Η αρχιτεκτονική της ισχύος: Το δολάριο, η χρηματιστικοποίηση, και η πάλη για την ανεξαρτησία
Φάκελος Nº 102
του Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών: Τριηπειρωτική
στην ιστοσελίδα της Τριηπειρωτικής, Ιούλιος 7, 2026
μετ. Δημοσθένης Γκότσης
επιμ. Διονύσης Περδίκης
Μεταφράζουμε και αναδημοσιεύουμε τον Φάκελο Νº 102 της Τριηπειρωτικής με τίτλο Η αρχιτεκτονική της ισχύος: Το δολάριο, η χρηματιστικοποίηση, και η πάλη για την ανεξαρτησία, γιατί αποτελεί μια εξαιρετική, περιεκτική αν και συνεκτική, περιγραφή του ρόλου που παίζει το δολάριο ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, στη διάρθρωση του σημερινού ιμπεριαλιστικού συστήματος με ηγέτιδα δύναμη τις ΗΠΑ. Το κείμενο βάζει και κάποιες θεωρητικές βάσεις για τη μαρξική έννοια του «παγκόσμιου χρήματος», ενώ ανατρέχει και ιστορικά στο θέμα αυτό, από τη βρετανική αυτοκρατορία, έως τις μέρες μας, μαζί με μια σύντομη αναφορά στην τρέχουσα διαδικασία της «αποδολαριοποίησης».
Από την πλευρά μας, θα θέλαμε να τονίσουμε τη σημασία του παγκόσμιου χρήματος ως την καθολική αντικειμενοποιημένη μορφή της αξίας, δηλ. στην ουσία, των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, στην παγκόσμια κλίμακα. Η θεωρητική εισαγωγή και η ιστορική αναδρομή του κειμένου θέτουν τις θεωρητικές βάσεις για την κατανόηση και περιγράφουν το γίγνεσθαι της διεθνούς καπιταλιστικής αγοράς, πλέον σχεδόν ως παγκόσμιας. Η διαμόρφωση της παγκόσμιας αυτής αγοράς συνιστά και την αντικειμενική προϋπόθεση για την πλήρη διαμόρφωση του παγκόσμιου χρήματος, το οποίο, στην εποχή που γράφτηκε το Κεφάλαιο του Μαρξ, συνιστούσε περισσότερο θεωρητική πρόβλεψη, παρά πραγματικότητα.
Το ενδιαφέρον στοιχείο εδώ είναι ότι μέχρι να διαμορφωθεί ιστορικά η σημερινή παγκόσμια αγορά, μεσολάβησε το πέρασμα του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό, (κρατικο)μονοπωλιακό στάδιο. Επιπλέον, ακόμη και στη σημερινή διαμόρφωση ενός ιμπεριαλιστικού συστήματος που χαρακτηρίζεται από τη διεθνοποίηση της καπιταλιστικής παραγωγής και την ηγεμονία μιας δύναμης, των ΗΠΑ, το σύστημα αυτό εξακολουθεί να συναρθρώνεται από εθνικές οικονομίες που διαχωρίζονται από κρατικά σύνορα.
Έτσι, διαφορετικά κράτη καθορίζουν τους όρους της αναπαραγωγής τόσο του κεφαλαίου, όσο και της εργασιακής δύναμης και της φύσης, ως όρους της δικής του αναπαραγωγής, ή με άλλα λόγια, οι διεθνείς, παραγωγικές, κοινωνικές σχέσεις διαμεσολαβούνται από τις διακρατικές σχέσεις. Συνεπώς, ο ανταγωνιστικός, εκμεταλλευτικός χαρακτήρας των σχέσεων αυτών, αποτελεί τη βάση των ανταγωνισμών, αντιθέσεων και πολέμων μεταξύ των κρατών. Αντίστοιχα, η κυρίαρχη κοινωνική αντίθεση, σχηματικά «μονοπώλια – λαοί», διαμεσολαβείται από την κυρίαρχη διακρατική αντίθεση «ιμπεριαλιστικές χώρες – υπό εκμετάλλευση, εξαρτημένες χώρες».
Οι σχέσεις αυτές δεν θα μπορούσαν παρά να μορφοποιούνται και στο παγκόσμιο χρήμα, το (πετρο)δολάριο. Το παρόν κείμενο περιγράφει τον ρόλο του στην αναπαραγωγή της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης, δηλ. της μεταφοράς πλούτου, κυρίαρχα με τη μορφή της υπεραξίας, από τις υπό εκμετάλλευση χώρες στις ιμπεριαλιστικές, κι ιδιαίτερα τις ηγεμονικές ΗΠΑ, όπως και στην αναπαραγωγή της ιμπεριαλιστικής ισχύος γενικότερα. Ειδικότερα, εξηγείται το πως μπορούν οι ΗΠΑ να διατηρούν ελλείμματα (εμπορικά και συναλλαγών), χωρίς αυτό να συνιστά ένδειξη αδυναμίας, αλλά, αντίθετα, ισχύος και εκμετάλλευσης του υπόλοιπου κόσμου.
Με αυτήν την έννοια, στο παγκόσμιο χρήμα δεν μορφοποιούνται μόνο οι καθαρά «οικονομικές» διαφορές μεταξύ των ΗΠΑ και των υπόλοιπων κρατών, π.χ. οι διαφορές στην τεχνολογία, στην παραγωγικότητα, την οργανική σύνθεση κεφαλαίου ή στην εκμετάλλευση της εργασιακής δύναμης στη βάση της εξέλιξης της ταξικής πάλης στο εσωτερικό της, αλλά το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής κι αναπαραγωγής, όπως θα μας θύμιζε ο Φρίντριχ Έγκελς (βλ. από το γράμμα του στον Γιόσεφ Μπλοχ, Λονδίνο, 21-22 Σεπτέμβρη 1890):
«Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, ο καθοριστικός παράγοντας στην ιστορία σε τελευταία ανάλυση, είναι η παραγωγή και η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής. Ούτε ο Μαρξ, ούτε εγώ ισχυριστήκαμε ποτέ τίποτα παραπάνω. Αν κάποιος τώρα το διαστρεβλώνει αυτό έτσι που να βγαίνει πως ο οικονομικός παράγοντας είναι ο μοναδικά καθοριστικός, τότε μετατρέπει εκείνη τη θέση σε αφηρημένη, παράλογη φράση, που δε λέει τίποτα. – Η οικονομική κατάσταση είναι η βάση, αλλά τα διάφορα στοιχεία του εποικοδομήματος: οι πολιτικές μορφές της ταξικής πάλης και τ΄ αποτελέσματά της – οι θεσμοί που τους καθορίζει η νικήτρια τάξη ύστερα από τη μάχη που κέρδισε, κτλ. – οι νομικές μορφές κι ακόμα περισσότερο οι αντανακλάσεις όλων αυτών των πραγματικών αγώνων στον εγκέφαλο αυτών που συμμετέχουν στην πάλη, οι πολιτικές, νομικές, φιλοσοφικές θεωρίες, οι θρησκευτικές αντιλήψεις και η παραπέρα ανάπτυξή τους σε συστήματα δογμάτων, ασκούν κι αυτά την επίδρασή τους πάνω στην πορεία των ιστορικών αγώνων και σε πολλές περιπτώσεις αυτά κυρίως καθορίζουν τη μορφή τους.»
Εν προκειμένω, η παγκόσμια αγορά δεν είναι ενιαία, η ετερογένεια στους όρους αναπαραγωγής του κεφαλαίου, της εργασιακής δύναμης και της φύσης, στους όρους εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης και της φύσης κ.ο.κ., είναι χαώδης. Επιπλέον, δεν είναι μια «φιλελεύθερη» αγορά, όπου βασιλεύει η πολιτική ισότητα και οι ισοδύναμες ανταλλαγές. Επομένως, το δολάριο δεν είναι απλά το παγκόσμιο χρήμα, αλλά το ιμπεριαλιστικό παγκόσμιο χρήμα, στο οποίο αντικειμενοποιείται όλη η ιστορία και το παρόν της καπιταλιστικής (νέο)αποικιοκρατίας, του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στα κράτη, οι ιστορικά διαμορφωμένες από την ταξική πάλη, τις επαναστάσεις, τους αντιαποικιακούς αγώνες, τους πολέμους κ.ο.κ. διαφορές στην εθνική ανάπτυξη, η θέση κάθε χώρας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας κ.ο.κ.
Αντίστοιχα, όμως, και η αποδολαριοποίηση, στα πλαίσια της σταδιακής μετάβασης σε έναν «πολυπολικό» κόσμο, εκφράζει στη μορφή του παγκόσμιου χρήματος τη δομική/διαρθρωτική κρίση που ταλανίζει το καπιταλιστικό, ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο και τη σχετική ενίσχυση των πρώην αποικιοκρατούμενων χωρών, με ηγέτιδα δύναμη τη Λ.Δ. της Κίνας, υπό την ηγεσία του ΚΚ Κίνας. Διότι, εν τέλει, οι παραγωγικές σχέσεις βρίσκονται στον πυρήνα του συστήματος αυτού των αντιθέσεων, και, σήμερα, είναι η ανωτερότητα της Λ.Δ. της Κίνας στο προχώρημα της ανθρώπινης ιστορίας ως διαλεκτικής παραγωγικών σχέσεων και δυνάμεων, η κινητήριος δύναμη προόδου…
Διονύσης Περδίκης
«Ο ρόλος του δολαρίου ως κυρίαρχο νόμισμα συναλλαγών στο παγκόσμιο εμπόριο, δίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες υπερβολική εξουσία. Το παρόν σημειωματάριο μελετά την άνοδο αυτού του νομίσματος, τους μηχανισμούς της κυριαρχίας του, καθώς και τα διαρθρωτικά όρια που εμποδίζουν τη δημιουργία μιας εναλλακτικής λύσης έναντι του δολαρίου.»
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
Χρήμα, αξία, και η ανάγκη για ένα παγκόσμιο νόμισμα
Η παγκόσμια αγορά επεκτείνεται και τα αυτοκρατορικά νομίσματα εδραιώνονται
Πώς το δολάριο έγινε ηγεμονικό
ΙΙΙ. Το σύστημα Μπρέτον-Γουντς
Η κεντρική θέση και η παρακμή της ηγεμονίας του δολαρίου στον 20ό αιώνα
Το σοκ των επιτοκίων και η «διπλωματία» του δολαρίου
Πώς το δολάριο διατηρεί την αξία του
Πυλώνας 1. Πετρέλαιο και ανακύκλωση πετροδολαρίου
Πυλώνας 2. Η δικτατορία της ρευστότητας (ομόλογα του Δημοσίου)
Πυλώνας 3. Το νόμισμα ως όπλο πολέμου
Έχει ήδη ξεκινήσει η αποδολαριοποίηση;
Η αποδολαριοποίηση σημαίνει αγώνα για την κυριαρχία
Σε μια καπιταλιστική κοινωνία, το χρήμα έχει μία ουσιαστική λειτουργία. Είναι η υλική αναπαράσταση μίας άυλης κοινωνικής σχέσης: αξία, η οποία εδραιώνεται μέσω της εργασίας εκατομμυρίων ανθρώπων ανά τον κόσμο. Το χρήμα λειτουργεί ως μέσο ανταλλαγής, ως μονάδα μέτρησης, και ως τρόπος αποθήκευσης αυτής της αξίας. Ωστόσο, το χρήμα δεν είναι ποτέ ουδέτερο. Όταν ένα συγκεκριμένο εθνικό νόμισμα ξεπερνά τα σύνορά του και μετατρέπεται σε παγκόσμιο νόμισμα, γίνεται ένα ισχυρό μέσο ηγεμονίας, πειθάρχησης, και αυτοκρατορικής εξουσίας.
Η ιστορία των τελευταίων διακοσίων ετών είναι η ιστορία της ανόδου και αμφισβήτησης δύο τέτοιων νομισμάτων: της βρετανικής λίρας στον 19ο αιώνα, και, αρκετά πιο εκτεταμένα, το αμερικανικό δολάριο των ΗΠΑ, από τον 20ο αιώνα μέχρι και σήμερα.
Η σύγχρονη παγκόσμια τάξη, στηριζόμενη στο δολάριο, παρέχει στις Ηνωμένες Πολιτείες αυτό που έχει ορθώς ονομαστεί «υπερβολικό προνόμιο»: τη δύναμη να εκδίδουν το νόμισμα που χρειάζεται ο υπόλοιπος κόσμος ως αποθεματικό αξίας, μέσο πληρωμής, και λογιστική μονάδα[i]. Αυτό επιτρέπει στις ΗΠΑ να χρηματοδοτούν τα ελλείμματά τους, να καταναλώνουν περισσότερο από ό,τι παράγουν, και να προβάλλουν τη στρατιωτική τους δύναμη, απλώς και μόνο επειδή το δημόσιο χρέος τους θεωρείται το ασφαλέστερο περιουσιακό στοιχείο στον πλανήτη. Επιτρέπει επίσης στις ΗΠΑ να φιλοξενούν τη σημαντικότερη χρηματοπιστωτική αγορά του κόσμου, διαμορφώνοντας προσδοκίες που εκτείνονται πολύ πέρα από τον χρηματοπιστωτικό τομέα, επηρεάζοντας τις επενδύσεις και την παραγωγή σε παγκόσμιο επίπεδο. Με τη σειρά τους, αυτές οι χρηματοοικονομικές ροές δημιουργούν κρίσιμες συνθήκες που καθορίζουν την κατεύθυνση της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής αγοράς και περιορίζουν την αυτονομία των εξαρτημένων και υποταγμένων χωρών.
Εθνικά νομίσματα εντάσσονται εντός μια ιεραρχίας η οποία ορίζεται σε σχέση με το δολάριο. Για χώρες του Παγκόσμιου Νότου, αυτή η αρχιτεκτονική επιβάλει ένα μεγάλο κόστος. Τα νομίσματά τους αντιμετωπίζονται ως ευμετάβλητα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, ενώ οι οικονομίες τους κρατούνται όμηροι της πειθαρχίας που επιβάλλει το διεθνές χρηματοοικονομικό κεφάλαιο. Η ανάγκη συσσώρευσης δολαρίων ως άμυνας έναντι κερδοσκοπικών επιθέσεων και για τη διασφάλιση των εισαγωγών έχει ως αποτέλεσμα μια διεστραμμένη καθαρή μεταφορά πλούτου από τον Παγκόσμιο Νότο προς τον Παγκόσμιο Βορρά, ιδίως προς επενδυτές και κερδοσκόπους στη Δυτική Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεδομένων αυτών των διαρθρωτικών χαρακτηριστικών του σύγχρονου καπιταλισμού, η κατανόηση της ανόδου του δολαρίου, των μηχανισμών της σημερινής κυριαρχίας του, και των διαρθρωτικών ορίων που αντιμετωπίζει οποιαδήποτε εναλλακτική λύση αποτελεί, συνεπώς, κεντρικό καθήκον για όσους επιδιώκουν μια πιο δίκαιη και συνεργατική διεθνή τάξη.
