1

Σκέψεις για τη διαλεκτική του Λένιν

 

του Pyotr Kondrashov

(01 Ιανουαρίου 2023)

 

μετ. Κ. Κατσαρέας & επιμ. Δ. Περδίκης

από τη Μηνιαία Επιθεώρηση

 

Ο Pyotr Kondrashov είναι επικεφαλής ερευνητής στο Ινστιτούτο Φιλοσοφίας και Δικαίου, Παράρτημα Ουράλ της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, Εκατερίνμπουργκ, Ρωσική Ομοσπονδία

 

 

Ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν συνέβαλε τα μέγιστα στην ανάπτυξη όλων σχεδόν των στοιχείων του μαρξισμού. Ιδιαίτερη σημασία, όμως, κατά τη γνώμη μας, έχει η ανάπτυξη της υλιστικής διαλεκτικής, που πραγματοποίησε προς όλες τις κατευθύνσεις: από τη μεθοδολογία, τη διαλεκτική λογική και τη διαλεκτική του αντικειμενικού υλικού κόσμου μέχρι τη διαλεκτική της επαναστατικής διαδικασίας και της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Η διαλεκτική μπορεί να γίνει κατανοητή, με τους όρους του Λένιν, με τρεις τουλάχιστον επιστημονικές έννοιες, δηλαδή, ως:

  1. η ιδιότητα της έμβιας και άβιας φύσης, του νου και της κοινωνίας να αναπτύσσονται μέσα από τις αντιφάσεις και να τις αίρουν (“αντικειμενική διαλεκτική“, όπως την αντιλαμβανόταν ο Λένιν μετά τον Φρειδερίκο Ένγκελς),
  2. η διδασκαλία αυτής της ιδιότητας της ύπαρξης και η εκδήλωσή της σε μια συγκεκριμένη σφαίρα, καθώς και ένα σύστημα κατηγοριών και νόμων με το οποίο η αντικειμενική διαλεκτική του κόσμου συλλαμβάνεται και αντανακλάται στη σκέψη (“υποκειμενική διαλεκτική“),
  3. η μέθοδος με την οποία ερευνάται ο αντικειμενικός και υποκειμενικός κόσμος.

Σε αυτό το άρθρο, θα αναλύσουμε μόνο ορισμένες πτυχές της λενινιστικής διαλεκτικής των κοινωνικών διαδικασιών και φαινομένων – αφήνοντας κατά μέρος την οντολογική διαλεκτική της ύλης και της συνείδησης και τη διαλεκτική της φυσικής επιστήμης – που διατυπώθηκε στο βιβλίο Υλισμός και εμπειριοκριτική (1909).

 

 

Αρχικές θέσεις της κοινωνικής διαλεκτικής του Λένιν

Ως σημεία εκκίνησης από τα οποία αναπτύσσεται περαιτέρω η διαλεκτική και η διαλεκτική μέθοδος του Λένιν, θα πάρουμε δύο από τις γνωστές προτάσεις του σχετικά με τον πυρήνα της διαλεκτικής, το πνεύμα του μαρξισμού και την κομματικοποίηση και τον ταξικό χαρακτήρα της κοινωνικής επιστήμης.

 

Ο πυρήνας της διαλεκτικής

“Εν συντομία”, γράφει ο Λένιν, “η διαλεκτική μπορεί να οριστεί ως η διδασκαλία της ενότητας των αντιθέτων. Αυτό ενσωματώνει την ουσία [τον πυρήνα] της διαλεκτικής, αλλά απαιτεί επεξηγήσεις και ανάπτυξη”1. Αν και εδώ, στον ορισμό του “πυρήνα”, μιλάμε για τη διαλεκτική ως διδασκαλία, είναι σαφές ότι η “διδασκαλία” του Λένιν είναι πάντα άρρηκτα συνδεδεμένη με την αντίστοιχη μέθοδο και με την αντίστοιχη πρακτική. Σε αυτή τη θέση, ο Λένιν μιλάει για αυτό που αποτελεί τον εσωτερικό πυρήνα της διαλεκτικής επιστημονικής μεθόδου έρευνας. Πρόκειται για την ανίχνευση σε ένα κοινωνικό φαινόμενο (υλικό ή ιδεατό – ον ή συνείδηση) των πραγματικά (οντολογικά) υπαρκτών εσωτερικών και εξωτερικών αντιφάσεων και των συνθέσεών τους.

Όταν εφαρμόζεται στη μελέτη των κοινωνικών διεργασιών, για τον Λένιν αυτός ο “πυρήνας” σημαίνει βασικά την απαίτηση της επεξήγησης: πρώτον, των συγκεκριμένων αντιφάσεων στην ανάπτυξη της οικονομικής δομής – δεύτερον, των ταξικών αντιφάσεων, που εκφράζονται αντικειμενικά με την ταξική πάλη και την υπεράσπιση των ταξικών συμφερόντων και υποκειμενικά με τη μορφή της ταξικής συνείδησης.

Εδώ τίθεται ένα εύλογο ερώτημα: γιατί χρειάζεται να εντοπίσουμε αυτές τις αντιφάσεις/αντίθετα και την ενότητα/σύνθεσή τους στα κοινωνικά φαινόμενα (διαδικασίες, καταστάσεις, μηχανισμοί, δομές, σχέσεις, μορφές συνείδησης, πρότυπα και θεσμοί); Ποιος είναι ο σκοπός της εφαρμογής αυτής της αρχής; Αυτό το “πραγματιστικό” ερώτημα απαντάται από τη δεύτερη αφετηρία που διατυπώνει ο Λένιν σε μια επιστολή του προς την Ινέσα Αρμάντ, στην οποία γράφει: “Όλο το πνεύμα του μαρξισμού, όλο το σύστημά του, απαιτεί ότι κάθε πρόταση πρέπει να εξετάζεται (α) μόνο ιστορικά, (β) μόνο σε σχέση με άλλες, (γ) μόνο σε σχέση με τη συγκεκριμένη εμπειρία της ιστορίας”2. Μαζί, αυτές οι δύο αρχικές αρχές, στην πραγματικότητα, λένε ότι, πρώτον, μέσα από την εξήγηση των αντιφάσεων, είναι απαραίτητο να προσδιορίσουμε την εσωτερική δυναμική, ή τη διαδικαστικότητα, της κοινωνικής ύπαρξης και συνείδησης, δηλαδή να ανακαλύψουμε την ιστορικότητά τους – και δεύτερον, να προσδιορίσουμε εκείνες τις τάσεις, τους βλαστούς του μέλλοντος, που ωριμάζουν σταδιακά στο παρόν.

Αυτό συνάδει πλήρως με τον τρόπο με τον οποίο ο Καρλ Μαρξ χρησιμοποίησε αυτές τις αρχές στο Κεφάλαιο. Σε μια από τις κριτικές του πρώτου τόμου, ο κριτικός, Ρώσος οικονομολόγος Ν. Ζίμπερ, έγραψε (σύμφωνα με τον Μαρξ) ότι

Ακόμα μεγαλύτερη σημασία… έχει ο νόμος της [ιστορικής] μεταβολής [των φαινομένων], της ανάπτυξής τους, δηλαδή της μετάβασής τους από μια μορφή σε μια άλλη, από μια σειρά συνδέσεων σε μια διαφορετική. Αυτός ο νόμος αφού ανακαλυφθεί, αυτός [ο Μαρξ] ερευνά λεπτομερώς τα αποτελέσματα με τα οποία εκδηλώνεται στην κοινωνική ζωή…. Η επιστημονική αξία μιας τέτοιας έρευνας έγκειται στην αποκάλυψη των ειδικών νόμων που ρυθμίζουν την προέλευση, την ύπαρξη, την ανάπτυξη, τον θάνατο ενός δεδομένου κοινωνικού οργανισμού και την αντικατάστασή του από έναν άλλο και ανώτερο. Και είναι αυτή η αξία που, στην πραγματικότητα, έχει το βιβλίο του Μαρξ.”3

Ο Γκέοργκ Λούκατς τονίζει το ίδιο σημείο όταν γράφει ότι, για τον Λένιν, “η διαλεκτική είναι η θεωρία της ιστορίας”4.

 

Ο ταξικός (κομματικός) χαρακτήρας της κοινωνικής επιστήμης

Συνθέτοντας αυτές τις δύο αρχικές αρχές (το δόγμα των αντιφάσεων και την ιστορικότητα του κοινωνικού γίγνεσθαι), καταλήγουμε σε μια ακόμη θεμελιώδη αρχή της μαρξιστικής διαλεκτικής – την αρχή της κομματικοποίησης, η οποία νοείται με την ευρεία έννοια της συνεκτίμησης της κοινωνικής δέσμευσης και συμμετοχής, καθώς και της προσοχής ενός επιστήμονα που μελετά διάφορα κοινωνικά φαινόμενα.

