Κεράλα, εκλογικός κομμουνισμός και τα δομικά όρια του κοινοβουλευτικού αριστερισμού σε ένα ημι-περιφερειακό καπιταλιστικό κράτος: Μια μαρξιστική-λενινιστική και αντιιμπεριαλιστική ανάλυση από τη σκοπιά του Παγκόσμιου Νότου
του Bisharat Abbasi
Δημοσιευμένο στο facebook του συγγραφέα, Μάιος 8, 2026
μετ. Δημοσθένης Γκότσης
επιμ. Διονύσης Περδίκης
Η πρόσφατη εκλογική ήττα που υπέστη η Αριστερά στην Κεράλα έχει, όπως ήταν αναμενόμενο, αξιοποιηθεί από τους φιλελεύθερους και αστούς σχολιαστές σε ολόκληρη την Ινδία και πέραν αυτής ως αδιάψευστη απόδειξη της εξάντλησης του μαρξισμού και της οριστικής αποτυχίας κάθε εγχειρήματος που τολμά να αυτοαποκαλείται σοσιαλιστικό. Για τους υπερασπιστές του κεφαλαίου, ένα εκλογικό αποτέλεσμα σε μία ομοσπονδιακή ενότητα της Ινδικής Ένωσης μετατρέπεται ως δια μαγείας σε τελική ετυμηγορία για ενάμιση αιώνα επαναστατικής θεωρίας και πράξης. Αυτή η ερμηνευτική αντίδραση μας λέει ελάχιστα για την πραγματική ιστορική συγκυρία στην Κεράλα και πολύ περισσότερα για τη βαθιά θεωρητική φτώχεια της αστικής πολιτικής ανάλυσης. Ο φιλελεύθερος λόγος παραμένει φυλακισμένος σε έναν ορίζοντα που δεν μπορεί να δει πέρα από την εκλογική αριθμητική και το ηθικό συναίσθημα, για πάντα ανίκανος να κατανοήσει τις βαθύτερες δομικές και κοσμοϊστορικές αντιφάσεις που διαμορφώνουν τις πολιτικές δομές σε ολόκληρο τον Παγκόσμιο Νότο. Από μαρξιστική-λενινιστική άποψη, το ζήτημα δεν είναι γιατί ένας αριστερός συνασπισμός υπό την ηγεσία των κομμουνιστών έχασε τις εκλογές· το πραγματικό πρόβλημα αφορά τα ιστορικά και δομικά όρια της κοινοβουλευτικής Αριστεράς που λειτουργεί στο εσωτερικό ενός ημι-αποικιακού, ημι-περιφερειακού καπιταλιστικού κράτους, το οποίο έχει ενσωματωθεί πλήρως στη νεοφιλελεύθερη ιμπεριαλιστική τάξη. Η εμπειρία της Κεράλα δεν αποδεικνύει την «αποτυχία του σοσιαλισμού», όπως θα ήθελαν να πιστεύουν οι φιλελεύθεροι, αλλά μάλλον εκθέτει τα αντικειμενικά όρια της προσπάθειας να οικοδομηθεί μια σοσιαλιστική μετάβαση χωρίς επαναστατικό έλεγχο του κεντρικού κρατικού μηχανισμού, των κατεχόμενων θέσεων της εθνικής οικονομίας και της ευρύτερης οργάνωσης των παραγωγικών δυνάμεων. Η περίπτωση της Κεράλα πρέπει επομένως να αναλυθεί όχι συναισθηματικά, ούτε εκλογικά, αλλά διαλεκτικά και ιστορικά, ως συγκεκριμένη εκδήλωση των αντιφάσεων που δημιουργούνται όταν ο σοσιαλισμός επιδιώκεται εντός της θεσμικής αρχιτεκτονικής του μετα-αποικιακού καπιταλισμού και του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού. Μια τέτοια ανάλυση, ωστόσο, πρέπει να αντισταθεί στον πειρασμό να ισοπεδώσει το κράτος σε ένα σιδερένιο κλουβί και την κοινοβουλευτική εμπειρία σε καθαρή συναινετική πολιτική. Αντίθετα, πρέπει να αντιμετωπίσει το στρατηγικό πεδίο ως εσωτερικά διαρρηγμένο από αντιφάσεις, παραχωρήσεις και συγκυριακές δυνατότητες που δημιουργήθηκαν ιστορικά και μπορούν να ξεπεραστούν ιστορικά.
