Η επικίνδυνη άνοδος της ακροδεξιάς στη Λατινική Αμερική: Η ηγεμονία των ΗΠΑ, η ισραηλινή επέκταση και ο ευαγγελικός σιωνισμός απέναντι στην Αντίσταση

 

του Pedro Monzón Barata (Πέδρο Μονσόν Μπαράτα)*

Δημοσιεύτηκε στις 13/10/2026 στο Αl Μayadeen.

 

μετ. Θ. Νασόπουλος
επιμ. Δ. Περδίκης

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Εισαγωγή: Ένα γεωπολιτικό φαινόμενο υπέρβασης.

  1. Τα τρία στοιχεία του πλαισίου
  2. Το Δόγμα Ντονρόε: Το πλαίσιο εξαναγκασμού
  3. Οι Συμφωνίες του Ισαάκ: Το διπλωματικό μέσο
  4. Ευαγγελικός χριστιανικός σιωνισμός: Μια κοινωνική βάση
  5. Η ισραηλινή επέκταση στην πράξη
  6. Συγκεκριμένα μέτρα της ισραηλινής επέκτασης στη Νότια Αμερική
  7. Η απόκτηση εδαφών και στρατηγικών πόρων
  8. Η τεχνολογική διάσταση και η κυβερνοασφάλεια

III. Η επίθεση κατά του Προοδευτισμού

  1. Η επίθεση κατά της Κούβας, της Βενεζουέλας και της Νικαράγουας
  2. Η ιδεολογική μάχη και η επικοινωνιακή μάχη
  3. Αντίσταση
  4. Απαραίτητη αυτοκριτική και οργανωμένη αντίσταση

Επιλεγμένη Βιβλιογραφία

 

Η στροφή της Λατινικής Αμερικής προς την ακροδεξιά οδηγεί στη διαμόρφωση ενός ημισφαιρικού μπλοκ που ευθυγραμμίζεται με την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ, με κινητήριες δυνάμεις τον αμερικανικό παρεμβατισμό, τις Συμφωνίες του Ισαάκ, τον χριστιανικό σιωνισμό και την ισραηλινή τεχνολογία ασφάλειας.

 

Εισαγωγή: Ένα γεωπολιτικό φαινόμενο υπέρβασης.

Η στροφή προς την ακροδεξιά στη Λατινική Αμερική δεν αποτελεί μια απλή εκλογική εναλλαγή, αλλά μια γεωπολιτική κίνηση που ενισχύει την ηγεμονία των ΗΠΑ και προσφέρει στο «Ισραήλ» μια άνευ προηγουμένου στρατηγική ευκαιρία. Αντιστρέφει δεκαετίες σχετικής αυτονομίας και ρεαλιστικής διπλωματίας, δημιουργώντας ένα ημισφαιρικό μπλοκ ευθυγραμμισμένο με την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ.

Το κύμα των ακροδεξιών κυβερνήσεων —ο Μιλέι στην Αργεντινή, ο Μπουκέλε στο Ελ Σαλβαδόρ, ο Καστ στη Χιλή, ο Νομπόα στον Ισημερινό, ο Ασφούρα στην Ονδούρα, ο Ντε λα Εσπριέγια στην Κολομβία— εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Ουάσιγκτον, η οποία επιδιώκει να αποκαταστήσει την κυριαρχία της στο ημισφαίριο. Αυτοί οι ηγέτες υποτάσσονται στη στρατηγική των ΗΠΑ σε αντάλλαγμα για υποστήριξη, παραχωρώντας κυριαρχία επί στρατηγικών πόρων, όπως το λίθιο και ο χαλκός, καθώς και σε θέματα πολιτικής ασφάλειας.

Αυτή η προέλαση διαρθρώνεται σε τρία επίπεδα: το Δόγμα “Ντονρόε”, που παρέχει το πλαίσιο εξαναγκασμού· τις Συμφωνίες του Ισαάκ, ένα διπλωματικό μέσο της ισραηλινής επέκτασης· και τον ευαγγελικό χριστιανικό σιωνισμό, την κοινωνική και εκλογική βάση που νομιμοποιεί και στηρίζει και τα δύο. Κανένα από αυτά δεν μπορεί να γίνει κατανοητό χωρίς τα άλλα. Ενάντια σε αυτή την προέλαση, διαμορφώνονται επίσης λαϊκές, διπλωματικές και πολιτισμικές αντιστάσεις, τις οποίες το παρόν άρθρο επιδιώκει να αναδείξει.