Σε αυτή την “υποκειμενιστική” στιγμή έγκειται η ιδιαιτερότητα των κοινωνικών επιστημών σε σχέση με τις μαθηματικές και φυσικές επιστήμες. Σε ένα σημείο, ο Λένιν παρατηρεί: “Αν τα γεωμετρικά αξιώματα έπλητταν τα συμφέροντα των ανθρώπων, τότε πιθανόν να καταρρίπτονταν”5. Η κοινωνική επιστήμη, και ακόμη περισσότερο η μελέτη ενός συγκεκριμένου ατόμου σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, εκφράζει πάντα, συνειδητά ή ασυνείδητα, τα συμφέροντα συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων ή τάξεων στις οποίες περιλαμβάνεται ο κοινωνικός επιστήμονας ή με τις οποίες συμπάσχει ως ένα ιδιαίτερο, συγκεκριμένο ζωντανό άτομο.

Στην περίπτωση του Λένιν, η αρχή αυτή ήταν ριζικά συγκεκριμένη και ιστορική και συνδεόταν όχι απλώς με την προφανή διαπίστωση του γεγονότος ότι η κοινωνική έρευνα ήταν κομματική (ακόμη και, για παράδειγμα, οι υποτιθέμενες “αντικειμενικές” κοινωνικές στατιστικές), αλλά με την ανάλυση των συγκεκριμένων ταξικών συμφερόντων και της αντίστοιχης ταξικής πάλης – πρώτα απ’ όλα, φυσικά, στη Ρωσία.

Έτσι, “δεν μπορεί να υπάρξει “αμερόληπτη” κοινωνική επιστήμη σε μια κοινωνία που βασίζεται στην ταξική πάλη. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όλη η κρατικοδίαιτη και φιλελεύθερη επιστήμη υπερασπίζεται τη μισθωτή δουλεία και ο μαρξισμός έχει κηρύξει ανελέητο πόλεμο σε αυτή τη δουλεία. Το να περιμένει κανείς μια αμερόληπτη επιστήμη σε μια κοινωνία μισθωτής δουλείας είναι η ίδια… αφέλεια με το να περιμένει κανείς την αμεροληψία των βιομηχάνων στο ερώτημα αν πρέπει να αυξηθούν οι μισθοί των εργατών μειώνοντας το κέρδος του κεφαλαίου”6.

 

 

Στοιχεία της διαλεκτικής των κοινωνικών διαδικασιών του Λένιν

Στη δομή της λενινιστικής διαλεκτικής μεθόδου, μπορεί κανείς να διακρίνει τις ακόλουθες απαραίτητες “στιγμές” χωρίς τις οποίες η διαλεκτική (ως μέθοδος) δεν υπάρχει, αλλά οι οποίες μεμονωμένα μπορούν να υπάρξουν έξω από τη διαλεκτική, όντας ανεξάρτητες μέθοδοι ή στιγμές κάποιας άλλης ερευνητικής μεθόδου.

Αυτός ο κατάλογος, φυσικά, δεν είναι πλήρης, αλλά περιλαμβάνει μόνο εκείνες που, κατά τη γνώμη μας, είναι οι πιο σημαντικές και με συστατική σημασία.

 

Η αρχή της ιστορικότητας

Εφόσον, σύμφωνα τόσο με τον Μαρξ όσο και με τον Λένιν, η υλιστική διαλεκτική στο βάθος της είναι μια επιστήμη της ιστορίας, τότε η αρχή της ιστορικότητας θα πρέπει να είναι η πρώτη στην ανάλυσή μας. Σύμφωνα με αυτή την αρχή κάθε φαινόμενο ερευνάται ως αναπτυσσόμενο, δηλαδή ως κάτι:

  1. που έχει παρελθόν και αναπτύσσεται από τη σύνθεση των εξωτερικών και

εσωτερικών αντιφάσεων αυτού του παρελθόντος,

  1. υπάρχον και πραγματικόν (παρόν),
  2. που ήδη, λόγω της δράσης των ίδιων των αντιφάσεών του, ξεπερνά τα όριά του και δημιουργεί τη δυνατότητα κάποιας μελλοντικής κατάστασης (μέλλον)7.

Ο Λένιν σημειώνει επίσης ότι είναι απαραίτητο “να εξετάζουμε κάθε ζήτημα από τη σκοπιά του πώς προέκυψε ένα γνωστό φαινόμενο στην ιστορία, από ποια κύρια στάδια πέρασε αυτό το φαινόμενο στην εξέλιξή του και από τη σκοπιά αυτής της εξέλιξης να εξετάζουμε τι έχει γίνει αυτό το πράγμα τώρα”8.

Εφόσον ξεκινήσαμε να εξηγήσουμε τα βασικά στοιχεία της κοινωνικής διαλεκτικής του Λένιν, μπορούμε να διατυπώσουμε τον ακόλουθο ορισμό της κοινωνικής ιστορικότητας (σε αντίθεση με τη φυσική ιστορικότητα) υπό το φως των παραπάνω ιδεών.

Η κοινωνική ιστορικότητα είναι μια ενιαία, αναπόσπαστη χρονικά συνεκτική αναπτυξιακή διαδικασία, κατά την οποία κάθε νέα γενιά ανθρώπων:

  1. βρίσκει γι΄αυτή μια ορισμένη πρωταρχική στιγμή στον κοινωνικό φυσικό-αντικειμενικό κόσμο που δημιούργησαν οι προηγούμενες γενιές·
  2. ενσωματώνει αυτόν τον κόσμο στις υλικές και ιδεατές δομές της μέσω της πρακτικής και θεωρητικής της ανάπτυξης·
  3. υπό την επίδραση εσωτερικών και εξωτερικών αντιφάσεων, αλλάζει τον παρόντα κόσμο μέσω της κοινωνικά μετασχηματιστικής δραστηριότητας (πράξης
  4. δημιουργεί έναν νέο κόσμο που διατηρεί τα “ίχνη” προηγούμενων καταστάσεων ύπαρξης (παρελθόν) και δημιουργεί σχέσεις, δομές, αντικείμενα, ιδιότητες, μορφές δραστηριότητας, ιδέες, ανάγκες και καταστάσεις που δεν υπήρχαν προηγουμένως (μέλλον)· και
  5. στη συνέχεια μεταβιβάζει αυτόν τον νέο κόσμο στην επόμενη γενιά.

Δεδομένου ότι η μαρξιστική κοινωνική διαλεκτική (σε αντίθεση, για παράδειγμα, με την ιδεαλιστική διαλεκτική του Γ. Γ. Φ. Χέγκελ) δεν ασχολείται κυρίως με την αφηρημένη σκέψη, αλλά με συγκεκριμένα κοινωνικο-ιστορικά φαινόμενα, η “βασική αρχή της διαλεκτικής” γίνεται η αρχή του συγκεκριμένου ιστορικισμού, η οποία αναπτύχθηκε λεπτομερώς και εφαρμόστηκε από τους Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, τα κοινωνικά φαινόμενα πρέπει να διερευνώνται όχι από τη σκοπιά ορισμένων “γενικών” νόμων, “ως έχουν”, αλλά στην ιστορική τους ιδιαιτερότητα ως συγκεκριμένα, που υπάρχουν εμπειρικά στο εδώ και τώρα. Μόνο τότε μπορούμε να προχωρήσουμε από το συγκεκριμένο και να ανέλθουμε στο επίπεδο του αφηρημένου, για παράδειγμα, στην κατηγορία του κοινωνικού σχηματισμού. Επιπλέον, αυτή η έρευνα, που πηγαίνει από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, πραγματοποιείται πάντα σε διαλεκτική ενότητα με την αντίθετη μέθοδο – τη μέθοδο της ανόδου από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Στο πλαίσιο της γνήσιας διαλεκτικής, το αφηρημένο και το συγκεκριμένο δεν μπορούν να σκεφτούν και να εφαρμοστούν απομονωμένα το ένα από το άλλο.

Η μέθοδος της συγκεκριμένης ιστορικής ανάλυσης είναι μια μέθοδος προσανατολισμού της σκέψης ενός ερευνητή σε σχέση με τη συγκεκριμένη εξέλιξη του αντικειμένου της έρευνας (ένα κοινωνικό φαινόμενο). Μέσω αυτής της εξέλιξης, ένα φαινόμενο μπορεί να κατανοηθεί στην ιστορικότητά του και στη σχέση του με το σύνολο του κοινωνικού οργανισμού. Στα έργα του Μαρξ και ιδιαίτερα του Λένιν (όπως εφαρμόστηκε στις συγκεκριμένες ρωσικές συνθήκες), η αρχή της συγκεκριμένης ιστορικής ανάλυσης σήμαινε την κίνηση της έρευνας από την επεξεργασία της καθημερινής ζωής (Singular), μέσω της κατανόησης των δομών σε μια συγκεκριμένη οικονομική, κοινωνική, πολιτική και/ή πολιτιστική κατάσταση σε μια συγκεκριμένη χώρα (Specific, Particular), και, τέλος, την ένταξη αυτής της ανάλυσης στο πλαίσιο του επικρατούντος τρόπου παραγωγής και του κοινωνικού σχηματισμού (Universal, General).

