Πού καταλήγει το πλεόνασμα; Περιφερειακές αστικές τάξεις και η πολιτική της αποεπένδυσης

  

του Emiliano López

από το substack της Τριηπειρωτικής Πολιτικής Οικονομίας, Μάρτιος 19, 2026

 

μετ. Δημοσθένης Γκότσης
επιμ. Διονύσης Περδίκης

 

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Μετρώντας που πάει το πλεόνασμα

Κίνα: πώς μοιάζει το αντίθετο

Λατινική Αμερική και η διπλή αποστράγγιση

Μια τάξη χωρίς εθνικό έργο

Το κράτος και το πλεόνασμα

 

 

 

 

Ο Πολ Μπάραν (Paul Baran) άνοιξε το έργο του Η Πολιτική Οικονομία της Ανάπτυξης (The Political Economy of Growth, 1957) με ένα ερώτημα που οι περισσότεροι οικονομολόγοι της ανάπτυξης εξακολουθούν να αρνούνται να λάβουν σοβαρά υπόψη: αν οι περιφερειακές οικονομίες παράγουν οικονομικό πλεόνασμα — τη διαφορά μεταξύ αυτού που παράγει η κοινωνία και αυτού που χρειάζεται για να αναπαραχθεί — γιατί τόσο μικρό μέρος αυτού μετατρέπεται σε παραγωγική ανάπτυξη; Το πλεόνασμα υπάρχει. Σε πολλές περιπτώσεις, αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό τμήμα του εθνικού εισοδήματος. Το εμπόδιο δεν είναι η ένδεια. Είναι το τι κάνουν οι άρχουσες τάξεις με ό,τι αποσπούν.

Ο Μπάραν έκανε διάκριση μεταξύ του πραγματικού πλεονάσματος — αυτού που πράγματι αποταμιεύεται και συσσωρεύεται — και του δυνητικού πλεονάσματος: αυτού που θα μπορούσε να συσσωρεύσει μια οικονομία αν η υπάρχουσα κοινωνική τάξη δεν το σπαταλούσε. Αυτή η σπατάλη παίρνει τέσσερις μορφές: την υπερβολική κατανάλωση των τάξεων των ιδιοκτητών, τη μη παραγωγική εργασία, την παράλογη οργάνωση της παραγωγής, και την ανεργία. Στις υπανάπτυκτες χώρες, ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων είναι συντριπτικός. Οι γαιοκτήμονες ξοδεύουν τις προσόδους τους σε εισαγόμενα είδη πολυτελείας και αστικές κατοικίες αντί να τα επενδύουν στη βελτίωση της αγροτικής παραγωγικότητας· το εμπορικό κεφάλαιο κυκλοφορεί στην τοκογλυφία και την κερδοσκοπία αντί να διοχετεύεται στη βιομηχανία· τα ξένα μονοπώλια επαναπατρίζουν τα κέρδη αντί να τα επανεπενδύουν τοπικά. Ο Μπάραν τεκμηρίωσε αυτό το φαινόμενο με εμπειρική ακρίβεια: «το μεγαλύτερο μέρος αυτού του πλεονάσματος δεν χρησιμοποιείται για την επέκταση και τη βελτίωση των παραγωγικών εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού». Μεγάλα τμήματα του πλεονάσματος ρέουν στο εξωτερικό, καταναλώνονται επιδεικτικά ή απορροφώνται από χρηματοοικονομικές πράξεις χωρίς παραγωγικό περιεχόμενο.

Οι Μπάραν και Σουίζι (Sweezy) επέκτειναν το επιχείρημα στο έργο τους Monopoly Capital (Μονοπωλιακό Κεφάλαιο, 1966): υπό τον μονοπωλιακό καπιταλισμό, το πλεόνασμα τείνει να αυξάνεται καθώς συρρικνώνονται οι δυνατότητες παραγωγικών επενδύσεων, ωθώντας το κεφάλαιο προς χρηματοοικονομικές και όχι παραγωγικές επενδύσεις. Αυτό που έλειπε ακόμη από αυτό το πλαίσιο ήταν μια ταξική ανάλυση, δηλαδή ο προσδιορισμός του συγκεκριμένου κοινωνικού παράγοντα, οι επιλογές του οποίου παράγουν αυτά τα αποτελέσματα. Η Βάνια Μπαμπίρα (Vania Bambirra), γράφοντας μέσα από την εξαρτησιακή παράδοση της Λατινικής Αμερικής, την παρείχε. Υπονόμευσε δύο ψευδαισθήσεις ταυτόχρονα: την προσδοκία μιας αντιιμπεριαλιστικής συμμαχίας με μια «προοδευτική εθνική αστική τάξη» και την αναπτυξιακή πεποίθηση της CEPAL (Σ.τ.Μ., Οικονομικής Επιτροπής για τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική) ότι το βιομηχανικό κεφάλαιο θα οδηγούσε οργανικά τον εθνικό μετασχηματισμό. Και οι δύο παρερμήνευσαν την τάξη που πραγματικά υπήρχε στη Λατινική Αμερική. Η μεγάλη αστική τάξη εκεί δεν ήταν μια απογοητευμένη εθνική αστική τάξη που περίμενε τις κατάλληλες συνθήκες για να επενδύσει παραγωγικά. Ήταν μια τάξη της οποίας η συσσώρευση ήταν συστατικά συνδεδεμένη με τον ιμπεριαλισμό — κυρίαρχη στο εσωτερικό, υποταγμένη διεθνώς — και των οποίων τα υλικά συμφέροντα ήταν αντίθετα προς το είδος της ανάπτυξης που και οι δύο παραδόσεις ήλπιζαν ότι θα οδηγούσε.

