1

Οι γυναίκες που αγάπησα

Μαρία Καϋμενάκη – Θαλασσινού

Η ΦΩΤΕΙΝΗ

Η μάνα μου τη φώναζε “Φωτεινούλα”. Ήταν τόσο όμορφη. Μία “κέρινη κούκλα”. Πλούσια σγουρά μαλλιά, όμορφα μαύρα μάτια, λίγο θλιμμένα, καλοσχηματισμένα χείλη με ένα χαμόγελο ειρωνικά στις άκρες τους. Κόρη πλούσιου καπνέμπορα, δραστήρια Επονίτισσα στη Κατοχή. Τον αγαπημένο της τον κρέμασαν οι Γερμανοί φασίστες στο Αγρίνιο. Στα ξερονήσια αργότερα εμφανίστηκε ή εκδηλώθηκε η φυματίωση. Στο ΕΙΔΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ στη Μακρόνησο πήγε να πεθάνει από τις αιμοπτύσεις. Απέναντι, στο Λαύριο περίμενε ο πατέρας της με το ασθενοφόρο. Μία “υπογραφούλα” να βάλει και την παίρνεται, του είπαν. Η υπογραφή ήταν η δήλωση μετανοίας. Για να αρνηθεί “μετά βδελυγμίας” τα επονίτικα χρόνια, τον κρεμασμένο, τα νιάτα της. Έσπρωξε το χαρτί και είπε στους βασανιστές: Εγώ δεν υπογράφω τίποτα. Έμεινε εκεί στο κολαστήρι μέσα στη παγωνιά του χειμώνα μαζί με τις άλλες που αρνούνταν να αναμορφωθούν.

Η Φωτεινή, μια κέρινη κούκλα από ατσάλι.

Η ΣΟΦΙΑ.

Όταν παντρεύτηκε ήταν 17 χρονών Αυτός 18. Σχεδόν παιδιά. Δούλευε μοδίστρα. Από τα παιδιά που γέννησε έζησαν τα 9. Δε σταμάτησε ποτέ να δουλεύει. Ψηλή, δυνατή, τρυφερή. Όλα επάνω της ήταν απαλά και στρογγυλά. Σαν τα πρωτόγονα μητρικά ειδώλια. Δεν ήξερε από φεμινισμό, από χειραφέτηση, από ισότητα των 2 φύλων. Από ένστικτο πάντα έπαιρνε το μέρος των γυναικών. Ο άντρας της έκανε εμπόριο αλατιού και ψαριών με ένα μικρό καράβι. Καλός άντρας και καλός πατέρας. Μαχητικός συνδικαλιστής στους λιμενεργάτες. Επέστρεφε στο σπίτι Σάββατο και έφευγε ξανά Δευτέρα. Κάποιο Σάββατο δε γύρισε. Της έστειλε κάποια χρήματα και ένα σημείωμα πως είχε πολλή δουλειά. Το επόμενο Σάββατο το ίδιο. Είχε πολλή δουλειά. Κάποια γειτόνισσα της ψιθύρισε την αλήθεια. Αυτή σιωπηλή, ετοίμασε τα 3 μικρότερα παιδιά τους που έμοιαζαν με τις 3 πληγές του Φαραώ (το ένα ήταν ένας μικρός γίγαντας μονίμως πεινασμένος, το άλλο ένα αναμαλλιασμένο γκρινιάρικο κοριτσάκι, το τρίτο ένα κλαψιάρικο που φώναζε συνέχεια “έεελω τη μητέα μοοου”). Τα ετοίμασε λοιπόν και τα έστειλε στον πατέρα τους με το σημείωμα να μείνει εκεί που είναι και να μην ξαναπατήσει το πόδι του στο σπίτι. Έτσι απλά και ήσυχα. Στα μαύρα χρόνια της κατοχής, φύλαξε κατατρεγμένους και κυνηγημένους στο σπίτι της, γλύτωσε πεινασμένους από τα νύχια της πείνας. Έφυγε όπως έζησε ήρεμα και απλά.

ΟΙ ΑΚΡΙΒΕΣ ΜΟΥ ΦΙΛΕΣ.

Η Έφη, η Μάγδα (το Μαγδαλάκι μου), η Αλεξάνδρα, η Ζωή. Τόσο έξυπνες, τόσο καλοσυνάτες, τόσο ευγενικές, τόσο δοτικές.

Η Έφη στα πρώτα χρόνια της εφηβείας, μέσα στη χούντα, τότε που ψάχναμε να βρούμε την αλήθεια, τότε που ψάχναμε να βρούμε τα σημάδια από τα καρφιά πάνω στα χέρια της Ιστορίας, όπως λέει ο ποιητής. Και αργότερα οι πολιτικές μας διαδρομές, με την ορθοδοξία εγώ, με τους αιρετικούς η Έφη.

Η Μάγδα σημάδεψε τα χρόνια των σπουδών. Τότε που ερωτευτήκαμε την Αχμάτοβα, το Μαγιακόφσκι, το Ντοστογιέφσκι. Τώρα (τι τώρα, εδώ και χρόνια ) αγωνίζεται για τον πολιτισμό και βοηθά την κυνηγημένη προσφυγιά στη Μυτιλήνη. Πνευματικό παιδί του Φαρσακίδη, τι άλλο θα μπορούσε βέβαια να κάνει. Στο κάτω κάτω της γραφής γι’ αυτό ερωτευτήκαμε στα νιάτα μας και την “Άννα πασών των Ρωσιών” και τον Φιόντορ Μιχαήλοβιτς. Γιατί μας δίδαξαν τι σημαίνει “πόνος για τον άνθρωπο”.

Οι γυναίκες που αγάπησα και που αγαπώ μου έδωσαν μαθήματα ζωής. Μου έμαθαν τι θα πει Αγάπη, Φιλία, Αγώνας, Υπερηφάνεια, Αλληλεγγύη, Συντροφικότητα. Με έμαθαν να μοιράζομαι το γέλιο και τα δάκρυα.

Η Αλεξάνδρα μου έμαθε να αγαπώ τη δημιουργία στο θέατρο, η Ζωή μου δίδαξε να αγαπώ την ομορφιά και την ψυχή των πραγμάτων.

Αχ, πόσο θέλω να μου πουν, πως έστω και λίγο, τους μοιάζω.