Η θέση της παγκόσμιας αγοράς στη συστηματική θεωρία του Μαρξ
του Tony Smith
μετ. Δημήτρης Κούλος,
επιμ. Διονύσης Περδίκης
Μεταφράζουμε και αναδημοσιεύουμε το άρθρο εργασίας (working paper) του Τόνυ Σμιθ με τίτλο «Η θέση της παγκόσμιας αγοράς στη συστηματική θεωρία του Μαρξ» (The Place of the World Market in Marx’s Systematic Theory), το οποίο δεν γνωρίζουμε αν δημοσιεύθηκε τελικά κάπου ή αν αποτέλεσε βάση για κάποια άλλη δημοσίευση του συγγραφέα.
Η σημασία του άρθρου έγκειται στην τοποθέτηση της έννοιας της «παγκόσμιας αγοράς» εντός της συστηματικής λογικής του μαρξικού έργου, καταρχήν του Κεφαλαίου, αλλά, στη συνέχεια, και των τόμων για το κράτος, τη διεθνή αγορά και τις κρίσεις, τους οποίους ο Μαρξ σχεδίαζε, αλλά δεν πρόλαβε ποτέ να γράψει. Μαζί με την παγκόσμια αγορά, ο συγγραφέας τοποθετεί και το ζήτημα του ιμπεριαλισμού, των διακρατικών αντιθέσεων κ.α., Οπότε γίνεται κατανοητή η επικαιρότητα του ζητήματος αυτού με δεδομένο ότι η άρνηση του ιμπεριαλισμού εκ μέρους του λεγόμενου Δυτικού Μαρξισμού ενίοτε βασίζεται σε θεωρητικά επιχειρήματα που αντιμετωπίζουν το μαρξικό έργο με δογματικό, μη συστηματικό και διαλεκτικό τρόπο.
Το βασικό επιχείρημα του συγγραφέα είναι ότι στα πλαίσια της μεθόδου – που θα ονομάζαμε εμείς – της ανόδου από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, το σύνολο του έργου του Μαρξ αναφέρεται υπόρρητα στην παγκόσμια αγορά (και κατά συνέπεια και κοινωνία), ακόμη και αν αυτό γίνεται ρητό και σαφές σε ελάχιστα σημεία του Κεφαλαίου. Έτσι ο Τόνυ Σμιθ διατρέχει αρχικά τους τρεις τόμους του Κεφαλαίου, ανιχνεύοντας τις λίγες ρητές αναφορές, αλλά, κυρίως, την υπόρρητη λογική σύνδεση που αναδεικνύει την παγκόσμια αγορά, ως το κατεξοχήν αντικείμενο της επιστημονικής ανασύνθεσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Στη συνέχεια, αναπτύσσει τη σκέψη του γύρω από τα ζητήματα του κράτους, της παγκόσμιας αγοράς και των κρίσεων, όπου και το ζήτημα της παγκόσμιας αγοράς γίνεται, πλέον, όλο και πιο ρητό, προσεγγίζοντας και τη σύγχρονη πραγματικότητα της ιμπεριαλιστικής διεθνοποίησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (βλ. και τη σύνοψη στον πίνακα στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ).
Περιοριζόμαστε προς το παρόν σε αυτή τη σύνοψη του άρθρου, διότι θα ακολουθήσει αργότερα άρθρο, το οποίο θα σκιαγραφήσει συνοπτικά μια συνολικότερη κριτική της σύγχρονης, μαρξιστικής, πολιτικής οικονομίας με αφορμή το άρθρο αυτό του Τόνυ Σμιθ.
Διονύσης Περδίκης
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
Η θέση της παγκόσμιας αγοράς στη συστηματική θεωρία του Μαρξ»
Οι αρχικοί προσδιορισμοί του Τόμου Ι
Οι επακόλουθοι προσδιορισμοί του Τόμου Ι
Η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου.
Η αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου
Υπερσυσσώρευση και χρηματοπιστωτική κρίση
Οι τρεις τόμοι του Κεφαλαίου συνιστούν ένα εξαιρετικά πολύπλοκο έργο, το οποίο περιλαμβάνει μια σειρά από αρκετά διαφορετικά είδη κειμένων. Η συστηματική διάταξη των ουσιωδών προσδιορισμών του κεφαλαίου από τον Μαρξ ξεκινά στον Τόμο Ι με σχετικά απλές και αφηρημένες κοινωνικές μορφές και κλιμακώνεται βήμα-βήμα προς ολοένα πιο σύνθετους και συγκεκριμένους προσδιορισμούς, στο πλαίσιο ενός εσωτερικού και συνεκτικού ειρμού. Πολλές θεμελιώδεις δομές του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής παρέμεναν προς εξέταση στο σημείο όπου ο Μαρξ σταμάτησε στον Τόμο ΙΙΙ. Σε μια ορισμένη στιγμή, τουλάχιστον, ο Μαρξ σχεδίαζε να ολοκληρώσει το έργο του με τόμους για το κράτος, το εξωτερικό εμπόριο, την παγκόσμια αγορά και την κρίση (Marx 1973, 227, 264)[i]. Το παρόν άρθρο αφιερώνεται σε δύο ερωτήματα. Για ποιόν ακριβώς λόγο ο Μαρξ τοποθέτησε την κατηγορία της παγκόσμιας αγοράς στην κορυφή της συστηματικής του διάταξης; Και ποια είναι τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της κοινωνικής μορφής στην οποία αναφέρεται αυτή η κατηγορία; Πριν εξεταστούν όμως αυτά τα ζητήματα, χρειάζονται μερικές επιπλέον μεθοδολογικές επισημάνσεις.
Το σημείο εκκίνησης του Κεφαλαίου είναι μια δεδομένη ολότητα: ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Κάθε κατηγορικό επίπεδο στη συστηματική θεωρία αποτελεί μια απόπειρα κατανόησης αυτής της ολότητας. Τα πρώιμα στάδια αποτυγχάνουν να ορίσουν ένα όλο που μπορεί να αναπαράγεται ικανοποιητικά. Ωστόσο, από την αρχή γνωρίζουμε ότι επιχειρούμε να ανασυστήσουμε στη σκέψη έναν τρόπο παραγωγής που πράγματι αυτό-αναπαράγεται. Αυτή η παραδοχή παρέχει μια θεωρητική νομιμοποίηση για τη μετάβαση σε ένα άλλο κατηγορικό επίπεδο, που ορίζεται από έναν πιο σύνθετο και συγκεκριμένο τρόπο κατανόησης της ίδιας ολότητας. Η μεθοδολογία των συστηματικών διαλεκτικών κοινωνικών θεωριών περιλαμβάνει, έτσι, τόσο μια κίνηση “ώθησης” όσο και μια κίνηση “έλξης”, αν και τελικά και οι δύο είναι αδιαχώριστες. Οι ανεπάρκειες ενός συγκεκριμένου κατηγορικού επιπέδου —δηλαδή η αδυναμία, σε αυτό το επίπεδο αφαίρεσης, να ερμηνευτεί επαρκώς η αυτοαναπαραγωγή της δεδομένης ολότητας— “ωθούν” τη θεωρία προς το επόμενο στάδιο. Η θεωρητική επιταγή να μην αντιμετωπιστεί ως ολοκληρωμένη η συστηματική διάταξη μέχρις ότου η δεδομένη ολότητα γίνει πλήρως κατανοητή “έλκει” τη θεωρία προς το τελικό της σημείο (Marx 1973: 100–01· Smith 1990, κεφ. I, II).
Η αμεσότερη προσέγγιση στο ερώτημα της συστηματικής θέσης της παγκόσμιας αγοράς στη θεωρία του Μαρξ θα ήταν να εξεταστεί λεπτομερώς η μορφή του κράτους, δείχνοντας ότι η αυτοαναπαραγωγή του κεφαλαίου δεν μπορεί να ερμηνευτεί πλήρως σε αυτό το θεωρητικό επίπεδο. Αυτή η ανεπάρκεια στη συνέχεια δικαιολογεί τη μετάβαση στο εξωτερικό εμπόριο και στην παγκόσμια αγορά[ii]. Μια συνεκτικότερη απόπειρα προσέγγισης θα ήταν να καταδειχθεί ότι η κατηγορία “παγκόσμια αγορά” ήδη ενυπάρχει υπόρρητα σε κάθε σημαντικό θεωρητικό επίπεδο του Κεφαλαίου, καθώς και στη μορφή του κράτους. Υπό αυτό το πρίσμα, η θεωρητική βάση για την παραγωγή της κατηγορίας “παγκόσμια αγορά” ερείδεται στην ανάγκη του συστηματικού χαρακτήρα του εγχειρήματος να διατυπωθεί ρητά κάθε ουσιώδης, αλλά μέχρι τότε υπόρρητος, κατηγορικός προσδιορισμός της δεδομένης ολότητας. Το παρόν άρθρο αποτελεί μια συμβολή σε αυτή τη δεύτερη, πιο συνεκτική, προσέγγιση. Θα διέλθω τα κύρια στάδια της συστηματικής προόδου του Μαρξ έχοντας δύο ερωτήματα κατά νου: Πώς υποδεικνύει κάθε επίπεδο της θεωρίας προς την παγκόσμια αγορά ως την κορυφαία κοινωνική μορφή του κεφαλαίου; Και ποιοι ουσιώδεις προσδιορισμοί αυτής της κορυφαίας κοινωνικής μορφής υπονοούνται σε κάθε επίπεδο;
Οι αρχικοί προσδιορισμοί του Τόμου Ι
Ευτυχώς για εμάς, ο ίδιος ο Μαρξ επισήμανε ρητά ότι η παγκόσμια αγορά ενυπάρχει υπόρρητα ήδη στις δομές και διαδικασίες που εξετάζονται στην ίδια την αρχή του Τόμου Ι. Πριν, όμως, εξεταστούν οι επισημάνσεις του ιδίου, πρέπει να δοθεί μια σύντομη —και αναγκαστικά υπερβολικά συμπυκνωμένη— σύνοψη αυτών των αρχικών προσδιορισμών.
Ο απλούστερος και πιο αφηρημένος τρόπος απεικόνισης του καπιταλισμού ως ολότητας είναι σαν μια κοινωνία γενικευμένης εμπορευματικής ανταλλαγής. Στο πλαίσιο της εμπορευματικής μορφής, η εργασία διεξάγεται ιδιωτικά και πρέπει στη συνέχεια να αποδείξει την κοινωνική της αναγκαιότητα μέσω της επιτυχούς πώλησης των παραγόμενων εμπορευμάτων. Κάθε ιδιαίτερη πράξη συγκεκριμένης εργασίας μπορεί τελικά να αποδειχθεί κοινωνικώς ως σπατάλη· μόνο η “κοινωνικά αναγκαία εργασία” παράγει εμπόρευμα με “αξία”. Η κοινωνικά αναγκαία εργασία που παράγει αξία είναι επομένως εννοιολογικά διακριτή από τις συγκεκριμένες εργασιακές πράξεις και μπορεί έτσι να ορισθεί ως “αφηρημένη εργασία”. Ενώ οι επιμέρους συγκεκριμένες εργασίες μπορούν να μετρηθούν άμεσα στην βάση της μονάδας του χρόνου, ούτε η αφηρημένη εργασία ούτε η αξία που αυτή παράγει μπορούν να μετρηθούν με χρονόμετρο ή με οποιαδήποτε άλλη συγκεκριμένη μορφή μέτρησης. Κι όμως, ένα κοινωνικώς αντικειμενικό μέτρο της αξίας αποτελεί προφανώς αναγκαία προϋπόθεση για τη γενικευμένη εμπορευματική ανταλλαγή. Το χρήμα είναι αυτό το κοινωνικά αντικειμενικό μέτρο της αξίας. Με αυτόν τον τρόπο ο Μαρξ θεμελιώνει τη συστηματική αναγκαιότητα που συνδέει τη μορφή του εμπορεύματος με τη μορφή του χρήματος (Murray 1993, Campbell 1993).
Μόλις το χρήμα εισαχθεί ρητά ως η μορφή της αξίας, κάθε προσπάθεια να κατανοηθεί η γενικευμένη εμπορευματική ανταλλαγή ως ένα σύστημα με σκοπό την ικανοποίηση ανθρώπινων αναγκών πρέπει να εγκαταλειφθεί. Η προσταγή της αξιοποίησης —το χρήμα πρέπει να γεννά χρήμα!— αποτελεί τη θεμελιώδη αρχή αυτού του συστήματος, και η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών πραγματοποιείται μόνο στο βαθμό που είναι συμβατή με αυτή τη δεσμευτική αρχή. Υπάρχει έτσι μια ανάγκη συστηματικού χαρακτήρα που συνδέει τη μορφή του χρήματος με τη μορφή του κεφαλαίου, Χ–Ε–Χ΄. Με άλλα λόγια, ο επόμενος, πιο συγκεκριμένος και πιο σύνθετος τρόπος κατανόησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ως ολότητας είναι ως ένα σύστημα στο οποίο το συνολικό ποσό του χρήματος που έχει συσσωρευτεί στο τέλος μιας δεδομένης περιόδου ανταλλαγών εμπορευμάτων υπερβαίνει εκείνο που είχε επενδυθεί στην αρχή της περιόδου. Η “αξία” τώρα προσλαμβάνει τη μορφή μιας αντικειμενικής κοινωνικής δύναμης, που στέκει πάνω και πέρα από τα επιμέρους εμπορεύματα και την κοινωνία στο σύνολό της, υποτάσσοντας κάθε πτυχή του κοινωνικού κόσμου στην κυριαρχία της.
Πώς ακριβώς μπορεί το χρήμα, ένα άψυχο πράγμα, να γεννά χρήμα; Κάθε επαρκής θεωρία του κεφαλαίου οφείλει να εξηγήσει αυτό το μυστήριο του κεφαλαίου. Ο Μαρξ ξεκινά την απάντησή του επισημαίνοντας ρητά ό,τι προηγουμένως υπονοούνταν: σε μια κοινωνία γενικευμένης εμπορευματικής ανταλλαγής, η εργασιακή δύναμη είναι και η ίδια εμπόρευμα[iii]. Ο Μαρξ υποθέτει ότι οι χρηματικοί μισθοί επαρκούν για την αγορά των εμπορευμάτων που απαιτούνται για την αναπαραγωγή των μισθωτών εργατών. Αφ’ ης στιγμής όμως η εργασιακή δύναμη έχει αγοραστεί, οι μισθωτοί εξαναγκάζονται να παράγουν ποσότητα οικονομικής αξίας που υπερβαίνει εκείνη που λαμβάνουν πίσω υπό μορφή μισθού. Η κεφαλαιακή μορφή εξηγείται έτσι από την υπερεργασία των μισθωτών, υπερεργασία που προσλαμβάνει την ειδική ιστορική μορφή της υπεραξίας. Το κεφάλαιο, όπως εμφατικά τονίζει ο Μαρξ, δεν είναι πράγμα, αλλά κοινωνική σχέση — η κοινωνική σχέση της εκμετάλλευσης. Η γενικευμένη εμπορευματική κυκλοφορία και η αλλοτριωτική δύναμη της μορφής της αξίας αναπαράγονται και οι δύο συστηματικά στο επίπεδο του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου μέσω της εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο[iv].
Μπορούμε τώρα να επιστρέψουμε στο θέμα μας. Βρίσκεται άραγε ο λόγος για τον οποίο ο Μαρξ τοποθετεί το “εξωτερικό εμπόριο” και την “παγκόσμια αγορά” στην κορύφωση της συστηματικής διαλεκτικής του ήδη υπόρρητα ενυπάρχων σε αυτά τα αρχικά στάδια της θεωρίας; Η δική του απάντηση είναι απερίφραστα καταφατική: αυτοί οι αρχικοί προσδιορισμοί θεμελιώνονται επαρκώς μόνο στις κοινωνικές μορφές του εξωτερικού εμπορίου και της παγκόσμιας αγοράς. Μόνο τότε ο κύκλος ολοκληρώνεται. Μόνο τότε τίθενται οι προϋποθέσεις. Μόνο τότε προκύπτουν οι τελικοί αναγκαίοι όροι της δυνατότητας συστηματικής αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Μόνο τότε, εν ολίγοις, το αρχικά υπόρρητο γίνεται πλήρως ρητό:
«Αν η πρόσθετη υπερεργασία ή υπεραξία παρασταινόταν μόνο με το εθνικό πρόσθετο προϊόν, τότε η αύξηση της αξίας χάρη της αξίας, επομένως και η έκθλιψη πρόσθετης εργασίας, θα έβρισκε το όριό της στον περιορισμένο, στον στενό κύκλο των αξιών χρήσης, με τις οποίες θα παρασταινόταν η αξία της [εθνικής] εργασίας. Μόνο το εξωτερικό εμπόριο όμως αναπτύσσει την αληθινή φύση αυτού του πρόσθετου προϊόντος σαν αξίας, αναπτύσσοντας σαν κοινωνική την περιεχόμενη σ’ αυτό εργασία, που παρασταίνεται με μια απεριόριστη σειρά διαφορετικών αξιών χρήσης, και που δίνει πράγματι νόημα στον αφηρημένο πλούτο[…] μόνο το εξωτερικό εμπόριο, η μετατροπή της αγοράς σε παγκόσμια αγορά, είναι εκείνη που αναπτύσσει το χρήμα σε παγκόσμιο χρήμα και την αφηρημένη εργασία σε κοινωνική εργασία. Ο αφηρημένος πλούτος, η αξία, το χρήμα – επομένως η αφηρημένη εργασία αναπτύσσεται στο μέτρο που η συγκεκριμένη εργασία αναπτύσσεται σε ένα σύνολο διαφορετικών τρόπων εργασίας, το οποίο αγκαλιάζει την παγκόσμια αγορά. Η καπιταλιστική παραγωγή βασίζεται στην αξία ή στην ανάπτυξη της περιεχόμενης στο προϊόν εργασίας σαν κοινωνικής εργασίας. Αυτό όμως μόνο πάνω στη βάση του εξωτερικού εμπορίου και της παγκόσμιας αγοράς. Επομένως, το εξωτερικό εμπόριο και η παγκόσμια αγορά είναι και προϋπόθεση και αποτέλεσμα της καπιταλιστικής παραγωγής.» (Marx 1971: 253)
Αυτό το εξαιρετικά ενδιαφέρον απόσπασμα αναπτύσσει τέσσερα στενά συνδεδεμένα κύρια θέματα. Όλα εδράζονται στη θέση, στη βάση της οποίας το σύστημα της γενικευμένης εμπορευματικής ανταλλαγής, το οποίο εξετάζεται στην αρχή του Τόμου Ι, είναι στην πραγματικότητα το σύστημα της καπιταλιστικής παραγωγής, το οποίο χαρακτηρίζεται από μια άμετρη ώθηση για «την αύξηση της αξίας χάριν της αξίας».
- Στην εμπορευματική μορφή, οι αξίες χρήσεις είναι οι φορείς της ανταλλακτικής αξίας. Αν η ανταλλαγή εμπορευμάτων είναι πραγματικά γενικευμένη, τότε είναι εξίσου γενικευμένες και οι αξίες χρήσεις. Κάθε περιορισμός της ανταλλαγής σε ένα συγκεκριμένο σύνολο αξιών χρήσης —είτε πρόκειται για αξίες χρήσεις ενός ιδιαίτερου τύπου είτε για αξίες χρήσεις που παράγονται μέσα σε μια ορισμένη περιοχή— είναι πλήρως αυθαίρετος από την οπτική της μορφής της αξίας. Η μορφή της αξίας εμπεριέχει μια εγγενή τάση να υπερβαίνει όλους αυτούς τους αυθαίρετους περιορισμούς. Υπάρχει μια εσωτερική δυναμική να μετασχηματίζονται όλα τα προϊόντα σε εμπορεύματα. Και υπάρχει μια εμμενής τάση στην εμπορευματική ανταλλαγή υπέρβασης οποιουδήποτε δεδομένου γεωγραφικού ορίου[v].
- Το σύστημα της γενικευμένης εμπορευματικής ανταλλαγής είναι απλώς ένα ιδιαίτερο σύστημα κοινωνικής εργασίας. Είναι το ιδιότυπο εκείνο σύστημα στο οποίο η εκ φύσεως κοινωνική διάσταση της εργασίας είναι μια απλή δυνατότητα, η οποία ενδεχομενικά δύναται ή όχι να πραγματωθεί μέσω της μεταγενέστερης πώλησης των παραγόμενων εμπορευμάτων. Με αυτόν τον τρόπο οι κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των παραγωγών διαμεσολαβούνται μέσω των πραγμάτων που παράγουν. Πόσο εκτεταμένες είναι οι κοινωνικές σχέσεις που διαμεσολαβούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο; Το να λέμε ότι οι γεωγραφικοί περιορισμοί στα ανταλλασσόμενα εμπορεύματα είναι πλήρως αυθαίρετοι και αναγκαστικά τείνουν να καταστούν αντικείμενο υπέρβασης από την αξιακή μορφή, ισοδυναμεί με το να λέμε ότι και οι περιορισμοί των κοινωνικών σχέσεων που διαμεσολαβούνται μέσω της ανταλλαγής εμπορευμάτων είναι πλήρως αυθαίρετοι και αναγκαστικά τείνουν επίσης να καταστούν αντικείμενο υπέρβασης. Υπάρχει μια εμμενής τάση στον καπιταλισμό να μετασχηματίζει κάθε παραγωγή σε ιδιωτικά διεξαγόμενη εργασία, η οποία στη συνέχεια πρέπει να αποδείξει την κοινωνική της αναγκαιότητα. Και υπάρχει μια αναγκαία δομική τάση οι σχέσεις μεταξύ των παραγωγών να επεκτείνονται πέρα από οποιοδήποτε δεδομένο γεωγραφικό όριο. Υπό τη μορφή της αξίας, «η συγκεκριμένη εργασία γίνεται μια ολότητα διαφορετικών τρόπων εργασίας που αγκαλιάζουν την παγκόσμια αγορά».