 

Μετρώντας που πάει το πλεόνασμα

Ο Λόγος του Μπάραν (Baran Ratio) μετρά το μερίδιο του οικονομικού πλεονάσματος — το ΑΕΠ μείον τις συνολικές αμοιβές των εργαζομένων — που διοχετεύεται στις ακαθάριστες επενδύσεις σε πάγιο κεφάλαιο: μηχανήματα, υποδομές, εξοπλισμό και τα υλικά θεμέλια της παραγωγικής ικανότητας. Αυτό αποτυπώνει κάτι που οι δείκτες επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ δεν καταδεικνύουν: η διαίρεση των επενδύσεων με τη συνολική παραγωγή συγχέει το πλεόνασμα που ελέγχεται από το κεφάλαιο με το εισόδημα από μισθούς που κερδίζουν οι εργαζόμενοι. Το ερώτημα που έθετε ο Baran δεν είναι πόσο από τη συνολική παραγωγή επενδύει μια χώρα, αλλά πόσο από το πλεόνασμα που ελέγχουν οι άρχουσες τάξεις ανακατευθύνεται προς την παραγωγική συσσώρευση — και πόσο όχι. Τα δύο αυτά μεγέθη μπορούν να κινούνται σε πολύ διαφορετικές κατευθύνσεις και, στην περιφέρεια, αυτό συμβαίνει συστηματικά.

 

Εικόνα 1. Λόγος του Μπάραν ανά διαρθρωτική θέση (1996–2023)

Πηγές: δική μας ανάλυση χρησιμοποιώντας δεδομένα από την Παγκόσμια Τράπεζα και το PWT (Penn World Table· Σ.τ.Μ., το άσπρο διαμάντι υποδηλώνει τον μέσο όρο).

 

Ο παγκόσμιος μέσος όρος του Λόγου του Μπάραν στο δείγμα των 36 χωρών μας είναι 50% — περίπου το ήμισυ του πλεονάσματος διοχετεύεται σε παραγωγικές επενδύσεις. Αυτός ο μέσος όρος είναι λιγότερο αποκαλυπτικός από ό,τι κρύβεται πίσω του: μια κλίση που δεν είναι τυχαία, δεν αποτελεί αποτέλεσμα διαφορετικών φυσικών πόρων ή θεσμικών συγκυριών, αλλά μια δομική έκφραση της θέσης στην παγκόσμια ιεραρχία του κεφαλαίου.

Κατά τη συνολική περίοδο 1996–2023, η Νότια Κορέα επανεπενδύει παραγωγικά το 70% του πλεονάσματός της, ενώ η Κίνα το 64%. Ωστόσο, αυτοί οι μέσοι όροι ολόκληρης της περιόδου εξομαλύνουν μια πορεία που παρουσίασε απότομες μεταβολές. Από το 2013 — το έτος που η Κίνα έφτασε στο υψηλότερο σημείο του 98% και άρχισε να σταθεροποιείται σε ένα νέο διαρθρωτικό κατώτατο όριο — η εικόνα είναι ουσιαστικά διαφορετική: η Κίνα έχει μέσο όρο 88%, η Νότια Κορέα 74% και η Ινδία 73%. Οι δυτικές οικονομίες, εν τω μεταξύ, έχουν κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η Γερμανία κατέγραψε μέσο όρο 67% την περίοδο 1996–2012· από το 2013, ο μέσος όρος της ανέρχεται μόλις στο 60%. Η Γαλλία παρέμεινε στο 63% και έκτοτε έχει ανέλθει στο 66% — μια εξαίρεση σε μια ομάδα που γενικά έχει δει τη παραγωγική επανεπένδυση να συρρικνώνεται καθώς η χρηματιστικοποίηση βαθαίνει. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέμειναν σταθερές στο 53–54% περίπου και στις δύο περιόδους, αντανακλώντας την ιδιαίτερη δομή της αμερικανικής συσσώρευσης κεφαλαίου. Στο κατώτατο σημείο, η Εξαρτημένη Περιφέρεια της Λατινικής Αμερικής παρουσίασε μέσο όρο 36% σε ολόκληρη την περίοδο και δεν παρουσίασε ουσιαστική βελτίωση: η Αργεντινή μετακινήθηκε από το 25% στο 32% μεταξύ των δύο υποπεριόδων, ενώ το Μεξικό από το 37% στο 34%.

