1

Κοινωνική και οικονομική ιστορία της Λατινικής Αμερικής 19ος – 20ος αιώνας

 

του Φίλιππου Μπαρδουνιώτη

 

Η ΙΣΧΥΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα επιταχύνθηκε η οικονομική ανάπτυξη στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Κύριοι άξονες της ανάπτυξης υπήρξαν: η κατασκευή δικτύου σιδηροδρόμων και λιμανιών σε όχθες ποταμών και ακτών, η πλατιά χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας και του ατμού, η οργάνωση τηλεγραφικού δικτύου.

Οι σοβαρές πρόοδοι της οικονομίας, διαμόρφωσαν νέα ταξική διάρθρωση στις κοινωνίες της Λατινικής Αμερικής. Η βασική αιτία ήταν η εμπορευματοποίηση της γης. Το πέρασμα από την παραδοσιακή αγροτική οικονομία, στην εμπορευματική αγροτική οικονομία, που υπήρξε ο βασικός πυλώνας της καπιταλιστικής ανάπτυξης, επέφερε τη σταδιακή, και σε κάποιες περιπτώσεις γρήγορη και βίαιη συγκεντροποίηση της γης στα χέρια τσιφλικάδων, μέσω της αρπαγής εκτάσεων των ντόπιων ινδιάνικων φυλών, μικροϊδιοκτητών χρεωμένων με δάνεια στους τσιφλικάδες, και την παραχώρηση κρατικής γης. Η απελευθέρωση δούλων και δουλοπάροικων, αλλά και η ιδιωτικοποίηση της γης, επέφερε την ύπαρξη μεγάλου αριθμού φτηνών εργατικών χεριών για τις φυτείες και την αναδυόμενη βιομηχανία.

Η ΑΝΙΣΟΜΕΤΡΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ Ο ΕΚΤΑΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ

Ο κύριος χαρακτήρας της οικονομίας των χωρών της Λατινικής Αμερικής ήταν αγροτοβιομηχανικός και κτηνοτροφικός, με ανισόμετρη παραγωγή και εκτατική ανάπτυξη. Ο στόχος ήταν οι εξαγωγές γεωργικών προϊόντων και ορυκτών στις ιμπεριαλιστικές χώρες της Ευρώπης και των ΗΠΑ.

Οι περισσότερες χώρες στηρίχτηκαν σε συγκεκριμένη ανάπτυξη παραγωγής και εξαγωγής προϊόντων και πρώτων υλών. Η ανισομετρία στην ανάπτυξη της οικονομίας, αρχικά φαίνεται στη διαφορετικότητα Βορρά και Νότου. Στις Βόρειες χώρες, οι οικονομίες επικεντρώθηκαν σε αγροτικές μονοκαλλιέργειες εξωτικών φρούτων και πρώτων υλών. Κυριάρχησαν κυρίως η μπανάνα (χώρες της κεντρικής Αμερικής και Καραϊβικής) και ο καφές (Ελ Σαλβαδόρ, Γουατεμάλα, Κόστα Ρίκα). Το Μεξικό αποτελεί μια εξαίρεση, αφού χωρίστηκε σε δυο οικονομικές ζώνες. Στο Νότο υπερίσχυσε η αγροτική οικονομία, ενώ στο Βορρά, σημαντικό ρόλο έπαιξε η εξαγωγή μετάλλων. Αυτός ήταν και ο λόγος μιας κάπως σοβαρής ανάπτυξης της μεταλλοβιομηχανίας στη χώρα.

Στο Νότο, η οικονομική ανάπτυξη ήταν πιο ποικίλη. Στην Αργεντινή, με τις μεγάλες εκτάσεις της Πάμπας[1], αναπτύχθηκε κυρίως η παραγωγή σιτηρών, η εμπορευματική κτηνοτροφία, με εκτροφή προβάτων μερίνο που ήταν πλούσια σε μαλλί. Στη Βραζιλία, ο καφές κατείχε το 50% των εξαγωγών. Στη Χιλή και στη Βενεζουέλα κυριάρχησαν η παραγωγή νιτρικών αλάτων και η πετρελαιοβιομηχανία αντίστοιχα.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, η ανισομετρία Βορρά – Νότου, αλλάζει κάπως με την ανακάλυψη πετρελαιοπηγών σε Αργεντινή, Βενεζουέλα, Βραζιλία και Μεξικό. Στο τελευταίο, χαρακτηριστική είναι η αύξουσα τάση της παραγωγής πετρελαίου: από μισό εκατομμύριο τόνους, αυξήθηκε σε οκτώ εκατομμύρια. Στην Αργεντινή, παρακμάζει η παραγωγή μαλλιού και τη θέση της παίρνει η βιομηχανία κρέατος, με την εκτροφή αγελάδων σάθορν. Το 1917, παραμονές του πρώτου ιμπεριαλιστικού πολέμου, άρχισαν διανομή πετρελαίου προς την Ευρώπη τα πρώτα δεξαμενόπλοια. Το ίδιο έτος, άρχισε και η εξόρυξη χαλκού στη Χιλή (το νίτρο πέρασε σε παρακμή), και σε έγχρωμα μέταλλα στη Κολομβία, στο Περού, στο Μεξικό και στη Βενεζουέλα.

