KKE: Αριστερισμός στα λογία, δεξιός οπορτουνισμός στην πράξη (Ο φασισμός, ο αντιφασισμός και το ΚΚΕ)
του Βασίλη Λιόση
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
Δ. ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΧΩΡΙΣ ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΑΝΤΙΚΡΥΣΜΑ
Κάθε φορά που διαβάζει κάποιος ένα άρθρο του «Ριζοσπάστη» ή μια ομιλία στελέχους του ΚΚΕ και κάνει τις συγκρίσεις με το παρελθόν του κόμματος, διαπιστώνει μία αδιανόητη ιδεολογική και πολιτική στροφή. Και κάθε φορά που λέει ότι «τα έχω δει όλα», έρχεται ένα νέο άρθρο να του αποδείξει ότι ακόμη «δεν τα έχει δει όλα».
Τελευταία περίπτωση που μας άφησε κυριολεκτικά άφωνους είναι ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στον κυριακάτικο «Ριζοσπάστη» στις 3-4 Οκτωβρίου με τον τίτλο «Κάλπικος αντιφασισμός ευρωνατοϊκής κοπής» το οποίο υπογράφεται από τον Δημήτρη Κοιλάκο, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ. Είναι προφανές ότι δεν πρόκειται για μία προσωπική τοποθέτηση αλλά για τη συνολική οπτική της ηγεσίας.
Α. ΠΕΡΙ ΚΙΒΔΗΛΟΥ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΜΟΥ
Το άρθρο περιγράφει τον κίβδηλο αντιφασισμό της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας και επ’ αυτού δεν έχουμε να παρατηρήσουμε κάτι μεμπτό. Ωστόσο, αναφύεται αναγκαστικά ένα ερώτημα. Αν αυτός ο αντιφασισμός είναι κίβδηλος (που είναι), υπάρχει νόημα στο να μιλάμε σήμερα για αντιφασισμό και αν ναι με ποιο τρόπο;
Η αλήθεια είναι ότι το κείμενο προς το τέλος απαντάει σε αυτό το ερώτημα και ταυτίζει τον αντιφασισμό με τον αντικαπιταλισμό. Ουσιαστικά βάζει από το παράθυρο τη λογική ενός εκ των πιο σκληρών αριστεριστών του 20ού αιώνα –συγκεκριμένα του Μπορντίγκα– ο οποίος θεωρούσε ότι η αστική δημοκρατία και ο φασισμός είναι απλώς και μόνο εκφάνσεις της ίδιας και της αυτής αστικής πολιτικής. Όποιος είναι φορέας αυτής της άποψης αδυνατεί να δει την ιδιαιτερότητα της πιο σκληρής εκδοχής της αστικής δικτατορίας. Αν αστική δημοκρατία και φασισμός/ναζισμός δεν πολυδιαφέρουν, τότε δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία η κατάργηση των κομμάτων, η απαγόρευση δράσης των συνδικάτων, ο απόλυτος έλεγχος των ΜΜΕ, οι φυλακίσεις, οι διώξεις, οι δολοφονίες, τα βασανιστήρια, οι μαζικές εκτελέσεις, οι θάλαμοι αερίων, η διάδοση των πιο φρικωδών ιδεών. Να σημειωθεί ότι στην Ιταλία του μεσοπολέμου προέκυψε το πρώτο μαζικό αντιφασιστικό κίνημα στην Ευρώπη, οι Arditi del Popolo, που συγκρούονταν με τους φασίστες. Ο Μπορντίγκα εμφορούμενος από έναν άκρατο σεχταρισμό δεν επιθυμούσε καμία συμπόρευση με αυτό το κίνημα σε αντίθεση με τον Γκράμσι και την Κομμουνιστική Διεθνή η οποία απέστειλε γράμμα προς την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας ασκώντας κριτική για τη μη προσέγγιση των κομμουνιστών με τους Arditi del Popolo.
