών η αδύνατων εθνών από μια μικρή χούφτα πλουσιότατα ή ισχυρότατα έθνη – όλα αυτά γέννησαν τα διακριτικά γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού, που μας αναγκάζουν να τον χαρακτηρίσουμε σαν παρασιτικό καπιταλισμό ή καπιταλισμό που σαπίζει.»

Κι αργότερα, στη σελ. 147:

«Απ’ όσα είπαμε πιο πάνω για την οικονομική ουσία του ιμπεριαλισμού βγαίνει ότι πρέπει να τον χαρακτηρίσουμε μεταβατικό ή, πιο σωστά, σαν καπιταλισμό που πεθαίνει.»

Μάλιστα στο Λένιν ΒΙ. (2006). Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση. Σύγχρονη Εποχή. Αθήνα. 7. Μαρξισμός ή προυντονισμός;, σελ. 144, γίνεται φανερό ότι ο ιμπεριαλισμός αποτελεί την ιστορική απάντηση του κεφαλαίου στην υπερωρίμανσή του, τη στρατηγική με την οποία επιβιώνει και παρατείνει ιστορικά την κυριαρχία του:

«Ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν έζησαν να δουν τον ιμπεριαλισμό. Τώρα έχει διαμορφωθεί ένα σύστημα μιας χούφτας (5 – 6 τον αριθμό) ‘μεγάλων’ ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, που η καθεμιά τους καταπιέζει ξένα έθνη και η καταπίεση αυτή είναι μια από τις πηγές για ν’ αναβάλλεται τεχνητά η πτώση του καπιταλισμού, να υποστηρίζεται τεχνητά ο οπορτουνισμός και ο σοσιαλσωβινισμός των ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων που κυριαρχούν στον κόσμο.»

Αυτή η στρατηγική επιβίωσης έρχεται μέσα από μια αλλαγή της ίδιας της ουσίας του, όπως διακρίνουμε πίσω από τις γραμμές στο Λένιν ΒΙ. (2013). Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα., Κεφάλαιο Ι. Οι αρχές του σοσιαλισμού και ο πόλεμος του 1914-1915. Ο σημερινός πόλεμος είναι πόλεμος ιμπεριαλιστικός. σελ. 106-107:

«Ο ιμπεριαλισμός είναι η ανώτατη βαθμίδα ανάπτυξης του καπιταλισμού, στην οποία έφτασε μόλις τον 20ό αιώνα. Ο καπιταλισμός δεν χωράει πια στα στενά πλαίσια των εθνικών κρατών, που χωρίς το σχηματισμό τους δεν μπορούσε να ανατρέψει τη φεουδαρχία. Ο καπιταλισμός έχει αναπτύξει σε τέτοιο βαθμό τη συγκέντρωση ώστε τα συνδικάτα, τα τραστ, οι ενώσεις των καπιταλιστών-δισεκατομμυριούχων έχουν βάλει στο χέρι ολόκληρους κλάδους της βιομηχανίας και σχεδόν όλη η υδρόγειος έχει μοιραστεί ανάμεσα στους ‘μεγιστάνες του κεφαλαίου’ είτε με τη μορφή των αποικιών είτε με το τύλιγμα των ξένων χωρών σε χιλιάδες νήματα της οικονομικής εκμετάλλευσης. Το ελεύθερο εμπόριο και ο συναγωνισμός έχουν αντικατασταθεί από την τάση προς το μονοπώλιο, προς την κατάκτηση εδαφών για επένδυση κεφαλαίων, για εξαγωγή πρώτων υλών κτλ. Από απελευθερωτής των εθνών, όπως ήταν ο καπιταλισμός στην πάλη ενάντια στη φεουδαρχία, ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός έγινε ο μεγαλύτερος καταπιεστής των εθνών. Ο καπιταλισμός από προοδευτικός που ήταν έγινε τώρα αντιδραστικός, ανέπτυξε σε τέτοιο βαθμό τις παραγωγικές δυνάμεις που η ανθρωπότητα πρέπει είτε να περάσει στο σοσιαλισμό είτε επί χρόνια ή και επί δεκαετίες να υφίσταται την πάλη των ‘μεγάλων’ Δυνάμεων για την τεχνητή διατήρηση του καπιταλισμού μέσω των αποικιών, των μονοπωλίων, των προνομίων και της κάθε λογής καταπίεσης.»

[v] Περδίκης Δ. (2020). Κείμενο εργασίας για την περιοδολόγηση του καπιταλισμού και το σύγχρονό του στάδιο. dionperd.blogspot.com, (‘Κείμενο εργασίας για τον ιμπεριαλισμό’ στο εξής).

[vi] Στο παρόν άρθρο θα καταθέσουμε την άποψη για την κριτική του Μαρξ στην αστική κοινωνία, οικονομία και πολιτική, χωρίς να την υποστηρίξουμε επιχειρηματολογημένα. Θα επανέλθουμε στο μέλλον σε αυτό το ζήτημα. Αρκούμαστε μόνο στο να συμπληρώσουμε ότι η κατανόηση του έργου ζωής του Μαρξ απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του, και εντός του ιστορικού πλαισίου της εποχής του, όπως και της πορείας της ζωής και της σκέψης του ίδιου του Μαρξ. Μια καλή πηγή είναι τα σχετικά Μαθήματα ιστορίας του μαρξισμού (2016-2017, 2017-2018 & 2019) του Ομίλου Επαναστατικής Θεωρίας, το πρόσφατο βιβλίο Τζαρέλλας Δ. (2020). Συμβολή σε μια κριτική θεωρία του κράτους. Οικονομία και πολιτική στην αστική κοινωνία. ΚΨΜ. Αθήνα, αλλά και η διδακτορική διατριβή Παπαθανασίου Α. (2015). Βίος και πειθάρχηση της εργασίας στον καπιταλιστικό παραγωγικό κανόνα: η μαρξική κριτική των σχέσεων εξουσίας και το ζήτημα της χειραφέτησης. Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας. Αθήνα.

[vii] Παραθέτουμε από την εισαγωγή του Μαρξ στο έργο του Συμβολή στη Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, δημοσιευμένο στα 1859:

 «Εξετάζω το σύστημα της αστικής οικονομίας με την ακόλουθη σειρά: κεφάλαιο, έγγεια ιδιοκτησία, μισθωτή εργασία, κράτος, εξωτερικό εμπόριο, παγκόσμια αγορά.

[…] Οι οικονομικές συνθήκες της ζωής των τριών μεγάλων τάξεων, στις οποίες χωρίζεται η νεότερη αστική κοινωνία, αναλύονται στα τρία πρώτα μέρη· η αλληλοσύνδεση των άλλων τριών μερών είναι ολοφάνερη. Το πρώτο μέρος του πρώτου βιβλίου, που πραγματεύεται το κεφάλαιο, αποτελείται από τα ακόλουθα κεφάλαια: 1) Το εμπόρευμα, 2) Το χρήμα ή η απλή κυκλοφορία και 3) Το κεφάλαιο γενικά. Το παρόν μέρος αποτελείται από τα δυο πρώτα κεφάλαια. Έχω μπροστά μου ολόκληρο το υλικό με τη μορφή μονογραφιών γραμμένων σε χωριστές περιόδους όχι για να δημοσιευτούν, άλλα για να ξεκαθαρίσω ο ίδιος τις σκέψεις μου· η συστηματική επεξεργασία του σύμφωνα με το σχέδιο που υπέδειξα θα εξαρτηθεί από τις περιστάσεις.»

Ο Μαρξ θα αλλάξει τον σχεδιασμό αυτόν αρκετές φορές στην πορεία, και τελικά θα προλάβει να δημοσιεύσει εν ζωή μόνο τον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου. Πχ. βλ. σχετικά στον Πρόλογο των Συντελεστών της νέας έκδοσης του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου στα ελληνικά από τις εκδόσεις ΚΨΜ.

[viii] Αντιγράφουμε, σχετικά, από τη μετάφραση του άρθρου Δομή και ουσία στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου: Πρόσθετη υπεραξία και τα στάδια του καπιταλισμού, Άντι Χiγκινμπότομ, Journal of Australian Political Economy (70), σελ. 251-270, 2012, μετ. Δ. Μουστάκας, επιμ. Δ. Περδίκης (‘Χίγκινμποτομ Α. 2012’ στο εξής· ο τονισμός δικός μας):

«Στην συζήτηση του Μαρξ για την εμπορευματική μορφή της αξίας, την ανταλλακτική αξία, σχολιάζει ότι ο Αριστοτέλης είχε καταλάβει ότι τα εμπορεύματα πρέπει να έχουν μια ποιότητα που να τα καθιστά ανταλλάξιμα, ”μια εσωτερική ενότητα των δύο πραγμάτων αντί της αφηρημένης ταυτότητας τους” όπως το θέτει ο Ιλιένκοφ […]. Αλλά, χωρίς την έννοια της αξίας, ο Αριστοτέλης έφτασε σε τέλμα στην ανάλυσή του ποια θα ήταν αυτή η εσωτερική ενότητα. Ο Μαρξ εξηγεί γιατί ο Αριστοτέλης δεν μπορούσε παρά να σταματήσει στο συγκεκριμένο σημείο:

”επειδή η ελληνική κοινωνία στηρίζονταν στην εργασία των δούλων και επομένως είχε σαν φυσική της βάση την ανισότητα των ανθρώπων και των εργασιακών τους δυνάμεων. Το μυστικό της έκφρασης της αξίας, η ισότητα και το ισάξιο όλων των εργασιών – επειδή είναι και εφόσον είναι ανθρώπινη εργασία γενικά – μπορεί ν’ αποκρυπτογραφηθεί μόνο όταν η έννοια της ισότητας των ανθρώπων αποχτήσει πια τη σταθερότητα λαϊκής πρόληψης. Αυτό όμως είναι δυνατό μόνο σε μια κοινωνία, όπου η μορφή του εμπορεύματος είναι η γενική μορφή του προϊόντος εργασίας, επομένως και η σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους σαν κατόχων εμπορευμάτων είναι η κυρίαρχη κοινωνική σχέση” […]»

[ix] Μαρξ Κ. (1990). Βασικές γραμμές της κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας [Grundrisse] τόμ. Β΄, προλ.-μτφρ.-σημ. Διονύσης Διβάρης, Στοχαστής, Αθήνα, (στο εξής ‘Grundrisse Β΄’) σελ. 497-499:

«Ο ανταγωνισμός, […] εμφανίζεται ιστορικά σαν διάλυση του συντεχνιακού καταναγκασμού, της κυβερνητικής ρύθμισης, των εσωτερικών δασμών και παρόμοιων μέτρων στο εσωτερικό μιας χώρας, και στην παγκόσμια αγορά σαν άρση της απομόνωσης, απαγόρευσης ή προστατευτισμού – μ΄ένα λόγο, […] εμφανίζεται ιστορικά σαν άρνηση των ορίων και φραγμών που χαρακτήριζαν τις προηγούμενες από το κεφάλαιο παραγωγικές βαθμίδες […] Τα όρια αυτά έγιναν φραγμοί μονάχα όταν οι παραγωγικές δυνάμεις και οι σχέσεις συναλλαγής είχαν αναπτυχθεί αρκετά ώστε το κεφάλαιο σαν τέτοιο να μπορεί να προβάλει σαν ρυθμιστική αρχή της παραγωγής. […] Ο ελεύθερος ανταγωνισμός είναι η σχέση του κεφαλαίου προς τον εαυτό του σαν ένα άλλο κεφάλαιο, δηλαδή η πραγματική συμπεριφορά του κεφαλαίου σαν κεφαλαίου. Οι εσωτερικοί νόμοι του κεφαλαίου – που στα ιστορικά προστάδια της εξέλιξής του εμφανίζονται μόνο σαν τάσεις -τοποθετούνται τώρα σαν νόμοι• […] Ο ελεύθερος ανταγωνισμός είναι η πραγματική ανάπτυξη του κεφαλαίου. Αυτός τοποθετεί σαν εξωτερική αναγκαιότητα για το ατομικό κεφάλαιο αυτό που ανταποκρίνεται στη φύση του κεφαλαίου, στο τρόπο παραγωγής που βασίζεται στο κεφάλαιο, αυτό που ανταποκρίνεται στην έννοια του κεφαλαίου.»

[x] Παραθέτουμε από το Μαρξ Κ. (2002). Το Κεφάλαιο. Κριτική της πολιτικής οικονομίας. Τόμος Ι. μετ. Π. Μαυρομάτης. Σύγχρονη Εποχή (στο εξής ‘Κεφάλαιο Α΄’), Κεφ. 4. Η μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο. Παρ. Αξία της εργατικής δύναμης. σελ. 183-184:

«Όπως η αξία κάθε άλλου εμπορεύματος, και η αξίας της εργατικής δύναμης καθορίζεται από το χρόνο εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή, επομένως και για την αναπαραγωγή αυτού του ειδικού είδους. […] Για τη συντήρησή του το ζωντανό άτομο χρειάζεται ορισμένο ποσό μέσων συντήρησης. Έτσι ο χρόνος εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή της εργατικής δύναμης αναλύεται στο χρόνο εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή αυτών των μέσων συντήρησης, ή η αξία της εργατικής δύναμης είναι η αξία των μέσων συντήρησης που είναι αναγκαία για τη συντήρηση του κατόχου της. […] Το ποσό των μέσων συντήρησης πρέπει […] να επαρκεί για να συντηρεί το εργαζόμενο άτομο στη φυσιολογική κατάσταση της ζωής του. […] η ίδια η έκταση των λεγόμενων απαραίτητων αναγκών, όπως και ο τρόπος της ικανοποίησής τους, είναι ιστορικό προϊόν, και γι’ αυτό εξαρτιέται κατά ένα μεγάλο μέρος από τη βαθμίδα του πολιτισμού μιας χώρας, και ανάμεσα στ’ άλλα ουσιαστικά από το μέσα σε ποιες συνθήκες κι επομένως με τι συνήθειες και απαιτήσεις της ζωής σχηματίστηκε η τάξη των ελεύθερων εργατών. Έτσι, αντίθετα από τ’ άλλα εμπορεύματα, ο καθορισμός της αξίας της εργατικής δύναμης περιέχει ένα ιστορικό και ηθικό στοιχείο. Ωστόσο, σε μια ορισμένη χώρα και για μια ορισμένη περίοδο, είναι δοσμένο το μέσο σύνολο των αναγκαίων μέσων συντήρησης.»

Μέσα σε λίγες γραμμές ο Μαρξ καθορίζει και το ενιαίο της αξίας της εργασιακής δύναμης σε μια δοσμένη κοινωνία και ιστορική συγκυρία, αλλά και την εξάρτηση της αξίας αυτής από το «ιστορικό και ηθικό στοιχείο», και τη σύνδεσή του με την πολιτική προϋπόθεση της «ελευθερίας» της εργατικής τάξης. Όλες αυτές οι προϋποθέσεις διαφέρουν στη διεθνή αγορά, και σε συνθήκες υπερεκμετάλλευσης και καταπίεσης ενός μεγάλου μέρους της διεθνούς εργατικής τάξης στο σύγχρονο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, όπως ισχυριζόμαστε στο παρόν άρθρο.

[xi] ‘Κεφάλαιο Α΄’, σημ. 10, Κεφ. 5. Η παραγωγή της απόλυτης υπεραξίας. Παρ. 2. Το προτσές αξιοποίησης. σελ. 210:

«Η εργασία που σε σύγκριση με την κοινωνική μέση εργασία ισχύει σαν ανώτερη συνθετότερη εργασία, είναι η εκδήλωση μιας εργατικής δύναμης στην οποία μπαίνουν μεγαλύτερα έξοδα κατάρτισης, που η παραγωγή της κοστίζει περισσότερο χρόνο εργασίας και που γι’ αυτό έχει μεγαλύτερη αξία από την απλή εργατική δύναμη.»

‘Κεφάλαιο Α΄’, σημ. 10, Κεφ. 1. Το εμπόρευμα. Παρ. 2. Ο διπλός χαρακτήρας της εργασίας που περιέχεται στα εμπορεύματα. σελ. 58-59:

«[…] Είναι αλήθεια ότι η απλή μέση εργασία αλλάζει το χαρακτήρα της σε διάφορες χώρες και εποχές, είναι όμως καθορισμένη σε μια δοσμένη κοινωνία. Η συνθετότερη εργασία σημαίνει μόνο εργασία απλή, ανυψωμένη σε δύναμη, ή καλύτερα, πολλαπλασιασμένη απλή εργασία έτσι, που μια μικρότερη ποσότητα σύνθετης εργασίας να είναι ίση με μια μεγαλύτερη ποσότητα απλής εργασίας. Η πείρα δείχνει ότι η αναγωγή αυτή γίνεται διαρκώς. Ένα εμπόρευμα μπορεί να είναι το προϊόν το προϊόν της πιο σύνθετης εργασίας, η αξία του όμως το εξισώνει με το προϊόν της απλής εργασίας και γι’ αυτό εκφράζει μόνο ορισμένη ποσότητα απλής εργασίας. Οι διάφορες αναλογίες στις οποίες τα διάφορα είδη εργασίας ανάγονται σε απλή εργασία σαν μετρική τους μονάδα, καθορίζονται από ένα κοινωνικό προτσές πίσω από την πλάτη των παραγωγών, και γι’ αυτό τους φαίνονται ότι έχουν καθιερωθεί από τη συνήθεια. Για λόγους απλοποίησης κάθε είδος εργατικής δύναμης θα το θεωρούμε από δω και μπρος σαν άμεσα απλή εργατική δύναμη κι έτσι θα απαλλαχτούμε από τον κόπο να κάνουμε τη σχετική αναγωγή σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση.»