Πολλά από τα σχόλια της σύγχρονης Αριστεράς, ιδίως στα πλαίσια των φιλελεύθερων και Δυτικών Μαρξιστικών ρευμάτων, παρουσιάζουν μια μοιραία θεωρητική παρέκκλιση: περιορίζουν τον σοσιαλισμό στη διαχείριση του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας, στην κοινοβουλευτική συνέχεια, και σε έναν ηθικό προοδευτισμό αποκομμένο από το υλικό ζήτημα της κρατικής εξουσίας και της ταξικής δικτατορίας. Ωστόσο, ο μαρξισμός, από τον Μαρξ και τον Ένγκελς έως τον Λένιν, τον Μάο, τον Γκράμσι, και τις αντικαπιταλιστικές επαναστατικές παραδόσεις, δεν όρισε ποτέ τον σοσιαλισμό απλώς ως ένα διευρυμένο σύστημα δικαιωμάτων κοινωνικής πρόνοιας στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Ο σοσιαλισμός, σύμφωνα με τον επιστημονικό ορισμό του, ονομάζεται η ιστορική εποχή της μετάβασης από την καπιταλιστική στην προλεταριακή ταξική κυριαρχία μέσω της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής και της επαναστατικής μεταμόρφωσης της ίδιας της κρατικής μορφής. Οι εκλογικές νίκες που εξασφαλίζονται εντός των αστικών συνταγματικών δομών δεν καταργούν αυτόματα τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, ούτε μεταβάλλουν ριζικά τον ταξικό χαρακτήρα του κράτους. Το πολύ, μπορούν να ανοίξουν περιορισμένους πολιτικούς χώρους για μεταρρυθμίσεις, αναδιανομή και μερική επέκταση της κοινωνικής πρόνοιας. Οι κομμουνιστικές κυβερνήσεις στην Κεράλα πέτυχαν αναμφισβήτητες προόδους στον τομέα του αλφαβητισμού, της υγειονομικής περίθαλψης, της κοινωνικής ασφάλισης, της αγροτικής μεταρρύθμισης, και του αποκεντρικοποιημένου σχεδιασμού. Αυτά τα επιτεύγματα παραμένουν ιστορικά σημαντικά και δεν πρέπει ποτέ να αγνοούνται από τους σοβαρούς επαναστάτες. Ωστόσο, η ύπαρξη προοδευτικών δεικτών ανθρώπινης ανάπτυξης δεν συνιστά από μόνη της τον σοσιαλισμό. Το αποφασιστικό ερώτημα παραμένει: ποιος ελέγχει το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, τη βιομηχανική παραγωγή, το εμπόριο, τα μέσα ενημέρωσης, τη στρατιωτική δύναμη, τις σχέσεις γης, την τεχνολογική έρευνα, και την ευρύτερη οργάνωση της συσσώρευσης; Στην Κεράλα, όπως και σε ολόκληρη την Ινδική Ένωση, αυτοί οι αποφασιστικοί μοχλοί εξουσίας παρέμειναν ενσωματωμένοι στη λογική του ινδικού καπιταλισμού και στην ευρύτερη αρχιτεκτονική του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού. Ωστόσο, το ίδιο το θεμελιώδες θεσμικό υπόβαθρο κοινωνικής πρόνοιας που δημιουργήθηκε από δεκαετίες κομμουνιστικής διακυβέρνησης — οι μαζικές οργανώσεις, ο αλφαβητισμός, η εμπειρία των συλλογικών διαπραγματεύσεων — δημιούργησε ταυτόχρονα ανθεκτικές ικανότητες και έναν πολιτικοποιημένο εργατικό πληθυσμό που, υπό διαφορετικό στρατηγικό προσανατολισμό και πιο ευνοϊκό συσχετισμό εθνικών και διεθνών δυνάμεων, θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως προϋπόθεση για μια μεταβατική ρήξη και όχι απλώς ως λειτουργικό στήριγμα της υπάρχουσας τάξης.
Το έργο του Λένιν «Κράτος και Επανάσταση» διατηρεί τεράστια θεωρητική σημασία σε αυτό το πλαίσιο, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα το χρησιμοποιήσουμε ως ένα άκαμπτο πρότυπο, αλλά θα αξιοποιήσουμε τις βασικές του ιδέες με διαλεκτικό τρόπο (Σ.τ.Μ., έμφαση δική μας). Ο Λένιν είχε καταλάβει ότι το αστικό κράτος δεν είναι ένα ουδέτερο διοικητικό καλάθι που μπορεί απλώς να καταληφθεί εκλογικά και στη συνέχεια να ανακατευθυνθεί σταδιακά προς τον σοσιαλισμό. Είναι ένας ιστορικά συγκροτημένος μηχανισμός σχεδιασμένος να αναπαράγει την κυριαρχία της καπιταλιστικής τάξης μέσω του νόμου, της γραφειοκρατίας, του εξαναγκασμού, της ιδεολογίας, και της θεσμικής συνέχειας. Ακόμη και όταν τα κομμουνιστικά κόμματα ηγούνται προσωρινά μιας περιφερειακής κυβέρνησης, η βαθύτερη δομή της ταξικής εξουσίας σε εθνικό και διεθνές επίπεδο παραμένει συνήθως ανέπαφη, εκτός αν το ίδιο το κράτος καταρρεύσει ριζικά και ανασυγκροτηθεί μέσω επαναστατικής μαζικής δράσης. Οι κομμουνιστικές κυβερνήσεις της Κεράλα διοικούσαν έναν περιφερειακό κρατικό μηχανισμό, αλλά ποτέ δεν κατείχαν κυριαρχικό έλεγχο επί του στρατού της Ινδίας, της κεντρικής τράπεζας, της μακροοικονομικής πολιτικής, του εξωτερικού εμπορίου, της συνταγματικής αρχιτεκτονικής, της ανώτατης δικαστικής εξουσίας, των υπηρεσιών πληροφοριών ή του εθνικού βιομηχανικού και χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Διοικούσαν μια περιφερειακή διοίκηση χωρίς να κατέχουν την πλήρη κρατική εξουσία. Αυτή η διάκριση είναι θεμελιώδης για κάθε σοβαρή μαρξιστική ανάλυση. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να αναδιοργανώσει τον ίδιο τον εθνικό τρόπο παραγωγής, καθώς το ευρύτερο καπιταλιστικό κράτος παρέμεινε ανέπαφο και οι καίριοι τομείς της συσσώρευσης βρίσκονταν πέραν της δικαιοδοσίας του. Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε το ινδικό κράτος ως ένα μονολιθικό σύνολο· αποτελεί επίσης ένα στρατηγικό πεδίο αγώνα, διασπασμένο από ομοσπονδιακές εντάσεις, ανταγωνιστικές περιφερειακές αστικές παρατάξεις, ιστορικά κληροδοτημένες λαϊκές παραχωρήσεις, καθώς και τις αντιφάσεις μεταξύ της επίσημης δημοκρατικής του δομής και του αυταρχικού πυρήνα που περιοδικά αποκαλύπτεται. Οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις της Κεράλα και οι θεσμοί panchayati δεν νομιμοποίησαν απλώς την καπιταλιστική κυριαρχία· προίκισαν επίσης την αγροτική εργατική τάξη με οργανωτικούς πόρους και πολιτική μνήμη που επανειλημμένα επέτρεψαν μαζική αντίσταση, συμπεριλαμβανομένης της αντίστασης ενάντια στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που επιβλήθηκαν από το Δελχί. Αυτά είναι ιζήματα που οποιαδήποτε επαναστατική στρατηγική στην υπο-ήπειρο πρέπει να λάβει υπόψη στους υπολογισμούς της, αντί να τα απορρίψει ως στασιμότητα του ρεφορμισμού.