Για να καταδείξουμε την εφαρμογή αυτής της ιδιαίτερης ιστορικής διαλεκτικής του μοναδικού, του ειδικού και του καθολικού, παραθέτουμε το ακόλουθο παράδειγμα: Ας πούμε ότι πίνω τσάι Dilmah. Αυτό είναι ένα φαινόμενο, μια φαινομενική σφαίρα ύπαρξης, μια επιφάνεια ύπαρξης, στην άλλη πλευρά της οποίας υπάρχει μια άλλη, βαθύτερη πραγματικότητα που επιτρέπει σε αυτό το καθημερινό φαινόμενο να υπάρχει- πίσω από την κατανάλωση του τσαγιού μου υπάρχει ένα “κρυφό” διεθνές εμπόριο, μέσω του οποίου το τσάι που καλλιεργείται στη Σρι Λάνκα ή στην Ινδία συσκευάζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, από εκεί εξάγεται στη Ρωσία και καταλήγει στο κατάστημα από όπου συνήθως το αγοράζω. Όπως βλέπουμε, το διεθνές εμπόριο είναι θεμελιώδες για τη συνολική ανάπτυξη της εμπορευματικής παραγωγής, η οποία καθορίζεται από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Αν δεν υπήρχαν αυτές οι ιστορικά διαμορφωμένες υπαρξιακές συνθήκες και πρακτικές, δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για το φαινόμενο της καθημερινής κατανάλωσης τσαγιού. Έτσι, η ιστορικότητα της κατανάλωσης τσαγιού μου (φαινόμενο) γίνεται εμφανής μόνο όταν εντοπίζω και καθορίζω την ιστορικότητα της ίδιας της δυνατότητας αυτού του φαινομένου – τις διάφορες μορφές ανθρώπινης δραστηριότητας (ουσία) από τις οποίες εξαρτάται αυτό το φαινόμενο.

Ταυτόχρονα, αυτή η αλυσίδα ιστορικών αναφορών μπορεί να θεωρηθεί σχεδόν άπειρη στις συγκεκριμένες μετατροπές της: η ιστορικότητα της διαδικασίας της κατανάλωσης τσαγιού, του ίδιου του τσαγιού ως φυτού, της αγοράς μέσω της οποίας έφτασε σε μένα, του καπιταλισμού που γέννησε αυτή τη διεθνή αγορά, των χρημάτων που ξοδεύω για την αγορά τσαγιού, των φλιτζανιών τσαγιού και της πορσελάνης από την οποία είναι φτιαγμένα, των κουταλιών, των τσαγιερών, της ζάχαρης, των κουζινών αερίου, ακόμη και της παροχής νερού, που παρέχει νερό για το τσάι στο διαμέρισμά μου και στη συνέχεια για το πλύσιμο του φλιτζανιού και του κουταλιού.

Αλλά η προσωπική μου κατανάλωση τσαγιού περνά επίσης από μια σειρά ιστορικών (“οντογενετικών”) σταδίων που δεν μπορούν να αγνοηθούν στη μελέτη αυτού του συγκεκριμένου φαινομένου. Για παράδειγμα, κάποτε η μητέρα μου και η γιαγιά μου έφτιαχναν τσάι για μένα, στη συνέχεια έμαθα να το κάνω μόνος μου (και αυτό αποδεικνύεται επίσης ότι έχει τη δική του ιστορία, ως μια ορισμένη περίοδος εκπαίδευσης)- αφού παντρευτώ, η σύζυγός μου και εγώ θα διδάξουμε τα παιδιά και τα εγγόνια μας.

Επομένως, εδώ, όπως και μεταξύ άλλων, αποκαλύπτεται η διαλεκτική της ουσίας και του φαινομένου. Αυτό αποδίδεται μέσω της ιστορικότητας του ίδιου του φαινομένου και του τρόπου με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η βύθισή του στο συγκεκριμένο πλαίσιο της ολότητας. Επιπλέον, μόνο με την ανακατασκευή αυτής της ενυπάρχουσας σχέσης μεταξύ του συγκεκριμένου (το πάρτι μου με το τσάι), του ειδικού (η κατανάλωση τσαγιού στο πλαίσιο της ρωσικής πραγματικότητας) και του καθολικού (η ένταξη της κατανάλωσης τσαγιού στο σύστημα της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς) φτάνουμε στην κατανόηση αυτού του συγκεκριμένου φαινομένου, δηλαδή “στην κατανόηση της συγκεκριμένης λογικής του συγκεκριμένου υποκειμένου”9.

 

Η αρχή της ολότητας

Το επόμενο αναγκαίο στοιχείο της υλιστικής διαλεκτικής συνδέεται με την ανάγκη να θεωρηθούν τα συγκεκριμένα κοινωνικά φαινόμενα ως εγγενώς αλληλένδετα, αφενός με όλες τις άλλες κοινωνικές διαδικασίες, θεσμούς κ.ο.κ. και, αφετέρου, στη σχέση τους με τη φύση. Με αυτή την έννοια, κάθε κοινωνικό φαινόμενο αποδεικνύεται τόσο δομικό όσο και λειτουργικό- είναι συστατικό και γενετικό (δηλαδή παράγεται από άλλα φαινόμενα και παράγει αυτά) στοιχείο ενός συνεκτικού συνόλου – μιας ολότητας. Επομένως, όλα τα κοινωνικά φαινόμενα θα πρέπει να μελετώνται ως αλληλεπιδρώντα μέσα στην ολότητα. Εδώ υπάρχουν δύο αλληλένδετες αρχές:

Η αρχή της συνολικής διασύνδεσης (αλληλεπίδρασης), σύμφωνα με την οποία κάθε κοινωνικό φαινόμενο θεωρείται

  1. ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης·
  2. ως ένα σύστημα που αποτελείται από αλληλοεπιδρώντα στοιχεία·
  3. ως μία από τις πλευρές της αλληλεπίδρασης με άλλα φαινόμενα·
  4. και ως δυναμική αιτία άλλων αλληλεπιδράσεων και φαινομένων.

Η αρχή της ολότητας ή η αρχή της υλιστικής διαλεκτικής είναι αυτή σύμφωνα με την οποία κάθε κοινωνικό φαινόμενο θεωρείται αναπόσπαστο μέρος του οργανικού συνόλου – του κοινωνικού συστήματος, της κοινωνίας.

H oλότητα (Totalität, Gesamtheit, Integrität) είναι, αφενός, μια εσωτερική συναρμογή, μια δομική και λειτουργική οργανική ενότητα όλων των στοιχείων ενός συστήματος (αντικείμενο, διαδικασία, προσωπικότητα, κατάσταση), στην οποία κάθε μέρος διατηρεί την ιδιαιτερότητά του και από την ολότητα λαμβάνει νέες, πρόσθετες ιδιότητες, μη αναγώγιμες στο απλό άθροισμα των ιδιοτήτων των στοιχείων. Από την άλλη πλευρά, περιλαμβάνει επίσης την εξωτερική περιεκτικότητα, την πληρότητα και την αιτιώδη-τελεολογική διασύνδεση όλων των στοιχείων του συστήματος, την εσωτερική ενότητα του ανθρώπινου, κοινωνικού κόσμου.

Υπό αυτή την έννοια, ο Λούκατς διατυπώνει τις μεθοδολογικές του ιδέες σχετικά με τη θεμελιώδη σημασία της κατηγορίας της ολότητας για τη νόηση. Ο Μαρξ, γράφει, ανέπτυξε μια “εντελώς νέα επιστήμη [την επιστήμη της ιστορίας]”, βασισμένη στην “άποψη της ολότητας”10.