ΤΑΞΙΚΗ ΙΣΧΥΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΣΤΟΤΣΙΦΛΙΚΑΔΙΚΗΣ[2] ΤΑΞΗΣ ΣΤΙΣ ΧΩΡΕΣ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ

Πολλοί τσιφλικάδες, με την καπιταλιστική ανάπτυξη, βρέθηκαν να αποκτούν εργοστάσια ζάχαρης, κονσερβών, βυρσοδεψίας κ. α.. Από την άλλη, οι μεγαλοαστοί, ήταν ταυτόχρονα και γαιοκτήμονες. Γι’ αυτό και οι τελευταίοι επέτρεψαν την επιβίωση της μεγάλης γαιοκτησίας.

Ιδεολογικός βραχίονας τις αστοτσιφλικάδικης τάξης ήταν η καθολική εκκλησία που προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα. Αυτός ήταν και ο λόγος που σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής η εκκλησία διατήρησε τα οικονομικά και πολιτικά της δικαιώματα.

Τα λαϊκά στρώματα, ζούσαν σε μια παρατεταμένη εξαθλίωση. Το σύστημα παραγωγής πεονάζ στην αγροτική οικονομία απλώθηκε παντού. Οι γαιοκτήμονες, νοίκιαζαν τη μισή γη τους για ένα ως τρία χρόνια και την άλλη μισή την κράταγαν για την καλλιέργεια προϊόντων προς εξαγωγή, όπως βαμβάκι, λινάρι, καφές, ή για βοσκοτόπια. Οι πεόν, μεροκαματιάριδες γης, ζούσαν με τις οικογένειες τους στα αγροκτήματα των τσιφλικάδων. Σταδιακά, μετατρέπονταν σε δούλους, λόγω χρεών προς τους τσιφλικάδες. Έτσι, οι τελευταίοι χτύπαγαν 100% την εργατική δύναμη των λαϊκών στρωμάτων, έχοντας τεράστια κέρδη από την ανάπτυξη. Παράδειγμα, η άνοδος του ΑΕΠ σε χώρες όπως το Μεξικό (8%), αλλά και η ανάδειξη της Αργεντινής σε τρίτο εξαγωγέα σιτηρών παγκοσμίως, αποδεικνύουν την τεράστια κερδοφορία του κεφαλαίου και την συγκεντροποίηση του παραγόμενου πλούτου.

 Η εμπορευματική γεωργία αναπτύχθηκε με μισοφεουδαρχικά λατιφούντια. Η καπιταλιστική ανάπτυξη, αντί να καταστρέψει τη μεγάλη γαιοκτησία, αντίθετα τη δυνάμωσε. Τα λατιφούντια αναπτύχθηκαν παντού: «φαζέτα» στη Βραζιλία, «φούντο» στη Χιλή, «ενστάνσια» στην Αργεντινή, «ασιέντα» σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής. Οι αστοτσιφλικάδες, σε πολλές περιπτώσεις, περνούσαν σε αυθαίρετη αύξηση της γης τους, μέσω του στρογγυλέματος των εκτάσεων προς τα πάνω. Αυτή η πρακτική εφαρμόστηκε κυρίως στη Βραζιλία.