Αυτό που καθιστά αυτή την ιεραρχία αναλυτικά σημαντική είναι το γεγονός ότι δεν συσχετίζεται με την κατά κεφαλήν παραγωγή, τον πλούτο σε φυσικούς πόρους ή ακόμη και τους ονομαστικούς ρυθμούς επενδύσεων. Συσχετίζεται με τον βαθμό στον οποίο το κράτος έχει ιστορικά υποτάξει την κατανομή του πλεονάσματος σε παραγωγικούς σκοπούς και, πίσω από αυτό, με τις ταξικές διαμορφώσεις που κατέστησαν δυνατή ή απέκλεισαν μια τέτοια υποταγή. Η συσχέτιση μεταξύ του ρυθμού της υπεραξίας και του Λόγου του Μπάραν μεταξύ των χωρών είναι ρ = −0,778, με την εκμετάλλευση να είναι υψηλότερη και την παραγωγική επανεπένδυση χαμηλότερη. Στις εξαρτημένες χώρες, η υψηλή εκμετάλλευση και η χαμηλή επανεπένδυση δεν αποτελούν ανεξάρτητες τάσεις. Αποτελούν τις δύο όψεις της ίδιας ταξικής στρατηγικής.

 

Εικόνα 2. Δομικό προφίλ ανά θέση στην παγκόσμια οικονομία

Πηγές: δική μας ανάλυση χρησιμοποιώντας δεδομένα από την Παγκόσμια Τράπεζα και το PWT.

 

Το διάγραμμα-ραντάρ καθιστά ορατό αυτό που υποδηλώνουν οι συνολικοί αριθμοί, αλλά δεν αποκαλύπτουν πλήρως: το διαρθρωτικό προφίλ των δυτικών οικονομιών δεν είναι απλώς διαφορετικό από αυτό της περιφέρειας, αλλά διαμορφώνεται σε σχέση με αυτό. Η θεωρία της άνισης ανταλλαγής του Αργύρη Εμμανουήλ (Arghiri Emmanuel) προσφέρει ένα κρίσιμο συμπλήρωμα στον Λόγο του Μπάραν. Ενώ ο Μαρξ ανέλυσε την εκμετάλλευση στο σημείο παραγωγής εντός μιας εθνικής οικονομίας, ο Εμμανουήλ έδειξε ότι η ανταλλαγή μεταξύ εθνών με συστηματικά διαφορετικά επίπεδα μισθών μεταφέρει αξία από οικονομίες χαμηλών μισθών προς οικονομίες υψηλών μισθών, ακόμη και ελλείψει οποιουδήποτε ρητού μηχανισμού εξαναγκασμού. Τα σχετικά χαμηλότερα ποσοστά υπεραξίας στη Γερμανία και τη Γαλλία, στο 0,48 και 0,53 αντίστοιχα, σε σύγκριση με το 1,35 στην Αργεντινή και το 1,73 στο Περού, δεν είναι απλώς αποτέλεσμα πιο παραγωγικής τεχνολογίας ή ισχυρότερης κινητικότητας του εργατικού δυναμικού στο κέντρο. Υποστηρίζονται εν μέρει από τους όρους υπό τους οποίους το κεφάλαιο του Βορρά εισάγει αγαθά που παράγονται υπό συνθήκες υπερεκμετάλλευσης στον Νότο, αποκομίζοντας μέσω της διαφοράς τιμών ένα μέρος της αξίας που παράγεται υπό συνθήκες χαμηλότερων μισθών. Το χαμηλό ποσοστό εκμετάλλευσης του Βορρά και το υψηλό ποσοστό εκμετάλλευσης του Νότου δεν αποτελούν ανεξάρτητα φαινόμενα — συνδέονται μέσω των κυκλωμάτων της παγκόσμιας αγοράς. Αυτό που η Εικόνα 2 παρουσιάζει ως τέσσερα διακριτά δομικά προφίλ αποτελεί, από αυτή την οπτική γωνία, ένα ενιαίο σύστημα με ιεραρχικό καταμερισμό εργασίας, πλεόνασμα και επανεπένδυση.

Η Εικόνα 3 κατατάσσει και τις 36 οικονομίες με βάση τον μέσο όρο του Λόγου του Μπαράν κατά τη διάρκεια της περιόδου. Το διάγραμμα καθιστά την περιφερειακή ομαδοποίηση αδιαμφισβήτητη: οι οικονομίες της Λατινικής Αμερικής καταλαμβάνουν το κατώτατο τμήμα της κατανομής σχεδόν χωρίς εξαίρεση, ενώ οι οικονομίες της Ανατολικής Ασίας και της Δυτικής Ευρώπης συγκεντρώνονται στο ανώτατο τμήμα. Η κλίση δεν αποτελεί ένα συνεχές — παρουσιάζει διακοπές που αντιστοιχούν σε διαρθρωτικές θέσεις.

 

Εικόνα 3. Κατάταξη χωρών: Αξιοποίηση του παραγωγικού πλεονάσματος (1996–2023)

Πηγές: δική μας ανάλυση χρησιμοποιώντας δεδομένα από την Παγκόσμια Τράπεζα και το PWT.