- Στον πυρήνα της μορφής της αξίας ως μορφής κοινωνικής παραγωγής βρίσκουμε μια σειρά από «πραγματικές αφαιρέσεις». Υπάρχει η αφαίρεση που είναι εγγενής στα εμπορεύματα, δηλαδή η ανταλλακτική αξία τους σε αντιπαραβολή προς τις συγκεκριμένες αξίες χρήσεις που έχουν για τους παραγωγούς τους. Επιπλέον υπάρχει η αφαίρεση που είναι εγγενής στην εργασία, δηλαδή η κοινωνικά αναγκαία διάστασή της σε αντιπαραβολή προς τις συγκεκριμένες εργασιακές δαπάνες, οι οποίες μπορεί ενδεχομένως να αποδειχθούν κοινωνικά σπαταλημένες. Και πάλι, η απόλυτη κεντρικότητα αυτών των αφαιρέσεων στη γενικευμένη εμπορευματική ανταλλαγή συνεπάγεται ότι δεν μπορεί να βρεθεί κανένα συγκεκριμένο, κοινωνικά αντικειμενικό μέτρο της αξίας. Η αξία που παράγεται από την αφηρημένη εργασία δεν μπορεί να μετρηθεί από οποιαδήποτε συγκεκριμένο χαρακτηριστικό της αξίας χρήσης που μπορεί να διαθέτουν τα συγκεκριμένα εμπορεύματα (“χρησιμότητα”). Ούτε μπορεί να μετρηθεί με όρους εργάσιμου χρόνου που δαπανήθηκε στις συγκεκριμένες εργασίες. Το μόνο κοινωνικά αντικειμενικό μέτρο της αξίας πρέπει το ίδιο να είναι μια πραγματική αφαίρεση: το χρήμα. Ποιο είναι το εύρος της μορφής του χρήματος; Ο αφηρημένος χαρακτήρας της ανταλλακτικής αξίας υποδηλώνει ότι η σχετική κλίμακα της ανταλλαγής εμπορευμάτων είναι η παγκόσμια αγορά. Ο αφηρημένος χαρακτήρας της αφηρημένης εργασίας συνεπάγεται ότι η σχετική κλίμακα του κοινωνικού Τμήματος (της ιδιωτικά πραγματοποιούμενης) εργασίας είναι η παγκόσμια αγορά. Και έτσι το κοινωνικά αντικειμενικό μέτρο της αξίας πρέπει να λειτουργεί στην ίδια αυτή κλίμακα. Παρόλο που μπορεί να υπάρχουν διαφορετικά νομίσματα με πιο περιορισμένο πεδίο εφαρμογής, η μορφή της αξίας γεννά αναγκαστικά ένα παγκόσμιο χρήμα, και τα διάφορα επιμέρους νομίσματα πρέπει τελικά να ορίζονται σε σχέση με αυτό το παγκόσμιο χρήμα[vi].
- Οι αναφορές στην πλεονάζουσα εργασία και στην υπεραξία στο παραπάνω απόσπασμα του Μαρξ παραπέμπουν στη σχέση κεφαλαίου/μισθωτής εργασίας. Υποδηλώνουν ότι ο ανταγωνισμός κεφαλαίου/μισθωτής εργασίας, που βρίσκεται στον πυρήνα του κεφαλαίου, εκτυλίσσεται υπόρρητα στο επίπεδο της παγκόσμιας αγοράς. Το επίπεδο του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, όπως ορίζεται στην αρχή του Κεφαλαίου, συνιστά, υπόρρητα, το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο της παγκόσμιας αγοράς, και η τελική εξήγηση της υπεραξίας που παράγεται στην παγκόσμια οικονομία είναι η εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας μέσα στην παγκόσμια οικονομία ως σύνολο.
Αυτά τα τέσσερα σημεία καταδεικνύουν ότι, ήδη από την αρχή της συστηματικής θεωρίας του Μαρξ, το θεμελιώδες πλαίσιο του κεφαλαίου είναι υπόρρητα η παγκόσμια αγορά. Βεβαίως, η συστηματική ανάπτυξη δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να ολοκληρωθεί πριν αυτό καταστεί ρητό. Τα τέσσερα σημεία αναδεικνύουν επίσης ουσιώδεις προσδιορισμούς της παγκόσμιας αγοράς ως κοινωνικής μορφής. Χρησιμοποιώντας το παραπάνω απόσπασμα του Μαρξ ως πρότυπο, θα έπρεπε να είναι δυνατό να διατρέξει κανείς τα εναπομείναντα στάδια της θεωρίας του Μαρξ και να επισημάνει πως και αυτά προϋποθέτουν ότι το πλαίσιο του κεφαλαίου τελικά, είναι η παγκόσμια αγορά, και πώς και αυτά αναδεικνύουν υπόρρητα ουσιώδεις προσδιορισμούς αυτής ακριβώς της κοινωνικής μορφής.
Πριν συνεχίσω, ωστόσο, θα ήθελα πρώτα να επισημάνω συνοπτικά πώς το παραπάνω απόσπασμα αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα της κανονιστικής αποτίμησης του καπιταλισμού από τον Μαρξ. Για τον Μαρξ, η κυριαρχία του κεφαλαίου εδραιώνει ίσως την εντονότερη μορφή αλλοτρίωσης που έχει ποτέ θεσμοποιηθεί στην ιστορία του ανθρώπινου είδους. Στον πυρήνα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής συντελείται μια οντολογική αντιστροφή. Η «αξία» καθίσταται μια κοινωνική δύναμη που στέκεται πάνω τόσο από τα εμπορεύματα όσο και από τους εργάτες, μια αλλότρια δύναμη που υποτάσσει την κοινωνική ζωή στην ορμητική τάση για «αύξηση της αξίας χάριν της ίδιας της αξίας». Από την άλλη πλευρά, όμως, η κυριαρχία του κεφαλαίου επιφέρει ταυτόχρονα τη βαθύτερη χειραφέτηση της ανθρωπότητας που έχει μέχρι στιγμής συντελεστεί. Οι ανθρώπινες ανάγκες χειραφετούνται, καθώς το φάσμα των δυνητικών αξιών χρήσης διευρύνεται, υπερβαίνοντας τις κοινωνικά καθιερωμένες περιοριστικές αντιλήψεις περί αναγκών, έστω και με περιορισμένο και διαστρεβλωμένο τρόπο. Οι παραγωγικές ικανότητες της συλλογικής κοινωνικής εργασίας ως συνόλου χειραφετούνται από κοινωνικά καθιερωμένους περιορισμούς, ακόμη κι αν οι μεμονωμένοι εργάτες υφίστανται τη φθορά των ικανοτήτων τους (Marx 1976, 469). Και η έννοια της ανθρώπινης κοινότητας, τέλος, χειραφετείται καταρχήν από τα παραδοσιακά της όρια. Η κοσμοπολίτικη ταυτότητα, που για τους Στωικούς και τον Καντ αποτελούσε απλώς μια ηθική επιταγή, αποκτά μια υλική βάση, καθώς δρώντες σε ολόκληρη την παγκόσμια αγορά συνδέονται μεταξύ τους μέσω αντικειμενικών κοινωνικών σχέσεων, έστω και σε πραγμοποιημένη μορφή[vii]. Υπό αυτή την έννοια, ο προλεταριακός διεθνισμός είναι υπόρρηταπαρών στο Κεφάλαιο από την πρώτη κιόλας του πρόταση.
Όσο κι αν είναι περιορισμένος και διαστρεβλωμένος ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας της ανοιχτότητας προς νέες ανάγκες, νέες ικανότητες και νέες ταυτότητες, η χειραφετητική διάσταση της μορφής της αξίας δεν είναι λιγότερο πραγματική από τη φρικτή αλλοτρίωσή της. Η κυριαρχία της μορφής της αξίας πέρα από τα γεωγραφικά σύνορα και η απελευθέρωση των ανθρώπινων αναγκών, ικανοτήτων και ταυτοτήτων πέρα από κάθε αυθαίρετο περιορισμό αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Οι επακόλουθοι προσδιορισμοί του Τόμου Ι
Το ποσοστό της υπεραξίας
Το μυστικό της κεφαλαιακής μορφής έγκειται στην απόσπαση υπερεργασίας και στην ιδιοποίησή της από το κεφάλαιο υπό τη μορφή της υπεραξίας. Στη συστηματική διάταξη των ουσιωδών προσδιορισμών του κεφαλαίου, ο αμέσως επόμενος πιο σύνθετος και πιο συγκεκριμένος προσδιορισμός μετά την κατηγορία της «εκμετάλλευσης» είναι η πάλη γύρω από το ποσοστό υπεραξίας, η οποία αποτελεί αναγκαίο χαρακτηριστικό της σχέσης κεφαλαίου/μισθωτής εργασίας. Μια πρώτη διάσταση αυτής της πάλης αφορά στον κοινωνικό προσδιορισμό της αξίας της εργασιακής δύναμης. Με δεδομένες όλες τις άλλες συνθήκες, όσο χαμηλότερη είναι η αξία της εργασιακής δύναμης, τόσο μικρότερο μέρος της εργάσιμης ημέρας πρέπει να αφιερωθεί στην παραγωγή οικονομικής αξίας ισοδύναμης με τους μισθούς που λαμβάνουν οι εργάτες, και τόσο μεγαλύτερο μέρος μπορεί να αφιερωθεί στην παραγωγή υπεραξίας. Έτσι, τα αντικειμενικά συμφέροντα του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας δεν συμπίπτουν. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η αναπόδραστη τάση του κεφαλαίου να επιχειρεί να αυξήσει το ποσοστό υπεραξίας μέσω της παράτασης της εργάσιμης ημέρας, και η εξίσου αναπόφευκτη τάση των μισθωτών εργαζομένων να αντιστέκονται σε αυτή την παράταση. Όταν μια τέτοια αντίσταση είναι επιτυχής – και ακόμη και όταν δεν είναι, δεδομένου του γεγονότος ότι υπάρχουν συγκεκριμένες ώρες μέσα στην ημέρα που μπορούν να αφιερωθούν στην υπερεργασία – το κεφάλαιο θα επιχειρήσει αναγκαστικά να εισαγάγει τεχνολογικές και οργανωτικές καινοτομίες που εντατικοποιούν την εργασιακή διαδικασία[viii]. Και εδώ, η αντίσταση στο κεφάλαιο είναι εγγενής στο ίδιο το κεφάλαιο. Και οι τρεις αυτές μορφές ταξικής πάλης παραπέμπουν εμμέσως στην παγκόσμια αγορά ως το ύστατο στάδιο στο οποίο καθορίζεται το ποσοστό υπεραξίας.
Ο Μαρξ τονίζει ότι η αξία της εργασιακής δύναμης διαθέτει αναγκαστικά ένα «ιστορικό και ηθικό» στοιχείο. Η παγκόσμια αγορά διαδραματίζει εμμέσως καθοριστικό ρόλο στον προσδιορισμό αυτού του στοιχείου. Η παγκόσμια αγορά ανοίγει τη δυνατότητα εισαγωγής εμπορευμάτων χαμηλότερου κόστους, τα οποία μπορούν να υποκαταστήσουν τα εμπορεύματα που καταναλώνουν σήμερα οι εργαζόμενοι. Αυτό ανοίγει τη δυνατότητα μιας μακροπρόθεσμης μείωσης της αξίας της εργασιακής δύναμης σε σχέση με το επίπεδο στο οποίο διαφορετικά θα βρισκόταν, γεγονός που με τη σειρά του ανοίγει τη δυνατότητα αύξησης του ποσοστού υπεραξίας. Η τάση για «αύξηση της αξίας χάριν της αξίας» διασφαλίζει ότι αυτές οι δυνατότητες θα τείνουν αναγκαστικά να πραγματώνονται. Η μαζική ροή νέων καλλιεργειών (ιδίως της ζάχαρης) από τον «νέο» κόσμο προς τον «παλαιό» καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο αυτή η δυναμική λειτούργησε στα ιστορικά πρώτα βήματα της καπιταλιστικής παγκόσμιας αγοράς. Οι συζητήσεις γύρω από τους Νόμους περί Σίτου (Σ.τ.Μ., Corn Laws) αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα της σημασίας αυτού του παράγοντα στην εποχή του Ρικάρντο. Και ο τρόπος με τον οποίο οι φθηνές εισαγωγές καταναλωτικών αγαθών έχουν συμβάλει ουσιαστικά στη στασιμότητα των πραγματικών μισθών στις Ηνωμένες Πολιτείες προσφέρει μια σύγχρονη εικόνα αυτής της τάσης.
Ο προσδιορισμός της αξίας της εργασιακής δύναμης, ωστόσο, δεν αποτελεί ποτέ απλώς ζήτημα του κόστους των εμπορευμάτων που καταναλώνουν οι εργαζόμενοι και οι οικογένειές τους. Ο συσχετισμός των ταξικών δυνάμεων σε έναν συγκεκριμένο τόπο και χρόνο είναι το καίριο ζήτημα. Ο συσχετισμός αυτός είναι καθοριστικής σημασίας και για τις προοπτικές των προσπαθειών του κεφαλαίου να επιμηκύνει την εργάσιμη ημέρα και να αναδιαρθρώσει την εργασιακή διαδικασία προς όφελός του μέσω τεχνολογικών και οργανωτικών καινοτομιών.
Πιστεύω ότι ο Μαρξ διατύπωσε τρείς βασικές επισημάνσεις σε αυτό το επίπεδο της θεωρίας του. Πρώτον, οι ταξικοί αγώνες αποτελούν αναπόδραστο χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής μορφής[ix]. Δεύτερον, όταν «η δύναμη επίθεσης της εργατικής τάξης [αυξάνεται] μαζί με τον αριθμό των συμμάχων της στα κοινωνικά στρώματα που δεν είχαν άμεσο συμφέρον από το ζήτημα αυτό» (Marx 1976, σ. 409). Τρίτον, ωστόσο, όσο οι καπιταλιστικές σχέσεις ιδιοκτησίας παραμένουν σε ισχύ, το κεφάλαιο διαθέτει τα ισχυρότερα όπλα. Κατά συνέπεια, υπάρχει μια αναγκαία τάση τα όποια κέρδη αποσπά η εργασία να είναι περιορισμένα και επισφαλή. Για τους σκοπούς μας εδώ, τα κύρια όπλα που πρέπει να εξετάσουμε είναι η απεργία κεφαλαίου και η φυγή κεφαλαίου, το τελευταίο από τα οποία παραπέμπει εμμέσως στην παγκόσμια αγορά.
Όταν οι μισθωτοί εργαζόμενοι καταφέρουν, για μια σειρά ενδεχόμενων λόγων, να επαναπροσδιορίσουν την αξία της εργασιακής δύναμης με τρόπο που συμπιέζει τα κέρδη, δηλαδή διά του περιορισμού της εργάσιμης ημέρας ή διά της αντίστασης σε τεχνολογικές και οργανωτικές μεταβολές που αποδυναμώνουν την ικανότητά τους να ελέγχουν τη διαδικασία παραγωγής, η πρώτη επιλογή όσων κατέχουν και ελέγχουν το κεφάλαιο είναι απλώς να κηρύξουν μια απεργία κεφαλαίου. Ελλείψει πρόσβασης στα μέσα διαβίωσης, οι μισθωτοί εργαζόμενοι, κατά κανόνα, σύντομα θα βρεθούν αναγκασμένοι να εγκαταλείψουν ορισμένα από τα κέρδη τους ως όρο για τη συνέχιση της απασχόλησης. Μια απεργία κεφαλαίου, ωστόσο, διακόπτει τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου και, ως εκ τούτου, συχνά αποτελεί λιγότερο ικανοποιητική επιλογή από τη σκοπιά του κεφαλαίου σε σύγκριση με τη φυγή κεφαλαίου. Η φυγή κεφαλαίου είναι απλώς η διαδικασία μετατόπισης των επενδύσεων από μία περιοχή σε μια άλλη, με την ελπίδα ότι έτσι θα μεταβληθεί ο συσχετισμός δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας προς όφελος του πρώτου. Ακόμη και απλές απειλές μεταφοράς των επενδύσεων συνήθως επιτρέπουν στους ιδιοκτήτες και διαχειριστές του κεφαλαίου να εφαρμόσουν μια στρατηγική «διαίρει και βασίλευε», στο πλαίσιο της οποίας ένα τμήμα της μισθωτής εργασίας τίθεται αντιμέτωπο με ένα άλλο, επιτρέποντας στο κεφάλαιο να διατηρεί ή/και να αυξάνει την ιδιοποίηση υπεραξίας. Κατ’ αρχήν, οι στρατηγικές του «διαίρει και βασίλευε» περιλαμβάνουν και τις διασυνοριακές ροές κεφαλαίου με τη μορφή άμεσων ξένων επενδύσεων[x]. Η πραγμάτευση του ανταγωνισμού κεφαλαίου/μισθωτής εργασίας στη σφαίρα της παραγωγής μας οδηγεί και πάλι, υπόρρητα, στον πιο ουσιώδη, ίσως, προσδιορισμό της παγκόσμιας αγοράς: τον ανταγωνισμό συμφερόντων μεταξύ του κεφαλαίου εν γένει και της μισθωτής εργασίας εν γένει, ο οποίος ισχύει πέρα από τα γεωγραφικά σύνορα.
Η αλλότρια δύναμη του κεφαλαίου πάνω στην ανθρώπινη κοινωνία ενισχύεται από οτιδήποτε διαιρεί το «άλλο» του κεφαλαίου. Αυτό το άλλο είναι η εργασία, και πολλά τμήματα στο εσωτερικό της μισθωτής εργασίας, στο επίπεδο της παγκόσμιας αγοράς, τείνουν αναγκαστικά να αναδύονται από προσδιορισμούς που συζητούνται ήδη σε αυτό το επίπεδο του Τόμου Ι. Τα επίπεδα παραγωγικότητας διαφέρουν μεταξύ διαφορετικών γεωγραφικών περιοχών, οδηγώντας σε διαφορές στο «ιστορικό και ηθικό» στοιχείο της αξίας της εργασιακής δύναμης (Marx 1968, σσ. 16–17). Οι αγώνες για τη διατήρηση ή την αναθεώρηση προς τα πάνω του «ιστορικού και ηθικού» στοιχείου της αξίας της εργασιακής δύναμης δεν θα είναι εξίσου επιτυχείς παντού, όπως επίσης δεν θα είναι εξίσου επιτυχείς οι αγώνες ενάντια στην επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας και στην επιβολή τεχνολογικών-οργανωτικών καινοτομιών που μετατοπίζουν τον έλεγχο της διαδικασίας εργασίας μακριά από την εργασία. Οι τάσεις για τη συγκρότηση τμημάτων στο εσωτερικό της διεθνούς εργατικής τάξης είναι εξαιρετικά ισχυρές ακόμη και σε σχέση με πιο συγκεκριμένες πηγές διαίρεσης, όπως ο εθνικισμός, η θρησκεία, η εθνοτική καταγωγή, η φυλή και το φύλο.
Παρά ταύτα, η σύνθετη κανονιστική διάσταση των αρχικών σταδίων της θεωρίας του Μαρξ ισχύει και εδώ, όπως και παντού σε ολόκληρο το Κεφάλαιο. Ενώ κάθε στάδιο στη συστηματική πορεία ανάπτυξης της θεωρίας, εμμέσως υποδεικνύει την παγκόσμια αγορά ως το τελικό πλαίσιο της αλλότριας κυριαρχίας της αξίας, επιπλέον υποδηλώνει την παγκόσμια αγορά και ως τόπο ανάπτυξης των ανθρώπινων αναγκών, των ικανοτήτων και των ταυτοτήτων πέρα από τα συνήθη περιοριστικά πλαίσια. Κάθε στάδιο υποδηλώνει επίσης τον προλεταριακό διεθνισμό ως το κατεξοχήν πλαίσιο για μια πολιτική απάντηση στην κυριαρχία αυτής της αλλότριας δύναμης, ακόμη και όταν οι τάσεις τμημάτων (Σ.τ.Μ., Departments) της διεθνούς εργατικής τάξης αναγνωρίζονται πλήρως. Στο παρόν επίπεδο διάρθρωσης των κατηγοριών, ο Μαρξ σημείωνε ρητά πώς επιτυχημένοι αγώνες σε ένα τμήμα της παγκόσμιας αγοράς μπορούν να εμπνεύσουν αγώνες αλλού[xi]. Επίσης, η αντικειμενική υλική βάση για μια κοσμοπολίτικη ταυτότητα των εργατών ενισχύεται σε αυτό το επίπεδο της πραγμάτευσης. Η παγκόσμια αγορά δεν φέρνει απλώς τους εργάτες κοντά σε ορισμένες περιπτώσεις και τους διαιρεί σε άλλες· οι εργάτες έρχονται κοντά ακριβώς μέσω της ίδιας δυναμικής που δημιουργεί και διαχωρισμούς. Οι μισθωτοί εργάτες σε ολόκληρη την παγκόσμια αγορά σχετίζονται κοινωνικά όχι μόνο μέσω της ανταλλαγής παραγόμενων εμπορευμάτων, αλλά και μέσω αντικειμενικών δεσμών που εγκαθιδρύονται από τη φυγή κεφαλαίων· η στρατηγική του «διαίρει και βασίλευε» ενώνει γεωγραφικά διαχωρισμένους εργάτες υποτάσσοντάς τους ταυτόχρονα στην ίδια δύναμη. Ως αποτέλεσμα, η τάση των εργατών να ενώνονται υπερβαίνοντας γεωγραφικούς περιορισμούς είναι εξίσου εγγενής στην κεφαλαιακή μορφή με την τάση διαχωρισμού. Ποιά τάση κυριαρχεί στο εκάστοτε συγκεκριμένο πλαίσιο είναι ένα ζήτημα συγκυριακό.
Η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου.
Για τους σκοπούς μας, το τελικό και μείζον θέμα του Τόμου Ι είναι η διαδικασία συσσώρευσης. Η σημαντικότερη κατηγορία που εισάγεται σε αυτό το θεωρητικό επίπεδο είναι η συστηματική τάση προς συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Καθώς η διαδικασία συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης προχωρεί, είναι αναγκαίο ότι και η γεωγραφική κλίμακα στην οποία λειτουργούν τα ηγεμονικά επιμέρους κεφάλαια, τείνει επίσης να επεκτείνεται. Τοπικές επιχειρήσεις που παράγουν για τοπικές αγορές τείνουν να υποχωρούν έναντι περιφερειακών επιχειρήσεων που παράγουν για περιφερειακές αγορές και στη συνέχεια έναντι εθνικών επιχειρήσεων που παράγουν για εθνικές αγορές. Η τάση προς συγκέντρωση και συγκεντροποίηση δεν σταματά σε αυτό το σημείο, και έτσι υπάρχει μια αναγκαία τάση οι ηγεμονικές επιχειρήσεις στους ηγεμονικούς κλάδους να παράγουν για παγκόσμιες αγορές[xii].
Η ενοποίηση ενός σχετικά μικρού αριθμού μεμονωμένων επιχειρήσεων που κυριαρχούν σε ηγετικούς κλάδους λαμβάνει χώρα μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών καθώς και μέσω εσωτερικής ανάπτυξης. Αυτή η διαδικασία, και πάλι, δεν παύει ξαφνικά με την ανάδυση μεγάλων επιχειρήσεων ενοποιημένων στο επίπεδο της εθνικής οικονομίας. Καθώς η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου προχωρεί, υπάρχει μια αναγκαία τάση για αύξηση με την πάροδο του χρόνου των διασυνοριακών συγχωνεύσεων και εξαγορών, μια σημαντική προσδιοριστική διάσταση της παγκόσμιας αγοράς (βλ. όμως και την υποσημείωση αριθ. 9).
