Ο χάρτης της εξάρτησης και οι μηχανισμοί που υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα

των Emiliano López και Facundo Barrera Insua

Tricontinental Political Economy

μετ. Δημήτρης Κούλος
επιμ. Διονύσης Περδίκης

Μεταφράζουμε και αναδημοσιεύουμε από τα αγγλικά το άρθρο με τον αρχικό τίτλο «The dependency map and mechanisms that transcend national borders» των Emiliano López και Facundo Barrera Insua από το ιστολόγιο της Τριηπειρωτικής Πολιτικής Οικονομίας (Tricontinental Political Economy).

Είναι ένα από τα πρώτα άρθρα στα οποία οι συγγραφείς προτείνουν έναν Δείκτη Δομικής Εξάρτησης (ΔΔΕ) που ποσοτικοποιεί και συνδυάζει διαφορετικούς δείκτες επιμέρους πλευρών (τεχνολογική, παραγωγική, εμπορική, χρηματοπιστωτική κ.α.) της εξάρτησης μιας χώρας ανάλογα με τη θέση της στον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Οι επιμέρους αυτοί δείκτες επιτρέπουν να διερευνηθεί ποιοτικά – και στη συνέχεια να αποτιμηθεί ποσοτικά  – η εξάρτηση της κάθε χώρας τόσο σε σχέση με άλλες χώρες όσο και στην ιστορική της εξέλιξη.

Σε προηγούμενο κι επόμενα άρθρα των συγγραφέων, τα οποία επίσης θα μεταφράσουμε στο επόμενο διάστημα, μελετώνται επιπλέον σχετιζόμενες πλευρές, όπως αυτές των κρατικών πολιτικών που συνοδεύουν την ιστορική εξέλιξη της εξάρτησης κάθε χώρας, όπως και την αντιμετώπισή της. Έτσι, αναδεικνύεται κι η ιδιαιτερότητα της Λ.Δ. της Κίνας, της μόνης χώρας δηλ. που παρουσιάζει μια σημαντική μείωση του εν λόγω συνδυαστικού δείκτη κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Για τους παραπάνω λόγους, η αρθρογραφία αυτή είναι πολύ σημαντική και θα την παρακολουθούμε και μεταφράζουμε.

Είναι σημαντικό, ωστόσο, να επισημάνουμε ότι ένας συνδυαστικός δείκτης που ποσοτικοποιεί, κανονικοποιεί (στο διάστημα τιμών μεταξύ 0 και 1) και στη συνέχεια προσθέτει επιμέρους πλευρές του φαινομένου της εξάρτησης, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κριτήριο κατάταξης των χωρών σε ιμπεριαλιστικές ή εξαρτημένες. Οι διάφορες πλευρές αυτές δεν είναι ανεξάρτητες. Αντίθετα, σχετίζονται αιτιακά μεταξύ τους με πολύπλοκους μηχανισμούς που έχουν να κάνουν με τη λειτουργία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ιδιαίτερα της διεθνούς αγοράς, όπως και με την ταξική πάλη σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Επομένως, η πρόσθεση, η οποία αποτελεί μια εξωτερική συσχέτιση, αδιάφορη προς τις συστηματικές αυτές αιτιακές σχέσεις, δεν μπορεί να αποδώσει την ουσία του φαινομένου της εξάρτησης.

Κάτι τέτοιο απαιτεί το αντίστοιχο της λειτουργίας του μικροσκοπίου για την πολιτική οικονομία, όπως έλεγε ο Μαρξ, τη θεωρητική αφαίρεση. Μέσω της αφαίρεσης από το συγκεκριμένο μπορούμε να εντοπίσουμε την ουσία της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, που, όπως έχουμε ισχυριστεί αλλού (βλ. εδώ κι εδώ), είναι η εθνική εκμετάλλευση και καταπίεση. Στον βαθμό που κυριαρχεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής στη διεθνή αγορά, αφενός μεν η εκμετάλλευση προφανώς σχετίζεται με την παραγωγή, κυκλοφορία και διανομή της υπεραξίας, αφετέρου δε αποσκοπεί στην προνομιακή αναπαραγωγή του εθνικού συνολικού κεφαλαίου κάθε χώρας (κι ιδιαίτερα των ισχυρότερων μερίδων του μονοπωλιακού της κεφαλαίου) εις βάρος των διεθνών ανταγωνιστών τους, μέσω αντίστοιχης προνομιακής συσσώρευσης υπεραξίας στην παραγωγή και διεθνή (ανα)διανομή της.

Με δεδομένο ότι οι πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικά, ιμπεριαλιστικές χώρες χαρακτηρίζονται από υψηλότερη μέση οργανική σύνθεση κεφαλαίου και υψηλότερο ποσοστό μη παραγωγικών δραστηριοτήτων, η υπεραξία που συσσωρεύουν προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από παραγωγικές δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα σε άλλες χώρες. Εξ’ ου και ιμπεριαλιστικές χώρες είναι αυτές που συσσωρεύουν περισσότερη υπεραξία από ότι παράγουν, κάτι που μπορεί να το επιτυγχάνουν μόνο μέσω ανάλογων θετικών ισοζυγίων στις ανταλλαγές (μεταφορές) υπεραξίας στο σύνολο των διεθνών συναλλαγών τους, δηλ. μέσω διεθνώς άνισων ανταλλαγών. Με άλλα λόγια, η ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση των εξαρτημένων χωρών από τις ιμπεριαλιστικές στη διεθνή αγορά αφορά ακριβώς αυτή τη μεταφορά υπεραξίας από τις πρώτες στις δεύτερες και από εδώ μπορεί να προκύψει και ένα ποσοτικό μέτρο ως κριτήριο διάκρισης μεταξύ τους.

