Η ένδεια της σοσιαλιστικής σκέψης: Η Νεοαποικιοκρατία και η Απουσία Ιστορικής Εμπειρίας στην Οικοδόμηση του Σοσιαλισμού στον Παγκόσμιο Νότο

από το substack του Bisharat Abbasi

μετ. Δημήτρης Κούλος
επιμ. Διονύσης Περδίκης

Μεταφράζουμε και αναδημοσιεύουμε το σύντομο αυτό σημείωμα του Μπισαράτ Αμπάσι (Bisharat Abbasi), στο οποίο σκιαγραφεί τα ιστορικά όρια που επιβάλλονται στη θεωρητική και πολιτική αντίληψη για τον σοσιαλισμό σε χώρες του Παγκόσμιου Νότου που δεν βίωσαν ούτε μια αστική επανάσταση και τον αντίστοιχο αστικό μετασχηματισμό των κοινωνιών τους κατά τα πρότυπα των μητροπόλεων του καπιταλισμού, ούτε μια αντιιμπεριαλιστική, αντιαποικιακή επανάσταση στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού.

Αν και ο συγγραφέας αναφέρεται σε πρώην αποικίες του Παγκόσμιου Νότου, το σημείωμα αυτό θα μπορούσε να αναφέρεται και σε χώρες όπως η Ελλάδα, η οποία μετά από μια μάλλον ατελή αστική επανάσταση κατά τον 19ο αιώνα, βρίσκεται στην περιφέρεια του συστήματος του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού, ως εξαρτημένη από αυτό, χώρα-μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.

Ως τέτοια χώρα, η Ελλάδα δεν προσφέρει στην εργατική της τάξη και τους ριζοσπάστες διανοούμενους εμπειρίες οργάνωσης μια σύγχρονης καπιταλιστικής (ανα)παραγωγής (παρόλο που μεμονωμένοι επιστήμονες, μηχανικοί κ.α. μπορεί να κατέχουν σημαντικές θέσεις σε πρωτοπόρες επιχειρήσεις του εξωτερικού), ενώ δεν υπάρχει ιστορική εμπειρία κάποιας επανάστασης που να οδήγησε σε κατάκτηση και διαχείριση της εξουσίας, αν εξαιρέσουμε τη βραχύχρονη περίοδο της ΕΑΜικής εξουσίας σε μέρος της απελευθερωμένης από τη ναζιστική και φασιστική κατοχή χώρας, ούτε βρίσκεται η χώρα μας στην αιχμή της σύγχρονης πάλης ενάντια στον καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό, παρόλο που ενίοτε αναδεικνύεται σε αδύναμο κρίκο του ευρωατλαντικού συστήματος (π.χ. μετά από μια ακόμη -κατ’ ουσία- χρεωκοπία το 2009).

Η έλλειψη τέτοιου είδους διαμορφωτικών για το εγχώριο κομμουνιστικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα ιστορικών εμπειριών, μαζί με την ιδιαίτερη, ενδιάμεση, θέση στον σύγχρονο διεθνή καταμερισμό εργασίας, εξηγούν εν μέρει τη στρατηγική κρίση την οποία διέρχεται εδώ και αρκετά χρόνια ή και δεκαετίες το κίνημα αυτό. Ειδικότερα, εκεί βρίσκονται οι αιτίες της παλινδρόμησης μεταξύ ρεφορμισμού και αριστερίστικου σεχταρισμού που χαρακτηρίζει τις πολιτικές δυνάμεις που συγκροτούνται στα πλαίσια του κινήματος αυτού.

Το παρόν σημείωμα, επομένως, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την κυριαρχία εκδοχών του λεγόμενου «Δυτικού Μαρξισμού» ακόμη και σε χώρες εξαρτημένες στον ιμπεριαλισμό, όπως αυτές του Παγκόσμιου Νότου, αλλά εν τέλει, και η Ελλάδα.