Χρήμα, αξία, και η ανάγκη για ένα παγκόσμιο νόμισμα
Σε οποιαδήποτε κοινωνία που βασίζεται στον καταμερισμό της εργασίας και στην ανταλλαγή εμπορευμάτων, το χρήμα αναδεικνύεται ως πρακτική αναγκαιότητα. Όταν διαφορετικοί παραγωγοί εξειδικεύονται – ο ένας καλλιεργεί σιτάρι, ο άλλος κατασκευάζει υφάσματα, ένας τρίτος εξορύσσει μεταλλεύματα – πρέπει να ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους μεταξύ τους προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους. Όμως η άμεση ανταλλαγή, ή ο αντιπραγματισμός (Σ.τ.Μ., barter), παρουσιάζει προφανείς δυσκολίες: ο αγρότης που θέλει υφάσματα πρέπει να βρει έναν υφαντή ο οποίος εκείνη τη στιγμή θέλει σιτάρι, στην ακριβή ποσότητα, και να αποδεχτεί την προτεινόμενη αναλογία ανταλλαγής.
Το χρήμα επιλύει αυτό το πρόβλημα λειτουργώντας ως καθολικό ισοδύναμο: ένα ειδικό εμπόρευμα που όλοι δέχονται σε αντάλλαγμα για οποιοδήποτε άλλο. Με το χρήμα, ο αγρότης μπορεί να πουλήσει σιτάρι σε οποιονδήποτε αγοραστή, να κρατήσει την αξία που έλαβε, και αργότερα να αγοράσει υφάσματα από οποιονδήποτε πωλητή. Το χρήμα εκπληρώνει έτσι τρεις βασικές λειτουργίας: χρησιμεύει ως μέσο κυκλοφορίας, διευκολύνοντας την ανταλλαγή, ως μονάδα λογιστικής αξίας επιτρέποντας τη σύγκριση της αξίας διαφορετικών εμπορευμάτων, και ως αποθεματικό αξίας επιτρέποντας τη διατήρηση του πλούτου για μελλοντική χρήση.
Σύμφωνα με την μαρξιστική ανάλυση, το χρήμα δεν αποτελεί αυθαίρετη εφεύρεση ούτε απλό τεχνικό μέσο. Είναι η υλική έκφραση μιας κοινωνικής σχέσης που ονομάζεται αξία. Η αξία ενός εμπορεύματος αντιστοιχεί στον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή του. Όταν εκατομμύρια ανεξάρτητοι παραγωγοί ανταλλάσσουν εμπορεύματα στην αγορά, στην πράξη συγκρίνουν ποσότητες ανθρώπινης εργασίας. Το χρήμα είναι, επομένως, η μορφή μέσω της οποίας η σύγκριση αυτή καθίσταται δυνατή και ορατή. Αντιπροσωπεύει την κοινωνική εργασία σε συμπυκνωμένη μορφή[ii].
Εντός μια χώρας, η χρήση του χρήματος είναι σχετικά απλή: υπάρχει ένα εθνικό νόμισμα, το οποίο εκδίδει και εγγυάται το κράτος, και το οποίο αναγνωρίζουν και αποδέχονται όλοι οι κάτοικοι. Τι συμβαίνει όμως όταν παραγωγοί από διαφορετικές χώρες επιθυμούν να πραγματοποιήσουν εμπορικές συναλλαγές μεταξύ τους; Ας εξετάσουμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Μια βραζιλιάνικη εταιρεία εξάγει καφέ στη Γερμανία. Ο Γερμανός εισαγωγέας διαθέτει ευρώ, ενώ ο Βραζιλιάνος εξαγωγέας χρειάζεται ρεάλ για να πληρώσει τους εργαζόμενους, τους προμηθευτές και τους φόρους. Πώς μπορούν να συμβιβαστούν αυτά τα δύο νομίσματα; Το πρόβλημα εκδηλώνεται σε διάφορα επίπεδα. Πρώτον, πρέπει να καθοριστεί μια συναλλαγματική ισοτιμία: πόσα ρεάλ ισοδυναμούν με ένα ευρώ; Δεύτερον, πρέπει να υπάρχει ένας μηχανισμός για τη μετατροπή του ενός νομίσματος στο άλλο. Τρίτον, και τα δύο μέρη πρέπει να εμπιστεύονται ότι το νόμισμα που λαμβάνουν θα διατηρήσει την αξία του και θα γίνει αποδεκτό από τρίτους.
Όταν το διεθνές εμπόριο ήταν μικρής κλίμακας, και σποραδικό, τέτοια προβλήματα μπορούσαν να επιλύονται κατά περίπτωση, συχνά με τη χρήση καθολικά αποδεκτών πολύτιμων μετάλλων όπως ο χρυσός και το ασήμι. Ωστόσο, καθώς η παγκόσμια αγορά επεκτεινόταν, η λύση αυτή κατέστη ανεπαρκής. Με την ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου, προέκυψε η ανάγκη για ένα οργανωμένο σύστημα διακανονισμού των λογαριασμών μεταξύ των χωρών. Δεν είναι πρακτικό κάθε μεμονωμένη συναλλαγή να συνεπάγεται είτε τη φυσική μεταφορά χρυσού, είτε την άμεση μετατροπή ενός νομίσματος σε άλλο. Απαιτείται ένας μηχανισμός συμψηφισμού. Ας υποθέσουμε ότι, κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου, η Βραζιλία εξάγει καφέ αξίας 100 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ στη Γερμανία, και εισάγει μηχανήματα αξίας 80 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ. Αντί να γίνουν δυο ξεχωριστές μεταφορές, τα δύο ποσά συμψηφίζονται μεταξύ τους και η Γερμανία χρειάζεται να μεταφέρει στη Βραζιλία μόνο τη καθαρή διαφορά των 20 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ. Αυτή είναι η αρχή του συμψηφισμού (Σ.τ.Μ., clearing).
Για να λειτουργήσει ένας τέτοιος μηχανισμός σε παγκόσμια κλίμακα, με τη συμμετοχή δεκάδων χωρών και νομισμάτων, απαιτείται ένα κοινό σημείο αναφοράς – ένα νόμισμα που όλοι αποδέχονται ως μονάδα λογιστικής και μέσο πληρωμής για τον διακανονισμό υπολοίπων. Ιστορικά, αυτόν τον ρόλο ανέλαβε αρχικά ο χρυσός, και αργότερα τα εθνικά νομίσματα των οικονομικά κυρίαρχων χωρών. Τα πλεονεκτήματα που συνδέονται με τον έλεγχο του νομίσματος αναφοράς είναι κάθε άλλο παρά απλά, και περιλαμβάνουν:
- τη δυνατότητα του εκδοτικού κράτους να αυξάνει τη δανειοληπτική του ικανότητα αλλά και τις δαπάνες του σε δυσανάλογο βαθμό συγκριτικά με άλλα εθνικά κράτη·
- τη χρήση του νομίσματος ως μέσου εξωτερικής πολιτικής και κυριαρχίας μέσω του ελέγχου βασικών διαύλων διεθνούς ρευστότητας, όπως στην περίπτωση των οικονομικών κυρώσεων, και
- τα πλεονεκτήματα που παρέχονται στις διεθνείς δραστηριότητες των τραπεζών του, οι οποίες, επειδή λειτουργούν στο πλαίσιο ενός συστήματος κλασματικών αποθεματικών (Σ.τ.Μ., fractional reserves) που υποστηρίζεται από ένα νόμισμα με δυνατότητα επέκτασης, κατέχουν προνομιακή θέση στο κύκλωμα της παγκόσμιας υψηλής χρηματοοικονομικής.
Αυτό εγείρει θεμελιώδη ερωτήματα: ποιος εκδίδει αυτό το νόμισμα αναφοράς; Μέσω ποιων μηχανισμών καθίσταται κυρίαρχο; Ποιες είναι οι συνέπειες όταν το εθνικό νόμισμα μιας χώρας αναβαθμίζεται στο καθεστώς παγκόσμιου νομίσματος;
Η παγκόσμια αγορά επεκτείνεται και τα αυτοκρατορικά νομίσματα εδραιώνονται
Από τον 16ο αιώνα, η επέκταση της παγκόσμιας αγοράς τροφοδοτήθηκε από τις αποικιακές κατακτήσεις, το εμπόριο σκλάβων, την κατάσχεση γης και φυσικών πόρων, καθώς και την επιβολή άνισων εμπορικών σχέσεων στους υποταγμένους πληθυσμούς. Η πρωταρχική συσσώρευση, την οποία ανέλυσε ο Μαρξ στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, ήταν μια παγκόσμια και βίαιη διαδικασία[iii]. Καθώς ο καπιταλισμός εδραιωνόταν ως ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής, ο όγκος του διεθνούς εμπορίου αυξήθηκε εκθετικά.
Τον 18ο αιώνα, η Βιομηχανική Επανάσταση ενέτεινε αυτή τη διαδικασία: οι ευρωπαϊκές δυνάμεις είχαν ανάγκη από πρώτες ύλες από όλο τον κόσμο, όπως βαμβάκι, ορυκτά, και γεωργικά προϊόντα, και αναζητούσαν αγορές για τα βιομηχανικά προϊόντα τους. Αυτή η ανάπτυξη έκανε το ζήτημα ενός εθνικού νομίσματος ολοένα και πιο επείγον. Με χιλιάδες καθημερινές συναλλαγές μεταξύ δεκάδων χωρών, ένα οργανωμένο διεθνές νομισματικό σύστημα κατέστη απαραίτητο: ένα σύνολο κανόνων, θεσμών, και πρακτικών, που καθόριζαν τον τρόπο με τον οποίοι τα νομίσματα σχετίζονται μεταξύ τους, τον τρόπο διακανονισμού των πληρωμών, και τον τρόπο προσαρμογής των εμπορικών ανισορροπιών. Η λύση που υιοθετήθηκε τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα αντανακλούσε τη δομή εξουσίας της εποχής: έναν κόσμο διαιρεμένο μεταξύ ανταγωνιστικών αποικιακών αυτοκρατοριών. Κάθε αυτοκρατορική δύναμη οργάνωνε τη δική της νομισματική ζώνη, ενσωματώνοντας τις αποικίες και τις σφαίρες επιρροής της σε ένα σύστημα εμπορίου, πίστωσης, φορολογίας, και πληρωμών με επίκεντρο το εθνικό της νόμισμα.
Όντας η κορυφαία βιομηχανική, εμπορική, και οικονομική δύναμη του 19ου αιώνα, η Βρετανία ανέδειξε την στερλίνα λίρα σε κύριο νόμισμα του διεθνούς εμπορίου, επιβάλλοντας το σύστημα των «αυτοκρατορικών προτιμήσεων» στον υπόλοιπο κόσμο. Ο λεγόμενος χρυσός κανόνας που επικράτησε από τη δεκαετία του 1870 έως και το 1914, ήταν στην πράξη ένας κανόνας βασισμένος στη στερλίνα και τον χρυσό, όπου η στερλίνα ήταν το νόμισμα στο οποίο εκφράζονταν οι περισσότερες εμπορικές συμβάσεις, καθορίζονταν οι τιμές των βασικών εμπορευμάτων, και εκδίδονταν τα διεθνή δάνεια.
Η κυριαρχία του συστήματος της στερλίνας ως διεθνούς νομίσματος κατέστη δυνατή χάρη στην αποστράγγιση πλούτου από τις αποικίες. Η Ινδία παρουσίαζε μεγάλα πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (δηλαδή, εισέπραττε περισσότερα από τις εξαγωγές και άλλες εξωτερικές πληρωμές απ’ ότι δαπανούσε στο εξωτερικό) με την ηπειρωτική Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, και την Ιαπωνία, αλλά παρουσίαζε έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών με την Βρετανία (δηλαδή, κατέβαλε περισσότερα στη Βρετανία απ’ ότι εισέπραττε από αυτήν). Αυτό οφειλόταν εν μέρει στις βρετανικές εξαγωγές προς την Ινδία, και, πάνω απ’ όλα, στις υποχρεώσεις που επέβαλαν οι Βρετανοί στην αποικία, συμπεριλαμβανομένων των «δώρων» τεράστιων ποσών πλούτου που μεταφέρονταν από την Βρετανική Ινδία στην μητρόπολη[iv]. Όπως γράφει ο Σ. Μπ. Σαούλ (S.B. Saul) στο έργο του Studies in British Overseas Trade 1870-1914 (Μελέτες του Βρετανικού Εξωτερικού Εμπορίου 1870-1914), «Το κλειδί για το σύνολο του πλαισίου πληρωμών της Βρετανίας βρισκόταν στην Ινδία, η οποία χρηματοδοτούσε, όπως πιθανότατα συνέβαινε, περισσότερο από τα δύο πέμπτα του συνολικού ελλείμματος της Βρετανίας»[v].
Οι βρετανικές αποικίες – από την Ινδία έως την Αφρική, και από την Καραϊβική έως την Ωκεανία – εντάχθηκαν στη νομισματική ζώνη της μητρόπολης μέσω του βρετανικού συστήματος των αυτοκρατορικών προτιμήσεων. Οι εξαγωγές τους τιμολογούνταν σε στερλίνες, οι εισαγωγές τους – που προμηθεύονταν σε μεγάλο βαθμό από την Βρετανία λόγω του εμπορικού μονοπωλίου της μητρόπολης – πληρώνονταν σε στερλίνες, και τα τραπεζικά τους συστήματα λειτουργούσαν με την στερλίνα ως νόμισμα αναφοράς. Οι αποικιακοί πληθυσμοί αναγκάζονταν να προμηθεύονται στερλίνες για να πληρώνουν φόρους και να αγοράζουν είδη πρώτης ανάγκης, γεγονός που τους υπέτασσε πλήρως στους εμπορικούς όρους που καθόριζε η μητρόπολη.