Σε αντίθεση με οποιονδήποτε συνθετικό δείκτη της εξάρτησης, σαν αυτόν που προτείνουν οι αρθρογράφοι, το μέτρο αυτό μπορεί να υπολογιστεί σε χρηματικούς, αξιακούς όρους (βλ. εδώ για μια σειρά τέτοιων μελετών της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας που συγκλίνουν ως προς τα συμπεράσματά τους παρόλες τις πολύ διαφορετικές μεθοδολογίες). Επιπλέον, η σύνθεση των επιμέρους πλευρών της εξάρτησης σε αυτόν τον δείκτη επιτυγχάνεται από τη λειτουργία της ίδιας της διεθνούς αγοράς και του διεθνοποιημένου καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και όχι με έναν αυθαίρετο τρόπο, όπως αυτός της πρόσθεσης κατόπιν κανονικοποίησης ή, για να το πούμε απλά, δεν χρειάζεται να προσθέσει ο ερευνητής «μήλα με πορτοκάλια»! Έτσι, αποφεύγονται και αποτελέσματα που είναι εμφανώς λάθος όπως αυτό που εμφανίζει τη Λ.Δ. της Κίνας να χαρακτηρίζεται από τιμές του προτεινόμενου από τους αρθρογράφους ΔΔΕ χαμηλότερες και από αρκετές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Διονύσης Περδίκης

Το προηγούμενο σημείωμά μας (Σ.τ.Μ., μάλλον εδώ) ανασυγκροτούσε τη μαρξιστική θεωρία της εξάρτησης ως τον ακρογωνιαίο λίθο μιας τριηπειρωτικής πολιτικής οικονομίας. Αυτή ήταν η θεωρητική βάση. Το παρόν σημείωμα συγκροτεί την εμπειρική αρχιτεκτονική.

Αν η εξάρτηση είναι πραγματική, τότε θα πρέπει να μπορεί να μετρηθεί. Ωστόσο, η κυρίαρχη οικονομική επιστήμη παρέχει ανεπαρκείς έννοιες και εργαλεία για τη μέτρηση της εξάρτησης. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, οι λόγοι χρέους και τα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών δεν αποτυπώνουν την πολυδιάστατη δομή της υποτέλειας που περιγράφει η θεωρία της εξάρτησης, η οποία λειτουργεί μέσω του εμπορίου, της τεχνολογίας, της χρηματοδότησης, της παραγωγής, των παγκόσμιων δικτύων και της κατανομής του πλεονάσματος.

Τρία παράδοξα φωτίζουν το γεγονός αυτό. Παρότι η Χιλή έχει ένα διαχειρίσιμο δημοσιονομικό έλλειμμα και κατά κεφαλήν εισόδημα που την κατατάσσει μεταξύ των «χωρών υψηλού εισοδήματος», διαθέτει έναν από τους υψηλότερους Δείκτες Δομικής Εξάρτησης (ΔΔΕ· Structural Dependency Index, SDI) στον κόσμο. Από την πλευρά της, η Βραζιλία είναι η δέκατη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, αλλά η υποτέλειά της είναι μεγαλύτερη από αυτήν της Νότιας Κορέας. Τέλος, η Ινδία έχει αναπτύξει έναν παγκοσμίως αναγνωρισμένο τομέα υπηρεσιών τεχνολογίας, ωστόσο καταγράφει υψηλότερη τεχνολογική εξάρτηση από τη Βραζιλία.

Τα κυρίαρχα θεσμικά όργανα δεν μπορούν να δουν αυτές τις αντιφάσεις, επειδή δεν τις αναζητούν. Για παράδειγμα, οι διαβουλεύσεις του Άρθρου IV του ΔΝΤ επαινούν συστηματικά τη Χιλή για τη «μακροοικονομική σταθερότητα» και τους «υγιείς θεσμούς», ωστόσο ο δικός μας δείκτης την τοποθετεί στο περιφερειακό εύρος δομικής εξάρτησης, με αυξημένες τιμές σε διάφορες διαστάσεις. Το Περού και η Κολομβία, τα οποία η Παγκόσμια Τράπεζα συχνά παρουσιάζει ως επιτυχημένα παραδείγματα μεταρρυθμίσεων με «βελτιούμενο επιχειρηματικό περιβάλλον», βρίσκονται στο περιφερειακό και υπερ-περιφερειακό εύρος. Η Νότια Κορέα, μια χώρα που υποτίθεται ότι έπαψε να αποτελεί περιφέρεια, μέλος του ΟΟΣΑ και η δωδέκατη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, καταγράφει μέσο ΔΔΕ 0,390 — πολύ κάτω από το περιφερειακό όριο αλλά ακόμη μακριά από τα ηγεμονικά κέντρα και όχι μεταξύ των αυτόνομων δυνάμεων. Η συμβατική εργαλειοθήκη δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί μια χώρα με τη Samsung και τη Hyundai δεν έχει επιτύχει δομική αυτονομία· η βαθμολογία της στη δικτυακή εξάρτηση (0,678) παραμένει από τις υψηλότερες στο δείγμα, αποκαλύπτοντας ότι το εταιρικό μέγεθος δεν ισοδυναμεί με συστημική κεντρικότητα. Αντίθετα, όπως θα δούμε παρακάτω, το δικό μας πλαίσιο μπορεί να το εξηγήσει αυτό, επειδή μετρά όχι το μέγεθος των επιχειρήσεων αλλά τη θέση της οικονομίας μέσα στα παγκόσμια δίκτυα εξαγωγής αξίας. Οι κατατάξεις Doing Business, ο Δείκτης Ανθρώπινης Ανάπτυξης (Human Development Index) και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους ισοδυναμίας αγοραστικής δύναμης, όλοι αυτοί οι δείκτες αποκρύπτουν τις ασυμμετρίες επειδή μετρούν τα συμπτώματα και όχι τη δομή.