Διονύσης Περδίκης

Μία από τις πλέον αποκαλυπτικές παραδοξότητες του σοσιαλιστικού λόγου που αρθρώνεται εντός αποικιακών, μετααποικιακών και νεοαποικιακών κοινωνιών είναι η εντυπωσιακή απόσταση μεταξύ του ριζοσπαστικού χαρακτήρα του λεξιλογίου του και της πενίας της ιστορικής του εμπειρίας. Ο σοσιαλιστικός λόγος αρθρώνεται με ευφράδεια, με συναισθηματική ένταση και συχνά με έναν αέρα ηθικής  αυταρέσκειας· ωστόσο, τα στοιχειώδη ιστορικά του θεμέλια —οι συνθήκες της ανάδυσής του, η αναπόφευκτη διαπλοκή του με την εθνική απελευθέρωση, η εξάρτησή του από την κατάκτηση και άσκηση της κρατικής εξουσίας, καθώς και η αναγκαστικά άνιση και συγκρουσιακή διαδικασία της οικοδόμησής του— παραμένουν είτε ελλιπώς κατανοητά είτε συνειδητά παραγκωνισμένα. Αυτό το χάσμα δεν μπορεί να εξηγηθεί απλώς ως αποτέλεσμα πνευματικής οκνηρίας ή ανεπαρκούς μελέτης, όπως συχνά υποστηρίζουν φιλελεύθεροι επικριτές ή ακόμη και ορισμένοι αυτοαποκαλούμενοι μαρξιστές. Αντίθετα, αποτελεί το δομικό αποτέλεσμα κοινωνιών που δεν βίωσαν ποτέ τις καθοριστικές εκείνες ιστορικές εμπειρίες μέσω των οποίων ο σοσιαλισμός κατέστη αντιληπτός˙ όχι ως ηθική προοπτική ή ρητορική στάση, αλλά ως συγκεκριμένο πολιτικό εγχείρημα ριζωμένο στον αγώνα. Εκεί όπου δεν υπήρξε γνήσια εθνική απελευθέρωση, καμία επαναστατική ρήξη στη μορφή του κράτους, καμία διαρκής αναμέτρηση με την ιμπεριαλιστική εξουσία και καμία απόπειρα —όσο μερική ή αντιφατική κι αν ήταν— αναδιοργάνωσης της παραγωγής σε σοσιαλιστικές συνθήκες, ο σοσιαλισμός αναπόφευκτα εμφανίζεται ως αφαίρεση. Δεν αντιμετωπίζεται ως ιστορία που βιώθηκε και αποτέλεσε αντικείμενο πάλης, αλλά ως θεωρία που καταναλώνεται και επαναλαμβάνεται.

Ο μαρξισμός, όταν γίνεται αντιληπτός με σοβαρότητα, δεν είναι ένα δόγμα από ιδεώδη αλλά μια επιστήμη της ιστορικής κίνησης. Ο κεντρικός του ισχυρισμός είναι ότι τα κοινωνικά συστήματα δεν προκύπτουν από προθέσεις, ηθικές δεσμεύσεις ή φιλοσοφικά σχέδια, αλλά από υλικές συνθήκες, ταξικούς αγώνες και ιστορικά συγκεκριμένες αντιφάσεις. Ο σοσιαλισμός, υπό αυτή την έννοια, δεν αποτελεί μια διαχρονική επιδίωξη που αιωρείται πάνω από την ιστορία, αλλά μια καθορισμένη φάση ανάπτυξης που αναδύεται από τις εσωτερικές αντιφάσεις του ίδιου του καπιταλισμού. Ωστόσο, σε μεγάλο μέρος του αποικιακού και νεοαποικιακού κόσμου, ο καπιταλισμός δεν αναπτύχθηκε ως ένα σχετικά αυτόνομο σύστημα ως οργανικού χαρακτήρα εξέλιξη των αστικών κοινωνικών σχέσεων. Εισήχθη μέσω της κατάκτησης, της λεηλασίας και της εξωτερικής κυριαρχίας· επιβλήθηκε βίαια από τον ιμπεριαλισμό και διαρθρώθηκε εξαρχής έτσι ώστε να εξυπηρετεί τη συσσώρευση των μητροπόλεων και όχι την εγχώρια ανάπτυξη. Οι προκαπιταλιστικές σχέσεις δεν έγιναν αντικείμενο υπέρβασης, αλλά διατηρήθηκαν επιλεκτικά και συναρθρώθηκαν με τις ανάγκες της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, παράγοντας υβριδικούς σχηματισμούς που χαρακτηρίζονται από ακραία ανισομετρία. Το αποτέλεσμα δεν ήταν ούτε μια ολοκληρωμένη αστική κοινωνία ούτε μια ανεξάρτητη καπιταλιστική οικονομία, αλλά ένας εξαρτημένος κοινωνικός σχηματισμός, στον οποίο οι τοπικές άρχουσες τάξεις λειτουργούσαν σε μεγάλο βαθμό ως ενδιάμεσοι˙ ως διαχειριστές της εξαγωγής πλούτου και όχι ως οργανωτές της ανάπτυξης. Υπό τέτοιες συνθήκες, οι ιστορικές εμπειρίες μέσω των οποίων ο σοσιαλισμός κατέστη νοητός ως πρακτικού χαρακτήρα εναλλακτική εντός άλλου πλαισίου —μαζική προλεταριοποίηση, συγκρότηση του αστικού κράτους, επαναστατική ρήξη— είτε αποκόπηκαν είτε εκτοπίστηκαν. Έτσι, ο σοσιαλισμός εισήλθε σε αυτές τις κοινωνίες όχι ως η εμμενής άρνηση ενός βιωμένου καπιταλισμού, αλλά ως εισαγόμενο θεωρητικό αντικείμενο, αποσπασμένο από μια αντίστοιχη ιστορική διαδικασία.