Μια ακόμη ουσιώδης διάσταση της παγκόσμιας αγοράς, η οποία υπονοείται στα καταληκτικά μέρη του 1ου τόμου του Κεφαλαίου, μπορεί να αναδειχθεί εδώ, δια της επισημάνσεως του γεγονότος ότι η διαδικασία συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης δεν παράγει απλώς μια τάση προς την καθετοποίηση των επιχειρήσεων. Είναι αλήθεια ότι όταν οι επιχειρήσεις αγοράζουν εισροές από άλλες μονάδες κεφαλαίου, το κόστος τους είναι c+v+s, ενώ όταν παράγουν οι ίδιες τις εισροές τους το κόστος μειώνεται σε c+v, με όλους τους άλλους παράγοντες σταθερούς (Marx 1963, 140, 220). Τα μεγαλύτερα κέρδη που προκύπτουν από τα χαμηλότερα κόστη πράγματι ενισχύουν την τάση προς καθετοποίηση. Από την άλλη πλευρά, όμως, όσο περισσότερα τμήματα της παραγωγικής αλυσίδας ενσωματώνονται σε μια καθετοποιημένη επιχείρηση, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο χρόνος κύκλησης. Αυτό συνεπάγεται ότι υπάρχει ένα σημείο πέρα από το οποίο τα οφέλη από την περαιτέρω κλιμάκωση της διαδικασίας καθετοποίησης δεν αντισταθμίζουν τον μεγαλύτερο χρόνο κύκλησης. Πέρα από αυτό το σημείο, η συσσώρευση του κεφαλαίου τείνει να οδηγεί σε αποσύνθεση των παραγωγικών διαδικασιών.
«Η συσσώρευση και η συγκέντρωση που τη συνοδεύει δεν κατακερματίζονται λοιπόν σε πολλά σημεία, αλλά η αύξηση των λειτουργούντων κεφαλαίων εμποδίζεται τόσο από το σχηματισμό νέων όσο και από τη διάσπαση παλαιών κεφαλαίων. Ενώ λοιπόν από τη μία πλευρά η συσσώρευση παρασταίνεται ως αυξανόμενη συγκέντρωση των μέσων παραγωγής και του προστάγματος επί της εργασίας, από την άλλη πλευρά παρασταίνεται ως αμοιβαία απώθηση πολλών ατομικών κεφαλαίων» (Marx 1976, 776-77; Marx 1976, 591; Harvey 1999; Smith 2000a, κεφάλαιο 5)».
Για τους σκοπούς μας εδώ, η πιο σημαντική μορφή αποσύνθεσης είναι η ανάθεση της παραγωγής ορισμένων εισροών σε υπεργολάβους.
Η τάση προς καθετοποίηση συνεπάγεται ότι, στη διάρκεια της συσσώρευσης του κεφαλαίου, η γεωγραφική κλίμακα δραστηριοποίησης των ηγεμονικών επιχειρήσεων τείνει κατ’ ανάγκη να επεκτείνεται και να κορυφώνεται σε όλο και πιο εκτενείς διασυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές. Η συνακόλουθη αντίρροπη τάση προς την αποδιάρθρωση έχει επίσης συνέπειες για την παγκόσμια αγορά ως κοινωνική μορφή. Η αποδιάρθρωση συνίσταται στον κατακερματισμό της παραγωγικής αλυσίδας σε επιμέρους τμήματα και στην ανάθεση διαφορετικών σταδίων (Σ.τ.Μ., της παραγωγικής διαδικασίας) σε διαφορετικές επιχειρήσεις. Ο επιτακτικός χαρακτήρας της αξιοποίησης συνεπάγεται ότι, όποτε οι επιχειρήσεις του πυρήνα μπορούν να συσσωρεύουν κεφάλαιο ταχύτερα μέσω της εξωτερικής ανάθεσης τμημάτων της παραγωγικής αλυσίδας σε ξένους προμηθευτές, εμφανίζεται κατ’ ανάγκη η τάση για την εφαρμογή τέτοιων διασυνοριακών υπεργολαβικών ρυθμίσεων. (Και εδώ πρέπει να έχουμε κατά νου τα σημεία που τίθενται στην υποσημείωση αρ. ix)
Η διαδικασία της συσσώρευσης δεν είναι απλώς ζήτημα ροών κεφαλαίου. Αναπόφευκτα συμπεριλαμβάνει και ροές εργασίας. Η σχέση κεφαλαίου/μισθωτής εργασίας δεν περιορίζεται στην πώληση της εργασιακής δύναμης ως εμπόρευμα στις αγορές εργασίας ούτε μόνο στην οργάνωση της εργασιακής διαδικασίας στην σφαίρα της παραγωγής. Οι σχέσεις αυτές είναι ενσωματωμένες σε διαδικασίες εντός των οποίων τεράστιες δεξαμενές εργασιακής δύναμης σχηματίζονται και κινούνται με ρυθμό αντίστοιχο των ρυθμών της συσσώρευσης του κεφαλαίου και των επιθυμιών του πλήθους. Στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου ο Μαρξ σημειώνει ρητά ότι το τελικό πλαίσιο για αυτές τις ροές εργασίας παρέχεται από την παγκόσμια αγορά. Στις περιοχές όπου η συσσώρευση κεφαλαίου είναι περιορισμένη, σχηματίζονται τεράστια αποθέματα ανέργων μισθωτών εργατών, σημαντικό ποσοστό των οποίων μεταναστεύει προς περιοχές όπου ο ρυθμός συσσώρευσης είναι ταχύς. Η ανάλυση του Μαρξ στον 1ο τόμο για τη μετανάστευση από την Ιρλανδία τον 19ο αιώνα παραμένει υποδειγματική για αυτή τη διάσταση της διαδικασίας της συσσώρευσης (Marx 1976, 854 κ.ε.)[xiii]. Αυτές οι διασυνοριακές ροές εργασίας τείνουν ταυτόχρονα να οξύνουν τις διαιρέσεις μέσα στην εργατική τάξη και, μακροπρόθεσμα, να τις υπερβαίνουν. Για άλλη μια φορά, η συστηματική θεωρία δεν μπορεί να προσδιορίσει εκ των προτέρων ποια τάση θα αποδειχθεί ισχυρότερη σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο.
Με αυτό ολοκληρώνουμε την επισκόπησή μας του τρόπου με τον οποίο τα βασικά επίπεδα ανάλυσης του 1ου τόμου του Κεφαλαίου παραπέμπουν υπόρρητα στην κατηγορία της «παγκόσμιας αγοράς» ως κορύφωση της συστηματικής διάταξης του Μαρξ και ταυτόχρονα υπαινίσσονται κρίσιμους προσδιορισμούς αυτής της κοινωνικής μορφής. Είναι πλέον ώρα να εξετάσουμε πώς οι άλλοι δύο τόμοι του Κεφαλαίου μπορούν να εμβαθύνουν την κατανόησή μας για το «απόν βιβλίο» σχετικά με την παγκόσμια αγορά.
Τόμος 2oς
Οι κυκλήσεις του κεφαλαίου
Για τους σκοπούς μας εδώ, το περιεχόμενο του 2ου τόμου μπορεί να διακριθεί σε δύο βασικές ενότητες. Η πρώτη αφορά το τμήμα εκείνο που αφορά στην απάντηση του Μαρξ σε μια ένσταση εναντίον της θεωρίας του για την υπεραξία. Στη διαδικασία Χ–Ε–Π…Ε΄–Χ΄ ο χρόνος που δαπανάται στην κυκλοφορία εκτός της εργασιακής διαδικασίας εμφανίζεται ως εξίσου σημαντικός για τη συσσώρευση του κεφαλαίου με την ίδια την εργασιακή διαδικασία. Θα μπορούσε άραγε να συναχθεί από αυτό ότι ο χρόνος κυκλοφορίας παράγει αξία με τρόπο ασύμβατο με τη μαρξική θεωρία της εκμετάλλευσης; Απαντώντας σε αυτή τη συλλογιστική, ο Μαρξ υποστηρίζει ότι τα κόστη κυκλοφορίας εκτός της εργασιακής διαδικασίας αποτελούν αφαίρεση από την υπεραξία που θα μπορούσε δυνητικά να συσσωρευτεί σε μια δεδομένη περίοδο. Μειώσεις στον χρόνο κυκλοφορίας που περιορίζουν αυτά τα κόστη τείνουν πράγματι να αυξάνουν τη συσσώρευση υπεραξίας. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση ότι ο χρόνος που δαπανάται στη διαδικασία κυκλοφορίας εκτός της εργασιακής διαδικασίας παράγει ο ίδιος υπεραξία.
Μια βασική συνέπεια αυτού του επιχειρήματος είναι ότι η συστηματική τάση για καινοτομίες που μειώνουν τον χρόνο περιστροφής και τα κόστη κυκλοφορίας είναι εξίσου εγγενής στη μορφή «κεφάλαιο» με την τάση για καινοτομίες στην ίδια την εργασιακή διαδικασία που αυξάνουν άμεσα το ποσοστό υπεραξίας. Εξ αυτού απορρέει ότι είναι εγγενείς στην καπιταλιστική ανάπτυξη οι συστηματικές και σημαντικές βελτιώσεις στις τεχνολογίες μεταφορών και επικοινωνιών, διότι αυτές οι μορφές τεχνολογικής αλλαγής μειώνουν τον χρόνο περιστροφής του κεφαλαίου και τα κόστη κυκλοφορίας. Όσο μεγαλύτερες είναι οι πρόοδοι στις μεταφορές και τις επικοινωνίες, τόσο ταχύτερα το κεφάλαιο διανύει τους κύκλους του, με σταθερούς όλους τους άλλους παράγοντες. Υπάρχει λοιπόν στον καπιταλισμό μια αναγκαία τάση προς τη συμπίεση του χρόνου. Ωστόσο, οι ίδιες αυτές τεχνολογικές πρόοδοι διευρύνουν επίσης τη γεωγραφική εμβέλεια εντός της οποίας οι αλληλεπικαλυπτόμενοι κύκλοι του κεφαλαίου μπορούν να λειτουργούν αποτελεσματικά. Υπάρχει, επομένως, και μια αναγκαία τάση προς τη συμπίεση του χώρου στη μορφή «κεφάλαιο» (Harvey 1999).
Από αυτή την οπτική, ο 2ος τόμος ενισχύει τους προσδιορισμούς της παγκόσμιας αγοράς που είναι σε υπόρρητο επίπεδο παρόντες στον 1ο Τόμο. Το κεφάλαιο ενδιαφέρεται πρωτίστως για «την αύξηση της αξίας χάριν της αξίας». Οι προσδιορισμοί της παγκόσμιας αγοράς που υπονοούνται στον 1ο τόμο —οι διασυνοριακές ροές εμπορευμάτων, οι ανταλλαγές τοπικών νομισμάτων, οι άμεσες ξένες επενδύσεις, οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές καθώς και υπεργολαβικές ρυθμίσεις— συνεπάγονται όλοι κόστη κυκλοφορίας. Όταν αυτά τα κόστη είναι αρκετά υψηλά, οι ροές εμπορευμάτων και επενδύσεων στο επίπεδο της παγκόσμιας αγοράς μπορεί να παρεμποδίζουν «την αύξηση της αξίας χάριν της αξίας». Υπό τέτοιες συνθήκες, αυτές οι ροές δεν θα επιδιωχθούν. Παρά ταύτα, ο Μαρξ επιμένει ότι η παγκόσμια αγορά είναι υπόρρητα παρούσα από την ίδια την αρχή του Κεφαλαίου. Τώρα μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα το γιατί. Η μορφή «κεφάλαιο» περιλαμβάνει μια αναγκαία συστηματική τάση μείωσης του κόστους τέτοιων συναλλαγών με την ανάπτυξη καινοτομιών στις τεχνολογίες επικοινωνίας και μεταφορών προϊόντος του χρόνου.
Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να κάνω μια παρέκβαση σχετικά με ένα ακόμη χαρακτηριστικό της παγκόσμιας αγοράς που θεωρώ ότι είναι υπόρρητα παρόν στους προσδιορισμούς του Κεφαλαίου που εξετάσαμε. Μπορούμε να διακρίνουμε δύο γενικά μοντέλα ή ιδεατούς τύπους παγκόσμιας αγοράς. Ο πρώτος μπορεί να ονομαστεί «διεθνές» μοντέλο, στο οποίο η παραγωγή λαμβάνει χώρα εντός εθνικών συνόρων (συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής από ξένες επιχειρήσεις ή από επιχειρήσεις που λειτουργούν ως υπεργολάβοι για ξένες εταιρείες), με ένα μέρος της παραγωγής να εξάγεται στη συνέχεια σε ξένες αγορές. Το δεύτερο μοντέλο μπορεί να χαρακτηριστεί ως «υπερεθνική» ή «παγκοσμιοποιημένη» παγκόσμια αγορά. Το διακριτικό τους γνώρισμα είναι ότι όλες οι στιγμές του κυκλώματος Χ–Ε–Π…Ε΄–Χ΄ (καθώς και τα κυκλώματα Π–Π και Ε΄–Ε΄ που είναι αλληλένδετα με αυτό, όπως αναλύεται στον 2ο τόμο) τείνουν να συμπεριλαμβάνουν διασυνοριακές ροές και όχι μόνο τις αρχικές επενδύσεις (Χ) και τις τελικές στιγμές Ε΄–Χ΄. Συγκεκριμένα, το δεύτερο μοντέλο περιλαμβάνει την αγορά εισροών και την επέκταση των παραγωγικών αλυσίδων πέρα από τα εθνικά σύνορα. Και οι δύο τύποι παγκόσμιας αγοράς είναι συμβατοί με τις κοινωνικές μορφές που εξετάζονται στο Κεφάλαιο. Θα πρέπει άραγε να συμπεράνουμε ότι ο συγκεκριμένος τύπος παγκόσμιας αγοράς που επικρατεί σε κάθε ιστορικό πλαίσιο εξαρτάται αποκλειστικά από τυχαίες συγκυρίες πέρα από το πεδίο της συστηματικής θεωρίας;
Κατά τη γνώμη μου, μια ισχυρότερη άποψη είναι εφικτή: η αναπόφευκτη ώθηση στο πλαίσιο της μορφής «κεφάλαιο» προς τη μείωση των κόστους της κυκλοφορίας και του χρόνου της περιστροφής συνεπάγεται μια συστηματική τάση για την ανάδυση της υπερεθνικής μορφής παγκόσμιας αγοράς κατά την πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Όσο περισσότερο οι τεχνολογίες επικοινωνίας και μεταφορών μειώνουν τα κόστη κυκλοφορίας και τον χρόνο περιστροφής του κεφαλαίου, τόσο ενισχύεται η τάση προς την υπερεθνική παραγωγή. Θα δούμε παρακάτω ότι αυτή η συστηματική τάση προς την υπερεθνική μορφή παγκόσμιας αγοράς ενισχύεται περαιτέρω από ζητήματα που ανακύπτουν σε επόμενα θεωρητικά επίπεδα του Κεφαλαίου.
Η αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου
Το άλλο κύριο θέμα του 2ου τόμου είναι η ανάλυση των σχημάτων της απλής και διευρυμένης αναπαραγωγής. Τα σχήματα αυτά συγκροτούν ταυτόχρονα δύο στιγμές. Πρώτον, το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο μπορεί να αναπαράγεται διαχρονικά παρά την αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής, μέσω ροών επενδυτικού κεφαλαίου και αγορών εμπορευμάτων που συνδέουν το Τμήμα Ι, αφιερωμένο στην παραγωγή μέσων παραγωγής, και το Τμήμα ΙΙ, όπου παράγονται μέσα κατανάλωσης. Δεύτερον, ωστόσο, οι όροι της «αρμονικής» αναπαραγωγής είναι τόσο απαιτητικοί ώστε η καπιταλιστική ανάπτυξη δεν εμφανίζει καμία εγγενή τάση προς στατική ή δυναμική ισορροπία («ισορροπημένη ανάπτυξη»). Και οι δύο αυτές διαπιστώσεις είναι κρίσιμες για την προβληματική του παρόντος άρθρου.
Με δεδομένα τα όσα έχουν ήδη ειπωθεί, μπορούμε να συμπεράνουμε άμεσα ότι η συστηματική αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου που εξετάζεται στο 3ο Μέρος του 2ου Τόμου αφορά, υπόρρητα, την αναπαραγωγή στο επίπεδο της παγκόσμιας αγοράς. Το εκτενές απόσπασμα από τις Θεωρίες για την Υπεραξία που παρατέθηκε στην αρχή αυτού του άρθρου υποδηλώνει ότι οι αγορές των παραγωγών και των καταναλωτών από το Τμήμα Ι και το Τμήμα ΙΙ αντίστοιχα δεν περιορίζονται σε εμπορεύματα που παράγονται στην εγχώρια οικονομία. Επιπλέον, οι άμεσες ξένες επενδύσεις, οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές και η διασυνοριακή υπεργολαβία συνεπάγονται όλες ροές επενδυτικού κεφαλαίου προς το Τμήμα Ι και το Τμήμα ΙΙ που δεν περιορίζονται στην εγχώρια οικονομία. Οι διασυνοριακές αγορές πρώτων υλών και παγίου κεφαλαίου από το Τμήμα Ι μπορούν να ληφθούν ως αντιπροσωπευτικά παραδείγματα.
Καθώς η κλίμακα της καπιταλιστικής παραγωγής αυξάνεται μέσω των διαδικασιών συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης, καθίσταται σχεδόν αδύνατο οι πρώτες ύλες που βρίσκονται σε οποιαδήποτε περιορισμένη γεωγραφική περιοχή να επαρκούν πλήρως για την παραγωγή σε αυτή την περιοχή. Συνεπώς, υπάρχει μια αναγκαία τάση η αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου να περιλαμβάνει διασυνοριακές αγορές πρώτων υλών (Marx 1968, 437)[xiv]. Η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου συνεπάγεται επίσης ότι οι ηγεμονικές επιχειρήσεις σε κορυφαίους κλάδους αντιμετωπίζουν ολοένα περισσότερο ανταγωνισμό σε παγκόσμιο επίπεδο. Αν πάγιο κεφάλαιο που ενσωματώνει περισσότερο προωθημένη τεχνολογική γνώση αναπτύσσεται σε μια συγκεκριμένη περιοχή της παγκόσμιας αγοράς, οι μονάδες κεφαλαίου από άλλες περιοχές που ανταγωνίζονται στον ίδιο τομέα θα βρίσκονται σε μειονεκτική θέση. Πρέπει τότε να επιχειρήσουν να «καλύψουν τη διαφορά»˙ και ένας τρόπος να το κάνουν είναι να αγοράσουν πάγιο κεφάλαιο από την περιοχή όπου σημειώθηκε η τεχνολογική πρόοδος. Υπάρχει, με άλλα λόγια, μια συστηματική τάση στην αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου προς τη μεταφορά τεχνολογίας, τουλάχιστον μεταξύ περιοχών που διαθέτουν τους οικονομικούς πόρους για κάτι τέτοιο.
Στο επίπεδο αφαίρεσης του 3ου Μέρους του 2ου Τόμου είναι απλώς υπόρρητο ότι οι ροές αξίας προς και από τα δύο Τμήματα μέσω των οποίων αναπαράγεται το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο τείνουν αναγκαστικά να περιλαμβάνουν ροές επενδυτικού κεφαλαίου και εμπορευμάτων πέρα από τα εθνικά σύνορα. Σε μια συστηματική διαλεκτική, το υπόρρητο πρέπει να καταστεί ρητό· και έτσι, για ακόμη μία φορά, πρέπει να συμπεράνουμε ότι η συστηματική διάταξη των ουσιωδών προσδιορισμών της μορφής «κεφάλαιο» δεν είναι πλήρης πριν από την παραγωγή της κατηγορίας της «παγκόσμιας αγοράς».
3ος Τόμος
Η αναδιανομή της υπεραξίας
Στον 3o Τόμο, όπως και στον 2o Τόμο, μία από τις κεντρικές μέριμνες του Μαρξ είναι να αποδείξει ότι οι προσδιορισμοί που μας φέρνουν πιο κοντά στο συγκεκριμένο και την πολυπλοκότητα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής δεν μας υποχρεώνουν να εγκαταλείψουμε τη θεωρία της υπεραξίας. Οι επικριτές αυτής της θεωρίας ορθώς επισημαίνουν ότι οι βιομηχανικοί κλάδοι που απασχολούν μεγαλύτερους αριθμούς μισθωτών εργατών δεν τείνουν να απολαμβάνουν υψηλότερα ποσοστά κέρδους από άλλους κλάδους, όπως θα φαινόταν να προκύπτει εάν η εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας ήταν η μοναδική πηγή των κερδών. Αμφισβητούν επίσης κατά πόσον ο Μαρξ μπορεί να ερμηνεύσει τα κέρδη του εμπορικού και του χρηματιστικού κεφαλαίου, καθώς και τις προσόδους που ιδιοποιούνται οι γαιοκτήμονες, δεδομένης της θέσης του ότι τα κέρδη εδράζονται στην ιδιοποίηση υπεραξίας που παράγεται από τη βιομηχανική μισθωτή εργασία. Στον 3o Τόμο ο Μαρξ απαντά σε αυτές τις δύο ενστάσεις.
Η απάντηση του Μαρξ στην πρώτη κριτική εμφανίζεται στην αρχή του 3ου Τόμου, όπου το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο διαχωρίζεται σε ένα πλήθος κλάδων με διαφορετική αξιακή σύνθεση κεφαλαίου (διαφορετικές αναλογίες μεταξύ του χρηματικού κεφαλαίου που επενδύεται στην αγορά μέσων παραγωγής — «σταθερό κεφάλαιο» — και εκείνου που επενδύεται στην αγορά εργασιακής δύναμης — «μεταβλητό κεφάλαιο»). Παρατηρεί ότι, εάν τα εμπορεύματα ανταλλάσσονταν στις τιμές κόστους συν την υπεραξία που παράγεται στον εκάστοτε κλάδο (C+V+S), διαφορετικές βιομηχανίες θα παρουσίαζαν εξαιρετικά αποκλίνουσες αναλογίες κέρδους (υποθέτοντας ίσο συνολικό κεφάλαιο και ίδιο βαθμό εκμετάλλευσης). Οι κλάδοι με σχετικά υψηλή αξιακή σύνθεση κεφαλαίου θα είχαν χαμηλό ποσοστό κέρδους και αντιστρόφως[xv]. Η κινητικότητα του κεφαλαίου και ο ανταγωνισμός μεταξύ κεφαλαίων, ωστόσο, δημιουργούν μια τάση εξίσωσης των ποσοστών κέρδους μεταξύ των κλάδων[xvi]. Οι επενδύσεις κεφαλαίου τείνουν να αποσύρονται από τους κλάδους με χαμηλότερα ποσοστά κέρδους και να κατευθύνονται προς εκείνους με υψηλότερα. Οι πιέσεις από τον ανταγωνισμό υποχωρούν έτσι στους πρώτους και εντείνονται στους δεύτερους, δημιουργώντας μια τάση αύξησης των ποσοστών κέρδους στους πρώτους και μείωσής τους στους δεύτερους. Αυτό συνεπάγεται ότι, στο παρόν επίπεδο αφαίρεσης, τα εμπορεύματα που παράγονται από τα βιομηχανικά κεφάλαια τείνουν να πωλούνται στις τιμές παραγωγής P=(C+V)(1+R), όπου το «R» ορίζεται ως ποσοστό κέρδους που τείνει να εξισώνεται μεταξύ των κλάδων στη δεδομένη περίοδο[xvii]. Οι τιμές παραγωγής νοούνται ως κέντρα βάρους γύρω από τα οποία κινούνται οι αγοραίες τιμές, ανάλογα με τις προσωρινές συνθήκες προσφοράς και ζήτησης. Σε αυτό το επίπεδο αφαίρεσης τα κέρδη τείνουν να είναι ανάλογα του μεγέθους του επενδεδυμένου κεφαλαίου. Έτσι, φαίνεται σαν το ίδιο το κεφάλαιο να παράγει υπεραξία. Όμως, παρότι η σύνδεση των κερδών με την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας καθίσταται λιγότερο διαφανής σε αυτό το επίπεδο ανάλυσης, η σύνδεση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται. Οι τιμές παραγωγής αποτελούν το αποτέλεσμα μιας (λογικής) αναδιανομής της υπεραξίας εντός της δεδομένης περιόδου· τα συνολικά κέρδη ισούνται με τη συνολική υπεραξία (Moseley, 1993b).
