Επανα-κομπραδορικοποίηση: Η δομική λογική πίσω από τον δασμολογικό πόλεμο του Τραμπ
του Shiran Illanperuma
στο Tricontinental Political Economy, Απρίλιος 1, 2026
μετ. Δημοσθένης Γκότσης
επιμ. Διονύσης Περδίκης
Πριν από ένα χρόνο, ο Ντόναλντ Τραμπ βρισκόταν στην Ουάσινγκτον και κήρυξε την «Ημέρα της Απελευθέρωσης». Ανακοίνωσε τη θέσπιση εκτεταμένων «αμοιβαίων δασμών» εναντίον δεκάδων χωρών – από την Κίνα έως το Λεσότο – και το παρουσίασε ως μια πράξη υπεράσπισης των Αμερικανών εργαζομένων, με ρίζες στον εθνικισμό. Οι περισσότεροι αναλυτές τον πίστεψαν. Το ονόμασαν προστατευτισμό. Το ονόμασαν μερκαντιλισμό.
Δεν κατάλαβαν το νόημα.
Οι δασμοί δεν αφορούν τα εμπορικά ελλείμματα. Αποτελούν μια συνεκτική πολιτικοοικονομική στρατηγική που στοχεύει στην ανατροπή της πιο σημαντικής διαρθρωτικής μεταβολής των τελευταίων δύο δεκαετιών – της αργής, άνισης, αλλά πραγματικής ανόδου της οικονομικής αυτονομίας σε ολόκληρο τον Παγκόσμιο Νότο. Ο ίδιος ο Τραμπ ήταν σαφής σχετικά με αυτό, απειλώντας με επιπλέον δασμό 10% σε οποιαδήποτε χώρα «ευθυγραμμίζεται με τις αντιαμερικανικές πολιτικές των BRICS». Αυτό δεν είναι οικονομικός εθνικισμός. Είναι μια ηγεμονική αντεπίθεση.
Στις 4 Απριλίου 2025, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε στην έδρα του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες ότι οι δασμοί είχαν ως στόχο «να επαναφέρουν την παγκόσμια εμπορική τάξη». Ο όρος «επαναφορά» σημαίνει επαναφορά στην αρχική κατάσταση. Σχεδόν ένα χρόνο αργότερα, οι δηλώσεις του Ρούμπιο στη Διάσκεψη για την Ασφάλεια του Μονάχου στις 14 Φεβρουαρίου 2026 κατέστησαν σαφές ποια ήταν αυτή η αρχική θέση: οι ΗΠΑ επιθυμούν να ανατρέψουν έναν αιώνα κερδών που έχουν επιτύχει τα εργατικά και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα.
Μια νέα διάθεση στο Νότιο Ημισφαίριο
Κάτι άλλαξε μετά το 2008. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση κλόνισε την αξιοπιστία της οικονομικής τάξης που κυριαρχούσε ο Βορράς, και σε ολόκληρη την περιφέρεια άρχισε να εδραιώνεται μια νέα πολιτική διάθεση. Το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών: Τριηπειρωτική το χαρακτήρισε ακριβώς έτσι – μια νέα διάθεση: μια αυξανόμενη, ανόμοια, και συχνά αντιφατική άρνηση της υποδεέστερης θέσης που η μεταψυχροπολεμική τάξη είχε αποδώσει στις περιφερειακές χώρες.
Οι BRICS – που ξεκίνησαν ως BRIC το 2009 – έγιναν η θεσμική έκφραση αυτής της διάθεσης. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2020, είχαν εξελιχθεί σε μια ομάδα που, για πρώτη φορά, συνδύαζε τους μεγαλύτερους εξαγωγείς πετρελαίου στον κόσμο (Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Ρωσία), τα πιο πολυπληθή κράτη (Ινδία, Κίνα) και σημαντικές αναδυόμενες οικονομίες που εκτείνονται σε τέσσερις ηπείρους. Εάν αυτή η ομάδα ανέπτυσσε αποτελεσματικό συντονισμό – ένα κοινό σύστημα πληρωμών, μια τράπεζα ανάπτυξης με πραγματική δανειοδοτική ικανότητα, νομισματικές ρυθμίσεις που θα μείωναν την εξάρτηση από το δολάριο – θα αμφισβητούσε δομικά την οικονομική ηγεμονία των ΗΠΑ.