Αλλά για να μην θεωρητικολογούμε ας πάμε σε κάτι πολύ πρακτικό: σήμερα που η ακροδεξιά και οι νεοναζιστικές δυνάμεις είτε βρίσκονται στην κυβερνητική εξουσία είτε προαλείφονται σε μία σειρά χωρών τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και εκτός αυτής, πρέπει ένας επαναστατικός φορέας να έχει μία μετωπική πολιτική απέναντι σε αυτό το πολιτικό φαινόμενο; Πρέπει στα συνδικάτα να υπάρχουν πλαίσια πάλης σε μία κατεύθυνση ενιαιομετωπική όπου θα καλούνται και άλλες δυνάμεις να πάρουν θέση και να παλέψουν κάτω από κοινά αιτήματα; Πρέπει, για παράδειγμα, να λαμβάνονται ενωτικές πρωτοβουλίες στον χώρο της εκπαίδευσης όπου οι νεοναζί επιχειρούν να διεισδύσουν στη νεολαία και μάλιστα με ορατά αποτελέσματα; Ή πρέπει ο επαναστατικός, εντός ή εκτός εισαγωγικών, φορέας κινούμενος με μία λογική ιδεολογικής καθαρότητας, να μιλάει γενικά και αόριστα για την επανάσταση και τον κομμουνισμό νομίζοντας ότι έτσι θα αντιμετωπίσει τον σύγχρονο πολιτικό βρικόλακα;
Β. Ο ΕΚΛΕΚΤΙΚΙΣΜΟΣ
Μία μόνιμη παθογένεια πολλών σχηματισμών της Αριστεράς είναι ο εκλεκτικισμός. Με βάση αυτήν την τακτική επιλέγονται κατά το δοκούν θεωρητικά αποφθέγματα ή ιστορικές περιστάσεις που θέλουν να εξυπηρετήσουν ένα κατασκευασμένο ιδεολόγημα. Πρόκειται για έναν αντιδιαλεκτικό τρόπο ανάγνωσης των ιστορικών συμβάντων.
Έτσι συχνά πυκνά και προκειμένου να αποδειχθεί η δήθεν αποτυχία των αντιφασιστικών μετώπων του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, δηλαδή της τακτικής των κομμουνιστών απέναντι στον φασισμό, επιλέγονται παραδείγματα για να υπογραμμίσουν την αποτυχία αυτής της τακτικής. Ως εκ τούτου, ο συγγραφέας του εν λόγω άρθρου αναφέρεται, για παράδειγμα, στην κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία. Ούτε επ’ αυτού θα έχουμε ένσταση. Αλλά δεν έχει σημασία μόνο τι λέγεται αλλά και τι δεν λέγεται.
Το πρώτο που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι σε μία τακτική με διεθνείς διαστάσεις, ασφαλώς και θα γίνουν λάθη. Ασφαλώς και θα υπάρξουν διαφορετικές ερμηνείες μιας γραμμής. Αυτό συμβαίνει πάντα. Όποιος νομίζει ότι όλα γίνονται με όρους αμόλυντους και άσπιλους παντού και πάντα, τότε δεν έχει καμία επαφή με την πραγματικότητα.
Το δεύτερο που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι η γραμμή των αντιφασιστικών μετώπων που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα, στη Σερβία, στην Τσεχοσλοβακία, στη Σοβιετική Ένωση και αλλού ήταν αυτή που έφερε τη νίκη επί του φασιστικού άξονα, εκτόξευσε την επιρροή των κομμουνιστικών κομμάτων, οδήγησε σε σκληρές ταξικές αναμετρήσεις και σε κάποιες περιπτώσεις οδήγησε στην κατάκτηση της εξουσίας. Θα το πούμε για πολλοστή φορά. Η γραμμή του τότε ΚΚΕ για συγκρότηση ενός εθνικού απελευθερωτικού μετώπου, του ΕΑΜ δηλαδή, δημιούργησε ένα κίνημα αντίστασης πρότυπο για όλη την Ευρώπη, συσπείρωσε γύρω από το ΕΑΜ 1,5 εκατομμύριο μέλη και στις γραμμές του ΚΚΕ πάνω από 400.000. Αν το ΕΑΜ δεν είχε συγκροτηθεί και είχε επικρατήσει η τροτσκιστική γραμμή για «συναδέλφωση στα χαρακώματα με τα ταξικά μας αδέρφια τους Γερμανούς στρατιώτες», όχι μόνο δεν θα είχε συγκροτηθεί κανένα κίνημα αλλά ο ελληνικός λαός δεν θα είχε συμβάλει στο τσάκισμα του φασισμού. Δεν θα είχε δημιουργηθεί η λαϊκή εξουσία στην ελεύθερη Ελλάδα με πρωτόγνωρους θεσμούς αυτοοργάνωσης και αυτοδιοίκησης: τα ελληνικά σοβιέτ. Είναι απορίας άξιο πώς αυτά τα ιστορικά διδάγματα πετιούνται στον κάλαθο των αχρήστων και προβάλλονται επιλεκτικά παραδείγματα για να δικαιώσουν μία αποτυχημένη ιστορικά γραμμή.