Τα πολιτικά καθεστώτα που αναδύθηκαν ήταν αντανάκλαση της οικονομίας  των χωρών. Στην πλειονότητα τους, τα κράτη πήραν την μορφή της αστικής δικτατορίας. Κάθε αντιπολίτευση που θα μπορούσε να υπονομεύσει την ταξική κυριαρχία της αστοτσιφλικάδικης τάξης και των ιμπεριαλιστικών ξένων πολυεθνικών, τσακιζόταν άμεσα. Στην Βενεζουέλα, δικτατορία Γκουσμάν (1870-1888) – Γκόμεζ (1908-1935), στη Γουατεμάλα δικτατορία Μπάριος (1873 -1885), στο Ελ Σαλβαδόρ Σαλντιβάρ (1876 -1885), στη Νικαράγουα η δικτατορία Σελάγια (1893-  1909). Η πιο χαρακτηριστική από όλες ήταν η δικτατορία του Πορφίριο Ντίαζ στο Μεξικό (1876-1910). Έφτασε στο σημείο να υποβαθμίσει τον θεσμικό ρόλο του κοινοβουλίου, ενώ η αντιπολίτευση και η ελευθεροτυπία από το 1884, καταργήθηκαν.

Στα τέλη του 19ου αιώνα ευνοήθηκε μια μεγάλη εισροή μεταναστών από χώρες της Ευρώπης, για τις ανάγκες εργατικών χεριών. Πολλοί Ευρωπαίοι μετανάστες κατέκλυσαν τις περιοχές κυρίως της Νότιας Λατινικής Αμερικής (Αργεντινή, Ουρουγουάη, Παραγουάη, Χιλή, Νότια Βραζιλία). Επί το πλείστων Γερμανοί, Ιταλοί, Ρώσοι και Εβραίοι εργάτες που ζούσαν την ανέχεια στις πατρίδες τους και τους τραβούσε η ελπίδα να αποκτήσουν ένα κομμάτι γης, από τις πάνω χώρες. Στην Αργεντινή: 3.000.000 1896-1913, στη Βραζιλία: 2.500.000 1870-1917 (50% Ιταλοί στη Βραζιλία).

Όμως, από την αρχή της μαζικής μετανάστευσης, τα πιο καλύτερα κομμάτια γης που βρίσκονταν κοντά στα οικονομικά κέντρα, τα άρπαξαν κατ’ ευθείαν οι τσιφλικάδες. Σύντομα, οι ελπίδες των φτωχών μεταναστών μετατράπηκαν σε φρούδες. Οι γαίες που τελικά κατέληξαν σ’ αυτούς περιορίζονταν σε απομακρυσμένες περιοχές. Αυτό είχε ως συνέπεια, να χρειάζονται περισσότερα μέσα, καθώς ήταν απρόσιτες γ’ αυτούς. Ένας μεγάλος αριθμός μεταναστών εντάχθηκε στις πόλεις, για τις ανάγκες της αναπτυσσόμενης βιομηχανίας, στελεχώνοντας το νέο προλεταριάτο των αστικών κέντρων.

Με την ανισόμετρη ανάπτυξη των μικρών ιδιοκτητών (μεταναστών) γης στις αναπτυσσόμενες περιοχές: Βραζιλία, Σάντα Φε, Μεντόζα, Κόστα Ρίκα, και σε περιοχές της Βολιβίας, Παραγουάη, Χιλής, Μεξικό, οι νέοι ιδιοκτήτες τα φέρναν βόλτα με δυσκολία. Η συγκεντροποίηση της γης εντάθηκε κατά τις αρχές του 20ου αιώνα. Π. χ. στην Αργεντινή το 1914 οι μικροιδιοκτήτες ήταν περίπου 100.000 και κατείχαν 964.000 εκτάρια γης, ενώ μόλις 2.000 τσιφλικάδες, κάτοχοι από 10.000 έως 300.000 εκταρίων έκαστος, έφταναν τα 54.000.000 σύνολο. Πληθυσμιακά, οι μικροϊδιοκτήτες και οι ενοικιαστές γης, έφταναν λίγο πάνω από 300.000, ενώ οι ακτήμονες και οι εργάτες γης ήταν 6.000.000.

ΞΕΝΑ ΜΟΝΟΠΩΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ 19ος – ΑΡΧΕΣ 20ου ΑΙΩΝΑ.