Παρατηρούμε στα δύο αυτά αποσπάσματα ότι ο Μαρξ συνδέει τη συνθετότητα και αξία της εργασιακής δύναμης με τη συνθετότητα και αξία της εργασίας που αυτή επιτελεί, και την αξία της εργασιακής δύναμης με την αξία που αυτή παράγει. Ωστόσο, η αναλογία αυτή, και επομένως και η αναγωγή των σύνθετων μεγεθών σε απλά, εξαρτάται από αντικειμενικές κοινωνικές διαδικασίες, οι οποίες επιβάλλουν έναν ενιαίο κανόνα για το μέτρο της παραγωγικότητας για το κάθε είδος εργασίας, αλλά και τη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς, και του ανταγωνισμού για τη συγκρισιμότητα των διαφορετικών εργασιών, και την αξιακή τους αποτίμηση με ένα επίσης ενιαίο μέτρο. Βλ. σχετικά στο Lee, C. O. (1993). Marxs labour theory of value revisited (Επανεξέταση της εργασιακής θεωρίας της αξίας του Μαρξ). Cambridge Journal of Economics, 17(4), 463-478, μετ. Δ. Περδίκης. Για την ιδιαιτερότητα της δημιουργικής, επιστημονικής ή καλλιτεχνικής εργασίας ως προς την αναγωγή αυτή, βλ. στο Για τους όρους της αφηρημένης εργασίας στην εμπορευματική παραγωγή, μετ. Δ. Περδίκης από τις σελ. 95-100 της διδακτορικής διατριβής του ίδιου συγγραφέα με τίτλο Περί των τριών προβλημάτων της αφαίρεσης, της αναγωγής, και του μετασχηματισμού, στην εργασιακή θεωρία της αξίας του Μαρξ («On the three problems of abstraction, reduction and transformation in Marx’s labour theory of value.»), Birkbeck (University of London), 1990. Τόσο οι κοινωνικές αυτές διαδικασίες, όσο και η ίδια η αξία «βάσης» της απλής μέσης εργασίας έχουν ιστορικό χαρακτήρα και διαφέρουν σε διαφορετικές χώρες και εποχές, όπως μας λέει στο παραπάνω παράθεμα ο Μαρξ. Οι συνέπειες για τη διεθνή αγορά είναι, επομένως, εμφανείς, ή με άλλα λόγια, η γενική θεωρία του κεφαλαίου περιλαμβάνει θεμελιώδεις παραδοχές που χρειάζεται να επανεξεταστούν στη διεθνή αγορά, την κατακερματισμένη από διαφορετικά κράτη σε εθνικούς κοινωνικο-οικονομικούς σχηματισμούς.

[xii] Starosta G. & Fitzsimons A. (2018), Rethinking the Determination of the Value of Labor Power. Review of Radical Political Economics, Vol. 50(1) 99–115.

[xiii] Starosta G. (2011), Machinery, Productive Subjectivity and the Limits to Capitalism in Capital and the Grundrisse, Science & Society, Vol. 75, No. 1, 42–58.

[xiv] Μαρξ Κ. (1978). Το Κεφάλαιο. Κριτική της πολιτικής οικονομίας. Τόμος ΙΙΙ. μετ. Π. Μαυρομάτης. Σύγχρονη Εποχή (‘Κεφάλαιο Γ ́’ στο εξής), Κεφ. 8. Διαφορετική σύνθεση των κεφαλαίων σε διάφορους κλάδους της παραγωγής και διαφορά των ποσοστών κέρδους που προκύπτει από το γεγονός αυτό, σελ. 179-180:

«Σε τούτο τώρα το κεφάλαιο υποθέτουμε, ότι ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασίας, επομένως, και το ποσοστό της υπεραξίας και η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας, έχουν το ίδιο μέγεθος, βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο σε όλες τις σφαίρες παραγωγής, στις οποίες καταμερίζεται η κοινωνική εργασία σε μια δοσμένη χώρα. Για πολλές διαφορές στην εκμετάλλευση της εργασίας σε διάφορες σφαίρες της παραγωγής, έχει ήδη αποδείξει ο Α. Σμιθ διεξοδικά, ότι εξισώνονται με κάθε λογής πραγματικούς ή από προκατάληψη παραδεχτούν λόγους αντιστάθμισης και γι’ αυτό, οι διαφορές αυτές δεν υπολογίζονται στη διερεύνηση των γενικών σχέσεων, γιατί αποτελούν μόνο φαινομενικές και φθίνουσες διαφορές. Άλλες διαφορές, λ.χ. στο ύψος του μισθού εργασίας, στηρίζονται κατά ένα μεγάλο μέρος τη διαφορά ανάμεσα στην απλή και στη σύνθετη εργασία, που την αναφέραμε ήδη στην αρχή του Βιβλίου Ι, […] και, παρά το ότι κάνουν πολύ ανόμοια τη μοίρα των εργατών στις διάφορες σφαίρες παραγωγής, δεν θίγουν καθόλου τον βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας σ’ αυτές τις διάφορες σφαίρες. Αν, λ.χ. πληρώνεται πιο ακριβά η δουλειά ενός χρυσοχόο από τη δουλειά ενός μεροκαματιάρη εργάτη, η υπερεργασία του χρυσοχόου παράγει, ωστόσο, ανάλογα μεγαλύτερη υπεραξία από την υπερεργασία του μεροκαματιάρη. Και αν ακόμα η εξίσωση των μισθών εργασίας και της διάρκειας της εργάσιμης ημέρας, επομένως και του ποσοστού υπεραξίας, ανάμεσα στις διάφορες σφαίρες παραγωγής, μάλιστα ακόμα και ανάμεσα σε διάφορες επενδύσεις κεφαλαίου στην ίδια σφαίρα παραγωγής, παρεμποδίζεται από πολλά τοπικά εμπόδια, ωστόσο, με την πρόοδο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής και με την υπαγωγή όλων των οικονομικών σχέσεων σ’ αυτόν τον τρόπο παραγωγής, συντελείται όλο και περισσότερο η εξίσωση αυτή. Όσο σπουδαία κι αν είναι η μελέτη τέτοιων προστριβών για κάθε ειδική εργασία σχετικά με τον μισθό της εργασίας, ωστόσο δεν πρέπει να παίρνονται υπόψη ότι σε μια γενική διερεύνηση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, γιατί είναι τυχαίες και μη ουσιαστικές. Σε μια τέτοια γενική διερεύνηση προϋποτίθεται γενικά πάντα, ότι οι πραγματικές σχέσεις ανταποκρίνονται στην έννοια τους, ή, πράγμα που είναι το ίδιο, οι πραγματικές σχέσεις θα εκτίθεται μόνο, εφόσον εκφράζουν το δικό τους γενικό τύπο.»

‘Κεφάλαιο Γ΄’, σημ. 14, Κεφ. 10. Εξίσωση του γενικού ποσοστού κέρδους με τον συναγωνισμό. Αγοραίες τιμές και αγοραίες αξίες. Πρόσθετο κέρδος.

σελ. 248-249:

«Το γεγονός ότι κεφάλαια, που θέτουν σε κίνηση άνισες ποσότητες ζωντανής εργασίας, παράγουν άνισα ποσά υπεραξίας, προϋποθέτει, τουλάχιστον ως ένα σημείο, ότι ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασίας, ή το ποσοστό της υπεραξίας μένουν τα ίδια, ή ότι οι διαφορές που υπάρχουν εδώ εξισώνονται χάρη σε πραγματικούς ή φανταστικούς (συμβατικούς) λόγους ισοστάθμισες. Αυτό προϋποθέτει συναγωνισμό ανάμεσα στους εργάτες και εξίσωση των διαφορών με τα ακατάπαυστα περάσματα των εργατών από τη μια σφαίρα παραγωγής στην άλλη. Ένα τέτοιο γενικό ποσοστό της υπεραξίας – σαν τάση, όπως γίνεται με όλους τους οικονομικούς νόμους – το προϋποθέσαμε για λόγους θεωρητικής απλούστευσης. Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι αποτελεί πραγματική προϋπόθεση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, μ’ όλο που η διαμόρφωσή του σκοντάφτει λίγο-πολύ σε πρακτικά εμπόδια, που προκαλούν λίγο-πολύ σημαντικές τοπικές διαφορές, όπως λ.χ. η τοπική νομοθεσία για τους μεροκαματιάρηδες εργάτες γης στην Αγγλία. Στη θεωρία όμως προϋποτίθεται, ότι οι νόμοι του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής αναπτύσσονται καιροί. Στην πραγματικότητα υπάρχει πάντα μόνο προσέγγιση, αλλά η προσέγγιση αυτή είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο πιο αναπτυγμένος είναι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής και όσο περισσότερο έχει ξεκαθαριστεί από τις αναμείξεις με υπολείμματα παλιότερων οικονομικών σχηματισμών.»

σελ. 248-249:

«Η διαρκής εξίσωση των διαρκώς αναφυόμενων ανισοτήτων συντελείται τόσο πιο γρήγορα: 1) όσο πιο κινητό είναι το κεφάλαιο, δηλαδή, όσο πιο εύκολα μπορεί να μεταφέρεται από τη μια σφαίρα στην άλλη και από το ένα μέρος στο άλλο, 2) όσο πιο γρήγορα μπορεί η εργατική δύναμη να ρίχνεται από τη μια σφαίρα στην άλλη και από το ένα τοπικό κέντρο παραγωγής στο άλλο.

Το πρώτο σημείο προϋποθέτει πλήρη ελευθερία του εμπορίου στο εσωτερικό της κοινωνίας και παραμέριση όλων των μονοπωλίων, εκτός από τα φυσικά μονοπώλια, δηλαδή των μονοπωλίων που προκύπτουν από τον ίδιο τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, Προϋποθέτει ακόμα την ανάπτυξη του πιστωτικού συστήματος, που συγκεντρώνει την σκόρπια μάζα του διαθέσιμου κοινωνικού κεφαλαίου και το αντιπαραθέτει στους ξεχωριστούς κεφαλαιοκράτες – προϋποθέτει, τέλος, την υποταγή των διαφόρων σφαιρών παραγωγής σε κεφαλαιοκράτες. Αυτό το τελευταίο συμπεριλαμβανόταν ήδη στην προϋπόθεσή μας, όταν παραδεχτήκαμε ότι πρόκειται για μετατροπή των αξιών σε τιμές παραγωγής σε όλες τις σφαίρες, στις οποίες η παραγωγή ασκείται με κεφαλαιοκρατικό τρόπο. Αυτή η ίδια η εξίσωση, όμως, σκοντάφτει σε μεγαλύτερα εμπόδια, όταν πολυάριθμες και μαζικές σφαίρες παραγωγής, που ασκούνται με μη κεφαλαιοκρατικό τρόπο (π.χ. η γεωργία που ασκείται από μικροαγρότες), παρεισδύουν ανάμεσα στις κεφαλαιοκρατικές επιχειρήσεις και μπλέκονται μ΄ αυτές. Τέλος, το πρώτο σημείο προϋποθέτει μεγάλη πυκνότητα του πληθυσμού,.

Το δεύτερο προϋποθέτει την κατάργηση όλων των νόμων, που εμποδίζουν τους εργάτες να μετακινούνται από τη μια σφαίρα παραγωγής στην άλλη ή από ένα τοπικό κέντρο παραγωγής σε ένα οποιοδήποτε άλλο. Την αδιαφορία του εργάτη ως προς το περιεχόμενο της δουλειάς του. Την όσο το δυνατό αναγωγή της εργασίας σε όλες τις σφαίρες παραγωγής σε απλή εργασία. Την απαλλαγή των εργατών από κάθε επαγγελματική προκατάληψη. Τέλος και ιδίως προϋποθέτει την υποταγή του εργάτη στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Η παραπέρα ανάπτυξη του θέματος ανήκει στην ειδική μελέτη του συναγωνισμού.»

Εφιστούμε την προσοχή στον αναγνώστη στη σημασία του ελεύθερου ανταγωνισμού και της κινητικότητας των εργατών από κλάδο σε κλάδο και από επιχείρηση σε επιχείρηση για την τάση εξίσωσης προς ένα γενικό ποσοστό υπεραξίας (όπως και της κινητικότητας των κεφαλαίων, δηλ. της απουσίας μονοπωλίων, για την αντίστοιχη τάση προς ένα γενικό ποσοστό κέρδους). Πιο αναλυτικά για την τάση αυτή, όπως και για τη σύνδεσή της με την τυπική πολιτική ελευθερία των εργατών, βλ. στο Cogliano, J. F. (2011). Smith’s ‘perfect liberty’ and Marx’s equalized rate of surplus-value. Department of Economics, The New School for Social Research, WP, (08).

[xv] Αντιγράφουμε από το 14ο Κεφάλαιο Αιτίες που αντιδρούν, σελ. 297, στο ‘Κεφάλαιο Γ΄’, σημ. 14,, όπου καταγράφονται οι αντίρροπες τάσεις στην πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους:

«ΙΙ. Συμπίεση του μισθού της εργασίας κάτω από την αξία της εργατικής δύναμης.

Μόνο εμπειρικά αναφέρουμε εδώ το περιστατικό αυτό, γιατί πράγματι, όπως και πολλά άλλα που θα μπορούσαν να αναφερθούν εδώ, δεν έχει σχέση με τη γενική ανάλυση του κεφαλαίου, αλλά ανήκει στη μελέτη του συναγωνισμού, που δεν τον πραγματεύεται τούτο το έργο. Και όμως είναι ένα από τα σημαντικότερα αίτια, που συγκρατούν την τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους.»

Παρατηρούμε ότι ο Μαρξ αν και παραδέχεται την εμπειρική σημασία της συμπίεσης της τιμής της εργατικής δύναμης κάτω από την αξία της, δηλ. της υπερεκμετάλλευσης, τη θεωρεί ως εξωτερική των ουσιαστικών νόμων του ΚΤΠ που πραγματεύεται στο «Κεφάλαιο». Αυτό δεν είναι παράλογο στο βαθμό που όντως ίσχυε την εποχή του Μαρξ, εφόσον τότε η παραγωγή δεν ήταν διεθνοποιημένη, όπως σήμερα, και οι σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών εθνικών κρατών, δηλ. των εθνικών οικονομιών, μεταξύ των οποίων επικρατούν διαφορετικές συνθήκες αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, με διαφορετικό «ηθικο-ιστορικό» στοιχείο, διαφορετικές συνθήκες ταξικής πάλης κοκ, ήταν εξωτερικές της καπιταλιστικής παραγωγής, και κυριαρχούνταν από το εμπόριο είτε πρώτων υλών, είτε έτοιμων βιομηχανικών προϊόντων (βλ. και το σχετικό με το εξωτερικό εμπόριο σημείο V στην ίδια παράγραφο από το Κεφάλαίο Γ΄). Πολλές φορές, δε, οι μεγάλες διαφορές στην αξία της εργασιακής δύναμης παρατηρούνταν μεταξύ καπιταλιστικών κρατών και κρατών όπου κυριαρχούσαν ακόμη προ-καπιταλιστικοί τρόποι παραγωγής. Γενικά, η «άνιση ανταλλαγή» μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, δηλ. η πληρωμή της εργατικής δύναμης κάτω από την αξία της, απορρίπτεται από τον Μαρξ ως δυνατότητα εντός της συστηματικής λογικής του κεφαλαίου. Όπως θα ισχυριστούμε στη συνέχεια, όμως, ενώ αυτό μπορεί όντως να ισχύει κατά την προοδευτική περίοδο της ιστορίας του ΚΤΠ, δεν ισχύει πλέον για το σύγχρονο, υπερώριμο, στάδιο του καπιταλιστικού που «σαπίζει» και καταφεύγει σε μέσα, αντίθετα με την ίδια του τη φύση, προκειμένου να επιβιώσει.

[xvi] Παραθέτουμε από την παράγραφο Τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, του Kεφαλαίου 6 Η άμεση παραγωγική διαδικασία του Παραρτήματος 2 Καπιταλιστική παραγωγή ως η παραγωγή υπεραξίας, των Οικονομικών χειρογράφων του Καρλ Μαρξ 1861-1864, (στο εξής ‘Οικονομικά χειρόγραφα’), μετ. Δ. Περδίκης από τα αγγλικά στην ιστοσελίδα marxists.org:

«Εάν […] η βάση είναι ένας υφιστάμενος τρόπος εργασίας, κι επομένως ένα δεδομένο επίπεδο ανάπτυξης της παραγωγικής δύναμης της εργασίας και ένας τρόπος εργασίας που αντιστοιχεί σε αυτήν την παραγωγική δύναμη, η υπεραξία μπορεί να παραχθεί μόνο με την επιμήκυνση του χρόνου εργασίας, ως εκ τούτου διά της απόλυτης υπεραξίας. Επομένως, όπου είναι αυτή η μόνη μορφή παραγωγής υπεραξίας, έχουμε την τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο.»

[xvii] Παραθέτουμε από την παράγραφο Η πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο ή ο ειδικά καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, από τα ‘Οικονομικά χειρόγραφα’, σημ. 17:

«Οι κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας, ή οι παραγωγικές δυνάμεις της άμεσης κοινωνικής, κοινωνικοποιημένης (κοινής) εργασίας, αναπτύσσονται μέσω της συνεργασίας, μέσω του καταμερισμού της εργασίας στο εργαστήριο, της χρήσης μηχανημάτων, και γενικά μέσω του μετασχηματισμού της παραγωγικής διαδικασίας σε μια συνειδητή εφαρμογή των φυσικών επιστημών, της μηχανικής, της χημείας, κ.λπ., για συγκεκριμένους σκοπούς, την τεχνολογία κ.λπ., καθώς και με την εργασία σε μεγάλη κλίμακα, η οποία αντιστοιχεί σε όλες αυτές τις προόδους κ.λπ. […]Ακριβώς όπως η παραγωγή της απόλυτης υπεραξίας μπορεί να θεωρηθεί ως η υλική έκφραση της τυπικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο, έτσι και η παραγωγή σχετικής υπεραξίας μπορεί να θεωρηθεί ως αυτή της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο. […] Η πρώτη μορφή παραγωγής αποτελεί πάντα την προκάτοχο της δεύτερης, παρόλο που η δεύτερη, η οποία είναι η πιο αναπτυγμένη μορφή, μπορεί με τη σειρά της να αποτελέσει τη βάση για την εισαγωγή της πρώτης σε νέους κλάδους παραγωγής.»

[xviii] Η θεωρητική παραδοχή του ισοδύναμου των ανταλλαγών διαπερνά όλο το έργο του Μαρξ στο Κεφάλαιο, και ειδικότερα μπορεί κανείς να το αντιληφθεί στο Μέρος Πρώτο. Εμπόρευμα και Χρήμα, σελ. 49-158, στο ‘Κεφάλαιο Α΄’, σημ. 10.