 

I. Τα τρία στοιχεία του πλαισίου

1. Το Δόγμα Ντονρόε: Το πλαίσιο εξαναγκασμού

Το Δόγμα Ντονρόε, μια σύγχρονη αναδιατύπωση του Δόγματος Μονρόε, [Σ.τ.Μ., το οποίο] διακηρύχθηκε το 1823 κατά της ευρωπαϊκής παρέμβασης και σύντομα δικαιολόγησε τον παρεμβατισμό των ΗΠΑ· το Συμπλήρωμα Ρούσβελτ (1904) πρόσθεσε το «δικαίωμα» των ΗΠΑ να παρεμβαίνουν στη Λατινική Αμερική. Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του Δεκεμβρίου 2025 δηλώνει ότι οι ΗΠΑ «θα επαναβεβαιώσουν και θα επιβάλουν το Δόγμα Μονρόε για να αποκαταστήσουν την αμερικανική υπεροχή στο Δυτικό Ημισφαίριο». Ο Τραμπ το μετονόμασε σε «Δόγμα Ντονρόε».

Ο πυρήνας του συνίσταται στην άρνηση προς τους ανταγωνιστές εκτός του ημισφαιρίου —Κίνα, Ρωσία, Ιράν— της δυνατότητας να τοποθετήσουν δυνάμεις ή να ελέγχουν στρατηγικά περιουσιακά στοιχεία, καθώς οποιαδήποτε παρουσία αντιπάλου θεωρείται άμεση απειλή και αιτία πολέμου. Εξ ου και ένας ανοιχτός και μονομερής παρεμβατισμός, όπως ο βομβαρδισμός και η απαγωγή του Νικολά Μαδούρο στη Βενεζουέλα τον Ιανουάριο του 2026 και η συνεχιζόμενη πολιορκία της Κούβας, της Νικαράγουας, του Μεξικού και, πλέον, επικίνδυνα, της Βραζιλίας· ένας εκτεταμένος ορισμός του ημισφαιρίου —από τις Αλεούτιες Νήσους έως τη Γροιλανδία και από την Αρκτική έως την Ανταρκτική—· και υποστήριξη προς τους ακροδεξιούς συμμάχους μέσω υποσχέσεων για οικονομική διάσωση και πολιτική στήριξη.

Το Δόγμα Ντονρόε μετατρέπει το παλιό «αμυντικό» δόγμα σε όργανο επιθετικής και μόνιμης παρέμβασης, χωρίς κανένα όριο στο διεθνές δίκαιο. Ωστόσο, ο εξαναγκασμός δεν αρκεί: χρειάζεται τοπικούς συμμάχους για να νομιμοποιηθεί. Εδώ μπαίνει το «Ισραήλ», ένας προμηθευτής τεχνολογίας, πληροφοριών και δόγματος ασφάλειας, καθώς και ένας διπλωματικός εταίρος που επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να διατηρεί μια πρόσοψη πολυμερισμού, αποκλείοντας παράλληλα το Πεκίνο, τη Μόσχα και την Τεχεράνη. Το Δόγμα Ντονρόε δημιουργεί έτσι τον χώρο που θα καταλάβει το «Ισραήλ» με το δεύτερο στοιχείο.

2. Οι Συμφωνίες του Ισαάκ: Το διπλωματικό μέσο

Στο πλαίσιο αυτό, το «Ισραήλ» προώθησε τις Συμφωνίες του Ισαάκ τον Απρίλιο του 2026, με πρωτοβουλία των Νετανιάχου και Μιλέι και εμπνευσμένες από τις Συμφωνίες του Αβραάμ του 2020, προσαρμοσμένες όμως στη Λατινική Αμερική. Δηλώνουν ως σκοπό την ενίσχυση της διπλωματικής, οικονομικής, τεχνολογικής, ασφαλείας και πολιτιστικής συνεργασίας, την επέκταση της καινοτομίας, του εμπορίου, της τεχνητής νοημοσύνης και της οικονομικής ανοιχτότητας, καθώς και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, του αντισημιτισμού και της διακίνησης ναρκωτικών. Πίσω από αυτούς τους φαινομενικούς στόχους, ωστόσο, κρύβονται βαθύτερα συμφέροντα: η εξασφάλιση αγορών για την ισραηλινή βιομηχανία ασφάλειας και επιτήρησης, η εδαφική επέκταση, η εγγύηση πρόσβασης σε στρατηγικούς πόρους και η πολιτική ευθυγράμμιση της περιοχής με την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ.

Τον Σεπτέμβριο του 2026, στον ΟΗΕ, ο Νετανιάχου κάλεσε την Παραγουάη, τον Παναμά και τη Βολιβία να προσχωρήσουν στις Συμφωνίες και να αποχωρήσουν από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, το οποίο χαρακτήρισε «διεφθαρμένο», σε συμφωνία με την επιθετική πολιτική των ΗΠΑ. Η Αργεντινή παραμένει η μόνη χώρα που επισημοποίησε τη συμμετοχή της σε κρατικό επίπεδο, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει πολυμερής μηχανισμός προσχώρησης ισοδύναμος με συνθήκη, το «Ισραήλ» και η Ουάσιγκτον διατηρούν περιθώριο να προσθέσουν συμμάχους χωρίς νομικές υποχρεώσεις. Το «Ισραήλ» ανακήρυξε το 2026 «έτος της Λατινικής Αμερικής», και τόσο ο ισραηλινός υπουργός Εξωτερικών Γκιντεόν Σαάρ όσο και ο ισραηλινός διπλωμάτης Γινάμ Κοέν, πρώην επικεφαλής του τμήματος Λατινικής Αμερικής, τόνισαν ότι η περιοχή αποτελεί βασικό άξονα.