Μια τριηπειρωτική πολιτική οικονομία δεν μπορεί να παραμένει στο επίπεδο της θεωρητικής καταγγελίας. Πρέπει να παράγει αναλυτικά εργαλεία ικανά να διακρίνουν ανάμεσα σε οικονομίες που αξιοποιούν τις πολυπολικές συνθήκες για να οικοδομήσουν πραγματική αυτονομία και σε εκείνες όπου οι μηχανισμοί εξάρτησης επιμένουν ή εντείνονται παρά την ευνοϊκή συγκυρία. Αυτό που ακολουθεί είναι η κατασκευή και εφαρμογή του Δείκτη Δομικής Εξάρτησης: ενός σύνθετου δείκτη που αποτυπώνει την εξάρτηση σε έξι διαστάσεις, εφαρμοσμένου σε 31 χώρες σε διάστημα 28 ετών (1996–2023). Το αποτέλεσμα είναι μια χαρτογράφηση της παγκόσμιας ιεραρχίας, βασισμένη σε 856 παρατηρήσεις χώρας-έτους.

Οι έξι αλυσίδες: πώς κατασκευάσαμε τον Δείκτη Δομικής Εξάρτησης (ΔΔΕ)

Η κλασική θεωρία της εξάρτησης κατανόησε ότι η περιφερειακή υποτέλεια δεν λειτουργεί μέσω ενός και μόνο μηχανισμού. Η ανάλυση του Marini για το κύκλωμα του εξαρτημένου κεφαλαίου (Χ–Ε…Π…Ε’–Χ’) έδειξε ότι ο εξωτερικός έλεγχος ασκείται σε κάθε φάση του κύκλου συσσώρευσης, από τον αρχικό σχηματισμό κεφαλαίου έως την παραγωγή και, τελικά, την πραγματοποίηση και ιδιοποίηση της υπεραξίας. Μεταφράσαμε αυτή τη σκέψη σε ένα μετρήσιμο πλαίσιο. Κάθε μία από τις έξι διαστάσεις του ΔΔΕ αντιστοιχεί σε μια συγκεκριμένη φάση του κυκλώματος και αποτυπώνει έναν διακριτό μηχανισμό που περιορίζει την αυτονομία.

Όσον αφορά την πρώτη φάση του κύκλου (Χ–Ε), παρουσιάζουμε δύο διαστάσεις. Το ζήτημα της τεχνολογικής εξάρτησης θέτει το ερώτημα: καινοτομείς ή πληρώνεις για άδειες; Η Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση έχει δημιουργήσει νέες ιεραρχίες στην ικανότητα καινοτομίας, στις οποίες οι περιφερειακές χώρες αντιμετωπίζουν συστηματικό αποκλεισμό από την έρευνα, τον σχεδιασμό και τη διακυβέρνηση των τεχνολογικών συστημάτων. Το ζήτημα δεν είναι η εισαγωγή μηχανημάτων καθεαυτή, αλλά τα δομικά εμπόδια στην αυτόνομη τεχνολογική ανάπτυξη που αναπαράγουν τις σχέσεις κέντρου–περιφέρειας σε νέες μορφές. Μετράμε τον βαθμό στον οποίο η παραγωγική δομή μιας οικονομίας παραμένει προσανατολισμένη σε πρωτογενείς δραστηριότητες αντί για δραστηριότητες εντάσεως τεχνολογίας, καθώς και το ποσοστό της αξίας που ενσωματώνεται στις εξαγωγές της και προέρχεται από ξένη καινοτομία.

Η χρηματοπιστωτική εξάρτηση μετρά τη θέση μιας οικονομίας μέσα σε αυτό που οι Bonizzi, Kaltenbrunner και Powell έχουν αποκαλέσει «υποτελής χρηματιστικοποίηση»: την ένταξη στα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά συστήματα από μια θέση δομικού μειονεκτήματος. Η ιεραρχία των νομισμάτων, που τοποθετεί το δολάριο στην κορυφή και τα περιφερειακά νομίσματα στη βάση, επιτρέπει την εξαγωγή αυτού που ο Musthaq ονομάζει «νέα ιμπεριαλιστική πρόσοδο», δηλαδή ιδιοποίηση πλεονάσματος μέσω χρηματοπιστωτικού αρμπιτράζ, η οποία καθίσταται δυνατή από την υποδεέστερη θέση των περιφερειακών νομισμάτων. Αυτή είναι η πιο σύνθετη διάσταση του δείκτη μας, καθώς απαιτεί πολλαπλούς δείκτες που εκτείνονται από τον βαθμό ξένης ιδιοκτησίας εγχώριων περιουσιακών στοιχείων και τη σύνθεση των εξωτερικών υποχρεώσεων έως τη μεταβλητότητα της συναλλαγματικής ισοτιμίας και τον βαθμό στον οποίο το δημόσιο χρέος πρέπει να εκδίδεται σε ξένα νομίσματα. Ένα επιμέρους στοιχείο αξίζει να αναφερθεί: ο Δείκτης Απόκλισης Συναλλαγματικής Ισοτιμίας (Exchange Rate Deviation Index), δηλαδή η διαφορά μεταξύ του ΑΕΠ σε όρους ισοδυναμίας αγοραστικής δύναμης και του ΑΕΠ σε τρέχουσες συναλλαγματικές ισοτιμίες, αποκαλύπτει τη δομική υποτίμηση που ενσωματώνεται στη νομισματική ιεραρχία.