[xix] Μαρξ Κ. (1979). Το Κεφάλαιο. Κριτική της πολιτικής οικονομίας. Τόμος ΙΙ. μετ. Π. Μαυρομάτης. Σύγχρονη Εποχή (στο εξής ‘Κεφάλαιο Β΄’), Κεφ. 1. Η κύκληση του χρηματικού κεφαλαίου. Παρ. IV. Η συνολική κύκληση, σελ. 49:

«Ας εξετάσουμε τώρα την κίνηση Χ – Ε … Π … Ε΄ – Χ΄ στο σύνολό της, ή την αναλυτική της μορφή Χ – Ε (Δ, Μπ) … Π: … Ε΄ (Ε + ε) – Χ΄ (Χ + χ). Το κεφάλαιο εμφανίζεται εδώ σαν μια αξία που διατρέχει μια σειρά συναρτημένων και αλληλοκαθοριζόμενων μετατροπών, μια σειρά μεταμορφώσεων, που αποτελούν ισάριθμες φάσεις ή στάδια ενός συνολικού προτσές. Δύο από αυτές τις φάεις ανήκουν στη σφαίρα της κυκλοφορίας και μια στη σφαίρα της παραγωγής. Στην καθεμιά απ’ αυτές τις φάσεις η κεφαλαιακή αξία βρίσκεται με διαφορετική μορφή, στην οποία αντιστοιχεί μια διαφορετική, ειδική λειτουργία. Μέσα σε αυτήν την κίνηση δε διατηρείται απλώς η προκαταβλημένη αξία, αλλά μεγαλώνει, αυξάνει το μέγεθός της. Τέλος, στο τελικό στάδιο, ξαναγυρίζει στη ίδια μορφή, με την οποία είχε εμφανιστεί στην αφετηρία του συνολικού προτσές. Έτσι το συνολικό αυτό προτσές είναι προτσές κύκλησης.

Οι δύο μορφές που παίρνει η κεφαλαιακή αξία μέσα στα κυκλοφοριακά της στάδια είναι οι μορφές του χρηματικού κεφαλαίου και του εμπορευματικού κεφαλαίου· η μορφή που έχει στο στάδιο παραγωγής είναι η μορφή του παραγωγικού κεφαλαίου. Το κεφάλαιο, που στην πορεία της συνολικής του κύκλησης περιβάλλεται και αποβάλλει πάλι αυτές τις μορφές, και που στην καθεμιά απ’ αυτές εκπληρώνει την αντίστοιχη σε αυτή λειτουργία, είναι βιομηχανικό κεφάλαιο – η λέξη βιομηχανικό χρησιμοποιείται εδώ με την έννοια ότι αγκαλιάζει κάθε κεφαλαιοκρατικά ασκούμενο κλάδο παραγωγής.»

[xx] ‘Κεφάλαιο Γ΄’, σημ. 14, Κεφ. 9. Σχηματισμός ενός γενικού ποσοστού κέρδους (μέσο ποσοστό κέρδους) και μετατροπή των αξιών των εμπορευμάτων σε τιμές παραγωγής, σελ. 195-217.

Για μια ευσύνοπτη περιγραφή της κίνησης αυτής της προσφοράς και της ζήτησης προς το «κέντρο βάρους» της τιμής παραγωγής, βλ. Lee, C. O. (1998). The distinction between social value, individual value, market value and market price in Volume III of Capital (Η Διάκριση ανάμεσα στην Κοινωνική Αξία, στην Ατομική Αξία, στην Αξία Αγοράς και στην Τιμή Αγοράς στον Τόμο ΙΙΙ του Κεφαλαίου). In Marxian Economics: A Reappraisal (pp. 86-100). Palgrave Macmillan, London., μετ. Δ. Περδίκης.

[xxi] ‘Κεφάλαιο Γ΄’, σημ. 14, Τμήμα Έκτο. Μετατροπή πρόσθετου κέρδους σε γαιοπρόσοδο.

[xxii] Πατέλης Δ. (2022). Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα: βασικές έννοιες και κατηγορίες. Λήμματα σοβιετικών οικονομολόγων. omilos.ilhs.gr.

[xxiii] Επιλέγουμε τα εξής:

Μαρίνι Ρ.Μ. (2021). Η διαλεκτική της εξάρτησης. μετ. Α. Μπάρτζος, επιμ. Δ. Περδίκης, από το Marini MR. (2021). Dialectics of Dependency. cosmonautmag.com (‘Διαλεκτική της εξάρτησης’, στο εξής)

Dussel Ε. (1990). Marx’s Economic Manuscripts of 1861-63 and the “Concept” of Dependency. LATIN AMERICAN PERSPECTIVES, Issue 65, Vol. 17 No. 2, p. 62-101.

Carrera J.I. (2002). Transformations in capital accumulation: From the national production of an universal labourer to the international fragmentation of the productive subjectivity of the working-class.

Wise R.D. & Martin D. (2016). Η πολιτική οικονομία της παγκόσμιας εργασιακής ρύθμισης. από τον συλλογικό τόμο Εγχειρίδιο της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας της Παραγωγής (Handbook of the International Political Economy of Production) (σελ. 59-75), Kees Van der Pijl (επιμ.), Edgar Elgar (εκδ.). μετ. Δ. Περδίκης.

Wise R.D. & Niell M. C. (2021). Κεφάλαιο, Επιστήμη, Τεχνολογία: Η Ανάπτυξη των Παραγωγικών Δυνάμεων στον Σύγχρονο Καπιταλισμό. Μηνιαία Επιθεώρηση. μετ. Δ. Περδίκης.

[xxiv] Επιλέγουμε τα εξής:

Μάντελ E. Ο Ύστερος Καπιταλισμός. Ο ιμπεριαλισμός στην τελική του φάση, μετ.-επιμ. Κ. Χατζηαργύρης, Εκδόσεις Gutenberg (‘Ύστερος Καπιταλισμός’ στο εξής).

Grossmann H. (1992). The Law of Accumulation and Breakdown of the Capitalist System. Being also a Theory of Crises. Pluto Press.

Smith, J (2010) Imperialism & the Globalisation of Production. Thesis. University of Sheffield, (‘Smith 2010’ στο εξής)

Smith J. (2016). Imperialism in the twenty-first century. The Globalization of Production, Super-Exploitation, and the Crisis of Capitalism. New York: Monthly Review Press, (‘Smith 2016’ στο εξής)

Smith J. (2019). Εκμετάλλευση και υπερεκμετάλλευση στη θεωρία του ιμπεριαλισμού. Θεματική των Σύγχρονων Οικονομικών του Ιμπεριαλισμού (The Modern Economics of Imperialism) στο 16ο Ετήσιο Συνέδριο Ιστορικού Υλισμού (16th Annual Historical Materialism Conference), το οποίο έλαβε χώρα στο Λονδίνο, τον Νοέμβριο του 2019, μετ. Δ. Περδίκης.

και το ‘Χίγκινμποτομ Α. 2012’, σημ. 8.

[xxv] Ιμπεριαλισμός’, σημ. 1, σελ. 9:

«Το βιβλιαράκι αυτό το έγραψα, όπως τονίζεται στον πρόλογο της ρωσικής έκδοσης το 1916, έχοντας υπόψη την τσαρική λογοκρισία. […] ο βασικός σκοπός του βιβλίου ήταν και παραμένει: να δείξει με βάση συνοψισμένα στοιχεία μιας αναντίρρητης αστικής στατιστικής και τις ομολογίες των αστών επιστημόνων όλων των χωρών, ποια ήταν στις αρχές του 20ού αιώνα, την παραμονή του Πρώτου Παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού Πολέμου, η συνολική εικόνα της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, στις διεθνείς αμοιβαίες σχέσεις της

[xxvi] Βλ. το ‘Κείμενο εργασίας για τον ιμπεριαλισμό’ στη σημ. 5, στο οποίο υπάρχουν πολλές αναφορές στην ιστορική περιγραφή του ιμπεριαλισμού από τον Ερνστ Μάντελ στο ‘Ύστερος Καπιταλισμός’, σημ. 25.

[xxvii] Μαρξ Κ. (1990). Βασικές γραμμές της κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας [Grundrisse] τόμ. Α΄, προλ.-μτφρ.-σημ. Διονύσης Διβάρης, Στοχαστής, Αθήνα, (στο εξής ‘Grundrisse Α΄’). Αντιγράφουμε από τον πρόλογο του μεταφραστή, σελ. 26:

«Σ’ αυτή την έκδοση περιλαμβάνονται τα χειρόγραφα που δημοσιεύθηκαν με τον γενικό τίτλο Grundrisse der Kritik der politischen Ökonomie, Μόσχα (2 τ.) 1939/1941 από το Ινστιτούτο Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν και αναδημοσιεύθηκαν, σε φωτομηχανική ανατύπωση σε ένα τόμο, από τις εκδόσεις Dietz Verlag Berlin, 1953.»

[xxviii] Μερικές καλές πηγές για τις διεθνείς αλυσίδες παραγωγής και μεταφοράς (υπερ)αξίας – πέραν του έργου του John Smith (‘Smith 2010, 2016’, σημ. 24) – είναι οι παρακάτω:

Suwandi, I. (2019). Value chains: the new economic imperialism. Monthly Review Press.

Suwandi, I., Jonna, R. J., & Foster, J. B. (2019). Global commodity chains and the new imperialism. Monthly Review, 70(10), 1-24.

Kumar, A. (2020). Monopsony capitalism: Power and production in the twilight of the sweatshop age. Cambridge University Press.

Στο τελευταίο αυτό έργο περιγράφονται και τάσεις που αντιστέκονται στην υπερεκμετάλλευση της εργασίας, μέσω της ενδυνάμωσης των αγώνων των εργατικών τάξεων στις αναπτυσσόμενες χώρες του κόσμου, οι οποίοι πιέζουν για να μείνει μεγαλύτερο μέρος της παραγόμενης αξίας στις χώρες όπου πραγματικά παράγεται.

[xxix] Βλ. και Smith J. (2019). Εκμετάλλευση και υπερεκμετάλλευση στη θεωρία του ιμπεριαλισμού. Θεματική των Σύγχρονων Οικονομικών του Ιμπεριαλισμού (The Modern Economics of Imperialism) στο 16ο Ετήσιο Συνέδριο Ιστορικού Υλισμού (16th Annual Historical Materialism Conference), το οποίο έλαβε χώρα στο Λονδίνο, τον Νοέμβριο του 2019, μετ. Δ. Περδίκης.

[xxx] Βλ. σχετικά με τη συνεχή παρουσία πρακτικών πρωταρχικής συσσώρευσης στην ιστορία του καπιταλισμού

 Pradella L. (2013) Imperialism and Capitalist Development in Marx’s Capital, Historical Materialism, 21 (2), 117–147,

αλλά και στο Κεφάλαιο 2 Η δομή της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας σελ. 40-42 στο ‘Ύστερος Καπιταλισμός’, σημ.27:

«Στο Μαρξ οφείλεται επίσης η απλή θεωρητική φόρμουλα πως δεν μπορούμε να ταυτίσουμε τη γένεση του κεφαλαίου με την αυτοανάπτυξή του. […] Η διεθνής ανάπτυξη κι επέκταση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγή στους δύο τελευταίους αιώνες αποτελούν μια διαλεχτική ενότητα τριών παραγόντων: (α) Της τρέχουσας συσσώρευσης κεφαλαίου μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής, κιόλας, διαδικασίας παραγωγής, (β) της τρέχουσας πρωτογενούς συσσώρευσης κεφαλαίου έξω από τα πλαίσια της καπιταλιστικής κιόλας διαδικασίας παραγωγής, και (γ) του καθορισμού και περιορισμού του πρώτου παράγοντα από το δεύτερο, του ανταγωνισμού δηλαδή και του συναγωνισμού ανάμεσα στον πρώτο και το δεύτερο.»

[xxxi] Βλ. για παράδειγμα το Γράφημα 3 «New World Immigration Policy Index 1860-1913»

στο Hatton T.J. & Williamson J.G. (2005). A dual policy paradox: why have trade and immigration policies always differed in labor-scarce economies?, Working Paper 11866, NBER Working Paper Series,

από όπου μεταφράζουμε από την περίληψη:

«Οι σημερινές οικονομίες περιορισμένης έντασης εργασίας έχουν πολιτικές ανοιχτού εμπορίου και κλειστής μετανάστευσης, ενώ έναν αιώνa πριν, είχαν ακριβώς τις αντίθετες, πολιτικές ανοιχτής μετανάστευσης και κλειστού εμπορίου.»

[xxxii] ‘Smith 2010’, σημ. 24, Κεφάλαιο 3.3 Η ‘θηλυκοποίηση’ της  εργασίας και η προλεταριοποίηση των γυναικών, σελ. 126-127, μετ. Δ. Περδίκης:

«Μία από τις πιο αξιοσημείωτες και επακόλουθες πτυχές της μετατόπισης προς το νότο του κέντρου βάρους του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού ήταν η μαζική ενσωμάτωση των νέων γυναικών στην μισθωτή εργασία. […] Η μεταβαλλόμενη σύνθεση των φύλων του εργατικού δυναμικού είναι ιδιαίτερα σημαντική στη μεταποιητική βιομηχανία. […] Η προτίμηση των ξένων επενδυτών για γυναικεία εργασία πουθενά δεν εκφράζεται σαφέστερα από ό, τι στον πολλαπλασιασμό της στις Ειδικές Οικονομικές Ζώνες (ΕΟΖ). […] Συνένοχοι σε αυτήν την αποτρόπαια εκμετάλλευση είναι οι κρατικές αρχές των νότιων εθνών, οι οποίες θεωρούν την υποτιθέμενη φτήνια και ευαλωτότητα της γυναικείας εργασίας ως μέσο προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων και προχωρώντας ταχύτερα στο δρόμο της ανάπτυξης των ΕΟΖ. […] Η προσφορά γυναικείας εργασίας ανταποκρίθηκε στη ζήτηση λόγω οικονομικής αναγκαιότητας […] Μια πηγή αυτής της οικονομικής αναγκαιότητας ήταν η επιδείνωση των όρων εμπορίου για τις παραδοσιακές εξαγωγές του Νότου. […] Η επίμονη, εκτεταμένη και βαθιά φτώχεια εξηγεί γιατί η προσφορά γυναικείας εργασίας έρχεται στους πιο διαφορετικούς πολιτισμούς και κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων όπου η πατριαρχική καταπίεση παραδοσιακά περιορίζει τις γυναίκες στο σπίτι. […] οι γυναίκες είναι έτοιμες να εργάζονται περισσότερες ώρες και με χαμηλότερους μισθούς από τους άνδρες και αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια από ό, τι οι άνδρες στην οργάνωση για να αντισταθούν στην πίεση των εργοδοτών. […] η επέκταση της απασχόλησης των γυναικών στη βιομηχανία συμβαδίζει συχνά με μια ιδεολογική επίθεση με στόχο την ενίσχυση του καθεστώτος δεύτερης κατηγορίας για τις γυναίκες και των κοινωνικών διαχωρισμών μεταξύ ανδρών και γυναικών στο εργατικό δυναμικό. […] αυτό το αυξανόμενο ποσοστό [δεν] σημαίνει αναγκαστικά ότι οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων μειώνονται ή ότι η εκβιομηχάνιση η προσανατολισμένη στις εξαγωγές απελευθερώνει τις γυναίκες από την πατριαρχική καταπίεση. Οι καπιταλιστές εργοδότες, φυσικά, δεν ενδιαφέρονται για το φύλο των εργαζομένων τους, αλλά για τη μεγιστοποίηση του ποσοστού εκμετάλλευσης και την ελαχιστοποίηση της αντίστασης. Αλλά δεν είναι καθόλου ουδέτεροι οι διαχωρισμοί των φύλων: αποτελούν ένα ισχυρό εργαλείο που τους βοηθά να επιτύχουν αυτούς τους στόχους. […] Οι πολυεθνικές, τα κράτη και οι τοπικοί εργοδότες χρησιμοποιούν τις διαφορές μεταξύ των δύο φύλων και την εμφανή ανοχή των νεαρών γυναικών εργαζομένων στη χαμηλή αμοιβή, τις ώρες εργασίας και τις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης που είναι χαρακτηριστικές της εκβιομηχάνισης υπό την ηγεσία των πολυεθνικών, για να αποδυναμώσουν την αντίσταση σε αυτές τις χειρότερες συνθήκες και να τις επιβάλουν σε όλους τους εργαζόμενους, συμπεριλαμβανομένων των ανδρών. […] Μόλις επιτευχθεί αυτή η υποβάθμιση των συνθηκών εργασίας, παρατηρείται συχνά μείωση των κινήτρων για τις πολυεθνικές να προσλάβουν γυναικεία εργασία και συχνά παρατηρείται ένας βαθμός «απο-θηλυκοποίησης» της μεταποιητικής βιομηχανίας. […] Η διπλή επιβάρυνση της καταπίεσης και της αυξημένης εκμετάλλευσης που υφίστανται οι εργαζόμενες γυναίκες στον παγκόσμιο Νότο μπορεί να φανεί στο γεγονός ότι οι γυναίκες εργαζόμενοι είναι ακόμη πιο πιθανό να παγιδευτούν στην άτυπη οικονομία από τους άνδρες εργαζόμενους και να αρνηθούν τα ελάχιστα νόμιμα δικαιώματα και προστασία.»

[xxxiii] Σχετικά με τη συστηματική αναπαραγωγή της δουλείας ή καταναγκαστικής εργασίας στον καπιταλισμό βλ.

Rioux S., LeBaron G. & Verovšek, P.J. (2019). Capitalism and unfree labor: a review of Marxist perspectives on modern slavery. Review of International Political Economy.

Higginbottom A. (2019) Enslaved African Labour: Violent Racial Capitalism, στο I. Ness, Z. Cope (eds.), The Palgrave Encyclopedia of Imperialism and Anti-Imperialism.