Να σημειωθεί επιπλέον πως ενώ το ΕΑΜ ιδρύθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου του 1941, ο κυριακάτικος «Ριζοσπάστης» στις 26-27 Σεπτεμβρίου δεν έγραψε τίποτα! Αυτό δεν είναι απλώς και μόνο υποβάθμιση. Είναι μία συνειδητή πολιτική και ιδεολογική επιλογή που φτύνει κατάμουτρα την ιστορία του κόμματος.
Γ. Η ΑΚΡΟΔΕΞΙΑ ΩΣ ΟΦΘΑΛΜΑΠΑΤΗ
Εντύπωση προκαλεί και το γεγονός ότι το κείμενο μιλάει για τον «λεγόμενο “ακροδεξιό” χώρο»!!! Τι είναι, λοιπόν αυτός ο χώρος; Και «λεγόμενος» και το ακροδεξιός εντός εισαγωγικών! Αυτό είναι πραγματικά κάτι καινούργιο και επιβεβαιώνει την παραπάνω διαπίστωσή μας για τη λογική του Μπορντίγκα. Και για να αποδείξει το ορθό τέτοιων απόψεων, ο αρθρογράφος μάς πληροφορεί ότι αυτή η λεγόμενη, όπως τη χαρακτηρίζει, σημερινή ακροδεξιά διαφέρει από τον φασισμό του μεσοπολέμου και μάλιστα «ανεξάρτητα από το αν στους κόλπους τους ενσωματώνουν (σ.σ. τα κόμματα αυτά) και αμιγώς φασιστικές δυνάμεις ή τέτοιες αναπτύσσονται και στην περίμετρό τους». Επομένως, αν σε αυτά τα κόμματα υπάρχουν αρνητές του ολοκαυτώματος, προάγονται οι πιο ρατσιστικές ιδέες απέναντι σε μετανάστες και πρόσφυγες, συγκροτούνται πολλές φορές νεοφασιστικά κινήματα, προάγεται η πιο σκληρή και χυδαία αντικομμουνιστική εκστρατεία, μας είναι εντελώς αδιάφορο! Πρόκειται για μια ακροδεξιά σε εισαγωγικά! Και αλήθεια στο AfD πρόκειται για κάποιες περιφερειακές δυνάμεις ή για την ηγεσία του κόμματος; Τα σημερινά παρακλάδια της Χρυσής Αυγής και όλος ο πολιτικός ακροδεξιός θεσμός, τι ακριβώς είναι; Μία ακροδεξιά σε εισαγωγικά; Να θυμίσουμε μόνο ότι στις τελευταίες ευρωεκλογές τα τρία μεγαλύτερα ακροδεξιά κόμματα της Ελλάδας έλαβαν αθροιστικά ποσοστό κοντά στο 20%.