Το «Ίδρυμα Συμμάχων του «Ισραήλ» (“Israel” Allies Foundation, IAF) συντονίζει τις φιλο-«ισραηλινές» κοινοβουλευτικές ομάδες σε όλο τον κόσμο, ενώ η «οργάνωση Αμερικανοί Φίλοι των Συμφωνιών του Ισαάκ» (American Friends of the Isaac Accords, AFOIA), που ιδρύθηκε το 2025 από το Ίδρυμα Βραβείου Γένεσις (Genesis Prize Foundation), προωθεί τη συνεργασία μεταξύ του «Ισραήλ» και της Λατινικής Αμερικής. Μέσω αυτών των φορέων έχει διαμορφωθεί ένα περιφερειακό κοινοβουλευτικό δίκτυο: από τις 28 έως τις 30 Ιουνίου 2026, το Μπουένος Άιρες φιλοξένησε τη Διάσκεψη των Προέδρων των Ομάδων Υποστηρικτών του «Ισραήλ» της Λατινικής Αμερικής, που διοργανώθηκε από το IAF και την AFOIA και εγκαινιάστηκε από τον Μιλέι, με τη συμμετοχή βουλευτών από 12 χώρες οι οποίοι υπέγραψαν ψήφισμα υπέρ της επέκτασης των Συμφωνιών του Ισαάκ. Η Βραζιλία αποτελεί την πιο χαρακτηριστική περίπτωση του δικτύου: της δέσμευσης προς το «Ισραήλ» ηγήθηκε ο Φλάβιο Μπολσονάρο, ακροδεξιός γερουσιαστής και νυν υποψήφιος για την προεδρία, ο οποίος ίδρυσε το Κοινοβουλευτικό Μέτωπο Βραζιλίας-«Ισραήλ» και υποσχέθηκε να αποκαταστήσει την «υγιή, στενή και εταιρική σχέση» με το «Ισραήλ» από το 2027· ο Μπολσονάρο ήταν μεταξύ των βουλευτών που παρευρέθηκαν στο Μπουένος Άιρες. Αν και δεν ισοδυναμεί με επίσημη προσχώρηση εκ μέρους των κυβερνήσεων, το κοινοβουλευτικό δίκτυο λειτουργεί ως υποδομή ευθυγράμμισης ακόμη και όταν οι εκτελεστικές αρχές διατηρούν τις αποστάσεις τους.

Ισραηλινές πηγές χωρίζουν την περιοχή σε χώρες με σταθερές σχέσεις (Αργεντινή, Παραγουάη, Κόστα Ρίκα, Παναμάς, Βολιβία, Ισημερινός, Ονδούρα και Χιλή μετά τον Καστ), χώρες με συγκρουσιακές σχέσεις (Βενεζουέλα, Νικαράγουα και Κούβα) και μια τρίτη ομάδα για την οποία δεν παρέχονται λεπτομέρειες. Η Κολομβία ξεφεύγει από την ταξινόμηση: με τον Ντε λα Εσπριέγια, τον Ιούνιο του 2026, ανέτρεψε τη ρήξη του Πέτρο —αποκατέστησε τις σχέσεις, αναγνώρισε την ισραηλινή κυριαρχία επί των υψιπέδων του Γκολάν, υποσχέθηκε πρεσβεία στην Ιερουσαλήμ και απέσυρε την υποστήριξή της για την υπόθεση ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου—, μεταβαίνοντας από «αντιπαράθεση» σε στρατηγικό σύμμαχο μέσα σε λίγες εβδομάδες. Η Βραζιλία και το Μεξικό επιβεβαιώνουν το μοτίβο: στη Βραζιλία λειτουργεί μέσω κοινοβουλευτικών διαύλων (ο Φλάβιο Μπολσονάρο υπόσχεται να συμμετάσχει αν αναλάβει την προεδρία)· στο Μεξικό, μέσω τεχνολογικών, θρησκευτικών και διαύλων ασφαλείας, παρά την απόσταση της κυβέρνησης Σέινμπαουμ. Πρόκειται για μεσοπρόθεσμες επενδύσεις: αν κερδίσει η ακροδεξιά στη Βραζιλία ή το Μεξικό αλλάξει πορεία, η υποδομή θα έχει ήδη τεθεί.

Οι Συμφωνίες του Ισαάκ εξελίχθηκαν από μια διμερή πρωτοβουλία μεταξύ του «Ισραήλ» και της Αργεντινής σε ένα διευρυνόμενο πλαίσιο που συντονίζει ένα δίκτυο προεδρικών και κοινοβουλευτικών συμμάχων. Ωστόσο, δεν αιωρούνται στον αέρα: απαιτούν μια κοινωνική και εκλογική βάση για να στηριχθούν, ενόσω η προσχώρηση των κρατών δεν έχει ακόμη επισημοποιηθεί. Αυτή η βάση είναι, σε μεγάλο βαθμό, ο ευαγγελικός χριστιανικός σιωνισμός, το τρίτο στοιχείο του πλαισίου.