[xxxiv] ‘Smith 2010’, σημ. 24, Κεφάλαιο 3.2 Η άτυπη οικονομία: ο ‘σχετικός υπερπληθυσμός του καπιταλισμού’, σελ. 119-127, μετ. Δ. Περδίκης:

«Σε μια έκθεση του 2002 “Η αξιοπρεπής εργασία και η άτυπη οικονομία”, η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας ανέφερε ότι “σε προβλέψεις, η άτυπη οικονομία αναπτύσσεται ταχέως σε σχεδόν κάθε γωνιά της γης, συμπεριλαμβανομένων των βιομηχανικών χωρών – δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ένα προσωρινό ή υπολειπόμενο φαινόμενο. Το μεγαλύτερο μέρος της νέας απασχόλησης τα τελευταία χρόνια, ιδίως στις αναπτυσσόμενες χώρες και στις χώρες που βρίσκονται σε μεταβατικό στάδιο, είναι στην άτυπη οικονομία.” […] Η χαρακτηριστικότερη ιδιότητα της άτυπης οικονομίας είναι ότι δεν ρυθμίζεται από το κράτος, πχ απουσία φορολογίας, ελάχιστων εργασιακών προτύπων, επιβολής των υγειονομικών και περιβαλλοντικών προτύπων κλπ. […] Η επέκταση της άτυπης οικονομίας δεν σημαίνει ότι το κράτος απουσιάζει, σημαίνει ότι έχει υποχωρήσει, ότι έχει επανέλθει σε πιο πρωτόγονες μορφές, μειωμένες στις βασικές του ικανότητες: εξαναγκασμό και παρασιτισμό. Η άτυπη οικονομία διεγείρει αυτόν τον ρόλο της διαφθοράς και της υποβάθμισης με πολλούς τρόπους, από τις δωροδοκίες που καταβάλλονται στους υπαλλήλους για να αποφευχθεί η ρύθμιση και η φορολογία, τη συνεργασία μεταξύ της αστυνομίας και των ηγετών των συμμοριών για να διατηρήσουν τον έλεγχο των παραγκουπόλεων ή για να προστατεύσουν τα μονοπώλια της αγοράς. […] Απέχει παρασάγγας η πραγματικότητα από το ότι η μισθωτή εργασία αντιστοιχεί στην τυπική οικονομία, και η αυτοαπασχόληση στην άτυπη οικονομία. Πολύ, σε ορισμένες χώρες, η περισσότερη, από την μισθωτή εργασία εκτελείται στην άτυπη οικονομία. […] Υπάρχουν πειστικότατες ενδείξεις ότι «η αυτοαπασχόληση, οι περιστασιακές αγορές εργασίας και οι υπεργολαβίες και όχι οι συνδικαλιστικές συμβάσεις φαίνονται να είναι ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό των πρόσφατων οικονομικών τάσεων», αντιφάσκοντας με μια μεγάλη εσφαλμένη αντίληψη που κάποτε διαπερνούσε την κύρια ακαδημαϊκή και κυρίαρχη σκέψη: ότι η πορεία της προόδου θα οδηγούσε στη σταθερή μείωση της άτυπης οικονομίας και στην απορρόφησή της σε σύγχρονες, πολιτισμένες κοινωνικές ρυθμίσεις. […] Επομένως, αυτό που είναι πραγματικά μοντέρνο δεν είναι η καθολική πρόοδος προς την ευημερία και το κράτος δικαίου, αλλά μια επιτάχυνση της κατάβασης στον πόλεμο του καθενός εναντίον όλων. […] Και όχι μόνο στον παγκόσμιο Νότο. Αυτή η οπισθοδρόμηση έχει επίσης επιταχύνει στις ιμπεριαλιστικές χώρες και αναμφισβήτητα θα δοθεί ισχυρή ώθηση στα χρόνια της ύφεσης που αρχίζουν τώρα.»

[xxxv] Προτείνουμε τις εκλαϊκευτικές, αλλά εξαιρετικά αποδεικτικές σχετικές αναρτήσεις στο ιστολόγιο του Michael Roberts, στις οποίες γίνεται η σύνδεση της πτώσης του ποσοστού κέρδους (κρίση της σχετικής υπεραξίας για εμάς), με τη μείωση των παραγωγικών κεφαλαιακών επενδύσεων, και τελικά, τη σχετική στασιμότητα στην παραγωγικότητα:

Roberts M. (2018). Productivity, investment and profitability

Roberts M. (2021). The productivity crisis

[xxxvi] Παραθέτουμε από το ‘Ύστερος Καπιταλισμός’ σημ. 25 ένα εκτενές απόσπασμα από το Κεφάλαιο 2 Η δομή της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας σελ. 56-57 που περιγράφει αυτό το πέρασμα από την απόλυτη και σχετική υπεραξία στην υπερεκμετάλλευση στη διεθνή σφαίρα, και τον ρόλο τη ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης για το πέρασμα αυτό:

«Μπορούμε, μάλιστα να πούμε, δίχως δόση υπερβολής, πως σήμερα η καθαρή διαρροή αξίας είναι πιο σημαντική παρά στο παρελθόν, όχι μονάχα με τη μεταβίβαση μερισμάτων, τόκων και διευθυντικών απολαβών, σε όφελος των ιμπεριαλιστικών γιγάντιων εταιρειών καθώς και με το αυξανόμενο βάρος των χρεών, αλλά επίσης επειδή κερδίζει σε σημασία η άνιση ανταλλαγή. […] Όπως αποσαφήνισε στο 20ό κεφάλαιο του πρώτου τόμου του ‘Κεφαλαίου’ ο Καρλ Μαρξ, η ανταλλαγή κάτω από άνισους όρους καθρεφτίζει μια διαφορά στη μέση παραγωγικότητα της εργασίας σε δύο χώρες. […] Και δεν υπάρχει αμφιβολία πως η μοντέρνα βιομηχανική παραγωγή καταναλωτικών αγαθών αντιπροσωπεύει, σε σχέση με τη μισοαυτοματισμένη παραγωγή μηχανών κι οχημάτων, μια διαφορά παραγωγικότητας αναμφισβήτητα πιο μεγάλη […] Σαν αποτέλεσμα της μείωσης στον εφεδρικό στρατό της βιομηχανίας, αποβαίνει ουσιαστικά αδύνατο να αυξηθεί η παραγωγή απόλυτης υπεραξίας στις ιμπεριαλιστικές χώρες. Δυναμώνουν ασφαλώς παράλληλα οι προσπάθειες ν’ αυξηθεί η ένταση της εργασίας. Οι προσπάθειες του κεφαλαίου συγκεντρώνονται επίσης στο ν’ αυξήσει την απόσπαση σχετικής υπεραξίας – βέβαια μονάχα στην έκταση που μπορεί να εξουδετερωθεί η αντιφατική επίδραση της αύξησης της παραγωγικότητας πάνω στο ποσοστό υπεραξίας. Τα πράγματα διαφέρουν στην περίπτωση των υπανάπτυκτων χωρών. Εκεί η απαρχή εκβιομηχάνισης κι η συνδεδεμένη μαζί της αύξηση στη μέση κοινωνική παραγωγικότητα της εργασίας επιτρέπουν μια σημαντική μείωση στο κόστος αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης […] Ωστόσο η αύξηση στη μέση κοινωνική παραγωγικότητα της εργασίας δεν επιφέρει μιαν αύξηση στο ηθικοϊστορικό κόστος αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, δε συνυπολογίζονται δηλαδή στο εργατικό μεροκάματο τυχόν καινούριες ανάγκες ή τουλάχιστον συνυπολογίζονται σε πολύ περιορισμένη μονάχα κλίμακα. Τούτο οφείλεται αφενός στο γεγονός πως η μακρόχρονη τάση για την εξέλιξη του εφεδρικού στρατού της βιομηχανίας είναι στις μισοαποικίες αντίθετη από εκείνη στις μητροπόλεις, επειδή η εκβιομηχάνιση προχωρεί μονάχα αργά και δεν μπορεί να αντισταθμίσει το ρυθμό απόσπασης των φτωχών αγροτών από τη γη τους. […] Αφετέρου η διαμόρφωση, σαν αποτέλεσμα της αύξησης στον εφεδρικό βιομηχανικό στρατό, δυσμενών συσχετισμών δύναμης στην αγορά εργασίας εμποδίζει την κοινωνικά αποτελεσματική οργάνωση του προλεταριάτου στη βιομηχανία και τα ορυχεία – και κείνο πάλι έχει σαν αποτέλεσμα να πουλιέται το εμπόρευμα εργατική δύναμη κάτω από την αξία του. Το κεφάλαιο έχει έτσι τη δυνατότητα ν’ αντισταθμίσει τη μείωση στο ποσοστό κέρδους με μιαν αύξηση στο ποσοστό υπεραξίας, κι αυτό με την περικοπή των πραγματικών μεροκαμάτων […] Η πιο χαμηλή τιμή της εργατικής δύναμης στις εξαρτημένες και μισοαποικιακές χώρες επιτρέπει βέβαια να κρατιέται πιο ψηλό το μέσο ποσοστό του κέρδους – πράγμα που κι εξηγεί γιατί το ξένο κεφάλαιο εισρέει σ’ αυτές τις χώρες.»

[xxxvii] Για μια από τις καλύτερες συνοπτικές παρουσιάσεις του σύγχρονου διεθνούς καταμερισμού εργασίας, βλ. Wise R.D. & Martin D. (2016). Η πολιτική οικονομία της παγκόσμιας εργασιακής ρύθμισης. από τον συλλογικό τόμο Εγχειρίδιο της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας της Παραγωγής (Handbook of the International Political Economy of Production) (σελ. 59-75), Kees Van der Pijl (επιμ.), Edgar Elgar (εκδ.). μετ. Δ. Περδίκης. Ο καταμερισμός αυτός συμπεριλαμβάνει όλο και περισσότερο και την εξειδικευμένη, δημιουργική, επιστημονική εργασία, βλ Wise R.D. & Niell M. C. (2021). Κεφάλαιο, Επιστήμη, Τεχνολογία: Η Ανάπτυξη των Παραγωγικών Δυνάμεων στον Σύγχρονο Καπιταλισμό. Μηνιαία Επιθεώρηση. μετ. Δ. Περδίκης. Για την ιστορική διαμόρφωση του διεθνούς καταμερισμού εργασίας βλ. Carrera J.I. (2002). Transformations in capital accumulation: From the national production of an universal labourer to the international fragmentation of the productive subjectivity of the working-class.

[xxxviii] Ιμπεριαλισμός’, σημ. 1, σελ. 14:

«Είναι αυτονόητο ότι με ένα τόσο γιγάντιο υπερκέρδος (γιατί είναι πάνω από το κέρδος που απομυζούν οι καπιταλιστές από τους εργάτες της χώρας «τους») μπορεί να εξαγοράζονται οι εργατικοί ηγέτες και το ανώτερο στρώμα της εργατικής αριστοκρατίας.»

Και αργότερα στη σελ. 125:

«Αιτίες: 1) η εκμετάλλευση όλου του κόσμου από τη δοσμένη χώρα, 2) η μονοπωλιακή της θέση στην παγκόσμια αγορά, 3) το αποικιακό της μονοπώλιο. Αποτελέσματα: 1) αστοποίηση ενός μέρους του αγγλικού προλεταριάτου, 2) ένα μέρος του επιτρέπει να το καθοδηγούν άνθρωποι εξαγορασμένοι από την αστική τάξη, ή το λιγότερο που πληρώνονται απ’ αυτήν.»

Όπως και στη σελ. 146:

«Τα υψηλά μονοπωλιακά κέρδη που βγάζουν ο καπιταλιστές ενός από τους πολλούς κλάδους της βιομηχανίας, μιας από τις πολλές χώρες κλπ. τους δίνουν την οικονομική δυνατότητα να εξαγοράζουν ορισμένα στρώματα των εργατών, προσωρινά μάλιστα και μια αρκετά σημαντική μειοψηφία τους, τραβώντας τους με το μέρος της αστικής τάξης του δοσμένου κλάδου ή του δοσμένου έθνους ενάντια σ’ όλους τους υπόλοιπους. Και ο οξυμένος ανταγωνισμός των ιμπεριαλιστικών εθνών για το μοίρασμα του κόσμου δυναμώνει αυτήν την τάση.»

[xxxix] Παραθέτουμε από το Λένιν Β.Ι. (2006). Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την εθνική αυτοδιάθεση. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, από την παράγραφο με τίτλο Μαρξισμός ή Προυντονισμός, σελ. 145-146:

«Σημασία δεν έχει αν πριν από τη σοσιαλιστική επανάσταση θα απελευθερωθεί το 1/50 ή το 1/100 των μικρών εθνών, σημασία έχει ότι στην ιμπεριαλιστική εποχή, εξαιτίας αντικειμενικών αιτιών, το προλεταριάτο χωρίστηκε σε δύο διεθνή στρατόπεδα, από τα οποία το ένα έχει διαφθαρεί με τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι της κεφαλαιοκρατίας των μεγάλων Δυνάμεων – ανάμεσα στ’ άλλα και από τη διπλή ή τριπλή εκμετάλλευση των μικρών εθνών – ενώ το άλλο δεν μπορεί να απελευθερωθεί το ίδιο, χωρίς να απελευθερώσει τα μικρά έθνη, χωρίς να διαπαιδαγωγεί τις μάζες με αντισωβινιστικό πνεύμα, δηλ. με πνεύμα ενάντια στις προσαρτήσεις, δηλ. με το πνεύμα της ‘αυτοδιάθεσης’.»

Σε προηγούμενη αρθρογραφία μας διερευνήσαμε τις συνέπειες που έχει η πόλωση αυτή εντός της εργατικής τάξης, αλλά και εντός του κεφαλαίου, στη στρατηγική και τακτική του κομμουνιστικού κινήματος, ειδικά στη χώρα μας, βλ. Περδίκης Δ. (2021). Αντιιμπεριαλιστική Αντιμονοπωλιακή Δημοκρατική Μετωπική πολιτική: επίκαιρη και αναγκαία όσο ποτέ.

[xl] ‘Κεφάλαιο Γ΄’, Κεφ. 29. Συστατικά μέρη του τραπεζικού κεφαλαίου, σελ. 586:

«Το πράγμα είναι απλό: Ας υποθέσουμε ότι το μέσο επιτόκιο είναι 5% το χρόνο. Επομένως, ένα ποσό 500 λιρ. στ., αν μετατρεπόταν σε τοκοφόρο κεφάλαιο, θα απέδιδε το χρόνο 25 λιρ. στ. Γι’ αυτό, κάθε σταθερό χρονιάτικο εισόδημα 25 λιρ. στ. θεωρείται σαν τόκος ενός κεφαλαίου 500 λιρ. στ. Ωστόσο, αυτό είναι και παραμένει μια καθαρά απατηλή αντίληψη, εκτός από την περίπτωση που η πηγή των 25 λιρ. στ. – είτε πρόκειται για απλό τίτλο ιδιοκτησίας ή για χρεωστική απαίτηση, είτε για πραγματικό στοιχείο παραγωγής, όπως λ.χ. για ένα κομμάτι γης – είναι άμεσα μεταβιβάσιμη ή παίρνει μια μορφή, με την οποία γίνεται μεταβιβάσιμη.»

Παρακάτω στη σελ. 589:

«Το σχηματισμό του πλασματικού κεφαλαίου τον ονομάζουν κεφαλαιοποίηση.»

Συνεχίζοντας στη σελ. 590:

«Η αυτοτελής κίνηση της αξίας αυτών των τίτλων ιδιοκτησίας, όχι μόνο των κρατικών χρεωγράφων, αλλά και των μετοχών, ενισχύει την επίφαση ότι αποτελούν πραγματικό κεφάλαιο, δίπλα σε εκείνο το κεφάλαιο και σε εκείνη την απαίτηση, τίτλοι των οποίων μπορεί να είναι. Γίνονται δηλαδή εμπορεύματα που η τιμή τους έχει δική της ιδιόμορφη κίνηση και δικό της ιδιόμορφο τρόπο καθορισμού της. Η αγοραία αξία τους καθορίζεται διαφορετικά από την ονομαστική τους αξίας, χωρίς να συνδέεται με τις αλλαγές της αξίας του πραγματικού κεφαλαίου (αν και συνδέεται με την αξιοποίηση αυτής της αξίας).»

Τέλος, στη σελ. 592:

«Πράγματι, όλα αυτά τα χαρτιά δεν είναι παρά συσσωρευμένες απαιτήσεις, νομικοί τίτλοι σε μελλοντική παραγωγή, που η χρηματική ή κεφαλαιακή αξία τους είτε δεν αντιπροσωπεύει απολύτως κανένα κεφάλαιο, όπως στην περίπτωση των κρατικών χρεών, είτε ρυθμίζεται ανεξάρτητα από την αξία του πραγματικού κεφαλαίου που αντιπροσωπεύουν.

Σε όλες τις χώρες με κεφαλαιοκρατική παραγωγή υπάρχει με τη μορφή αυτή μια τεράστια μάζα του λεγόμενου τοκοφόρου κεφαλαίου ή moneyed capital. Και με αυτήν την έννοια συσσώρευση του χρηματικού κεφαλαίου εννοείται στο μεγαλύτερό της μέρος μόνο συσσώρευση αυτών των απαιτήσεων στην παραγωγή, συσσώρευση αγοραίας τιμής, της απατηλής κεφαλαιακής αξίας αυτών των απαιτήσεων.»

Πέραν του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, υπάρχουν και άλλα εμπορεύματα που έχουν μια τιμή η οποία συστηματικά διαφέρει από την αξία τους και είναι σχετικά ανεξάρτητη από αυτήν, μιας και αυτή μπορεί να είναι ακόμη και μηδενική. Καταρχήν, όλα τα δημιουργήματα της φύσης έχουν αυτήν την ιδιότητα, όπως η γη. Το ίδιο ισχύει, όμως, και για τα λεγόμενα «άυλα» περιουσιακά στοιχεία, όπως τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, ή τα εμπορικά σήματα, βλ. σημ. 70.

[xli] Ιμπεριαλισμός’, σημ. 1, σελ. 63:

«Το χρηματιστικό κεφάλαιο, που είναι συγκεντρωμένο σε λίγα χέρια και ασκεί πραγματικό μονοπώλιο, βγάζει τεράστια και διαρκώς αυξανόμενα κέρδη από την ίδρυση εταιρειών, από την έκδοση χρεογράφων, από κρατικά δάνεια κλπ., σταθεροποιώντας την κυριαρχία της χρηματιστικής ολιγαρχίας, επιβάλλοντας σ’ όλη την κοινωνία ένα φόρο υποτέλειας προς τους μονοπωλητές.»

Αργότερα, στη σελ. 70:

«Η υπεροχή του χρηματιστικού κεφαλαίου πάνω σ’ όλες τις υπόλοιπες μορφές του κεφαλαίου σημαίνει κυρίαρχη θέση του εισοδηματία και της χρηματιστικής ολιγαρχίας, σημαίνει ξεχώρισμα μερικών κρατών, που κατέχουν τη χρηματιστική δύναμη από τα υπόλοιπα.»