Στη δεύτερη φάση του κύκλου (Ε…Π…Ε’), διακρίνουμε δύο διαστάσεις: την παραγωγική και τη δικτυακή εξάρτηση. Η πρώτη αποτυπώνει τους περιορισμούς στη αυτόνομη συσσώρευση και είναι, όπως θα δούμε, η διάσταση που διακρίνει με τον πιο σαφή τρόπο τις οικονομίες που έχουν μετασχηματίσει τη δομική τους θέση από εκείνες που δεν το έχουν κάνει. Το ζήτημα υπερβαίνει κατά πολύ την «τεχνολογική καθυστέρηση». Ακόμη και χώρες που έχουν επιτύχει σημαντική βιομηχανική ανάπτυξη εξακολουθούν να εμφανίζουν υψηλή παραγωγική εξάρτηση, επειδή οι συνθήκες υπό τις οποίες λειτουργεί η περιφερειακή βιομηχανία (υποδεέστερη ενσωμάτωση σε διεθνικά δίκτυα παραγωγής, εξωτερικός καθορισμός των τεχνολογικών τροχιών, χρηματοπιστωτικές πιέσεις που εκτρέπουν το πλεόνασμα από την πάγια επένδυση) περιορίζουν δομικά την αυτόνομη συσσώρευση. Παρακολουθούμε την ανταγωνιστικότητα κόστους, τα χάσματα παραγωγικότητας σε σχέση με το παγκόσμιο τεχνολογικό σύνορο, τον βαθμό συμπίεσης των μισθών και, κυρίως, το έλλειμμα επενδύσεων: αν δηλαδή μια οικονομία διοχετεύει το πλεόνασμά της στην επέκταση της παραγωγικής της βάσης ή το κατευθύνει αλλού. Ο τελευταίος αυτός δείκτης θα αποδειχθεί καθοριστικός. Όπως θα δείξουν τα δεδομένα, η διάκριση ανάμεσα στις οικονομίες που επενδύουν και σε εκείνες που αποεπενδύουν αποτελεί τη βαθύτερη ρωγμή στην παγκόσμια ιεραρχία.

Η εμπορική εξάρτηση απαντά στο ερώτημα: τι πουλάς και τι αγοράζεις; Αυτή η διάσταση αποτυπώνει τον εξωτερικό έλεγχο πάνω στη φάση πραγματοποίησης του κύκλου του κεφαλαίου, όπου η απόσπαση υπεραξίας εξαρτάται από συνθήκες αγοράς που καθορίζονται από τις οικονομίες του πυρήνα. Υπερβαίνει την κλασική εστίαση στη συγκέντρωση των εμπορευμάτων. Μια χώρα μπορεί να επιτύχει φαινομενική διαφοροποίηση των εξαγωγών της, παραμένοντας ωστόσο παγιδευμένη σε τμήματα χαμηλής προστιθέμενης αξίας των παγκόσμιων δικτύων παραγωγής — αυτό που η πρόσφατη βιβλιογραφία αποκαλεί «περιφερειοποίηση των βιομηχανικών δραστηριοτήτων». Αυτό συνεπάγεται αύξηση των βιομηχανικών εξαγωγών που συνυπάρχει με συστηματικό αποκλεισμό από στρατηγικές διαδικασίες δημιουργίας αξίας. Παρακολουθούμε ποιο μέρος των εξαγωγών μιας χώρας αποτελείται από πρωτογενή προϊόντα έναντι προϊόντων υψηλής τεχνολογίας, πόσο από την προστιθέμενη αξία των εξαγωγών της είναι εγχώριο και σε ποιο βαθμό ο παραγωγικός της μηχανισμός εξαρτάται από εισαγόμενα κεφαλαιουχικά αγαθά.

Μια μεθοδολογική σημείωση: Οι έξι διαστάσεις συνδυάζονται σε έναν ενιαίο σύνθετο δείκτη μέσω μιας μεθόδου στάθμισης που διατηρεί τη θεωρητική συνοχή: υψηλότερες τιμές υποδηλώνουν πάντοτε μεγαλύτερη εξάρτηση. Όλοι οι δείκτες κανονικοποιούνται σε μια κοινή κλίμακα, ώστε ο δείκτης να κυμαίνεται από 0 (μέγιστη αυτονομία) έως 1 (μέγιστη εξάρτηση). Μια χώρα με τιμή 0,20 διατηρεί σημαντικό έλεγχο στη διαδικασία συσσώρευσης· μια χώρα με τιμή 0,80 έχει αυτή τη διαδικασία καθοριζόμενη, στις περισσότερες διαστάσεις, από το εξωτερικό. Η αναλυτική μεθοδολογία, συμπεριλαμβανομένης της κατασκευής των μεταβλητών, των διαδικασιών συγκέντρωσης και των δοκιμών ανθεκτικότητας θα παρουσιαστεί στο προσεχές ακαδημαϊκό άρθρο. Το σύνολο των δεδομένων μας αντλείται από τις βάσεις TiVA-OECD, BACI, Penn World Tables, IMF IFS, World Bank WDI και UNCTAD. Το δείγμα περιλαμβάνει 31 χώρες σε διάστημα 28 ετών και καλύπτει τρεις μεγάλες κρίσεις.

Πίνακας 1. ΔΔΕ Διαστάσεις και λειτουργικοποίηση (Σ.τ.Μ., operationalization). Πηγή: δική μας επεξεργασία.

Τέσσερεις κόσμοι στην παγκόσμια οικονομία

Ο παγκόσμιος μέσος όρος του ΔΔΕ είναι 0,494, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι περισσότερες χώρες εμφανίζουν μέτρια εξάρτηση. Ωστόσο, ο μέσος όρος αποκρύπτει μια δραματική αρχιτεκτονική ανισότητας. Μια τυπική απόκλιση 0,201 αντανακλά έναν κόσμο δομημένο σε ποιοτικά διαφορετικές θέσεις, και όχι έναν κόσμο που συγκλίνει προς ένα κοινό πρότυπο.