Με τη μετάβαση στον 3o Τόμο, στα ακόμη πιο σύνθετα και συγκεκριμένα επίπεδα του εμπορικού και του χρηματιστικού κεφαλαίου, ο φετιχισμός του κεφαλαίου λαμβάνει τις ανώτερες μορφές του. Οι κάτοχοι τόσο του εμπορικού όσο και του χρηματιστικού κεφαλαίου απολαμβάνουν προφανώς αποδόσεις επί των επενδύσεών τους. Το γεγονός αυτό φαίνεται να αντιφάσκει κατάφωρα με τον ισχυρισμό ότι τα κέρδη εδράζονται στην ιδιοποίηση της υπεραξίας που παράγεται από τους βιομηχανικούς μισθωτούς εργάτες. Ιδίως τα κέρδη που προκύπτουν από το κύκλωμα Χ–Χʹ του χρηματιστικού κεφαλαίου μοιάζουν να αμφισβητούν τη μαρξική θεωρία της εκμετάλλευσης στα ίδια της τα θεμέλια. Εδώ τα κέρδη εμφανίζονται να απορρέουν αποκλειστικά από το ίδιο το κεφάλαιο, σαν το κεφάλαιο να ήταν αυτό καθεαυτό παραγωγικό αξίας, ακόμη και απουσία οποιασδήποτε σύνδεσης με την παραγωγή. Το φαινόμενο της προσόδου που ιδιοποιούνται οι γαιοκτήμονες εγείρει ένα εξίσου σοβαρό πρόβλημα. Φαίνεται να αποδεικνύει οριστικά ότι και η γη είναι αυτή καθεαυτή παραγωγός οικονομικής αξίας. Για τον Μαρξ, ωστόσο, τόσο τα κέρδη του εμπορικού και του χρηματιστικού κεφαλαίου όσο και οι πρόσοδοι που απολαμβάνουν οι ιδιοκτήτες γης απορρέουν επίσης από μια (λογική) διαδικασία αναδιανομής της υπεραξίας που προκύπτει από την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας από το βιομηχανικό κεφάλαιο[xviii].
Και εδώ, η σημασία του επιχειρήματος του Μαρξ για την προαναγγελία των ουσιωδών προσδιορισμών της παγκόσμιας αγοράς απορρέει άμεσα από συλλογισμούς που εισάγονται σε προγενέστερα στάδια της θεωρίας. Αν υπάρχει μια συστηματική τάση τα εμπορεύματα να παράγονται και να ανταλλάσσονται διασυνοριακά, καθώς και το επενδυτικό κεφάλαιο να ρέει επίσης πέρα από τα σύνορα, τότε προκύπτει άμεσα ότι οι τιμές παραγωγής που εξετάζονται στον 3ο Τόμο τείνουν κατ’ ανάγκην να διαμορφώνονται στο επίπεδο της παγκόσμιας αγοράς (αν και εδώ, όπως πάντα, οι παρατηρήσεις που αναφέρονται στην υποσημείωση 9 παραμένουν σχετικές):
«Ο βιομήχανος καπιταλιστής έχει μπροστά του την παγκόσμια αγορά. Συγκρίνει και γι αυτό οφείλει να συγκρίνει διαρκώς τις δικές του τιμές κόστους όχι μόνο με την αγοραία τιμή της χώρας του , αλλά και με την αγοραία τιμή ολόκληρης της παγκόσμιας αγοράς. Παράγει διαρκώς, παίρνοντας υπόψη του τις αγοραίες τιμές της παγκόσμιας αγοράς.» (Marx 1971, 470)[xix]
Συνάγεται επίσης ότι η (λογική) διαδικασία αναδιανομής της υπεραξίας μεταξύ βιομηχανικών και μη βιομηχανικών κεφαλαίων λαμβάνει χώρα εμμέσως και σε αυτό το επίπεδο, δεδομένου ότι οι διεθνείς ροές κεφαλαίου περιλαμβάνουν και ροές εμπορικού και χρηματιστικού κεφαλαίου.
Η συζήτηση του Μαρξ στον 2ο Τόμο σχετικά με την αναδιανομή της υπεραξίας σε κάθε δεδομένη περίοδο διεξάγεται σε ένα σχετικά υψηλό επίπεδο αφαίρεσης. Τρία άλλα ζητήματα που εξετάζονται στον 3o Τόμο εντάσσονται σε πιο συγκεκριμένα και σύνθετα θεωρητικά επίπεδα, αν και αυτό δεν παρουσιάζεται πάντοτε με την επιθυμητή σαφήνεια στο ίδιο το κείμενο. Πρόκειται για την ώθηση προς την ιδιοποίηση υπερκερδών μέσω καινοτομιών, τις κρίσεις υπερσυσσώρευσης και τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις. Και τα τρία αυτά θέματα έχουν σημαντικές συνέπειες για τη συστηματική κατανόηση της κοινωνικής μορφής της «παγκόσμιας αγοράς».
Υπερκέρδη από καινοτομίες
Ο ίδιος ο Μαρξ εξετάζει την τάση μεμονωμένων μονάδων κεφαλαίου προς ιδιοποίηση υπερκερδών μέσω καινοτομιών ως μια δευτερεύουσα στιγμή στη διαμόρφωση των τιμών παραγωγής, όπου ένα δεδομένο «R» (ποσοστό κέρδους) θεωρείται σταθερό και υποτίθεται ότι ισχύει εντός αλλά και μεταξύ όλων των κλάδων του βιομηχανικού κεφαλαίου (Marx, 1981: Κεφάλαιο 10). Ωστόσο, αυτή η συζήτηση αποκαλύπτει ένα πιο συγκεκριμένο και σύνθετο θεωρητικό επίπεδο από εκείνο των τιμών παραγωγής, ένα επίπεδο στο οποίο τα ποσοστά κέρδους διαφοροποιούνται εντός και μεταξύ των κλάδων (Walker, 1988· Smith, 2001). Πιστεύω ότι η ανάλυση στον 3ο Τόμο της τάσης για ιδιοποίηση υπερκερδών μέσω καινοτομιών υποδηλώνει κάτι εξαιρετικά βαθύ σχετικά με τη λειτουργία της παγκόσμιας αγοράς: τη συστηματική τάση προς ανισομερή ανάπτυξη[xx].
Η διαδικασία έρευνας και ανάπτυξης είναι προφανώς κρίσιμο στοιχείο για την εμφάνιση καινοτομιών τόσο σε διαδικασίας όσο και σε επίπεδο προϊόντος που καθιστούν δυνατή την ιδιοποίηση υπερκερδών (Smith, 1997). Οι μονάδες κεφαλαίου που διαθέτουν πρόσβαση σε προηγμένη έρευνα και ανάπτυξη βρίσκονται στην καλύτερη θέση για να αποσπάσουν αυτή τη μορφή υπερκερδών κατά την πορεία της παραγωγής και της ανταλλαγής. Κατά συνέπεια, βρίσκονται επίσης στην καλύτερη θέση προκειμένου να εδραιώσουν έναν ενάρετο κύκλο, στον οποίο τα υπερκέρδη που ιδιοποιούνται καθιστούν δυνατή την περαιτέρω έρευνα και ανάπτυξη, η οποία με τη σειρά της παρέχει τις σημαντικότερες προϋποθέσεις για την ιδιοποίηση μελλοντικών υπερκερδών. Αντίθετα, οι μονάδες κεφαλαίου που δεν διαθέτουν εξ αρχής πρόσβαση σε προηγμένη έρευνα και ανάπτυξη τείνουν να παγιδεύονται σε έναν φαύλο κύκλο. Η επακόλουθη αδυναμία τους να εισαγάγουν σημαντικές καινοτομίες αποτρέπει την ιδιοποίηση υπερκερδών, γεγονός που τείνει να περιορίζει την ικανότητά τους να συμμετάσχουν σε προηγμένη έρευνα και ανάπτυξη στην επόμενη περίοδο· αυτό, με τη σειρά του, περιορίζει τις μελλοντικές καινοτομίες και τις μελλοντικές ευκαιρίες κέρδους.
Ποιες συνέπειες έχει αυτή η γραμμή σκέψης για την κατανόησή μας της παγκόσμιας αγοράς; Οι μονάδες κεφαλαίου με τη μεγαλύτερη πρόσβαση σε προηγμένη έρευνα και ανάπτυξη, εξ ορισμού, τείνουν να συγκεντρώνονται σε εύπορες περιοχές της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ οι μονάδες χωρίς τέτοια πρόσβαση τείνουν να συγκεντρώνονται σε φτωχότερες περιοχές[xxi]. Οι πρώτες βρίσκονται σε πολύ καλύτερη θέση να διατηρήσουν τον ενάρετο κύκλο που περιγράφηκε παραπάνω, ενώ οι δεύτερες αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες στο να αποφύγουν τον φαύλο κύκλο. Έτσι, η ώθηση προς την ιδιοποίηση υπερκερδών μέσω της τεχνολογικής καινοτομίας τείνει να αναπαράγει συστηματικά την ανισομερή ανάπτυξη στην παγκόσμια αγορά με την πάροδο του χρόνου (Marx, 1981: 344–5)[xxii].
Πολλοί άλλοι προσδιορισμοί της παγκόσμιας αγοράς ενισχύουν αυτή την τάση προς ανισομερή ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένου του επαναπατρισμού κερδών που προκύπτουν από άμεσες ξένες επενδύσεις σε φτωχότερες περιοχές, της δυνατότητας των πολυεθνικών επιχειρήσεων να χειραγωγούν τις «τιμές» των εμπορευμάτων που «ανταλλάσσονται» στο πλαίσιο ενδοεπιχειρησιακών συναλλαγών, καθώς και της δυνατότητας των μονάδων κεφαλαίου σε εύπορες περιοχές να υποβάλλουν σε ανταγωνισμό υπεργολάβους των φτωχότερων περιοχών. Τα θέματα αυτά αποτελούν πιο σύνθετες και συγκεκριμένες όψεις των διευθετήσεων των άμεσων ξένων επενδύσεων και της διασυνοριακής υπεργολαβίας που εξετάστηκαν παραπάνω. Άλλοι προσδιορισμοί αφορούν θεωρητικά επίπεδα που δεν έχουν ακόμη εισαχθεί εδώ. Η φυγή κεφαλαίων που πραγματοποιείται από τοπικές ελίτ με στόχο τη διαφυγή από νομισματικούς κινδύνους και/ή την προστασία των καρπών της διαφθοράς, καθώς και η τάση των φτωχότερων περιοχών να περιπίπτουν στην «παγίδα του χρέους», αμφότερα προϋποθέτουν το κράτος. Αντί, ωστόσο, να διερευνήσω περαιτέρω αυτά τα ζητήματα εδώ, θα ήθελα τώρα να στραφώ στις κρίσεις υπερσυσσώρευσης[xxiii].
Κρίσεις υπερσυσσώρευσης
Στο Τρίτο Μέρος του 3ου Τόμου ΙΙΙ ο Μαρξ εισάγει τον λεγόμενο νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Παρότι σε διάφορα σημεία του έργου του ο Μαρξ διερευνά διαφορετικούς παράγοντες που βρίσκονται πίσω από τις κρίσεις του καπιταλισμού, σε αυτό το καίριο κείμενο, τουλάχιστον, η υπερσυσσώρευση πάγιου κεφαλαίου αποτελεί τη βασική ερμηνευτική μεταβλητή· το ποσοστό κέρδους τείνει να μειώνεται επειδή το C/V αυξάνεται με ταχύτερο ρυθμό από το S/V. Αν και η ενεργοποίηση αυτού του νόμου αφορά σε βραχυ-μεσοπρόθεσμες κυκλικές καθοδικές φάσεις, πιστεύω ότι η τάση αυτή δύναται να βρει εφαρμογή εμμέσως και σε πιο μακροπρόθεσμες υφέσεις της κεφαλαιακής συσσώρευσης.
Οι επικριτές του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους έχουν υποστηρίξει ότι ο Μαρξ αποτυγχάνει να παράσχει μια πειστική εξήγηση για το γιατί ορθολογικοί δρώντες θα επένδυαν κεφάλαιο με τρόπους που μειώνουν τα κέρδη. Όσο αγνοούνται οι διαφοροποιήσεις εντός των κλάδων, η ένσταση αυτή ευσταθεί. Ωστόσο, οι μεμονωμένες μονάδες κεφαλαίου τείνουν κατ’ ανάγκην να επιδιώκουν υπερκέρδη μέσω καινοτομιών. Η προκύπτουσα ετερογένεια και οι διαφορές στο πάγιο κεφάλαιο εντός των κλάδων μάς επιτρέπουν να συμπληρώσουμε τα κενά της παρουσίασης του Μαρξ (Reuten, 1991).
Συνοπτικά, η λογική του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού τείνει αναγκαστικά να οδηγεί στην είσοδο νέων επιχειρήσεων και παραγωγικών μονάδων σε έναν κλάδο, οι οποίες είναι πιο παραγωγικές από εκείνες που ήταν ήδη εδραιωμένες εκεί. Οι επιχειρήσεις αυτές αποσπούν υπερκέρδη. Όμως, οι ήδη εδραιωμένες επιχειρήσεις και μονάδες δεν αποσύρονται όλες αυτομάτως όταν συμβαίνει αυτό (Brenner, 1998). Δεδομένου ότι το κόστος του παγίου κεφαλαίου τους αποτελεί ήδη «χαμένο κόστος (Σ.τ.Μ., sunk, δηλ. βυθισμένο)», μπορεί να αρκούνται στην απόσπαση του μέσου ποσοστού κέρδους επί του κυκλοφορούντος κεφαλαίου τους. Μπορεί επίσης να έχουν αναπτύξει σχέσεις με προμηθευτές και πελάτες που θα ήταν αδύνατο (ή απαγορευτικά δαπανηρό) να αναπαραχθούν αλλού εντός οποιουδήποτε σχετικού χρονικού ορίζοντα. Η διοίκηση και το εργατικό τους δυναμικό ενδέχεται να διαθέτουν δεξιότητες ειδικές για τον συγκεκριμένο κλάδο. Μπορεί ακόμη να έχουν πρόσβαση σε κρατικές επιδοτήσεις για κατάρτιση, υποδομές ή έρευνα και ανάπτυξη, τις οποίες δεν θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν εάν μετέφεραν τις επενδύσεις τους σε άλλους κλάδους. Το αποτέλεσμα αυτών των παραγόντων είναι ότι επαρκής αριθμός επιχειρήσεων δεν αποσύρεται, ώστε να αποφευχθεί μια κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, η οποία εκδηλώνεται ως πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα και με φθίνοντα ποσοστά κέρδους. Με πιο παραδοσιακούς μαρξιστικούς όρους, πλέον παράγεται ανεπαρκής υπεραξία για να αξιοποιηθούν οι επενδύσεις που είχαν πραγματοποιηθεί σε πάγιο κεφάλαιο, γεγονός που οδηγεί σε πτώση των ποσοστών κέρδους για μια εκτεταμένη ιστορική περίοδο (Smith, 2000b).
Ο ίδιος ο Μαρξ πραγματεύτηκε αυτή την τάση σε ένα σχετικά αφηρημένο θεωρητικό επίπεδο στον 3ο Τόμο. Ωστόσο, η τάση αυτή ισχύει και στο συγκεκριμένο και σύνθετο επίπεδο της παγκόσμιας αγοράς[xxiv]. Ο Ρόμπερτ Μπρένερ (Robert Brenner) έχει προσκομίσει σημαντικά εμπειρικά στοιχεία που δείχνουν ότι οι χαμηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης που έπληξαν την παγκόσμια οικονομία από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 οφείλονταν πρωτίστως στην πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα των ηγεμονικών κλάδων της παγκόσμιας οικονομίας (Brenner, 1998).
Όταν εκδηλώνονται κρίσεις υπερσυσσώρευσης, οι προηγούμενες επενδύσεις σε πάγιο κεφάλαιο πρέπει να απαξιωθούν. Σε αυτό το σημείο, ολόκληρο το σύστημα συγκλονίζεται από προσπάθειες μετακύλισης του κόστους της απαξίωσης αλλού. Κάθε μονάδα, δίκτυο και περιοχή του κεφαλαίου επιχειρεί να μεταφέρει το κόστος της απαξίωσης σε άλλες μονάδες, δίκτυα και περιοχές. Και το κεφάλαιο στο σύνολό του προσπαθεί να μετακυλήσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του κόστους στην εργασία, αυξάνοντας την ανεργία, μειώνοντας τους μισθούς και επιδεινώνοντας τις συνθήκες εργασίας (Brenner, 1998· Smith, 2000a: Κεφάλαιο 5). Καθώς προχωρά η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, η υπερσυσσώρευση και η απαξίωση του κεφαλαίου τείνουν αναγκαστικά να λαμβάνουν χώρα σε ολοένα και πιο μαζική κλίμακα. Η παγκόσμια αναταραχή και η γενικευμένη οικονομική ανασφάλεια καθίστανται ολοένα και περισσότερο η κανονική κατάσταση των πραγμάτων.
Χρηματοπιστωτικές κρίσεις
Οι παρατηρήσεις του Μαρξ για το χρηματιστικό κεφάλαιο στον 3ο Τόμο είναι εξαιρετικά αποσπασματικές και ακατέργαστες. Ένα βασικό θέμα έχει ήδη επισημανθεί: σε οποιαδήποτε δεδομένη περίοδο το χρηματιστικό κεφάλαιο επωφελείται από τη (λογική) αναδιανομή της υπεραξίας, μια διαδικασία που λαμβάνει χώρα έμμεσα στο πλαίσιο της παγκόσμιας αγοράς. Υπάρχουν επίσης τουλάχιστον τα πιο γενικά περιγράμματα μιας θεωρίας (ή τουλάχιστον ενός συνόλου τυποποιημένων εμπειρικών διαπιστώσεων) που συνδέουν τον χρηματοπιστωτικό τομέα με τις κρίσεις υπερσυσσώρευσης.
Το χρηματιστικό κεφάλαιο συγκεντρώνει ένα απόθεμα επενδυτικών κεφαλαίων που μπορεί να κατευθυνθεί προς νέες εγκαταστάσεις, επιχειρήσεις και τομείς, όπου υπάρχει εύλογη προσδοκία ότι θα μπορέσουν να ιδιοποιηθούν υπερκέρδη για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα (Marx 1981: 567). Όπως σημειώνει ρητά ο Μαρξ, οι ροές χρηματιστικού κεφαλαίου από ολόκληρη την παγκόσμια αγορά τείνουν να συγκεντρώνονται σε λίγα σημεία στο κέντρο μιας παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής τάξης και στη συνέχεια να κατανέμονται και διασυνοριακά. Με το πιστωτικό χρήμα και το πλασματικό κεφάλαιο, η παροχή κεφαλαίων μπορεί να είναι πολλαπλάσια των προσωρινά αδρανών κερδών, των αποθεματικών αποσβέσεων και των προληπτικών αποθεματικών που συγκεντρώνονται στον χρηματοπιστωτικό τομέα (Bellofiore 1989). Με αυτόν τον τρόπο, το χρηματιστικό κεφάλαιο «εμφανίζεται σαν κύριος μοχλός της υπερπαραγωγής και της υπερκερδοσκοπίας στο εμπόριο» (Marx 1981: 572· βλ. επίσης Marx 1971, 122).
Μόλις ξεκινήσει μια κρίση υπερσυσσώρευσης, ο ρυθμός επένδυσης στους τομείς που αντιμετωπίζουν προβλήματα υπερβάλλουσας δυναμικότητας επιβραδύνεται σημαντικά. Ένα μεγάλο απόθεμα επενδυτικού κεφαλαίου σχηματίζεται εκ νέου, αναζητώντας τώρα νέους τομείς με προοπτική υψηλών μελλοντικών ρυθμών ανάπτυξης (de Brunhoff, 1978: 47). Όταν εντοπιστούν τέτοιοι τομείς, το χρηματιστικό κεφάλαιο από ολόκληρη την παγκόσμια αγορά θα τείνει να κατευθυνθεί προς αυτούς. Αν οι ροές επενδυτικού κεφαλαίου προς αυτούς τους νέους τομείς είναι αρκετά υψηλές, προκύπτει μια συστηματική τάση πληθωρισμού των τιμών των κεφαλαιακών στοιχείων (Toporowski 1999: 2). Οι προσδοκίες για μελλοντικά κέρδη καθίστανται τελικά δευτερεύον ζήτημα, καθώς χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία αγοράζονται με την ελπίδα κέρδους από τη μεταγενέστερη πώλησή τους (Marx 1981: 615–6, 742). Αυτή η τάση ενισχύεται περαιτέρω, καθώς προηγούμενα κέρδη από κεφαλαιακά περιουσιακά στοιχεία που ήταν μόνο «στα χαρτιά» χρησιμοποιούνται ως εγγύηση για δανεισμό με σκοπό τη χρηματοδότηση νέων αγορών τέτοιων στοιχείων, επιταχύνοντας ακόμη περισσότερο τον πληθωρισμό των τιμών των κεφαλαιακών στοιχείων (Guttmann 1994, 303–04). Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της κερδοσκοπικής φούσκας, ωστόσο, παραμένει γεγονός ότι τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία δεν είναι στην ουσία τίποτε άλλο παρά αξιώσεις πάνω στη μελλοντική παραγωγή υπεραξίας. Όταν γίνει αναντίρρητα σαφές ότι οι διαρκώς αυξανόμενες τιμές τους είναι ολοένα και λιγότερο πιθανό να αντισταθμιστούν από μελλοντικά κέρδη, η κερδοσκοπική φούσκα καταρρέει και ξεσπά μια χρηματοπιστωτική κρίση. Η πραγμάτευση του Μαρξ για το χρηματιστικό κεφάλαιο στον 3ο Τόμο είναι ένα από τα λίγα σημεία όπου καθιστά ρητό ότι οι προσδιορισμοί που εξετάζονται στο Κεφάλαιο είναι έμμεσα προσδιορισμοί της παγκόσμιας αγοράς. Οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις που περιγράφει εκεί πλήττουν ρητά την παγκόσμια αγορά στο σύνολό της και δεν περιορίζονται στα γεωγραφικά σύνορα της Αγγλίας ή οποιαδήποτε άλλης συγκεκριμένης εθνικής οικονομία.