Το ίδιο το ινδικό κράτος δεν μπορεί να διαχωριστεί αναλυτικά από το ιστορικό συνεχές της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού. Η επίσημη πολιτική ανεξαρτησία το 1947 δεν οδήγησε σε πλήρη από-αποικιοποίηση της κρατικής δομής. Το μετα-αποικιακό κράτος κληρονόμησε την αποικιοκρατική γραφειοκρατία, το αποικιακό δίκαιο, την αποικιοκρατική στρατιωτική οργάνωση, τις αποικιοκρατικές σχέσεις ιδιοκτησίας, καθώς και ένα αναπτυξιακό μοντέλο βαθιά ενσωματωμένο στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. Η ινδική αστική τάξη αναδύθηκε ιστορικά όχι ως μια ανεξάρτητη επαναστατική τάξη συγκρίσιμη με την κλασική ευρωπαϊκή αστική τάξη του 18ου και 19ου αιώνα, αλλά ως ένα συμβιβασμένο μετα-αποικιοκρατικό αστικό μπλοκ, δομικά συνδεδεμένο με το παγκόσμιο κεφάλαιο και όλο και πιο συνυφασμένο με τους ιμπεριαλιστικούς κύκλους συσσώρευσης. Μετά τη νεοφιλελεύθερη στροφή του 1991, η ενσωμάτωση της Ινδίας στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο επιταχύνθηκε απότομα. Η ιδιωτικοποίηση, η απορρύθμιση, η χρηματοοικονομική απελευθέρωση, η εξάρτηση από τις ξένες επενδύσεις χαρτοφυλακίου, η τεχνολογική εξάρτηση και ο θεαματικός πλουτισμός των δικτύων των κομπραδόρικων ελίτ μετέτρεψαν την Ινδία σε μια βαθιά νεοφιλελεύθερη πολιτική οικονομία που λειτουργεί σύμφωνα με τη λογική του παγκόσμιου καπιταλισμού. Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός της ινδικής καπιταλιστικής τάξης ως απλώς «κομπραδόρικη» απαιτεί μια πιο λεπτή προσέγγιση. Η ινδική μεγαλοαστική τάξη σίγουρα διευκολύνει και επωφελείται από την ιμπεριαλιστική διείσδυση, αλλά διαθέτει επίσης μια ισχυρή εγχώρια βιομηχανική και χρηματοοικονομική βάση και τρέφει τις δικές της υπο-ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες στη Νότια Ασία. Αυτή η αντιφατική θέση — ταυτόχρονα συνεργατική και ανταγωνιστική, εξαρτημένη και επεκτατική — δημιουργεί ενδο-ιμπεριαλιστικές τριβές και ρήξεις εντός του κυβερνώντος μπλοκ, τις οποίες μπορούν να εκμεταλλευτούν οι επαναστάτες. Οι αριστερές κυβερνήσεις της Κεράλα, παρά το διοικητικό βάρος που είχαν σε επαρχιακό επίπεδο, δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από τη δομική υποταγή που επιβαλλόταν από αυτή την εθνική διαμόρφωση, επειδή η δημοσιονομική και οικονομική αρχιτεκτονική στο πλαίσιο της οποίας λειτουργούσαν καθοριζόταν η ίδια από τις νεοφιλελεύθερες μακροοικονομικές προτεραιότητες και την ταξική εξουσία του ινδικού μονοπωλιακού κεφαλαίου.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν αναλυθεί υπό το πρίσμα της θεωρίας των παγκόσμιων συστημάτων και της ανάλυσης της εξάρτησης. Θεωρητικοί όπως ο Σαμίρ Αμίν, ο Ιμμάνουελ Βαλλερστάιν και, αργότερα, οι μαρξιστές του Τρίτου Κόσμου, απέδειξαν πειστικά ότι οι περιφερειακές και ημι-περιφερειακές κοινωνίες δεν ακολουθούν μια αυτόνομη πορεία εθνικής ανάπτυξης· παραμένουν δομικά υποταγμένες στη δυναμική της ιμπεριαλιστικής συσσώρευσης που οργανώνεται σε παγκόσμια κλίμακα. Σε τέτοιες δομές, οι τοπικές κυρίαρχες τάξεις λειτουργούν συνήθως ως μεσάζοντες ενσωματωμένοι σε διακρατικά κυκλώματα κεφαλαίου και όχι ως ιστορικά προοδευτικές εθνικές αστικές τάξεις ικανές για κυρίαρχη αναπτυξιακή μεταμόρφωση. Η Ινδία, παρά το βιομηχανικό της βάρος και τις γεωπολιτικές της φιλοδοξίες, συνεχίζει να παρουσιάζει έντονα χαρακτηριστικά άνισης και εξαρτημένης ανάπτυξης. Η συνύπαρξη προηγμένων τεχνολογικών θύλακων με μαζική αγροτική δυσχέρεια, ένα τεράστιο άτυπο εργατικό δυναμικό, χρόνια υποαπασχόληση, περιφερειακή καθυστέρηση και συγκλονιστική ανισότητα αντανακλά ακριβώς αυτή την αντιφατική ημι-περιφερειακή θέση εντός του παγκόσμιου καπιταλισμού. Η Κεράλα συγκεντρώνει αυτή την αντίφαση σε μια εξαιρετικά οξεία μορφή. Διεθνώς φημισμένη για τους δείκτες