[xlii] Ιμπεριαλισμός’, σημ. 1, σελ. 70:

«Χαρακτηριστικό του καπιταλισμού γενικά είναι ότι χωρίζει την ιδιοκτησία του κεφαλαίου από τη χρησιμοποίηση του κεφαλαίου στην παραγωγή, ότι χωρίζει το χρηματικό κεφάλαιο από το βιομηχανικό ή το παραγωγικό, ότι χωρίζει τον εισοδηματία που ζει μόνο από το εισόδημα του χρηματικού κεφαλαίου, από τον επιχειρηματία και απ’ όλα τα πρόσωπα που συμμετέχουν άμεσα στη διαχείριση του κεφαλαίου. Ο ιμπεριαλισμός ή η κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου είναι η ανώτατη εκείνη βαθμίδα του καπιταλισμού, όπου ο χωρισμός αυτός παίρνει πελώριες διαστάσεις.»

Για μια μελέτη για την έκταση των μη παραγωγικών δραστηριοτήτων στις ΗΠΑ (~40%), βλ. Rotta T.N. (2018). Μη παραγωγική συσσώρευση στις ΗΠΑ: ένα νέο αναλυτικό πλαίσιο. Cambridge Journal of Economics, 42(5), μετ. Δ. Περδίκης.

Στο παρόν, θεωρούμε ως παραγωγική δραστηριότητα αυτή που συνδυάζει όλα τα παρακάτω στοιχεία, όταν δηλ. πρόκειται για παραγωγή ενός προϊόντος ή υπηρεσίας με

  • αξία χρήσης (δηλ. μέσο παραγωγής ή μέσο κατανάλωσης, είτε της εργασιακής δύναμης, είτε είδος πολυτελείας· παραγωγική εργασία με τη γενική έννοια),
  • εμπορευματική, ανταλλακτική αξία (δηλ. το προϊόν παίρνει τη μορφή του εμπορεύματος· παραγωγή αξίας),
  • και υπεραξία (δηλ. το εμπόρευμα παράγεται καπιταλιστικά με σκοπό το κέρδος· παραγωγή υπεραξίας).

Αν λείπει οποιοδήποτε από τα παραπάνω, τότε η εργασία χάνει τον παραγωγικό της χαρακτήρα στον ΚΤΠ. Αν λείπει η ανταλλακτική αξία, δηλ. δεν παράγεται εμπόρευμα, τότε η παραγωγική διαδικασία δεν είναι παραγωγική (πχ εργασία στο δημόσιο). Αν λείπει η υπεραξία, τότε η επίσης η παραγωγική διαδικασία δεν είναι παραγωγική για το κεφάλαιο, αν και παράγει αξία (η μικροϊδιοκτησία, οι αυταπασχολούμενο κοκ). Τέλος, αν λείπει η αξία χρήσης, τότε η εργασία δεν είναι παραγωγική καν με τη γενική έννοια, και επομένως δεν μπορεί να είναι και με την καπιταλιστική έννοια. Αυτή είναι η περίπτωση που υπηρεσίες που καταναλώνει το κεφάλαιο, όπως οι νομικές, η διαφήμιση, οι συμβουλευτικές, οι καθαρά εμπορικές, κοκ, παίρνουν την εμπορευματική μορφή (πωλούνται από τον έναν κεφαλαιοκράτη στον άλλον), χωρίς να αποτελούν ούτε παραγωγικά μέσα ώστε να ενσωματωθούν στο τελικό εμπόρευμα του αγοραστή καπιταλιστή, ούτε μέσα ατομικής κατανάλωσης του καπιταλιστή, ως προϊόντα πολυτελείας. Οι παραγωγικές αυτές διαδικασίες στην ουσία αποτελούν λειτουργίες του κεφαλαίου στη διοίκηση και έλεγχο της παραγωγής (λογιστική), ή στη πειθάρχηση των εργαζομένων (διοίκηση «ανθρώπινων πόρων») ή στη χειραγώγηση των καταναλωτών (διαφήμιση). Προσομοιάζουν με αντίστοιχες λειτουργίες πχ της εκκλησίας στις φεουδαρχικές κοινωνίες. Όταν, πάλι, αυτές οι διαδικασίες λαμβάνουν χώρα ως κομμάτι της δραστηριότητας μιας κατά τα άλλα παραγωγικής επιχείρησης και διαδικασίας, τότε πρέπει να γίνει ένας επιπλέον διαχωρισμός, και το μεταβλητό κεφάλαιο (μισθοί) και το σταθερό κεφάλαιο (γραφεία, ηλεκτρονικοί υπολογιστές κοκ), που καταναλώνονται, πρέπει να αφαιρούνται από το παραγωγικό σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο της επιχείρησης. Το κόστος των διαδικασιών και εργασιών αυτών, αντίθετα, αποτελεί μέρος της υπεραξίας που παράγει η επιχείρηση, το οποίο καταναλώνεται μη παραγωγικά. Ο Μαρξ αναφερόταν στα κόστη αυτά ως «faux frais», με χαρακτηριστικό παράδειγμα το ίδιο το εμπορικό κεφάλαιο, στην λειτουργία του που σχετίζεται αποκλειστικά με τη διαδικασία της κυκλοφορίας του κεφαλαίου, και δεν αποτελεί συνέχιση της διαδικασίας της παραγωγής του κεφαλαίου στη διαδικασία της κυκλοφορίας του, όπως συμβαίνει με τις μεταφορές ή τις επικοινωνίες, οι οποίες, αντίθετα, αποτελούν παραγωγικές διαδικασίες στον ΚΤΠ, και κλάδους της βιομηχανίας στη μαρξιστική πολιτική οικονομία. Βλ. σχετικά στο ‘Κεφάλαιο Β΄’, σημ. 19, Κεφ. 6. Τα έξοδα κυκλοφορίας. σελ. 127 – . Παραθέτουμε ενδεικτικά:

σελ. 127: «Οι μεταμορφώσεις του κεφαλαίου από εμπόρευμα σε χρήμα και από χρήμα σε εμπόρευμα είναι ταυτόχρονα εμπορικές συναλλαγές του κεφαλαιοκράτη, πράξεις αγοράς και πούλησης.

[…] Μια και υποθέσαμε πως τα εμπορεύματα αγοράζονται και πουλιούνται στην αξία τους, στις πράξεις αυτές πρόκειται μόνο για τη μετατροπή της ίδιας αξίας από τη μια μορφή στην άλλη, από την εμπορευματική μορφή στη χρηματική και από τη χρηματική στην εμπορευματική, πρόκειται για αλλαγή κατάστασης. Αν τα εμπορεύματα πουλιούνται στις αξίες τους, τότε μένει αμετάβλητο το αξιακό μέγεθος τόσο στα χέρια του αγοραστή, όσο και του πουλητή· αλλάζει μόνο η μορφή ύπαρξής του.

[…] Η αλλαγή κατάστασης στοιχίζει χρόνο και εργατική δύναμη, όχι όμως για την παραγωγή αξίας, αλλά για τη μετατροπή της αξίας από τη μια μορφή στην άλλη […]»

σελ. 128: «Η εργασία αυτή […] δε δημιουργεί αξία, όπως και η εργασία που ξοδεύεται κατά τη διεξαγωγή μιας δίκης στο δικαστήριο δεν αυξάνει το αξιακό μέγεθος του διαμφισβητούμενου αντικειμένου.»

σελ. 129: «Εδώ η λειτουργία του εμπορικού κεφαλαίου δημιουργεί μια αυταπάτη. […] όταν με τον με τον καταμερισμό της εργασίας μια λειτουργία που αυτή καθαυτή είναι μη παραγωγική, που αποτελεί όμως αναγκαίο στοιχείο της αναπαραγωγής, μετατρέπεται από δευτερεύουσα λειτουργία πολλών σε αποκλειστική λειτουργία λίγων, σε ειδική τους απασχόληση, δεν αλλάζει ο χαρακτήρας της ίδια της λειτουργίας.»

σελ. 131: «Εκτός από το χρόνο που ξοδεύεται για τις πραγματικές αγορές και πουλήσεις, ξοδεύεται χρόνος εργασίας και για τη λογιστική, στην οποία μπαίνει επίσης και αντικειμενοποιημένη εργασία: πέννες, μελάνι, χαρτί, τραπέζια, έξοδα γραφείων. Σ’ αυτή λοιπόν τη λειτουργία, ξοδεύονται, από τη μια, εργατική δύναμη και, από την άλλη, μέσα εργασίας. Συμβαίνει εδώ ακριβώς το ίδιο που συμβαίνει και με το χρόνο αγοράς και πούλησης.»

σελ. 135: «Επομένως, τα έξοδα, που ακριβαίνουν το εμπόρευμα, χωρίς να του προσθέτουν αξία χρήσης, και που για την κοινωνία ανήκουν στα faux frais της παραγωγής, μπορούν για τον ατομικό κεφαλαιοκράτη ν’ αποτελούν πηγή πλουτισμού. Από την άλλη, αυτά τα έξοδα κυκλοφορίας δε χάνουν το μη παραγωγικό χαρακτήρα τους […] Λόγου χάρη οι ασφαλιστικές εταιρείες κατανέμουν τις απώλειες ατομικών κεφαλαιοκρατών σ’ όλη την τάξη των κεφαλαιοκρατών. […]»

σελ. 146-147: «Δε χρειάζεται να επεκταθούμε εδώ σ’ όλες τις λεπτομέρειες των εξόδων κυκλοφορίας, όπως λ.χ. στη συσκευασία, τη διαλογή κλπ. Ο γενικός κανόνας είναι πως όλα τα έξοδα κυκλοφορίας που απορρέουν μόνο από τη μορφή του εμπορεύματος, δεν προσθέτουν καμία αξία στο εμπόρευμα. Είναι απλώς έξοδα για την πραγματοποίηση της αξίας ή για τη μεταφορά της από τη μια μορφή στην άλλη. Το κεφάλαιο που έχει δαπανηθεί γι’ αυτά τα έξοδα (μαζί και η εργασία που εξουσιάζεται απ’ αυτό) ανήκει στα faux frais (μη παραγωγικά αλλά αναγκαία έξοδα) της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Η αναπλήρωσή τους πρέπει να γίνει από το υπερπροϊόν, και αποτελεί, όταν εξετάζουμε την τάξη των κεφαλαιοκρατών στο σύνολό της, αφαίρεση από την υπεραξία […]»

σελ. 149: «Η κυκλοφορία, δηλ η πραγματική μετατόπιση των εμπορευμάτων στο χώρο, γίνεται με τη μεταφορά των εμπορευμάτων. Η βιομηχανία μεταφορών αποτελεί, από τη μια μεριά, έναν αυτοτελή κλάδο παραγωγής, επομένως και μια ιδιαίτερη σφαίρα τοποθέτησης του παραγωγικού κεφαλαίου. Από την άλλη, τη διακρίνει το γεγονός ότι εμφανίζεται σαν συνέχιση ενός προτσές παραγωγής μέσα στο προτσές κυκλοφορίας και για το προτσές κυκλοφορίας.»

Αναφερθήκαμε εκτενώς στο θέμα αυτό γιατί αποτελεί ζήτημα μεγάλης διαπάλης στη μαρξιστική πολιτική οικονομία. Πχ για μια μάλλον αντίθετη άποψη από τη δική μας, η οποία – εκτιμούμε ότι – τείνει να εξισώνει την παραγωγική διαδικασία με την παραγωγή κέρδους για τον ατομικό κεφαλαιοκράτη, και όχι με την παραγωγή υπεραξίας για το συνολικό κεφάλαιο, βλ. Σταμάτης Γ. (1990). Ο Μαρξ για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία. Εξάντας. Αθήνα.

Αντίθετα, για μια σύγχρονη μελέτη για τον τρόπο που αξιοποιείται το κεφάλαιο που απασχολείται σε μη παραγωγικές διαδικασίες, βλ. Lee, C. O. (2015). Marxs Treatment of Pure Circulation Cost: A Note, από την περίληψη του οποίου μεταφράζουμε:

«Τα καθαρά έξοδα κυκλοφορίας προκύπτουν από καθαρά εμπορικές δραστηριότητες, όπως αγορά και πώληση, τήρηση βιβλίων, υπολογισμός τιμών, μάρκετινγκ, αλληλογραφία, διαχείριση κεφαλαίων, μέσα κυκλοφορίας κ.λπ. Στην παραδοσιακή μαρξιστική βιβλιογραφία αυτά θεωρούνται ως αφαίρεση από την υπεραξία. Αλλά το πώς αποκαθίστανται από την υπεραξία όταν τα εμπορικά κεφάλαια ξοδεύονται γι’ αυτές δεν έχει γίνει ακόμη σαφές. Το παρόν άρθρο υποστηρίζει ότι αποκαθίστανται, όπως ένα κοινωνικό επιπλέον κόστος, από τις αποκλίσεις μεταξύ της ονομαστικής και της πραγματικής αξίας των εμπορευμάτων, οι οποίες διαχέονται σε όλα τα κοινωνικά μέλη.»

[xliii] ‘Κεφάλαιο Γ΄’, σημ. 14, Τμήμα Τέταρτο. Μετατροπή του εμπορευματικού κεφαλαίου και του χρηματικού κεφαλαίου σε εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο και σε χρηματεμπορικό κεφάλαιο (εμπορευματικό κεφάλαιο).

[xliv] Λαπαβιτσας Κ. (2014). Κέρδος χωρίς Παραγωγή. Πως το Χρηματοπιστωτικό Σύστημα μας Εκμεταλλεύεται Όλους. Τόπος. Αθήνα.

[xlv] Ιμπεριαλισμός’, σημ. 1, σελ. 115:

«Το μονοπώλιο αυτό είναι καπιταλιστικό, δηλ. αναπτύχθηκε μέσα από τον καπιταλισμό και βρίσκεται μέσα στις γενικές συνθήκες του καπιταλισμού, της εμπορευματικής παραγωγής, του συναγωνισμού, σε μόνιμη και αδιέξοδη αντίθεση μ’ αυτές τις γενικές συνθήκες. Παρ’ όλα όμως αυτά, και το καπιταλιστικό μονοπώλιο, όπως και κάθε μονοπώλιο, γεννάει αναπόφευκτα την τάση προς τη στασιμότητα και το σάπισμα. Στο βαθμό που καθορίζονται, έστω και προσωρινά, μονοπωλιακές τιμές, στον ίδιο βαθμό εξαφανίζονται ως ένα ορισμένο σημείο τα κίνητρα για την τεχνική και συνεπώς και για κάθε άλλη πρόοδο και κίνηση προς τα μπρος· στον ίδιο βαθμό παρουσιάζεται σε συνέχεια και η οικονομική δυνατότητα να συγκρατηθεί τεχνητά η τεχνική πρόοδος.»

[xlvi] Μεταφράζουμε ενδεικτικά για το χαρακτηριστικό παράδειγμα της Apple και της Foxconn από το King ST. (2018). Lenin’s Theory of Imperialism Today: The Global Divide between Monopoly and Non-Monopoly Capital. Doctor of Philosophy Centre for Strategic Economic Studies, Victoria University, Melbourne:

«Ένα παράδειγμα της παγκοσμιοποιημένης ιεραρχικής εξειδίκευσης που εξετάζεται από τους συγγραφείς των ΔΑΑ (Σ.τ.Μ., Διεθνείς Αλυσίδες Αξίας Αλυσίδες, Global Value Changes, GVC) […] είναι η σχέση μεταξύ της Apple και των εργολάβων της. Η Apple, με έδρα την Καλιφόρνια, είναι μια μη κατασκευαστική εταιρεία που συχνά κατατάσσεται ως η πιο κερδοφόρα πολυεθνική εταιρεία στον κόσμο. Αναθέτει την άμεση παραγωγή ως επί το πλείστον στη Foxconn, μια γιγαντιαία εταιρεία με έδρα την Ταϊβάν. Για να αναφέρουμε ένα μόνο παράδειγμα έρευνας για ένα προϊόν της Apple, οι Milberg και Winkler δείχνουν ότι το 2010, η Apple εισήγαγε ολοκληρωμένα iPhones προς 179 δολάρια το καθένα από την Foxconn στην Κίνα και τα πωλούσε προς 600 δολάρια στη λιανική αγορά των ΗΠΑ. Συνολικά οι εξαγωγές iPhone από την Κίνα προς τις ΗΠΑ το 2009 ήταν 2 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ το εισόδημα που έλαβαν η κινεζική εργασία και το κινεζικό κεφάλια από το σύνολο αυτό ήταν μόλις 73,3 εκατομμύρια δολάρια ή 3,6%.

Εξετάζοντας την αντίστοιχη κερδοφορία των δύο εταιρειών, μέχρι το 2014 η Foxconn κέρδισε 3,6 δισ. δολάρια κέρδη για περιουσιακά στοιχεία ύψους 78 δισ. δολαρίων (4,6% απόδοση του ενεργητικού –RoA, Σ.τ.Μ., Return on Assets). Τα κέρδη 37 δισ. δολαρίων της Apple

εκείνο το έτος προήλθαν από 207 δισεκατομμύρια δολάρια σε περιουσιακά στοιχεία – 18% RoA – τέσσερις φορές υψηλότερο από ό,τι η

Foxconn. Η Foxconn απασχολούσε περίπου 1,3 εκατομμύρια εργαζόμενους το 2014, δίνοντάς της κέρδος 2.768 δολάρια ανά εργαζόμενο που απασχολούσε. Οι 80.000 εργαζόμενοι της Apple απέφεραν στην εταιρεία 463.000 δολάρια κέρδος ανά εργαζόμενο, ή περίπου 167 φορές περισσότερο. Σε κάθε περίπτωση μιλάμε για κέρδος της εταιρείας ανά εργαζόμενο. Το πολύ διαφορετικό εισόδημα των ίδιων των εργαζομένων της Foxconn και της Apple αντιπροσωπεύει μια ακόμη τεράστια διαφορά.»