 

Κίνα: πώς μοιάζει το αντίθετο

Το 1996, η Κίνα επανεπένδυσε παραγωγικά το 29% του πλεονάσματός της, ποσοστό χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Λατινικής Αμερικής εκείνη την εποχή. Αξίζει να σταθούμε για μια στιγμή σε αυτό το στοιχείο: στα μέσα της δεκαετίας του 1990, οι Κινέζοι εργαζόμενοι παρήγαγαν ένα πλεόνασμα που, αναλογικά, επανεπενδύθηκε λιγότερο παραγωγικά από ό,τι στην Αργεντινή ή την Κολομβία. Μέχρι το 2008, το ποσοστό αυτό είχε φτάσει το 60%, και μέχρι το 2013, κορυφώθηκε στο 98% — σχεδόν ολόκληρο το πλεόνασμα ανακατευθύνθηκε προς παραγωγικές επενδύσεις, μια τιμή που δεν έχει όμοιό της στο σύνολο των δεδομένων μας. Μέχρι το 2023, είχε σταθεροποιηθεί στο 88%, παραμένοντας πολύ πάνω από οποιαδήποτε συγκρίσιμη οικονομία. Αυτό που περιγράφει η πορεία αυτή δεν είναι απλώς ανάπτυξη, αλλά διαρθρωτική μεταμόρφωση: τριπλάσια αύξηση της παραγωγικής αξιοποίησης του πλεονάσματος σε διάστημα τριών δεκαετιών, η οποία διατηρήθηκε παρά τους πολιτικούς κύκλους, τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις και τις μεταβαλλόμενες παγκόσμιες συνθήκες.

Ο μηχανισμός πίσω από αυτή την πορεία δεν είναι μυστηριώδης, αλλά απαιτεί προσεκτική περιγραφή. Ο Λόγος του Μπάραν στην Κίνα δεν αυξήθηκε λόγω της μετάβασης της χώρας από ένα σοσιαλιστικό σύστημα σε ένα καπιταλιστικό σύστημα μετά τη μεταρρύθμιση και το άνοιγμα. Αυτή είναι μια ευρωκεντρική εξήγηση: όλες οι διαδικασίες στον κόσμο πρέπει να ακολουθούν τη λογική της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας. Η Κίνα δεν ήταν πιο αποδοτική επειδή οι δυνάμεις της αγοράς τυχαία ευνοούσαν τις παραγωγικές επενδύσεις. Η αποδοτικότητά της αυξήθηκε επειδή τα διαδοχικά Πενταετή Σχέδια υπέταξαν την κατανομή του πλεονάσματος σε ρητούς παραγωγικούς στόχους — όχι ως τεχνοκρατικές ασκήσεις κατανομής πόρων, αλλά ως μέσα για την ενσωμάτωση των εθνικών αλυσίδων αξίας, την ανάπτυξη της εγχώριας τεχνολογικής ικανότητας και την προοδευτική αναβάθμιση της παραγωγικής δομής στην κλίμακα της πολυπλοκότητας. Ενώ οι δυτικές οικονομίες από τη δεκαετία του 1970 διοχέτευαν ένα αυξανόμενο μερίδιο του πλεονάσματος στη χρηματοοικονομική αξιοποίηση — συντομεύοντας τον κύκλο του κεφαλαίου, διογκώνοντας τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων και αποσυνδέοντας σταδιακά τις χρηματοοικονομικές αποδόσεις από την παραγωγική δραστηριότητα — το κράτος της Κίνας διατήρησε τον μακρύ κύκλο: πλεόνασμα σε παραγωγικές επενδύσεις, παραγωγικές επενδύσεις σε διευρυμένη παραγωγική ικανότητα, διευρυμένη παραγωγική ικανότητα σε βαθύτερη ενσωμάτωση της εθνικής παραγωγικής δομής. Το αποτέλεσμα είναι ορατό όχι μόνο στον Λόγο του Μπάραν, αλλά και στη σύνθεση των κινεζικών εξαγωγών, οι οποίες μετατοπίστηκαν από τη συναρμολόγηση χαμηλής αξίας προς τη μεταποίηση υψηλής πολυπλοκότητας ακριβώς κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία ο δείκτης αυξήθηκε.

Ο Τζιοβάνι Αρίγκι (Giovanni Arrighi), στο έργο του Ο Άνταμ Σμιθ στο Πεκίνο (Adam Smith in Beijing), απέδωσε την άνοδο της Κίνας στη σμιθιανή λογική του καταμερισμού της εργασίας και της επέκτασης της αγοράς. Αυτό που δείχνει ο Λόγος του Μπάραν είναι κάτι διαφορετικό: η πορεία της Κίνας δεν καθοδηγείται από τις ανταλλαγές, αλλά από τη συστηματική διοχέτευση του πλεονάσματος προς επενδύσεις σε πάγιο κεφάλαιο — μια λογική που προσεγγίζει περισσότερο την ανάλυση του Μαρξ για την εκτεταμένη αναπαραγωγή παρά την περιγραφή του Σμιθ για την εμπορική ανάπτυξη.