3. Ευαγγελικός χριστιανικός σιωνισμός: Μια κοινωνική βάση

Η ιδεολογική σύμπραξη των ευαγγελικών κύκλων με το «Ισραήλ» έχει αποκτήσει σημασία σε περιοχές όπου η παρουσία και η πολιτική επιρροή τους αυξάνονται. Ενισχύεται από διακρατικά δίκτυα, από τη γεωπολιτική ατζέντα των ΗΠΑ για τη Μέση Ανατολή και από τη «διπλωματία της πίστης» των διαδοχικών ισραηλινών κυβερνήσεων. Οι θεολογικές της ρίζες ανάγονται στον “διανεμισμό” (Σ.τ.Μ., dispensationalism), ο οποίος συνέδεε τη δεύτερη έλευση του Ιησού Χριστού με την επιστροφή των Εβραίων στην Παλαιστίνη. Από τη δεκαετία του 1950, το «Ισραήλ» καλλιεργεί τη στήριξη των προτεσταντικών εκκλησιών των ΗΠΑ· στη δεκαετία του 1960, σιωνιστές πάστορες προσέγγισαν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και την «Ηθική Πλειοψηφία».

Σήμερα, η Γουατεμάλα και η Βραζιλία ξεχωρίζουν για την ανάπτυξη του ευαγγελικού κινήματος: οι ευαγγελικοί αντιπροσωπεύουν το 45% και το 31% του πληθυσμού τους αντίστοιχα. Ο εκπρόσωπος του ICEJ (Σ.τ.Μ., International Christian Embassy Jerusalem, Διεθνής Χριστιανική Πρεσβεία στην Ιερουσαλήμ) για τη Λατινική Αμερική είναι ο Βραζιλιάνος Ρενέ Τέρα Νόβα, γεγονός που αποδεικνύει τη διακρατική σύνδεση. Η σιωνιστική ρητορική αξιοποιεί βιβλικά σύμβολα και την ιδέα της θείας ευλογίας για να δικαιολογήσει την πολιτική υποστήριξη προς το «Ισραήλ». Δεν είναι όλοι οι ευαγγελικοί υπέρ του «Ισραήλ», αλλά το τμήμα που είναι αποτελεί μια κρίσιμη εκλογική και κινητοποιητική βάση για ακροδεξιές κυβερνήσεις που ευθυγραμμίζονται με το Τελ Αβίβ. Αυτή η βάση δεν ψηφίζει απλώς: οργανώνεται, χρηματοδοτεί εκστρατείες, κινητοποιεί δίκτυα και παρέχει την ηθική γλώσσα που μετατρέπει μια γεωπολιτική συμμαχία σε θρησκευτική σταυροφορία.

 

II. Η ισραηλινή επέκταση στην πράξη

1. Συγκεκριμένα μέτρα της ισραηλινής επέκτασης στη Νότια Αμερική

Η Αργεντινή αποτελεί την έδρα του εργαστηρίου του κρατικού σιωνισμού. Ο Μιλέι αυτοαποκαλείται «ο πιο σιωνιστής πρόεδρος στον κόσμο», ενώ η Αργεντινή είναι ο κύριος στρατηγικός εταίρος του «Ισραήλ» στην περιοχή. Οι συμφωνίες καλύπτουν τους τομείς της ασφάλειας, των πληροφοριών, της κυβερνοασφάλειας και της τεχνητής νοημοσύνης: η Αργεντινή δεσμεύτηκε για ανταλλαγή πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο, τη μεταφορά της πρεσβείας της στην Ιερουσαλήμ, την υποστήριξη του «Ισραήλ» στον ΟΗΕ και το άνοιγμα προς την ισραηλινή τεχνολογία ασφάλειας. Στον ΟΗΕ (Σεπτέμβριος 2026), ο Μιλέι χαρακτήρισε τον Νετανιάχου και τον Τραμπ «τους δύο μεγάλους ήρωες της ανθρωπότητας», προειδοποίησε ότι η εξαφάνιση του «Ισραήλ» θα αποτελούσε κίνδυνο για ολόκληρη τη Δύση, περιέγραψε τον Νετανιάχου ως «έναν από τους μεγαλύτερους ηγέτες της ιστορίας» και χαρακτήρισε την υποστήριξή του ως «άνευ όρων».

Η Ονδούρα εξελίχθηκε από υπερασπιστή της Παλαιστίνης σε στρατιωτικό σύμμαχο. Πριν από ένα χρόνο, είχε αποσύρει τον πρέσβη της και είχε προσχωρήσει στην αγωγή για γενοκτονία ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου. Με τον Νάσρι Ασφούρα, επανέφερε τον πρέσβη της στην Ιερουσαλήμ, αποσύρθηκε από την αγωγή και υπέγραψε συμφωνία άμυνας και ασφάλειας με το «Ισραήλ». Τον Αύγουστο του 2026, ο «Ισραηλινός» Κατζ και ο ομόλογός του από την Ονδούρα Ενρίκε Ροδρίγκεζ Μπουρτσάρντ υπέγραψαν μνημόνιο που προβλέπει ανταλλαγή στρατιωτικών πληροφοριών, τακτική εκπαίδευση και θεσμική ενίσχυση.