 

Διάγραμμα 1. Κατάταξη χωρών – Δείκτης Δομικής Εξάρτησης, Μέσος όρος 1996–2023.

Πηγή: επεξεργασία δική μας βασισμένη σε World Bank, Penn World Table, BACI, και OECD TiVA.

Τα εμπειρικά αποτελέσματα οργανώνονται στις τέσσερις διαμορφώσεις που χαρτογραφήσαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας, οι οποίες δεν ορίζονται από επίπεδα εισοδήματος ή γεωγραφικής θέσης, αλλά από την αλληλεπίδραση μεταξύ δομικής εξάρτησης και της ικανότητας του κράτους να τη διαμεσολαβεί. Ο ΔΔΕ αποτυπώνει τον πρώτο άξονα αυτής της αλληλεπίδρασης: το βάθος και το εύρος της δομικής υποτέλειας. Ο δεύτερος άξονας, η ικανότητα διαμεσολάβησης του κράτους, απαιτεί τον δικό του δείκτη, ο οποίος βρίσκεται αυτή τη στιγμή υπό κατασκευή. Μια ολοκληρωμένη χαρτογράφηση των μεταβάσεων μεταξύ των τεταρτημορίων θα απαιτήσει και τα δύο εργαλεία να λειτουργούν από κοινού. Προς το παρόν, ξεκινάμε από εκεί όπου τα δεδομένα είναι έτοιμα: το οικονομικο-δομικό επίπεδο. Αυτό που ακολουθεί είναι μια ανάγνωση των δεδομένων μέσα από αυτό το πλαίσιο.

Διάγραμμα 2. Δομική Εξάρτηση στην Παγκόσμια Οικονομία 1996–2023.

Πηγή: δική μας επεξεργασία βασισμένη σε World Bank, Penn World Table, BACI, και OECD TiVA. Οι χώρες ταξινομούνται χρησιμοποιώντας το πλαίσιο των τεσσάρων τεταρτημορίων που αναπτύχθηκε από το López (2026).

Στο ένα άκρο του φάσματος, οι Ηνωμένες Πολιτείες καταγράφουν ΔΔΕ σταθερά κοντά στο μηδέν σε όλη τη διάρκεια της περιόδου (μέσος όρος 0,029). Η Γερμανία βρίσκεται υψηλότερα, αλλά παραμένει στην κατηγορία χαμηλής εξάρτησης (μέσος όρος 0,220). Η Ιαπωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία εντάσσονται στο ημι-ηγεμονικό εύρος. Οι χαμηλές τιμές τους αντανακλούν την ιμπεριαλιστική τους θέση και όχι κάποιο αναπτυξιακό επίτευγμα — μια διάκριση που αναπτύξαμε στο πρώτο σημείωμα αυτής της σειράς. Αυτό που προσθέτουν τα δεδομένα είναι χρονική ακρίβεια.

Ο ΔΔΕ της Ιαπωνίας έχει αυξηθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου (εύρος: 0,086–0,520), αποτελώντας τη μόνη μεγάλη οικονομία σε αυτό το τεταρτημόριο που εμφανίζει αυξανόμενη εξάρτηση. Η διάβρωση συγκεντρώνεται στις τεχνολογικές και χρηματοπιστωτικές διαστάσεις, αντανακλώντας την απώλεια βιομηχανικής ηγεμονίας προς την Κίνα και τη Νότια Κορέα, καθώς και τις συνέπειες τριών δεκαετιών στασιμότητας. Μια θέση στην κορυφή της ιεραρχίας δεν αποτελεί μόνιμο προνόμιο. Τα δεδομένα δείχνουν ότι μπορεί να διαβρωθεί.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, αντίθετα, δεν εμφανίζουν σχεδόν καμία διακύμανση. Η αυτονομία τους είναι δομική, ενσωματωμένη στην ίδια την αρχιτεκτονική του παγκόσμιου συστήματος: ηγεμονία του δολαρίου, τεχνολογικός έλεγχος, κεντρικότητα στα παγκόσμια δίκτυα. Δεν πρόκειται για ένα εύρημα που απαιτεί ιδιαίτερη ερμηνεία. Αποτελεί τη βάση αναφοράς με την οποία μετριέται η περιφερειακή εξάρτηση.

Η Κίνα καταγράφει μέσο ΔΔΕ 0,334 για ολόκληρη την περίοδο. Ωστόσο, η στατική θέση έχει μικρότερη σημασία από την πορεία. Ο ΔΔΕ της Κίνας μειώθηκε από 0,528 σε 0,164 μέσα σε 28 χρόνια. Η τυπική απόκλισή της είναι από τις υψηλότερες στο δείγμα (0,129), γεγονός που δεν αντανακλά αστάθεια αλλά κατεύθυνση στη μεταβολή: την ταυτόχρονη αποδόμηση της εξάρτησης σε πολλαπλές διαστάσεις.

Η παραγωγική διάσταση αποτελεί την κινητήρια δύναμη πίσω από αυτή τη μετάβαση, με το επενδυτικό στοιχείο να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο. Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου της Κίνας ως ποσοστό του ΑΕΠ υπερέβαινε σταθερά το 40%, φτάνοντας σε επίπεδα άνω του 45%. Πρόκειται για επίπεδα που δεν συναντώνται σε καμία άλλη οικονομία του δείγματός μας. Η διάσταση της παραγωγικής εξάρτησης στον δείκτη μας αποτυπώνει αυτό το φαινόμενο άμεσα: καθώς το ποσοστό επενδύσεων της Κίνας αυξανόταν, η βαθμολογία της στην παραγωγική εξάρτηση μειωνόταν, συμπαρασύροντας προς τα κάτω και τον συνολικό ΔΔΕ. Αυτό συμβαίνει επειδή η συσσώρευση παγίου κεφαλαίου δημιουργεί τις τεχνολογικές ικανότητες, τα κέρδη παραγωγικότητας και την επέκταση της εγχώριας αγοράς που μειώνουν ταυτόχρονα την εμπορική, τεχνολογική και δικτυακή εξάρτηση. Οι επενδύσεις σε παραγωγική ικανότητα δεν αποτελούν απλώς μία από τις έξι διαστάσεις. Είναι ο μοχλός που κινεί τις υπόλοιπες.