Εικόνα 1. BRICS έναντι G7: μερίδιο στο παγκόσμιο ΑΕΠ (PPP), 2002–2024. Πηγή: Στοιχεία από την έκθεση «World Economic Outlook» του ΔΝΤ, μέσω του EY Economy Watch (2024). BRICS+ = οι αρχικές πέντε χώρες + Αίγυπτος, Αιθιοπία, Ιράν, Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ.
Πέρα από τις χώρες BRICS, κράτη σε ολόκληρο τον Παγκόσμιο Νότο ενέτειναν τις συζητήσεις σχετικά με τον εθνικισμό των πόρων και την από-δολαριοποίηση. Η Ινδονησία επέμεινε να γίνεται η επεξεργασία του νικελίου της στο εσωτερικό της χώρας πριν από την εξαγωγή. Η Ινδία και η Ρωσία δοκίμασαν το εμπόριο με ρούπια και ρούβλια. Η Κίνα πίεσε για μεταρρύθμιση του συστήματος ψηφοφορίας στο ΔΝΤ, ώστε να αντικατοπτρίζει το πραγματικό βάρος των αναπτυσσόμενων οικονομιών. Κανένα από αυτά δεν αποτέλεσε μια καθαρή ρήξη με την τάξη πραγμάτων που κυριαρχείται από τον Βορρά. Όμως, κάθε πρωτοβουλία την υπονόμευε.
Εν τω μεταξύ, το θεσμικό πλαίσιο που είχε σχεδιαστεί για να περιορίσει την εμπορική επιθετικότητα των ΗΠΑ αποσυναρμολογήθηκε αθόρυβα από τις ίδιες τις ΗΠΑ. Από το 2019, η Ουάσιγκτον έχει μπλοκάρει νέους διορισμούς στο Εφετείο του ΠΟΕ, απενεργοποιώντας ουσιαστικά τον μηχανισμό επίλυσης διαφορών του. Η «τάξη βασισμένη σε κανόνες» που επικαλείται για να επιβάλλει πειθαρχία σε άλλους δεν ισχύει πλέον για τη δύναμη που τη δημιούργησε.
Είναι αυτή η διπλή κίνηση – η εδραίωση των θεσμών του Νότου και η κατάρρευση των νομικών περιορισμών του Βορρά – που δημιούργησε τις συνθήκες για την επιθετική πολιτική δασμών του Τραμπ. Όταν οι δομές περιορισμού αποδυναμώνονται και οι δομές αυτονομίας ενισχύονται, οι ηγεμονικές δυνάμεις βρίσκονται μπροστά σε μια επιλογή: να ανεχθούν την αλλαγή ή να τη διακόψουν. Ο Τραμπ επέλεξε τη διακοπή.
Οι δασμοί ως στρατηγική της αυτοκρατορίας
Η συμβατική συζήτηση αντιμετωπίζει τους δασμούς ως απάντηση στα εμπορικά ελλείμματα – σαν το εμπορικό έλλειμμα να ήταν φυσική καταστροφή και όχι η δομική έκφραση του καθεστώτος του δολαρίου ως αποθεματικού νομίσματος και τεσσάρων δεκαετιών σκόπιμης μεταφοράς κεφαλαίων των ΗΠΑ στο εξωτερικό.
Αυτό είναι που συνέβη στην πραγματικότητα. Η νεοφιλελεύθερη τάξη δεν απελευθέρωσε απλώς το εμπόριο. Καλλιέργησε μια συγκεκριμένη σχέση εξάρτησης: τις Ηνωμένες Πολιτείες ως αγοραστή έσχατης λύσης για την εξαγωγική ανάπτυξη του Παγκόσμιου Νότου. Από τις maquiladoras του Μεξικού έως τις ζώνες επεξεργασίας εξαγωγών της Σρι Λάνκα, τα αναπτυξιακά μοντέλα σε ολόκληρο τον Παγκόσμιο Νότο δομήθηκαν γύρω από την πρόσβαση στην καταναλωτική αγορά των ΗΠΑ ως πρωταρχική κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης.