Η αλληλοδιαπλοκή των τάσεων προς κρίσεις υπερσυσσώρευσης και χρηματοπιστωτικές κρίσεις συνεπάγεται ότι η επίδραση της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης στις πρώτες επεκτείνεται και στις δεύτερες. Η απαξίωση των δανείων και του πλασματικού κεφαλαίου που ακολουθεί στον απόηχο των χρηματοπιστωτικών κρίσεων τείνει αναγκαστικά να λαμβάνει χώρα σε ολοένα και μεγαλύτερη κλίμακα. Μονάδες, δίκτυα και περιφέρειες του κεφαλαίου επιχειρούν να μετακυλήσουν το κόστος της απαξίωσης σε άλλες μονάδες, δίκτυα και περιφέρειες. Πάνω απ’ όλα, το κεφάλαιο επιδιώκει να μεταφέρει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του κόστους στους μισθωτούς εργαζομένους και στις κοινότητές τους. Παγκόσμια αναταραχή και γενικευμένη οικονομική ανασφάλεια διαπερνούν ολοένα και περισσότερο την παγκόσμια αγορά[xxv].
Τάξεις
Ο 3ος Τόμος, και συνεπώς το Κεφάλαιο στο σύνολό του, ολοκληρώνεται με μερικές σύντομες παρατηρήσεις για την κατηγορία της «τάξης» (Mattick, προσεχώς). Αν οι ροές εμπορευμάτων που εξετάζονται στα αρχικά τμήματα του 1ου Τόμου του Κεφαλαίου είναι υπόρρητα διασυνοριακές ροές εμπορευμάτων, αν όλες οι μορφές χρήματος συνδέονται υπόρρητα με το παγκόσμιο χρήμα και αν η κοινωνική σχέση που βρίσκεται στον πυρήνα της μορφής του κεφαλαίου ξεδιπλώνεται υπόρρητα στη σκηνή της παγκόσμιας αγοράς, αυτό ασφαλώς επηρεάζει την κατανόησή μας για την κατηγορία «τάξη». Αν οι αλυσίδες παραγωγής, οι συγχωνεύσεις και οι εξαγορές, καθώς και οι υπεργολαβίες τείνουν όλες να εκτείνονται πέρα από τα εθνικά σύνορα, ενισχυόμενες από μια αδήριτη τάση βελτίωσης των τεχνολογιών επικοινωνίας και μεταφορών, τότε και αυτό ασφαλώς επηρεάζει την κατανόησή μας για την κατηγορία «τάξη». Αν η αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου πραγματοποιείται υπόρρητα μέσω ροών εμπορευμάτων και επενδύσεων πέρα από σύνορα, ενώ η αναδιανομή της υπεραξίας εντός και μεταξύ τομέων συνδέει υπόρρητα επιχειρήσεις διαφορετικής εθνικής προέλευσης, τότε και αυτό πρέπει να επηρεάζει την κατανόησή μας για την κατηγορία «τάξη». Και, τέλος, αν οι συστηματικές τάσεις προς ανισομερή ανάπτυξη, κρίσεις υπερσυσσώρευσης και χρηματοπιστωτικές κρίσεις στο επίπεδο της παγκόσμιας αγοράς αποτελούν αναγκαίους προσδιορισμούς της μορφής του κεφαλαίου, τότε και αυτό δεν μπορεί παρά να επηρεάζει την κατανόησή μας για την κατηγορία της «τάξης». Όλοι αυτοί οι προσδιορισμοί του κεφαλαίου οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: η συζήτηση για την τάξη στις καταληκτικές παραγράφους του Κεφαλαίου αναφέρεται υπόρρητα στην τάση διαμόρφωσης υπερεθνικών τάξεων. Η καπιταλιστική τάξη όσο και η τάξη των μισθωτών εργαζομένων τείνουν αναγκαστικά να ορίζονται αντικειμενικά στο επίπεδο της παγκόσμιας αγοράς.
Φυσικά, δεν συνεπάγεται ότι αυτές οι τάσεις εκδηλώνονται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις φάσεις της ιστορικής ανάπτυξης του καπιταλισμού. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του καπιταλισμού παραμένουν λανθάνουσες. Η διαδικασία συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου πρέπει να προχωρήσει αρκετά πριν η εγγενής τάση προς τον σχηματισμό υπερεθνικών τάξεων καταστεί αδιαμφισβήτητη — μια ιστορική διαδικασία που, όπως φαίνεται, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Ούτε συνεπάγεται ότι όλες οι τάξεις αποκτούν συνείδηση της αντικειμενικά υπερεθνικής τους ταυτότητας με τον ίδιο ρυθμό. Η πολιτική οργάνωση, η ηγεσία και η ιδεολογία μπορούν να προωθήσουν σημαντικά — ή να παρεμποδίσουν — τη μετάβαση από το να είναι μια (υπερεθνική) τάξη «καθ’ εαυτήν» στο να είναι μια (υπερεθνική) τάξη «δι’ εαυτήν», για να χρησιμοποιήσουμε την εγελιανή ορολογία (Robinson and Harris 2000). Ωστόσο, μόλις κατανοήσουμε ότι οι κοινωνικές μορφές που εξετάζονται στους τρεις τόμους του μεγάλου έργου του Μαρξ παραπέμπουν υπόρρητα στην παγκόσμια αγορά ως την ολοκληρωμένη κοινωνική μορφή του κεφαλαίου, τότε δεν μπορούμε να θεωρούμε τον σχηματισμό υπερεθνικών ταξικών ταυτοτήτων ως μια απλώς συγκυριακή διαδικασία. Υπάρχει μια αναγκαία δομική τάση για την ανάδυση τέτοιων ταυτοτήτων, μια τάση ενσωματωμένη στο σύνολο των κοινωνικών μορφών που ορίζουν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.
Η κρατική μορφή
Το να επιχειρεί κανείς να δείξει ότι η παγκόσμια αγορά είναι παρούσα εμμέσως στα τμήματα του συστηματικού σχεδίου του Μαρξ που έχουν φτάσει μέχρι εμάς είναι ένα ζήτημα. Αλλά είναι ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα το να διακηρύσσει κανείς το τι είναι έμμεσα παρόν σε ένα μη γραμμένο τμήμα του σχεδίου, στον τόμο που επρόκειτο να αφιερωθεί στο κράτος. Υπάρχουν, ωστόσο, δύο σχετικά αδιαμφισβήτητες υποθέσεις σχετικά με το πιθανό περιεχόμενο ενός τέτοιου τόμου, στις οποίες μπορούμε να στηριχθούμε. Πρώτον, κάθε επαρκής μαρξική θεωρία του κράτους πρέπει να διερευνά τον ρόλο του κράτους στην προώθηση της αναπαραγωγής της καπιταλιστικής συσσώρευσης[xxvi]. Δεύτερον, κάθε επαρκής μαρξική θεωρία του κράτους πρέπει επίσης να εξετάζει τον ρόλο του τελευταίου μέσα σε ένα σύστημα κρατών. Η εξέταση καθεμιάς από αυτές τις θεματικές ενισχύει την κατανόησή μας αναφορικά με το γιατί η κατηγορία «παγκόσμια αγορά» αποτελεί την κορύφωση της μαρξικής συστηματικής διαλεκτικής του κεφαλαίου, και παράλληλα εμβαθύνει την κατανόησή μας ως προς τους προσδιορισμούς αυτής της κοινωνικής μορφής.
Μέχρι στιγμής, στο παρόν κείμενο έχω εξετάσει τα βασικά θεωρητικά επίπεδα της συστηματικής θεωρίας του Μαρξ στο Κεφάλαιο, επιχειρώντας να δείξω ότι η παγκόσμια αγορά είναι εμμέσως παρούσα σε κάθε στάδιο. Η ακόλουθη πραγμάτευση για τον ρόλο του κράτους στη συσσώρευση κεφαλαίου και για τις συνέπειες αυτού του ρόλου στην κατανόηση της παγκόσμιας αγοράς θα κάνει αναδρομική χρήση αυτού του μεθοδολογικού σχήματος. Θα επανέλθω σύντομα στα βασικά στάδια της συστηματικής διάταξης του Μαρξ. Η υπόθεση εργασίας θα είναι ότι η μορφή του κράτους λειτουργεί ήδη εμμέσως σε κάθε επίπεδο της θεωρίας[xxvii]. Στη συνέχεια θα υποστηρίξω ότι, σε κάθε στάδιο αυτής της διάταξης, ο έμμεσος ρόλος του κράτους συνδέεται αναγκαστικά με την παγκόσμια αγορά.
Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής ορίζεται αρχικά ως ένα σύστημα γενικευμένης ανταλλαγής εμπορευμάτων. Όπως γνώριζαν καλά ο Χομπς και ο Λοκ, ο πιο βασικός τρόπος με τον οποίο το κράτος προωθεί την καπιταλιστική συσσώρευση είναι μέσω του καθορισμού και της επιβολής των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας επί των εμπορευμάτων, γεγονός που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη γενικευμένη ανταλλαγή εμπορευμάτων. Στον βαθμό που οι διασυνοριακές ροές τείνουν αναγκαστικά να προκύπτουν μέσα στη γενικευμένη ανταλλαγή εμπορευμάτων, έπεται ότι η αναγνώριση και επιβολή των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας από το κράτος δεν μπορεί να περιορίζεται στους εγχώριους κατόχους ιδιοκτησίας. Οι ροές εμπορευμάτων στην παγκόσμια αγορά διαμεσολαβούνται μέσω των νομικών μηχανισμών των κρατών.
Αν η γενικευμένη ανταλλαγή εμπορευμάτων συνεπάγεται αναγκαστικά διασυνοριακές ροές εμπορευμάτων, και αν το χρήμα είναι το μόνο κοινωνικά αντικειμενικό μέτρο της αξίας αυτών των εμπορευμάτων, τότε τα εθνικά νομίσματα τίθενται αναγκαστικά σε σχέση μεταξύ τους. Αυτό συνεπάγεται ότι όλες οι τοπικές μορφές χρήματος πρέπει τελικά να ορίζονται από τη σχέση τους με το παγκόσμιο χρήμα. Ακόμη και οι νεοφιλελεύθεροι παραδέχονται ότι η παγκόσμια αγορά απαιτεί «κατάλληλες» νομισματικές αποφάσεις από τα κράτη (ιδίως από τις κεντρικές τους τράπεζες) ως προς τη σχέση μεταξύ του εθνικού νομίσματος και της μορφής ή των μορφών παγκόσμιου χρήματος που ισχύουν σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία. Οι ροές χρήματος στην παγκόσμια αγορά διαμεσολαβούνται μέσω των νομισματικών πολιτικών και των πολιτικών συναλλαγματικής ισοτιμίας των κρατών[xxviii].
Η σχέση κεφαλαίου/μισθωτής εργασίας αποτελεί την ουσιώδη κοινωνική σχέση της μορφής του κεφαλαίου. Η εργατική νομοθεσία είναι πάντοτε εμμέσως παρούσα σε αυτή τη σχέση˙ από κανόνες σχετικά με τη συνδικαλιστική οργάνωση έως τη ρύθμιση των συνθηκών εργασίας. Στον βαθμό που η σχέση κεφαλαίου/μισθωτής εργασίας ξεδιπλώνεται τελικά, έστω και εμμέσως, στο πλαίσιο της παγκόσμιας αγοράς, η κρατική νομοθεσία που αφορά αυτή τη σχέση πρέπει αναγκαστικά να λαμβάνει υπόψη αυτή τη διάσταση. Οι κρατικές πολιτικές που περιορίζουν ή ενθαρρύνουν τις ξένες επενδύσεις παίζουν προφανώς καθοριστικό ρόλο στην ικανότητα του κεφαλαίου να εφαρμόζει μια στρατηγική «διαίρει και βασίλευε» απέναντι στην εργασία στην παγκόσμια αγορά. Ένα ακόμη σχετικό παράδειγμα είναι η νομοθεσία που στερεί από τους εργαζομένους σε ζώνες επεξεργασίας εξαγωγών τα νομικά δικαιώματα που αναγνωρίζονται σε άλλους τομείς της οικονομίας, ή οι de facto κρατικές πολιτικές μη εφαρμογής των de jure εργατικών δικαιωμάτων σε αυτές τις ζώνες (οι τελευταίες είναι πιθανότατα πιο σημαντικές στη σύγχρονη παγκόσμια οικονομία). Οι κρατικές αποφάσεις για την άρση ή τον περιορισμό των εισαγωγών επηρεάζουν επίσης τις εργασιακές σχέσεις, καθώς τέτοιες αποφάσεις δημιουργούν τεράστιες δεξαμενές ανέργων εργατών κάθε φορά που οι εγχώριοι παραγωγοί εξαλείφονται από τον ξένο ανταγωνισμό. Εν συντομία, οι ροές επενδύσεων σε μεταβλητό κεφάλαιο στην παγκόσμια αγορά, καθώς και ο συσχετισμός δύναμης στις συγκρούσεις στους χώρους παραγωγής σε ολόκληρη την παγκόσμια αγορά, διαμεσολαβούνται μέσω των de jure και de facto κρατικών εργατικών πολιτικών.
Η εξέταση της συσσώρευσης κεφαλαίου από τον Μαρξ στο τέλος του 1ου Τόμου ανέδειξε μια αναγκαία τάση προς τη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Η διαδικασία αυτή απαιτεί το εταιρικό δίκαιο να επεκτείνεται παράλληλα με την επέκταση της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Ο ορισμός του τι λογίζεται ως εταιρικό «πρόσωπο» και οι επιτρεπτοί ή μη επιτρεπτοί τρόποι με τους οποίους οι εταιρείες μπορούν να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους αποτελούν δύο παραδείγματα χαρακτηριστικών των καπιταλιστικών σχέσεων ιδιοκτησίας που πρέπει να διαπιστώνονται και να αναθεωρούνται τακτικά από τον νομικό μηχανισμό καθώς προχωρά η συσσώρευση κεφαλαίου. Έχω υποστηρίξει παραπάνω ότι η δυναμική της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης οδηγεί αναγκαστικά, κατά την πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης, σε αυξανόμενα επίπεδα διασυνοριακών άμεσων επενδύσεων, υπεργολαβικών σχέσεων, συγχωνεύσεων και εξαγορών, καθώς και σε αλυσίδες παραγωγής που εκτείνονται πέρα από σύνορα. Όλες αυτές οι τάσεις απαιτούν από το κράτος να επεκτείνει τα εταιρικά δικαιώματα και σε ξένες μονάδες κεφαλαίου. Τέλος, η διαδικασία συσσώρευσης συνδέεται επίσης ουσιωδώς με τις ροές εργασίας πέρα από τα σύνορα. Οι ροές αυτές διαμεσολαβούνται προφανώς μέσω των μεταναστευτικών νόμων των κρατών, των πολιτικών ανεργίας και πρόνοιας, και ούτω καθεξής.
Στην πραγμάτευση του 2ου Τόμου είδαμε ότι η αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, όπως εξετάζεται στα σχήματα αναπαραγωγής, λαμβάνει χώρα εμμέσως στο επίπεδο της παγκόσμιας αγοράς. Οι διασυνοριακές ροές εμπορευμάτων και επενδύσεων εντός και μεταξύ των δύο Τμημάτων απαιτούν κρατική παρέμβαση σε διάφορα σημεία των κυκλωμάτων του κεφαλαίου. Οι κρατικές πολιτικές μπορούν είτε να ενθαρρύνουν είτε να παρεμποδίζουν αυτές τις ροές και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να διευκολύνουν ή να δυσχεραίνουν την απλή ή τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου.
Η τάση προς υπερκέρδη μέσω τεχνολογικών καινοτομιών παίζει καθοριστικό ρόλο στον 3ο Τόμο. Σε ένα επίπεδο θεωρητικής αφαίρεσης βρίσκεται η βάση του σχηματισμού των τιμών παραγωγής. Σε ένα πιο συγκεκριμένο και σύνθετο επίπεδο βρίσκεται το σημείο εκκίνησης για τη θεωρία της ανισομερούς ανάπτυξης στην παγκόσμια αγορά. Το κράτος τείνει αναγκαστικά να διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο τόσο στην εγκαθίδρυση όσο και στη διατήρηση ενός ενάρετου κύκλου καινοτομίας και υπερκερδών σε προνομιούχες περιοχές της παγκόσμιας οικονομίας (Kantor 1995). Οι κρατικές βιομηχανικές πολιτικές αποτελούν επίσης καθοριστικό στοιχείο στις προσπάθειες λιγότερο προνομιούχων περιοχών να ξεφύγουν από τον φαύλο κύκλο χαμηλής καινοτομίας και χαμηλών κερδών (Wade 1990). Και τα δύο αυτά κρατικά σχέδια περιλαμβάνουν την κρατικά υποστηριζόμενη εκπαίδευση και κατάρτιση, την κρατική χρηματοδότηση υποδομών και έρευνας, τη συγκρότηση επίσημων και ανεπίσημων δικτύων μεταξύ κυβερνητικών, επιχειρηματικών και εργατικών ελίτ, τη θέσπιση συμπράξεων κράτους–επιχειρήσεων για συγκεκριμένα έργα καθοριστικής σημασίας για την ανάπτυξη, και ούτω καθεξής. Ο «καπιταλισμός των ημετέρων» αποτελεί, έτσι, ένα αναπόφευκτο χαρακτηριστικό της παγκόσμιας αγοράς, αν και εμφανίζεται σε μεγάλη ποικιλία μορφών.
Η επιδίωξη υπερκερδών αποτελεί επίσης το σημείο εκκίνησης για μια ανασυγκρότηση των θεωριών των κρίσεων υπερσυσσώρευσης και των χρηματοπιστωτικών κρίσεων που σκιαγραφούνται στον 3ο Τόμο — κρίσεις που τείνουν ολοένα και περισσότερο να εκδηλώνονται στο επίπεδο της παγκόσμιας αγοράς καθώς προχωρά η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Μία από τις ουσιώδεις λειτουργίες του κράτους είναι ασφαλώς η διαχείριση τέτοιων κρίσεων, και οι προσπάθειες διαχείρισής τους αποκτούν αναγκαστικά ολοένα αυξανόμενη διεθνή διάσταση. Ελλείψει ακόμη ενός διεθνούς νομισματικού οργανισμού με την εξουσία να δημιουργεί πιστωτικό χρήμα, η ευθύνη για την αύξηση της ρευστότητας στην παγκόσμια οικονομία βαραίνει τελικά τις εθνικές κυβερνήσεις. Ορισμένα κράτη, τουλάχιστον, διατηρούν επίσης την ικανότητα να παρεμβαίνουν ώστε να αποτρέπουν το ενδεχόμενο οι απώλειες συγκεκριμένων παικτών να απειλήσουν τις παγκόσμιες αγορές στο σύνολό τους, όπως δείχνει η οργάνωση από τον Άλαν Γκρίνσπαν (Alan Greenspan) της διάσωσης της Long Term Capital Management. Επιπλέον, οι επενδυτές συνεχίζουν να καλούν το κράτος να «κοινωνικοποιήσει» τα κόστη των παγκόσμιων υφέσεων μετακυλίοντάς τα στους εργαζομένους, στους ανέργους, στους ηλικιωμένους κ.ο.κ. Ένας μηχανισμός για να κοινωνικοποιούνται αυτά τα κόστη είναι η ανάληψη ιδιωτικών χρεών από το κράτος, όπως έκαναν πρόσφατα τόσο το ιαπωνικό όσο και το κορεατικό κράτος στον απόηχο της ασιατικής κρίσης[xxix].
Τέλος, το Κεφάλαιο ολοκληρώνεται με τις κάπως αποσπασματικές παρατηρήσεις του Μαρξ σχετικά με την κατηγορία «τάξη». Υπάρχουν σοβαροί λόγοι να υποστηριχθεί ότι η τάση για τον σχηματισμό υπερεθνικών ταξικών ταυτοτήτων είναι ενσωματωμένη στην ίδια τη μορφή του κεφαλαίου. Τα κράτη προφανώς διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία μέσω της οποίας μια υπερεθνική τάξη «καθ’ εαυτήν» γίνεται (ή δεν γίνεται) μια υπερεθνική τάξη «δι’ εαυτήν». Τα κράτη παρέχουν κρίσιμους θεσμικούς χώρους για τις τυπικές και άτυπες διαπραγματεύσεις που επιτρέπουν να αρθρωθούν κοινά ταξικά συμφέροντα πέρα από τα σύνορα, να συζητηθούν προτάσεις πολιτικής που προωθούν αυτά τα συμφέροντα και να αντιμετωπιστούν οι συγκρούσεις σχετικά με την επιλογή και την εφαρμογή αυτών των πολιτικών.
Οι παραπάνω σκέψεις οδηγούν στο εξής συμπέρασμα: παρά την τάση αύξησης των διασυνοριακών ροών κατά την πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης, δεν υπάρχει καμία εγγενής τάση η παγκόσμια αγορά να λάβει τη μορφή ενός ενιαίου, ομοιογενούς οικονομικού χώρου. Συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη συσσώρευση κεφαλαίου πρέπει να παρέχονται από συγκεκριμένα κράτη. Η παγκόσμια αγορά χαρακτηρίζεται τόσο από την πολλαπλότητα των κρατών όσο και από την πολλαπλότητα των κεφαλαίων. Και όπως ακριβώς η πολλαπλότητα των κεφαλαίων δεν αποτελεί ένα απλό άθροισμα, αλλά ένα σύστημα με το δικό του σύνολο ιδιοτήτων, έτσι και τα κράτη εντάσσονται μέσα σε ένα σύστημα κρατών με τους δικούς του μη αναγώγιμους καθορισμούς.
Η θεωρητική μετάβαση από τον ρόλο του κράτους στη συσσώρευση κεφαλαίου προς την ένταξη του κράτους στο διακρατικό σύστημα μπορεί να γίνει αν σημειωθεί ότι κάθε μία αλλά και όλες οι παραπάνω μορφές κρατικής δραστηριότητας δημιουργούν κατ’ ανάγκην τη δυνατότητα τόσο για διακρατική συνεργασία όσο και για διακρατική σύγκρουση. Η ρύθμιση των ροών εμπορευμάτων στην παγκόσμια αγορά, η διαχείριση των συναλλαγματικών ισοτιμιών, τα νομικά δικαιώματα που παραχωρούνται σε μη εθνικούς επενδυτές και επιχειρήσεις, οι κανόνες που διέπουν τις διασυνοριακές ροές μεταναστευτικής εργασίας, η πρόσβαση σε ξένες προμήθειες αναγκαίων πρώτων υλών κ.ο.κ., όλα αυτά απαιτούν τακτικά διαπραγματεύσεις μεταξύ κρατών. Οι διαπραγματεύσεις αυτές μπορεί να οδηγήσουν σε άτυπες ή τυπικές συμφωνίες, ή μπορεί να καταρρεύσουν μπροστά σε άλυτες συγκρούσεις[xxx]. Από τα σύνθετα και συγκυριακά πρότυπα συνεργασίας και σύγκρουσης που προκύπτουν μεταξύ των κρατών αναδύεται ένα διακρατικό σύστημα με τη δική του λογική. Μέσα στον απέραντο ωκεανό των συγκυριών μπορούν να διακριθούν ορισμένα συστηματικά χαρακτηριστικά της παγκόσμιας αγοράς.