Οι συνθήκες για τον μετασχηματισμό της Κίνας ήταν ιστορικά συγκεκριμένες. Αυτό που προσθέτουν τα δεδομένα στο θεωρητικό επιχείρημα είναι η ακρίβεια: ποσοστά ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου (GFCF) άνω του 40%, διατηρημένα επί δύο δεκαετίες, σε συνδυασμό με μείωση του μεριδίου ξένης προστιθέμενης αξίας στις εξαγωγές και αύξηση της εγχώριας ιδιοποίησης αξίας. Αυτά δεν είναι αφαιρέσεις. Είναι μετρήσιμα πολιτικά αποτελέσματα.

Η πορεία του ΔΔΕ της Μαλαισίας δείχνει το μακροπρόθεσμο όφελος από την απόρριψη της επιτροπίας του ΔΝΤ το 1997: η διατήρηση κρατικού ελέγχου στο τραπεζικό σύστημα και σε στρατηγικές επιχειρήσεις μεταφράστηκε σε χαμηλότερες βαθμολογίες δικτυακής εξάρτησης από ό,τι στην Ταϊλάνδη, η οποία αποδέχθηκε διαρθρωτική προσαρμογή. Ωστόσο, η μεγαλύτερη ανοικτότητα της Μαλαισίας στο ξένο κεφάλαιο στη βιομηχανία ηλεκτρονικών διατηρεί υψηλές τις βαθμολογίες τεχνολογικής εξάρτησης — τις υψηλότερες σε ολόκληρο το δείγμα (0,946) — ένα μοτίβο που τα δεδομένα καθιστούν ορατό.

Από τη δική της πλευρά, η ενδιάμεση (Σ.τ.Μ., contested) περιφέρεια είναι το σημείο όπου τα δεδομένα γίνονται τα πιο επιβαρυντικά. Στη Βραζιλία, ο ΔΔΕ είναι 0,602, με τυπική απόκλιση 0,043. Αυτός ο αριθμός αξίζει προσοχής: πρόκειται για τη δέκατη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, με τη μεγαλύτερη βιομηχανική βάση στη Λατινική Αμερική και μια εσωτερική αγορά 200 εκατομμυρίων ανθρώπων. Τα τελευταία 28 χρόνια, η διαρθρωτική της θέση έχει ελάχιστα αλλάξει. Αυτή η χαμηλή μεταβολή σε 28 χρόνια δεδομένων δεν είναι σταθερότητα. Είναι στασιμότητα με δεκαδικό ψηφίο.

Όσον αφορά την Αργεντινή, ο ΔΔΕ είναι 0,763, τοποθετώντας τη σταθερά στο περιφερειακό εύρος. Όμως ο βασικός αριθμός κρύβει ένα σημαντικότερο εύρημα. Ο δείκτης διανεμητικής εξάρτησης της Αργεντινής, 0,783, είναι από τους υψηλότερους στο δείγμα και αποτελεί τη κυρίαρχη διάσταση του προφίλ της. Η αποστράγγιση πλεονάσματος δεν είναι κυκλική. Είναι ένα καθοριστικό διαρθρωτικό χαρακτηριστικό της οικονομίας και εξηγεί γιατί μια χώρα με ιστορική βιομηχανική ικανότητα, μορφωμένο εργατικό δυναμικό και άφθονους φυσικούς πόρους αναπαράγει τη μια κρίση μετά την άλλη χωρίς να μεταβάλλει τη θέση της στην ιεραρχία.

Ταυτόχρονα, ο ΔΔΕ της Ινδίας είναι 0,562. Εδώ, η εξήγηση συνδέεται έντονα με την τεχνολογική εξάρτηση (0,624), η οποία παραμένει υψηλή παρά τον παγκοσμίως αναγνωρισμένο τομέα πληροφορικής της χώρας. Η εξειδίκευση στις υπηρεσίες δεν έχει επιλύσει την τεχνολογική υποτέλεια· έχει συνυπάρξει με αυτήν.

Στο υπερ-περιφερειακό άκρο (ΔΔΕ πάνω από 0,80), η Ταϊλάνδη, η Κολομβία, το Περού και το Μεξικό εμφανίζουν αυξημένη εξάρτηση σχεδόν και στις έξι διαστάσεις. Η Χιλή, με μέσο ΔΔΕ 0,711, καταλαμβάνει μια θέση που είναι αποκαλυπτική ακριβώς επειδή είναι μη αναμενόμενη διαισθητικώς: η σημαιοφόρος των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων στη Λατινική Αμερική, μια χώρα που ταξινομείται ως υψηλού εισοδήματος, καταγράφει επίπεδο διαρθρωτικής εξάρτησης υψηλότερο τόσο από τη Βραζιλία όσο και από την Ινδία. Το «μοντέλο» παρήγαγε ταυτόχρονα μακροοικονομική σταθερότητα και διαρθρωτική υποτέλεια.