Τα έσοδα από τις εξαγωγές, η σταθερότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών, η απασχόληση και η πολιτική νομιμότητα εξαρτήθηκαν, σε διαφορετικό βαθμό, από τη συνεχή πρόσβαση στην αμερικανική αγορά. Δεν επρόκειτο για συγκριτικό πλεονέκτημα. Ήταν η αρχιτεκτονική λογική της εξάρτησης, που αναπαράχθηκε μέσω προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής, διμερών επενδυτικών συμφωνιών και του πλαισίου του ΠΟΕ.
Τα συμφέροντα των κομπραδόρων που καλλιεργήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτών των τεσσάρων δεκαετιών δεν εξαφανίστηκαν με την επέκταση των BRICS ή την εντατικοποίηση της ρητορικής «Νότος-Νότος». Παρέμειναν βαθιά ριζωμένα στις εξαγωγικές βιομηχανίες, στα υπουργεία Οικονομικών, και στις εθνικές επιχειρηματικές ενώσεις των ίδιων των κρατών που επιδιώκουν με τον πιο έντονο τρόπο τη στρατηγική αυτονομία. Οι δασμοί του Τραμπ δεν δημιούργησαν αυτή την ευπάθεια. Την επανενεργοποίησαν.
Στη συνέχεια ήρθε το πλαίσιο των διμερών διαπραγματεύσεων – και εδώ είναι που η στρατηγική γίνεται προφανής.
Ένα πολυμερές φόρουμ θα απαιτούσε από τις ΗΠΑ να διαπραγματευτούν με τον Παγκόσμιο Νότο ως συλλογικό σύνολο. Οι διμερείς συμφωνίες κατακερματίζουν αυτή τη συλλογικότητα σε έναν ανταγωνισμό μεταξύ μεμονωμένων κρατών για προνομιακή πρόσβαση σε μια αγορά που σκόπιμα γίνεται όλο και πιο σπάνια.
Το Βιετνάμ ρίχνει τις τιμές σε σχέση με τη Μαλαισία. Η Ινδονησία κινείται ταχύτερα από την Ινδία. Οι Φιλιππίνες αποδέχονται όρους που η ASEAN (Σ.τ.Μ., Association of Southeast Asian Nations, Σύνδεσμος χωρών της νοτιοανατολικής Ασίας) στο σύνολό της θα είχε απορρίψει. Κάθε κράτος, ανταποκρινόμενο ορθολογικά στην άμεση απειλή του αποκλεισμού, εντείνει τον κατακερματισμό ακριβώς της αλληλεγγύης Νότου-Νότου που θα μπορούσε να είχε δημιουργήσει συλλογική επιρροή.
Αυτός είναι ο βαθύτερος μηχανισμός της εκ νέου κομπραδορικοποίησης: όχι εξάρτηση που επιβάλλεται με τη βία, αλλά εξάρτηση που επανενεργοποιείται μέσω κινήτρων. Το δασμολογικό καθεστώς δεν χρειάζεται να κλείσει μόνιμα την αμερικανική αγορά. Αρκεί να απειλεί με κλείσιμο με τέτοια πειστικότητα, ώστε οι εθνικές ελίτ να επανεκτιμήσουν τα συμφέροντά τους, να αποφασίσουν ότι το κόστος της αλληλεγγύης προς τον Νότο υπερβαίνει το κόστος της διμερούς συμβιβαστικής λύσης, και να επιστρέψουν στην «ουρά».
Σύγχρονες άνισες συνθήκες: Νότια Κορέα, Μαλαισία και Ινδία
Οι άνισες συνθήκες του 19ου αιώνα – που επιβλήθηκαν στην Κίνα, την Οθωμανική Αυτοκρατορία, την Ιαπωνία και άλλες χώρες – καθόριζαν δασμολογικούς συντελεστές, εξασφάλιζαν εξω-εδαφική δικαιοδοσία, και καθιέρωναν ρήτρες «πλέον ευνοούμενου κράτους». Διατήρησαν την αποικιακή ιεραρχία, ενώ παράλληλα διαφύλαξαν την τυπική μορφή της κυριαρχικής κρατικής υπόστασης.
Οι διμερείς συμφωνίες της εποχής Τραμπ είναι δομικά ανάλογες. Τρία παραδείγματα το καταδεικνύουν: η Νότια Κορέα, η Μαλαισία και η Ινδία.