“Η κατηγορία της ολότητας, ωστόσο, καθορίζει όχι μόνο το αντικείμενο της γνώσης αλλά και το υποκείμενο. Η αστική σκέψη κρίνει τα κοινωνικά φαινόμενα συνειδητά ή ασυνείδητα, αφελώς ή διακριτικά, με συνέπεια από τη σκοπιά του ατόμου. Κανένας δρόμος δεν οδηγεί από το άτομο στην ολότητα – υπάρχει στην καλύτερη περίπτωση ένας δρόμος που οδηγεί σε πτυχές συγκεκριμένων περιοχών, απλά θραύσματα ως επί το πλείστον, “γεγονότα” γυμνά από κάθε πλαίσιο, ή σε αφηρημένους, ειδικούς νόμους. Η ολότητα ενός αντικειμένου μπορεί να τεθεί μόνο αν το υποκείμενο που το θέτει είναι το ίδιο μια ολότητα – και αν το υποκείμενο επιθυμεί να κατανοήσει τον εαυτό του, πρέπει να συλλάβει το αντικείμενο ως ολότητα. Στη σύγχρονη κοινωνία μόνο οι τάξεις μπορούν να εκπροσωπήσουν αυτή την ολική άποψη.”11

Ο Λούκατς συνεχίζει λέγοντας ότι “Συγκεκριμένη ανάλυση σημαίνει τότε: η σχέση με την κοινωνία στο σύνολό της. Γιατί μόνο όταν εγκαθιδρυθεί αυτή η σχέση αναδύεται η συνείδηση της ύπαρξής τους που έχουν οι άνθρωποι κάθε φορά σε όλα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της.”12

Ο Herbert Marcuse συνδέει πολύ σωστά την αρχή της ολότητας στη μαρξιστική διαλεκτική με την αρχή της ιστορικής ιδιαιτερότητας, όταν γράφει ότι “η διαλεκτική μέθοδος έχει γίνει έτσι από την ίδια της τη φύση μια ιστορική μέθοδος”. Το γεγονός είναι ότι τα φαινόμενα, τα γεγονότα και τα πράγματα είναι ενσωματωμένα σε ευρύτερες δομές και συστήματα, αποτελώντας συγκεκριμένα μέρη ενός συνόλου, το οποίο με τη σειρά του είναι μέρος ενός ευρύτερου συγκεκριμένου ιστορικού πλαισίου. “Κάθε γεγονός”, διαβεβαιώνει, “οτιδήποτε μπορεί να υποβληθεί σε διαλεκτική ανάλυση… Αλλά όλες αυτές οι αναλύσεις θα οδηγούσαν στη δομή της κοινωνικοϊστορικής διαδικασίας και θα έδειχναν ότι αυτή είναι συστατική στα υπό ανάλυση γεγονότα. Η διαλεκτική λαμβάνει τα γεγονότα ως στοιχεία μιας συγκεκριμένης ιστορικής ολότητας από την οποία δεν μπορούν να απομονωθούν.”13

Ο Λένιν, σε ένα άρθρο του τον Ιανουάριο του 1921 με τίτλο “Για άλλη μια φορά για τα συνδικάτα”, αναπτύσσει κριτικά τη σκέψη του Νικολάι Μπουχάριν σχετικά με τη “ζημιά της μονομέρειας” -την οποία ο Μπουχάριν απεικόνισε με το παράδειγμα του ποτηριού που είναι ταυτόχρονα γυάλινος κύλινδρος και εργαλείο για να πίνει κανείς -, οπότε και γράφει:

“Ένα ποτήρι είναι σίγουρα τόσο ένας γυάλινος κύλινδρος όσο και ένα δοχείο πόσης. Υπάρχουν όμως περισσότερες από αυτές τις δύο ιδιότητες, ποιότητες ή όψεις του – υπάρχουν άπειρες από αυτές, άπειρες “διαμεσολαβήσεις” και αλληλοσυσχετίσεις με τον υπόλοιπο κόσμο. Ένα ποτήρι είναι ένα βαρύ αντικείμενο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πύραυλος – μπορεί να χρησιμεύσει ως βαρίδι για χαρτιά, ως δοχείο για μια αιχμάλωτη πεταλούδα ή ως πολύτιμο αντικείμενο με καλλιτεχνική χάραξη ή σχέδιο, και αυτό δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πόση ή όχι, αν είναι κατασκευασμένο από γυαλί, αν είναι κυλινδρικό ή όχι ακριβώς, και ούτω καθεξής και ούτω καθεξής.

Επιπλέον, αν χρειαζόμουν ένα ποτήρι για να πίνω, δεν θα είχε την παραμικρή σημασία πόσο κυλινδρικό ήταν και αν ήταν πράγματι από γυαλί – αυτό που θα είχε σημασία όμως θα ήταν αν είχε τρύπες στον πάτο, ή κάτι που θα έκοβε τα χείλη μου όταν έπινα, κ.λπ. Αλλά αν δεν χρειαζόμουν ένα ποτήρι για να πίνω, αλλά για έναν σκοπό που θα μπορούσε να εξυπηρετήσει οποιοσδήποτε γυάλινος κύλινδρος, ένα ποτήρι με ραγισμένο πάτο ή χωρίς πάτο θα ήταν εξίσου καλό κ.λπ.

Η διαλεκτική λογική απαιτεί να πάμε παραπέρα. Πρώτον, αν θέλουμε να έχουμε αληθινή γνώση ενός αντικειμένου πρέπει να κοιτάξουμε και να εξετάσουμε όλες τις πτυχές του, τις συνδέσεις και τα “μέσα” του. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορούμε ποτέ να ελπίζουμε ότι θα το πετύχουμε πλήρως, αλλά ο κανόνας της πληρότητας είναι μια δικλείδα ασφαλείας ενάντια στα λάθη και την ακαμψία. Δεύτερον, η διαλεκτική λογική απαιτεί να λαμβάνεται ένα αντικείμενο σε εξέλιξη, σε αλλαγή, σε “αυτοκίνηση” (όπως το θέτει μερικές φορές ο Χέγκελ). Αυτό δεν είναι άμεσα προφανές σε σχέση με ένα αντικείμενο όπως είναι ένα τροχήλατο, αλλά και αυτό βρίσκεται σε κίνηση, και αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον σκοπό, τη χρήση και τη σύνδεσή του με τον περιβάλλοντα κόσμο. Τρίτον, ένας πλήρης “ορισμός” ενός αντικειμένου πρέπει να περιλαμβάνει το σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας, τόσο ως κριτήριο αλήθειας όσο και ως πρακτική ένδειξη της σύνδεσής του με τις ανθρώπινες ανάγκες. Τέταρτον, η διαλεκτική λογική υποστηρίζει ότι “η αλήθεια είναι πάντα συγκεκριμένη, ποτέ αφηρημένη.”14

Ο Marcuse, σχολιάζοντας αυτό το επιχείρημα του Λένιν, γράφει:

“Στην αναφορά του στο παράδειγμα ενός ποτηριού νερού, ο Λένιν αναφέρει ότι “ολόκληρη η ανθρώπινη πρακτική πρέπει να εισέλθει στον “ορισμό” του αντικειμένου”- η ανεξάρτητη αντικειμενικότητα του ποτηριού νερού διαλύεται έτσι. Κάθε γεγονός μπορεί να υποβληθεί σε διαλεκτική ανάλυση μόνο στο βαθμό που κάθε γεγονός επηρεάζεται από τους ανταγωνισμούς της κοινωνικής διαδικασίας.”15

 

Η αρχή της αντανάκλασης/αναπαράστασης

Η επόμενη αναγκαία αρχή, η οποία απορρέει από την ίδια την έννοια της αλληλεπίδρασης μεταξύ των κοινωνικών φαινομένων στο πλαίσιο μιας ολότητας, είναι η θεώρηση ενός κοινωνικού φαινομένου ως ανοικτού (αντανακλαστικού) συστήματος, δηλαδή ως κάτι που αντιδρά με ορισμένο τρόπο στην επίδραση ενός άλλου φαινομένου και, μέσω κατάλληλων αλλαγών σε ορισμένες ιδιότητες ή καταστάσεις, αναπαριστά (αναπαράγει) τα χαρακτηριστικά του φαινομένου που επηρεάζει στις μορφολογικές ή εσωτερικές δομές του.

Μεταξύ άλλων, στη μαρξιστική (συμπεριλαμβανομένης της λενινιστικής) διαλεκτική του κοινωνικού όντος, η αρχή αυτή έχει ένα ειδικό, συγκεκριμένο νόημα: η συνείδηση αντανακλά, αναπαριστά το ον. Η οντολογική θέση “η συνείδηση αντανακλά το είναι” σημαίνει ότι, τελικά, κυρίως σκεφτόμαστε – σκεφτόμαστε – τι μας περιβάλλει, σε ποιες συνθήκες ζούμε, τι κάνουμε, με ποιους συνάπτουμε σχέσεις, τι πράγματα χρησιμοποιούμε κ.ο.κ. Με άλλα λόγια, το αντικείμενο της συνείδησής μας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αποδεικνύεται πάντα ότι είναι η ίδια μας η ύπαρξη, το ίδιο μας το είναι. Αυτό ακριβώς λένε ο Μαρξ και ο Ένγκελς όταν γράφουν: “Η συνείδηση [das Bewusstsein] δεν μπορεί ποτέ να είναι τίποτε άλλο από το συνειδητό είναι [das bewusste Sein], και το είναι των ανθρώπων είναι η πραγματική διαδικασία της ζωής τους.”16

Αυτή είναι η οντολογική πτυχή της διαλεκτικής αρχής του αναστοχασμού στη σφαίρα της κοινωνικής ύπαρξης. Η μεθοδολογική πτυχή αυτής της αρχής μπορεί να αναπαρασταθεί με τη μορφή τριών αλληλένδετων “κανόνων”:

Κανόνας 1. Κατά τη μελέτη ενός συγκεκριμένου κοινωνικού φαινομένου, είναι πάντοτε απαραίτητο να προσδιορίζεται ο γενικός μηχανισμός καθορισμού του περιεχομένου της συνείδησης που περιγράφεται παραπάνω από τις συνθήκες ύπαρξης.