ανθρώπινης ανάπτυξης, η οικονομία της πολιτείας παραμένει βαθιά εξαρτημένη από τα εμβάσματα από τον Κόλπο, την επέκταση του τομέα των υπηρεσιών, τον τουρισμό, την αγορά ακινήτων που τροφοδοτείται από τα εμβάσματα, τις καταναλωτικές αγορές και τις ροές εξωτερικού κεφαλαίου, αντί για οποιαδήποτε αυτόκεντρη σοσιαλιστική βιομηχανική μεταμόρφωση. Με άλλα λόγια, το μοντέλο κοινωνικής πρόνοιας της Κεράλα συνυπήρχε με την παγκόσμια καπιταλιστική συσσώρευση και εξαρτάτο εν μέρει από αυτήν, αντί να την υπερβαίνει. Επιπλέον, η πολιτική οικονομία της μετανάστευσης στον Κόλπο δεν είναι ουδέτερη ως προς το φύλο. Βασίζεται σε μια μαζική θηλυκοποίηση της κοινωνικής αναπαραγωγής εντός της ίδιας της Κεράλα — νοικοκυριά που συντηρούνται από την αμισθί και κακοπληρωμένη εργασία φροντίδας των γυναικών, η οποία συχνά παραμένει αόρατη στις αφηγήσεις που μεταβαίνουν από την κοινωνική πρόνοια στον σοσιαλισμό — και διαχωρίζει την εργατική τάξη σε διακρατικό επίπεδο, δημιουργώντας ιεραρχίες μεταξύ πολιτών, και εξωτερικών και εσωτερικών μεταναστών που περιπλέκουν την εμφάνιση ενός ενιαίου προλεταριακού πολιτικού υποκειμένου. Μια υλιστική ανάλυση που αγνοεί την κάστα και το φύλο δεν μπορεί να εξηγήσει πλήρως πώς αναπαράγεται η νεοφιλελεύθερη ηγεμονία στο επίπεδο της καθημερινής ζωής και της δομής του νοικοκυριού, ούτε μπορεί να εντοπίσει όλα τα πιθανά σημεία ρήξης.
Αυτό μας οδηγεί στα δομικά όρια του κοινοβουλευτικού ρεφορμισμού στον Παγκόσμιο Νότο, αλλά πρέπει να διατυπώσουμε αυτά τα όρια με ιστορική προοπτική και όχι ως μια υπερ-ιστορική παγίδα. Οι εκλεγμένες κομμουνιστικές κυβερνήσεις που λειτουργούν στο πλαίσιο καπιταλιστικών ομοσπονδιακών συστημάτων συχνά εμπλέκονται σε ένα οξύ παράδοξο: έχουν αναλάβει την αποστολή να επιλύσουν κοινωνικές κρίσεις που δημιουργούνται από τον καπιταλισμό, ενώ στερούνται του κυριαρχικού ελέγχου που απαιτείται για την κατάργηση των δομών που συνεχώς προκαλούν αυτές τις κρίσεις. Όσο το ιδιωτικό κεφάλαιο διατηρεί τον έλεγχο των επενδύσεων, της παραγωγής, της τεχνολογίας και της δημιουργίας θέσεων εργασίας, οι κομμουνιστικές κυβερνήσεις παραμένουν ευάλωτες στον δημοσιονομικό εκβιασμό, τη διαφυγή κεφαλαίων, τις επενδυτικές απεργίες, τον πόλεμο των μέσων ενημέρωσης, την υπερβολική δικαστική παρέμβαση, και την ιδεολογική αποσταθεροποίηση. Το νεοφιλελεύθερο κράτος ανέχεται τις αριστερές κυβερνήσεις μόνο στο βαθμό που αυτές δεν απειλούν θεμελιωδώς την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Όταν η συστημική μεταμόρφωση γίνεται απτή πιθανότητα, οι μηχανισμοί εξαναγκασμού και ιδεολογίας της αστικής εξουσίας επαναβεβαιώνονται γρήγορα. Αυτό το μοτίβο έχει επαναληφθεί σε ολόκληρη την ημι-περιφέρεια, από τη Λατινική Αμερική έως την Αφρική και τη Νότια Ασία. Ωστόσο, το μοτίβο αυτό δεν αποτελεί αυτόματο μηχανικό νόμο· υλοποιείται μέσω συγκεκριμένων συγκυριών και στρατηγικών επιλογών. Στην Κεράλα, η περίοδος της κατάστασης έκτακτης ανάγκης της δεκαετίας του 1970 έθεσε σε δοκιμασία την ετοιμότητα του κινήματος να υπερασπιστεί τους δημοκρατικούς χώρους, ακριβώς όπως το κύμα απελευθέρωσης μετά το 1991 έθεσε σε δοκιμασία την ικανότητά του να αντισταθεί στη δημοσιονομική αναδιάρθρωση και στην επισφαλή απασχόληση. Οι στρατηγικές αποφάσεις που ελήφθησαν εκείνες τις στιγμές — η προτεραιότητα στην επιβίωση των θεσμών, η προσαρμογή σε ορισμένες νεοφιλελεύθερες προδιαγραφές με παράλληλη προστασία των ελάχιστων επιπέδων κοινωνικής πρόνοιας — πρέπει να εξεταστούν όχι ως ηθικές προδοσίες, αλλά ως ιστορικά καθορισμένες αντιδράσεις, των οποίων οι συνέπειες μπορούν να αναλυθούν διαλεκτικά. Μια επαναστατική στρατηγική σήμερα θα πρέπει να αφομοιώσει αυτά τα διδάγματα, αντί να κηρύξει ολόκληρο το πείραμα αδιέξοδο (Σ.τ.Μ., έμφαση δική μας).