Η γαλλική αποικιακή αυτοκρατορία – η οποία εκτεινόταν στη Βόρεια και Δυτική Αφρική, την Ινδοκίνα, καθώς και σε νησιά του Ειρηνικού και της Καραϊβικής – αποτελούσε μια ξεχωριστή νομισματική ζώνη με βάση το φράγκο. Μέχρι σήμερα, απομεινάρια αυτής της δομής επιβιώνουν στο φράγκο CFA, το οποίο χρησιμοποιείται από δεκατέσσερις αφρικανικές χώρες και ήταν συνδεδεμένο αρχικά με το γαλλικό φράγκο και στη συνέχεια με το ευρώ[vi]. Αν και διέθεταν μια επίσημη αποικιακή αυτοκρατορία συγκρίσιμη με εκείνες των ευρωπαϊκών δυνάμεων, οι ΗΠΑ άσκησαν οικονομική ηγεμονία σε μεγάλο μέρος της Αμερικής από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά. Μια πρώιμη έκφραση αυτής της φιλοδοξίας ήταν το Δόγμα Μονρόε (Monroe Doctrine) (1823), που συχνά συνοψίζεται με τη φράση «Η Αμερική για τους Αμερικανούς», το οποίο αντιτάχθηκε στην επέκταση της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας ή παρέμβασης στην Αμερική, ενώ διεκδικούσε την περιφερειακή υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών. Το δολάριο κυκλοφορούσε ευρέως στην Κεντρική Αμερική, την Καραϊβική, και σε τμήματα της Νότιας Αμερικής, συχνά επιβαλλόμενο μέσω στρατιωτικών παρεμβάσεων και της παρουσίας αμερικανικών εταιρειών που έλεγχαν στρατηγικούς τομείς, όπως η United Fruit Company στην Κεντρική Αμερική. Η Γερμανία, η Ιαπωνία, οι Κάτω Χώρες, το Βέλγιο και η Πορτογαλία διατηρούσαν επίσης τις δικές τους αποικιακές νομισματικές σφαίρες επιρροής, αν και σε μικρότερη κλίμακα.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα κατακερματισμένο διεθνές νομισματικό σύστημα. Δεν υπήρχε παγκόσμιο νόμισμα, αλλά μάλλον διάφορα ανταγωνιστικά περιφερειακά νομίσματα, το καθένα κυρίαρχο εντός της δικής του σφαίρας επιρροής. Αν και η στερλίνα ήταν η σημαντικότερη σε παγκόσμιο επίπεδο, δεν ήταν καθολική. Το σύστημα αυτό αντανακλούσε τη δομή του ιμπεριαλισμού, όπως την ανέλυσαν ο Λένιν και άλλοι μαρξιστές στις αρχές του 20ου αιώνα: ένας κόσμος χωρισμένος μεταξύ ανταγωνιστικών καπιταλιστικών δυνάμεων, καθεμία από τις οποίες ήλεγχε το δικό της μπλοκ αποικιακών και ημιαποικιακών εδαφών. Οι εντάσεις μεταξύ αυτών των μπλοκ – ο αγώνας για τις αγορές, τις πρώτες ύλες και τους τομείς επενδύσεων – συγκαταλέγονταν μεταξύ των πρωταρχικών αιτιών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918)[vii].
Ο πόλεμος κατέστρεψε αυτή την τάξη πραγμάτων. Απαιτούσε κολοσσιαίες δαπάνες, οι οποίες χρηματοδοτήθηκαν μέσω της έκδοσης νομίσματος και του χρέους. Οι περισσότερες χώρες ανέστειλαν τη μετατρεψιμότητα σε χρυσό. Η Βρετανία, που κάποτε ήταν ο μεγαλύτερος πιστωτής του κόσμου, αναδείχθηκε σε οφειλέτη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες εισήλθαν στον πόλεμο αργά και εφοδίαζαν του Συμμάχους, έγιναν ο κύριος διεθνής πιστωτής.
Η περίοδος μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων (1918-1939) χαρακτηρίστηκε από αποτυχημένες προσπάθειες αποκατάστασης του χρυσού κανόνα, χρόνια αστάθεια των συναλλαγματικών ισοτιμιών, ανταγωνιστικές υποτιμήσεις – τους λεγόμενους νομισματικούς πολέμους – και την κατάρρευση του διεθνούς εμπορίου μετά την κρίση του 1929. Η Μεγάλη Ύφεση απέδειξε ότι ένα ανοργάνωτο διεθνές νομισματικό σύστημα ήταν ασυμβίβαστο με τη «σταθερότητα» του καπιταλισμού.
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος (1939-1945) δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια ριζική αναδιοργάνωση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδείχθηκαν από τη σύγκρουση ως η μόνη μεγάλη δύναμη της οποίας η οικονομία δεν ήταν μόνο άθικτη, αλλά και ενισχυμένη. Αν και η παγκόσμια εξουσία μοιραζόταν πλέον με τη Σοβιετική Ένωση, οι ΗΠΑ ξεχώριζαν ως η κορυφαία καπιταλιστική δύναμη: ήταν πρόθυμες να διατηρήσουν τις ροές κεφαλαίων σχετικά ανοιχτές, να επιτρέψουν ξένες απαιτήσεις επί αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων και να χρησιμοποιήσουν το νόμισμά τους ως παγκόσμιο νόμισμα. Μέχρι το τέλος του πολέμου, οι ΗΠΑ κατείχαν περίπου τα δύο τρίτα των παγκόσμιων αποθεμάτων χρυσού και η βιομηχανία τους αντιπροσώπευε σχεδόν το ήμισυ της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής – χωρίς να αναφερθεί ότι το έδαφός τους δεν είχε καταστραφεί από τον πόλεμο[viii]. Αυτή η ασυμμετρία ισχύος επέτρεψε στις ΗΠΑ να επιβάλουν μια νέα διεθνή νομισματική αρχιτεκτονική. Στη Διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς (Bretton Woods Conference) το 1944, δημιουργήθηκε ένα σύστημα που, για πρώτη φορά στην ιστορία, καθιέρωσε ένα ενιαίο εθνικό νόμισμα ως άξονα του παγκόσμιου νομισματικού συστήματος: το δολάριο των ΗΠΑ.
![]()
Το σύστημα του Μπρέτον Γουντς σηματοδότησε τη μετάβαση από έναν κόσμο ανταγωνιστικών νομισματικών ζωνών, συνδεδεμένων με αντίπαλες αυτοκρατορίες, σε μια ενιαία, με επίκεντρο το δολάριο, νομισματική τάξη υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Η διαδικασία αυτή αντιπροσώπευε τη μετάβαση από ένα δια-ιμπεριαλιστικό σύστημα, που χαρακτηριζόταν από τον ανταγωνισμό πολλαπλών δυνάμεων, σε ένα ιμπεριαλιστικό μοντέλο μονοπολικής τάξης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, στο οποία μια κυρίαρχη δύναμη οργάνωνε το σύστημα στο σύνολό του[ix]. Η μετάβαση αυτή δεν ήταν ούτε αυτόματη ούτε καθαρά οικονομική. Ήταν αποτέλεσμα του πολέμου, της καταστροφής των ανταγωνιστικών δυνάμεων, της στρατιωτικής κατοχής πρώην αυτοκρατοριών όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία, καθώς και της δημιουργίας ενός εκτεταμένου δικτύου στρατιωτικών βάσεων, συμμαχιών, και διεθνών θεσμών, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ.
Πώς το δολάριο έγινε ηγεμονικό
Η πραγματική εδραίωση του δολαρίου ως κυρίαρχου νομίσματος ήταν αποτέλεσμα ενός στρατηγικού σχεδίου που υλοποιήθηκε με μεγάλη προσοχή από τις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια – και αμέσως μετά – τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η άνοδος του δολαρίου δεν ήταν ιστορικό τυχαίο γεγονός, ήταν αποτέλεσμα τριών αποφασιστικών στρατηγικών κινήσεων.
Ι. Χρηματοδότηση των πολέμων
Οι ΗΠΑ αξιοποίησαν της θέση τους ως «οπλοστάσιο της δημοκρατίας» – ένας όρος που επινοήθηκε από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Φρανκλίνο Ντ. Ρούζβελτ (Franklin D. Roosevelt,) – για να διαμορφώσουν την παγκόσμια εξάρτηση από το νόμισμά τους. Αρχικά, ο κανόνας Cash-and-Carry, του 1937, απαιτούσε από τους αγοραστές αμερικανικών προμηθειών να πληρώνουν αμέσως σε δολάρια ή χρυσό, και να μεταφέρουν οι ίδιοι τα εμπορεύματα, ένας όρος που ευνοούσε χώρες με πρόσβαση σε σκληρό νόμισμα, αποθέματα χρυσού, και ναυτική ικανότητα.
Αργότερα, ο μηχανισμός Lend-Lease επέτρεψε στις ΗΠΑ να προμηθεύουν τις συμμαχικές χώρες με στρατιωτικό εξοπλισμό, τρόφιμα, καύσιμα, και άλλα αγαθά με πίστωση ή αναβαλλόμενη πληρωμή, αντί να απαιτούν άμεση αγορά. Ωστόσο, είχε και μια βαθύτερη διαρθρωτική επίδραση: μέχρι το τέλος του πολέμου, οι συμμαχικές δυνάμεις και δεκάδες άλλες χώρες είχαν συσσωρεύσει τεράστια χρέη εκφρασμένα σε δολάρια. Λόγω της ευπάθειάς τους κατά τη διάρκεια του πολέμου, της εξάρτησής τους από τις προμήθειες των ΗΠΑ και της περιορισμένη διαπραγματευτικής τους δύναμης, οι ΗΠΑ μπορούσαν να επιβάλλουν το νόμισμα στο οποία θα εκφράζονταν οι πιστώσεις τους. Αυτό δημιούργησε μια μόνιμη διαρθρωτική ζήτηση για το δολάριο των ΗΠΑ. Οι χώρες έπρεπε πλέον να εξάγουν πραγματικά αγαθά ή να αναλάβουν νέα χρέη για να αποκτήσουν τα δολάρια που απαιτούνταν για την εξόφληση των δανειακών τους υποχρεώσεων[x].
ΙΙ. Έλεγχος του πετρελαίου
Ο δεύτερος πυλώνας ήταν ο προσεκτικός έλεγχος των ενεργειακών πηγών που θα μπορούσε να τροφοδοτήσει τον μεταπολεμικό βιομηχανικό καπιταλισμό. Το πετρέλαιο μετασχημάτισε την λογική των συγκρούσεων από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά. Έγινε ο κεντρικός φυσικός πόρος για το διεθνές σύστημα, και ο έλεγχος των παραγωγικών περιοχών μετατράπηκε σε θεμελιώδες στοιχείο παγκόσμιων γεωπολιτικών διαφορών και συγκρούσεων. Πιο συγκεκριμένα, το πετρέλαιο έγινε η κινητήριος δύναμη των ένοπλων δυνάμεων και κατέλαβε καθοριστική θέση στο παγκόσμιο δίκτυο μεταφορών ενώ τα παράγωγά του, όπως τα καύσιμα, τα πλαστικά, τα λιπάσματα, τα συνθετικά υλικά και τα πετροχημικά, άρχισαν να χρησιμοποιούνται ευρέως σε αμέτρητες αλυσίδες παραγωγής. Αυτό είχε περαιτέρω επιπτώσεις στις διεθνείς σχέσεις: το πετρέλαιο έγινε ένα επαναλαμβανόμενο μέσο στην διπλωματική σκακιέρα, λειτουργώντας ως μηχανισμός πίεσης, αντιποίνων, αποτροπής, υποστήριξης ή στρατηγικής στήριξης. Με άλλα λόγια, τα κράτη μπορούσαν να αξιοποιήσουν την πρόσβαση στο πετρέλαιο και τον έλεγχο των περιοχών παραγωγής για να ανταμείψουν συμμάχους, να τιμωρήσουν αντιπάλους, και να διαμορφώσουν γεωπολιτικά αποτελέσματα.
Μέχρι το 1940, οι ΗΠΑ ήταν η κυρίαρχη πετρελαϊκή δύναμη, έχοντας αναλάβει το 63% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου[xi]. Όσο γινόταν αντιληπτό ότι το μελλοντικό κέντρο βάρους της πετρελαϊκής παραγωγής θα μετατοπιστεί προς την Μέση Ανατολή, οι ΗΠΑ έδρασαν ανάλογα. Ήδη από το 1933, οι αμερικανικές εταιρίες είχαν εξαγοράσει τα «διερευνητικά δικαιώματα» (Σ.τ.Μ., το δικαίωμα να διερευνήσουν περιοχές με πιθανότητα εύρεσης πετρελαϊκών πηγών) της Σαουδικής Αραβίας. Το 1943, ο Πρόεδρος Ρούζβελτ ενσωμάτωσε το Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας στην «νομισματική περιοχή του δολαρίου», και ενέκρινε τη χρηματοδότηση του Ιμπν Σάουντ (Ibn Saud) μέσω του προγράμματος Lend-Lease. Η έντονη διπλωματική και στρατιωτική δραστηριότητα των ΗΠΑ στην περιοχή, μέσω των οποίων δραστηριοτήτων κατάφερε και εδραίωσε την κυριαρχία τους επί της Σαουδικής Αραβίας, έβαλε τα θεμέλια ώστε το πετρέλαιο από αυτό το νέο νευρικό κέντρο να τιμολογείται και να διαπραγματεύεται σε δολάρια, μια διαδικασία που θεσμοθετήθηκε τη δεκαετία του 1970 μέσω του συστήματος του πετροδολαρίου. Η Σαουδική Αραβία μετατράπηκε έτσι σε ζώνη επιρροής και οικονομικό χώρο των ΗΠΑ, και εντάχθηκε στη νομισματική σφαίρα του δολαρίου[xii]. Η απόφαση αυτή ανάγκασε τις περισσότερες χώρες, ιδίως τις βιομηχανικές και αυτές που κυρίως εισάγουν ενέργεια, να ενταχθούν στη νομισματική σφαίρα του δολαρίου. Για να αγοράσουν ενέργεια, έπρεπε πρώτα να προμηθευτούν δολάρια.
Υπό αυτή την έννοια, η επιβολή μιας νομισματικής αρχιτεκτονικής στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου αποδείχθηκε πιο καθοριστική από τον άμεσο έλεγχο της παραγωγής. Από τη δεκαετία του 1970 και μετά, αυτή η κίνηση θεσμοθετήθηκε μέσω του «πετροδολαρίου», ιδίως με τις πετρελαϊκές κρίσεις (τις απότομες αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου που ακολούθησαν τον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ (Yom Kippur War) του 1973 και το πετρελαϊκό εμπάργκο από τα αραβικά μέλη του Οργανισμού Χωρών Εξαγωγών Πετρελαίου, ή ΟΠΕΚ). Τα αραβικά κράτη παραγωγοί πετρελαίου χρησιμοποίησαν το πετρέλαιο ως πολιτικό όπλο και οι αυξήσεις των τιμών από την ΟΠΕΚ συνέβαλαν στο να τετραπλασιαστεί η τιμή του πετρελαίου, ωθώντας την παγκόσμια οικονομία σε σοβαρή κρίση. Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση Νίξον διαπραγματεύτηκε μια μυστική συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία. Οι όροι ήταν οι εξής: οι Σαουδάραβες θα πωλούσαν πετρέλαιο αποκλειστικά σε δολάριο, και θα επένδυαν τα πλεονάσματά τους σε τίτλους του αμερικανικού Δημοσίου (χρεωστικά μέσα της αμερικανικής κυβέρνησης, όπως τα κρατικά ομόλογα). Σε αντάλλαγμα, οι ΗΠΑ θα εγγυόντουσαν στρατιωτική προστασία στο βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας. Οι άλλες χώρες του ΟΠΕΚ σύντομα ακολούθησαν το ίδιο μοντέλο. Συνδέοντας το κύριο εμπόρευμα του κόσμου με το νόμισμά τους, οι ΗΠΑ επέκτειναν διαρθρωτικά τη διεθνή εμβέλεια του δολαρίου.