Αυτή η απουσία μιας διαμορφωτικής ιστορικής εμπειρίας έχει βαθιές διανοητικές και πολιτικές συνέπειες. Εκεί όπου δεν υπήρξε αποφασιστική επαναστατική τομή, καμία κατάληψη και αναδιάρθρωση του κρατικού μηχανισμού και καμία παρατεταμένη άσκηση εξουσίας από μια επαναστατική τάξη υπό συνθήκες σπάνης και εξωτερικής πίεσης, ο σοσιαλισμός γίνεται εύκολα αντιληπτός ως κάτι που υπάρχει πάνω από την ιστορία και όχι μέσα σε αυτήν. Το κράτος εμφανίζεται μόνο ως μια αφηρημένη μηχανή καταπίεσης, και όχι ως ένα αντιφατικό πεδίο που διαμορφώνεται από την ταξική πάλη· η πολιτική εξουσία αντιμετωπίζεται ως ηθικό μίασμα και όχι ως υλική αναγκαιότητα· και η ίδια η αντίφαση βιώνεται ως αποτυχία αντί να αναγνωρίζεται ως η κανονική συνθήκη της ιστορικής ανάπτυξης. Ο σοσιαλισμός, απογυμνωμένος από την πραγματική του ιστορία, μετασχηματίζεται έτσι σε ένα όραμα αρμονίας, αμεσότητας και ηθικής διαφάνειας — ακριβώς το αντίστροφο του τρόπου με τον οποίο υπήρξε ποτέ στην πράξη. Αυτό που χάνεται είναι η αντίληψη ότι ο σοσιαλισμός δεν είναι η κατάργηση της πάλης, αλλά η αναδιοργάνωσή της σε ένα ανώτερο ιστορικό επίπεδο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να επιμείνουμε στην κεντρικότητα της εθνικής απελευθέρωσης για την πραγματική ιστορία του σοσιαλισμού, ακριβώς επειδή τόσο συχνά περιθωριοποιείται, υποβαθμίζεται ή απορρίπτεται στον σύγχρονο σοσιαλιστικό λόγο του Παγκόσμιου Νότου. Η εθνική απελευθέρωση δεν είναι ζήτημα σημαιών, εθνικών ύμνων ή νομικής κυριαρχίας. Είναι μια βαθιά ιστορική διαδικασία κατά την οποία το κληρονομημένο αποικιακό κράτος συντρίβεται ή μετασχηματίζεται ριζικά, ο κατασταλτικός μηχανισμός καταλαμβάνεται και επαναπροσανατολίζεται, η οικονομία αναδιοργανώνεται με νέες προτεραιότητες και η κοινωνία κινητοποιείται ενάντια τόσο στην εξωτερική κυριαρχία όσο και στους εσωτερικούς συνεργάτες της. Μέσα από αυτή τη διαδικασία οι μάζες αποκτούν όχι μόνο πολιτική συνειδητότητα αλλά και ιστορική εμπειρία — εμπειρία εξουσίας, θυσίας, πειθαρχίας και συλλογικού αγώνα. Όπου η ανεξαρτησία λαμβάνει τη μορφή μιας διαπραγματεύσιμης μεταβίβασης της εξουσίας από τους ιμπεριαλιστές σε μια τοπική κομπραδόρικη ελίτ, αυτή η μετασχηματιστική διαδικασία δεν λαμβάνει χώρα. Οι θεμελιώδεις δομές κυριαρχίας παραμένουν άθικτες, η οικονομία συνεχίζει να υπηρετεί την εξωτερική συσσώρευση και η πολιτική ζωή περιορίζεται στην κυκλοφορία των ελίτ εντός πλαισίων που τίθενται αλλού. Υπό τέτοιες συνθήκες, ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να εμφανιστεί ως ιστορική αναγκαιότητα που αναδύεται από την πάλη· μπορεί να εμφανιστεί μόνο ως ηθική διαμαρτυρία απέναντι σε μια κατά τα άλλα αμετάβλητη πραγματικότητα.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο πρέπει να εντοπιστεί η ιδιότυπη απήχηση του τροτσκισμού και διαφόρων ρευμάτων του δυτικού μαρξισμού στις νεοαποικιακές κοινωνίες. Οι παραδόσεις αυτές δεν αναδύθηκαν από επιτυχημένες διαδικασίες επαναστατικής οικοδόμησης, αλλά από στιγμές ήττας, περιθωριοποίησης και πολιτικής αδυναμίας στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα. Ως αποτέλεσμα, τείνουν να θεωρητικοποιούν τον σοσιαλισμό με τρόπο που συστηματικά αποφεύγει τα βάρη της εξουσίας: επανάσταση χωρίς εδραίωση, δημοκρατία χωρίς κρατική εξουσία, κριτική χωρίς ευθύνη και καθαρότητα χωρίς νίκη. Για τους διανοουμένους των εξαρτημένων κοινωνιών —οι οποίοι δεν έχουν ποτέ αντιμετωπίσει τα συγκεκριμένα καθήκοντα της οικοδόμησης κράτους, της υπεράσπισης της κυριαρχίας υπό ιμπεριαλιστική πίεση ή της οργάνωσης της παραγωγής σε συνθήκες πολιορκίας— τέτοια σχήματα είναι βαθιά γοητευτικά. Επιτρέπουν την υιοθέτηση μιας στάσης ριζοσπαστισμού χωρίς την αντιπαράθεση με τα ιστορικά αναπόφευκτα ζητήματα του εξαναγκασμού, της πειθαρχίας, του συμβιβασμού και της αντοχής. Υπό αυτή την έννοια, τα ρεύματα αυτά λειτουργούν λιγότερο ως θεωρίες της επανάστασης και περισσότερο ως ιδεολογίες της μη-εξουσίας.