Εικόνα 2. Εξέλιξη των δασμών από το βασικό σενάριο πριν από την εποχή Τραμπ έως το αποτέλεσμα της συμφωνίας. Πηγή: Δική μας επεξεργασία με βάση στοιχεία από τα ενημερωτικά δελτία του USTR (Σ.τ.Μ., United States Trade Representative, Γραφείο εμπορικών αντιπροσώπων των ΗΠΑ), το Ομοσπονδιακό Μητρώο των ΗΠΑ (2025–26) και τους δασμολογικούς πίνακες του καθεστώτος MFN (Σ.τ.Μ., Most Favored Nation, πλέον ευνοούμενου κράτους) του ΠΟΕ. GSP = Γενικευμένο Σύστημα Προτιμήσεων (Σ.τ.Μ., Generalized System of Preferences), το οποίο καταργήθηκε για την Ινδία το 2019.
Η Νότια Κορέα αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εξάρτησης που αναζωπυρώθηκε λόγω διαρθρωτικής έκθεσης. Ο τομέας της αυτοκινητοβιομηχανίας της Σεούλ εξήγαγε οχήματα αξίας σχεδόν 35 δισεκατομμυρίων δολαρίων στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2024 – σχεδόν το ήμισυ του συνολικού όγκου των εξαγωγών της στον τομέα αυτό. Η βιομηχανία ημιαγωγών της χώρας είναι διαρθρωτικά αναντικατάστατη στην παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού τεχνολογίας.
Όταν ο Τραμπ επέβαλε δασμούς 25% στις εισαγωγές αυτοκινήτων και απείλησε με αντίστοιχα μέτρα για τους ημιαγωγούς, η αντίδραση ήταν άμεση: δέσμευση επενδύσεων ύψους 350 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε εγκαταστάσεις στις ΗΠΑ, κατάργηση του ανώτατου ορίου των 50.000 μονάδων στις εισαγωγές οχημάτων από τις ΗΠΑ και αποδοχή των προτύπων των ΗΠΑ για τα τρόφιμα και τις ψηφιακές υπηρεσίες.
Η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου KORUS, η οποία διέπει τις σχέσεις από το 2012 με δασμολογικούς συντελεστές σχεδόν μηδενικούς, ακυρώθηκε ουσιαστικά – αντικαταστάθηκε από μια συμφωνία που καθόρισε δασμολογικό συντελεστή 15% για τα περισσότερα αγαθά, αφήνοντας ανέπαφους τους τομεακούς δασμούς 50% για τον χάλυβα, το αλουμίνιο και τον χαλκό.
Η Νότια Κορέα παραιτήθηκε από τους όρους μιας υφιστάμενης συμφωνίας για κάτι αντικειμενικά χειρότερο. Το έπραξε επειδή η εναλλακτική λύση – ο αποκλεισμός από την αμερικανική αγορά τη στιγμή που οι βιομηχανίες ημιαγωγών και αυτοκινήτων της αντιμετωπίζουν βαθιά αναδιάρθρωση – ήταν πολιτικά απαράδεκτη για την εθνική επιχειρηματική τάξη, των οποίων τα συμφέροντα διαχειριζόταν το κράτος.
Η συμφωνία της Μαλαισίας είναι η πιο αποκαλυπτική από δομική άποψη, διότι εκθέτει με τον πιο γυμνό τρόπο τη διάσταση της βιομηχανικής πολιτικής αυτής της νέας άνισης συνθήκης. Μια χώρα που δεν είχε προηγούμενη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τις ΗΠΑ αποδέχτηκε 48 υποχρεώσεις έναντι τριών που επιβλήθηκαν στην Ουάσιγκτον, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης των εξαγωγικών περιορισμών για κρίσιμα ορυκτά, η οποία αποκλείει την ίδια τη στρατηγική βιομηχανικής αναβάθμισης που η Ινδονησία είχε χρησιμοποιήσει επιτυχώς με το νικέλιο.