Μάλιστα, διαπιστώνεται ότι αυτές οι δυνάμεις για να εγκλωβίσουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια μιλάνε για την παραγωγική ανασυγκρότηση, την επαναβιομηχάνιση, τις κρατικοποιήσεις, την επιστροφή στο λιγνίτη για πιο φθηνό ρεύμα, την ενεργειακή αυτάρκεια της χώρας. Πράγματι αυτό το κάνουν για να εγκλωβίσουνε λαϊκά στρώματα, αλλά άραγε αυτά τα αιτήματα δεν θα έπρεπε να είναι αιτήματα της κομμουνιστικής Αριστεράς;
Η υπερπροβολή των στρατηγικών στόχων και του κομμουνισμού, ειδικά στην παρούσα φάση, δεν προσφέρει τίποτα και αν θέλουμε πραγματικά να υπάρξουνε συνειδησιακές ρηγματώσεις στον κόσμο προς αυτή την κατεύθυνση, δηλαδή προς την κατεύθυνση της υιοθέτησης των κομμουνιστικών ιδεών, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τη διαλεκτική σύνδεση της τακτικής με τη στρατηγική. Από την κατάθεση προτάσεων που θα σκιαγραφούν έναν άλλο δρόμο άμεσων απαντήσεων που θα είναι ταυτόχρονα ρηξικέλευθες. Διότι αν αυτό δεν το κάνει η κομμουνιστική Αριστερά, τότε αφήνει όλο το πεδίο ανοιχτό στην ακροδεξιά (χωρίς εισαγωγικά) και στο νεοναζισμό και οι ιστορικές της ευθύνες (της Αριστεράς) για κάτι τέτοιο θα είναι τεράστιας έκτασης.
Δ. ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΧΩΡΙΣ ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΑΝΤΙΚΡΥΣΜΑ
Η πρόταση του αρθρογράφου για το σήμερα είναι η διατήρηση της ιδεολογικοπολιτικής αυτοτέλειας του κομμουνιστικού κινήματος. Η διατήρηση της αυτοτέλειας των κομμουνιστικών κομμάτων ασφαλώς και πρέπει να αποτελεί επιδίωξη, μόνο που με αυτό το αίτημα ο αρθρογράφος υπόρρητα μας λέει ότι δεν πρέπει να πραγματοποιείται καμία απολύτως πολιτική και κοινωνική συμμαχία και για κανέναν απολύτως λόγο. Δηλαδή, με το πρόσχημα της διατήρησης αυτής της αυτοτέλειας υποκρύπτεται ένας ακραίος σεχταρισμός που το μόνο που έχει να προσφέρει είναι τέλμα και ήττες.
Στο άρθρο, προτείνεται επίσης ως αναλυτικό εργαλείο για το φαινόμενο της ακροδεξιάς η λενινιστική ανάλυση για τον ιμπεριαλισμό. Ούτε σε αυτό θα έχουμε αντίρρηση μόνο που υπάρχει πάλι μια «τρύπα». Ο ιμπεριαλισμός του Λένιν είχε γραφτεί σε συνθήκες που ακόμα το ρεύμα του φασισμού και του ναζισμού ήταν στα σπάργανα και ως εκ τούτου δεν μπορούσε αντικειμενικά να ληφθεί υπόψη το συγκεκριμένο φαινόμενο. Είναι προφανές ότι όχι μόνο ο αρθρογράφος αλλά και όλη η ηγεσία του ΚΚΕ απορρίπτει μετά βδελυγμίας την εξαιρετική εισήγηση του Δημητρόφ στο 7ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς που αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη προσέγγιση του φασιστικού φαινομένου και προτείνει τον τρόπο αντιμετώπισής του από το κομμουνιστικό κίνημα. Ο Δημητρόφ α) κατανόησε πως ο φασισμός είναι η πολιτική των πιο αντιδραστικών μονοπωλίων, β) υπογράμμισε πως ο φασισμός αποτελεί την αντικατάσταση της ταξικής κυριαρχίας της αστικής τάξης από την πιο τρομοκρατική δικτατορία, γ) συνειδητοποίησε πως απαιτούνται κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες για την αντιμετώπιση του φασισμού. Η μη αναφορά, από την πλευρά της ηγεσίας του ΚΚΕ, στο 7ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς δεν αποτελεί απλώς μια παράλειψη αλλά μια απολύτως συνειδητή επιλογή. Συνιστά μια παραλλαγή της θεωρίας του σοσιαλφασισμού, της λανθασμένης θεώρησης της Κομμουνιστικής Διεθνούς πριν το 7ο συνέδριο. Το σχήμα του σοσιαλφασισμού ταύτιζε φασισμό και σοσιαλδημοκρατία χαρακτηρίζοντάς τα ως δίδυμα αδέλφια και αποδείχτηκε καταστροφικό για την ανάπτυξη και την υπόσταση των κομμουνιστικών κομμάτων. Ευτυχώς οι κομμουνιστές εκείνης της εποχής συνειδητοποίησαν το λάθος τους και με αυτοκριτικό τρόπο μετασχημάτισαν την τακτική τους.