Η αντίθεση με την Κίνα στην παραγωγική διάσταση είναι καταστροφική. Ενώ η Κίνα διοχέτευσε πλεόνασμα σε πάγιο κεφάλαιο με ποσοστά άνω του 40% του ΑΕΠ, οι μεγάλες οικονομίες της Λατινικής Αμερικής εμφανίζουν ποσοστά επενδύσεων μεταξύ 15% και 22%. Αυτά είναι ανεπαρκή για να κλείσουν τα χάσματα παραγωγικότητας, να οικοδομήσουν αυτόνομη βιομηχανική ικανότητα ή να αναπτύξουν τις ενδογενείς τεχνολογικές δυνατότητες που θα μείωναν την εξάρτηση στις άλλες πέντε διαστάσεις. Οι δείκτες παραγωγικής εξάρτησης παραμένουν επίμονα υψηλοί, όχι επειδή τους λείπει οικονομικό πλεόνασμα — παράγουν — αλλά επειδή αυτό το πλεόνασμα εκτρέπεται συστηματικά μακριά από την παραγωγική συσσώρευση. Το ερώτημα που θα εξετάσουν τα επόμενα σημειώματά μας είναι το πού καταλήγει αυτό το πλεόνασμα: στη χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία, στον επαναπατρισμό κερδών, στην πολυτελή κατανάλωση και στη φυγή κεφαλαίων.

Το γεωγραφικό πρότυπο είναι αδιαμφισβήτητο. Η Λατινική Αμερική είναι η πιο ομοιόμορφα εξαρτημένη περιοχή στο δείγμα μας. Κάθε χώρα της Λατινικής Αμερικής στο σύνολο δεδομένων — με εξαίρεση την Κόστα Ρίκα — εμπίπτει στο περιφερειακό ή υπερ-περιφερειακό εύρος, και η ίδια η Κόστα Ρίκα βρίσκεται στο ανώτερο τμήμα της ημιπεριφέρειας. Αυτή η συνέπεια, που επιμένει παρά τις σημαντικές διαφορές στο μέγεθος, στους φυσικούς πόρους και στον προσανατολισμό της πολιτικής, υποδηλώνει ότι η εξάρτηση λειτουργεί μέσω συστημικών μηχανισμών που υπερβαίνουν τις εθνικές πολιτικές επιλογές.

Η ενδιάμεση ημιπεριφέρεια είναι το σημείο όπου το πολιτικό ζήτημα γίνεται πιο οξύ. Στο δείγμα μας, η Ινδία και η Βραζιλία καταλαμβάνουν αυτή τη θέση με τον πιο σαφή τρόπο: οικονομίες με σημαντική κρατική ικανότητα και μεγάλες εγχώριες αγορές, των οποίων όμως οι τιμές του ΔΔΕ παραμένουν επίμονα υψηλές.

Το προφίλ που διαμορφώνεται από τις επιμέρους διαστάσεις τους αφηγείται την ιστορία. Η Βραζιλία συνδυάζει μέτριες τεχνολογικές επιδόσεις με αυξημένη παραγωγική, χρηματοπιστωτική και διανεμητική εξάρτηση — την εμπειρική υπογραφή μιας οικονομίας της οποίας το πλεόνασμα αποστραγγίζεται μέσω ακριβώς των καναλιών που μετρά η διανεμητική μας διάσταση: επαναπατρισμός κερδών, μεταβιβάσεις τόκων, συμπιεσμένη εγχώρια αποτύπωση αξίας. Η θεσμική ικανότητα υπάρχει. Η ταξική διαμόρφωση που θα την ανακατεύθυνε δεν υπάρχει — ή όχι ακόμη.

Αντίστοιχα, η Ινδία παρουσιάζει έναν διαφορετικό συνδυασμό: χαμηλότερη χρηματοπιστωτική εξάρτηση αλλά υψηλές παραγωγικές και τεχνολογικές τιμές, που αντανακλούν μια οικονομία όπου το υπόδειγμα ανάπτυξης βασισμένο στις υπηρεσίες δεν έχει μεταφραστεί σε αυτόνομη βιομηχανική συσσώρευση. Και στις δύο περιπτώσεις, το ερώτημα είναι το ίδιο: γιατί η κρατική ικανότητα συνυπάρχει με τη διαρθρωτική υποτέλεια; Ο ΔΔΕ εντοπίζει τον περιορισμό. Ωστόσο, δεν εξηγεί τις πολιτικές επιλογές που τον διαιωνίζουν.

Τι αποκαλύπτει κάθε διάσταση

Ο επιμερισμός του ΔΔΕ σε έξι συνιστώσες δείχνει πώς διαφορετικοί μηχανισμοί εξάρτησης λειτουργούν με διαφορετική ένταση και πώς ομαδοποιούνται.

Η δικτυακή εξάρτηση είναι ο πιο καθολικός περιορισμός, με μέσο όρο 0,624· οι περισσότερες χώρες παραμένουν υποτελείς μέσα στα παγκόσμια δίκτυα εμπορίου ανεξάρτητα από τα άλλα χαρακτηριστικά τους. Αυτή είναι η εμπειρική διάψευση της υπόσχεσης ότι η ενσωμάτωση στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας θα προωθούσε τη σύγκλιση. Η παραγωγική εξάρτηση ακολουθεί από κοντά με 0,525, αντανακλώντας εκτεταμένους περιορισμούς στην αυτόνομη βιομηχανική ανάπτυξη ακόμη και σε χώρες με σημαντική μεταποιητική βάση.

Η εμπορική και η χρηματοπιστωτική εξάρτηση εμφανίζουν μέτριες μέσες τιμές (0,400 και 0,337 αντίστοιχα), αλλά με μεγάλη διακύμανση: αυτές είναι οι διαστάσεις όπου τα εθνικά προφίλ αποκλίνουν πιο έντονα, αντανακλώντας διαφορετικούς τρόπους ένταξης στις παγκόσμιες αγορές και στα χρηματοπιστωτικά κυκλώματα. Η τεχνολογική εξάρτηση βρίσκεται σε ενδιάμεσο επίπεδο (0,423), ενώ η διανεμητική εξάρτηση (0,423) παρουσιάζει τη μεγαλύτερη διακύμανση μεταξύ των διαστάσεων (τυπική απόκλιση 0,207), αντανακλώντας ετερογενή πρότυπα ιδιοποίησης του πλεονάσματος σε όλη την ιεραρχία.