Κανόνας 2. Κατά την εφαρμογή του παραπάνω κανόνα, πρέπει να τηρείται η υλιστική γραμμή. Όπως γράφει ο Λένιν:

“Η σκέψη καθορίζεται από την ύπαρξη. Αυτό σημαίνει ότι ένα πράγμα είναι η πραγματική σχέση των ανθρώπων που πραγματικά υπάρχει στην υλική πραγματικότητα, ένα άλλο πράγμα είναι η συνείδησή τους. Αυτή η συνείδηση δεν είναι πρωταρχική, αλλά εξαρτημένη, καθορίζεται από το πραγματικά υπάρχον σύστημα της κοινωνίας και όλες τις υλικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν οι άνθρωποι. Πρέπει να είμαστε σε θέση να μελετήσουμε ακριβώς τις πραγματικές κοινωνικές σχέσεις όπως αυτές υπάρχουν πραγματικά, χωρίς να τις συγχέουμε με αυτό που σκέφτονται οι άνθρωποι γι’ αυτές, με τις ιδέες των ανθρώπων. “17

Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να γίνει σαφής μεθοδολογική διάκριση μεταξύ δύο οντολογικών τρόπων της πραγματικής διαδικασίας της ζωής: των πραγματικά υπαρχουσών σχέσεων και των όσων σκέφτονται οι άνθρωποι γι’ αυτές.

Κανόνας 3. Τέλος, στο πλαίσιο των μηχανισμών αναπαράστασης, είναι απαραίτητο να ληφθεί υπόψη η διαλεκτική της ουσίας και του φαινομένου, δηλαδή να εφαρμοστεί η αρχή της υλιστικής διαλεκτικής, στο πλαίσιο της οποίας το ίδιο αντικείμενο θεωρείται ταυτόχρονα φαινόμενο και ουσία: πίσω από κάθε φαινόμενο της κοινωνικής ζωής υπάρχει μια ουσία, δηλαδή αυτή ή εκείνη η μορφή κοινωνικοϊστορικής πρακτικής ή συγκεκριμένης ανθρώπινης δραστηριότητας, η εφαρμογή της οποίας αποδεικνύεται το συγκεκριμένο κοινωνικό φαινόμενο. Εξάλλου, “η κοινωνική ζωή είναι ουσιαστικά πρακτική18.

 

Ο μηχανισμός της πρόβλεψης της συνείδησης

Εφόσον μιλάμε για διαλεκτική, η ίδια η αποτύπωση της διαδικασίας αναπαράστασης και αντανάκλασης του κοινωνικού όντος στο περιεχόμενο και τις δομές της κοινωνικής συνείδησης συνεπάγεται αναγκαστικά την αντίθετη διαδικασία επιρροής της κοινωνικής συνείδησης στο περιεχόμενο και τις δομές του κοινωνικού όντος. Αυτές οι δύο διαδικασίες πρέπει πάντα να εξετάζονται στην ενότητα για την οποία μίλησε ο Λένιν, ορίζοντας τον “πυρήνα/ουσία της διαλεκτικής”. Δυστυχώς, πολλοί χυδαίοι του μαρξισμού και του λενινισμού επικεντρώθηκαν δογματικά και μονόπλευρα (δηλαδή μεταφυσικά) μόνο στην αρχή της αντανάκλασης, σε εκείνη την οντολογική και επιστημολογική έννοια της συνείδησης, που παρουσίασε ο Λένιν στον Υλισμό και την Εμπειριοκριτική, και η οποία κατέληγε, σε μια τόσο ωμή περιγραφή της σκέψης του, σε έναν παθητικό μηχανισμό, στη “φωτογράφηση” ή στον καθρέφτη.

Ωστόσο, αν πάρουμε τα Φιλοσοφικά Τετράδια, και ιδιαίτερα τα συγκεκριμένα ιστορικά και κοινωνιολογικά έργα του, θα δούμε σε αυτά ότι ο Λένιν, αντίθετα, θέτει στην πρώτη θέση τη διαλεκτικά αναγκαία αντίθετη διαδικασία – την ενεργητική δημιουργία του κόσμου από τη συνείδηση, λαμβάνοντας υπόψη το ρόλο της ίδιας της αντιπροσωπευτικής (παθητικής) αντανάκλασης. Ο Λένιν γράφει ευθέως: “Η συνείδηση του ανθρώπου όχι μόνο αντανακλά τον αντικειμενικό κόσμο, αλλά και τον δημιουργεί.19 Η ανθρώπινη συνείδηση είναι πάντοτε μια αντανακλαστική-συνειδητή, αναστοχαστική-προβλέπουσα, παθητική- ενεργητική νοητική πράξη- το εσωτερικό περιεχόμενο της στιγμής της δραστηριότητας της οποίας δεν ανάγεται σε μια αφηρημένη “αντίστροφη επίδραση της συνείδησης στο είναι“.

Από τη μία πλευρά, αρκεί να στραφούμε στην καθημερινή ζωή για να πειστούμε γι’ αυτό: ναι, φυσικά, το περιεχόμενο της συνείδησής μας καθορίζεται, “γεμίζει” με το πώς, με ποιον, πού, ανάμεσα σε ποια πράγματα και σε ποιες σχέσεις ζούμε σ’ αυτόν τον κόσμο. Αλλά, από την άλλη πλευρά, εμείς, κατανοώντας αυτή την ύπαρξη και αναλογιζόμενοι τον τρόπο που ζούμε, ας πούμε, θα μπορούσαμε να βρούμε αυτή την ύπαρξη μη ικανοποιητική. Τότε, σύμφωνα με τις ιδέες μας (“ιδανικά”) για την καλύτερη μορφή ύπαρξης, μπορεί να αλλάξουμε ή να μεταμορφώσουμε την τρέχουσα καθημερινότητά μας (για παράδειγμα, να αλλάξουμε τη σχέση μας με τους συναδέλφους, να αποκτήσουμε μια γάτα, να παντρευτούμε ή να κάνουμε επισκευές).

Εδώ μιλάμε γι’ αυτό που ο Πέτρος Ανόχιν ονόμασε ηγετική, προνοητική συνείδηση (σε αντίθεση με τη συνείδηση ενός καθυστερημένου, “υπολειμματικού”), και γι’ αυτό που ονομάζεται φαντασία, φαντασίωση, και που, καθώς σχετίζεται με την επιστημονική έρευνα, ονομάζεται πρόβλεψη. Σήμερα, οι άνθρωποι συχνά κοροϊδεύουν την έννοια του επιστημονικού σοσιαλισμού, την οποία εισήγαγε ο Ένγκελς. Αλλά αυτή η έννοια του επιστημονικού σοσιαλισμού – που σημαίνει μόνο ότι το όραμα του μέλλοντος (όχι πρόβλεψη αυτού) δεν βασίζεται στις φαντασιώσεις μας για την επιθυμητή καλύτερη κοινωνική δομή, αλλά στην επιστημονική ανάλυση εκείνων των τάσεων που περιέχονται στο αντιφατικό παρόν και που υποδεικνύουν πιθανές εναλλακτικές λύσεις για την ανάπτυξη της κοινωνίας – είναι ακριβώς αυτό που συλλαμβάνεται στα κοινωνιολογικά και πολιτικά γραπτά και στην πρακτική του Λένιν.

 

 

Ορισμός της κοινωνικής διαλεκτικής του Λένιν

Από τη σκοπιά του Λένιν, υπάρχει μόνο ένας συγκεκριμένος ιστορικός, κοινωνικός κόσμος (ολότητα) που έχει μια εγγενή λογική ανάπτυξης και που μπορεί να κατανοηθεί μόνο εξετάζοντας τη συγκεκριμενοποίησή του στις αντιφάσεις και τη δυναμική του. Επομένως, η αντικειμενική κοινωνική διαλεκτική είναι η ενυπάρχουσα δυναμική της ίδιας της κοινωνίας, η ανάπτυξή της από εσωτερικές αντιφάσεις που προκύπτουν όχι με λογικό αλλά με ιστορικό τρόπο.