Προς το τέλος το κείμενο μάς καλεί να γενικεύσουμε την πείρα των μπολσεβίκων μπροστά στον Α΄ παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την πολιτική τους γραμμή από τον Φλεβάρη ως τον Οκτώβρη που οδήγησε στην οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση. Επομένως, σύμφωνα με την ηγεσία του ΚΚΕ, από εδώ και έπειτα κάθε πόλεμος που διεξάγεται στην υφήλιο οφείλει να συνδέει τη γραμμή ενός κομμουνιστικού κόμματος με την εμπειρία του Α΄ παγκόσμιου πολέμου. Έτσι, ενώ ο αρθρογράφος μάς μιλάει για τις διαφορετικές συνθήκες του τότε και του σήμερα για να αντικρούσει την ανάγκη αντιφασιστικής πάλης πέφτει σε μία αντίφαση: μας καλεί να υιοθετήσουμε μία γραμμή που εφαρμόστηκε πριν από περίπου 110 χρόνια στις σημερινές συνθήκες. Ακριβώς για αυτό τον λόγο η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ μιλάει για ιμπεριαλιστική σύγκρουση ανάμεσα στη Ρωσία και το ΝΑΤΟ, ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα και ανακαλύπτει ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις στην περίπτωση της Βενεζουέλας και του Ιράν ακόμα και σε αυτή τη σφαγή της Γάζας.
Ας σημειωθεί ακόμα πως η τακτική των μπολσεβίκων πριν από τον Φλεβάρη και με βάση την προτροπή του αρθρογράφου κρίνεται ως απορριπτέα και προφανώς και ως οπορτουνιστική. Ωστόσο, δεν τολμά να το γράψει με αυτό τον τρόπο αν και πρέπει να πούμε ότι σε παλαιότερο άρθρο η σκέψη του Λένιν τεμαχίζεται σε δυο περιόδους με την πρώτη να είναι, εμμέσως πλην σαφώς, απορριπτέα. Επιπροσθέτως, όλη η παρελθούσα πολιτική του ιστορικού ΚΚΕ κρίνεται ως οπορτουνιστική αφού κατ’ επανάληψη η σημερινή στροφή έχει χαρακτηριστεί ως «αποκατάσταση των επαναστατικών χαρακτηριστικών του κόμματος».
Σε κάθε περίπτωση Στάλιν, Δημητρόφ, Ζαχαριάδης και χιλιάδες κομμουνιστές που έπαιξαν κορώνα γράμματα τη ζωή τους ή και τη θυσίασαν κρίνονται ως οπορτουνιστές από ανθρώπους που κρίνουν από τη σιγουριά του καναπέ τους επαναστάτες του 20ου αιώνα.
* * * *
Τελειώνουμε αυτό το άρθρο με μία παρατήρηση. Ποτέ ένα ιστορικό γεγονός που εξελίσσεται στο σήμερα δεν είναι μία απλή επανάληψη κάποιου παρελθόντος συμβάντος. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ιστορικές αναλογίες. Οι ιστορικές αναλογίες ανάμεσα στο σήμερα και τον μεσοπόλεμο είναι υπαρκτές: α) ο καπιταλισμός περνάει από μία κρίση, β) το σύστημα και τμήματα του κεφαλαίου προωθούν τις πιο αντιδραστικές ιδέες, γ) υπάρχει μια γενικευμένη οσμή μιας παγκόσμιας πολεμικής σύρραξης. Η διαφορά είναι ότι δεν υπάρχει Σοβιετική Ένωση και το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα βρίσκεται σε παρατεταμένη κρίση αλλά αυτό δεν αναιρεί την ανάγκη συγκρότησης ενός κινήματος που θα εναντιώνονται στο ό,τι αντιδραστικό και θα προασπίζεται τις δημοκρατικές ελευθερίες του λαού.