Αυτό έχει σημασία για την ευρύτερη επιχειρηματολογία του παρόντος άρθρου, διότι καταδεικνύει αυτό που αποτυπώνει το πλαίσιο που αναπτύξαμε στο προηγούμενο άρθρο μας, Οικοδομώντας Κυριαρχία, μέσω της διάστασης της παραγωγικής εξάρτησης του Δείκτη Κοινωνικής Ανάπτυξης (Structural Dependency Index, SDI): τον βαθμό στον οποίο μια οικονομία ελέγχει τη δική της παραγωγική δομή, αντί να καταλαμβάνει υποδεέστερη θέση σε αλυσίδες αξίας που ελέγχονται από το εξωτερικό. Η άνοδος της Κίνας συνιστούσε ταυτόχρονα αύξηση του Λόγου του Μπάραν και μείωση της παραγωγικής εξάρτησης — οι δύο αυτές διαδικασίες δεν είναι ανεξάρτητες. Η ικανότητα να επανεπενδύεται το πλεόνασμα παραγωγικά και η ικανότητα να αναπτυχθεί μια αυτόνομη παραγωγική δομή αλληλοενισχύονται: η επένδυση εμβαθύνει την αλυσίδα αξίας, και μια βαθύτερη αλυσίδα αξίας δημιουργεί τα κέρδη παραγωγικότητας που διευρύνουν το επενδύσιμο πλεόνασμα. Αυτή είναι η αναπτυξιακή δυναμική που η θεωρία της εξάρτησης προέβλεπε ότι ήταν εφικτή υπό συγκεκριμένες πολιτικές συνθήκες, και η οποία, όπως επιβεβαιώνουν τα στοιχεία, επιτεύχθηκε στην Κίνα κατά τη διάρκεια τριών δεκαετιών.

 

Εικόνα 4. Δείκτης Baran ανά γεωγραφική περιοχή (1996–2023)

Πηγές: δική μας ανάλυση χρησιμοποιώντας δεδομένα από την Παγκόσμια Τράπεζα και το PWT.

 

Η κρίση του 2008 σηματοδότησε μια εμφανή καμπή στις περιφερειακές εξελίξεις. Για τις δυτικές οικονομίες, η έξοδος από την κρίση δεν αποκατέστησε τον παραγωγικό κύκλο· αντίθετα, ενέτεινε την αποσύνδεσή του. Η αντίδραση των κεντρικών τραπεζών και των υπουργείων Οικονομικών διοχέτευσε έκτακτη ρευστότητα όχι προς παραγωγικές επενδύσεις, αλλά προς έναν νέο κύκλο χρηματοπιστωτικής επέκτασης, αρχικά μέσω ποσοτικής χαλάρωσης και επιτοκίων σχεδόν μηδενικών, και στη συνέχεια μέσω της μοχλευμένης ανάπτυξης τεχνολογικών πλατφορμών, των οποίων οι αποτιμήσεις βασίζονται λιγότερο στην παραγωγική ικανότητα και περισσότερο στα μονοπωλιακά κέρδη από δεδομένα, προσοχή και ψηφιακή υποδομή. Η αλληλοσύνδεση των αποτιμήσεων των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών με τις χρηματοπιστωτικές αγορές — και, όλο και περισσότερο, με τη βιομηχανία όπλων μέσω συμβάσεων άμυνας και τεχνολογιών διπλής χρήσης — έχει δημιουργήσει μια μορφή συσσώρευσης κεφαλαίου που είναι ταυτόχρονα εξαιρετικά συγκεντρωμένη και δομικά αποσυνδεδεμένη από την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Οι εσωτερικές παραγωγικές αλυσίδες του δυτικού καπιταλισμού, οι οποίες εξωτερικεύονται προοδευτικά από τη δεκαετία του 1970 και δεν ανασυγκροτήθηκαν ποτέ μετά την κρίση, δεν μπορούν να απορροφήσουν το πλεόνασμα που δημιουργείται από τη χρηματοπιστωτική επέκταση. Το αποτέλεσμα είναι ορατό στα στοιχεία: οι δυτικοί Λόγοι του Μπάραν, που ήδη παρουσίαζαν πτώση πριν από το 2008, συνέχισαν να συρρικνώνονται στη συνέχεια, ενώ το μερίδιο του χρηματοπιστωτικού τομέα στα εταιρικά κέρδη αυξήθηκε. Το πλεόνασμα επανεπενδύεται — αλλά σε κυκλώματα που διογκώνουν τα περιουσιακά στοιχεία και όχι την παραγωγική ικανότητα.

 

Εικόνα 5. Τροχιές του δείκτη Baran: Τρία δομικά πρότυπα (1996–2023)

Πηγές: δική μας ανάλυση χρησιμοποιώντας δεδομένα από την Παγκόσμια Τράπεζα και το PWT.