Ως επιστημονική μέθοδος, η υλιστική κοινωνική διαλεκτική είναι ένας τρόπος μελέτης των υλικών (ύπαρξη) και ιδεατών (συνείδηση) κοινωνικών φαινομένων, μέσω του οποίου:

  1. οι πραγματικές (οντολογικά) υπάρχουσες εσωτερικές και εξωτερικές αντιφάσεις εντοπίζονται στα φαινόμενα μέσω της εμπειρικής έρευνας, η σύνθεση της οποίας οδηγεί στην αλλαγή και την ανάπτυξη του αντικειμένου τόσο σε ποσοτικούς (εξέλιξη) όσο και σε ποιοτικούς όρους (επανάσταση)
  2. η ανάλυση της πάλης αυτών των αντιφάσεων και των αντιθέτων (κυρίως ταξικών) αποκαλύπτει την ιστορική δυναμική των ίδιων των κοινωνικών φαινομένων, δηλαδή την εμφάνιση, την ύπαρξη, τη λειτουργία και το θάνατό τους (μετάβαση σε άλλη κατάσταση)·
  3. μπορεί κανείς να δει στη μετάβαση από την ύπαρξη στο θάνατο, εκείνα τα σπέρματα, τις στιγμές και τις τάσεις που καταστρέφουν εκ των έσω το σημερινό καθεστώς και οδηγούν στην ανάδυση ενός νέου (για παράδειγμα, τα μικρόβια του καπιταλισμού στο “σώμα” της ευρωπαϊκής φεουδαρχίας κατά το δέκατο τέταρτο με δέκατο πέμπτο αιώνα – ή τη σύγχρονη μορφή των μη καπιταλιστικών, μη εμπορευματικών σχέσεων στη δομή του παγκόσμιου καπιταλισμού που θα οδηγήσει στο σοσιαλισμό)·
  4. μας δίνεται έτσι η δυνατότητα να κάνουμε ρεαλιστικές επιστημονικά τεκμηριωμένες προβλέψεις (σε αντίθεση με την “πρόβλεψη” και τη “διορατικότητα“) σχετικά με τις εναλλακτικές λύσεις που θα αναπτυχθούν τόσο στο πολύ κοντινό όσο και στο πιο μακρινό μέλλον·
  5. μέσω της επιστημονικής ανάλυσης και της επιστημονικά τεκμηριωμένης πρόβλεψης, είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί μια αντίστοιχη κοινωνική πρακτική: τόσο καταστροφική (σε σχέση με τον καπιταλισμό) όσο και δημιουργική.

Αυτό είναι αυτό που ο Erik O. Wright ονόμασε στον μαρξισμό (που νοείται ως χειραφετητική επιστήμη) μια κοινωνικά κριτική χειραφετητική λειτουργία. Τα βασικά καθήκοντα αυτής της χειραφετητικής επιστήμης είναι: “(1) η εκπόνηση μιας συστηματικής διάγνωσης και κριτικής του κόσμου όπως υπάρχει, (2) ο οραματισμός βιώσιμων εναλλακτικών λύσεων και (3) η ανάπτυξη μιας θεωρίας μετασχηματισμού. Το πρώτο από αυτά μας λέει γιατί θέλουμε να φύγουμε από τον κόσμο στον οποίο ζούμε- το δεύτερο μας λέει πού θέλουμε να πάμε- και το τρίτο μας λέει πώς να πάμε από εδώ εκεί”20.

 

 

Προοπτικές για τη διαλεκτική μαρξιστική-λενινιστική φιλοσοφία

Εφόσον ο μαρξισμός (σε όλες τις μορφές του) είναι μια κοινωνική θεωρία και φιλοσοφία μιας συγκεκριμένης εποχής, δηλαδή ενός κοινωνικού και πνευματικού φαινομένου, τότε σε σχέση με αυτήν (ως αντικείμενο μιας μαρξιστικής συγκεκριμένης ιστορικής έρευνας) ισχύουν όλες οι παραπάνω αρχές. Επομένως, θα προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε ορισμένες από αυτές τις αρχές της υλιστικής διαλεκτικής για μια ιστορική ανάλυση του ίδιου του μαρξισμού και του λενινισμού.

Η κοινωνικο-ιστορική διαλεκτική του Μαρξ ήταν στην πραγματικότητα αρνητική, καταστροφική και περιορισμένη ως προς το συγκεκριμένο ιστορικό της περιεχόμενο. Όταν αναφερόμαστε σε αυτό το ιστορικό περιεχόμενο, δεν μιλάμε για τυπικές μεθοδολογικές διαδικασίες της διαλεκτικής λογικής, αλλά για ιστορικό υλικό που μελετάται μέσω διαλεκτικών εργαλείων. Το θέμα είναι ότι η ουσιαστική ανάλυση του Μαρξ καταλήγει σε μια θεωρητική αιτιολόγηση της αναγκαιότητας της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Ο Λένιν εργάζεται ήδη με εντελώς διαφορετικό υλικό – όχι μόνο θεωρητικά, αλλά και πρακτικά. Ο Μπουχάριν επεξηγεί αυτή τη διάκριση ως εξής:

  1. Αν, υποστηρίζει, κατανοούμε μέσω του μαρξισμού το σύστημα μεθόδων για τη μελέτη των κοινωνικών φαινομένων, “αυτό το εργαλείο, αυτή τη μεθοδολογία που είναι ενσωματωμένη στο μαρξισμό, τότε είναι αυτονόητο ότι ο λενινισμός δεν είναι κάτι που τροποποιεί ή αναθεωρεί τη μεθοδολογία του μαρξιστικού δόγματος. Αντίθετα, με αυτή την έννοια, ο λενινισμός είναι μια πλήρης επιστροφή στον μαρξισμό που διατυπώθηκε από τους ίδιους τους Μαρξ και Ένγκελς”21.
  2. Ωστόσο, αν με τον όρο μαρξισμό εννοούμε ορισμένες ιδέες σχετικά με συγκεκριμένα ιστορικά κοινωνικά φαινόμενα, τότε σε αυτή την περίπτωση “είναι απολύτως σαφές ότι ο μαρξισμός του Λένιν είναι ένα πολύ ευρύτερο πεδίο από τον μαρξισμό του Μαρξ. Καταλαβαίνω γιατί. Γιατί στο σύνολο των ιδεών που υπήρχαν τότε [στον Μαρξ], προστέθηκε ένα νέο σύνολο συγκεκριμένων προτάσεων [στον Λένιν], ως αποτέλεσμα της ανάλυσης εντελώς νέων φαινομένων, μιας εντελώς νέας ιστορικής ζώνης. Με αυτή την υπό όρους έννοια, ο λενινισμός είναι το συμπέρασμα που υπερβαίνει τα όρια του μαρξισμού22.
  3. Επιπλέον, αυτό που μας έδωσε ο μαρξισμός του Λένιν είναι μια “σύνθεση της θεωρίας και της πρακτικής της αγωνιζόμενης και νικηφόρας εργατικής τάξης…. Πρόκειται για μια σύνθεση του καταστροφικού και του δημιουργικού έργου της εργατικής τάξης, και η τελευταία περίσταση μου φαίνεται η πιο σημαντική”23.

Προεκτείνοντας αυτή τη λογική της εξέτασης των ιστορικών προοπτικών του μαρξισμού, από την καταστροφική κριτική του στον καπιταλισμό (Μαρξ), μέσω της πρακτικής καταστροφής του καπιταλισμού και της δημιουργίας μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας (Λένιν), στο πραγματικό κομμουνιστικό μέλλον, θα πρέπει να κάνουμε την ακόλουθη πρόβλεψη. Εφόσον ο λενινισμός στην ουσιαστική (και όχι στη μεθοδολογική) του πτυχή ήδη “υπερβαίνει τα όρια του κλασικού μαρξισμού”, η νέα, επερχόμενη εποχή του κομμουνισμού θα απαιτήσει ένα ακόμη πιο ριζοσπαστικό βήμα που θα τον οδηγήσει πέρα από τα όρια του λενινισμού. Γιατί; Επειδή:

  1. Η υλιστική διαλεκτική δεν είναι ένα σύνολο έτοιμων συνταγών για όλες τις περιπτώσεις της ζωής, ούτε ένα σύστημα παγωμένων κατηγοριών, αλλά η κίνηση της σκέψης του ερευνητή ακολουθώντας το συγκεκριμένο αντικείμενο της έρευνας.
  2. Επομένως, αν το ίδιο το αντικείμενο της μελέτης αλλάζει (για παράδειγμα, για τον Λένιν είναι η εμφάνιση μιας νέας μορφής καπιταλισμού, ο ιμπεριαλισμός ως ένα στάδιο που ήταν άγνωστο στον Μαρξ), καθώς και αν προκύπτει ένα νέο πλαίσιο στο οποίο λειτουργεί το αντικείμενο αυτό και με το οποίο είναι πλήρως διασυνδεδεμένο, τότε η μέθοδος της έρευνάς του μετασχηματίζεται. Αυτός ο μετασχηματισμός της μεθόδου οφείλεται στο γεγονός ότι ο ερευνητής, ακολουθώντας το συγκεκριμένο αντικείμενο της μελέτης του, πρέπει αναγκαστικά να λάβει υπόψη του όλες αυτές τις αλλαγές, τα νέα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες, τις νέες συνθήκες και τα πλαίσια, που συνδέονται με ένα ιστορικά μεταβαλλόμενο αντικείμενο.