Σήμερα, που η ακροδεξιά και οι νεοναζιστικές δυνάμεις αποτελούν βασικό κομμάτι του αστικού πολιτικού κόσμου τίθενται τα εξής ερωτήματα: πρέπει τα σωματεία, οι φοιτητικοί σύλλογοι, ο εκπαιδευτικός κόσμος, η προοδευτική διανόηση να υπενθυμίζουν στον κόσμο τι σημαίνει φασισμός και ναζισμός; Να τονίζουν την ιστορική τους ιδιαιτερότητα; Να παίρνουν πρωτοβουλίες για εκδηλώσεις προκειμένου να ανακόψουν την ακροδεξιά και νεοναζιστική επέλαση; Να προβάλλουν αντιφασιστικές ταινίες και να παρακολουθούν αντιφασιστικά θεατρικά έργα; Να προτείνουν αντιφασιστικά βιβλία; Να διοργανώνουν και να συμμετέχουν σε συζητήσεις σχετικές με την ακροδεξιά και τον ναζισμό; Να παίρνουν μέρος σε αντιφασιστικές συναυλίες; Να αποδεικνύουν ότι η ακροδεξιά είναι ο προθάλαμος του φασισμού; Αν κάποιος απαντήσει αρνητικά –εν προκειμένω η ηγεσία του ΚΚΕ– στα παραπάνω ερωτήματα τότε είναι υπόλογος και υποχρεούται να εξηγήσει το γιατί. Αν η ηγεσία του ΚΚΕ απαντήσει θετικά, πράγμα που είναι ευκταίο, τότε έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα του κειμένου που σχολιάσαμε. Όπως και να έχει, κάποιος πρέπει να πάρει την πρωτοβουλία γιατί αύριο θα είναι αργά.
Η κρίση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος δεν αφορά μόνο την απίσχναση των κομμάτων ή τη σοσιαλδημοκρατικοποίησή τους αλλά και τη στρέβλωση της ιστορίας και το πέταμα της ιστορικής εμπειρίας. Υπάρχει ο ιστορικός αναθεωρητισμός των αστών αλλά δυστυχώς και κάποιων που μιλάνε στο όνομα του κομμουνισμού. Κι ας μην ξεχνάμε ότι ο οπορτουνισμός δεν είναι μόνο δεξιός είναι και αριστερός. Στην περίπτωση του ΚΚΕ έχουμε αριστερισμό στα λόγια και δεξιό οπορτουνισμό στην πράξη αφού ο σεχταρισμός οδηγεί σε απραξία.
Σήμερα δεν έχουμε ακριβώς κόμματα όπως αυτά του Μουσολίνι και του Χίτλερ, αλλά ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι τα σημερινά ακροδεξιά μορφώματα δεν θα μετατραπούν σε τέτοια; Αν ο πόλεμος φτάσει προ των πυλών, αν η οικονομική κρίση γενικευθεί, αν υπάρξουν κοινωνικές εκρήξεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν, θα υπάρξει σκληρότατη απάντηση από την πλευρά του κεφαλαίου. Και δεν θα είναι μία προληπτική αντεπανάσταση αλλά μία πραγματική, εκτεταμένη και ακραία βίαιη αντεπανάσταση που θα τσακίσει κάθε δύναμη αμφισβήτησης και αντίστασης με ό,τι πιο αντιδραστικό υπάρχει. Όποιος αυτό δεν το καταλαβαίνει και δεν προετοιμάζεται για αυτό, θα μείνει σε υπερεπαναστατικές φρασεολογίες και διακηρύξεις που δεν φέρνουν κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Και θα αποδειχτεί επικίνδυνος για τον λαό και το λαϊκό κίνημα.