 

Λατινική Αμερική και η διπλή αποστράγγιση

Η Αργεντινή επανεπενδύει παραγωγικά το 28% του πλεονάσματός της κατά τη διάρκεια της 28ετούς περιόδου (Σ.τ.Μ., 1996-2023), το χαμηλότερο ποσοστό στο δείγμα. Το Περού βρίσκεται στο 33%, η Κολομβία στο 34%, το Μεξικό στο 36% και η Χιλή στο 38%. Η Γερμανία καταγράφει μέσο όρο 64% κατά την ίδια περίοδο. Η Γαλλία 64%. Οι Ηνωμένες Πολιτείες 54%. Η Αργεντινή διαθέτει λιγότερο από το μισό σε σχέση με τη Γερμανία, αναλογικά με τα πλεονάσματα που παράγει κάθε οικονομία, σε μια χώρα που έχει περάσει μισό αιώνα παγιδευμένη σε κύκλους στασιμότητας, χρέους και αποβιομηχάνισης. Η Βραζιλία, με 42%, παρουσιάζει την καλύτερη επίδοση στην περιοχή, και το χάσμα με την Αργεντινή και το Περού αντανακλά τη μερική κρατική ικανότητα που η Βραζιλία κατάφερε να διατηρήσει — δημόσια τραπεζική, Petrobras, BNDES — και όχι κάποια θεμελιώδη διαφορά στην ταξική δομή.

Αυτό που καθιστά αυτά τα στοιχεία δομικά διαφορετικά δεν είναι μόνο το χαμηλό ποσοστό επανεπένδυσης, αλλά και ο συνδυασμός των παραγόντων. Οι εργαζόμενοι της Αργεντινής παράγουν 1,35 μονάδες πλεονάσματος για κάθε μονάδα που κερδίζουν, ένα ποσοστό εκμετάλλευσης σχεδόν διπλάσιο από αυτό των Γερμανών ή των Γάλλων εργαζομένων (0,48 και 0,53, αντίστοιχα). Το Περού είναι ακόμη πιο ακραίο: ένας δείκτης υπεραξίας 1,73, που σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι παράγουν σχεδόν το τριπλάσιο του μισθού τους ως πλεόνασμα, ενώ η οικονομία διοχετεύει μόνο το 33% αυτού του πλεονάσματος σε παραγωγικές επενδύσεις. Κολομβία (ποσοστό υπεραξίας 1,56, Λόγος του Μπάραν 34%), Μεξικό (ποσοστό υπεραξίας 1,35, Λόγος του Μπάραν 36%): το μοτίβο επαναλαμβάνεται σε ολόκληρη την περιοχή με μια κανονικότητα που αποκλείει τη σύμπτωση.

Στο έργο του Διαλεκτική της εξάρτησης (Σ.τ.Μ., Dialéctica de la dependencia, 1973), ο Ρούι Μάουρο Μαρίνι (Ruy Mauro Marini) εντόπισε τον μηχανισμό που συνδέει αυτά τα δύο γεγονότα. Στις εξαρτημένες οικονομίες, το τοπικό κεφάλαιο αντιμετωπίζει ένα διαρθρωτικό μειονέκτημα έναντι της τεχνολογικής υπεροχής των ξένων επιχειρήσεων. Το αντισταθμίζει μέσω αυτού που ο Μαρίνι ονόμασε υπερεκμετάλλευση της εργασίας: την εντατικοποίηση της εργασίας πέρα από τα φυσιολογικά όριά της, την παράταση της εργάσιμης ημέρας και τη μείωση των μισθών κάτω από την αξία της ίδιας της εργασιακής δύναμης — όχι μόνο την αποκόμιση υπεραξίας, αλλά και τη συμπίεση των μισθών κάτω από το επίπεδο που χρειάζονται οι εργαζόμενοι για να αναπαραχθούν. Η υπερεκμετάλλευση μεγεθύνει την ιδιοποιούμενη υπεραξία. Ωστόσο, αυτό το διευρυμένο πλεόνασμα δεν επιστρέφει στην επέκταση της παραγωγικής ικανότητας. Επειδή η εξαρτημένη παραγωγή προσανατολίζεται προς τις εξωτερικές αγορές και όχι προς την εγχώρια κατανάλωση των εργαζομένων — οι οποίοι είναι ταυτόχρονα οι πρωτογενείς παραγωγοί και οι συστηματικά αποκλειόμενοι καταναλωτές — ο κύκλος του κεφαλαίου στην περιφέρεια διαχωρίζει την παραγωγή από την πραγματοποίηση της αξίας. Το πλεόνασμα βρίσκει διέξοδο στις εξαγωγές και στην πολυτελή κατανάλωση των τάξεων που το ιδιοποιούνται, όχι στην εκτεταμένη αναπαραγωγή της εγχώριας οικονομίας. Οι μισθοί που συμπιέζονται από την υπερεκμετάλλευση δεν μπορούν να στηρίξουν μια εσωτερική αγορά, και το πλεόνασμα που μεγεθύνεται από την υπερεκμετάλλευση δεν χρηματοδοτεί παραγωγικές επενδύσεις. Και οι δύο μηχανισμοί ενισχύουν ο ένας τον άλλον σε έναν αυτοαναπαραγόμενο κύκλο που καταγράφουν τα δεδομένα μας σε διάστημα τριάντα ετών.

 

Εικόνα 6. Δομική εξάρτηση και αξιοποίηση του παραγωγικού πλεονάσματος

Πηγές: δική μας ανάλυση χρησιμοποιώντας δεδομένα από την Παγκόσμια Τράπεζα και το PWT.