Στη Βολιβία, μετά από σχεδόν δεκατέσσερα χρόνια διακυβέρνησης του Έβο Μοράλες (2006-2019) και τη συνέχιση της πολιτικής του κόμματός του υπό τον Λουίς Άρσε (2020-2025), η κυβέρνηση του Ροντρίγκο Παζ αποκατέστησε τις σχέσεις με το «Ισραήλ» τον Δεκέμβριο του 2025, με τελετή που πραγματοποιήθηκε στην Ουάσινγκτον.

Στη Χιλή, η ασυνήθιστη στροφή του πινοτσετικού Χοσέ Αντόνιο Καστ, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 11 Μαρτίου 2026, αντιπροσωπεύει μια ριζική αλλαγή σε σχέση με τον Γκαμπριέλ Μπόριτς: διόρισε εκ νέου στρατιωτικούς ακόλουθους στο «Ισραήλ», οι οποίοι είχαν τεθεί σε αναστολή από τον προκάτοχό του. Η ερευνήτρια Άννα Αγιούσο (Κέντρο Διεθνών Σχέσεων της Βαρκελώνης, Center for International Affairs of Barcelona, CIDOB) επισημαίνει ότι η αλλαγή αυτή ανταποκρίνεται σε προτεραιότητες ασφαλείας και στην ευθυγράμμιση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και όχι σε μια ιστορική φιλοϊσραηλινή παράδοση.

Στον Ισημερινό, ο Ντανιέλ Νομπόα έχει επιδιώξει τη συνεργασία με το Ισραήλ για την αναβάθμιση των υπηρεσιών πληροφοριών του κατά του οργανωμένου εγκλήματος, από την κυβερνοασφάλεια έως τις συσκευές ανίχνευσης ναρκωτικών και εκρηκτικών. Τον Αύγουστο του 2026, ο Γκιντεόν Σαάρ και ο ομόλογός του από τον Ισημερινό, Ρομπέρτο Κούρι, υπέγραψαν συμφωνίες για την ενίσχυση της συνεργασίας στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την κυβερνοασφάλεια.

Στην Παραγουάη, τον Παναμά και την Κόστα Ρίκα, συνεχίστηκε η διπλωματική και κοινοβουλευτική ευθυγράμμιση με το «Ισραήλ». Η Παραγουάη μετέφερε την πρεσβεία της στην Ιερουσαλήμ, αποτελώντας την τρίτη χώρα σε οκτώ ημέρες που άνοιξε πρεσβεία εκεί, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γουατεμάλα. Ο Παναμάς προσκλήθηκε επίσημα από τον Νετανιάχου να προσχωρήσει στις Συμφωνίες και διατηρεί ενεργή συμμετοχή στο κοινοβουλευτικό δίκτυο. Η Κόστα Ρίκα ανακοίνωσε συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με το «Ισραήλ» και τη μεταφορά της πρεσβείας της στην Ιερουσαλήμ, κλείνοντας την πόρτα στο Ιράν.

2. Η απόκτηση εδαφών και στρατηγικών πόρων

Πέρα από τις πρεσβείες και τις συμφωνίες ασφαλείας, το «Ισραήλ» εδραιώνει την παρουσία του σε εδάφη και πόρους μέσω διαφόρων μηχανισμών: παραχωρήσεις εξόρυξης (εκμετάλλευση λιθίου στην Αργεντινή και τη Χιλή, καθώς και χαλκού στο Περού και τον Ισημερινό, εκμεταλλευόμενο την απορρύθμιση των ακροδεξιών κυβερνήσεων)· λιμενικές και εφοδιαστικές υποδομές (ενδιαφέρον για λιμάνια όπως το Τσανκάι, στο Περού, και σχέδια στην Κεντρική Αμερική)· τεχνολογικές βάσεις επιχειρήσεων (κέντρα δεδομένων, συστήματα επιτήρησης και πλατφόρμες κυβερνοασφάλειας που συνιστούν μια λειτουργική εδαφική παρουσία χωρίς επίσημη κυριαρχία)· αγορές γης και αγροβιομηχανικά σχέδια (μεγάλες εκτάσεις στη Βραζιλία, την Παραγουάη και την Αργεντινή για εντατική γεωργία και εξαγωγές). Αυτό το πρότυπο αναπαράγει στη Λατινική Αμερική το μοντέλο ελέγχου του εδάφους και των πόρων που εφαρμόζεται στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη, προσαρμοσμένο στην κλίμακα του ημισφαιρίου: εδώ δεν ασκείται μέσω επίσημης στρατιωτικής κατοχής, αλλά μέσω συμβάσεων, παραχωρήσεων, συμφωνιών ασφάλειας και εταιρικής παρουσίας.