ΙΙΙ. Το σύστημα Μπρέτον-Γουντς
Το 1944, στο Μπρέτον Γουντς, οι ΗΠΑ επισημοποίησαν και θεσμοθέτησαν την ηγεμονία τους, ιδίως στον οικονομικό τομέα. Το 1945, η Διάσκεψη της Γιάλτας συνέβαλε στην αναδιοργάνωση της γεωπολιτικής και στρατιωτικής τάξης μετά τον πόλεμο, καθορίζοντας τους όρους για την κατοχή της Γερμανίας, τον διαχωρισμό των σφαιρών επιρροής στην Ευρώπη και τη μεταπολεμική ισορροπία μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Σε νομισματικό επίπεδο, οι συμφωνίες της Γιάλτας προέβλεπαν ότι οι γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις θα υπολογίζονταν σε δολάρια.
Στο Μπρέτον Γουντς, συγκρούστηκαν δύο αντίθετες οπτικές για τη μεταπολεμική τάξη. Η βρετανική πρόταση, με επικεφαλής τον Τζον Μέιναρντ Κέινς (John Maynard Keynes), διέφερε ριζικά από εκείνη που επικράτησε. Ο Κέινς πρότεινε το «Μπανκόρ (Bancor)», μια υπερεθνική διεθνή λογιστική μονάδα που θα ελέγχονταν από έναν πολυμερή οργανισμό με την ονομασία «Ένωση Εκκαθάρισης» (Clearing Union). Στόχος του ήταν να δημιουργήσει ένα συμμετρικό σύστημα που θα επέβαλε κυρώσεις τόσο στις χώρες με χρόνιο έλλειμμα όσο και σε εκείνες με χρόνιο πλεόνασμα. Ουσιαστικά, η πρόταση του Κέινς αποσκοπούσε να αποτρέψει τη μεταφορά του είδους του «υπερβολικού προνομίου» – που αργότερα συνδέθηκε με το δολάριο – από τη στερλίνα στο δολάριο, διασφαλίζοντας ότι κανένα εθνικό νόμισμα δεν θα μπορούσε να καταστεί ο άξονας του διεθνούς νομισματικού συστήματος.
Η πρόταση του Κέινς απορρίφθηκε αμέσως. Δεδομένης της ισορροπίας δυνάμεως, επικράτησε το αμερικανικό σχέδιο, με επικεφαλής τον Χάρι Ντέξτερ Γουάιτ (Harry Dexter White). Το σχέδιο του Γουάιτ επικεντρωνόταν στη δύναμη των ΗΠΑ: το δολάριο θα οριζόταν ως η διεθνής μονάδα λογιστικής και θα ήταν το μόνο νόμισμα με πλήρη μετατρεψιμότητα σε χρυσό, με σταθερή ισοτιμία 35 δολαρίων ΗΠΑ ανά ουγκιά χρυσού. Όλα τα άλλα νομίσματα θα διατηρούσαν τη μετατρεψιμότητα σε δολάριο με σταθερές αλλά ρυθμιζόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες.
Για τη διαχείριση αυτής της νέας τάξης πραγμάτων, ιδρύθηκαν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και η Διεθνής Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (International Bank for Reconstruction and Development , IBRD, σήμερα Παγκόσμια Τράπεζα). Το κεφάλαιο και των δύο οργανισμών καθορίστηκε σε δολάρια, ενώ η δομή τους σχεδιάστηκε έτσι ώστε να διασφαλίζει τον έλεγχο των ΗΠΑ. Το δικαίωμα ψήφου κάθε χώρας-μέλους συνδεόταν με την μερίδα της ή τη συνεισφορά της στο κεφάλαιο. Στο ΔΝΤ, αυτές οι συνεισφορές καταβάλλονταν εν μέρει σε χρυσό και εν μέρει σε εθνικό νόμισμα. Στην IBRD, μέρος του κεφαλαίου έπρεπε να καταβάλλεται σε χρυσό ή σε δολάρια. Δεδομένου ότι οι ΗΠΑ κατείχαν το μεγαλύτερο μερίδιο και στους δύο οργανισμούς, με τη Βρετανία στη δεύτερη θέση, εδραιώθηκε μια ασύμμετρη δομή λήψης αποφάσεων. Στην περίπτωση του ΔΝΤ, επειδή οι κρίσιμες αποφάσεις απαιτούν ειδική πλειοψηφία 85% των ψήφων, οι ΗΠΑ απέκτησαν, στην πράξη, δικαίωμα βέτο επί θεμελιωδών μεταρρυθμίσεων[xiii].
Η κεντρική θέση και η παρακμή της ηγεμονίας του δολαρίου στον 20ό αιώνα
Το σύστημα του Μπρέτον Γουντς, που μερικές φορές αποκαλείται πρότυπο δολαρίου-χρυσού (Σ.τ.Μ., dollar-gold standard), εδραίωσε τον κεντρικό ρόλο του δολαρίου και των ΗΠΑ στην παγκόσμια οικονομία. Ωστόσο, το σύστημα δεν μπορούσε να λειτουργήσει από μόνο του. Χρειαζόταν ρευστότητα – αρκετά δολάρια σε διεθνή κυκλοφορία ώστε να καταστεί δυνατή η διεξαγωγή εμπορίου, πληρωμών, και ανασυγκρότησης. Οι κατεστραμμένες οικονομίες της Ευρώπης και της Ιαπωνίας δεν διέθεταν τα δολάρια που απαιτούνταν για την εισαγωγή πρώτων υλών, την επανεκκίνηση των εξαγωγών ή την ανοικοδόμηση πόλεων, υποδομών, και παραγωγικών μηχανισμών.
Οι ΗΠΑ έλυσαν αυτό το πρόβλημα μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ (Marshall Plan) για την Ευρώπη (1948-1952) και του Σχεδίου Ντοτζ (Dodge Plan) για την Ιαπωνία (1949), τα οποία παρείχαν τα δολάρια που απαιτούνταν για τη χρηματοδότηση της ανοικοδόμησης. Αυτά τα σχέδια «έσωσαν» το σύστημα του Μπρέτον Γουντς, διασφαλίζοντας ότι η ανοικοδόμηση των στρατηγικών συμμάχων της Ουάσινγκτον θα τους ενσωμάτωνε πλήρως στη νομισματική ζώνη του δολαρίου από την αρχή. Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ ενθάρρυναν την παγκόσμια επέκταση των πολυεθνικών εταιρειών τους, οι οποίες εισήλθαν σε αυτές τις ανασυγκροτημένες αγορές μέσω άμεσων επενδύσεων σε δολάρια. Επειδή τα δολάρια που διατέθηκαν, χρησιμοποιήθηκαν, σε μεγάλο βαθμό, για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών που παρήχθησαν στις ίδιες τις ΗΠΑ, τα σχέδια αυτά κέρδισαν επίσης εσωτερική υποστήριξη από διάφορους οικονομικούς τομείς. Σε μια συγκυρία επιβράδυνσης της εγχώριας δραστηριότητας, η οποία επιδεινώθηκε από την αύξηση της βιομηχανικής παραγωγικής ικανότητας κατά την διάρκεια των ετών του πολέμου στην Ευρώπη και τον Ειρηνικό, αυτή η εξωτερική ζήτηση συνέβαλε στη στήριξη της αμερικανικής οικονομίας.
Από στρατηγική άποψη, οι ΗΠΑ όχι μόνο κατέστησαν δυνατά τα λεγόμενα «θαύματα» της ανασυγκρότησης και της ανάπτυξης σε αρκετές χώρες, σταθεροποιώντας περιοχές κεντρικής σημασίας για τη λογική του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και εδραίωσαν την ηγεμονική θέση του δολαρίου. Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, οι περιοχές υπό την επιρροή τους βίωσαν έναν μακρύ κύκλο επέκτασης και ευημερίας, ο οποίος βασιζόταν στην κεντρική θέση του δολαρίου.
Πιο συγκεκριμένα, ενώ χρηματοδοτούσαν την οικονομική ανάκαμψη σε περιοχές κεντρικής σημασίας για τον περιορισμό της ΕΣΣΔ, οι ΗΠΑ ενίσχυσαν την υπεροχή του δολαρίου με τους εξής τρόπους:
- άμεση έγχυση δολαρίων στις οικονομίες των συμμάχων μέσω προγραμμάτων όπως το Σχέδιο Μάρσαλ·
- σημαντική αύξηση των στρατιωτικών δαπανών τους στο εξωτερικό, εκφρασμένων σε δολάρια, όπως στην περίπτωση του Πολέμου της Κορέας·
- μονομερές άνοιγμα της αγοράς τους στις εξαγωγές από στρατηγικούς εταίρους, εξασφαλίζοντας τους έτσι έσοδα σε δολάρια·
- αποδοχή του γεγονότος ότι αυτές οι χώρες θα διατηρούσαν τεχνητά υποτιμημένες συναλλαγματικές ισοτιμίες, χρησιμοποιώντας το δολάριο ως νομισματικό σημείο αναφοράς· και
- ενθάρρυνση των άμεσων επενδύσεων στο εξωτερικό από τις μεγάλες εταιρείες τους, οι οποίες φυσικά πραγματοποιούνταν σε δολάρια, δεδομένης της προέλευσης των εν λόγω εταιρειών.
Επιπλέον, οι ΗΠΑ ανέχονταν τους μονομερείς ελέγχους στις διασυνοριακές κινήσεις κεφαλαίων, αποδέχονταν τη μη μετατρεψιμότητα άλλων νομισμάτων, δεν αντιδρούσαν σθεναρά στις προστατευτικές πολιτικές, και μάλιστα έστελναν αποστολές τεχνικής βοήθειας. Αυτή η ανοχή ήταν υπό όρους: η Ουάσινγκτον επέτρεπε στους συμμάχους της να χρησιμοποιούν κρατικές παρεμβάσεις και εμπορικά μέτρα προστασίας, διατηρώντας τους παράλληλα εντός της τάξης με επίκεντρο το δολάριο.
Το δίλημμα του Τρίφιν
Παρά την φαινομενική του σταθερότητα, το σύστημα του Μπρέτον Γουντς περιείχε μια μοιραία αντίφαση που εντόπισε ο οικονομολόγος Ρόμπερτ Τρίφιν (Robert Triffin). Το «Δίλημμα του Τρίφιν (Triffin Dilemma)» ανέδειξε το λογικό σφάλμα που ενέχει η χρήση ενός εθνικού νομίσματος ως διεθνούς. Η αντίφαση ήταν η εξής: για να αναπτυχθεί το παγκόσμιο εμπόριο και η οικονομική ανάπτυξη, ο κόσμος χρειαζόταν μια αυξανόμενη προσφορά διεθνούς ρευστότητας – δηλαδή, περισσότερα δολάρια. Όμως, για να παρέχουν αυτά τα δολάρια στον υπόλοιπο κόσμο, οι ΗΠΑ έπρεπε να παρουσιάζουν ελλείμματα στο ισοζύγιο πληρωμών, πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε να στέλνουν περισσότερα δολάρια στο εξωτερικό μέσω δαπανών, δανεισμού, επενδύσεων, και εισαγωγών από ό,τι λάμβαναν πίσω από το εξωτερικό. Ωστόσο, εκδίδοντας όλο και περισσότερα δολάρια από όσα κατείχαν σε αποθέματα χρυσού, οι ΗΠΑ θα υπονόμευαν αναπόφευκτα την παγκόσμια εμπιστοσύνη στη μετατρεψιμότητα του δολαρίου σε χρυσό[xiv]. Το σύστημα ήταν, επομένως, καταδικασμένο. Αν οι ΗΠΑ σταματούσαν να παρουσιάζουν αυτά τα ελλείμματα – δηλαδή, σταματούσαν να τροφοδοτούν τον κόσμο με δολάρια – το παγκόσμιο εμπόριο θα σταματούσε. Αν συνέχιζαν, η εμπιστοσύνη στο δολάριο θα κατέρρεε.
![]()
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, αυτή η αντίφαση έφτασε σε κρίσιμο σημείο. Οι τεράστιες αυξήσεις στις δημόσιες δαπάνες των ΗΠΑ, που οφείλονταν ταυτόχρονα στον πόλεμο του Βιετνάμ και στα εγχώρια κοινωνικά προγράμματα, οδήγησαν σε αυξανόμενα ελλείμματα και ανεξέλεγκτη έκδοση χρήματος. Παράλληλα, η ηγεμονία των ΗΠΑ αμφισβητούνταν από επαναστάσεις στην περιφέρεια και από κριτική εκ μέρους των ευρωπαίων συμμάχων, ιδίως των Γάλλων. Ακόμη και το ΔΝΤ δημιούργησε το 1969 τα ειδικά δικαιώματα ανάληψης (Σ.τ.Μ., Special Drawing Rights, SDRs) – ένα συνθετικό υπερεθνικό αποθεματικό περιουσιακό στοιχείο, γνωστό και ως «χάρτινος χρυσός», η αξία του οποίου βασιζόταν σε ένα καλάθι νομισμάτων – σε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια πηγή ρευστότητας που να μην εξαρτάται από τα ελλείμματα των ΗΠΑ.
Το 1971, το δίλημμα του Τρίφιν έφτασε σε οριακό σημείο. Καθώς οι χώρες με πλεόνασμα, με επικεφαλής τη Γαλλία, αντάλλασσαν δολάρια με χρυσό, τα αποθέματα των ΗΠΑ μειώθηκαν δραστικά. Στις 15 Αυγούστου 1971, ο Πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον (Richard Nixon) ανέλαβε δράση. Με μια μονομερή απόφαση που αναδιαμόρφωσε ένα σύστημα που είχε δημιουργηθεί πολυμερώς, ο Νίξον ανέστειλε επ’ αόριστον τη μετατρεψιμότητα του δολαρίου σε χρυσό. Ο κανόνας του δολαρίου-χρυσού είχε πεθάνει. Ο κόσμος εισήλθε σε μια νέα εποχή: εκείνη των ευέλικτων συναλλαγματικών ισοτιμιών, της χρηματιστικοποίησης και του νομίσματος χωρίς αντίκρισμα. Το ηγεμονικό νόμισμα δεν είχε πλέον καμία στήριξη σε φυσικό εμπόρευμα – η αξία του καθοριζόταν αποκλειστικά από την εμπιστοσύνη – ή, πιο συγκεκριμένα, από την οικονομική, χρηματοοικονομική, στρατιωτική και γεωπολιτική δύναμη των ΗΠΑ.