 

Εικόνα 7. Ποσοστό υπεραξίας και Λόγος του Μπάραν ανά χώρα

Πηγές: δική μας ανάλυση χρησιμοποιώντας δεδομένα από την Παγκόσμια Τράπεζα και το PWT.

 

Δεν πρόκειται αποκλειστικά για μια ιστορία της Λατινικής Αμερικής. Το έργο του Γουόλτερ Ρόντνεϋ (Walter Rodney( Πώς η Ευρώπη Yποανέπτυξε την Αφρική (How Europe Underdeveloped Africa, 1972) έδειξε ότι η συστηματική εκμετάλλευση και η κακή διοχέτευση του πλεονάσματος από τις αποικιοκρατούμενες οικονομίες αποτέλεσαν το ιστορικό θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν ταυτόχρονα τόσο η ευρωπαϊκή ανάπτυξη όσο και η αφρικανική υπανάπτυξη. Οι αποικιακές κοινωνικές δομές που προέκυψαν από αυτή τη διαδικασία — τάξεις των οποίων ο πλούτος προερχόταν από την εκμετάλλευση των πόρων και τη διαμεσολάβηση, και όχι από την παραγωγική ανάπτυξη — μετέφεραν την ίδια λογική στην περίοδο μετά την ανεξαρτησία. Ο Λόγος του Μπάραν της Νότιας Αφρικής, που ανέρχεται στο 41%, σε συνδυασμό με ένα ποσοστό υπεραξίας 0,77, καταγράφει το συσσωρευμένο βάρος μιας ταξικής διαμόρφωσης που διαμορφώθηκε από αυτή την ιστορία. Η Διπλή Αποστράγγιση, υπό αυτή την έννοια, δεν αποτελεί οικονομικό φαινόμενο με πολιτική διάσταση· είναι μια πολιτικο-ιστορική κατασκευή που εκφράζεται μέσω οικονομικών αριθμών.

Το μερίδιο των μισθών στην Εξαρτημένη Περιφέρεια ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 46%, σε σύγκριση με το 61% στις ανεπτυγμένες δυτικές οικονομίες. Αποσπάται μεγαλύτερο μερίδιο της εργασίας απ’ ό,τι στο κέντρο. Στον παραγωγικό μηχανισμό καταλήγει μικρότερο μερίδιο απ’ ό,τι οπουδήποτε αλλού στο δείγμα. Και η παραγωγική καθυστέρηση που προκύπτει από τις χαμηλές επενδύσεις διαιωνίζει τις συνθήκες που καθιστούν αναγκαία την υπερεκμετάλλευση — κλείνοντας τον κύκλο που ο Μαρίνι περιέγραψε ως τη διαλεκτική της εξάρτησης.

 

Μια τάξη χωρίς εθνικό έργο

Οι συνήθεις εξηγήσεις — θεσμική αδυναμία, αβεβαιότητα ως προς την πολιτική, δυσμενές επιχειρηματικό κλίμα — αντιμετωπίζουν τα συμπτώματα σαν να ήταν αιτίες. Τα στοιχεία δείχνουν ένα ταξικό πρότυπο, και αυτό το ταξικό πρότυπο έχει τη δική του λογική.

Ο Μπάραν κατέγραψε πού καταλήγει το πλεόνασμα όταν δεν διοχετεύεται σε παραγωγικές επενδύσεις. Όπως έδειξε, τα ξένα μονοπώλια που δραστηριοποιούνται σε υπανάπτυκτες χώρες δεν επανεπενδύουν τα κέρδη τους τοπικά: «το τμήμα από το οποίο ο έχων μονοπώλιο αποκομίζει το μεγαλύτερο μερίδιο δεν χρησιμοποιείται για παραγωγικούς σκοπούς. Δεν επανεπενδύεται στις δικές τους επιχειρήσεις, ούτε χρησιμεύει για την ανάπτυξη άλλων». Ό,τι δεν ρέει στο εξωτερικό «χρησιμοποιείται σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που το χρησιμοποιεί η γαιοκτητική αριστοκρατία — πολυτελής κατανάλωση, αστικά ακίνητα και χρηματοοικονομική κερδοσκοπία». Και: «μεγάλα ποσά μεταφέρονται στο εξωτερικό, διατηρούνται ως προστασία έναντι της υποτίμησης του νομίσματος ή ως αποθεματικό για να εξασφαλιστεί μια αξιοπρεπής συνταξιοδότηση σε περίπτωση κοινωνικών και πολιτικών αναταραχών». Η διαφυγή κεφαλαίων αποτελεί ορθολογική συμπεριφορά, δεδομένης της δομικής θέσης της τάξης που την ασκεί.