Πρώτον, η παγκόσμια αγορά υπάγεται κατ’ ανάγκην σε ένα «καθεστώς παγκόσμιας διακυβέρνησης», όσο κι αν αυτό το καθεστώς χαρακτηρίζεται από κενά και ασυνέπειες. Με άλλα λόγια, η μορφή του κεφαλαίου απαιτεί: α) ένα σύνολο τυπικών και άτυπων κανόνων που ρυθμίζουν τις διασυνοριακές ροές εμπορευμάτων, νομισμάτων, εργασίας και επενδυτικού κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά, και β) οργανισμούς που επιχειρούν να διατυπώσουν, να αναθεωρήσουν και να επιβάλουν αυτούς τους κανόνες. Στην εποχή μας η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου αποτελούν προφανή παραδείγματα τέτοιων οργανισμών. Σήμερα, όπως και στο παρελθόν, ωστόσο, οργανισμοί που καθορίζουν και επιβάλλουν το παγκόσμιο καθεστώς στεγάζονται επίσης μέσα σε συγκεκριμένους κρατικούς μηχανισμούς. Το Υπουργείο Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών είναι ίσως η κεντρική δύναμη στο σύγχρονο καθεστώς παγκόσμιας διακυβέρνησης, όπως ακριβώς το Βρετανικό Υπουργείο Οικονομικών υπήρξε σε μια προγενέστερη εποχή.
Δεύτερον, η τάση προς τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου αντανακλάται σε μια αντίστοιχη τάση προς τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της κρατικής ισχύος μέσα στο διακρατικό σύστημα. Όπως ακριβώς οι βασικοί τομείς της οικονομίας τείνουν να κυριαρχούνται από μια χούφτα επιχειρήσεων, έτσι και το διακρατικό σύστημα τείνει να διαμορφώνει μια ιεραρχία στην οποία συνυπάρχουν ισχυρά και αδύναμα κράτη. Όπως ήδη σημειώθηκε, τα ισχυρά κράτη τείνουν να αποτελούν μέρος ενάρετων κύκλων καινοτομίας και υπερκερδών, κύκλων που επιτρέπουν τη διάθεση πόρων για την ανάπτυξη αποτελεσματικών κρατικών μηχανισμών. Τα αδύναμα κράτη, αντίθετα, είναι ενσωματωμένα σε φαύλους κύκλους που δεν παρέχουν τις υλικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη σχετικά αποτελεσματικών κρατικών δυνατοτήτων. Το καθεστώς παγκόσμιας διακυβέρνησης στην παγκόσμια αγορά συγκροτείται και διατηρείται από τα ισχυρά κράτη.
Η διαρκής ύπαρξη διακρατικών συγκρούσεων τείνει κατ’ ανάγκην να ενισχύει τον ρόλο των στρατιωτικών μηχανισμών ειδικότερα μέσα στο διακρατικό σύστημα. Θα υπάρχουν αναπόφευκτα περιπτώσεις στις οποίες θα επιχειρείται η επίλυση διακρατικών συγκρούσεων μέσω στρατιωτικής επέμβασης. Και η απειλή στρατιωτικής δράσης παραμένει ακόμη και σε περιόδους όπου στρατιωτική ισχύς δεν χρησιμοποιείται (Marx 1976, 915 κ.ε.· Chomsky 1996). Δεν είναι όλα τα κράτη εξίσου αποτελεσματικά στην οικοδόμηση ενός στρατιωτικού μηχανισμού, στη χρήση του ή στην έμμεση απειλή χρήσης του κατά τη διάρκεια διακρατικών διαπραγματεύσεων. Και εδώ επίσης η διάκριση μεταξύ ισχυρών και αδύναμων κρατών αποτελεί αναγκαίο χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής παγκόσμιας αγοράς.
Τρίτον, μέσα στον κύκλο των ισχυρών κρατών δεν είναι όλα τα κράτη ίσα. Κάθε μακρό κύμα καπιταλιστικής επέκτασης έχει τους δικούς του ηγετικούς τομείς με ταχείς ρυθμούς ανάπτυξης, και οι ηγετικές επιχειρήσεις σε αυτούς τους τομείς τείνουν να υποστηρίζονται και να επιδοτούνται με διάφορους τρόπους από μια ανερχόμενη ηγεμονική κρατική δύναμη με ανώτερες στρατιωτικές δυνατότητες. Στη μνημειώδη μελέτη του για την άνοδο των ηγεμονικών δυνάμεων στην καπιταλιστική ανάπτυξη, ο Αρρίγκι (Arrighi) δείχνει ότι ένα νέο στάδιο οικονομικής επέκτασης τείνει να αρχίζει με δαπάνες που υπερβαίνουν κατά πολύ ό,τι θα μπορούσε τότε να δικαιολογηθεί με στενούς υπολογισμούς κέρδους και ζημίας. Το κρατικό κύρος και η στρατιωτική στρατηγική («εδαφική λογική») παρέχουν ώθηση σε επιδοτήσεις και επενδύσεις σε υποδομές, έρευνα και ανάπτυξη κ.ο.κ., πολύ πέρα από ό,τι μπορεί να δικαιολογηθεί με όρους «λογικής του κεφαλαίου» (βλ. Marx 1976, 919). Οι ηγεμονικές περιοχές στην ιστορία του καπιταλισμού κερδίζουν και διατηρούν έτσι την ηγεμονική τους θέση μέσω της αποτελεσματικής αξιοποίησης όλων των δυνατοτήτων του κράτους. Ο Αρρίγκι δείχνει επίσης ότι η εξάντληση του επεκτατικού κύματος είναι αλληλένδετη με τη διάβρωση της θέσης του ηγεμονικού κράτους μέσα στο σύστημα των κρατών. Όταν οι ευκαιρίες κερδοφορίας στις συγκεκριμένες περιοχές αρχίζουν τελικά να μειώνονται, το χρηματιστικό κεφάλαιο ρέει όλο και περισσότερο αλλού, αναζητώντας υπερκέρδη, υπονομεύοντας τελικά την ηγεμονική θέση του κράτους (Arrighi 1994)[xxxi].
Τέταρτον, και τέλος, η ιεραρχία ισχυρών και αδύναμων κρατών καθώς και η άνοδος και η παρακμή των ηγεμονικών δυνάμεων στο διακρατικό σύστημα επηρεάζουν καθοριστικά τις ροές αξίας μέσα στα κυκλώματα του κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά. Συγκεκριμένα, οι τάσεις προς ανισόμετρη ανάπτυξη, κρίσεις υπερσυσσώρευσης και χρηματοπιστωτικές κρίσεις ενισχύονται όλες σημαντικά[xxxii].
Ανισομερής ανάπτυξη
Οι διασυνοριακές ροές εμπορευμάτων δεν τείνουν κατ’ ανάγκην να εξισορροπούνται αυτόματα στην παγκόσμια αγορά. Σε ορισμένες χώρες προκύπτουν εμπορικά πλεονάσματα, ενώ σε άλλες εμφανίζονται εμπορικά ελλείμματα. Μια κατάσταση ισορροπίας θα μπορούσε να προσεγγιστεί αν οι χώρες με ελλείμματα επέβαλλαν περιοριστικές πολιτικές και οι χώρες με πλεονάσματα αύξαναν τις δημόσιες δαπάνες και επέτρεπαν υψηλότερους μισθούς. Οι ελλειμματικές χώρες θα εισήγαν τότε λιγότερα, ενώ η τόνωση της εγχώριας κατανάλωσης στις πλεονασματικές χώρες θα τις οδηγούσε να εισάγουν περισσότερα και να εξάγουν λιγότερα. Ωστόσο, η λογική της σχέσης κεφαλαίου–μισθωτής εργασίας στις πλεονασματικές χώρες τείνει αναγκαστικά να αποθαρρύνει αυτού του είδους τη συμμετρική προσαρμογή. Οι εγχώριες βιομηχανίες είναι συνήθως σε θέση να μπλοκάρουν αναπληθωριστικές πολιτικές, με το επιχείρημα ότι οι υψηλότεροι μισθοί θα έπλητταν τα κέρδη. Και οι πολιτικές των ελίτ στις πλεονασματικές χώρες προτιμούν γενικά να συσσωρεύουν συναλλαγματικά αποθέματα, με το σκεπτικό ότι αυτό ενισχύει τη θέση των πλεονασματικών κρατών μέσα στη διακρατική ιεραρχία. Τα αποθέματα αυτά μπορούν στη συνέχεια να δανείζονται στις ελλειμματικές χώρες.
Όσο τα χρεωμένα έθνη μπορούν να αντλούν πόρους από τις παγκόσμιες πιστωτικές αγορές, αυτή η κατάσταση μπορεί να διατηρείται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, η δομική τάση προς ανισομερή ανάπτυξη στην παγκόσμια αγορά ενισχύεται με τέσσερις βασικούς τρόπους[xxxiii]. Πρώτον, εγκαθιδρύεται μια σταθερή ροή αντίστροφων ροών κεφαλαίου από τις χώρες-οφειλέτες προς τις χώρες-πιστωτές. Δεύτερον, οι χώρες-οφειλέτες επιβαρύνονται πολύ περισσότερο απ’ ό,τι θα συνέβαινε σε περίπτωση μιας πιο συμμετρικής αντιμετώπισης των εμπορικών ανισορροπιών μεταξύ πλεονασματικών και ελλειμματικών χωρών. Οι χώρες-οφειλέτες γίνονται ολοένα και πιο ευάλωτες σε εκροές κεφαλαίου, οι οποίες είναι πιθανότερο να συμβούν όταν τα επιτόκια είναι χαμηλά και εφαρμόζονται αναδιανεμητικές κοινωνικές πολιτικές. Έτσι, τα επιτόκια τείνουν να παραμένουν υψηλά και τα προγράμματα λιτότητας ιδιαίτερα αυστηρά, ανεξάρτητα από το πολιτικό καθεστώς που βρίσκεται στην εξουσία. Τρίτον, η ανάγκη αποπληρωμής των εισαγωγών κεφαλαίου οδηγεί τις χώρες-οφειλέτες να επικεντρώνονται ολοένα και περισσότερο στην παραγωγή για εξαγωγή. Για τους λόγους που συζητήθηκαν παραπάνω, οι εξαγωγές αυτές τείνουν να είναι βιομηχανικά και αγροτικά εμπορεύματα που δεν ενσωματώνουν καινοτομίες προϊόντος ή διαδικασίας. Καθώς όλο και περισσότερες χώρες-οφειλέτες εξάγουν τέτοιου είδους εμπορεύματα, οι τιμές στην παγκόσμια αγορά τείνουν να μένουν στάσιμες ή να μειώνονται, ενισχύοντας την τάση προς άνισους όρους ανταλλαγής[xxxiv]. Τέταρτον, ενώ οι ανισορροπίες επιτρέπεται να συσσωρεύονται για μεγάλο χρονικό διάστημα, η ασυμμετρία μεταξύ υπερβολικής υπερχρέωσης και υπερβολικών πλεονασμάτων εκρήγνυται τακτικά — αν και απρόβλεπτα — οδηγώντας σε κρίση, επιβάλλοντας βίαιες προσαρμογές στα ασθενέστερα κράτη-οφειλέτες (Guttmann 439–40).
Υπάρχει μία εξαίρεση στη γενική τάση οι ελλειμματικές χώρες να επωμίζονται το κόστος της προσαρμογής: όταν ένα ηγεμονικό κράτος περιέρχεται σε έλλειμμα, είναι συνήθως σε θέση να αποφεύγει αυτά τα κόστη για ένα εκτεταμένο χρονικό διάστημα. Αυτό μας οδηγεί στην έννοια του «εκδοτικού προνομίου» (Σ.τ.Μ., «seigniorage»), ενός ακόμη ουσιώδους καθορισμού της παγκόσμιας αγοράς. Έχουμε ήδη σημειώσει ότι ήδη από την αρχή του Κεφαλαίου υπονοείται πως όλα τα νομίσματα πρέπει τελικά να ορίζονται σε σχέση με το παγκόσμιο χρήμα. Η εξέταση των ουσιωδών καθορισμών της παγκόσμιας αγοράς από την οπτική του διακρατικού συστήματος μας επιτρέπει να αναπτύξουμε αυτή τη θέση πιο συγκεκριμένα.
Τι είναι το παγκόσμιο χρήμα; Είτε το εμπορευματικό χρήμα αναγνωρίζεται κοινωνικά σε μια δεδομένη εποχή είτε όχι, στον καπιταλισμό υπάρχει μια γενική τάση το πιστωτικό χρήμα και τα χαρτονομίσματα να καθίστανται ολοένα και πιο κεντρικά[xxxv]. Δεδομένης της ιεραρχίας κρατών που αποτελεί ουσιώδες χαρακτηριστικό του διακρατικού συστήματος, δεν είναι όλες οι μορφές χαρτονομίσματος ίσες μεταξύ τους. Το νόμισμα του ηγεμονικού κράτους τείνει αναγκαστικά να διαδραματίζει έναν προνομιακό ρόλο στην παγκόσμια αγορά· το νόμισμα αυτό τείνει κατ’ ανάγκην να καταστεί η κύρια de facto μορφή παγκόσμιου χρήματος[xxxvi]. Ως αποτέλεσμα, το ηγεμονικό κράτος τείνει κατ’ ανάγκην να απολαμβάνει ορισμένα προνόμια στην παγκόσμια αγορά. Πρώτον, δεν αντιμετωπίζει περιορισμούς στην ικανότητα δημιουργίας πιστωτικού χρήματος αντίστοιχους με εκείνους που επιβάλλονται σε άλλα κράτη. Δεύτερον, είναι σε θέση να χρηματοδοτεί τεράστια εμπορικά ελλείμματα χωρίς σημαντική απώλεια της αξίας του νομίσματός του, τουλάχιστον για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα προνόμια αυτά στηρίζονται στην ανάγκη και την επιθυμία ξένων οικονομικών δρώντων να αποκτούν το κυρίαρχο αποθεματικό νόμισμα της παγκόσμιας αγοράς για σκοπούς διεθνών πληρωμών και επενδύσεων. Εφόσον συνεχίζονται οι ροές πίστωσης προς το ηγεμονικό κράτος — δηλαδή όσο τα παλαιά δάνεια αναχρηματοδοτούνται μέσω νέων δανείων — τα εμπορικά ελλείμματα μπορούν να γίνονται ολοένα και μεγαλύτερα, με αποτέλεσμα όλο και μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής να καταναλώνεται στην εγχώρια αγορά της κυρίαρχης περιοχής. Το μόνο κόστος για τη διατήρηση αυτής της κατάστασης είναι οι προμήθειες που συνδέονται με τα νέα δάνεια. Από ηθική άποψη, βεβαίως, υπάρχει κάτι βαθιά προβληματικό σε αυτή την κατάσταση. Η θεσμοθετημένη λιτότητα στις φτωχότερες περιοχές της παγκόσμιας οικονομίας συνδέεται συστηματικά με τον υπερκαταναλωτισμό στα πλουσιότερα στρώματα της πλουσιότερης περιοχής, η οποία τυγχάνει να είναι ταυτόχρονα και ο μεγαλύτερος οφειλέτης στην παγκόσμια οικονομία.
Υπερσυσσώρευση και χρηματοπιστωτική κρίση
Το εκδοτικό προνόμιο κάνει περισσότερα από το να επιτείνει τη συστηματική τάση προς ανισομερή ανάπτυξη στην παγκόσμια αγορά. Αυτός ο καθορισμός μας επιτρέπει επίσης να επανεξετάσουμε τις συστηματικές τάσεις της παγκόσμιας αγοράς προς υπερσυσσώρευση και χρηματοπιστωτικές κρίσεις με πιο συγκεκριμένο και σύνθετο τρόπο. Η διευρυμένη ικανότητα δημιουργίας πιστωτικού χρήματος που απολαμβάνει η ηγεμονική δύναμη, σε συνδυασμό με τις εισροές ξένου κεφαλαίου, επιτρέπει τη συσσώρευση υπερβολικής παραγωγικής δυναμικής στους ηγετικούς τομείς της κυρίαρχης οικονομίας πολύ πέρα από το σημείο που θα μπορούσαν να φτάσουν σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση. Η σημασία αυτού του συστηματικού χαρακτηριστικού της παγκόσμιας αγοράς για την πρόσφατη οικονομική ιστορία είναι προφανής:
«Με το δικό της νόμισμα σε μονοπωλιακή θέση ως παγκόσμιο χρήμα, [οι ΗΠΑ] ήταν η μόνη χώρα της οποίας η δυνατότητα να εμφανίζει εξωτερικά ελλείμματα δεν περιοριζόταν από τα διαθέσιμα συναλλαγματικά της αποθέματα. Μπορούσαμε, επομένως, να εφαρμόζουμε πολύ πιο επεκτατικές πολιτικές και να αποφεύγουμε τις υφεσιακές πολιτικές προσαρμογής για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ’ ό,τι θα ήταν διαφορετικά δυνατό» (Guttmann 1994, 114–15).
Ως άμεσο αποτέλεσμα, η συστηματική τάση προς υπερσυσσώρευση πάγιου κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά εντείνεται σημαντικά. Όσο μεγαλύτερη είναι η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά, τόσο πιο βίαιη είναι η απαξίωση κεφαλαίου που αναπόφευκτα θα ακολουθήσει (Brenner 1998).
Όσον αφορά τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις, το πρώτο σημείο που πρέπει να επισημανθεί είναι η «κανονική» κατάσταση πραγμάτων που προκύπτει από τα παραπάνω:
«Υπάρχει μια αντίφαση ανάμεσα στο να είναι μια χώρα εκδότης του βασικού νομίσματος [στην παγκόσμια αγορά] και ταυτόχρονα ο μεγαλύτερος οφειλέτης στον κόσμο. Το πρώτο καθεστώς εξαρτάται από τη διατήρηση ενός σταθερού νομίσματος, ενώ το δεύτερο ενθαρρύνει χαμηλότερες συναλλαγματικές ισοτιμίες» (Guttmann 1994, xx).
Ένας τρόπος με τον οποίο ο νόμος της αξίας, δρώντας στο επίπεδο της παγκόσμιας αγοράς, υπάγει ακόμη και το ηγεμονικό κράτος στη λειτουργία του είναι αυτός της εξώθησης του κράτος αυτού να ταλαντεύεται διαρκώς ανάμεσα σε αυτούς τους δύο αντιφατικούς πολιτικούς στόχους. Τα ολοένα αυξανόμενα στοιχήματα πάνω στα νομίσματα και η αυξανόμενη μεταβλητότητα στις αγορές συναλλάγματος καθίστανται έτσι η «κανονική» κατάσταση πραγμάτων, καθώς οι διεθνείς επενδυτές αφιερώνουν ολοένα περισσότερους πόρους στην «αντιστάθμιση» του συναλλαγματικού κινδύνου και οι κερδοσκόποι εντοπίζουν περισσότερες ευκαιρίες για κέρδη[xxxvii].
Εάν το ηγεμονικό κράτος διατηρεί την ικανότητά του να προωθεί καινοτομίες που υπόσχονται υπερκέρδη στο μέλλον, οι χρηματοπιστωτικές ροές στην παγκόσμια αγορά καθίστανται ακόμη πιο σύνθετες. Το αν συμβαίνει αυτό ή όχι αποτελεί συγκυριακό ζήτημα. Αν όμως συμβαίνει, τότε υπάρχει μια ορισμένη συστηματική αναγκαιότητα στον τρόπο με τον οποίο η κατάσταση τείνει να εξελίσσεται. Η υπερβολική δημιουργία πιστωτικού χρήματος και οι εισροές κεφαλαίου που αποτελούν τα οφέλη του εκδοτικού προνομίου τείνουν συστηματικά να επιτείνουν την τάση προς πληθωρισμό των τιμών των κεφαλαιακών περιουσιακών στοιχείων που συζητήθηκε παραπάνω. Οι εισροές χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου ενισχύουν την τάση η αξία του πλασματικού κεφαλαίου των νέων καινοτόμων τομέων να αυξάνεται μέσα σε μια αυτοτροφοδοτούμενη δυναμική, η οποία αποσπάται από κάθε εύλογη εκτίμηση των μελλοντικών κερδών στους τομείς αυτούς. Με αυτόν τον τρόπο το εκδοτικό προνόμιο συμβάλλει στη δημιουργία κερδοσκοπικών «φουσκών» στις τιμές των κεφαλαιακών στοιχείων πολύ πέρα από ό,τι θα συνέβαινε διαφορετικά[xxxviii]. Τα οφέλη του εκδοτικού προνομίου επιτρέπουν την αναβολή της στιγμής της κρίσης. Αργά ή γρήγορα, όμως, γίνεται σαφές ότι η συσσώρευση πάγιου κεφαλαίου υπερβαίνει αυτό που είναι πιθανό να αξιοποιηθεί μέσω μελλοντικών κερδών (δηλαδή μέσω της μελλοντικής παραγωγής υπεραξίας). Όσο μεγαλύτερες είναι οι ανισορροπίες που έχουν συσσωρευθεί μέχρι εκείνο το σημείο, τόσο μεγαλύτερες είναι και οι κοινωνικές αναταράξεις που ακολουθούν, τόσο για την ηγεμονική δύναμη ειδικότερα όσο και για την παγκόσμια αγορά συνολικά. Σε εκείνο το σημείο μπορεί να προκύψει μια μαζική φυγή από το παγκόσμιο νόμισμα, παραλύοντας το διεθνές νομισματικό σύστημα. Οι παραπάνω σκέψεις δείχνουν ότι, όσο λανθασμένοι κι αν είναι οι ακραίοι νεοφιλελεύθεροι όταν διακηρύσσουν τον «θάνατο του κράτους», εξίσου λανθασμένοι είναι και οι αδιάλλακτοι εθνικιστές. Η μορφή του κράτους είναι ενταγμένη μέσα στη συστηματική ολότητα της παγκόσμιας αγοράς. Ακόμη και η ηγεμονική δύναμη στο σύστημα των κρατών δεν μπορεί να διαφύγει από τον νόμο της αξίας που διέπει την παγκόσμια αγορά (Smith προσεχώς).