Η εμπειρία της Κεράλα επιβεβαιώνει επίσης μια σημαντική αντίφαση που είχε επισημανθεί ιστορικά από τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία: την τάση προς τη γραφειοκρατικοποίηση και την αποπολιτικοποίηση στο εσωτερικό των μακροχρόνιων κοινοβουλευτικών κομμουνιστικών κινημάτων. Τα επαναστατικά κόμματα αναδύονται αρχικά μέσα από μαζικούς αγώνες, ιδεολογική κινητοποίηση, αντιιμπεριαλιστική αντίσταση και ταξική αντιπαράθεση. Όμως, η παρατεταμένη εμβάθυνση στις κοινοβουλευτικές δομές ασκεί συνεχή πίεση προς την οργανωτική μετριοπάθεια και τη θεσμική προσαρμογή. Τα στελέχη μετατρέπονται σταδιακά σε διοικητικούς υπαλλήλους· η επαναστατική ενέργεια μετασχηματίζεται σε διαχειριστικό πραγματισμό· οι εκλογικοί υπολογισμοί αρχίζουν να αντικαθιστούν τον ιδεολογικό αγώνα· και το κόμμα λειτουργεί όλο και περισσότερο ως μηχανισμός διακυβέρνησης παρά ως όργανο ιστορικής μεταμόρφωσης. Αυτή η διαδικασία δεν προκύπτει από ατομική ηθική παρακμή σε κάποια απλοϊκή ηθική έννοια· προκύπτει επειδή η συμμετοχή εντός των αστικών θεσμών δημιουργεί μια βαρυτική έλξη προς την προσαρμογή. Το κομμουνιστικό κίνημα της Κεράλα ξεπήδησε ιστορικά από μαχητικούς αγροτικούς αγώνες, αντιφεουδαρχική κινητοποίηση, οργάνωση της εργασίας και βαθιά κοινωνική μεταμόρφωση κατά του συστήματος καστών. Τις πρώτες δεκαετίες του κινήματος παρατηρήθηκε μια γνήσια συγχώνευση της ταξικής και της αντι-καστικής πολιτικής, μια επίθεση κατά του βραχμανικού γαιοκτημονικού συστήματος που έδωσε στις κομμουνιστικές οργανώσεις βαθιές ρίζες μεταξύ των φτωχών της υπαίθρου. Ωστόσο, δεκαετίες κοινοβουλευτικής ενσωμάτωσης και γραφειοκρατικοποίησης του κινήματος αλλοίωσαν τον εσωτερικό του χαρακτήρα. Το κόμμα έγινε όλο και περισσότερο συνώνυμο της διακυβέρνησης, της γραφειοκρατίας και της διοίκησης, παρά μιας επαναστατικής ρήξης. Οι νεότερες γενιές, που μεγάλωσαν μέσα στο αισθητηριακό σύμπαν της νεοφιλελεύθερης καταναλωτικής κουλτούρας, σταμάτησαν σταδιακά να αντιλαμβάνονται τον κομμουνισμό ως ένα μετασχηματιστικό πολιτισμικό εγχείρημα· αντίθετα, άρχισαν να βλέπουν την Αριστερά απλώς ως ένα ακόμη εκλογικό εμπορικό σήμα που ανταγωνίζεται στο πλαίσιο του υπάρχοντος συστήματος. Αυτό δεν ήταν πρωτίστως μια αποτυχία της επικοινωνίας, αλλά μια δομική συνέπεια της κοινωνικής αναπαραγωγής υπό τη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία, συμπεριλαμβανομένης της αποσύνθεσης της αλληλεγγύης μεταξύ των κοινωνικών τάξεων σε ανταγωνιστικές διεκδικήσεις ταυτότητας και της διάσπασης των αγροτικών κοινοτήτων υπό την πίεση των σχέσεων γης που καθοδηγούνται από την αγορά.