Επομένως, ο Μπουχάριν κάνει λάθος όταν γράφει ότι ο λενινισμός από μεθοδολογική άποψη είναι “μια πλήρης επιστροφή στον μαρξισμό του Μαρξ“. Όχι, ο λενινισμός, ως θεωρητική και πρακτική εφαρμογή της υλιστικής διαλεκτικής στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, είναι επίσης μια εξέλιξη αυτής της διαλεκτικής μεθόδου. Αν μιλάμε για μια ορισμένη επιστροφή στον Μαρξ, τότε ο Λένιν επέστρεψε σε αυτόν μόνο με την έννοια της απομάκρυνσης από τους κομματικούς του συναγωνιστές, οι οποίοι γνώριζαν τη διαλεκτική πολύ επιφανειακά και την εφάρμοζαν πρωτόγονα.

Βάσει όλων αυτών, φαίνεται ότι στη μελλοντική κομμουνιστική κοινωνία, για τη φιλοσοφική κατανόηση του όντος, θα απαιτηθεί μια εντελώς νέα μορφή μαρξιστικής φιλοσοφίας στις ουσιαστικές της πτυχές, διατηρώντας παράλληλα τα θεμελιώδη μεθοδολογικά της θεμέλια. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τις σύγχρονες μορφές του μαρξισμού, του λενινισμού, του νεομαρξισμού, του μαοϊσμού, του μεταμαρξισμού κ.ο.κ., αφού:

  1. τόσο ο μαρξισμός του Μαρξ όσο και ο μαρξισμός του Λένιν είναι διαλεκτική της κοινωνικής ανάπτυξης μέσω της πάλης των ανταγωνισμών, και έτσι υποτίθεται ότι σε μια μελλοντική κομμουνιστική κοινωνία οι κοινωνικές αντιθέσεις στις ασυμβίβαστες μορφές τους θα ξεπεραστούν, αν και θα παραμείνουν σε μη ανταγωνιστικές μορφές, αφού η μελλοντική κοινωνία θα είναι αταξική,
  2. ο κλασικός μαρξισμός και ο λενινισμός στοχεύουν στην ανάλυση μόνο ταξικών ανταγωνιστικών συστημάτων – είναι αδύνατο να μελετηθεί η αταξική κοινωνία με μεθόδους που έχουν σχεδιαστεί για τη μελέτη ταξικών κοινωνικών οργανισμών και δομών,
  3. στη μελλοντική κοινωνία, οι κινητήριες δυνάμεις της κοινωνικής ανάπτυξης θα είναι άυλοι παράγοντες όπως η επιστήμη, η εκπαίδευση, η δημιουργικότητα, η τεχνολογία των πληροφοριών, οι προσωπικοί παράγοντες κ.ο.κ., ενώ ο κλασικός μαρξισμός επικεντρώνεται στην ανάλυση των κοινωνιών στις οποίες πρωταγωνιστικό ρόλο παίζουν οι φυσικοί παράγοντες (φύση, μυϊκή δύναμη των ζώων και των ανθρώπων, τεχνολογία, υλικά),
  4. σε αυτό το μέλλον, το κράτος που σταδιακά πεθαίνει θα εκτελεί μόνο διοικητικές λειτουργίες και ο μαρξισμός στοχεύει στην ανάλυση και κριτική του κράτους ως κατασταλτικής μηχανής για την καταπίεση μιας τάξης από μια άλλη,
  5. οι προηγούμενες και οι σημερινές μορφές του μαρξισμού είχαν και έχουν να αντιμετωπίσουν την προϊστορία (το “βασίλειο της αναγκαιότητας“), ενώ η μελλοντική κοινωνία θα είναι μια πραγματικά ανθρώπινη και πραγματικά ανθρωπιστική ιστορία (το “βασίλειο της ελευθερίας“). Οι κατηγορίες της απανθρωπιάς, της αλλοτρίωσης, της αυτο-αποξένωσης, του φετιχισμού, της ιδεολογικής εμφάνισης, της απατηλής ταξικής συνείδησης, της ταξικής πάλης κ.ο.κ., που παίζουν κεντρικό ρόλο στον κλασικό μαρξισμό, δεν θα έχουν πλέον κανένα νόημα.

Για το λόγο αυτό, ο Marcuse έγραψε, πολύ σωστά: “Σίγουρα, η πάλη με το “βασίλειο της αναγκαιότητας” θα συνεχιστεί με το πέρασμα του ανθρώπου στο στάδιο της “πραγματικής του ιστορίας”, και η αρνητικότητα και η αντίφαση δεν θα εξαφανιστούν. Ωστόσο, όταν η κοινωνία θα έχει γίνει το ελεύθερο υποκείμενο αυτής της πάλης, η τελευταία θα διεξάγεται με εντελώς διαφορετικές μορφές. Για το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να επιβληθεί η διαλεκτική δομή της προϊστορίας στη μελλοντική ιστορία της ανθρωπότητας.”24

Επομένως, ο μαρξισμός του Μαρξ, του Λένιν, του Μάο, του Χο Τσι Μινχ και του Φιντέλ Κάστρο είναι ιστορικές, παροδικές μορφές κοινωνικής επαναστατικής θεωρίας και πρακτικής, αφού οφείλουν την εμφάνισή τους στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Όταν οι συνθήκες που τις γέννησαν εξαφανιστούν, οι ίδιες αυτές οι θεωρίες και πρακτικές δεν θα είναι πλέον άμεσα σχετικές με τις νέες συνθήκες της κοινωνικής ύπαρξης.

Αυτό σημαίνει ότι ο μαρξισμός θα εξαφανιστεί εντελώς; Αυτό υπονοείται στο έργο του Jean-Paul Sartre, ο οποίος γράφει, ότι η παραπάνω δήλωση του Μαρξ (ότι “ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει τις κοινωνικές, πολιτικές και πνευματικές διαδικασίες της ζωής γενικά”) θα παραμείνει

“πραγματολογική ένδειξη, την οποία δεν μπορούμε να υπερβούμε όσο οι μετασχηματισμοί των κοινωνικών σχέσεων και η τεχνική πρόοδος δεν έχουν απελευθερώσει τον άνθρωπο από το ζυγό της έλλειψης Μόλις υπάρξει για τον καθένα ένα περιθώριο πραγματικής ελευθερίας πέρα από την παραγωγή ζωής, ο μαρξισμός θα έχει εξαντλήσει τη διάρκειά του – μια φιλοσοφία της ελευθερίας θα πάρει τη θέση του. Αλλά δεν έχουμε κανένα μέσο, κανένα διανοητικό εργαλείο, καμία συγκεκριμένη εμπειρία που να μας επιτρέπει να συλλάβουμε αυτή την ελευθερία ή αυτή τη φιλοσοφία.”25

Φαίνεται ότι στην περίπτωση αυτή ο Σαρτρ κάνει λάθος υποθέτοντας ότι ο μαρξισμός θα εξαντληθεί κάτω από τις συνθήκες του κομμουνισμού. Ωστόσο, ο Μπουχάριν και ο Μαρκούζε έχουν δίκιο όταν τονίζουν τους ιστορικούς περιορισμούς του κλασικού μαρξισμού και του λενινισμού, ως εννοιολογικών πλαισίων που εξαρτώνται, τόσο ως προς το περιεχόμενο (Μπουχάριν) όσο και ως προς τη μεθοδολογία (Μαρκούζε), από συγκεκριμένες συνθήκες και από τις δομές της προϊστορίας. Παρ’ όλα αυτά, αυτό δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε τις επιστημονικές-επεξηγηματικές και πρακτικές δυνατότητές τους για τη μελλοντική ιστορία.

Μας φαίνεται ότι ο μαρξισμός ως κοινωνική επιστήμη και μεθοδολογία θα συνεχιστεί στο μέλλον με δύο τουλάχιστον υποχρεωτικά συνυπάρχουσες μορφές:

  1. με τη μορφή μιας συγκεκριμένης επιστημονικής φιλοσοφικής-ιστορικής, οικονομικής και ιστορικής θεωρίας και μεθοδολογίας για τη μελέτη των ήδη υπαρχουσών ταξικών ανταγωνιστικών κοινωνιών,
  2. με τη μορφή μιας γενικής επιστημονικής θεωρίας και μεθοδολογίας για τη μελέτη της ανθρώπινης κοινωνίας σε όλα τα στάδια ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένης της προ- ταξικής εποχής και της μετα-ταξικής “αληθινής ιστορίας της ανθρωπότητας”: τον κομμουνισμό.

Ωστόσο, όλοι αυτοί οι προβληματισμοί αφορούν τις μελλοντικές προοπτικές της ιστορικής εξέλιξης του μαρξισμού. Όσον αφορά το παρόν, δεδομένου ότι οι σύγχρονες συνθήκες σε πολλές χώρες, ακόμη και σε ολόκληρες περιοχές όπου εξακολουθούν να υπάρχουν προβιομηχανικές κοινωνίες – καθώς και οι απάνθρωπες συνθήκες που δημιουργεί ο μεταποικιακός καπιταλισμός – είναι ο λενινισμός που αποτελεί την πιο σχετική μορφή επαναστατικής μαρξιστικής θεωρίας και πρακτικής. Και είναι ακριβώς ο λενινισμός, με τις αντίστοιχες εθνικές του ιδιαιτερότητες, που θα αποτελέσει μια πραγματική καταστροφική και δημιουργική προοπτική για αυτές τις κοινωνίες στο εγγύς μέλλον.