Μετά το 1973, ενόψει των διαδοχικών υποτιμήσεων και της αστάθειας της αξίας του δολαρίου, οι μεγάλες καπιταλιστικές χώρες υιοθέτησαν ένα καθεστώς «κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών». Με άλλα λόγια, τα νομίσματα έπαψαν να έχουν σταθερή ισοτιμία με το δολάριο και η αξία τους άρχισε να καθορίζεται στην αγορά συναλλάγματος κάθε εθνικής οικονομίας, όπου τα νομίσματα αγοράζονται και πωλούνται ανάλογα με τη ζήτηση, την προσφορά, τα επιτόκια, τις εμπορικές ροές, και τις προσδοκίες για κάθε οικονομία.
Το σοκ των επιτοκίων και η «διπλωματία» του δολαρίου
Αντιμέτωπες με τις αυξανόμενες προκλήσεις για την αμερικανική οικονομία, ιδίως στον οικονομικό και νομισματικό τομέα, οι ΗΠΑ κατέφυγαν σε αυτό που έγινε γνωστό ως «πραξικόπημα των επιτοκίων». Ανταποκρινόμενος στις εγχώριες πληθωριστικές πιέσεις και στις ανησυχίες για την αποδυνάμωση του δολαρίου, ο Πολ Βόλκερ (Paul Volcker), τότε πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ, της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Federal Reserve), αύξησε τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια των ΗΠΑ από περίπου 10-11% το 1979 σε σχεδόν 20% στα τέλη του 1980 και στις αρχές του 1981. Αυτό οδήγησε σε απότομη αύξηση του κόστους δανεισμού σε όλο τον κόσμο, καθώς μεγάλο μέρος της διεθνούς πίστωσης ήταν εκφρασμένο σε δολάρια ή συνδεδεμένο με τις χρηματοοικονομικές συνθήκες των ΗΠΑ[xv].
Σύμφωνα με τη βραζιλιάνα οικονομολόγο Μαρία ντα Κονσεϊσάο Ταβάρες (Maria da Conceição Tavares), στο θεμελιώδες κείμενό της «A retomada da hegemonia norte-americana» (Η επανάκτηση της αμερικανικής ηγεμονίας), πριν από το πραξικόπημα των επιτοκίων το ιδιωτικό τραπεζικό σύστημα λειτουργούσε σε μεγάλο βαθμό εκτός του ελέγχου των κεντρικών τραπεζών, ιδίως της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ[xvi]. Τα διακρατικά δίκτυα υποκαταστημάτων διαμόρφωναν έναν περιφερειακό καταμερισμό εργασίας εντός των ίδιων των επιχειρήσεων, συχνά σε αντίθεση με τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ, και ενθάρρυναν τον αυξανόμενο ανταγωνισμό μεταξύ των κεφαλαίων, ο οποίος αποδείχθηκε δυσμενής για την αμερικανική οικονομία. Συνολικά, μια παγκόσμια οικονομία χωρίς έναν σαφώς καθορισμένο ηγεμονικό πόλο συνέβαλε στην αποδιοργάνωση της μεταπολεμικής τάξης και στον αυξανόμενο κατακερματισμό των ιδιωτικών και περιφερειακών συμφερόντων. Από το 1979 και μετά, με το πραξικόπημα των επιτοκίων, η χάραξη της εσωτερικής και εξωτερικής οικονομικής πολιτικής των ΗΠΑ κινήθηκε ακριβώς προς την κατεύθυνση της αντιστροφής αυτών των τάσεων και της ανάκτησης του ελέγχου επί της διεθνούς χρηματοοικονομικής σκηνής.
Η Ταβάρες χρησιμοποίησε την έκφραση «η διπλωματία του ισχυρού δολαρίου» για να αναφερθεί σε αυτή τη μονομερή ενέργεια των ΗΠΑ, η οποία αξιοποίησε σκόπιμα τη νομισματική και χρηματοπιστωτική ισχύ των ΗΠΑ ως μέσο εξωτερικής πολιτικής, και ως τρόπο ανασυγκρότησης της αμερικάνικης ηγεμονίας[xvii]. Η αύξηση των επιτοκίων δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς ως μέτρο νομισματικής πολιτικής που αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση εσωτερικών μακροοικονομικών προβλημάτων των ΗΠΑ. Ήταν μια κεντρική κίνηση για την επαναβεβαίωση της ηγεμονίας του δολαρίου και την πλήρη αναδιάρθρωση του διεθνούς νομισματικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Όταν τα επιτόκια στις ΗΠΑ είναι υψηλά, οι πλούσιοι επενδυτές αποσύρουν τις επενδύσεις τους από άλλες χώρες και επιδιώκουν κέρδη από τη διαφορά επιτοκίων που προσφέρει το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ – δηλαδή, από τις υψηλότερες αποδόσεις που προσφέρουν τα ομόλογα του αμερικανικού Δημοσίου σε σύγκριση με περιουσιακά στοιχεία αλλού. Ως αποτέλεσμα, η αγορά του ευρωδολαρίου, η οποία είχε αναπτυχθεί στην Ευρώπη εκτός του ελέγχου της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ, επέστρεψε σε μεγάλο βαθμό στο χρηματοοικονομικό κέντρο της Γουόλ Στριτ (Wall Street). Η κίνηση αυτή ενίσχυσε την κυριαρχία των ΗΠΑ επί του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου και ενδυνάμωσε τη δύναμη του τραπεζικού τους συστήματος. Υπό αυτή την έννοια, το αμερικανικό νόμισμα χρησιμοποιήθηκε ως γεωοικονομικό όπλο: ελέγχοντας τα επιτόκια, τη ρευστότητα και την πρόσβαση στη διεθνή πίστωση μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος με επίκεντρο το δολάριο, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν πειθαρχία στους συμμάχους τους, έφεραν τους ανταγωνιστές σε γραμμή και ενέτειναν την εξάρτηση της περιφέρειας. Έτσι, η πολιτική των υψηλών επιτοκίων και του ισχυρού δολαρίου δεν είναι απλώς οικονομική: είναι μια στρατηγική εξουσίας.
Η ενέργεια αυτή, ωστόσο, είχε συνέπειες. Πρώτον, βύθισε τις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο σε μια παρατεταμένη ύφεση, καθώς το υψηλότερο κόστος δανεισμού άσκησε πίεση σε επιχειρήσεις, νοικοκυριά, τράπεζες, και χρεωμένα κράτη. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κύμα πτωχεύσεων, μεταξύ άλλων σε επιχειρήσεις και ακόμη και σε ορισμένες αμερικανικές τράπεζες. Δεύτερον, προκάλεσε μια ξαφνική συρρίκνωση της διεθνούς πίστωσης, προκαλώντας ζημιά κυρίως στην καπιταλιστική περιφέρεια, η οποία είχε εκμεταλλευτεί την περίοδο της υψηλής διεθνούς ρευστότητας για να συσσωρεύσει χρέη σε δολάρια με κυμαινόμενα επιτόκια – χρέη των οποίων το κόστος αυξήθηκε απότομα μόλις αυξήθηκαν τα αμερικανικά επιτόκια. Τρίτον, το πραξικόπημα των επιτοκίων οδήγησε στην εκ νέου συγκέντρωση της διατραπεζικής πίστωσης και των μεγάλων διεθνών τραπεζών της Νέας Υόρκης υπό την αιγίδα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, θέτοντας το διεθνές ιδιωτικό τραπεζικό σύστημα πιο σταθερά υπό τον νομισματικό έλεγχο των ΗΠΑ.
Ένας άλλος στόχος του πραξικοπήματος των επιτοκίων ήταν να θέσει υπό έλεγχο τους ανταγωνιστές των ΗΠΑ. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η Ιαπωνία είχε επιτύχει ισχυρό βιομηχανικό και τεχνολογικό δυναμισμό, δημιουργώντας αυξανόμενα εμπορικά πλεονάσματα έναντι των ΗΠΑ και φαινόταν να βρίσκεται σε τροχιά να καταστεί ο μεγαλύτερος πιστωτής στον κόσμο, καθώς οι ΗΠΑ γίνονταν (και παραμένουν) ο μεγαλύτερος οφειλέτης στον κόσμο. Με τα υψηλά επιτόκια, το δολάριο παρέμενε υπερτιμημένο και οι τεράστιες αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων οδήγησαν σε εισροή κεφαλαίων στις ΗΠΑ, μεταξύ άλλων και από την Ιαπωνία, με ιαπωνικές εταιρείες και τράπεζες να αγοράζουν αμερικανικά κρατικά ομόλογα. Ακόμη και ενώ παρουσίαζε εμπορικά πλεονάσματα, η Ιαπωνία βρέθηκε σε θέση να χρηματοδοτεί το αμερικανικό έλλειμμα αγοράζοντας περιουσιακά στοιχεία σε δολάρια, και η δική της ανάπτυξη συνδέθηκε όλο και περισσότερο με το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και το κύκλωμα των περιουσιακών στοιχείων.
Όταν το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ έναντι της Ιαπωνίας εκτοξεύθηκε και η εσωτερική πολιτική πίεση εντάθηκε, ξεκίνησε το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας εξισορρόπησης. Το 1985, η κυβέρνηση Ρίγκαν (Reagan) απείλησε με αυστηρά προστατευτικά μέτρα και επέβαλε μια συμφωνία συντονισμού στο πλαίσιο των G5, η οποία έγινε γνωστή ως Συμφωνία του Πλάζα (Plaza Accord). Στόχος ήταν να επιτευχθεί μια συντονισμένη υποτίμηση του δολαρίου έναντι του γιεν και του γερμανικού μάρκου. Το αποτέλεσμα δεν άργησε να φανεί: μεταξύ Σεπτεμβρίου 1985 και Απριλίου 1986, το γιεν ανατιμήθηκε κατά περίπου 35% έναντι του δολαρίου, καθιστώντας τις ιαπωνικές εξαγωγές πιο ακριβές, αποδυναμώνοντας το εμπορικό πλεονέκτημα της Ιαπωνίας και συμβάλλοντας στον περιορισμό της δυναμικής του γιεν ως ανταγωνιστικού νομίσματος[xviii]. Ακολούθησε η Συμφωνία του Λούβρου (Louvre Accord) του 1987, η οποία αποσκοπούσε στη σταθεροποίηση των ισοτιμιών μετά από την απότομη διόρθωση. Σύμφωνα με τους Βραζιλιάνους οικονομολόγους Ταβάρες και Λουίς Εδουάρδο Μελίν (Luis Eduardo Melin), δεν επρόκειτο για μια ουδέτερη τεχνική προσαρμογή, αλλά για μια πολιτική κίνηση που αποσκοπούσε στην εδραίωση της αμερικανικής ισχύος: Οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν τη θέση τους στο επίκεντρο του συστήματος για να αναγκάσουν την Ιαπωνία να αποδεχτεί μια ισχυρή ανατίμηση του γιεν και μια αναδιάρθρωση του μοντέλου ανάπτυξής της[xix].
Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανάγκασαν την Ιαπωνία να προσαρμόσει την πορεία ανάπτυξής της, τη συναλλαγματική ισοτιμία και τη χρηματοπιστωτική της πολιτική, ώστε να εξυπηρετούν τα συμφέροντα της αμερικανικής ηγεμονίας. Αυτό εξασφάλισε ότι το γιεν δεν θα γινόταν ανταγωνιστικό νόμισμα αποθεματικού και ότι τα ιαπωνικά πλεονάσματα θα ανακυκλώνονταν με τρόπους που θα ωφελούσαν τη χρηματοδότηση του αμερικανικού ελλείμματος και την αμερικανική χρηματοπιστωτική ηγεσία. Αντί για ρήξη, αυτό που συνέβη ήταν η επανένταξη της Ιαπωνίας σε μια τάξη πραγμάτων που διέπεται από το δολάριο: η χώρα διατήρησε υψηλό επίπεδο παραγωγικής εξειδίκευσης, αλλά υπό ισχυρούς οικονομικούς και γεωπολιτικούς περιορισμούς που καθορίστηκαν από την Ουάσινγκτον.
Πώς το δολάριο διατηρεί την αξία του
Η κατάρρευση του συστήματος του Μπρέτον Γουντς, παραδόξως, δεν αποδυνάμωσε το δολάριο. Αντίθετα, απελευθέρωσε τις Ηνωμένες Πολιτείες από κάθε ουσιαστικό περιορισμό στη νομισματική τους πολιτική και εδραίωσε μια νέα μορφή ηγεμονίας, η οποία δεν βασιζόταν πλέον στο χρυσό, αλλά σε τρεις νέους πυλώνες: την ανακύκλωση του πετρελαίου και του πετροδολαρίου· το βάθος και τη ρευστότητα των αμερικανικών χρηματοπιστωτικών αγορών, ιδίως της αγοράς των κρατικών ομολόγων· και τη χρήση της χρηματοδότησης σε δολάρια ως όπλου.
Για να κατανοήσουμε τη νέα τάξη πραγμάτων μετά το 1971, είναι ζωτικής σημασίας να στραφούμε στη μαρξιστική ανάλυση της χρηματιστικοποίησης. Η εγκατάλειψη της κάλυψης από μέταλλο (χρυσό) αποτέλεσε ένα σημείο καμπής. Αφαίρεσε τον υλικό περιορισμό στην απεριόριστη δημιουργία χρήματος, το οποίο προηγουμένως αντιπροσώπευε ένα εμπόρευμα (τον χρυσό), αλλά μετατράπηκε σε αναπαράσταση του εαυτού του – απλοί αριθμοί σε ηλεκτρονικούς λογαριασμούς. Με άλλα λόγια, σημειώθηκε μια αυτονομία του παγκόσμιου νομίσματος. Αυτό επέτρεψε στο κεφάλαιο να μετακινηθεί μαζικά από τη σφαίρα της παραγωγής αξίας (επενδύσεις στη μεταποίηση, τη γεωργία κ.λπ., με βάση την εφαρμογή της κοινωνικής εργασίας) προς τη σφαίρα της κυκλοφορίας – αυτή του πλασματικού κεφαλαίου. Το πλασματικό κεφάλαιο είναι η επένδυση σε τίτλους ιδιοκτησίας (μετοχές) και, πάνω απ’ όλα, σε τίτλους χρέους (υποθήκες και δημόσιο χρέος), η αξία των οποίων δεν βασίζεται σε αξία που έχει ήδη παραχθεί, αλλά στην προσδοκία μελλοντικών εσόδων. Με την απεριόριστη δημιουργία νομίσματος χωρίς αντίκρισμα (χρήμα που εκδίδεται από το κράτος και δεν είναι μετατρέψιμο σε εμπόρευμα όπως ο χρυσός), το πλασματικό κεφάλαιο μπορούσε να αυτοτροφοδοτείται, δημιουργώντας περισσότερο πλασματικό κεφάλαιο που δεν ήταν πλέον συνδεδεμένο με τη βάση αξίας της κοινωνικής εργασίας.