Ενδιαφέρον έχει ότι αυτή η πραγματικότητα είναι τόσο δύσκολο να αγνοηθεί εμπειρικά, ώστε οι «δογματικά ορθόδοξοι» μαρξιστές που αρνούνται να παραδεχθούν την κεντρικότητα του μονοπωλίου στη σύγχρονη, διεθνή οικονομία, επιλέγουν να ταυτίζουν τα μονοπώλια, στην πράξη συνήθως ολιγοπώλια, με τα λεγόμενα ρυθμιστικά κεφάλαια, δηλ. τα κεφάλαια που σε κάθε ιστορική συγκυρία εφαρμόζουν την επικρατούσα (συνήθως πιο παραγωγική) τεχνική παραγωγής σε κάθε κλάδο, και αποτελούν επομένως τα κεφάλαια που συμμετέχουν ενεργά στην τάση εξίσωσης του ποσοστού κέρδους του κλάδου με το γενικό της – παγκόσμιας σε αυτήν την περίπτωση – κοινωνίας. Το πλήθος των υπολοίπων κεφαλαίων του κλάδου, τότε, υποτίθεται ότι αναπαράγονται με ένα χαμηλότερο ποσοστό κέρδους λόγω έλλειψης ανταγωνιστικότητας, δηλ. λόγω χαμηλότερης παραγωγικότητας… Οι μαρξιστές αυτοί παραβλέπουν τη δράση της αποκλειστικής, μονοπωλιακής χρήσης της τεχνολογίας ή φυσικών πόρων από τα μονοπωλιακά κεφάλαια αυτά, ή τη θεωρούν ως ένα απλό επιφαινόμενο. Ειδικότερα, παραβλέπουν την κατάληξη της δράσης αυτής σε έναν διεθνή καταμερισμό εργασίας (βλ. σημ. 37, 48), στον οποίο τα μονοπωλιακά και τα μη μονοπωλιακά κεφάλαια απασχολούνται στην ουσία σε διαφορετικούς κλάδους παραγωγής, δηλ. παράγουν διαφορετικού είδους εμπορεύματα και υπηρεσίες που αντιστοιχούν σε διαφορετικές τιμές παραγωγής, πχ η Apple παράγει την τεχνολογία, και η Foxconn την υπηρεσία συναρμολόγησης των εμπορευμάτων που μετά πωλούνται με το εμπορικό σήμα της Apple. Άραγε οι δύο αυτές εταιρείες συνιστούν έναν κλάδο «τεχνολογίας», και παράγουν παρόμοια εμπορεύματα που κατατείνουν προς μια ενιαία τιμή παραγωγής; Για μια τέτοια απόπειρα να εξηγηθούν οι διεθνείς αλυσίδες παραγωγής και μεταφοράς (υπερ)αξίας χωρίς την έννοια του μονοπωλίου, βλ. Starosta. G. (2010). Global Commodity Chains and the Marxian Law of Value. Antipode. 4:2, p. 433-465. Μεταφράζουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα για το πως αντιλαμβάνεται ο εν λόγω αρθρογράφος τα «μικρά» κεφάλαια (για εμάς, μη μονοπωλιακά που καρπώνονται κέρδος χαμηλότερο του μέσου), έναντι των «κανονικών», δηλ. αυτών που παράγουν στην «τιμή παραγωγής» του κλάδου (για εμάς, μονοπωλιακά που καρπώνονται υπερκέρδος):

«Με άλλα λόγια, η ικανότητα αξιοποίησής τους καθορίζεται από το επιτόκιο που θα μπορούσαν να αποφέρουν τα περιορισμένου μεγέθους αυτά κεφάλαια εάν έκλειναν τις επιχειρήσεις τους και μετατρέπονταν σε τοκοφόρα κεφάλαια. Αντίστοιχα, αυτό το ποσοστό αξιοποίησης θα ποικίλλει ανάλογα με το συγκεκριμένο μέγεθος των διαφόρων μικρών κεφαλαίων, αφού το προαναφερθέν επιτόκιο θα διαφέρει σε κάθε περίπτωση. Τα μικρά κεφάλαια αποτελούν στην πραγματικότητα μια διαστρωμάτωση κεφαλαίων διαφορετικού μεγέθους, ορισμένα από τα οποία μπορεί να διαφέρουν ελάχιστα από τα κανονικά κεφάλαια, σε σημείο που να μην γίνονται αντιληπτά μέσω της ιμπρεσιονιστικής παρατήρησης […] Αυτό σημαίνει ότι, με την πρώτη ματιά, ορισμένα μικρά κεφαλαία μπορεί να φαίνονται εντυπωσιακά ‘μεγάλα’. Το θέμα είναι ότι παρ’ όλα αυτά δεν φτάνουν το συγκεκριμένο μέγεθος που απαιτείται για να μετατραπούν σε κανονικά κεφάλαια, δηλαδή δεν φτάνουν το ‘ορισμένο ελάχιστο κεφάλαιο [που] απαιτείται σε κάθε επιχειρηματικό κλάδο για να παραχθούν εμπορεύματα στην τιμή παραγωγής τους’ […]»

Η βάση του προβλήματος είναι η προσπάθεια να αποκλειστούν από τη λογική του αρθρογράφου οι «εξω-οικονομικοί» παράγοντες της μονοπωλιακής, κρατικής, στρατιωτικής κοκ, ισχύος, όπως αυτοί εμφανίζονται στο ζήτημα αυτό ως η επιβολή της μονοπωλιακής αποκλειστικότητας επί φυσικών και κοινωνικών (τεχνολογικών) πόρων. Αυτή δε συμβαίνει απλά και μόνο διότι τα μικρά κεφάλαια είναι πολύ μικρά για να επενδυθούν στους τομείς υψηλής τεχνολογίας, αλλά γιατί τα ιμπεριαλιστικά κράτη εμποδίζουν τα εξαρτημένα να συγκεντρώσουν τα απαραίτητα κεφάλαια, και στη συνέχεια να τα επενδύσουν αναλόγως, μέσω διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, κανονιστικών ή/και προστατευτικών ρυθμίσεων, αλλά και με καθαρά στρατιωτικοπολιτικά μέσα.

[xlvii] Ιμπεριαλισμός’, σημ. 1, σελ. 127:

«Από τη μια μεριά, οι γιγάντιες διαστάσεις του χρηματιστικού κεφαλαίου, που είναι συγκεντρωμένο σε λίγα χέρια και δημιουργεί ένα αφάνταστα πλατύ και πυκνό δίχτυ σχέσεων και δεσμών, που υποτάσσει στο κεφάλαιο τη μάζα όχι μονάχα των μεσαίων και μικρών, αλλά και των πάρα πολύ μικρών καπιταλιστών και νοικοκυραίων, και από την άλλη, η οξυμένη πάλη με τις άλλες εθνοκρατικές ομάδες των χρηματιστών για το μοίρασμα του κόσμου και για την κυριαρχία πάνω στις άλλες χώρες – όλα αυτά προκαλούν το γενικό πέρασμα όλων των εύπορων τάξεων με το μέρος του ιμπεριαλισμού.»

Κι αργότερα στη σελ. 146:

«Τα υψηλά μονοπωλιακά κέρδη που βγάζουν ο καπιταλιστές ενός από τους πολλούς κλάδους της βιομηχανίας, μιας από τις πολλές χώρες κλπ. τους δίνουν την οικονομική δυνατότητα να εξαγοράζουν ορισμένα στρώματα των εργατών, προσωρινά μάλιστα και μια αρκετά σημαντική μειοψηφία τους, τραβώντας τους με το μέρος της αστικής τάξης του δοσμένου κλάδου ή του δοσμένου έθνους ενάντια σ’ όλους τους υπόλοιπους. Και ο οξυμένος ανταγωνισμός των ιμπεριαλιστικών εθνών για το μοίρασμα του κόσμου δυναμώνει αυτήν την τάση.»

[xlviii] ‘Smith 2016’, σημ. 24, Κεφάλαιο 3 Οι δύο μορφές της σχέσης της υπεργολαβίας, Παρ. Ασύμμετρες δομές αγοράς: μονοπωλιακές «ηγέτιδες εταιρείες» στο Βορρά, ανηλεής ανταγωνισμός στο Νότο, σελ. 91, μετ. Δ. Περδίκης:

«Ο Δείκτης Συνθετότητας, του οποίου το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα, σύμφωνα με τους Abdon et al., είναι ότι ‘οι πλουσιότερες χώρες είναι οι κύριοι εξαγωγείς των πιο σύνθετων προϊόντων, ενώ οι φτωχότερες χώρες είναι οι κύριοι εξαγωγείς των λιγότερο σύνθετων προϊόντων’ αποκαλύπτει με αξιοσημείωτη σαφήνεια την έκταση στην οποία οι φτωχές χώρες, και επομένως οι εταιρείες των φτωχών χωρών, δεν ανταγωνίζονται με εταιρείες σε πλούσιες χώρες

Στα ελληνικά ενδιαφέρον έχει η μελέτη Οικονομάκης Γ. (2017). Το ερώτημα της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης. Από τον «νόμο» του Μαρξ στο Κεφάλαιο, στην «άνιση ανταλλαγή» του Αργύρη Εμμανουήλ. Τετράδια Μαρξισμού. τ. 5. Αντιγράφουμε από τη περίληψη:

«[…] Το άρθρο εξετάζει όψεις της σχετικής συζήτησης επιχειρώντας την ερμηνεία της «άνισης ανταλλαγής»-ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης στη βάση της διαφορετικής παραγωγικής δομής και συνακόλουθα διαφορετικής δυναμικής της ζήτησης για τα προϊόντα των περισσότερο και λιγότερο αναπτυγμένων χωρών.»

Στο άρθρο αυτό ο Οικονομάκης στέκεται κριτικά στην έννοια του μονοπωλίου:

«Στη βάση επίσης των παραπάνω, δεν χρειάζεται να καταφύγουμε, όπως ο Αμίν, σε μια ‘συμπληρωματική’ ερμηνεία περί ‘μονοπωλιακών τιμών’ για την εξήγηση των αρνητικών για τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες όρων εμπορίου-ανταλλαγής, η οποία, πέραν άλλων, αντιφάσκει με τη βασική υπόθεση της θεωρίας του Εμμανουήλ (θεωρία που άλλωστε ο Αμίν κριτικά αποδέχεται) ότι ο κεφαλαιακός ανταγωνισμός οδηγεί στην εξίσωση των ποσοστών κέρδους.»

Ωστόσο, δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε τι άλλο από μονοπωλιακές καταστάσεις περιγράφει μια συστηματικά αναπαραγόμενη διαφορά στην «ελαστικότητας ζήτησης» των εμπορευμάτων που «παράγουν» χώρες διαφορετικού επιπέδου ανάπτυξης, ειδικά, όταν, στη σημερινή εποχή τα εμπορεύματα αυτά κατασκευάζονται τελικά στις αναπτυσσόμενες χώρες, και είναι κυρίως ο σχεδιασμός τους που λαμβάνει χώρα στις ανεπτυγμένες χώρες, ενώ το πρωτότυπο σχέδιο προστατεύεται νομικά με διπλώματα ευρεσιτεχνίας και αξιοποιείται με μονοπωλιακή αποκλειστικότητα.

[xlix] Αντιγράφουμε από το ‘Grundrisse Β΄’ της σημ. 10, σελ. 449:

«Στο κεφάλαιο, ο συνεταιρισμός των εργατών δεν εξαναγκάζεται με άμεση φυσική βία, αναγκαστική αγγαρεία, εργασία δούλων· εξαναγκάζεται με το ότι οι όροι της παραγωγής είναι ξένη ιδιοκτησία και υπάρχουν οι ίδιοι σαν αντικειμενικός συνεταιρισμός, ταυτόσημος με τη συσσώρευση και τη συγκέντρωση των όρων παραγωγής.»

[l] Κεφάλαιο 15. Ανάπτυξη των εσωτερικών αντιφάσεων του νόμου, σελ. 316, 327-328, στο ‘Κεφάλαιο Γ΄’, σημ. 10:

«Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή τείνει πάντα να ξεπεράσει αυτά τα εσωτερικά της όρια, τα ξεπερνάει, όμως, μόνο με μέσα, που της αντιτάσσουν εκ νέου και σε πιο τεράστια κλίμακα αυτά τα όρια. Το αληθινό όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο, είναι το γεγονός ότι το κεφάλαιο και η αυτοαξιοποίησή του εμφανίζονται σαν αφετηρία και τέρμα, σαν κίνητρο και σκοπός της παραγωγής, ότι η παραγωγή είναι μόνο παραγωγή για το κεφάλαιο και όχι αντίστροφα. […]

Το όριο του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής προβάλλει:

1) Με το ότι η ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας παράγει με την πτώση του ποσοστού του κέρδους ένα νόμο, που σ’ ένα ορισμένο σημείο ορθώνεται εχθρικότατα απέναντι στην ίδια την ανάπτυξή της και γι’ αυτό πρέπει να ξεπερνιέται διαρκώς με κρίσεις.

2) Με το ότι η ιδιοποίηση απλήρωτης εργασίας και η σχέση αυτής της απλήρωτης εργασίας προς την υλοποιημένη εργασία γενικά […] δηλαδή ένα ορισμένο ύψος του ποσοστού κέρδους είναι που αποφασίζει σχετικά με την επέκταση ή τον περιορισμό της παραγωγής, αντί να αποφασίζει η σχέση της παραγωγής προς τις κοινωνικές ανάγκες, προς τις ανάγκες κοινωνικά ανεπτυγμένων ανθρώπων.»

Για τη σημασία του νόμου αυτού για την ιστορική εξέλιξη του ΚΤΠ,μεταφράζουμε από το 7) General Law of the Fall in the Rate of Profit with the Progress of Capitalist Production, Capital and Profit, Marx’s Economic Manuscripts of 1861-63:

«Αυτός ο νόμος, και είναι ο πιο σημαντικός νόμος της πολιτικής οικονομίας, είναι ότι το ποσοστό κέρδους έχει μια τάση να μειώνεται με την πρόοδο της καπιταλιστικής παραγωγής.»

[li] Ιμπεριαλισμός’, σημ. 1, σελ. 142:

«Είδαμε ότι σύμφωνα με την οικονομική του ουσία, ο ιμπεριαλισμός είναι μονοπωλιακός καπιταλισμός»

[lii] Ιμπεριαλισμός’, σημ. 1, σελ. 23:

«Πριν από μισό αιώνα, όταν ο Μαρξ έγραφε το Κεφάλαιό του, η καταπληκτική πλειοψηφία των οικονομολόγων θεωρούσε τον ελεύθερο συναγωνισμό ‘φυσικό νόμο’. Η επίσημη επιστήμη προσπάθησε με τη συνωμοσία της σιωπής να σκοτώσει το έργο του Μαρξ, που απόδειχνε με τη θεωρητική και ιστορική ανάλυση του καπιταλισμού ότι ο ελεύθερος συναγωνισμός γεννάει τη συγκέντρωση της παραγωγής, και αυτή η συγκέντρωση σε μια ορισμένη βαθμίδα της ανάπτυξής της οδηγεί στο μονοπώλιο.»

Και αργότερα, στη σελ. 102, στο κεφάλαιο με τίτλο «VII. Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ»:

«Ο ιμπεριαλισμός εμφανίστηκε σαν παραπέρα ανάπτυξη και άμεση συνέχιση των βασικών ιδιοτήτων του καπιταλισμού γενικά. Ο καπιταλισμός όμως έγινε καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός μόνο σε ορισμένη, πολύ υψηλή βαθμίδα της ανάπτυξής του, όταν μερικές βασικές ιδιότητες του καπιταλισμού άρχισαν να μετατρέπονται στο αντίθετό τους, όταν διαμορφώθηκαν και φανερώθηκαν σ’ όλη τη γραμμή τα χαρακτηριστικά της μεταβατικής εποχής από τον καπιταλισμό σ’ ένα ανώτερο κοινωνικοοικονομικό καθεστώς. Το βασικό σε αυτή τη διαδικασία από οικονομική άποψη είναι η αντικατάσταση του καπιταλιστικού ελεύθερου συναγωνισμού από τα καπιταλιστικά μονοπώλια. Ο ελεύθερος συναγωνισμός είναι η βασική ιδιότητα του καπιταλισμού και της εμπορευματικής παραγωγής γενικά. Το μονοπώλιο είναι η άμεση αντίθεση του ελεύθερου συναγωνισμού. […] Ταυτόχρονα, τα μονοπώλια, ξεπηδώντας από τον ελεύθερο συναγωνισμό, δεν τον καταργούν, μα υπάρχουν πάνω σ’ αυτόν και δίπλα σ’ αυτόν, γεννώντας έτσι μια σειρά εξαιρετικά οξείες και βίαιες αντιθέσεις, προστριβές, συγκρούσεις. Το μονοπώλιο είναι πέρασμα από τον καπιταλισμό σε ένα ανώτερο σύστημα.»

[liii] Στη συνέχεια του αποσπάσματος από το ‘Grundrisse Β΄’ της σημ. 10, ο Μαρξ προοικονομεί την άρνηση του ελεύθερου ανταγωνισμού από το ίδιο το κεφάλαιο:

«Η κυριαρχία του κεφαλαίου είναι η προϋπόθεση του ελεύθερου ανταγωνισμού, όπως ακριβώς η ρωμαϊκή δεσποτεία είταν η προϋπόθεση του ελεύθερου ρωμαϊκού «ιδιωτικού δικαίου». Όσο το κεφάλαιο είναι αδύναμο αναζητά ακόμα μόνο του τα δεκανίκια προηγούμενων τρόπων παραγωγής – ή εκείνων που καταστρέφονται με τη δική του εμφάνιση. Μόλις αισθανθεί ισχυρό πετά τα δεκανίκια και κινείται σύμφωνα με τους δικούς του νόμους. Μόλις αρχίσει να αισθάνεται και να συνειδητοποιεί τον εαυτό του σαν φραγμό της εξέλιξης, καταφεύγει σε μορφές που ενώ φαίνονται να ολοκληρώνουν την κυριαρχία του κεφαλαίου, περιορίζοντας τον ελεύθερο ανταγωνισμό, είναι ταυτόχρονα προάγγελοι της διάλυσής του και της διάλυσης του τρόπου παραγωγής που βασίζεται σ’ αυτό.»

Σε συνδυασμό με τα παραθέματα της προηγούμενης σημείωσης, γίνεται φανερό ότι η διαλεκτική της ιστορίας διαποτίζει το κλασσικό έργο του Μαρξ και του Λένιν, σε αντίθεση με τον «δογματικά ορθόδοξο μαρξισμό» που ξεκινάει από «απαράβατες παραδοχές» αγνοώντας την ιστορική πραγματικότητα που καλείται να εξηγήσει, για να την αλλάξει…

[liv] Ιμπεριαλισμός’, σημ. 1, σελ. 23:

«Ο συναγωνισμός μετατρέπεται σε μονοπώλιο. Το αποτέλεσμα είναι μια τεράστια πρόοδος στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής. Ιδιαίτερα κοινωνικοποιείται και η διαδικασία των τεχνικών εφευρέσεων και τελειοποιήσεων.