Διάγραμμα 3. Χάρτες της Εξάρτησης ανά Κάθε Διάσταση, 1996–2023.


Πηγή: δική μας επεξεργασία βασισμένη σε World Bank, Penn World Table, BACI, και OECD TiVA.

Οι χάρτες των εν λόγω διαστάσεων αποκαλύπτουν διακριτά γεωγραφικά πρότυπα. Η εμπορική εξάρτηση συγκεντρώνεται έντονα σε χώρες πλούσιες σε φυσικούς πόρους. Η τεχνολογική εξάρτηση επηρεάζει τόσο εξαγωγείς πόρων όσο και ορισμένες οικονομίες προσανατολισμένες στη μεταποίηση. Η χρηματοπιστωτική και η δικτυακή εξάρτηση εμφανίζουν πιο διάσπαρτα πρότυπα, αντανακλώντας τη σύνθετη αρχιτεκτονική της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομικής ολοκλήρωσης και την εξασθένηση της ηγεμονίας των ΗΠΑ εν μέσω υπερχρηματοπιστωτικοποίησης στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες του Παγκόσμιου Βορρά.

Σε αυτό το επίπεδο διαχωρισμού, το κεντρικό εύρημα είναι ότι η εξάρτηση δεν είναι ποτέ μονοδιάστατη. Οι χώρες σπάνια εμφανίζουν εξάρτηση σε μία μόνο διάσταση. Αντίθετα, τείνει να συσσωματώνεται σε συναφείς διαστάσεις, δημιουργώντας συστημικά πρότυπα υποτέλειας που αναπαράγονται σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους και προσανατολισμούς πολιτικής. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο το πλαίσιό μας επιμένει στη μέτρηση και των έξι διαστάσεων ταυτόχρονα: μερικές αναλύσεις που εστιάζουν μόνο στο εμπόριο, μόνο στη χρηματοδότηση ή μόνο στην τεχνολογία θα υποτιμούν πάντοτε το βάθος του περιορισμού. Η πορεία της Κίνας υποδηλώνει ότι η υπέρβαση αυτών των πολυδιάστατων περιορισμών απαιτεί συνολικές στρατηγικές μετασχηματισμού που αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα την παραγωγική, την τεχνολογική και τη δικτυακή εξάρτηση. Αυτό εξηγεί γιατί, παρά τις διαρκείς προσπάθειες για ανάπτυξη και διαφοροποίηση, οι περισσότερες χώρες παραμένουν εγκλωβισμένες σε υποτελείς θέσεις.

Τι ξεκαθαρίζουν τα δεδομένα και τι αφήνουν ανοιχτό

Τα δεδομένα μας ξεκαθαρίζουν το ζήτημα. Το πρώτο είναι εμπειρικό: η εξάρτηση δεν είναι μια μεταφορά της δεκαετίας του 1960 αλλά μια μετρήσιμη δομή που επιμένει επί 28 χρόνια, μέσα από τρεις παγκόσμιες κρίσεις και ριζικά διαφορετικούς εθνικούς πολιτικούς προσανατολισμούς. Η ιεραρχία του ΔΔΕ, από τα ηγεμονικά κέντρα έως το υπερ-περιφερειακό άκρο, παραμένει αξιοσημείωτα σταθερή εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες.

Το δεύτερο αφορά τη δυνατότητα: ο διαρθρωτικός μετασχηματισμός είναι εφικτός. Η πορεία της Κίνας από 0,528 σε 0,164 είναι η απόδειξη. Αλλά η παραγωγική διάσταση μας δείχνει πώς συνέβη: μέσω διαρκών επενδύσεων σε πάγιο κεφάλαιο με ρυθμούς που καμία οικονομία της Λατινικής Αμερικής δεν έχει προσεγγίσει, δημιουργώντας διαδοχικές μειώσεις στην τεχνολογική, εμπορική και δικτυακή εξάρτηση. Ο μοχλός είναι αναγνωρίσιμος. Οι συνθήκες υπό τις οποίες μπορεί να ενεργοποιηθεί είναι συγκεκριμένες και απαιτητικές.

Το τρίτο ζήτημα είναι το ερώτημα που ανοίγει ο ΔΔΕ αλλά δεν μπορεί να απαντήσει: γιατί ορισμένες κυρίαρχες τάξεις επανεπενδύουν το πλεόνασμα στην παραγωγική συσσώρευση, ενώ άλλες το εκτρέπουν προς τη χρηματοπιστωτική σφαίρα, την πολυτελή κατανάλωση και τη φυγή κεφαλαίων;

Ο δείκτης μετρά αυτόν τον περιορισμό. Ωστόσο, δεν εξηγεί τις αποφάσεις που τον αναπαράγουν. Για να το πετύχουμε αυτό, χρειαζόμαστε ένα διαφορετικό είδος ανάλυσης: μια ανάλυση που θα επικεντρώνεται στις ταξικές διαμορφώσεις, στις εγχώριες πολιτικές συμμαχίες και στους θεσμικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων κατανέμεται το πλεόνασμα. Θα αναπτύξουμε αυτή την ανάλυση στο επόμενο σημείωμα, ακολουθώντας το πλεόνασμα για να δούμε πού κατευθύνεται.

Έχουμε τον χάρτη. Τώρα θα ακολουθήσουμε το πλεόνασμα.