Ήρθε τώρα η στιγμή να εξαχθεί το πρακτικό συμπέρασμα που προκύπτει από την εξέτασή μας, της παγκόσμιας αγοράς, της τελικής κατηγορίας σε μια μαρξική διάταξη των ουσιωδών προσδιορισμών του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Το συμπέρασμα είναι απλό: ούτε το καπιταλιστικό κράτος ούτε η καπιταλιστική παγκόσμια αγορά μπορούν να επιλύσουν τον θεμελιώδη παραλογισμό και τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς που βρίσκονται στον πυρήνα των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων[xxxix]. Η περαιτέρω απορρύθμιση των παγκόσμιων ροών κεφαλαίου δεν θα ανατρέψει αυτή την κατάσταση. Η αναζωπύρωση του εθνικισμού δεν θα την ανατρέψει. Μια «νέα διεθνής χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική» δεν θα την ανατρέψει. Και οι προσπάθειες εγκαθίδρυσης μιας σοσιαλδημοκρατίας σε παγκόσμια κλίμακα δεν θα την ανατρέψουν. Μόνο μια επαναστατική ρήξη με τη μορφή του κεφαλαίου μπορεί να φέρει εις πέρας αυτό το παγκόσμιο ιστορικό έργο. Αυτό είναι, πιστεύω, το καταληκτικό επιχείρημα μιας μαρξικής συστηματικής διαλεκτικής των κοινωνικών μορφών.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
|
Προσδιορισμοί της Μορφής του Κεφαλαίου |
Προσδιορισμοί της Παγκόσμιας Αγοράς Υπόρρητοι στους Προηγούμενους Προσδιορισμούς της Μορφής του Κεφαλαίου |
|
Τόμος Ι |
|
|
Η εμπορευματική μορφή |
Διασυνοριακές ροές εμπορευμάτων Αντικειμενικές κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα σε παραγωγούς διά εθνικών συνόρων |
|
Η χρηματική μορφή |
Όλα τα χρήματα τελικά ορίζονται με αναφορά στο παγκόσμιο χρήμα |
|
Εκμετάλλευση |
Συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο της παγκόσμιας αγοράς = ιδιοποίηση υπεραξίας που παράγεται από τη μισθωτή εργασία στη παγκόσμια αγορά |
|
Πάλη για το ποσοστό υπεραξίας |
Φυγή κεφαλαίου με τη μορφή της άμεσης ξένης επένδυσης |
|
Συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου |
Κάθετη ολοκλήρωση με τη μορφή των διασυνοριακών συγχωνεύσεων και εξαγορών |
|
Τόμος ΙΙ |
|
|
Τα κυκλώματα του κεφαλαίου |
Πρόοδοι στις τεχνολογίες επικοινωνιών και μεταφορών επεκτείνοντας τις διασυνοριακές ροές |
|
Η αναπαραγωγή του συνολικού κεφαλαίου |
Διασυνοριακές ροές που συνδέουν το Τμήμα Ι και το Τμήμα ΙΙ (συμπεριλαμβανομένων των ροών πρώτων υλών και των τεχνολογικών μεταφορών) |
|
Τόμος ΙΙΙ |
|
|
Αναδιανομή της υπεραξίας |
Διεθνείς τιμές παραγωγής Ιδιοποίηση υπεραξίας από το εμπορικό και χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο εντός παγκόσμιων κυκλωμάτων του κεφαλαίου |
|
Υπερκέρδη λόγω καινοτομίας |
Ανισομερής ανάπτυξη |
|
Κρίσεις υπερσυσσώρευσης |
Παγκόσμιες κρίσεις υπερσυσσώρευσης |
|
Χρηματοπιστωτικές κρίσεις |
Παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές κρίσεις |
|
Τάξεις |
Τάση προς σχηματισμό υπερεθνικών τάξεων |
|
Η Κρατική Μορφή |
|
|
Ο ρόλος του κράτους στη διαδικασία της συσσώρευσης |
Παγκόσμιες ροές εμπορευμάτων, χρήματος, επενδυτικού κεφαλαίου και εργασίας διαμεσολαβημένες από νομικούς μηχανισμούς του κράτους Παγκόσμια αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου διαμεσολαβημένη από το κράτος Ανισομερής ανάπτυξη στην παγκόσμια αγορά διαμεσολαβημένη από το κράτος Κρίσεις υπερσυσσώρευσης και χρηματοπιστωτικές κρίσεις στην παγκόσμια αγορά διαμεσολαβημένες από κρατική διαχείριση της κρίσης Ο ρόλος του κράτους στην προώθηση/παρεμπόδιση του σχηματισμού υπερεθνικών τάξεων |
|
Το Διακρατικό σύστημα |
Καθεστώτα παγκόσμιας διακυβέρνησης Ιεραρχία στο διακρατικό σύστημα Ηγεμονία στο διακρατικό σύστημα Εκδοτικό προνόμιο και συστηματικές τάσεις προς ανισομερή ανάπτυξη, κρίσεις υπερσυσσώρευσης και χρηματοπιστωτικές κρίσεις στην παγκόσμια αγορά |
Βιβλιογραφία
Albritton, Robert, ed. forthcoming. Capitalism and Dialectical Thought. Palgrave
Arthur, Chris [sic]
Arrighi, Giovanni. 1994. The Long Twentieth Century. New York: Verso.
Arrighi, Giovanni, and Beverly Silver. 1999. Chaos and Governance in the Modern World System. Minnepaolis: University of Minnesota Press.
Bellofiore, Riccardo. 1989. “A Monetary Labor Theory of Value,” Review of Radical Political Economics, XXI:1-2.
Brenner, Robert. 1998. “The Economics of Global Turbulence.” New Left Review, 229.
Brewer, Anthony. 1991. Marxist Theories of Imperialism: A Critical Survey. New York: Routledge.
Campbell, Martha. 1993. “Marx’s Concept of Economic Relations and the Method of Capital.” In Moseley.
Campbell, Martha. 2001 [Vol. III paper]
Chomsky, N. (1996) World Orders Old and New (New York: Columbia).
De Brunhoff, Suzanne. 1978. The State, Capital, and Economic Theory. London: Pluto Press.
Hardt, Michael, and Antonio Negri. 2000. Empire. Cambridge, MA.: Harvard University Press.
Harvey, David. 1999. The Limits to Capital. London: Verso.
Lebowitz, Michael. 1992. Beyond Capital: Marx’s Political Economy of the Working Class. London: Macmillan.
Marx, Karl. 1963. Theories of Surplus Value, Volume I. Moscow: Progress.
Marx, Karl. 1968. Theories of Surplus Value, Volume II. Moscow: Progress.
Marx, Karl. 1971. Theories of Surplus Value, Volume III. Moscow: Progress.
Marx, Karl. 1973. Grundrisse. New York: Vintage Books.
Marx, Karl. 1976/1867. Capital, Volume I. New York: Penguin Books.
Marx, Karl. 1981/1894. Capital, Volume 3. New York: Penguin Books.
Mattick, Paul. 1991-2. “Some Aspects of the Value-Price Problem.” International Journal of Political Economy 21:4.
Mattick, Paul (forthcoming) “Classes” in Reuten and Campbell.
McLellan, David. 1988. Marxism: Essential Writings. New York: Oxford University Press.
McMichael, Philip, ed. 1994. The Global Restructuring of Agro-Food Systems. Ithaca: Cornell University Press.
Moody, Kim. 1997. Workers in a Lean World. New York: Verso.
Moseley Fred, ed. 1993a. Marx’s Method in Capital: A Reexamination. New York: Humanities Press.
Moseley Fred. 1993b. “Marx’s Logical Method and the “Transformation Problem.” In Moseley.
Murray, Patrick. 1993. “The Necessity of Money: How Hegel Helped Marx Surpass Ricardo’s Theory of Value.” In Moseley 1993a.
Plender, John. “Froth Blown Away as the Bull is Caged.” Financial Times, April 18, 2000 (20).
Reuten, Geert. 1991. “Accumulation of Capital and the Foundation of the Tendency of the Rate of Profit to Fall.” Cambridge Journal of Economics, 15. 1997
Reuten, Geert, and Martha Campbell, M. 2001. The Culmination of Capital: Essays on Volume III. London: Macmillan.
Robinson, William, and Jerry Harris. 2000. “Towards a Global Ruling Class: Globalization and the Transnational Capitalist Class.” Science and Society, 64:1.
Rosdolsky, Roman. 1977. The Making of Marx’s ‘Capital’. London: Pluto Press.
Smith, Tony. 1990. The Logic of Marx’s Capital. Albany: State University of New York Press.
Smith, Tony. 1997. “A Critical Comparison of the Neoclassical and Marxian Theories of Technical Change.” Historical Materialism. 1:1.
Smith, Tony. 2000a. Technology and Capital in the Age of Lean Production. Albany: State University of New Press.
Smith, Tony. 2000b.”Brenner and Crisis Theory: Issues in Systematic and Historical Dialectics. Historical Materialism No. 5.
Smith, Tony. 2001. “Surplus Profits from Innovation: A Missing Level in Volume III?” in Reuten and Campbell.
Smith, Tony. Forthcoming. “Systematic and Historical Dialectics: Towards a Marxian Theory of Globalization” in Albritton.
Toporowski, Jan. 1999. “Monetary Policy and Capital Market Inflation in Europe,” unpublished paper presented at Fifth Workshop on Alternative Economic Policy in Europe, Brussels.
Toussaint, E. 1999. Your Money or Your Life! The Tyranny of Global Finance. London: Pluto.
Wade, Robert. 1990. Governing the Market: Economic Theory and the Role of Government in East Asian Industrialization. Princeton: Princeton University Press.
Wade, Robert, and Frank Veneroso. 1998. ‘The Gathering World Slump and the Battle Over Capital Controls’. New Left Review, 231.
Walker, Richard. 1988. “The Dynamics of Value, Price and Profit,” Capital and Class 35.
Weeks, John. 1981. Capital and Exploitation. Princeton: Princeton University Press.
Went, Robert. 2000. Globalization: Neoliberal Challenge, Radical Responses. London: Pluto.
Σημειώσεις
[i] Ο Μαρξ είχε αναφερθεί επίσης σε τόμους για την έγγεια ιδιοκτησία, τον ανταγωνισμό και την μισθωτή εργασία. Κατά τη γνώμη μου υπάρχουν τρεις σοβαροί λόγοι για να αποκλειστούν αυτά τα προτεινόμενα βιβλία από το συστηματικό εγχείρημα που ξεκίνησε στο Κεφάλαιο. Πρώτον, ένα σημαντικό μέρος του υλικού που αρχικά προοριζόταν για αυτά τα έργα ενσωματώθηκε αργότερα στους τρεις τόμους (Rosdolsky 1977). Δεύτερον, μέρος του υπολειπόμενου υλικού μπορεί να ενσωματωθεί σε μια συστηματική εξέταση του κράτους, του εξωτερικού εμπορίου και της παγκόσμιας αγοράς. Τρίτον, το μεγαλύτερο μέρος από ό,τι εξακολουθεί να απομένει δεν αφορά ουσιώδεις προσδιορισμούς της μορφής του κεφαλαίου, αλλά μάλλον συμπτωματικούς ιστορικούς προσδιορισμούς (την εξέταση συγκεκριμένων πορειών που ακολούθησαν συγκεκριμένες βιομηχανίες, διάφορες μορφές που πήραν τα νοικοκυριά και οι κοινότητες, στρατηγικές και τακτικές που χρησιμοποιήθηκαν σε συγκεκριμένες κοινωνικές συγκρούσεις κ.ο.κ.). Όταν πέθανε ο Μαρξ, τα βιβλία για την έγγεια ιδιοκτησία, τον ανταγωνισμό και την μισθωτή εργασία εκκρεμούσαν. Αλλά αποτελούν μέρος ενός διαφορετικού εγχειρήματος από το εγχείρημα του Κεφαλαίου. Κατά τη γνώμη μου δεν ισχύει το ίδιο ως προς τα προτεινόμενα βιβλία για το κράτος, το εξωτερικό εμπόριο και την παγκόσμια αγορά, τα οποία θεωρώ ότι ολοκληρώνουν εκείνο το εγχείρημα. Η κλασική μελέτη για αυτό το ζήτημα είναι η Lebowitz 1992.
[ii] Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι κατηγορίες “εξωτερικό εμπόριο” και “παγκόσμια αγορά και κρίση” θα συγχέονται συχνά. Δεδομένου ότι η δεύτερη ενσωματώνει (υπερβαίνει) την πρώτη, αυτό δεν θα πρέπει να παραμορφώσει τη συζήτηση.
[iii] Ο ισχυρισμός του Μαρξ εδώ είναι ότι η σχέση κεφαλαίου/μισθωτής εργασίας αποτελεί την ουσιώδη παραγωγική σχέση στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όχι πως είναι η μόνη που εντοπίζεται στις καπιταλιστικές κοινωνίες. Δείτε, για παράδειγμα, το ακόλουθο απόσπασμα: «Από την στιγμή όμως που κάποιοι λαοί η παραγωγή των οποίων κινείται ακόμη στις κατώτερες μορφές της εργασίας με δούλους, της αγγαρείας κ.λπ. εμπλέκονται σε μια διεθνή αγορά που κυριαρχείται από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, η οποία αναγορεύει σε κύριο συμφέρον την πώληση των προϊόντων τους στο εξωτερικό, τότε στις βάρβαρες φρικωδίες της δουλείας, της δουλοπαροικίας κ.λπ. προστίθεται και η πολιτισμένη φρικωδία της υπέρμετρης εργασίας» (Marx 1976, 345).
[iv] «Το κεφάλαιο είναι παραγωγός αξίας, μόνο σαν σχέση, εφόσον σαν δύναμη εξαναγκασμού που εξουσιάζει τη μισθωτή εργασία, την εξαναγκάζει να προσφέρει υπερεργασία, ή κεντρίζει την παραγωγική δύναμη της εργασίας, για να δημιουργεί σχετική υπεραξία. Και στις δύο περιπτώσεις το κεφάλαιο παράγει αξία, μόνο σαν μια αποξενωμένη από την εργασία δύναμη που εξουσιάζει τους υλικούς της όρους, γενικά μόνο σαν μια από τις μορφές της ίδιας της μισθωτής εργασίας, σαν όρος της μισθωτής της εργασίας». Marx 1963, 93. Βλ. και Marx 1971, 244-45, 259, 265, 273, 275-76, 475-6; Mattick 1991-92.
[v] «Το ουσιαστικό για την κεφαλαιοκρατική παραγωγή είναι η εξέλιξη του προϊόντος σε εμπόρευμα, που συνδέεται ουσιαστικά με την επέκταση της αγοράς, με τη δημιουργία της παγκόσμιας αγοράς, δηλαδή με το εξωτερικό εμπόριο». (Marx 1968, 423). «Η τάση να δημιουργεί την παγκόσμια αγορά βρίσκεται άμεσα στην ίδια την έννοια του κεφαλαίου. Κάθε όριο εμφανίζεται σαν φραγμός που πρέπει να ξεπεραστεί». Marx 1973, 408; Βλ. και Marx 1976, 573).
[vi] «Μόνο στην παγκόσμια αγορά λειτουργεί το χρήμα σε πλήρες εύρος ως το εμπόρευμα η φυσική μορφή του οποίου αποτελεί ταυτόχρονα την άμεση κοινωνική μορφή πραγματοποίησης της ανθρώπινης εργασίας In abstracto (στην αφαίρεσή της). Ο τρόπος ύπαρξής του καθίσταται αντίστοιχος προς την έννοιά του… Το παγκόσμιο χρήμα λειτουργεί ως γενικό μέσο πληρωμής, ως γενικό μέσο αγοράς και ως απόλυτα κοινωνική υλοποίηση του πλούτου εν γένει (Σ.τ.Μ., universal wealth)». (Marx 1976, pp. 240-42). Παρακάτω θα πραγματευτώ συνοπτικά το παγκόσμιο χρήμα εκείνο που δεν λαμβάνει τη μορφή του εμπορεύματος.
[vii] «Στην θέση των παλαιών αναγκών που ικανοποιούνταν με ντόπια προϊόντα έρχονται νέες, οι οποίες για την ικανοποίησή τους απαιτούν τα προϊόντα των πιο απόμακρων χωρών και κλιμάτων. Στην θέση της παλαιάς και τοπικής αυτάρκειας και περιχαράκωσης έρχεται μια ολόπλευρη συναλλαγή, μια ολόπλευρη εξάρτηση των εθνών μεταξύ τους. Όπως δε στην υλική, έτσι και στην πνευματική παραγωγή. Τα πνευματικά προϊόντα των μεμονωμένων εθνών γίνονται κοινό κτήμα. Η εθνική μονομέρεια και μικρόνοια γίνεται όλο και περισσότερο αδύνατη, και από τις πολλές εθνικές και τοπικές λογοτεχνίες διαμορφώνεται μια διεθνής λογοτεχνία» Marx and Engels, “The Communist Manifesto,” in McLellan 1988, 24.
[viii] Οι καινοτομίες στη διαδικασία εργασίας που βελτιώνουν την παραγωγικότητα στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών αυξάνουν άμεσα την ποσότητα της υπεραξίας που παράγεται σε μια δεδομένη χρονική περίοδο. Οι τεχνολογικές και οργανωτικές μεταβολές που αποδυναμώνουν τη δύναμη της εργασίας μέσα στη διαδικασία παραγωγής τείνουν να περιορίζουν τη δυνατότητα των εργαζομένων να ωφελούνται από τα κέρδη παραγωγικότητας μέσω μιας αύξησης του «ιστορικού και ηθικού» στοιχείου της αξίας της εργασιακής δύναμης. Οι αυξήσεις της παραγωγικότητας που αναγκαστικά αναδύονται από τη σχέση κεφαλαίου/μισθωτής εργασίας θεμελιώνουν επίσης τη ροή των εμπορευμάτων στην παγκόσμια αγορά, η οποία υπονοείται στην έννοια της γενικευμένης ανταλλαγής εμπορευμάτων. Οι αυξήσεις της παραγωγικότητας μειώνουν το μοναδιαίο κόστος, και «οι φθηνές τιμές των εμπορευμάτων είναι το βαρύ πυροβολικό με το οποίο κατεδαφίζει όλα τα σινικά τείχη» (Marx and Engels, “the Communist Manfesto,” in McLellan 1988, 24).
[ix] «Ο κεφαλαιοκράτης επικαλείται λοιπόν το νόμο της εμπορευματικής ανταλλαγής. Όπως κάθε άλλος αγοραστής, έτσι κι αυτός επιδιώκει να αποκομίσει το μεγαλύτερο δυνατό όφελος από τη χρηστική αξία του εμπορεύματός του. Ξαφνικά όμως ορθώνεται η φωνή του εργάτη…» (Marx 1976, 342,). Στη δική μου ανάγνωση του Κεφαλαίου, η συστηματική λογική της καπιταλιστικής μορφής δεν περιλαμβάνει τίποτε που να μπορεί τελικά να φιμώσει αυτή τη φωνή: «Με τη μάζα των ταυτόχρονα απασχολούμενων εργατών αυξάνεται η αντίστασή τους και συνεπώς αυξάνεται αναγκαστικά και η πίεση του κεφαλαίου για την υπερνίκηση αυτής της αντίστασης. Η διεύθυνση του κεφαλαιοκράτη δεν είναι απλώς μια ιδιαίτερη λειτουργία που πηγάζει από τη φύση της κοινωνικής εργασιακής διαδικασίας και της ανήκει, αλλά είναι ταυτόχρονα λειτουργία της εκμετάλλευσης μιας κοινωνικής εργασιακής διαδικασίας και συνεπώς καθορίζεται από τον αναπόφευκτο ανταγωνισμό ανάμεσα στον εκμεταλλευτή και στην πρώτη ύλη της εκμετάλλευσής του». (Marx 1976, 449, η έμφαση προστέθηκε βλ. επίσης 635, 793). Αυτός ο αναπόφευκτος ανταγωνισμός βρίσκεται στον ίδιο τον πυρήνα της λογικής του κεφαλαίου. Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να συμφωνήσω με εκείνους που υποστηρίζουν ότι η λογική του κεφαλαίου, όπως εξετάζεται στο Κεφάλαιο, αφορά αποκλειστικά τη σκοπιά του κεφαλαίου (E. P. Thompson, Σχολή Uno). Ούτε συμφωνώ με όσους επιμένουν ότι η λογική του κεφαλαίου είναι ισομορφική ή ομόλογη με τη χεγκελιανή λογική της Έννοιας, η οποία είναι μια λογική συμφιλίωσης και όχι αναπόφευκτου ανταγωνισμού (βλ. επίσης Μαρξ 1976, σ. 635).
[x] Αυτό δεν συνεπάγεται ότι σημαντικά επίπεδα άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ) απαντώνται πάντοτε και παντού όπου υφίσταται η καπιταλιστική μορφή. Ο ισχυρισμός εδώ είναι, αντίθετα, ότι σε αυτό το επίπεδο αφαίρεσης μπορεί να συναχθεί μια συστηματική τάση προς αυτή την κατεύθυνση, μια τάση που παραμένει ενεργή και στα επόμενα θεωρητικά επίπεδα. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία a priori αρχή που να υπαγορεύει πώς οι διάφορες τάσεις που παράγονται σε διαφορετικά επίπεδα της συστηματικής θεωρίας του Μαρξ συσχετίζονται μεταξύ τους σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει τρόπος να συναχθούν, από τις τάσεις που είναι αναγκαία δεδομένες μαζί με τις κοινωνικές μορφές που ορίζουν το κεφάλαιο, οι κυρίαρχες δυναμικές που επικρατούν σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο (Reuten 1997· Smith υπό έκδοση). Σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα σύνολο τάσεων μπορεί να τροποποιεί ένα άλλο, ενώ το ίδιο λειτουργεί με σχετικά άμεσο και σαφή τρόπο. Σε άλλες περιπτώσεις, τα πράγματα μπορεί να αντιστρέφονται, με το πρώτο σύνολο τάσεων να τροποποιείται σημαντικά, ενώ το άλλο παραμένει σχετικά ανεπηρέαστο. Σε ακόμη πιο διαφορετικές περιπτώσεις, κάθε σύνολο τάσεων μπορεί να μεταβάλλει σε σημαντικό βαθμό τη λειτουργία των άλλων. Ή ένα σύνολο τάσεων μπορεί ακόμη και να θέτει ένα άλλο εκτός λειτουργίας πλήρως υπό ορισμένες συνθήκες, ενώ σε άλλους χρόνους και τόπους να τίθεται το ίδιο εκτός λειτουργίας. Στην προκείμενη περίπτωση, η τάση προς τις άμεσες ξένες επενδύσεις μπορεί να τεθεί εκτός λειτουργίας από τάσεις που συνδέονται με τη μορφή του κράτους σε ορισμένα ιστορικά πλαίσια, και να ενεργοποιηθεί σε άλλα από τάσεις που απορρέουν από διαφορετικά θεωρητικά επίπεδα. Κατά την άποψή μου, ωστόσο, η ισχυρότερη ώθηση της ιστορικής διαλεκτικής του κεφαλαίου παρέχεται από την τάση προς την αυξανόμενη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, μια τάση που αναγκαστικά ενισχύει διαχρονικά την ώθηση προς τις άμεσες ξένες επενδύσεις.
[xi] «Οι Άγγλοι εργοστασιακοί εργάτες ήταν οι πρωταγωνιστές όχι μόνο της αγγλικής, αλλά της σύγχρονης εργατικής τάξης εν γένει» δηλαδή εδώ η εργατική τάξη εξετάζεται στο επίπεδο της παγκόσμιας αγοράς (Marx 1976, 413). Οι Hardt and Negri αναφέρονται σε αυτό ως «τη συσσώρευση των αγώνων» (Hardt and Negri 2000, 263).
[xii] Είναι επίσης αλήθεια, βεβαίως, ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις ήταν πάντοτε στο επίκεντρο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Βλ. Arrighi (1994) και Arrighi και Silver (1999).