Αυτό ποια δεν είναι καθόλου ο παλιός ελεύθερος συναγωνισμός των σκόρπιων και άγνωστων μεταξύ τους εργοστασιαρχών, που παράγουν για την κατανάλωση σε μια άγνωστη αγορά. Η συγκέντρωση έφτασε στο σημείο που μπορεί να γίνει ένας κατά προσέγγιση υπολογισμός όλων των πηγών πρώτων υλών […] σε μια δοσμένη χώρα και ακόμη, όπως θα δούμε, σε μια σειρά χώρες σ’ όλο τον κόσμο.

[…] Ο καπιταλισμός στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο οδηγεί άμεσα στην πιο ολόπλευρη κοινωνικοποίηση της παραγωγής, τραβάει, μπορούμε να πούμε, τους καπιταλιστές παρά τη θέλησή τους και τη συνείδησή τους, σε κάποια νέα κοινωνική κατάσταση πραγμάτων, που είναι μεταβατική από την πλήρη ελευθερία του συναγωνισμού προς την πλήρη κοινωνικοποίηση.»

[lv] Pavlidis P. (2020). Towards the understanding of the Method of Ascent from the Abstract to the Concrete in Marx’s Capital: The contribution of MM. Rozental’, E.V. Ilyenkov and V.A. Vazyulin.

[lvi] Βλ. για παράδειγμα στο Πατέλης Δ. (2020) Για τη θεωρία και μεθοδολογία της διαλεκτικής υλιστικής αντίληψης της ιστορίας. Μια εισαγωγή στον ιστορικό υλισμό:

«Ο λογικός τρόπος προσέγγισης (όπως αναπτύσσεται με κλασικό τρόπο στο θεωρητικό μέρος του “Κεφαλαίου” του Μαρξ), ως θεωρητική αντανάκλαση του αντικειμένου μέσω της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, είναι εφικτός και αναγκαίος στον βαθμό που έχει ωριμάσει η διαδικασία της ανάπτυξης του εν λόγω αντικειμένου. Συνεπώς, βάσει της μεθοδολογίας του “Κεφαλαίου” του Μαρξ, το όλο πρόβλημα της ανάπτυξης του πραγματικού οργανικού όλου συνδέεται με την εξέταση των σταδίων ανάπτυξής του και των (κατ’ αναγκαιότητα καθοριζόμενων από αυτά) σταδίων ανάπτυξης της γνωστικής διαδικασίας.

  • Κατ’ αρχήν, ανακύπτουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις εμφάνισης του εν λόγω αντικειμένου εντός της προγενέστερης διαδικασίας, η «αφετηρία» της οργανικής ολότητας, χωρίς ακόμα να έχει εμφανισθεί το ίδιο το αντικείμενο (π.χ. αν παρακολουθήσουμε την οικονομική έρευνα του Μαρξ, το σύστημα που ερευνούμε είναι οι κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής, ενώ αναγκαία προϋπόθεσή του είναι οι προκεφαλαιοκρατικές εμπορευματικές και χρηματικές σχέσεις).
  • Κατά το δεύτερο στάδιο (βαθμίδα) σχηματίζεται για πρώτη φορά το ίδιο το αντικείμενο, είναι η «πρωταρχική εμφάνιση του εν λόγω οργανικού όλου» (π.χ. η πρωταρχική εμφάνιση του εμπορεύματος «εργασιακή δύναμη» και η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου).
  • Στη συνέχεια, αρχίζει ο μετασχηματισμός από αυτό το νέο οργανικό όλο του κληροδοτημένου συστήματος από το οποίο και βάσει του οποίου αυτό ανέκυψε. Πρόκειται για τη «διαδικασία διαμόρφωσης» του νέου
  • οργανικού όλου (π.χ. η διαδικασία μετάβασης από την απλή συνεργασία στη μανιφατούρα και από αυτήν στην παραγωγή με μηχανές στην κεφαλαιοκρατία).
  • Η ολοκλήρωση του μετασχηματισμού της κληροδοτημένης βάσης από το σχηματιζόμενο νέο οργανικό όλο συνιστά την «ωριμότητα» του ως βαθμίδα κατά την οποία αυτό αναπτύσσεται σε βάση αντίστοιχη του εαυτού του και αποκαλύπτονται σαφώς οι αντιφάσεις του, που οδηγούν στον μετασχηματισμό του σ’ ένα νέο αντικείμενο (π.χ. ώριμη κεφαλαιοκρατία, αναπτυσσόμενη σε αντίστοιχη εαυτής βάση, στη βάση ης παραγωγής μηχανών με τη βοήθεια μηχανών).

Στο καθένα από τα προαναφερθέντα στάδια το νέο οργανικό όλο έχει διαφορετικό βαθμό και τρόπο συγκρότησης, συσχέτισης τυχαίου και αναγκαιότητας, εσωτερικής και εξωτερικής αναγκαιότητας, αυτοπροσδιορισμού και ετεροπροσδιορισμού, διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης της ουσίας του, της εσωτερικής αντιφατικότητάς του σε συνδυασμό με την εξωτερική αντιφατικότητά του, και συνεπώς συνιστά διαφορετικό βαθμό και τρόπο άρνησης (ως προς το ποιόν και την ουσία) του παλαιού, διαφορετικό βαθμό αρνητικού και θετικού προσδιορισμού κ.λπ. Τα στάδια ανάπτυξης του οργανικού όλου, από τις προϋποθέσεις και την πρωταρχική του εμφάνιση μέχρι προ της ωριμότητάς του, αποτελούν το «γίγνεσθαί» του.»

[lvii] Βαζιούλιν Β. Α. (1994). Το πρόβλημα της αντίφασης στο Κεφάλαιο του Κ. Μαρξ. Ουτοπία, Νο 12, σελ. 17-28.:

«Επισημάναμε ότι, στο Κεφάλαιο πρώτα απ’ όλα εξετάζεται το εμπόρευμα και το χρήμα της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Στο εμπόρευμα και στο χρήμα της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας το κεφάλαιο είναι άμεσα δεδομένο. Εδώ όμως ο Μαρξ δεν ερευνά ακόμα το εμπορικό και το χρηματικό κεφάλαιο. Το εμπόρευμα προβάλλει στην επιφάνεια προ παντός ως αξία χρήσης. Η αξία χρήσης αποδεικνύεται ότι είναι το αμέσως δεδομένο εμπόρευμα, το είναι του εμπορεύματος. Η αξία είναι η ουσία του εμπορεύματος. Οι μορφές της αξίας – τα φαινόμενα της αξίας. Η διαδικασία ανταλλαγής των εμπορευμάτων και το χρήμα, είτε η κυκλοφορία των εμπορευμάτων, είναι η πραγματικότητα του εμπορεύματος. Συνεπώς, το αφετηριακό απόσπασμα της σπείρας της έλικας που προαναφέραμε (το εμπόρευμα και το χρήμα) συνιστά από μόνο του μια σπείρα έλικας, μιαν άρνηση της άρνησης.»

[lviii] Πατέλης Δ. (2009). Για τη σημασία της πολιτικής οικονομίας της ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης. Μεθοδολογικές και θεωρητικές επισημάνσεις. ΔΙΑΠΛΟΥΣ τ.30, Φεβρ.-Μάρτ., σελ.32-37.

 «Ιστορικά, η κλασική αστική πολιτική οικονομία (αλλά και η μαρξική σκέψη, προ της ανακάλυψης της θεωρίας της υπεραξίας), κινούμενη από το αισθητηριακό συγκεκριμένο στο αφηρημένο, στα πλαίσια του νοείν κατά διάνοια, συνιστά την πρώτη άρνηση της αισθητηριακής αμεσότητας, της ζωντανής εποπτείας (τύπου μερκαντιλισμού και μονεταρισμού). Η ώριμη συγκρότηση της επιστήμης στο θεωρητικό μέρος του κεφαλαίου, συνιστά την “άρνηση της άρνησης”.

Η μεθοδολογική διερεύνηση του γίγνεσθαι της πολιτικής οικονομίας επιτρέπει την βαθύτερη κατανόηση της ώριμης επιστήμης και του χαρακτήρα της λογικής της. Έτσι καθίσταται σαφές “άρνηση της άρνησης” τίνος, αποτέλεσμα ποιας ακριβώς διαδικασίας είναι η ώριμη θεωρία περί του ανεπτυγμένου αντικειμένου και προσδιορίζεται συγκεκριμένα ιστορικά ο βαθμός και ο χαρακτήρας της ωριμότητας της μαρξικής πολιτικής οικονομίας. Από αυτή την άποψη, αίρεται η φαινομενικότητα της a priori κατασκευής και της πλήρους αρτιότητας των έτοιμων αποτελεσμάτων της έρευνας, όπως αυτά εκτίθενται δια της μεθόδου της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, διότι καθίσταται σαφής εκείνη η αναπτυξιακή διαδικασία, ως αποτέλεσμα της οποίας προέκυψαν τα εν λόγω αποτελέσματα. Έτσι, τα κεκτημένα της ανεπτυγμένης, της ώριμης επιστήμης μετατρέπονται σε όρους για την περαιτέρω ανάπτυξη της έρευνας.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, μπορούμε προπαντός, να αποκαλύψουμε σαφέστερα το βαθμό πληρότητας, το βαθμό ολοκλήρωσης αυτής της άρνησης της άρνησης, γεγονός που οδηγεί στη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας μεθοδολογικής και θεωρητικής ολοκλήρωσης των θεματικών του 2ου και του 3ου τόμων του Κεφαλαίου του Μαρξ, την ελλειπή επεξεργασία των οποίων έχει καταδείξει ο Β.Βαζιούλιν (στο έργο του “Η λογική του Κεφαλαίου του Κ.Μαρξ”). Ως γνωστόν, ο Μαρξ δεν πρόλαβε να προετοιμάσει ο ίδιος τους δύο τελευταίους τόμους του βασικού έργου του προς δημοσίευση (εκδόθηκαν μετά θάνατον, με επιμέλεια του Φ. Ένγκελς). Επιπλέον, συντελεί στη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας θεωρητικής διερεύνησης εκείνων των πτυχών του γνωστικού αντικειμένου, οι οποίες (κατ’ ανάγκη) είχαν τεθεί δια της αφαίρεσης εκτός του ερευνητικού πεδίου από την εν τω γενάσθαι, αλλά και από τη σχετικά ώριμη επιστήμη των παγκόσμιων κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής, της παγκόσμιας κεφαλαιοκρατίας ως ολότητας, ο βαθμός ωρίμανσης της οποίας σήμερα (σε αντιδιαστολή με την εποχή του Μαρξ), καθιστά αυτή την αναγκαιότητα επιτακτική. Επομένως, η θεώρηση αυτή μας επιτρέπει να συνειδητοποιήσουμε την κατεύθυνση στην οποία είναι απαραίτητο να στραφεί η αιχμή του δόρατος των ερευνητικών προσπαθειών, από την άποψη του φάσματος δυνατοτήτων που διανοίγει ενώπιόν μας η συγκεκριμένη ιστορική γνωσιακή συγκυρία.

Αυτή η συγκεκριμένη ιστορική μεθοδολογική θεώρηση, δεδομένης της ανάγκης διερεύνησης της παγκόσμιας κεφαλαιοκρατίας, θέτει επιτακτικά το θέμα της επανεξέτασης των όρων και των ορίων ισχύος θεωρητικών παραδοχών της μαρξικής προσέγγισης. Ενδεικτικά αναφέρω, ότι κατά την εξέταση των μορφών της υπόστασης, της γενεσιουργού αιτίας του πρώτου παράγοντα της στοιχειώδους μορφής του κεφαλαίου, δηλαδή, με όρους πολιτικής οικονομίας, κατά την εξέταση της συσχέτισης απλής και σύνθετης συγκεκριμένης εργασίας στην παραγωγή του εμπορεύματος ως αξίας χρήσης, ο Μαρξ κλιμακώνει τη εξέταση των πόλων αυτού του δίπολου (με την ανάδειξη της ταυτότητας, της διάκρισης και της διαφοράς τους) στο επίπεδο της “αντίθεσης”, όπου ο ένας πόλος υφίσταται δια του αποκλεισμού του άλλου, ενώ αμφότεροι συγκροτούν μιαν αρνητική ενότητα, αδιάφοροι προς αλλήλους: “Η συνθετότερη εργασία σημαίνει μόνο εργασία απλή, ανυψωμένη σε δύναμη ή, καλύτερα, πολλαπλασιασμένη απλή εργασία έτσι, που μια μικρότερη ποσότητα σύνθετης εργασίας να είναι ίση με μια μεγαλύτερη ποσότητα απλής εργασίας. Η πείρα δείχνει ότι η αναγωγή αυτή γίνεται διαρκώς” (Κεφάλαιο, τ.1, σελ.58). Ο Μαρξ εδώ δεν κλιμακώνει την εξέταση μέχρι την καθαυτό αντίφαση (όπου έχουμε αλληλοδιείσδυση των πόλων, μετατροπή του ενός στον άλλο). Εκείνο που τον ενδιαφέρει, είναι να καταδείξει το κατ’ αρχήν αναγώγιμο της σύνθετης εργασίας σε απλή, ώστε να οριστεί η απλή μέση εργασία ως σταθερά, ως δεδομένη για ορισμένη κοινωνία. Και δεν θα μπορούσε να ενεργήσει διαφορετικά, μιας και η μετάβαση στο επίπεδο της καθαυτό αντίφασης, θα προϋπέθετε όχι απλώς την εξίσωση και την ανάδειξη του αναγώγιμου της σύνθετης στην απλή εργασία, αλλά τη μετατροπή της μιας στην άλλη, με τη διερεύνηση της απλής μέσης εργασίας σε διάφορες χώρες και σε διάφορες εποχές, πολιτισμικές βαθμίδες, κ.ο.κ.. Επιπλέον, το αναγώγιμο αυτό είναι εκ των ων ουκ άνευ όρος για την πρακτική λειτουργία και τη θεωρητική ανάδειξη του δεύτερου παράγοντα της στοιχειώδους μορφής του κεφαλαίου: της αφηρημένης εργασίας, στην ύπαρξη της οποίας εδράζεται η παραγωγή υπεραξίας, και όλο το πλέγμα των σχέσεων παραγωγής της κεφαλαιοκρατίας.

Στο υπόδειγμα της εθνικής οικονομίας (της Αγγλίας των μέσων του 19ου αι.) και δεδομένων των ερευνητικών στόχων του Μαρξ (κατ’ αρχήν διάγνωση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής σε “καθαρή μορφή” ως ιστορικά παροδικού σχηματισμού), η παραπάνω πραγμάτευση του δίπολου σύνθετη-απλή εργασία, είναι σαφώς πειστική και αναγκαία. Ωστόσο, η ένταξη στο πεδίο της έρευνας ευρύτερου και βαθύτερου φάσματος φαινομένων, δεδομένης της ανισομέρειας, της δράσης κολοσσιαίων διεθνικών μονοπωλιακών ομίλων, αλλά και των ραγδαίων αλλαγών στο παγκόσμιο φάσμα των τεχνολογικών όρων και του χαρακτήρα της εργασίας, της εισαγωγής της αυτοματοποίησης, κ.ο.κ., εγείρει πληθώρα μεθοδολογικών και θεωρητικών προβλημάτων. Πόσο χάσμα ανάμεσα σε σύνθετη και απλή εργασία επιτρέπει αυτό το αναγώγιμο, δεδομένων των αχανών διαφορών μεταξύ σύγχρονων μορφών ερευνητικής και τεχνολογικής καθολικής δραστηριότητας και χειρωναξίας με στοιχεία δουλοπαροικίας ή και δουλείας; Ισχύει άραγε αυτό το αναγώγιμο (και υπό ποίους όρους) σε παγκόσμια κλίμακα παραγωγής, διανομής, ανταλλαγής και κατανάλωσης; Πως συνδυάζεται αυτό το αναγώγιμο (ή μη αναγώγιμο) με τα μονοπωλιακά υπερκέρδη, με τις πολλαπλές διαμεσολαβήσεις πραγματικής παραγωγής, χρηματιστηριακής οικονομίας και χρηματοπιστωτικής σφαίρας; Ποιές είναι οι επιπτώσεις αυτού του αναγώγιμου (ή μη αναγώγιμου) στη λειτουργία του νόμου της αξίας και του νόμου της υπεραξίας, πως συνδέεται με το μέσο ποσοστό κέρδους και τη δυνατότητα απόσπασης μονοπωλιακού υπερκέρδους σε ένα κόσμο στον οποίο οι μεν ροές κεφαλαίων είναι αχαλίνωτες, η δε εργασία καθηλωμένη; κ.ά.»

[lix] Βαζιούλιν Β. Α. (1987). 120 χρόνια «Κεφάλαιο»: Το σύστημα της λογικής του Χέγκελ και το σύστημα λογικής στο «Κεφάλαιο» του Μαρξ, Επιστημονική σκέψη, 36, σελ.75-82:

«Στην πιο γενική του μορφή το σχήμα, η διάρθρωση της λογικής του Κεφαλαίου του Κ. Μαρξ αντιστοιχεί στο σχήμα, στην διάρθρωση της Επιστήμης της Λογικής του Χέγκελ. Πράγματι ο Κ. Μαρξ αρχίζει το Κεφάλαιο με την εξέταση του εμπορεύματος και του χρήματος, δηλαδή ακριβώς με αυτό στο οποίο προβάλλει πρώτα απ’ όλα «ο πλούτος των κοινωνιών όπου κυριαρχεί ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής…», […] με τον τρόπο που παρουσιάζεται ο κεφαλαιοκρατικός πλούτος στην επιφάνεια. […] Κατά την εξέταση του εμπορεύματος και του χρήματος, ο Κ. Μαρξ δεν αποκαλύπτει ακόμα την ουσία του κεφαλαίου και γι’ αυτό δεν ορίζει, τι είναι κεφάλαιο. Στη συνέχεια. διαμέσου του χαρακτηρισμού της μετατροπής του χρήματος σε κεφάλαιο, προχωρεί στην απεικόνιση της παραγωγής του κεφαλαίου. Όμως η παραγωγή του κεφαλαίου αποτελεί την ουσία του κεφαλαίου. Στον δεύτερο τόμο αναλύεται η κυκλοφορία του κεφαλαίου. Ο Κ. Μαρξ κατά κάποιον τρόπο επανέρχεται στο εμπόρευμα και στο χρήμα, ωστόσο τώρα δεν τον ενδιαφέρουν το εμπόρευμα και το χρήμα καθεαυτό, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το κεφάλαιο εμφανίζεται στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων και του χρήματος. Και εδώ δεν πρόκειται απλώς για το εμπόρευμα και το χρήμα, αλλά για το εμπορευματικό και το χρηματικό κεφάλαιο. Επομένως στον δεύτερο τόμο εξετάζεται το φαινόμενο του κεφαλαίου.