Η ιδεολογική δύναμη του νεοφιλελευθερισμού απαιτεί σοβαρή θεωρητική ενασχόληση. Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός δεν λειτουργεί μόνο σε οικονομικό επίπεδο· αναδιαμορφώνει την ίδια τη συνείδηση. Μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης, των ψηφιακών πλατφορμών, της κουλτούρας της κατανάλωσης, του φιλόδοξου ατομικισμού, και της εμπορευματοποίησης των κοινωνικών σχέσεων, η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία κατακερματίζει τη συλλογική ταξική συνείδηση, και ανασυνθέτει τα άτομα ως απομονωμένα υποκείμενα της αγοράς. Σε κοινωνίες όπως η Κεράλα, όπου ο αλφαβητισμός, η μετανάστευση, η αστικοποίηση, και η παγκόσμια πολιτισμική ενσωμάτωση είναι συγκριτικά προχωρημένες, η νεοφιλελεύθερη υποκειμενικότητα διαποτίζει την καθημερινή ύπαρξη με ιδιαίτερη ένταση. Σημαντικά τμήματα της μεσαίας τάξης και ακόμη και σημαντικά τμήματα του εργατικού πληθυσμού αναζητούν όλο και περισσότερο την ατομική κινητικότητα εντός του καπιταλισμού παρά τη συλλογική μεταμόρφωση πέρα από αυτόν. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα κομμουνιστικά κόμματα αντιμετωπίζουν τεράστιες δυσκολίες στη διατήρηση της επαναστατικής συνείδησης, εκτός αν εμπλακούν σε μόνιμο ιδεολογικό αγώνα, πολιτική εκπαίδευση, και την οικοδόμηση αντι-ηγεμονικών πολιτιστικών θεσμών. Ο εκλογικός μηχανισμός από μόνος του δεν μπορεί να αμφισβητήσει την πολιτιστική ηγεμονία του παγκόσμιου καπιταλισμού. Ο Γκράμσι είχε κατανοήσει με οξυδέρκεια ότι η αστική κυριαρχία επιβιώνει όχι μόνο μέσω του εξαναγκασμού, αλλά και μέσω της ιδεολογικής ηγεμονίας που είναι ενσωματωμένη στους θεσμούς της κοινωνίας των πολιτών — στα σχολεία, στους θρησκευτικούς φορείς, στα μέσα ενημέρωσης και στη συλλογική ζωή. Ωστόσο, οι σύγχρονες κοινοβουλευτικές αριστερές δυνάμεις συχνά παραμελούν ακριβώς αυτόν τον τομέα του ιδεολογικού αγώνα, ενώ επικεντρώνουν τις δυνάμεις τους στη διακυβέρνηση και στους εκλογικούς κύκλους. Ούτε το ζήτημα των καστών μπορεί να ενταχθεί σε μια αδιαφοροποίητη «ταξική» αφήγηση· διαπερνά τη διαμόρφωση των πολιτικών υποκειμένων, διαιρώντας τους καταπιεσμένους σύμφωνα με γραμμές τελετουργικής ιεραρχίας και διαφοροποιημένης πρόσβασης στη γη, στην εκπαίδευση και στις κομματικές δομές, ακόμη και εντός των κομμουνιστικών κυβερνήσεων. Μια μαρξιστική-λενινιστική ανάλυση, που φιλοδοξεί να είναι επιστημονική, πρέπει επομένως να ενσωματώνει το συγκεκριμένο βάρος της κάστας και της πατριαρχικής κοινωνικής αναπαραγωγής στον ταξικό της χάρτη, αλλιώς κινδυνεύει να εκλάβει την επιφάνεια της εκλογικής πολιτικής ως τη βαθύτερη τεκτονική της ηγεμονίας.
Σε ένα βαθύτερο ιστορικό επίπεδο, η Κεράλα υποχρεώνει τους μαρξιστές να αντιμετωπίσουν το ανεπίλυτο ζήτημα της ίδιας της μετάβασης. Μπορεί ο σοσιαλισμός να αναδυθεί σταδιακά μέσω της εκλογικής συσσώρευσης εντός των αστικών συνταγματικών δομών, ιδίως στις περιφερειακές και ημι-περιφερειακές καπιταλιστικές κοινωνίες που είναι ενσωματωμένες στον ιμπεριαλισμό; Τα ιστορικά δεδομένα υποδηλώνουν όλο και περισσότερο ότι, ενώ οι μεταρρυθμίσεις μπορεί να εξανθρωπίσουν προσωρινά τον καπιταλισμό και μάλιστα να δημιουργήσουν θεσμικά προγεφυρώματα, δεν μπορούν από μόνες τους να καταργήσουν τις δομικές του αντιφάσεις. Το καπιταλιστικό κράτος, αν το εξετάσουμε στον στρατηγικό του πυρήνα, τελικά υπάρχει για να εξασφαλίσει την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Ο σοσιαλισμός, επομένως, απαιτεί όχι απλώς αναδιανομή, αλλά μετασχηματισμό των σχέσεων ιδιοκτησίας, της ταξικής εξουσίας και της κρατικής δομής. Αυτό δεν συνεπάγεται μηχανιστικό εξεγερσιονισμό (Σ.τ.Μ., insurrectionism) ή ρομαντικό βολονταρισμό αποκομμένο από τις συγκεκριμένες συνθήκες· αντίθετα, σημαίνει την ειλικρινή αναγνώριση ότι ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να περιοριστεί σε κοινοβουλευτική διοίκηση εντός ενός καπιταλιστικού πλαισίου. Ο επαναστατικός μετασχηματισμός απαιτεί τον έλεγχο των καίριων τομέων της οικονομίας, την αποτελεσματική κυριαρχία επί της αναπτυξιακής στρατηγικής, τη συστηματική ιδεολογική πάλη ενάντια στην αστική ηγεμονία και την οικοδόμηση νέων μορφών προλεταριακής πολιτικής εξουσίας — συμβούλια, μαζικές οργανώσεις, δομές διπλής εξουσίας — ικανές να αναδιοργανώσουν την κοινωνία πέρα από τη λογική της συσσώρευσης κεφαλαίου. Είναι εδώ που η συγκεκριμένη πορεία του κομμουνιστικού κινήματος της Ινδίας πρέπει να τεθεί υπό την πιο αυστηρή αναλυτική εξέταση. Η επιλογή του κοινοβουλευτικού δρόμου από την κυρίαρχη κομμουνιστική οργάνωση στην Κεράλα δεν ήταν μια αυθόρμητη συνθηκολόγηση· προέκυψε από βαθιές στρατηγικές συζητήσεις στο εσωτερικό της ινδικής Αριστεράς — συζητήσεις σχετικά με τον χαρακτήρα του ινδικού κράτους, τη φύση της αστικής τάξης, τις δυνατότητες ενός Λαϊκού Δημοκρατικού Μετώπου και τα διδάγματα της εξέγερσης των Ναξαλιτών. Η επανεξέταση αυτών των συζητήσεων σήμερα, όχι για να κερδίσουμε πόντους μεταξύ των φατριών αλλά για να εξαγάγουμε τον ιστορικο-υλιστικό πυρήνα, μας επιτρέπει να δούμε ότι τα τρέχοντα όρια του κοινοβουλευτικού ρεφορμισμού δημιουργήθηκαν μέσω συγκεκριμένων πολιτικών ήττων, στρατηγικών ταλαντώσεων και του συντριπτικού βάρους της κρατικής καταστολής, όχι μέσω μιας γενετικής αναποφευκτότητας που είναι εγγεγραμμένη στον ίδιο τον κοινοβουλευτισμό. Ο κοινοβουλευτικός δρόμος έφτασε σε αδιέξοδα που μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνο αν αναλύσουμε επίσης τους δρόμους που είτε μπλοκαρίστηκαν, είτε εγκαταλείφθηκαν είτε κατεστάλησαν βίαια.
Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο οι επιτυχημένες σοσιαλιστικές επαναστάσεις του εικοστού αιώνα δεν προέκυψαν μέσω κοινοβουλευτικών σταδίων, αλλά μέσω μακροχρόνιων επαναστατικών αντικαπιταλιστικών και αντιιμπεριαλιστικών αγώνων που μετέβαλαν την κρατική εξουσία από τη ρίζα της. Η Κίνα, το Βιετνάμ, και η Κούβα δεν κατέληξαν στον σοσιαλισμό απλώς μέσω εκλογικών νικών στο πλαίσιο φιλελεύθερων συνταγματικών τάξεων. Σε κάθε περίπτωση, τα επαναστατικά κινήματα αναδιάρθρωσαν ριζικά τον κρατικό μηχανισμό, εθνικοποίησαν τους τομείς-κλειδιά της οικονομίας, νίκησαν τις τάξεις των κομπραδόρων και των γαιοκτημόνων και καθιέρωσαν κυρίαρχο αναπτυξιακό έλεγχο επί των παραγωγικών δυνάμεων. Κρίσιμα, αυτές οι επαναστάσεις εντάχθηκαν σε αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες εθνικής απελευθέρωσης βαθιά ριζωμένους στις συγκεκριμένες συνθήκες του Παγκόσμιου Νότου. Δεν ήταν αφηρημένα ηθικά εγχειρήματα, αλλά συγκεκριμένοι αγώνες για εθνική αξιοπρέπεια, οικονομική κυριαρχία και επιβίωση του πολιτισμού ενάντια στην ιμπεριαλιστική κυριαρχία. Η κοινοβουλευτική Αριστερά της Κεράλα, αντίθετα, παρέμεινε δομικά περιορισμένη εντός της θεσμικής αρχιτεκτονικής του ινδικού νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και της καταναγκαστικής και δημοσιονομικής αρχιτεκτονικής της Ένωσης, και ως εκ τούτου δεν μπόρεσε ποτέ να υπερβεί πλήρως τις αντιφάσεις που επέβαλε αυτό το πλαίσιο. Ωστόσο, η σημερινή ημι-περιφέρεια δεν είναι αντίγραφο της Κίνας του 1949 ή της Κούβας του 1959. Το στρατηγικό ερώτημα σήμερα είναι πώς να οικοδομήσουμε επαναστατική δύναμη υπό συνθήκες όπου η εργατική τάξη είναι κατακερματισμένη μεταξύ του επίσημου και του άτυπου τομέα, πέρα από τα εθνικά σύνορα, καθώς και λόγω διαχωρισμών που βασίζονται στην κοινωνική τάξη και το φύλο, και όπου η αστική τάξη, όσο και αν έχει υποστεί κομπραδόρικη διάβρωση, εξακολουθεί να διαθέτει ένα πολύπλοκο ρεπερτόριο μέσων συναίνεσης και εξαναγκασμού. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μια απλή επίκληση της εξέγερσης, ούτε μια μελαγχολική παραίτηση μπροστά στα διαρθρωτικά όρια· πρέπει να προκύψει από μια συγκεκριμένη ανάλυση των αντιφάσεων — δημοσιονομικές κρίσεις των κρατών, αγροτική δυσχέρεια, οικολογική κατάρρευση, αδυναμία του καπιταλιστικού κράτους να παρέχει αξιοπρεπή εργασία — και από την οικοδόμηση αντι-ηγεμονικών μπλοκ που συνδέουν τους αγώνες στον χώρο εργασίας, στη γειτονιά και στον οικολογικό τομέα πέρα από τους εκλογικούς κύκλους, χωρίς να απορρίπτουν τη θεσμική εμπειρία που έχει συσσωρευτεί από κινήματα όπως αυτό της Κεράλα.