Η σοσιαλιστική παράδοση που σφυρηλατήθηκε μέσα από πραγματικές επαναστατικές νίκες παρουσιάζει μια ριζικά διαφορετική σύλληψη. Για τον Λένιν, ο σοσιαλισμός ήταν αδιανόητος έξω από την κατάληψη της κρατικής εξουσίας και την πειθαρχημένη άσκησή της υπό συνθήκες οικονομικής καθυστέρησης και αδιάκοπης ιμπεριαλιστικής εχθρότητας. Η δικτατορία του προλεταριάτου δεν ήταν ένα ηθικό ιδεώδες, αλλά μια ιστορική αναγκαιότητα που επιβαλλόταν από τον συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων και τις πραγματικότητες του εμφυλίου πολέμου, της δολιοφθοράς και της επέμβασης. Αντίστοιχα, για τον Μάο Τσετούνγκ, ο σοσιαλισμός δεν μπορούσε να αποσπαστεί από τα συγκεκριμένα καθήκοντα της εθνικής απελευθέρωσης, του αγροτικού μετασχηματισμού και του παρατεταμένου επαναστατικού αγώνα σε μια κατά βάση αγροτική κοινωνία περικυκλωμένη από τον ιμπεριαλισμό. Και στις δύο περιπτώσεις, ο σοσιαλισμός δεν έγινε ποτέ αντιληπτός ως τετελεσμένη μορφή ή ηθικό τελικό σημείο. Κατανοούνταν ως μια παρατεταμένη, αντιφατική διαδικασία, που σφραγιζόταν από αυτοσχεδιασμό, σφάλματα, εξαναγκασμό, υποχωρήσεις και ανανέωση — μια διαδικασία της οποίας η επιτυχία δεν εξαρτιόταν από την καθαρότητα των προθέσεων, αλλά από την ικανότητα μάθησης μέσα από την πάλη και τον μετασχηματισμό των υλικών συνθηκών.