Στον τρίτο τόμο ο Κ. Μαρξ συνεχίζει την κατά κάποιον τρόπο επιστροφή του στο αφετηριακό σημείο, στην επιφάνεια.»

[lx] Ενδεικτικά, μεταφράζουμε από την αγγλική μετάφραση του κλασσικού έργου, την κριτική που ασκεί στην ιστορία της μαρξιστικής διανόησης ως προς την λατινοαμερικάνικη εξάρτηση:

«Στην ανάλυση της λατινοαμερικανικής εξάρτησης, οι μαρξιστές ερευνητές υπέπεσαν γενικά σε δύο τύπους παρεκκλίσεων: την αντικατάσταση του συγκεκριμένου γεγονότος από την αφηρημένη έννοια ή τη νόθευση της έννοιας στο όνομα μιας πραγματικότητας που επαναστατεί για να την αποδεχτεί στην καθαρή της διατύπωση. Στην πρώτη περίπτωση, το αποτέλεσμα ήταν οι λεγόμενες ορθόδοξες μαρξιστικές μελέτες, στις οποίες η δυναμική των διεργασιών που μελετώνται χύνεται σε μια τυποποίηση που είναι ανίκανη να τις ανακατασκευάσει στο επίπεδο της έκθεσης, και στις οποίες η σχέση μεταξύ του συγκεκριμένου και του αφηρημένου διακόπτεται, για να προκύψουν εμπειρικές περιγραφές που τρέχουν παράλληλα με τον θεωρητικό λόγο, χωρίς να συγχωνεύονται με αυτόν- αυτό συνέβη, κυρίως, στο πεδίο της οικονομικής ιστορίας. Ο δεύτερος τύπος απόκλισης ήταν συχνότερος στην κοινωνιολογία, όπου, αντιμέτωποι με τη δυσκολία προσαρμογής σε μια πραγματικότητα κατηγοριών που δεν έχουν σχεδιαστεί ειδικά γι’ αυτήν, οι μελετητές με μαρξιστικό υπόβαθρο καταφεύγουν ταυτόχρονα σε άλλες μεθοδολογικές και θεωρητικές προσεγγίσεις – η αναγκαία συνέπεια αυτής της διαδικασίας είναι ο εκλεκτικισμός, η έλλειψη εννοιολογικής και μεθοδολογικής αυστηρότητας και ο υποτιθέμενος εμπλουτισμός του μαρξισμού, ο οποίος είναι μάλλον η άρνησή του.»

[lxi] Για να καταδείξουμε τη δυστοκία που υπάρχει στην αποδοχή νέων βασικών εννοιών στη μαρξιστική πολιτική οικονομία, είναι ενδεικτική η άρνηση θεωρητικοποίησης της έννοιας της υπερεκμετάλλευσης από μαρξιστές που κατά τα άλλα την επισημαίνουν και την αποδέχονται εμπειρικά. Πέραν των σύγχρονων, σχολιάζουμε παρακάτω τις αντιφατικές τάσεις του Μάντελ (στο ‘Ύστερος Καπιταλισμός’, σημ. 24), ο οποίος δεν καταφέρνει να αποστάξει θεωρητικά την εμπειρική παρατήρηση που κάνει για το πέρασμα από την παραγωγή σχετικής και απόλυτης υπεραξίας στην ιμπεριαλιστική υπερεκμετάλλευση (βλ. σημ. 36). Έτσι, όπως παρατηρεί και ο ‘Smith J 2010, 2016’ σημ. 24, επιμένει στη διάσταση της διαφοράς της μέσης παραγωγικότητας, και μάλλον «αγνοεί» τη διαφορά στον βαθμό εκμετάλλευσης και στην αξία της εργασιακής δύναμης, όταν στη συνέχεια καταγράφει τους κατ’ αυτόν 10 «βασικούς κανόνες» της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς (σελ. 58-61). Ωστόσο, οι αναφορές στην -κατ’ ουσία- υπερεκμετάλλευση συνεχίζονται και στο Κεφάλαιο 3 Οι τρεις κύριες πηγές υπερκέρδους στην εξελικτική πορεία του σύγχρονου καπιταλισμού, στη σελ. 64, το σημείο 3 και στη σελ. 65, το σημείο 1. Φυσικά, σε αντίθεση με τους σύγχρονους «δογματικά ορθόδοξους» μαρξιστές, η στάση του Μάντελ εξηγείται από το ότι δεν είχε διαμορφωθεί ακόμη η σύγχρονη πραγματικότητα της διεθνοποίησης της παραγωγής μέσω της μεταφοράς του μεγαλύτερου μέρους της βιομηχανικής μεταποίησης στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Μάλιστα, ως προς τη διεθνοποίηση της καπιταλιστικής παραγωγής, οδηγείται στην παρακάτω λανθασμένη εκτίμηση της αιτίας της ανισομέρειας της καπιταλιστικής ανάπτυξης στη διεθνή σφαίρα στο Κεφάλαιο 3, σελ. 69:

«Τελικά οι διαφορές στο επίπεδο ανάπτυξης των μητροπόλεων από το ένα μέρος και των αποικιών και μισοαποικιών από τ’ άλλο οφείλονται στο ότι η καπιταλιστική παγκόσμια αγορά γενικεύει την καπιταλιστική κυκλοφορία των εμπορευμάτων, όχι όμως και την καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή»

Από την πλευρά μας, θα τονίσουμε ότι το ιμπεριαλιστικό στάδιο του ΚΤΠ είναι ακριβώς εκείνο το παρασιτικό και αντιδραστικό στάδιο της ιστορίας του ΚΤΠ, όπου η άμεση, εξω-οικονομική, κρατική βία, καθορίζει όλο και περισσότερο την τιμή της εργατικής δύναμης, αντί για τους «νόμους λειτουργίας της αγοράς», και ακριβώς λόγω της κρίσης αυτής της αγοράς ως τέτοιας, δηλ. καπιταλιστικής. Μάλιστα, ο Μάντελ γράφει σχετικά (Κεφάλαιο 5 Αξιοποίηση του κεφαλαίου, πάλη των τάξεων και ποσοστό υπεραξίας στον ύστερο καπιταλισμό, σελ. 151):

«Όμως, ο φασισμός κι ένας παγκόσμιος πόλεμος δεν αποτελούν ‘ομαλές’ συνθήκες. Κι αντικειμενικά μια από τις κύριες λειτουργίες τους υπήρξε ν’ ανοίξουν ταυτόχρονα όλους τους κρουνούς για την αύξηση του ποσοστού υπεραξίας, να συνδυάσουν δηλαδή, τουλάχιστο μερικά, την αύξηση στην παραγωγικότητα και στην ένταση της εργασίας με μια μείωση στην πραγματική αμοιβή της.»

Εμείς απλά παρατηρούμε ότι ένας τέτοιος συνδυασμός μπορεί κάλλιστα να ανταποκρίνεται στις συνήθεις συνθήκες σε εξαρτημένες χώρες με εξαιρετικά αυταρχικά, καταπιεστικά ή και (ημι-)φασιστικά καθεστώτα, με συνδικαλιστικές απαγορεύσεις, δολοφονίες συνδικαλιστών και ιθαγενών πληθυσμών κοκ… Ταυτόχρονα, και με το βλέμμα στη σύγχρονη ιστορική συγκυρία, σκεφτόμαστε ότι ένας παγκόσμιος πόλεμος τελικά ίσως να μην είναι και τόσο «εξωτερικό» φαινόμενο της περίφημης λειτουργίας της καπιταλιστικής αγοράς, αλλά εσωτερική ανάγκη της για το ξεπέρασμα της κρίσης του κεφαλαίου, και ως τέτοια μπορεί να σχεδιάζεται από το ιμπεριαλιστικό μονοπωλιακό κεφάλαιο…

[lxii] Παραθέτουμε από το ‘Ύστερος Καπιταλισμός’ σημ. 25 και συγκεκριμένα από το Κεφάλαιο 1 Νόμοι κίνησης κι ιστορία του κεφαλαίου, σελ. 11-13:

«Στο μεταξύ έχει αποβεί κοινοτοπία πως οι νόμοι κίνησης του καπιταλισμού, που επισήμανε ο Μαρξ, είναι προϊόν μιας διαλεχτικής ανάλυσης που προχωρεί από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο […] Μα παραγνωρίζεται ο όλος πλούτος της μεθόδου τούτης του Μαρξ, όταν την περιορίζουμε στην άνοδο από το ‘αφηρημένο στο συγκεκριμένο’. Πρώτο, παραβλέπεται έτσι πως για το Μαρξ το συγκεκριμένο αποτελεί τόσο το ‘πραγματικό σημείο ξεκινήματος’ όσο και το στόχο της διαδικασίας της γνώσης, που τη θεωρεί σαν κάτι το ενεργό και πραχτικό, σαν την ‘αναπαραγωγή του συγκεκριμένου μέσω της σκέψης’. Κατά δεύτερο λόγο λησμονούν πως στην ‘άνοδο από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο’ (όπως την έχει περιγράψει ο Λένιν) προηγήθηκε μια άνοδος από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο. […] Τρίτο, καταστρέφεται έτσι η ενότητα και των δύο διαδικασιών, της αναλυτικής και της συνθετικής. […] Τέταρτο, τέλος, η πετυχημένη αναπαραγωγή της συγκεκριμένης ολότητας αποχτά αποδειχτική δύναμη μονάχα με την πραχτική εφαρμογή της, κι αυτό σημαίνει ανάμεσα στ’ άλλα – όπως και τονίζει ρητά ο  Λένιν- πως επιβάλλεται να πραγματοποιηθεί στο κάθε βήμα της ανάλυσης ‘ένας έλεγχος με βάση τα δεδομένα, δηλαδή την πράξη’. Με βάση τα παραπάνω, και για να αναφερθούμε ξανά στο Λένιν, η μαρξιστική διαλεκτική εξυπακούει ‘μια διπλή ανάλυση, παραγωγική, αλλά κι επαγωγική, λογική αφενός κι ιστορική αφετέρου’. Αποτελεί την ενότητα των δύο τούτων μεθόδων. Κι εφόσον η επαγωγική ανάλυση δεν μπορεί παρά να είναι ιστορικοεπαγωγική, αφού για το Μαρξ όλες οι σχέσεις είναι πάντοτε ιστορικά καθορισμένες σχέσεις, έχουμε στη διαλεκτική αυτή μιαν ενότητα θεωρίας κι ιστορικής εμπειρίας.».

[lxiii] Μεταφράζουμε εκτενώς από τον επίλογο του ‘Χίγκινμποτομ Α. (2012)’, σημ. 8:

«Δουλεύοντας με την ιστορία για να επεκτείνουμε την λογική του Κεφαλαίου φτάσαμε τώρα στο εναρκτήριο σημείο της θεωρητικής ανασκευής. Η υπεραξία είναι η κοινή ουσία σε όλα τα στάδια του καπιταλισμού, αν και αυτή η ουσία τροποποιείται ως όρος της επέκτασης στο ιμπεριαλισμό. Ο ιμπεριαλισμός είναι μία αλλαγή στις αναγκαίες σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής στην εξαγωγή της υπεραξίας, και όχι μόνο στις μορφές της κατανομής της. Η ώθηση για την πρόσθετη υπεραξία μέσω της υπερεκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης είναι μία γενική και αναγκαία τάση του καπιταλισμού που γίνεται κυρίαρχη στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού. Ο ιμπεριαλισμός είναι ένας μετασχηματισμός τόσο των εσωτερικών σχέσεων του καπιταλισμού όσο και των εξωτερικών. Στην ρίζα των υπερκερδών του ιμπεριαλισμού είναι οι μορφές της πρόσθετης υπεραξίας που πηγάζει από ”τους διαφορετικούς τρόπους που η εργασία αγκαλιάζει την παγκόσμια αγορά” και ειδικά των καταπιεστικών μορφών εκμετάλλευσης της εργασίας. Η πρόσθετη υπεραξία ως υπεραξία που αντλήθηκε σε μεγαλύτερο ποσοστό εκμετάλλευσης απ’ ότι θα μπορούσε να πετύχει ο ανταγωνιστικός καπιταλισμός, συνδέεται με τις ποιοτικές αλλαγές που σχετίζονται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο με τον σχηματισμό του μονοπωλίου ή, για να το θέσουμε από την άλλη του πλευρά, τον αποκλεισμό. Η πρόσθετη υπεραξία μπορεί να εξαχθεί μέσω μηχανισμών που δρουν μεμονωμένα ή συνδυασμένα: η υπερεκμετάλλευση της εργασίας μέσω των χαμηλών μισθών εργασίας και εξάντλησης της εργασίας ·η εξαγωγή στα όρια της εξάντλησης των μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων· και μέσω της εξασφάλισης της τεχνολογικής γνώσης ως ιδιωτική ιδιοκτησία. Η ενότητα αυτών των φαινομενικά εντελώς διαφορετικών μηχανισμών είναι ότι παράγουν υπερκέρδη. Οι δύο πρώτοι μηχανισμοί εκμεταλλεύονται και ενισχύουν κοινωνικές καταπιέσεις και εθνικές ανισότητες. Η πρόσθετη υπεραξία εδώ δεν είναι απλά μια οικονομική έννοια, αλλά ενισχύεται από εξωοικονομικά μέσα των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Το κεφάλαιο ψάχνει τον βέλτιστο συνδυασμό της παραγωγικότητας της εργασίας (με την ευρεία έννοια) και του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης, ως πηγές πρόσθετης υπεραξίας, με όλες τις δυνατές ιστορικές, γεωγραφικές και κοινωνικές παραλλαγές. Η υπερεκμετάλλευση της εργασίας στα μέσα του 19ου αιώνα, είτε σε συνθήκες ”άτυπης αυτοκρατορίας” όπου Λατινοαμερικάνοι εξαγωγείς συμπίεζαν τους μισθούς εργασίας στην εμπορευματική παραγωγή […] ή στην αποικιακή Ιρλανδία […], ήταν ένας μοχλός εξαναγκασμού που αντιστάθμιζε την χαμηλή παραγωγικότητα. Αντίστροφα, ο Tomich […] αναφέρει αυξημένη παραγωγικότητα της εργασίας στο δεύτερο ρεύμα της καπιταλιστικής σκλαβιάς. Η εξαγωγή του κεφαλαίου στο τέλος του 19ου αιώνα είδε μία εξάπλωση των φυτειών και των ορυχείων, που αξιοποιούσαν την υπερεκμετάλλευση της εργασίας σε συνδυασμό με την γονιμότητα του εδάφους και την εφαρμογή της επιστήμης και των μηχανών, όπως για παράδειγμα τα ορυχεία χρυσού στην Νότια Αφρική […]. ́Έπειτα υπάρχουν τα ”εργοστάσια της παγκόσμιας αγοράς” της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης όπου ο συνδυασμός της υψηλής τεχνολογίας με τους χαμηλούς μισθούς εργασίας είναι η νόρμα. Απαντώντας στην καίρια συνεισφορά του Arthur […] πάνω στην εσωτερική ολότητα του καπιταλισμού, η ολοκλήρωση του θεωρητικού σχεδίου του Μαρξ δεν μπορεί να προχωρήσει μέσω απλής επέκτασης, ολοκληρώνοντας τα βιβλία που λείπουν πάνω στην μισθωτή εργασία και την έγγεια ιδιοκτησία σαν κομμάτια που λείπουν από το όλο, χωρίς να αναγνωρίσουμε τις αλλαγές σε αυτό το όλο. Το να κάνουμε κάτι άλλο σημαίνει να περιμένουμε υπερβολικά πράγματα από τον Μαρξ και ελάχιστα από τον Μαρξισμό. Η ιστορική αλλαγή προσπέρασε το σχέδιο έκδοσης του Μαρξ. Ο Λένιν αναγνώρισε τον ιμπεριαλισμό ως μια νέα ολότητα του καπιταλισμού ως σύστημα. Ο ιμπεριαλισμός φέρνει εθνική καταπίεση μαζί με την επί μακρών μη αναγνωρισμένη καταπίεση λόγω φύλου εντός της ”εσωτερικής ολότητας” του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και αναπαραγωγής, και κάνοντας το αυτό μεταμορφώνει την ίδια την ολότητα. Η πρόκληση που έχουμε μπροστά μας δεν είναι απλά να συγκεκριμενοποιήσουμε τις κατηγορίες του Μαρξ, αλλά να τις ξανασκεφτούμε σε συστημικό επίπεδο. Η παγκοσμιοποίηση του νόμου της αξίας επωφελείται των ανισοτήτων των εργασιακών δυνάμεων το ίδιο σθεναρά όσο δίνει ώθηση στην παραγωγικότητα και την εντατικοποίηση της εργασίας. Οι διαδικασίες είναι αλληλένδετες, μέσω της ανταλλαγής εμπορευμάτων, η ζωντανή εργασία ως η υπόσταση της αξίας συστηματικά εξισώνεται, και όμως το εμπόρευμα εργασιακή δύναμη που είναι η πηγή της αξίας είναι συστηματικά άνισο. Η ώθηση αυτής της αντίφασης είναι η καπιταλιστική παραγωγή εμπορευμάτων που κυριαρχείται από την παραγωγή υπεραξίας, ”η απεριόριστη ώθηση για συσσώρευση υπεραξίας”. Αυτό φέρνει ανατροπές τόσο πολιτικά όσο και θεωρητικά· γιατί τα καταπιεσμένα και εκμεταλλευόμενα υποκείμενα της εργασίας από το κεφάλαιο είναι τα νέα υποκείμενα της επανάστασης.»