3. Η τεχνολογική διάσταση και η κυβερνοασφάλεια

Ένας θεμελιώδης πυλώνας αυτής της επέκτασης είναι η εξαγωγή ισραηλινής τεχνολογίας παρακολούθησης και κυβερνοασφάλειας. Όπως σημειώνει το Middle East Eye, «η αυξανόμενη συνεργασία ανοίγει νέες αγορές για έναν κλάδο που συνδέεται στενά με το ισραηλινό στρατιωτικό καθεστώς και τις μυστικές υπηρεσίες, όπου οι τεχνολογίες έχουν αναπτυχθεί και δοκιμαστεί μέσω της κατοχής της Παλαιστίνης πριν εμπορευματοποιηθούν στο εξωτερικό».

Ο Ισημερινός, η Αργεντινή και η Κολομβία έχουν υπογράψει συμφωνίες για την ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα της κυβερνοασφάλειας και της καταπολέμησης των «τρομοκρατικών απειλών». Οι υπερασπιστές των ψηφιακών δικαιωμάτων προειδοποιούν ότι η διάκριση μεταξύ αμυντικής κυβερνοασφάλειας και επιτήρησης θολώνει όταν τεχνολογίες που έχουν αναπτυχθεί στο πλαίσιο του ισραηλινού στρατιωτικού και κατακτητικού μηχανισμού εξάγονται σε κυβερνήσεις με αδύναμα μέτρα προστασίας και ιστορικό παραβιάσεων. Ο Πέπε Φλόρες, της R3D Mexico, το θέτει ξεκάθαρα: «Η κυρίαρχη νοοτροπία των κυβερνήσεων στη Λατινική Αμερική είναι μια προσέγγιση βασισμένη στον κίνδυνο, όχι στα ανθρώπινα δικαιώματα. Υπάρχει μια ψευδαίσθηση ελέγχου μέσω της τεχνολογίας».

Το παλαιστινιακό «εργαστήριο» έχει αποτελέσει το πεδίο δοκιμών για αυτό το μοντέλο κοινωνικού ελέγχου. Η εξαγωγή του στη Λατινική Αμερική αντιπροσωπεύει τη μεταφορά ενός κατασταλτικού μηχανισμού που έχει δοκιμαστεί στα κατεχόμενα εδάφη: δεν πωλεί μόνο λογισμικό, αλλά ένα δόγμα ασφάλειας που αντιλαμβάνεται τον διαφωνούντα, τον ακτιβιστή και τον αντίπαλο ως απειλές που πρέπει να εξουδετερωθούν.

 

III. Η επίθεση κατά του Προοδευτισμού

1. Η επίθεση κατά της Κούβας, της Βενεζουέλας και της Νικαράγουας

Η στροφή προς τα δεξιά αποσκοπεί στην αποδόμηση της κληρονομιάς του προοδευτισμού και στην απομόνωση της Κούβας, της Βενεζουέλας και της Νικαράγουας. Η σημερινή δεξιά έχει διαρρήξει τη διπλωματική συναίνεση που προστάτευε την Κουβανική Επανάσταση σε φόρουμ όπως ο ΟΑΚ (Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών) και η CELAC (Community of Latin American and Caribbean States· Σ.τ.Μ., Κοινότητα Κρατών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής). Κυβερνήσεις όπως αυτή της Αργεντινής έχουν αποσύρει τους πρεσβευτές τους και αρνήθηκαν να καταδικάσουν τον αποκλεισμό, ενώ παράλληλα διευκολύνουν τη λειτουργία στρατιωτικών βάσεων ή την επιτήρηση της DEA (Drug Enforcement Administration· Σ.τ.Μ., Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών των ΗΠΑ ) στα εδάφη τους.

Στην ομιλία του ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (Σεπτέμβριος 2026), ο Ντόναλντ Τραμπ ενίσχυσε αυτή την επίθεση: χαρακτήρισε τις κυβερνήσεις της Κούβας, της Βενεζουέλας και της Νικαράγουας «αποτυχημένα καθεστώτα» και «απειλές για την ασφάλεια του ημισφαιρίου»· προειδοποίησε ότι η κυβέρνησή του «δεν θα ανεχθεί την παρουσία δυνάμεων εκτός του ημισφαιρίου» στην περιοχή· εξήρε τον Μιλέι ως «αληθινό ηγέτη» και χαιρέτισε τη στροφή της Λατινικής Αμερικής προς «κυβερνήσεις που σέβονται την ελευθερία και την ιδιοκτησία».