Ο τομέας συναρμολόγησης και συσκευασίας ημιαγωγών της Μαλαισίας, που χτίστηκε επί δεκαετίες ως κόμβος σε μια αλυσίδα εφοδιασμού σχεδιασμένη από τις ΗΠΑ, την κατέστησε εξαιρετικά ευάλωτη: τα έσοδα από τις εξαγωγές της, το μοντέλο προσέλκυσης επενδύσεων και η θέση της στις εταιρικές αλυσίδες εφοδιασμού των ΗΠΑ εξαρτώνταν όλα από τη συνεχή πρόσβαση.
Η συμφωνία που υπέγραψε διατηρεί την πρόσβαση αυτή στο 19% – ποσοστό χειρότερο από το μηδέν που ίσχυε προηγουμένως – ενώ δεσμεύει τη βιομηχανική της πολιτική και περιλαμβάνει ρήτρα καταγγελίας που ενεργοποιείται σε περίπτωση που η Μαλαισία υπογράψει συμφωνίες που «θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα των ΗΠΑ».
Η Ινδία αποτελεί την πιο διδακτική επιβεβαίωση αυτής της τάσης. Η προσωρινή συμφωνία που ανακοινώθηκε τον Φεβρουάριο του 2026 φέρει τα χαρακτηριστικά μιας άνισης συνθήκης της αποικιακής εποχής, όπως τις έχει ονομάσει ο οικονομολόγος Prabhat Patnaik. Ενώ οι ΗΠΑ επιβάλλουν δασμούς 18% στα ινδικά προϊόντα, η Ινδία δεσμεύεται να εφαρμόζει ουσιαστικά μηδενικούς δασμούς στα αμερικανικά προϊόντα – θεσμοθετώντας το είδος της ασυμμετρίας που οι αυτοκρατορικές δυνάμεις επέβαλαν κάποτε σε κράτη που δεν κυβερνούσαν άμεσα.
Ακόμα πιο εντυπωσιακό: η Ινδία πρέπει να αγοράζει τουλάχιστον 100 δισεκατομμύρια δολάρια αμερικανικών προϊόντων ετησίως για πέντε χρόνια. Ο πιο άμεσος μηχανισμός για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι η αντικατάσταση του ρωσικού αργού πετρελαίου με έκπτωση με αμερικανικό πετρέλαιο, το οποίο είναι τουλάχιστον 20% πιο ακριβό, επιβαρύνοντας έτσι άμεσα τους εργαζόμενους με πληθωριστική αιμορραγία.
Το γεγονός ότι η συμφωνία αυτή καλωσορίστηκε ενθουσιωδώς από το ινδικό χρηματιστήριο, ενώ ταυτόχρονα έπληττε τα συμφέροντα των αγροτών και της εργατικής τάξης, δεν είναι τυχαίο. Η ινδική επιχειρηματική και επαγγελματική τάξη – της οποίας η επιθυμία για πρόσβαση στην αμερικανική αγορά πάντα ερχόταν σε σύγκρουση με τη στάση της Ινδίας υπέρ της στρατηγικής αυτονομίας – πέτυχε αυτό που ήθελε. Η στρατηγική αυτονομία παραδόθηκε εκ των έσω, λόγω της κομπραδόρικης τάσης που διαμορφώθηκε σιωπηλά κατά τη διάρκεια τεσσάρων δεκαετιών νεοφιλελεύθερης ολοκλήρωσης.
Μια προαναγγελθείσα συνθηκολόγηση
Η κλασική άνιση συνθήκη λειτουργούσε μέσω τριών μηχανισμών: καθορίζοντας τους δασμολογικούς συντελεστές του αποικισμένου κράτους για να αποτρέψει την προστατευτική εκβιομηχάνιση· παρέχοντας σε αλλοδαπούς υπηκόους απαλλαγή από την τοπική νομοθεσία· και επιβάλλοντας ρήτρες «πλέον ευνοούμενου κράτους», οι οποίες παρείχαν στις αυτοκρατορικές δυνάμεις αυτόματη πρόσβαση σε οποιαδήποτε προνόμια παραχωρούνταν σε τρίτους.
Η σύγχρονη διμερής συμφωνία λειτουργεί μέσω ανάλογων μηχανισμών: καθορισμός δασμολογικών συντελεστών που αντανακλούν τη διαφορά ισχύος στις διαπραγματεύσεις και όχι κάποια αρχή αμοιβαιότητας· επιβολή ελέγχων στις εξαγωγές τεχνολογίας και απαιτήσεων στην εφοδιαστική αλυσίδα που περιορίζουν την αυτονομία της βιομηχανικής πολιτικής του υπογράφοντος· και ενσωμάτωση ολόκληρης της συμφωνίας στο εσωτερικό δίκαιο των ΗΠΑ.