Μεγάλο ρόλο στην καπιταλιστική ανάπτυξη έπαιξε το ξένο ιμπεριαλιστικό κεφαλαίο. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα πρωταγωνιστής ήταν το βρετανικό και γαλλικό κεφαλαίο. Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου, έκαναν την εμφάνιση τους το γερμανικό, το Ιαπωνικό και ιδιαίτερα το αμερικανικό. Το τελευταίο κυριάρχησε στην Κούβα και στο Πόρτο Ρίκο. Το 1898 ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ επεκτάθηκε στον χώρο των ισπανικών αποικιών, μετά την νίκη στον πόλεμο με την Ισπανία. Άσκησε άμεση επέμβαση στην Κολομβία το 1903, και ίδρυσε τη δημοκρατία ανδρείκελο του Παναμά, με σκοπό τον έλεγχο του Σουέζ και την επιβολή στρατιωτικοοικονομικού ελέγχου στην περιοχή.

Το αγγλικό και το γαλλικό κεφαλαίο δρούσε κυρίως μέσω κρατικών δανείων και κυριαρχίας των μονοπωλίων στις αγορές, στις Νότιες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Συγκεκριμένα, στην Αργεντινή, η κυριαρχία των αγορών επισφραγίστηκε με τον ναυτικό αποκλεισμό από το 1838 ως το 1840, από τον αγγλογαλλικό στόλο. Ο δανεισμός της χώρας κυρίως από το γαλλικό τοκογλυφικό κεφαλαίο, ο έλεγχος του εμπορίου από αγγλικά μονοπώλια, δημιούργησαν μια Αργεντινή άμεσα ελεγχόμενη από τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Αποκορύφωμα της κατάστασης αυτής ήταν η κήρυξη του πολέμου στη Παραγουάη, χώρα που μέχρι τότε δεν είχε διεισδύσει το ιμπεριαλιστικό κεφαλαίο. Η επίθεση αποδεικνύει τον χαρακτήρα της Αργεντινής ως όργανο των ξένων ιμπεριαλιστών στην περιοχή. Στην Παραγουάη έγινε πραγματικό πλιάτσικο. Μετά την ήττα συνάφθηκαν αγγλικά δάνεια, ενώ παράλληλα άνοιξε ο δρόμος για την εμπορευματοποίηση της γης, που έγινε βορά των κερδοσκοπικών συμφερόντων.

Στην Χιλή, χώρα ελεγχόμενη από το βρετανικό κεφαλαίο, το 1891, όταν ο πρόεδρος Μπαλμασέδα δήλωσε την ανησυχία του για κυριαρχία των ξένων μονοπωλίων στη χώρα, η αγγλική αντίδραση ήταν χαρακτηριστική. Τα ντόπια όργανα των ξένων μονοπωλίων αντέδρασαν έντονα και συσπειρώνοντας τις αντιδραστικές δυνάμεις, δημιούργησαν εμφύλιο και τον έδιωξαν. Η κυριαρχία των μονοπωλίων νιτρικού άλατος και στη συνέχεια χαλκού κυριάρχησαν πλήρως.

Η ΔΙΕΙΣΔΥΣΗ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι την εποχή αυτή η ένταση των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων εντάθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο. Από την μια οι νέες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αναζητούσαν μερίδιο από την πίτα, από την άλλη εντατικοποιούνταν οι προετοιμασίες για των Α΄ ιμπεριαλιστικό, παγκόσμιο πόλεμο.

Στην αυγή του 20ου αιώνα άρχισε, όπως είδαμε παραπάνω, παρατεταμένη αύξηση στην εξόρυξη πετρελαίου. Το βρετανικό ιμπεριαλιστικό κεφαλαίο επένδυε σε χώρες του Νότου, ενώ μετά την ισχυροποίηση των ΗΠΑ στην κεντρική Αμερική, στην Καραϊβική και την προώθηση στη βόρεια Λατινική Αμερική, η πετρελαιοβιομηχανία στις χώρες αυτές, ελέγχονταν από αμερικανικά κεφάλαια μετά τον έντονο ανταγωνισμό με το ολλανδικο-αγγλικό τραστ «ρόαγιαλ Ντατς Σελλ». Πλέον στο Μεξικό π. χ. οι ΗΠΑ έλεγχαν το 80% της παραγωγής.