[xiii] Την εξηγητική και πολιτική σημασία αυτών των ροών εργασίας στο «νέο παγκόσμιο παράδειγμα» υπογραμμίζουν οι Hardt και Negri, οι οποίοι εύστοχα επιμένουν ότι «η κινητικότητα έχει για το κεφάλαιο ένα υψηλό τίμημα, το οποίο είναι η αυξημένη επιθυμία για απελευθέρωση» (Hardt and Negri 2000, 253). Όπως έχουν επισημάνει πολλοί, η ίδια η ανάλυση του Μαρξ δεν αναδεικνύει επαρκώς αυτή τη διάσταση της ιστορίας. Ωστόσο, αυτή η διάσταση είναι ενυπάρχουσα στο παρόν θεωρητικό στάδιο της συστηματικής διάταξης των ουσιωδών προσδιορισμών της μορφής «κεφάλαιο», από τον Μαρξ.
[xiv] Μια σειρά ιστορικών τραγωδιών εμπεριέχεται λανθανόντως σε αυτό το συστηματικό γνώρισμα του κεφαλαίου. «Αναφορικά, τέλος, με την πρώτη ύλη, δεν υπάρχει, για παράδειγμα, καμιά αμφιβολία ότι η επέλαση της βαμβακοϋφαντουργίας προώθησε σαν σε θερμοκήπιο τη βαμβακοκαλλιέργεια των Ηνωμένων Πολιτειών, και μαζί με αυτήν όχι μόνο προώθησε το αφρικανικό δουλεμπόριο, αλλά έκανε την «καλλιέργεια» νέγρων κύρια ενασχόληση των λεγόμενων μεθοριακών δουλοκτητικών Πολιτειών» (Marx 1976, 571). Και ξανά, «Η φθήνια του μηχανοποίητου προϊόντος και η επαναστατικοποιημένη οργάνωση των μεταφορών και των επικοινωνιών είναι όπλα κατάκτησης ξένων αγορών. Μέσω της καταστροφής του βιοτεχνικού προϊόντος τους η εκμηχανισμένη επιχείρηση τις μετατρέπει αναγκαστικά σε πεδία παραγωγής της δικής της πρώτης ύλης». (Marx 1976, 579).
[xv] Ένα ανάλογο επιχείρημα ισχύει για κλάδους με ίσα επίπεδα κεφαλαιακής επένδυσης και εκμετάλλευσης, αλλά με διαφορετικούς ρυθμούς κυκλοφορίας του κεφαλαίου (Marx, 1981: 250). Ο ισχυρισμός ότι η σημασία του χρόνου κυκλοφορίας αναιρεί τη θεωρία της υπεραξίας έχει ήδη εξεταστεί στον 2ο Τόμο, και γι’ αυτό ο Μαρξ δεν του αφιερώνει περισσότερη προσοχή στον 3ο Τόμο.
[xvi] Σχετικοί είναι επίσης και άλλοι παράγοντες, όπως η κινητικότητα της εργασιακής δύναμης, ο εφεδρικός στρατός εργασίας και το πιστωτικό σύστημα (Weeks, 1981: 162· Marx, 1981: 566, 742).
[xvii] Το «R» πρέπει να νοηθεί ως το ποσοστό κέρδους που καθορίζεται στο επίπεδο του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, το οποίο εξετάζεται στον 1ο Τόμο, δηλαδή R = S/(C+V), με τα «S», «C» και «V» να ορίζονται σε αναφορά προς το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο (Moseley, 1993b: 172). Σύμφωνα με αυτόν τον τύπο, οι μονάδες κεφαλαίου σε κλάδους με ανώτερη από τον μέσο όρο οργανική σύνθεση κεφαλαίου θα τείνουν να έχουν τιμές παραγωγής που υπερβαίνουν το C+V+S, ενώ εκείνες σε κλάδους με κατώτερη από τον μέσο όρο οργανική σύνθεση κεφαλαίου θα τείνουν να έχουν τιμές παραγωγής χαμηλότερες από το άθροισμα της τιμής κόστους και της παραχθείσας υπεραξίας.
[xviii] «Όλη η αντίφαση ανάμεσα στο βιομηχανικό κέρδος και στον τόκο έχει κάποιο νόημα μόνο στην αντίφαση ανάμεσα στον εισοδηματία και στον βιομήχανο καπιταλιστή, δεν θίγει όμως απολύτως καθόλου ούτε τη σχέση του εργάτη προς το κεφάλαιο, ούτε τη φύση του κεφαλαίου, ούτε την προέλευση του κέρδους του κ.λπ.» Marx 1971, 359.
[xix] Στον 2ο τόμο των Θεωριών για την Υπεραξία ο Μαρξ γράφει ότι: «Αυτή καθεαυτή η προϋπόθεση είναι στον ανώτατο βαθμό ανούσια, ότι δηλαδή μεταβολές στην τιμή του μισθού εργασίας λ.χ. στην Αγγλία, θα άλλαζαν τις «τιμές κόστους» του χρυσού στην Καλιφόρνια, όπου δεν έχει αυξηθεί ο μισθός εργασίας. Η εξίσωση των αξιών με το χρόνο εργασίας και ακόμα πολύ λιγότερο των τιμών κόστους με γενικό ποσοστό του κέρδους δεν υπάρχει με αυτή την άμεση μορφή ανάμεσα σε διάφορες χώρες» (Marx 1968, 201). Αργότερα, ωστόσο, θα επισημάνει ότι «όπου εξαρχής απέβλεπαν στο εμπόριο, στην παραγωγή για την παγκόσμια αγορά, γίνεται κεφαλαιοκρατική παραγωγή… Όσον καιρό συνεχίζεται αυτή η σχέση, τίποτα δεν εμποδίζει η «τιμή κόστους» να ρυθμίζει την αγοραία αξία» (Marx 1968, 302-03; Στο κείμενο οι αναφορές αυτές αφορούν τις αποικιακές δουλοκτητικές φυτείες). Το δεύτερο χωρίο αφορά στην κυρίαρχη πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης. (Στις Θεωρίας για την Υπεραξία ο Μαρξ χρησιμοποιεί τον όρο «τιμές κόστους» για να αναφερθεί σε ότι θα αποκαλέσει «τιμές παραγωγής» στο Κεφάλαιο. Έβαλα σε εισαγωγικά των πρότερο όρο παραπάνω χάριν της εννοιολογικής συνέπειας.)
[xx] Μπορεί επίσης να υποστηριχθεί ότι μια έννοια ανισόμετρης ανάπτυξης στην παγκόσμια αγορά υπονοείται στη συζήτηση για τον σχηματισμό των τιμών παραγωγής σε αυτήν. Σε αυτό το επίπεδο «μπορούν 3 ημέρες εργασίας μιας χώρας ν’ ανταλλαχθούν με μια ημέρα εργασίας μιας άλλης χώρας. Ο νόμος της αξίας εδώ υφίσταται ουσιαστική τροποποίηση. Εκτός αν με τον ίδιο τρόπο που στα πλαίσια μιας χώρας η ειδικευμένη, η σύνθετη εργασία σχετίζεται με τη μη ειδικευμένη, την απλή εργασία, μπορούν να σχετίζονται μεταξύ τους οι μέρες εργασίας διαφόρων χωρών. Στην περίπτωση αυτή η πλουσιότερη χώρα εκμεταλλεύεται τη φτωχότερη, ακόμα και όταν η δεύτερη χώρα κερδίζει από την ανταλλαγή» (Marx 1971, 106). Ωστόσο, μια πλήρης έννοια της ανισομερούς ανάπτυξης δεν μπορεί να είναι εγγενής εκεί όπου τα ποσοστά κέρδους υποτίθεται ότι εξισώνονται, όπως στο επίπεδο των τιμών παραγωγής.
[xxi] Σήμερα, το 95% της έρευνας και ανάπτυξης βρίσκεται στον λεγόμενο «πρώτο κόσμο». Η ώθηση για τη διεύρυνση του ορισμού και την αυστηρότερη επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ενισχύει προφανώς σε τεράστιο βαθμό αυτή την εγγενή τάση· το 97% όλων των πατεντών σήμερα ανήκει σε άτομα και θεσμούς που εδρεύουν στον πρώτο κόσμο (Friedman, 2000: 319). Μπορεί παρεμπιπτόντως να σημειωθεί ότι υπήρξε πάντοτε σφάλμα η σύνδεση του ενάρετου κύκλου καινοτομίας/υπερκερδών με τη βιομηχανοποίηση και, αντιστρόφως, του φαύλου κύκλου με τη γεωργία. Η βιομηχανοποίηση μπορεί να προσανατολίζεται στην παραγωγή συνηθισμένων εμπορευμάτων που συνεπάγονται μικρά ή και μηδενικά υπερκέρδη. Και η γεωργία μπορεί να προσανατολίζεται σε προϊόντα υψηλής «προστιθέμενης αξίας» (McMichael, 1994). Ούτε η βιομηχανοποίηση (τμημάτων) του λεγόμενου «τρίτου κόσμου», ούτε η συνεχιζόμενη σημασία της γεωργίας σε τμήματα του λεγόμενου «πρώτου κόσμου» αναιρούν τη θεωρία της ανισομερής ανάπτυξης. Μια εξαιρετική επισκόπηση των σχετικών συζητήσεων στη μαρξιστική παράδοση μπορεί να βρεθεί στον Brewer (1991).
[xxii] Στον βαθμό που η τεχνολογική καινοτομία ενσωματώνεται στο πάγιο κεφάλαιο, προκύπτει εδώ και μια δεύτερη σύζευξη ενάρετων και φαύλων κύκλων, η οποία συμπληρώνει εκείνη που συζητήθηκε στο κύριο κείμενο: «Εκεί λοιπόν που χρησιμοποιείται πολύ σταθερό κεφάλαιο, επομένως και πολύ πάγιο κεφάλαιο, υπάρχει σε αυτό το μέρος της αξίας του προϊόντος, που αντικαθιστά τη φθορά του παγίου κεφαλαίου, ένα κονδύλι συσσώρευσης, το οποίο από μέρους εκείνου που το χρησιμοποιεί μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επένδυση νέου παγίου κεφαλαίου (ή και κυκλοφορούντος κεφαλαίου), χωρίς να γίνεται για το μέρος αυτό της συσσώρευσης οποιαδήποτε αφαίρεση από την υπεραξία. (Βλέπε τον Μακ Κούλλοχ). Αυτό το κονδύλι συσσώρευσης δεν βρίσκεται στις βαθμίδες εκείνες της παραγωγής και σε έθνη, στα οποία δεν υπάρχει μεγάλο πάγιο κεφάλαιο. Πρόκειται για ένα σημαντικό σημείο. Είναι ένα ποσό, που προορίζεται για συνεχείς τελειοποιήσεις, επεκτάσεις κ.λπ.» (Marx 1968, 480; προστέθηκε η δεύτερη έμφαση).
[xxiii] Πιο ολοκληρωμένες αναλύσεις της ανισομερούς ανάπτυξης απαντώνται στους Moody (1997), Toussaint (1999) και Went (2000).
[xxiv] «Η καπιταλιστική παραγωγή δεν παράγει καθόλου σε μια αυθαίρετη κλίμακα, αλλά, όσο περισσότερο αναπτύσσεται, τόσο περισσότερο αναγκάζεται να παράγει σε μια κλίμακα που δεν έχει καμιά σχέση με την άμεση ζήτηση, αλλά εξαρτιέται από μια σταθερή διεύρυνση της παγκόσμιας αγοράς» (Marx 1968, 468). Αργά ή γρήγορα, αυτή η επέκταση αποδεικνύεται ανεπαρκής για την αξιοποίηση του συσσωρευμένου πάγιου κεφαλαίου.
[xxv] «Το πιο περίπλοκο φαινόμενο του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής είναι οι κρίσεις της παγκόσμιας αγοράς» (Marx 1968, 501). «Οι κρίσεις της παγκόσμιας αγοράς πρέπει να κατανοηθούν σαν η πραγματική συνένωση και βίαιη εξομάλυνση όλων των αντιφάσεων της αστικής οικονομίας» (Marx 1968, 510).
[xxvi] Ο όρος «το κράτος» χρησιμοποιείται εδώ παρά το γεγονός ότι το κράτος δεν αποτελεί ένα ενιαίο και ομοιογενές πράγμα, αλλά ένα σύνολο από αρκετά διαφορετικούς μηχανισμούς και προσωπικό, που ενδέχεται να ακολουθούν πολύ διαφορετικές επιδιώξεις. Στο παρόν πλαίσιο θα αφαιρέσω από αυτές τις διαφοροποιήσεις, προκειμένου να επικεντρωθώ σε εκείνο το κεντρικό υποσύνολο μηχανισμών του κράτους του οποίου η κύρια επιδίωξη είναι η προώθηση της καπιταλιστικής συσσώρευσης.
[xxvii] Το θεμελιώδες σφάλμα των θεωριών βάσης/εποικοδομήματος που διαχωρίζουν αυστηρά το κράτος και τις οικονομικές σχέσεις είναι ότι συγχέουν μια μεθοδολογική διάκριση επιπέδων αφαίρεσης με μια οντολογική διάκριση σφαιρών ύπαρξης. Η οικονομία και το κράτος δεν συγκροτούν δύο διακριτές περιοχές στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής· το κράτος είναι «πάντοτε ήδη» εμμέσως παρόν σε όλες τις καπιταλιστικές οικονομικές σχέσεις.
[xxviii] Φυσικά, αυτό δεν συνεπάγεται ότι αυτές οι πολιτικές είναι αποτελεσματικές. Και είναι αυτονόητο ότι η απόφαση να μην υπάρχει νομισματική πολιτική ή πολιτική συναλλαγματικής ισοτιμίας αποτελεί και η ίδια μια πολιτική.
[xxix] Η κεϋνσιανή διαχείριση κρίσεων έχει γνωρίσει μια γενική αναβίωση στην Ασία. Πέρα από την κρατικοποίηση των «κόκκινων» χρεών, άλλες στρατηγικές περιλαμβάνουν αυξημένους κρατικούς ελέγχους στις βραχυπρόθεσμες εισροές κεφαλαίου (Μαλαισία, Χονγκ Κονγκ, Ταϊβάν, με τη ρητή ενθάρρυνση της Ιαπωνίας), κρατικές αγορές μετοχών και περιορισμούς στη διαπραγμάτευση στο χρηματιστήριο (Χονγκ Κονγκ, Ταϊβάν), καθώς και βιομηχανικό σχεδιασμό για τη μείωση της πλεονάζουσας παραγωγικής δυναμικότητας (Κορέα). Βλ. Wade και Veneroso 1998.
[xxx] Το διακρατικό σύστημα δεν μπορεί να εξαλείψει τον διακρατικό ανταγωνισμό και τις συγκρούσεις μεταξύ των κρατών περισσότερο απ’ όσο η πολιτική ρύθμιση των αγορών μπορεί να εξαλείψει τον ανταγωνισμό και τις συγκρούσεις μεταξύ των επιμέρους κεφαλαίων. Και στα δύο επίπεδα οι συμμαχίες και οι μορφές συνεργασίας είναι πάντοτε μερικές και προσωρινές. Οι κυρίαρχοι κοινωνικοί θεωρητικοί προσεγγίζουν το ζήτημα αυτό με τους όρους των δυσκολιών παροχής «παγκόσμιων δημόσιων αγαθών» μπροστά στα προβλήματα του «τζαμπατζή» (Σ.τ.Μ., “free rider”) και στις καταστάσεις τύπου «διλήμματος του φυλακισμένου» που ανακύπτουν κατά τη διάρκεια των διακρατικών διαπραγματεύσεων (αναφορά – Σ.τ.Μ., η οποία λείπει στο αρχικό κείμενο). Μια μαρξική προσέγγιση θα τόνιζε επίσης την αναγκαία τάση εμφάνισης διακρατικών συγκρούσεων ως αποτέλεσμα των προσπαθειών των κρατών να μετακυλίσουν το κόστος της υπερσυσσώρευσης και των χρηματοπιστωτικών κρίσεων σε άλλες περιοχές της παγκόσμιας αγοράς.
[xxxi] «Έτσι, οι προστυχιές του ενετικού ληστρικού συστήματος αποτελούν μια τέτοια κρυφή βάση του κεφαλαιακού πλούτου της Ολλανδίας, στην οποία η παρακμάζουσα Βενετία δάνειζε μεγάλα χρηματικά ποσά. Το ίδιο ισχύει και για την σχέση μεταξύ Αγγλίας και Ολλανδίας. Ήδη στην αρχή του 18ου αιώνα οι βιοτεχνίες της Ολλανδίας έχουν υπερφαλαγγιστεί σε σημαντικό βαθμό και η ίδια έχει πάψει να είναι το κυρίαρχο εμπορικό και βιομηχανικό έθνος. Ως εκ τούτου μια από τις κύριες ενασχολήσεις της την περίοδο 1701-1776 είναι ο δανεισμός τεράστιων κεφαλαίων, ειδικά στον ισχυρό ανταγωνιστή της, την Αγγλία. Κάτι παρόμοιο ισχύει σήμερα μεταξύ της Αγγλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Ορισμένα κεφάλαια που εμφανίζονται σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς πιστοποιητικό γέννησης είναι παιδικό αίμα που κεφαλαιοποιήθηκε μόλις χθες στην Αγγλία» (Marx 1976, 920).
[xxxii] Η ακόλουθη πραγμάτευση εδράζεται κυρίως στον Guttmann 1994.
[xxxiii] Τα δάνεια αυτά παρέχουν πρόσθετο εισόδημα στις πλεονασματικές χώρες, επιτρέποντάς τους να συσσωρεύουν ακόμη περισσότερα συναλλαγματικά αποθέματα. Και στον βαθμό που ένα μέρος των δανείων χρησιμοποιείται για την αγορά εισαγωγών από τις πλεονασματικές χώρες (η αποδοχή αυτού αποτελεί συχνά όρο για τη χορήγηση των δανείων), τα εμπορικά πλεονάσματα των χωρών αυτών διευρύνονται (Guttmann 345–46).
[xxxiv] Και άλλου είδους παράγοντες είναι επίσης σχετικοί εδώ. Στις περιπτώσεις όπου οι εξαγωγές αποτελούνται από εμπορεύματα υψηλής «προστιθέμενης αξίας», υπάρχει στην παγκόσμια αγορά μια αναγκαία τάση όλο και μεγαλύτερο μέρος αυτής της «προστιθέμενης αξίας» να ιδιοποιείται από τις επιχειρήσεις του πυρήνα μέσω αξιώσεων επί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Εναλλακτικά, τα εμπορεύματα αυτά παράγονται από θυγατρικές επιχειρήσεις αυτών του πυρήνα, έτσι ώστε η εξαγωγή να λαμβάνει τη μορφή ενδοεταιρικών «πωλήσεων», όπου οι «τιμές» χειραγωγούνται από τις ίδιες τις επιχειρήσεις. Ή ακόμη, οι επιδοτήσεις και οι φορολογικές απαλλαγές που επιστρέφουν στις εξαγωγικές επιχειρήσεις περιορίζουν δραστικά τη δυνατότητα εξαγωγών να αποτελέσουν διέξοδο από την «παγίδα του χρέους». Οι συγκεκριμένοι μηχανισμοί που ισχύουν σε ένα δεδομένο πλαίσιο μπορεί να είναι συγκυριακοί και εξαρτημένοι από την ιστορική διαδρομή. Ωστόσο, η γενική τάση οι εμπορικές ανισορροπίες να επιτείνουν την ανισόμετρη ανάπτυξη δεν είναι.
[xxxv] Θεωρώ ότι αυτό αποτελεί ένα από τα βασικά συμπεράσματα της κριτικής του Μαρξ στην «αρχή του νομίσματος» (Σ.τ.Μ., currency principle) στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου (αναφορά στο άρθρο της Martha στον τόμο για τον Τόμο ΙΙΙ).
[xxxvi] Φυσικά, σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή δύο ή περισσότερα νομίσματα μπορεί να μοιράζονται τις λειτουργίες του παγκόσμιου χρήματος. Μια ανάλογη περιπλοκή μπορεί επίσης να ισχύει σε μια εποχή όπου το παγκόσμιο χρήμα λαμβάνει τη μορφή εμπορευματικού χρήματος. Αναφερόμενος στην εποχή του, ο Μαρξ έγραφε: «Στην παγκόσμια αγορά επικρατεί διπλό πρότυπο, τόσο ο χρυσός όσο και ο άργυρος» (Marx 1976, 241).
[xxxvii] Το εκδοτικό προνόμιο είναι, βεβαίως, μόνο ένα μέρος αυτής της ιστορίας. Στις ελλειμματικές χώρες που δεν αποτελούν την ηγεμονική δύναμη, πότε είναι τα επιτόκια αρκετά υψηλά; Πότε είναι τα προγράμματα λιτότητας αρκετά αυστηρά; Τι τιμές θα λάβουν στο μέλλον για τις εξαγωγές τους; Δεν υπάρχουν σωστές απαντήσεις σε αυτού του είδους τα ερωτήματα, γεγονός που σχεδόν εγγυάται μαζικές εισροές και εκροές χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, καθώς οι επενδυτές νομισμάτων προσπαθούν να μαντέψουν τι θα μαντέψουν οι άλλοι επενδυτές ότι πιθανότατα θα είναι η κυρίαρχη άποψη τον επόμενο χρόνο, μήνα, ημέρα, ώρα, λεπτό.
[xxxviii] Περιττό να πούμε ότι πρόσφατα παραδείγματα αυτής της διαδικασίας εντοπίζονται εύκολα. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο λόγος τιμής προς κέρδη (Σ.τ.Μ., price/earnings ratio) που επικρατούσε στα τέλη του 1999 για τον δείκτη Standard & Poor’s 500 αμερικανικών εταιρειών υποδήλωνε ότι η πραγματική αύξηση των κερδών τους θα επιταχυνόταν κατά 25 έως 50 τοις εκατό σε σχέση με τον ρυθμό αύξησης που είχε σημειωθεί από το 1995 (Plender 2000, 20). Αυτή ήταν μια γελοία προσδοκία, για λόγους που εξετάζονται στο Smith 2000a, Κεφάλαιο Έκτο.
[xxxix] Η παρουσίαση αυτών των ανορθολογισμών και ανταγωνισμών εδώ κάθε άλλο παρά πλήρης υπήρξε. Συστηματικές τάσεις προς περιβαλλοντικές κρίσεις μπορούν να συναχθούν σχεδόν από κάθε στάδιο της συστηματικής διάταξης. Και τα προνόμια που απολαμβάνει το ηγεμονικό κράτος (καθώς και οι μονάδες κεφαλαίου που συνδέονται στενότερα με αυτό) στην παγκόσμια αγορά είναι τόσο μεγάλα, ώστε κανένα τέτοιο κράτος δεν έχει ποτέ αποδεχθεί ήσυχα μια βασική αναδιάρθρωση του συστήματος των κρατών. Κάθε περίοδος μετάβασης από μια ηγεμονική δύναμη στην επόμενη στην ιστορία του καπιταλισμού έχει συντελεστεί μέσα από συγκρούσεις ολοένα και μεγαλύτερης κλίμακας, συγκρούσεις που γίνονται ακόμη πιο επικίνδυνες για την ανθρωπότητα εξαιτίας του τεχνολογικού δυναμισμού που αποτελεί ταυτόχρονα το μεγαλύτερο επίτευγμα και τη μεγαλύτερη φρίκη του καπιταλισμού (Arrighi και Silver 1999). Τίποτε στη μορφή της αξίας δεν υποδηλώνει ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα εξελιχθούν διαφορετικά.