Η ευπάθεια χωρών όπως η Νότια Κορέα, η Ινδία και η Μαλαισία σε τέτοιες άνισες συνθήκες ήταν μετρήσιμη – και προαναγγελθείσα.
Εικόνα 3. Δείκτης Διαρθρωτικής Εξάρτησης (SDI) της Νότιας Κορέας, της Μαλαισίας και της Ινδίας (μέσος όρος 1996–2023). Πηγή: Δική μας επεξεργασία με στοιχεία από την Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, και τον ΟΟΣΑ.
Ο Δείκτης Διαρθρωτικής Εξάρτησης (SDI· Σ.τ.Μ., Structural Dependency Index), που αναπτύχθηκε από τον Εμιλιάνο Λόπεζ, επικεφαλής οικονομολόγο του Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών: Τριηπειρωτική, μετρά την οικονομική εξάρτηση σε έξι διαστάσεις – εμπορική (CD), χρηματοοικονομική (FD), παραγωγική (PD), τεχνολογική (TD), δικτυακή (ND) και διανεμητική (DD) – για 31 χώρες από το 1996 έως το 2023. Ο δείκτης μετρά την οικονομική εξάρτηση σε μια κλίμακα από 0 έως 1.
Και οι τρεις χώρες που εξετάστηκαν παραπάνω είχαν όλες βαθμολογίες SDI πολύ πάνω από 0,65, αντανακλώντας δεκαετίες ενσωμάτωσης σε κυκλώματα συσσώρευσης που σχεδιάστηκαν στην Ουάσιγκτον και τέθηκαν σε εφαρμογή μέσω της ίδιας της εμπορικής αρχιτεκτονικής που ο Τραμπ αποσυναρμολογεί τώρα.
Τα δεδομένα αποκαλύπτουν επίσης πού είναι πιο εκτεθειμένη κάθε χώρα.
Η Μαλαισία καταγράφει την υψηλότερη βαθμολογία τεχνολογικής εξάρτησης στο σύνολο δεδομένων (0,946), αντανακλώντας τη θέση της ως κόμβου συναρμολόγησης στις αλυσίδες εφοδιασμού ημιαγωγών που έχουν σχεδιαστεί από τις ΗΠΑ. Οι βαθμολογίες δικτυακής και παραγωγικής εξάρτησης της Νότιας Κορέας αντανακλούν μια αυτοκινητοβιομηχανία και μια βιομηχανία τσιπ δομικά ενσωματωμένες στο ηγεμονικό δίκτυο παραγωγής. Οι βαθμολογίες παραγωγικότητας και τεχνολογίας της Ινδίας επιβεβαιώνουν ότι η ρητορική «Make in India» του BJP απέχει πολύ από την πραγματικότητα.
Η δημιουργία των θεσμών του Νότου
Τότε συνέβη κάτι απροσδόκητο. Η συνταγματική τάξη των ΗΠΑ παρενέβη.
Στις 20 Φεβρουαρίου 2026, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αποφάνθηκε ότι ο Νόμος περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης δεν εξουσιοδοτούσε τον Τραμπ να επιβάλει δασμούς. Όλοι οι αμοιβαίοι δασμοί της «Ημέρας της Απελευθέρωσης» καταργήθηκαν στις 24 Φεβρουαρίου 2026.
Ο Τραμπ αντικατέστησε αμέσως τους δασμούς με έναν ενιαίο παγκόσμιο δασμό 10% βάσει του Άρθρου 122 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974 – αλλά αυτό κατέρρευσε ολόκληρη την αρχιτεκτονική της διαφοροποιημένης διμερούς πίεσης. Χώρες που είχαν αποδεχτεί δασμούς 15–20% και είχαν προσφέρει σημαντικές παραχωρήσεις αντιμετώπιζαν πλέον τον ίδιο συντελεστή με χώρες που δεν είχαν υπογράψει τίποτα.