Η ΟΛΙΓΑΡΧΙΑ ΤΟΠΟΤΗΡΗΤΗΣ ΤΩΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΩΝ, ΟΙ ΜΠΑΝΑΝΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΜΕΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΠΑΓΜΑ ΤΟΥ ΟΡΥΚΤΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ ΤΗΣ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ

Ευνοϊκές συνθήκες για την δράση των μονοπωλίων, ήταν η καθυστέρηση και η πατριαρχική οργάνωση της ζωής, οι φεουδαρχικές επιβιώσεις, τα υπολείμματα δουλείας, η αθλιότητα και η αγραμματοσύνη των λαϊκών μαζών. Σύμμαχοι των ιμπεριαλιστών, ήταν η ντόπια ολιγαρχία και κυρίως οι τσιφλικάδες που προσδέθηκαν ευπρόσδεκτα σ’ αυτούς. Συνέπεια της συμμαχίας αυτής, ήταν η μονόπλευρη ανάπτυξη. Γι’ αυτό και ο κύριος στόχος ήταν η παραγωγή εμπορευμάτων με σκοπό τις εξαγωγές.

Οι κρατικοί μηχανισμοί των χωρών, παρείχαν γη και ύδωρ στα ξένα μονοπώλια. Χαμηλό κόστος εργατικής δύναμης, παραχώρηση εκτάσεων γης, σύναψη δανείων με πολύ καλές συνθήκες για το τοκογλυφικό κεφαλαίο, εξασφάλιση του ελέγχου των αγορών.

Στον Βορρά, και στη Κεντρική Αμερική, ιδρύθηκαν κράτη με μόνο σκοπό την αγροτική καλλιέργεια, και κυρίως της μπανάνας. Από το 1890, οι φυτείες μπανάνας διευρύνθηκαν. Τεράστιες εκτάσεις γης παραχωρήθηκαν στο αμερικανικό ιμπεριαλιστικό κεφαλαίο. Το 1884, στην Κόστα Ρίκα, πραγματοποιήθηκε η συμφωνία με τον Αμερικανό ιμπεριαλιστή Μάινορ Κούπερ Κιθ. Του παραχωρήθηκε το 8% της εθνικής γης (350.000 εκτάρια), με αντάλλαγμα την κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών. Μετά από έντονο ανταγωνισμό των μονοπωλίων, ο Κιθ, υπερίσχυσε. Ίδρυσε το 1890 την United Fruit Company και δημιούργησε ένα ευρύ δίκτυο σε χώρες της Κεντρικής, Βόρειας Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής. Τα σιδηροδρομικά δίκτυα, που κατασκευάστηκαν από ξένα ιμπεριαλιστικά κεφάλαια, φτιάχτηκαν για τις ανάγκες των πολυεθνικών και τη διευκόλυνση μεταφοράς εμπορευμάτων. Στην ουσία της, η ανάπτυξη αφορούσε τα ιμπεριαλιστικά κέρδη και την ντόπια ολιγαρχία. Κανένα κέρδος δεν υπήρχε για τα μικρομεσαία και φτωχά λαϊκά στρώματα.

[1] Πάμπα (Pampa), από τη λέξη των γλωσσών Κέτσουα που σημαίνει «πεδιάδα», αποκαλούνται οι εύφορες πεδιάδες της Νότιας Αμερικής  που βρίσκονται στην εύκρατη ζώνη. Καλύπτουν περισσότερα από 750 χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα, στις επαρχίες της Αργεντινής, Μπουένος Άιρες, Λα Πάμπα, Σάντα Φε, Έντρε Ρίος και Κόρδοβα, στο μεγαλύτερο μέρος της Ουρουγουάης, και στη νοτιότερη πολιτεία της Βραζιλίας, τη Ρίο Γκράντε Ντε Σούλ. Αυτές οι απέραντες πεδιάδες αποτελούν μία σχεδόν ενιαία φυσική περιοχή, η οποία διακόπτεται μόνο από τα χαμηλά βουνά Βεντάνα και Ταντίλ κοντά στη Μπαία Μπλάνκα και το Ταντίλ (Αργεντινή), με ύψος 1300 και 500 μέτρα αντιστοίχως. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%B1.

[2] Η πλουτοκρατία των χωρών της Λατινικής Αμερικής, χαρακτηρίζεται έτσι από την συνένωση των τσιφλικάδων με την αστική τάξη και τα ίδια συμφέροντα που είχαν.

Πηγές:

Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, Τόμος Ζ1, εκδ. Μελίσσα, σελ 534.

Δαμηλάκου Μαρία, Ιστορία της Λατινικής Αμερικής. Από το τέλος της αποικιοκρατίας μέχρι σήμερα. Εκδ. Αιώρα, 2015, σ.301.

Κώστας Λουλουδάκης, Άσπρα μαντίλια στην Plaza de Mayo. Εκδ. ΚΨΜ, 2015, σ. 208.