Η σημερινή κρίση της Αριστεράς στην Κεράλα δεν πρέπει, επομένως, να προκαλεί απελπισία· πρέπει να οδηγήσει σε θεωρητική εμβάθυνση και στρατηγικό αναπροσανατολισμό. Το πρόβλημα δεν είναι ότι «ο σοσιαλισμός απέτυχε» επειδή οι ψηφοφόροι άλλαξαν στάση σε έναν εκλογικό κύκλο. Η εμπειρία της Κεράλα καταδεικνύει τα βαθιά όρια της προσπάθειας να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός χωρίς να μετασχηματιστεί ο ταξικός χαρακτήρας του κράτους και χωρίς να γίνει δομική ρήξη με την ιμπεριαλιστική καπιταλιστική συσσώρευση. Οι εκλογικές νίκες στο πλαίσιο του καπιταλισμού μπορεί να οδηγήσουν σε μεταρρυθμίσεις, και αυτές οι μεταρρυθμίσεις μπορεί να βελτιώσουν ουσιαστικά τη ζωή πολλών, αλλά οι μεταρρυθμίσεις από μόνες τους δεν καταργούν την καπιταλιστική εξουσία και τον έλεγχο. Χωρίς τον έλεγχο των μέσων παραγωγής, των χρηματοοικονομικών, της τεχνολογίας και των οργανωμένων μέσων εξαναγκασμού, το σοσιαλιστικό εγχείρημα παραμένει εκτεθειμένο στον περιορισμό, την ενσωμάτωση και την τελική εξάντληση. Ωστόσο, οι ίδιες οι μεταρρυθμίσεις που εμφανίζονται μόνο ως όρια σε μια ιστορική στιγμή μπορούν, υπό διαφορετικές πολιτικές συνθήκες και διαφορετικό στρατηγικό προσανατολισμό, να γίνουν το έδαφος στο οποίο επεκτείνεται η επαναστατική ικανότητα των μαζών. Το μάθημα της Κεράλα δεν είναι επομένως αντικομμουνιστικό, αλλά βαθιά μαρξιστικό: ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να επιβιώσει απλώς ως σύστημα κοινωνικής πρόνοιας στο πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού· απαιτεί επαναστατική μεταμόρφωση που να βασίζεται στην αντιιμπεριαλιστική κυριαρχία, στην προλεταριακή πολιτική εξουσία, στην αναγνώριση της καταπίεσης λόγω κάστας και φύλου ως συστατικών στοιχείων της ταξικής κυριαρχίας, καθώς και στην αναδιοργάνωση της παραγωγής πέρα από τη λογική του ίδιου του κεφαλαίου. Ωστόσο, η πορεία προς αυτή τη μεταμόρφωση δεν μπορεί να χαραχθεί από ένα θεωρητικό βουνό· πρέπει να οικοδομηθεί μέσα στις συγκεκριμένες αντιφάσεις του παρόντος.
Τελικά, το ζήτημα της Κεράλα δεν αφορά απλώς την Κεράλα. Συγκεντρώνει την κρίση της σύγχρονης κοινοβουλευτικής Αριστεράς σε ολόκληρο τον Παγκόσμιο Νότο. Η νεοφιλελεύθερη παγκόσμια τάξη ανέχεται περιορισμένες μεταρρυθμίσεις αναδιανομής, αλλά αντιστέκεται σθεναρά στον διαρθρωτικό μετασχηματισμό. Τα κομμουνιστικά κινήματα που εγκαταλείπουν την επαναστατική στρατηγική υπέρ της μόνιμης κοινοβουλευτικής διαχείρισης διακινδυνεύουν τη σταδιακή ενσωμάτωσή τους στην ίδια την τάξη που επεδίωξαν να υπερβούν. Οι αντιφάσεις του καπιταλισμού, ωστόσο, εντείνονται σε ολόκληρο τον πλανήτη: η ιλιγγιώδης ανισότητα, η οικολογική κατάρρευση, οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι, η τεχνολογική στέρηση, η αγροτική κρίση, και ο κοινωνικός κατακερματισμός αποκαλύπτουν την εμβάθυνση της παρακμής του νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού πολιτισμού. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ιστορική σημασία του μαρξισμού δεν υποχωρεί· γίνεται πιο επείγουσα. Αλλά ο μαρξισμός μπορεί να διατηρήσει την επαναστατική του ζωτικότητα μόνο αν επανασυνδέσει τον σοσιαλισμό με τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα, τη μεταμόρφωση του κράτους, την οικονομική κυριαρχία και τις συγκεκριμένες υλικές πραγματικότητες του Νότου, αρνούμενος παράλληλα να περιοριστεί σε έναν κοινοβουλευτικό ρεφορμισμό αποκομμένο από το ζήτημα της εξουσίας. Η εμπειρία της Κεράλα, αν την εξετάσουμε διαλεκτικά, δεν σημαίνει το τέλος της κομμουνιστικής πολιτικής. Αποτελεί ένα ιστορικό μάθημα που μας δείχνει ότι, χωρίς την επαναστατική αναδιάρθρωση του κράτους και της οικονομίας και χωρίς τη δημιουργία ενός αντι-ηγεμονικού μπλοκ που θα ξεπερνά τα χάσματα της τάξης, της κάστας και του φύλου, οι εκλογικές νίκες από μόνες τους δεν μπορούν να ξεπεράσουν τις δομικές αντιφάσεις του περιφερειακού καπιταλισμού που είναι ενσωματωμένος στο ιμπεριαλιστικό παγκόσμιο σύστημα. Αυτό το μάθημα, αν το αφομοιώσουμε σωστά, δεν συμβουλεύει την υποχώρηση· απαιτεί ένα στρατηγικό άλμα.
Προτεινόμενα Διαβάσματα:
1-Communism in India — Bidyut Chakrabarty
2-Left Radicalism in India — Bidyut Chakrabarty
3-Maoism in India — Bidyut Chakrabarty
4-Indian Politics and Society Since Independence — Bidyut Chakrabarty
5-Indian Government and Politics — Bidyut Chakrabarty
6-Politics, Ideology and Nationalism — Bidyut Chakrabarty
7-Colonial Institutions and Civil War — Shivaji Mukharji
8- A Study in the Formation of Communist Thought in India, 1919–1951 — Ammar Ali Jan
9- Forging Capitalism in Nehru’s India: Neocolonialism and the State, c. 1940–1970 — Nasir Tyabji
10- No Free Left: The Futures of Indian Communism — Vijay Prashad
*Πήραμε την κεντρική εικόνα από το facebook του Dr. APJ Abdul Kalam Centre.