Οι συνέπειες δεν άργησαν να εμφανιστούν. Στις 15 Μαρτίου 2026, η Μαλαισία κήρυξε τη συμφωνία της με τις ΗΠΑ «άκυρη», υποστηρίζοντας ότι το Ανώτατο Δικαστήριο είχε αφαιρέσει τη νομική της βάση. Η Ινδία κινήθηκε με την ίδια ταχύτητα: μια αντιπροσωπεία που επρόκειτο να ταξιδέψει στην Ουάσιγκτον για να οριστικοποιήσει τη εμπορική συμφωνία ανέβαλε την επίσκεψή της, χωρίς να οριστεί νέα ημερομηνία. Συμφωνίες που είχαν επιτευχθεί μετά από μήνες καταναγκαστικής πίεσης έχασαν τη νομική τους βάση μέσα σε λίγες μέρες.
Δεν είναι βέβαιο αν αυτή η αναστολή θα διαρκέσει – ο Τραμπ έχει ήδη ξεκινήσει έρευνες βάσει του Άρθρου 301 εναντίον πολλών από τις ίδιες χώρες. Ωστόσο, αυτό επαναπροσδιορίζει σαφώς το στρατηγικό ζήτημα: ο Παγκόσμιος Νότος χρειάζεται θεσμική υποδομή που να καθιστά την αντίσταση εφικτή, χωρίς το απαγορευτικό κόστος που επιβάλλει σήμερα η ατομική διμερής αντιπαράθεση με την αμερικανική υπερδύναμη.
Τρεις τομείς είναι ουσιαστικής σημασίας. Συστήματα πληρωμών που μειώνουν την έκθεση στον εξαναγκασμό που επιβάλλει το δολάριο. Τεχνολογία και διασυνδέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα που περιορίζουν τον ασφυκτικό έλεγχο της Ουάσιγκτον επί της εκβιομηχάνισης. Χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ανάπτυξης που προσφέρουν πραγματικές εναλλακτικές λύσεις έναντι των όρων που επιβάλλουν το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα.
Πρωτοβουλίες όπως η Νέα Τράπεζα Ανάπτυξης και η Ασιατική Τράπεζα Επενδύσεων σε Υποδομές αποτελούν πρώιμα, ατελή πειράματα προς αυτή την κατεύθυνση – αλλά στερούνται ενός θεωρητικού και λειτουργικού πλαισίου που να διαφέρει πραγματικά από το κυρίαρχο χρηματοοικονομικό πρότυπο.
Η επανα-κομπραδορικοποίηση δεν είναι μοιραίο πεπρωμένο. Είναι ένα εγχείρημα – και το αποτέλεσμά του εξαρτάται από το αν οι θεσμικές εναλλακτικές λύσεις στην εξάρτηση μπορούν να οικοδομηθούν αρκετά γρήγορα και να εδραιωθούν αρκετά σταθερά, ώστε να καταστήσουν το κόστος της αυτοκρατορικής πίεσης υψηλότερο από το κόστος της αντίστασης.
Πέρα από αυτό, εξαρτάται από το αν τα κοινωνικά κινήματα στην περιφέρεια μπορούν να καταλάβουν την κρατική εξουσία και να τη χρησιμοποιήσουν για να υποτάξουν την τάξη των κομπραδόρων, ώστε να ενεργούν προς το εθνικό συμφέρον. Αυτό το πολιτικοοικονομικό έργο – χωρίς λάμψη, θεσμικό, που απαιτεί την υπομονετική κατασκευή υποδομών Νότου-Νότου – αποτελεί το κεντρικό καθήκον της παρούσας συγκυρίας.
Οι δομικές προϋποθέσεις για την παράδοση έχουν ήδη δημιουργηθεί. Αυτό που δεν έχει ακόμη οικοδομηθεί είναι η υποδομή για την κυριαρχία. Αυτό είναι το έργο που πρέπει να γίνει.
Ο Shiran Illanperuma είναι ερευνητής στην Τριηπειρωτική: Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών και συνεκδότης της διεθνούς έκδοσης του περιοδικού «Wenhua Zongheng: A Journal of Contemporary Chinese Thought». Είναι επισκέπτης λέκτορας στο Bandaranaike Institute for International Studies. Η τρέχουσα έρευνά του επικεντρώνεται στην ανάπτυξη και τη βιομηχανική πολιτική στην Ασία.