Η εμπειρία των νεοαποικιακών κοινωνιών βρίσκεται σε έντονη αντίθεση με αυτή την ιστορική παράδοση. Εδώ, η απουσία επαναστατικής ρήξης έχει παραγάγει μια ιδιότυπη διανοητική συνθήκη: σοσιαλισμό χωρίς ιστορία. Ο πολιτικός λόγος ταλαντεύεται αδιάκοπα ανάμεσα στην ηθική αγανάκτηση και τον θεωρητικό φορμαλισμό, ενώ το καθοριστικό ερώτημα —πώς η εξουσία καταλαμβάνεται, οργανώνεται και τυγχάνει υπεράσπισης— είτε αγνοείται είτε καταδικάζεται εκ των προτέρων ως εγγενώς αυταρχικό. Ο σοσιαλισμός μετατρέπεται σε κάτι που διακηρύσσεται αντί να οικοδομείται, σε ταυτότητα αντί για στρατηγική, σε γλώσσα αντί για πρόγραμμα δράσης. Συζητείται ακατάπαυστα ακριβώς επειδή δεν επιδιώκεται ποτέ σοβαρά ως ιστορικό εγχείρημα. Η αποφυγή της εξουσίας μεταμφιέζεται έτσι σε ριζοσπαστισμό, ενώ η αδυναμία επανακωδικοποιείται ως αρετή.

Ωστόσο, η υλική πραγματικότητα παραμένει πεισματικά αμείλικτη. Ο σοσιαλισμός δεν προκύπτει από ορθούς ορισμούς, ηθικές δεσμεύσεις ή ακόμη και από θεωρητική εκλέπτυνση μόνο. Προκύπτει από την ιστορική πάλη — από τη βίαιη, άνιση και συχνά τραγική διαδικασία μέσω της οποίας οι καταπιεσμένες τάξεις και τα καταπιεσμένα έθνη αναμετρώνται με τις υπάρχουσες σχέσεις κυριαρχίας και επιχειρούν να τις ανατρέψουν. Εκεί όπου αυτή η πάλη απουσίασε, αναβλήθηκε ή ματαιώθηκε, η σοσιαλιστική σκέψη θα προσλάβει αναγκαστικά αφηρημένες, ουτοπικές και ηθικοποιημένες μορφές. Το καθήκον που τίθεται ενώπιόν μας, συνεπώς, δεν είναι να πετύχουμε ολοένα και πιο κομψούς ορισμούς του σοσιαλισμού, αλλά να αποκαταστήσουμε την πρωτοκαθεδρία της ιστορίας στη σοσιαλιστική ανάλυση — πάνω απ’ όλα, το άλυτο και ανολοκλήρωτο ζήτημα της εθνικής απελευθέρωσης. Μέχρι να αντιμετωπιστεί αυτό κατά μέτωπο, ο σοσιαλισμός σε μεγάλο μέρος του Παγκόσμιου Νότου θα παραμένει αυτό που πολύ συχνά είναι ήδη: ένας λόγος προσδοκίας χωρίς πρακτική δυνατότητα, κριτική χωρίς εξουσία και θεωρία χωρίς ιστορία.