Το «Ισραήλ» ελπίζει ότι οι εικαζόμενες πολιτικές αλλαγές στην Κούβα και τη Νικαράγουα θα οδηγήσουν σε αναδιάρθρωση των διπλωματικών σχέσεων. Η στρατηγική του στοχεύει στην αντικατάσταση αυτών των κυβερνήσεων από κυβερνήσεις που θα ευθυγραμμίζονται με τις θέσεις του, οι οποίες θα αναγνωρίζουν πλήρως το «Ισραήλ» και θα ευθυγραμμίζονται αυτόματα με τις θέσεις του στα διεθνή φόρουμ — αν και η πραγματικότητα επί του πεδίου είναι ακόμη πολύ μακριά από αυτό το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Στη Βενεζουέλα, μετά την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο με στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στις 3 Ιανουαρίου 2026, το «Ισραήλ» και η Βενεζουέλα συμφώνησαν να αποκαταστήσουν τις προξενικές σχέσεις μετά από 17 χρόνια διακοπής. Απομακρύνθηκε από τη χώρα υψηλά εμπλουτισμένο ουράνιο, συνελήφθη ένα μέλος της Χεζμπολάχ και οι Δυνάμεις Άμυνας του «Ισραήλ» έφτασαν στη Βενεζουέλα για να παράσχουν βοήθεια μετά τους σεισμούς του Ιουνίου. Η υπόθεση καταδεικνύει τον συντονισμό μεταξύ Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ: ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες εκτελούν τη στρατιωτική επέμβαση, το «Ισραήλ» παρέχει το διπλωματικό και τεχνολογικό πλαίσιο για την «ανασυγκρότηση» και τον επακόλουθο έλεγχο.

 

IV. Η ιδεολογική μάχη και η επικοινωνιακή μάχη

Η χειραγώγηση των ΜΜΕ, η παραπληροφόρηση και η σκόπιμη ψηφιακή επιρροή διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των ψήφων και στην άνοδο της ακροδεξιάς. Έχει τεκμηριωθεί μια περίπλοκη επιχείρηση παρέμβασης σε ηπειρωτικό επίπεδο, η οποία συνδυάζει ψηφιακές επιθέσεις, παραπληροφόρηση και πολιτικά δίκτυα με σκοπό να ανατρέψει την εκλογική ισορροπία. Τα ηχητικά αρχεία του «Hondurasgate» αποκάλυψαν μια επιχείρηση αυτού του είδους σε τρεις χώρες, με τη συμμετοχή κρατικών και παρακρατικών φορέων που συνδέονται με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το «Ισραήλ», στα οποία προστίθενται τα στοιχεία για τη σύλληψη του Φερνάντο Σεριμέδο, ενός ψηφιακού συμβούλου γνωστού για τον ρόλο του στην εκλογική χειραγώγηση και την παραπληροφόρηση στην περιοχή.

Τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης, τα οποία ανήκουν ως επί το πλείστον σε πολυεθνικές εταιρείες, έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της αφήγησης που νομιμοποιεί τη στροφή προς τα δεξιά: μεροληπτική κάλυψη, ποινικοποίηση των προοδευτικών κυβερνήσεων και μεγέθυνση σκανδάλων —πραγματικών ή κατασκευασμένων— με σκοπό την υπονόμευση της νομιμότητάς τους. Σε αυτό προστίθενται οι ευαγγελικές εκκλησίες ως μηχανισμός εκλογικής κινητοποίησης: σιωνιστές πάστορες, συνδεδεμένοι σε πολυεθνικά δίκτυα, παρουσιάζουν τους δεξιούς υποψηφίους ως «υπερασπιστές της πίστης» και την αριστερά ως «εχθρούς του Θεού και του Ισραήλ». Αυτή η θρησκευτική χειραγώγηση συνδυάζεται με εκστρατείες παραπληροφόρησης στα κοινωνικά δίκτυα, που χρηματοδοτούνται από εξωτερικούς παράγοντες και συντονίζονται με τα εταιρικά μέσα ενημέρωσης. Το αποτέλεσμα είναι ένα παραμορφωμένο οικοσύστημα πληροφοριών, όπου η λαϊκή ψήφος κατευθύνεται προς επιλογές που, μόλις αναλάβουν την εξουσία, εφαρμόζουν νεοφιλελεύθερες πολιτικές σοκ και άνευ όρων ευθυγράμμιση με την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ.

 

V. Αντίσταση

1. Απαραίτητη αυτοκριτική και οργανωμένη αντίσταση

Αυτή είναι μια στιγμή αναγκαίας αυτοκριτικής. Οι προηγούμενες εξηγήσεις είναι ανεπαρκείς αν δεν αναγνωρίσουμε ότι τα αριστερά κινήματα, επηρεασμένα από έλλειψη ενότητας, προσωποκεντρισμό και αναποτελεσματικότητα, αδυνάτισαν τον δεσμό με τις λαϊκές βάσεις, και ότι οι προοδευτικές κυβερνήσεις, που κουβαλούν εσωτερικές αντιφάσεις —διαφθορά, αναποτελεσματικότητα, εξάρτηση από τον εξορυκτισμό— δημιούργησαν το γόνιμο έδαφος για την ψήφο διαμαρτυρίας.