Πυλώνας 1. Πετρέλαιο και ανακύκλωση πετροδολαρίου
Αν και η διαδικασία αυτή ξεκίνησε στις δεκαετίες του 1930 και του 1940, όπως προαναφέρθηκε, μετά το 1971 απέκτησε νέα σημασία, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες ενίσχυσαν τη στρατηγική και στρατιωτική συμμαχία τους με τη Σαουδική Αραβία και εξασφάλισαν ότι ο ΟΠΕΚ θα συνέχιζε να τιμολογεί και να εμπορεύεται το πετρέλαιο αποκλειστικά σε δολάρια. Αυτό αναδημιούργησε μια διαρθρωτική ζήτηση: επειδή κάθε βιομηχανική χώρα χρειάζεται πετρέλαιο, κάθε βιομηχανική χώρα χρειάζεται δολάρια. Δημιούργησε επίσης έναν νέο μηχανισμό ανακύκλωσης. Οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες του ΟΠΕΚ συγκέντρωσαν τεράστια πλεονάσματα σε δολάρια (πετροδολάρια) από τις πωλήσεις πετρελαίου. Αυτά κατατέθηκαν σε τράπεζες της Γουόλ Στριτ και επανεπενδύθηκαν σε κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ και άλλα περιουσιακά στοιχεία σε δολάρια, συμβάλλοντας στη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων των ΗΠΑ.
Πυλώνας 2. Η δικτατορία της ρευστότητας (ομόλογα του Δημοσίου)
Σήμερα, η κυριαρχία του δολαρίου βασίζεται σε ένα πρακτικό γεγονός: το δολάριο παρέχει πρόσβαση σε χρηματοπιστωτικές αγορές αρκετά βαθιές ώστε να απορροφούν πολύ μεγάλες συναλλαγές χωρίς απότομες διακυμάνσεις των τιμών και αρκετά ρευστές ώστε να επιτρέπουν την ταχεία αγορά και πώληση περιουσιακών στοιχείων. Ο κεντρικός πυλώνας αυτού του συστήματος είναι τα ομόλογα του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, τα οποία θεωρούνται παγκοσμίως ως παγκόσμια περιουσιακά στοιχεία «ασφαλούς καταφυγίου»: χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία υψηλής ποιότητας με ελάχιστο πιστωτικό κίνδυνο και άμεση ρευστότητα. Αυτό επιτρέπει στις Ηνωμένες Πολιτείες να ανατρέψουν πλήρως την κανονική οικονομική λογική: είναι ο μεγαλύτερος οφειλέτης στον κόσμο, όμως το χρέος τους αντιμετωπίζεται από άλλες χώρες ως το πιο πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο.
Σε περιόδους παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης – ακόμη και κρίσεων που έχουν την προέλευσή τους στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως το 2008 – το διεθνές κεφάλαιο δεν απομακρύνεται από το δολάριο· αντίθετα, συρρέει προς αυτό, αναζητώντας την ασφάλεια των ομολόγων του Υπουργείου Οικονομικών. Αυτή η στροφή προς τα κρατικά ομόλογα ενισχύει τον Μηχανισμό Παγκόσμιας Ανακύκλωσης Πλεονασμάτων (Global Surplus Recycling Mechanism, GSRM), μια διευρυμένη μορφή ανακύκλωσης του πετροδολαρίου, στην οποία τα πλεονάσματα εξαγωγών – όχι μόνο τα έσοδα από το πετρέλαιο – ανακυκλώνονται σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία των ΗΠΑ. Λειτουργεί ως εξής:
- Οι ΗΠΑ απορροφούν τα πλεονάζοντα προϊόντα του κόσμου, παρουσιάζοντας τεράστια εμπορικά ελλείμματα με χώρες όπως η Κίνα, η Ιαπωνία, και η Γερμανία.
- Τα κέρδη από αυτές τις εξαγωγές που συσσωρεύονται από τις πλεονασματικές χώρες (σε δολάρια) επιστρέφουν στη Γουόλ Στριτ, καθώς οι χώρες αυτές ανακυκλώνουν τα δολάρια που λαμβάνουν από τις εξαγωγές σε αμερικανικό δημόσιο χρέος.
- Η Γουόλ Στριτ χρησιμοποιεί αυτή την εισροή ξένου κεφαλαίου για να αγοράζει κρατικά ομόλογα, χρηματοδοτώντας το έλλειμμα της αμερικανικής κυβέρνησης και παρέχοντας πίστωση στους Αμερικανούς καταναλωτές ώστε να μπορούν να συνεχίσουν να καταναλώνουν εισαγόμενα αγαθά.
Υπό αυτό το σύστημα, ο υπόλοιπος κόσμος είναι αναγκασμένος να χρηματοδοτεί τα δύο ελλείμματα των ΗΠΑ – το εμπορικό και το δημοσιονομικό – επιδοτώντας έτσι την αμερικανική κατανάλωση και, κυρίως, την παγκόσμια στρατιωτική ισχύ της χώρας.
Στην Λατινική Αμερική, η διαδικασία αυτή επιταχύνθηκε μετά τις συστάσεις της Συναίνεσης της Ουάσιγκτον (Washington Consensus), η οποία προέτρεπε τις χώρες να εγκαταλείψουν τους ελέγχους επί των λογαριασμών κεφαλαίου τους (τα κανάλια μέσω των οποίων οι επενδύσεις, τα δάνεια και άλλες διασυνοριακές χρηματοοικονομικές ροές εισέρχονται και εξέρχονται από μια χώρα). Αυτό σημαίνει ότι τα κεφάλαια μπορούν να εισέρχονται και να εξέρχονται ελεύθερα από κάθε χώρα, αλλά έχει άμεσες επιπτώσεις στη μεταβλητότητα των εθνικών συναλλαγματικών ισοτιμιών. Οι χώρες, με τη σειρά τους, επιδιώκουν να προστατευθούν από αυτή τη μεταβλητότητα συσσωρεύοντας συναλλαγματικά αποθέματα υπό μορφή αμερικανικού δημόσιου χρέους. Γι’ αυτό μπορούμε να πούμε ότι το δολάριο αποτελεί όπλο εκβιασμού εναντίον της περιφέρειας: για να προστατεύσουν τις εγχώριες οικονομίες τους από τη μεταβλητότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών και τη διαφυγή κεφαλαίων, οι χώρες της περιφέρειας πρέπει να συσσωρεύουν αποθέματα σε δολάρια, συχνά υπό τη μορφή αμερικανικού δημόσιου χρέους. Με αυτόν τον τρόπο, συμβάλλουν στη χρηματοδότηση των διπλών ελλειμμάτων των Ηνωμένων Πολιτειών (εμπορικού και δημοσιονομικού), τα οποία με τη σειρά τους στηρίζουν τις αμερικανικές στρατιωτικές δαπάνες, τις βάσεις στο εξωτερικό, τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους κ.λπ.
Η κρίση του 2008 ήταν η στιγμή κατά την οποία κατέρρευσαν οι «πυραμίδες του ιδιωτικού χρήματος» (πλασματικό κεφάλαιο) που είχε οικοδομήσει η Γουόλ Στριτ πάνω σε αυτόν τον μηχανισμό. Ωστόσο, η κρίση δεν κατέστρεψε το σύστημα. Αντίθετα, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ ενήργησε ως η κεντρική τράπεζα του κόσμου, παρέχοντας γραμμές ανταλλαγής δολαρίων (συμφωνίες που επέτρεπαν σε άλλες κεντρικές τράπεζες να λαμβάνουν δολάρια από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και να τα διαθέτουν στα δικά τους χρηματοπιστωτικά συστήματα σε περιόδους κρίσης). Αυτό απέδειξε ότι, κατά τη διάρκεια της κατάρρευσης, η εξάρτηση από το δολάριο ήταν απόλυτη, αντί να δείξει ότι το δολάριο είχε καταστεί περιττό.
Πυλώνας 3. Το νόμισμα ως όπλο πολέμου
Επειδή το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου, των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, και των συναλλαγών σε εμπορεύματα – ιδίως του πετρελαίου – εκφράζεται σε δολάρια και διακανονίζεται μέσω του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, η Ουάσιγκτον έχει αποκτήσει τεράστια εξουσία άσκησης πίεσης. Η «διπλωματία» του δολαρίου χρησιμοποιείται τόσο για τον περιορισμό στρατηγικών εχθρών όσο και για την επιβράβευση συμμάχων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να επιβάλλουν οικονομικές κυρώσεις, να παγώσουν τα αποθέματα ξένων κεντρικών τραπεζών – όπως έκαναν, για παράδειγμα, με το Ιράν, τη Βενεζουέλα και τη Ρωσία – και να αποκλείσουν ολόκληρες χώρες από το διεθνές σύστημα πληρωμών (SWIFT).
Όταν μια χώρα υπόκειται σε κυρώσεις, όπως συνέβη με την Κούβα, το Ιράν, τη Βενεζουέλα, το Αφγανιστάν, τη Ρωσία και πολλές άλλες, μπορεί να αποκλειστεί από τα δίκτυα πληρωμών σε δολάρια και να παγώσουν τα περιουσιακά της στοιχεία στο εξωτερικό. Αυτό αυξάνει το κόστος των εισαγωγών· εμποδίζει την πρόσβαση σε πιστώσεις και συστήματα πληρωμών· παρεμποδίζει την αγορά τροφίμων, καυσίμων, φαρμάκων και βιομηχανικών πρώτων υλών· και καθιστά το συνηθισμένο εμπόριο πολύ πιο δύσκολο. Το δολάριο, επομένως, δεν είναι απλώς ένα οικονομικό εργαλείο: είναι ένα όπλο πολέμου, ένα μέσο γεωπολιτικής πειθαρχίας που διασφαλίζει την επικράτηση των συμφερόντων των ΗΠΑ.
Έχει ήδη ξεκινήσει η αποδολαριοποίηση;
Τα στοιχεία σχετικά με τα νομίσματα που χρησιμοποιούνται στην τιμολόγηση του εμπορίου και στις διεθνείς χρηματοοικονομικές συναλλαγές είναι σπανιότερα και δημοσιεύονται με μεγαλύτερη καθυστέρηση σε σύγκριση με άλλα εμπορικά στοιχεία[xx]. Παρόλα αυτά, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η κυριαρχία του δολαρίου υπερβαίνει το μερίδιο των Ηνωμένων Πολιτειών στο παγκόσμιο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, στο εμπόριο και στις διεθνείς χρηματοοικονομικές συναλλαγές, γεγονός που αντανακλά μια διαρθρωτική ασυμμετρία στη διεθνή χρήση των νομισμάτων.
![]()
Πηγές: Τριετής Έρευνα της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (ΒΙS) 2025 – SWIFT Watch 2024 – COFER του ΔΝΤ 2024 – Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ 2025
Τα στοιχεία της SWIFT δείχνουν ότι το δολάριο χρησιμοποιείται σε ποσοστό άνω του 80% των συναλλαγών χρηματοδότησης του εμπορίου που διεκπεραιώνονται μέσω του δικτύου της, κυρίως επειδή ένα σημαντικό μερίδιο του εμπορίου εμπορευμάτων εξακολουθεί να τιμολογείται και να διακανονίζεται σε δολάρια. Επιπλέον, το δολάριο εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει σχεδόν το 60% των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων. Από την άλλη πλευρά, η εξέλιξη των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων κατά την περίοδο 2022–2023 χαρακτηρίστηκε από σημαντική αύξηση των αγορών χρυσού από τις κεντρικές τράπεζες. Ο χρυσός, ο οποίος θεωρείται ασφαλές περιουσιακό στοιχείο, προσφέρει προστασία έναντι γεωπολιτικών κινδύνων, παρότι παρουσιάζει περιορισμούς ως μέσο πληρωμής. Η τάση αυτή υποδηλώνει ότι η εντατικοποίηση των αγορών χρυσού από ορισμένες κεντρικές τράπεζες συνδέεται με προσπάθειες μετριασμού των οικονομικών και γεωπολιτικών κινδύνων, ιδίως εκείνων που σχετίζονται με διεθνείς κυρώσεις. Στην Κίνα, για παράδειγμα, το μερίδιο του χρυσού στα συνολικά αποθέματα αυξήθηκε από λιγότερο του 2% το 2015 σε 4,3% το 2023, ενώ το ποσοστό των περιουσιακών στοιχείων που εκφράζονται σε τίτλους του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ και οργανισμών του μειώθηκε από περίπου 44% σε περίπου 30%, αντανακλώντας μια αναδιάρθρωση του χαρτοφυλακίου αποθεμάτων της χώρας[xxi].
![]()
Πηγή: World Gold Council, Τάσεις στη ζήτηση χρυσού: Ολόκληρο το έτος 2024 (gold.org)
Παρότι τις τελευταίες δεκαετίες έχει παρατηρηθεί μείωση του μεριδίου του δολαρίου στα παγκόσμια συναλλαγματικά αποθέματα, τα στοιχεία δείχνουν ότι η τάση αυτή δεν αντιστοιχεί σε άμεση υποκατάσταση από ένα άλλο μεμονωμένο νόμισμα. Αντίθετα, η μείωση αυτή έχει απορροφηθεί από μια ομάδα νομισμάτων που το ΔΝΤ κατατάσσει ως «μη παραδοσιακά νομίσματα»: το αυστραλιανό δολάριο, το καναδικό δολάριο, το νοτιοκορεατικό γουόν, τη σουηδική κορόνα και, σε μικρότερο βαθμό, το κινεζικό ρενμίνμπι. Σε συνδυασμό με την αύξηση των αποθεμάτων χρυσού, αυτό υποδηλώνει ότι η διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη δεν καθοδηγείται πρωτίστως από ένα συντονισμένο πολιτικό σχέδιο αποδολαριοποίησης, αλλά μάλλον από στρατηγικές διαφοροποίησης χαρτοφυλακίου που υιοθετούν οι νομισματικές αρχές με στόχο τη διαχείριση κινδύνων και τη μεγαλύτερη ασφάλεια, σε ένα πλαίσιο αυξανόμενης παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής αστάθειας.