Από αυτή την άποψη, είναι αδύνατο να υπερεκτιμήσουμε τη σημασία του μαρξισμού του Λένιν (και όχι του “μαρξισμού-λενινισμού”). Αυτή η σημασία συνδέεται όχι μόνο με τη λενινιστική ανάπτυξη και τον εμπλουτισμό της θεωρίας και της μεθοδολογίας της κοινωνικής διαλεκτικής του μαρξισμού, αλλά και με την πρακτική και πολιτική επιστροφή στη μαρξιστική επιστήμη της ανθρώπινης πρωτοβουλίας, της προληπτικής συνείδησης (σε αντίθεση με την “αντανακλαστική”, “φωτογραφική” ή παθητική συνείδηση)- ενός πραγματικού, ζωντανού ενεργού υποκειμένου- ενός προσώπου (που αντιπροσωπεύεται από το προλεταριάτο) ως δημιουργού της ιστορίας.

Πάνω σε αυτή τη βάση οικοδομείται όλη η δραστηριότητα του Λένιν, ο οποίος αγωνίστηκε ενάντια “σε όλες τις μορφές δογματισμού, που οδηγούν στην ιστορική μοιρολατρία, στον “οικονομισμό” και τον “αυθορμητισμό”” και ενάντια σε κάθε ερμηνεία του μαρξισμού που, “με το πρόσχημα της αντικειμενικότητας, αναμειγνύει την “επιστημονική” ιστορία με εκείνη την ιστορία στην οποία το μέλλον είναι γραμμένο εκ των προτέρων και το πρόσωπο απουσιάζει”. Σε απάντηση, ο Λένιν αντιμετώπισε όλες αυτές τις ερμηνείες με μια “αληθινά μαρξιστική κατανόηση της ιστορικής προοπτικής”, επιστρέφοντας το επαναστατικό πνεύμα στο μαρξισμό26.

 

 

Συμπέρασμα

Συνοψίζοντας την έρευνά μας, μπορούμε να πούμε ότι η κατανόηση της διαλεκτικής από τον Λένιν προσανατολίζεται (μεταξύ άλλων) σε μια ολοκληρωμένη και συγκεκριμένη θεώρηση της ιστορικής κατάστασης και αυτό το σύνολο είναι που καθορίζει τη διαρκή σημασία του Λένιν. Το σημαντικότερο πράγμα στη διαλεκτική του Λένιν είναι η θέαση μιας διαρκώς μεταβαλλόμενης και αναπτυσσόμενης ολότητας – η καθολική σύνδεση των φαινομένων, η διαλεκτική της ουσίας και του φαινομένου, η ένταξη ενός ιδιαίτερου, συγκεκριμένου αντικειμένου/διαδικασίας στο σύνολο και η ιστορικότητα αυτού του συνόλου. Κάθε επιστήμονας, οργανωτής, διευθυντής εργοστασίου, επικεφαλής εργαστηρίου, εργοδηγός, εκπαιδευτικός και πολιτικός θα πρέπει να μάθει από τον Λένιν αυτή την οργανική, πλαστική θεώρηση κάθε φαινομένου μέσα από το πρίσμα της ένταξής του σε μια ολοκληρωμένη δομή. Το απλούστερο παράδειγμα αυτής της θεώρησης, όπως είδαμε, είναι η ανάλυση του Λένιν για ένα ποτήρι νερό, μια ανάλυση που σήμερα συχνά γελοιοποιείται, χωρίς να κατανοείται το εσωτερικό της βάθος. Επομένως, με βάση την εκδοχή της μαρξιστικής διαλεκτικής του Λένιν, μπορούμε να δημιουργήσουμε όχι μόνο επιστημονικές μεθόδους και έννοιες, αλλά και να αναπτύξουμε πρακτικές διαχείρισης σε διάφορα επίπεδα.

Ωστόσο, το πιο σημαντικό πράγμα στην κοινωνική και πρακτική διαλεκτική του Λένιν δεν είναι μόνο η “άποψη της ολότητας” ή η συγκεκριμένη ιστορική ανάλυση της κατάστασης, αλλά, πάνω απ’ όλα, η επιστροφή του επαναστατικού υποκειμένου στην κοινωνική και ιστορική πρακτική. Στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με τους ηγέτες της Δεύτερης Διεθνούς, οι οποίοι θεωρούσαν την επερχόμενη σοσιαλιστική επανάσταση ως μια καθαρά αντικειμενική κοινωνική διαδικασία, ο Λένιν, με την κοινωνικοπολιτική διαλεκτική του, επέστρεψε στον μαρξισμό το υποκείμενο και την υποκειμενική διάσταση της κοινωνικής ύπαρξης.

Κατά συνέπεια, είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι, εγκαταλείποντας τον “αυτοματισμό” και τη μοιρολατρία των ηγετών της Δεύτερης Διεθνούς, ο Λένιν έδωσε στο εργατικό κίνημα αυτό που σήμερα δεν αποκαλείται δικαίως ουτοπία ή ουτοπική συνείδηση: μια εικόνα μιας δίκαιης ανθρώπινης μελλοντικής κοινωνίας που δεν προκύπτει “από μόνη της” λόγω της αφηρημένης “ιστορικής αναγκαιότητας”, αλλά που πρέπει να δημιουργηθεί από τους ίδιους τους ανθρώπους, γιατί αυτοί είναι οι δημιουργοί της δικής τους ιστορίας.

 

 

*Κεντρική εικόνα:

Lenin (Petrov-Vodkin). Public Domain, Link.

 

 

Σημειώσεις

  1.  V. I. Lenin, “Philosophical Notebooks,” Collected Works, vol. 38 (Moscow: Progress Publishers, 1976), 222.
  2.  V. I. Lenin, “Letter to Inessa Armand 30, November 1916,” Collected Works, vol. 35 (Moscow: Progress Publishers, 1973), 250.
  3.  Karl Marx, Collected Works, vol. 35 (London: Lawrence and Wishart, 1996), 18–19.
  4.  Georg Lukács, Lenin: Research Essay on the Relationship of His Ideas [in Russian] (Moscow: International Relations, 1990), 144.
  5.  V. I. Lenin, “Marxism and Revisionism,” Collected Works, vol. 15 [in Russian] (Moscow: Politizdat, 1973), 31.
  6.  V. I. Lenin, “The Three Sources and Three Component Parts of Marxism,” Collected Works, vol. 19 (Moscow: Progress Publishers, 1977), 23.
  7.  Karl Marx, “Contribution to the Critique of Hegel’s Philosophy of Law,” in Collected Works, vol. 3 (London: Lawrence and Wishart, 1975), 3–129.
  8.  V. I. Lenin, “About the State: Lecture at the Sverdlovsk University on July 11, 1919,” Collected Works, vol. 39 [in Russian] (Moscow: Politizdat, 1970), 67.
  9.  Marx, Collected Works, vol. 3, 91.
  10.  Georg Lukács, History and Class Consciousness (Cambridge, MA: MIT Press, 1972), 27.
  11.  Lukács, History and Class Consciousness, 28.
  12.  Lukács, History and Class Consciousness, 50.
  13.  Herbert Marcuse, Reason and Revolution (London: Routledge and Kegan Paul, 1955), 314.
  14.  V. I. Lenin, “Once Again on the Trade Unions,” Collected Works, vol. 32 (Moscow: Progress Publishers, 1965), 93–94.
  15.  Marcuse, Reason and Revolution, 314–315.
  16.  Karl Marx and Frederick Engels, “The German Ideology,” Collected Works, vol. 5 (London: Lawrence and Wishart, 1976), 36.
  17.  V. Adoratsky, “Marxist Dialectics in the Works of Lenin,” Selected Works [in Russian] (Moscow: Politizdat, 1961), 444.
  18.  Marx, “Theses on Feuerbach,” Collected Works, vol. 5, 8.
  19.  Lenin, Collected Works, vol. 38, 211. Emphasis added.
  20.  Erik O. Wright, Class, State and Ideology (Madison: University of Wisconsin, 2008), 2.
  21.  Nikolai Bukharin, “Lenin as a Marxist,” Selected Works [in Russian] (Moscow: Politizdat, 1988), 61.
  22.  Bukharin, “Lenin as a Marxist,” 61.
  23.  Bukharin, “Lenin as a Marxist,” 62.
  24.  Marcuse, Reason and Revolution, 315–16. Emphasis added.
  25.  Jean-Paul Sartre, “Marxism and Existentialism,” Search for a Method (New York: Alfred A. Knopf, 1963), 34.
  26.  Roger Garaudy, Marxism of the 20th Century [in Russian] (Moscow: Prometheus, 1994), 6. Emphasis added.