Η Κούβα, από τη σοσιαλιστική της πραγματικότητα, προειδοποιεί για τους κινδύνους εν μέσω ενός άνευ προηγουμένου αποκλεισμού. Δεν τοποθετείται ως παθητικό θύμα, αλλά ως παράδειγμα αντίστασης που αναγκάζεται να αναλάβει όλες τις εσωτερικές αλλαγές που είναι απαραίτητες για την ενίσχυση του σοσιαλιστικού μοντέλου λαϊκής συμμετοχής.

Η ισραηλινή επέκταση στη Λατινική Αμερική, που εκφράζεται μέσω των Συμφωνιών Ισαάκ, του ευαγγελικού σιωνισμού και της εξαγωγής τεχνολογίας παρακολούθησης, δεν αποτελεί δευτερεύον φαινόμενο: είναι αναπόσπαστο μέρος της στρατηγικής των ΗΠΑ για την αποκατάσταση της ηγεμονίας, με το «Ισραήλ» ως τεχνολογική, στρατιωτική και διπλωματική αιχμή του δόρατος. Η κατανόηση αυτής της σύνδεσης είναι απαραίτητη για κάθε σχέδιο περιφερειακής κυριαρχίας. Η αντίσταση πρέπει να είναι πολυδιάστατη και να καλύπτει τέσσερις τομείς: τον πολιτικό (προώθηση πολιτικών και κοινωνικών κινημάτων ώστε να αποκτήσουν κύρος και να ενισχύσουν τις σχέσεις τους με τον λαό, καθώς και ανάκτηση της πρωτοβουλίας σε φόρουμ όπως η CELAC και ο ΟΑΚ, ανασυγκρότηση της διπλωματικής συναίνεσης που προστάτευε την Κούβα και τη Βενεζουέλα)· τον οικονομικό (ανάπτυξη εναλλακτικών λύσεων έναντι του εξορυκτισμού και της εξάρτησης από τις δυτικές αγορές, ενίσχυση της περιφερειακής ολοκλήρωσης)· τον πολιτιστικό (αμφισβήτηση της κοινής γνώμης που διαμορφώνουν τα εταιρικά μέσα ενημέρωσης και τα ευαγγελικά δίκτυα, ανάκτηση των αφηγήσεων για την ανεξαρτησία, την κυριαρχία και την κοινωνική δικαιοσύνη)· και τον τεχνολογικό (ανάπτυξη δικών μας δυνατοτήτων στον τομέα της κυβερνοασφάλειας και της άμυνας, οι οποίες δεν εξαρτώνται από ισραηλινές και ξένες τεχνολογίες που έχουν σχεδιαστεί για την επιτήρηση και τον έλεγχο).

 

Επιλεγμένη Βιβλιογραφία

  1. Mearsheimer, John J., and Stephen M. Walt. The Israel Lobby and US Foreign Policy. Farrar, Straus and Giroux, 2007.
  2. Loewenstein, Antony. The Palestine Laboratory: How Israel Exports the Technology of Occupation Around the World. Verso, 2023.
  3. Sizer, Stephen. Christian Zionism: Road-map to Armageddon? IVP Academic, 2004.
  4. Grandin, Greg. Empire’s Workshop: Latin America, the United States, and the Rise of the New Imperialism. Metropolitan Books, 2006.
  5. Klein, Naomi. The Shock Doctrine: The Rise of Disaster Capitalism. Metropolitan Books, 2007.
  6. Galeano, Eduardo. Open Veins of Latin America: Five Centuries of the Pillage of a Continent. Monthly Review Press, 1973.
  7. Pappé, Ilan. The Ethnic Cleansing of Palestine. Oneworld, 2006.
  8. Chomsky, Noam. Hegemony or Survival: America’s Quest for Global Dominance. Metropolitan Books, 2003.
  9. Bevins, Vincent. *he Jakarta Method: Washington’s Anticommunist Crusade and the Mass Murder Program that Shaped Our World. PublicAffairs, 2020.
  10. Zunes, Stephen. Tinderbox: US Middle East Policy and the Roots of Terrorism*. Common Courage Press, 2003.

 

* Ο Pedro Monzón Barata (Πέδρο Μονσόν Μπαράτα) είναι Κουβανός διπλωμάτης, ερευνητής και ακαδημαϊκός. Έχει υπηρετήσει ως Πρέσβης της Κούβας στη Μαλαισία, το Ανατολικό Τιμόρ, το Μπρουνέι, την Αυστραλία, την Παπούα Νέα Γουινέα, τα Νησιά Σολομώντα, το Βανουάτου και το Ναούρου, καθώς και ως Γενικός Πρόξενος στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας. Έχει διατελέσει Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας με εξειδίκευση στις Ασιατικές Σπουδές, Ερευνητικός Συνεργάτης στο κουβανέζικο Κέντρο Μελετών Διεθνούς Πολιτικής (CIPI), καθώς και Επικεφαλής Έρευνας και Διευθυντής του Κέντρου Μελετών Ασιατικής και Ωκεανίας (CEAO) της Κούβας.