Η κίνηση αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως απάντηση στις αντιφάσεις της χρηματιστικοποίησης που καθοδηγείται από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, της οποίας η δυναμική τείνει να δημιουργεί επαναλαμβανόμενη μεταβλητότητα και φούσκες περιουσιακών στοιχείων (απότομες αυξήσεις των τιμών που συχνά καταλήγουν σε κατάρρευση). Υπό αυτή την έννοια, η διαφοροποίηση των αποθεματικών (η κατανομή των συναλλαγματικών αποθεματικών σε ένα ευρύτερο φάσμα νομισμάτων και περιουσιακών στοιχείων) εμφανίζεται λιγότερο ως πολιτική ρήξη και περισσότερο ως τεχνική προσαρμογή στις αδυναμίες του συστήματος. Αυτό καθιστά τη διαδικασία μετασχηματισμού του διεθνούς νομισματικού συστήματος τόσο πιο ανθεκτική όσο και πιο αργή από ό,τι υποδηλώνουν οι πιο άμεσες γεωπολιτικές ερμηνείες.
![]()
Πηγή: COFER του ΔΝΤ | Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, «Ο διεθνής ρόλος του δολαρίου ΗΠΑ», έκδοση 2025 | Η σειρά δεδομένων για το CNY δεν περιλαμβάνει στοιχεία για το τέταρτο τρίμηνο του 2016
Μια ανάλυση των εμπορικών τιμολογήσεων από το 2000 έως το 2023 δείχνει ότι το συνολικό μερίδιο του δολαρίου και του ευρώ παρέμεινε σε γενικές γραμμές σταθερό. Το δολάριο διατήρησε την κυρίαρχη θέση του, ενώ το ευρώ χρησιμοποιήθηκε κυρίως εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν και η Κίνα έχει αυξήσει σημαντικά το μερίδιό της στις παγκόσμιες εξαγωγές από το 2000, πλησιάζοντας αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών, το ρενμίνμπι εξακολουθεί να χρησιμοποιείται σε περιορισμένο βαθμό ως νόμισμα για την τιμολόγηση του διεθνούς εμπορίου και δεν έχει διεθνοποιηθεί πλήρως.
Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν την ανθεκτικότητα του δολαρίου στην τιμολόγηση του εμπορίου. Δείχνουν επίσης ότι, αν και το μερίδιο του ρενμίνμπι στα διεθνή αποθέματα έχει αυξηθεί αισθητά, η ευρύτερη νομισματική διαφοροποίηση παραμένει περιορισμένη.
![]()
Πηγή: Έγγραφο εργασίας του ΔΝΤ (2025), «Μοτίβα νομίσματος τιμολόγησης στο παγκόσμιο εμπόριο σε μια παγκόσμια οικονομία που κατακερματίζεται»
![]()
Πηγή: Έγγραφο εργασίας του ΔΝΤ (2025), «Μοτίβα νομίσματος τιμολόγησης στο παγκόσμιο εμπόριο σε μια παγκόσμια οικονομία που κατακερματίζεται»
![]()
Πηγή: Έγγραφο εργασίας του ΔΝΤ (2025), «Μοτίβα νομίσματος τιμολόγησης στο παγκόσμιο εμπόριο»· Στατιστικές κατεύθυνσης του εμπορίου (DOTS) του ΔΝΤ, «Μοτίβα νομίσματος τιμολόγησης στο παγκόσμιο εμπόριο»
Οι εξελίξεις στη χρηματοοικονομική τεχνολογία και στις υποδομές πληρωμών οδηγούν στην άνοδο εναλλακτικών συστημάτων πληρωμών, θεματοφυλακής περιουσιακών στοιχείων και διακανονισμού. Αυτά εξελίσσονται σε συγκεκριμένες εναλλακτικές λύσεις έναντι του διεθνούς χρηματοοικονομικού συστήματος που έχει ως επίκεντρο το δολάριο. Δεν πρόκειται καθόλου για μια πρόσφατη συζήτηση, αλλά για την υλοποίηση νέων θεσμικών αρχιτεκτονικών ικανών να διευκολύνουν συναλλαγές εκτός των παραδοσιακών κυκλωμάτων. Αξιόλογες πρωτοβουλίες περιλαμβάνουν το Σύστημα Χρηματοοικονομικών Μηνυμάτων (Financial Messaging System, SPFS, που αναπτύχθηκε από τη Ρωσία) και το Σύστημα Διασυνοριακών Διατραπεζικών Πληρωμών (Cross-Border Interbank Payment System, CIPS, υπό την ηγεσία της Κίνας), τα οποία διευρύνουν τη δυνατότητα διεθνούς διακανονισμού σε τοπικά νομίσματα και μειώνουν την εξάρτηση από υποδομές που κυριαρχούνται από τις κεντρικές χώρες.
Ταυτόχρονα, οι χώρες των BRICS έχουν εντείνει τις προσπάθειές τους για την ενίσχυση των εγχώριων συστημάτων ψηφιακών πληρωμών και την ανάπτυξη λύσεων για διασυνοριακές συναλλαγές, με στόχο την επέκταση του διεθνούς εμπορίου που διατυπώνεται σε τοπικά νομίσματα και την προώθηση της οικοδόμησης ενός πιο πολυπολικού νομισματικού συστήματος[xxii]. Η Κίνα, ειδικότερα, έχει επεκτείνει τη διεθνή χρήση του ρενμίνμπι μέσω της ανάπτυξης του CIPS και της συμμετοχής της σε έργα ψηφιακού νομίσματος κεντρικής τράπεζας (central bank digital currency, CBDC)[xxiii]. Έχει επίσης σημειωθεί ταχεία παγκόσμια εξάπλωση των έργων CBDC: 137 χώρες και νομισματικές ενώσεις, που αντιπροσωπεύουν περίπου το 98% του παγκόσμιου ΑΕΠ, βρίσκονται σε κάποιο στάδιο ανάπτυξης αυτών των ψηφιακών νομισμάτων[xxiv].
Παράλληλα, πρωτοβουλίες όπως το mBridge (στο οποίο συμμετέχουν η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας, η Νομισματική Αρχή του Χονγκ Κονγκ, η Κεντρική Τράπεζα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και η Τράπεζα της Ταϊλάνδης, με την υποστήριξη της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών), και το σύστημα ACUMER (που αναπτύχθηκε από την Κεντρική Τράπεζα του Ιράν) υποδηλώνουν τις δυνατότητες των νέων ψηφιακών υποδομών για διακανονισμούς σε τοπικά νομίσματα μεταξύ κεντρικών τραπεζών μέσω των CBDC, χωρίς την ανάγκη παραδοσιακών μεσαζόντων, όπως οι τράπεζες-ανταποκριτές ή συστήματα όπως το SWIFT.
Επιπλέον, οι διμερείς συμφωνίες ανταλλαγής νομισμάτων έχουν διαδραματίσει έναν ολοένα και σημαντικότερο ρόλο, ιδίως μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007–2008. Τα μέσα αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί για την παροχή ρευστότητας σε περιόδους πίεσης και για τη μείωση του κόστους που συνδέεται με τη συσσώρευση διεθνών αποθεματικών. Αυτό επιτρέπει στις χώρες να έχουν πρόσβαση σε ξένα νομίσματα χωρίς να εξαρτώνται αποκλειστικά από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές. Υπό αυτή την έννοια, οι ανταλλαγές νομισμάτων έχουν καταστεί κεντρικό στοιχείο των σύγχρονων στρατηγικών για τη νομισματική διαφοροποίηση και για τον μετριασμό της εξάρτησης από το δολάριο[xxv].
Συνοψίζοντας, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι, ενώ το δολάριο παραμένει κυρίαρχο και σχετικά σταθερό στο διεθνές νομισματικό σύστημα, παρατηρούνται επίσης σημαντικές αλλαγές στη σύνθεση και τη λειτουργία του συστήματος αυτού. Ένα σημαντικό παράδειγμα αποτελεί το ρενμίνμπι, το μερίδιο του οποίου στα διεθνή αποθέματα αυξήθηκε από σχεδόν μηδέν στις αρχές της δεκαετίας του 2010 σε περίπου 2,2% σε λιγότερο από μια δεκαετία – μια εξέλιξη χωρίς ιστορικό προηγούμενο για το νόμισμα μιας χώρας που εξακολουθεί να ασκεί σημαντικούς ελέγχους στον λογαριασμό κεφαλαίου της. Ωστόσο, αυτή η αύξηση των αποθεμάτων δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη επέκταση της χρήσης του ρενμίνμπι στην τιμολόγηση του διεθνούς εμπορίου.
Μια ανάλυση της αποδολαριοποίησης απαιτεί, επομένως, τη διάκριση μεταξύ των διαφόρων διαστάσεων του διεθνούς νομισματικού συστήματος. Στον τομέα των συναλλαγματικών αποθεμάτων, η διαδικασία είναι αργή και σταδιακή και απέχει ακόμη πολύ από το να συνιστά ρήξη με την κεντρική θέση του δολαρίου. Στον τομέα των διμερών πληρωμών παρατηρείται μεγαλύτερη δυναμική, αν και εξακολουθεί να είναι γεωγραφικά συγκεντρωμένη σε συγκεκριμένες συμφωνίες, όπως οι συναλλαγές μεταξύ Ρωσίας και Κίνας, οι οποίες, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο του 2025, διακανονίζονται κατά 99,1% σε ρούβλια και γιουάν[xxvi]. Τέλος, στον τομέα της χρηματοπιστωτικής υποδομής, που περιλαμβάνει τα συστήματα πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού, η διαδικασία βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο, αλλά έχει διαρθρωτικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι η δημιουργία αυτών των πλατφορμών τείνει να μειώσει την εξάρτηση από το χρηματοπιστωτικό σύστημα με επίκεντρο το δολάριο με διαρκή τρόπο.
Υπό αυτή την έννοια, η σημασία της αποδολαριοποίησης έγκειται στην κατεύθυνση προς την οποία κινείται αυτή η μεταμόρφωση και, πάνω απ’ όλα, στη δημιουργία θεσμικών και παραγωγικών εναλλακτικών λύσεων ικανών να μειώσουν το κόστος της εξόδου από το σύστημα του δολαρίου.
Η αποδολαριοποίηση σημαίνει αγώνα για την κυριαρχία
Για τη συντριπτική πλειοψηφία των χωρών του Παγκόσμιου Νότου, το διεθνές νομισματικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα με επίκεντρο το δολάριο δεν αποτελεί δίχτυ ασφαλείας, αλλά ζουρλομανδύα. Στο βαθμό που οι χώρες χρειάζεται να συσσωρεύουν διεθνή αποθέματα – σκληρά νομίσματα όπως το δολάριο – υπόκεινται σε νομισματικό εκβιασμό από το σύστημα του δολαρίου, καθώς πρέπει να διατηρούν αυτά τα αποθέματα και να το κάνουν αγοράζοντας αμερικανικό δημόσιο χρέος. Με αυτόν τον τρόπο, συνεχίζουν να χρηματοδοτούν την υπερμεγέθη ικανότητα δράσης των Ηνωμένων Πολιτειών, μεταξύ άλλων και τη χρηματοδότηση πολέμων. Επιπλέον, το σύστημα αποτελεί επίσης μηχανισμό τιμωρίας, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν, μέσω κυρώσεων, αποκλεισμών και αποκλεισμού από το διεθνές σύστημα πληρωμών, να τιμωρούν τις χώρες που δεν υποτάσσονται σε αυτό. Τις τελευταίες δεκαετίες, η Ουάσιγκτον έχει αυξήσει τις οικονομικές κυρώσεις κατά των στόχων της εξωτερικής της πολιτικής κατά 933%[xxvii].
Στην πράξη, τα εθνικά νομίσματα δεν θεωρούνται αποθέματα αξίας, αλλά ασταθή «χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία». Η διεθνής ζήτηση για αυτά είναι κερδοσκοπική, επιρρεπής στον πανικό και στη διαφυγή κεφαλαίων. Επιπλέον, οι χώρες του Παγκόσμιου Νότου πάσχουν από τη διαρθρωτική αδυναμία να εκδίδουν εξωτερικό χρέος στα δικά τους νομίσματα. Δανείζονται σε δολάρια, αλλά δημιουργούν έσοδα σε τοπικό νόμισμα, δημιουργώντας μια καταστροφική νομισματική αναντιστοιχία: όταν τα νομίσματά τους υποτιμούνται, πρέπει να χρησιμοποιούν περισσότερο τοπικό νόμισμα για να αποκτήσουν το ίδιο ποσό σε δολάρια που απαιτείται για την εξυπηρέτηση των εξωτερικών χρεών τους.
Η ηγεμονία του δολαρίου, επομένως, δεν περιορίζεται στην κεντρική θέση του δολαρίου ως μέσου πληρωμής ή αποθεματικού αξίας. Εκφράζεται επίσης στον τρόπο με τον οποίο η εσωτερική δυναμική του δολαρίου μεταδίδεται στον υπόλοιπο κόσμο. Σε περιόδους ανατίμησης του δολαρίου, τα νομίσματα των περιφερειακών χωρών τείνουν να υποτιμηθούν, καθιστώντας τις εισαγωγές πιο ακριβές και ασκώντας πίεση στον εγχώριο πληθωρισμό, ιδίως σε οικονομίες που εξαρτώνται από την ενέργεια, τα τρόφιμα και τα ενδιάμεσα αγαθά. Επειδή ένα μεγάλο μέρος των διεθνών εμπορευμάτων τιμολογείται σε δολάρια, αυτές οι επιπτώσεις ενισχύονται ακόμη και όταν δεν υπάρχουν διακυμάνσεις στις πραγματικές συνθήκες προσφοράς και ζήτησης.
Στις χρηματοπιστωτικές αγορές, οι αποφάσεις σχετικά με τη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ, όπως οι αυξήσεις των επιτοκίων, συχνά πυροδοτούν ροές κεφαλαίων προς περιουσιακά στοιχεία που εκφράζονται σε δολάρια. Αυτό προκαλεί υποτιμήσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών, αυξάνει το κόστος της εξωτερικής χρηματοδότησης και περιορίζει το περιθώριο οικονομικής πολιτικής στις χώρες του Παγκόσμιου Νότου, οι οποίες συχνά αναγκάζονται να υιοθετήσουν συσταλτικά μέτρα για τον περιορισμό του πληθωρισμού και τη σταθεροποίηση των νομισμάτων τους – ακόμη και σε συνθήκες χαμηλής ανάπτυξης. Σε οικονομίες με υψηλά επίπεδα χρέους σε ξένο νόμισμα, η ανατίμηση του δολαρίου αυξάνει αμέσως το βάρος αυτού του χρέους σε όρους εγχώριου νομίσματος, επιδεινώνοντας τις διαρθρωτικές αδυναμίες. Προκειμένου να προσελκύσουν το ασταθές διεθνές κεφάλαιο, τα περιουσιακά στοιχεία στον Παγκόσμιο Νότο πρέπει να προσφέρουν πολύ υψηλότερα επιτόκια από τα «ασφαλή» περιουσιακά στοιχεία του Βορρά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μια συνεχή καθαρή μεταφορά πλούτου από τις φτωχότερες χώρες προς τα πλουσιότερα χρηματοοικονομικά κέντρα.
Με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και την απελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίων, η ικανότητα των κρατών να εφαρμόζουν μακροοικονομική πολιτική έχει αποδυναμωθεί. Οποιαδήποτε κυβέρνηση επιχειρήσει να εφαρμόσει επεκτατικές δημοσιονομικές ή νομισματικές πολιτικές, όπως η μείωση των επιτοκίων για την τόνωση των επενδύσεων, τιμωρείται αμέσως από την «αγορά» μέσω της διαφυγής κεφαλαίων, η οποία υποτιμά το νόμισμα, προκαλεί πληθωρισμό και μπορεί να οδηγήσει σε κατάρρευση. Οι κυβερνήσεις γίνονται όμηροι της εμπιστοσύνης των χρηματοδοτών. Για να προστατευθούν από αυτή την αστάθεια, οι χώρες του Παγκόσμιου Νότου αναγκάζονται να συσσωρεύουν τεράστια διεθνή αποθέματα. Η Βραζιλία, για παράδειγμα, κατείχε περισσότερα από 358 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ τον Δεκέμβριο του 2025[xxviii]. Αυτά τα αποθέματα επενδύονται κυρίως σε περιουσιακά στοιχεία σε δολάρια, ειδικά σε τίτλους του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ. Αυτό είναι το τελικό παράδοξο: για να προστατευθούν από το σύστημα, οι χώρες του Παγκόσμιου Νότου υποχρεώνονται να χρηματοδοτούν τον καταπιεστή τους, δανείζοντας τρισεκατομμύρια δολάρια στο Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ με χαμηλά επιτόκια.
Η ηγεμονία του δολαρίου επιβάλλει μη βιώσιμα κόστη στον Παγκόσμιο Νότο. Η δυσαρέσκεια για αυτή την αποσταθεροποιητική ασυμμετρία δεν είναι καινούργια, αλλά έχει αποκτήσει νέα επείγουσα σημασία σε έναν κόσμο που κινείται προς την πολυπολικότητα. Η αποδολαριοποίηση έχει καταστεί μια μακροπρόθεσμη διαρθρωτική τάση, αν και αντιμετωπίζει τεράστια διαρθρωτικά εμπόδια. Σύμφωνα με τον οικονομολόγο Μπρούνο ντε Κόντι (Bruno de Conti), διάφορες εξελίξεις ενδέχεται, μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, να προκαλέσουν αλλαγές στο διεθνές νομισματικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα, και συγκεκριμένα:
- ο επαναπροσδιορισμός του ρόλου ορισμένων χωρών στην ιεραρχία της παγκόσμιας οικονομίας·
- η εντατικοποίηση των γεωπολιτικών εντάσεων μεταξύ των ηγετικών δυνάμεων· και
- η αυξανόμενη δυσπιστία έναντι του δολαρίου, η οποία οξύνθηκε κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Τραμπ, σε συνδυασμό με την πολιτική βούληση ενός ευρέος φάσματος χωρών να αναζητήσουν τρόπους μείωσης της εξάρτησής τους από το αμερικανικό νόμισμα, είτε μεμονωμένα είτε συντονισμένα[xxix].
Η συζήτηση για την αποδολαριοποίηση, ωστόσο, δεν μπορεί να περιοριστεί στην προστασία από τις κυρώσεις ή στον μετριασμό των εξωτερικών ευπαθειών. Μια βαθύτερη ανάλυση πρέπει να διερευνήσει ποιον σκοπό προορίζεται να εξυπηρετήσει η αποδολαριοποίηση. Η αντικατάσταση ενός ηγεμονικού νομίσματος από ένα άλλο δεν συνεπάγεται απαραίτητα μια ποιοτική μεταμόρφωση της διεθνούς τάξης, ούτε εγγυάται μεγαλύτερη σταθερότητα ή οφέλη για τις περιφερειακές χώρες. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η νομισματική ιεραρχία τείνει να αναπαράγεται, αν και με νέες διαμορφώσεις.
Η αποδολαριοποίηση πρέπει να γίνει κατανοητή όχι απλώς ως μια διαμάχη μεταξύ νομισμάτων, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης συζήτησης σχετικά με τη φύση των διεθνών οικονομικών σχέσεων. Για τις χώρες του Παγκόσμιου Νότου, αυτό σημαίνει τη μετατόπιση της εστίασης από την απλή αντικατάσταση μέσων προς την οικοδόμηση διαρθρωτικών εναλλακτικών λύσεων που περιλαμβάνουν νέες μορφές συμμετοχής στο διεθνές εμπόριο, την τεχνολογική συνεργασία, την παραγωγική ολοκλήρωση και τον πολιτικό συντονισμό. Ένας αποτελεσματικός μετασχηματισμός του διεθνούς νομισματικού συστήματος θα απαιτούσε, επομένως, κάτι περισσότερο από τη δημιουργία εναλλακτικών χρηματοοικονομικών μηχανισμών. Θα απαιτούσε την αντιμετώπιση των πυλώνων που στηρίζουν την ηγεμονία του δολαρίου, συμπεριλαμβανομένης της κεντρικής θέσης της τιμολόγησης των εμπορευμάτων, της κυριαρχίας των χρηματοπιστωτικών αγορών που διαπραγματεύονται σε δολάρια και της ικανότητας γεωπολιτικού εξαναγκασμού.
Η αποδολαριοποίηση δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μέρος ενός ευρύτερου αγώνα για την οικονομική κυριαρχία και για την οικοδόμηση μιας πιο δίκαιης διεθνούς τάξης, ικανής να διακόψει τη συστηματική μεταφορά πλούτου από τον Παγκόσμιο Νότο προς τα κέντρα εξουσίας. Ο αγώνας για την αποδολαριοποίηση, επομένως, δεν είναι απλώς μια λογιστική προσαρμογή. Πρόκειται για έναν θεμελιώδη πολιτικό αγώνα για την κυριαρχία, την ανάπτυξη και το δικαίωμα των λαών του Παγκόσμιου Νότου να οργανώνουν τις οικονομίες τους εκτός του πλαισίου της αυτοκρατορικής χρηματοοικονομικής πειθαρχίας.
Βιβλιογραφία
Atlantic Council. ‘Dollar Dominance Monitor’. 2024, https://www.atlanticcouncil.org/programs/geoeconomics-center/dollar-dominance-monitor/.
Atlantic Council. ‘Central Bank Digital Currency Tracker’. 2024, https://www.atlanticcouncil.org/cbdctracker/.
Akyüz, Yılmaz. ‘Política de resposta à crise financeira global: questões fundamentais para os países em desenvolvimento’ [Policy Response to the Global Financial Crisis: Key Issues for Developing Countries]. Revista Tempo do Mundo 2, no. 3, December 2010: 147–85.
Banco Central do Brasil (BCB). ‘Série Temporal 13621: Investimento direto – passivo – ingresso líquido (US$ milhões)’ [Time Series 13621: Direct Investment – Liabilities – Net Inflow (US$ Millions)]. 2026, https://www3.bcb.gov.br/sgspub/consultarvalores/consultarValoresSeries.do?method=consultarSeries&series=13621.
Batista Jr., Paulo Nogueira. O Brasil não cabe no quintal de ninguém: bastidores da vida de um economista brasileiro no FMI e nos BRICS e outros textos sobre nacionalismo e nosso complexo de vira-lata [Brazil Does Not Fit in Anyone’s Backyard: Behind the Scenes of a Brazilian Economist’s Life at the IMF and the BRICS and Other Texts on Nationalism and Our Inferiority Complex]. LeYa, 2019.
Batista Jr., Paulo Nogueira. ‘The BRICS and the Challenge of De-Dollarisation’. Tricontinental: Institute for Social Research, 17 May 2024, https://thetricontinental.org/wenhua-zongheng-2024-1-brics-dedollarisation-opportunities-challenges/.
Conti, Bruno de. ‘As iniciativas dos BRICS para a transformação do sistema monetário e financeiro internacional’ [BRICS Initiatives for the Transformation of the International Monetary and Financial System]. Nota no. 15. Projeto Transforma Economia – Unicamp, 2025, https://transformaeconomia.org/as-iniciativas-dos-brics-para-a-transformacao-do-sistema-monetario-e-financeiro-internacional/.
Council on Foreign Relations (CFR). ‘Central Bank Currency Swaps Tracker’. 2025, accessed 19 March 2026, https://www.cfr.org/trackers/central-bank-currency-swaps-tracker.
Gopinath, Gita. ‘Geopolitics and Its Impact on Global Trade and the Dollar’. International Monetary Fund, 8 May 2024, https://www.imf.org/en/news/articles/2024/05/07/sp-geopolitics-impact-global-trade-and-dollar-gita-gopinath.
International Monetary Fund (IMF). ‘2025 External Sector Report: Global Imbalances in a Shifting World’. July 2025, https://imf.org/-/media/files/publications/esr/2025/english/text.pdf.
International Monetary Fund (IMF). ‘Patterns of Invoicing Currency in Global Trade in a Fragmenting World Economy’. IMF Working Paper, 2025, https://www.imf.org/en/publications/wp/issues/2025/09/12/patterns-of-invoicing-currency-in-global-trade-in-a-fragmenting-world-economy-570297.
Lenin, Vladimir. Imperialism, the Highest Stage of Capitalism. International Publishers, 1939.
Marx, Karl. Capital: A Critique of Political Economy, Volume 1. Translated by Ben Fowkes. Penguin, 1976.
Mazzucchelli, Frederico. Os dias de sol: a trajetória do capitalismo no pós-guerra [Days of Sun: The Trajectory of Capitalism in the Post-war Period]. Facamp, 2013.
Melin, Luis Eduardo. ‘O enquadramento do iene: a trajetória do câmbio japonês desde 1971’ [The Framing of the Yen: The Trajectory of Japanese Exchange Rates since 1971]. In Poder e dinheiro [Power and Money], edited by José Luís Fiori. Vozes, 1997.
Metri, Maurício. ‘A ascensão do dólar e a resistência da libra: uma disputa político-diplomática’ [The Rise of the Dollar and the Resistance of the Pound: A Political-Diplomatic Dispute]. Revista Tempo do Mundo 1, no. 1, January 2015.
Metri, Maurício. História e diplomacia monetária [History and Monetary Diplomacy]. Dialética, 2023.
Patnaik, Utsa and Prabhat Patnaik. A Theory of Imperialism. New York: Columbia University Press, 2016.
Politics Today. ‘Russia and China Settle 99% of Trade in National Currencies’. 6 November 2025, https://politicstoday.org/russia-and-china-settle-99-of-trade-in-national-currencies/.
Quintas, Felipe Maruf. ‘Os EUA e a geopolítica imperialista do petróleo’ [The US and the Imperialist Geopolitics of Oil]. Associação dos Engenheiros da Petrobras (AEPET), n.d., https://aepet.org.br/artigo/os-eua-e-a-geopolitica-imperialista-do-petroleo/.
Saul, S. B. Studies in British Overseas Trade 1870–1914. Liverpool: Liverpool University Press, 1960.
Tavares, Maria da Conceição. ‘A retomada da hegemonia norte-americana’ [The Resumption of North American Hegemony]. Revista de Economia Política 5, no. 2 (18), April–June 1985: 157–67.
Tavares, Maria da Conceição and Luis Eduardo Melin. ‘A reafirmação da hegemonia norte-americana’ [The Reaffirmation of North American Hegemony]. In Poder e dinheiro [Power and Money], edited by José Luís Fiori. Vozes, 1997.
Tricontinental: Institute for Social Research. Hyper-Imperialism: A Dangerous Decadent New Stage. Studies on Contemporary Dilemmas no. 4, 23 January 2024. Compiled by Global South Insights (GSI), edited by Gisela Cernadas, Mikaela Nhondo Erskog, Tica Moreno, and Deborah Veneziale. https://thetricontinental.org/studies-on-contemporary-dilemmas-4-hyper-imperialism/.
Σημειώσεις
[i] Batista Jr., ‘The BRICS and the Challenge of De-Dollarisation’.
[ii] Marx, Capital, vol. 1.
[iii] Marx, Capital, 1.
[iv] Patnaik and Patnaik, A Theory of Imperialism.
[v] Saul, Studies in British Overseas Trade, 1870–1914, 58, 88, quoted in Patnaik and Patnaik, A Theory of Imperialism, 126.
[vi] Metri, História e diplomacia monetária.
[vii] Lenin, Imperialism.
[viii] Mazzucchelli, Os dias de sol.
[ix] Tricontinental, Hyper-Imperialism.
[x] Metri, História e diplomacia monetária.
[xi] Quintas, ‘Os EUA e a geopolítica imperialista do petróleo’.
[xii] Metri, ‘A ascensão do dólar e a resistência da libra’.
[xiii] Batista Jr., O Brasil não cabe no quintal de ninguém.
[xiv] Akyüz, ‘Política de resposta à crise financeira global’.
[xv] Tavares, ‘A retomada da hegemonia norte-americana’, 157–67.
[xvi] Tavares, ‘A retomada da hegemonia norte-americana’, 160.
[xvii] Tavares, ‘A retomada da hegemonia norte-americana’.
[xviii] Melin, ‘O enquadramento do iene’.
[xix] Tavares and Melin, ‘A reafirmação da hegemonia norte-americana’.
[xx] Gopinath, ‘Geopolitics and Its Impact on Global Trade and the Dollar’.
[xxi] Gopinath, ‘Geopolitics and Its Impact on Global Trade and the Dollar’.
[xxii] Atlantic Council, ‘Dollar Dominance Monitor’.
[xxiii] Είναι σημαντικό να γίνει διάκριση μεταξύ των ψηφιακών νομισμάτων των κεντρικών τραπεζών (Central Bank Digital Currencies, CBDC) και των ιδιωτικών κρυπτονομισμάτων. Τα CBDC αποτελούν μορφή χρήματος με την αυστηρή έννοια του όρου: εκδίδονται με την εγγύηση των εθνικών νομισματικών αρχών και εκπληρώνουν τις κλασικές λειτουργίες του χρήματος. Τα ιδιωτικά κρυπτονομίσματα, όπως το Bitcoin, δεν διαθέτουν κρατική στήριξη· αποτελούν κερδοσκοπικά περιουσιακά στοιχεία χωρίς παραγωγική βάση, η κυκλοφορία και η αποτίμησή των οποίων παραμένουν υποταγμένες στη νομισματική τάξη που βασίζεται στο δολάριο.
[xxiv] Atlantic Council, ‘Central Bank Digital Currency Tracker’.
[xxv] Council on Foreign Relations, ‘Central Bank Currency Swaps Tracker’.
[xxvi] Politics Today, ‘Russia and China Settle 99% of Trade in National Currencies’.
[xxvii] Metri, História e diplomacia monetária.
[xxviii] Banco Central do Brasil, ‘Série Temporal 13621’.
[xxix] Conti, ‘As iniciativas dos BRICS’.