Η εγχώρια αστική τάξη λειτουργεί με τον ίδιο λογισμό. Η συσσώρευσή της δεν εξαρτάται από την ανάπτυξη του εθνικού παραγωγικού μηχανισμού, αλλά από τη μεσολάβηση στην εξόρυξη πόρων, τη διαμεσολάβηση ξένων επενδύσεων, και τη διαχείριση των χρηματοοικονομικών κυκλωμάτων μέσω των οποίων εκρέει το πλεόνασμα. Η Μπαμπίρα έδειξε ότι αυτό δεν ήταν κακή τύχη ή λανθασμένη πολιτική, αλλά το δομικό αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο ο καπιταλισμός εισήχθη στη Λατινική Αμερική από την αρχή. Οι τάξεις των ιδιοκτητών που αναδύθηκαν από αυτή την ιστορία δεν έχουν κανένα οργανικό συμφέρον στην εθνική παραγωγική ανάπτυξη — έχουν οργανικό συμφέρον στις συνθήκες που καθιστούν δυνατή την υπάρχουσα συσσώρευσή τους: τις συνθήκες εξάρτησης.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η σχετιζόμενη ανάπτυξη (Σ.τ.Μ., associated development) έχει οδηγήσει στο ίδιο αποτέλεσμα σε διαφορετικούς πολιτικούς κύκλους. Το 28% της Αργεντινής, το 36% του Μεξικού και το 34% της Κολομβίας δεν είναι συνέπεια κακών πολιτικών επιλογών. Είναι συνέπεια του γεγονότος ότι αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο της ανάπτυξης μια τάξη της οποίας η εξουσία στηρίζεται στον συνδυασμό εγχώριας κυριαρχίας και διεθνούς υποταγής, τον οποίο η ανάπτυξη θα διαλύσει. Ο Κέινς (Keynes) παρατήρησε, από μια εντελώς διαφορετική πολιτική θέση, ότι το κεφάλαιο ανταποκρίνεται στον ψυχρό υπολογισμό του βραχυπρόθεσμου οφέλους και όχι στα εθνικά σχέδια. Στην περιφέρεια, αυτός ο υπολογισμός αντιτίθεται στην παραγωγική επανεπένδυση με μια συνέπεια που καμία δομή κινήτρων δεν έχει καταφέρει να διαταράξει.

 

Το κράτος και το πλεόνασμα

Τα στοιχεία δείχνουν επίσης και την άλλη πλευρά. Σε διαφορετικές πολιτικές συνθήκες, το πλεόνασμα έχει ανακατανεμηθεί. Αυτό που διαχωρίζει τις τροχιές στην κορυφή της κατανομής μας από εκείνες στο κατώτατο σημείο δεν είναι οι πόροι, η γεωγραφία ή τα φυσικά πλεονεκτήματα. Είναι ο βαθμός στον οποίο το κράτος έχει αναπτύξει την ικανότητα να επιβάλλει μια διαφορετική λογική κατανομής του πλεονάσματος — καθώς και οι κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες που κατέστησαν δυνατή αυτή την ικανότητα ή την απέκλεισαν.

Ο Σαμίρ Αμίν (Samir Amin) ονόμασε αυτό το φαινόμενο αποσύνδεση: όχι απόσυρση από την παγκόσμια οικονομία, αλλά υποταγή των εξωτερικών οικονομικών σχέσεων σε αναπτυξιακές προτεραιότητες που καθορίζονται εσωτερικά. Η έννοια λειτουργεί ταυτόχρονα ως διάγνωση και ως προσανατολισμός — ονομάζει αυτό που έχουν κοινό οι επιτυχημένες περιπτώσεις και προσδιορίζει τη δομική προϋπόθεση που απαιτεί η αυτόνομη ανάπτυξη. Όπου τα κράτη έχουν διατηρήσει ή δημιουργήσει θεσμικά μέσα για να καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο το κεφάλαιο χρησιμοποιεί τα κέρδη του — δημόσια τραπεζική, ρύθμιση των ροών κεφαλαίου, στρατηγική βιομηχανική πολιτική, δημόσια ιδιοκτησία σε καίριους τομείς — το πλεόνασμα έχει σταθερά κατευθυνθεί προς παραγωγικές επενδύσεις με υψηλότερους ρυθμούς. Το πλαίσιο που αναπτύσσουμε αποτυπώνει αυτό το φαινόμενο μέσω του δείκτη Κρατικής Διαμεσολαβητικής Ικανότητας (State Mediating Capacity), ο οποίος ποσοτικοποιεί τον βαθμό στον οποίο οι κρατικοί θεσμοί μπορούν να ενεργούν με σχετική αυτονομία από τα άμεσα συμφέροντα των κυρίαρχων ομάδων. Μια αυτονομία που δεν παρέχεται ποτέ από τον θεσμικό σχεδιασμό, αλλά κερδίζεται μέσω των συγκεκριμένων διαμορφώσεων των κοινωνικών δυνάμεων που παράγουν συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές.

Η Αμφισβητούμενη Ημιπεριφέρεια — Βραζιλία, Ινδία, Νότια Αφρική — καταλαμβάνει το πιο σημαντικό από αναλυτική άποψη πεδίο ακριβώς επειδή αποδεικνύει ότι το αποτέλεσμα δεν είναι προκαθορισμένο. Η Βραζιλία στο 42%, η Ινδία στο 66%: αυτά τα ποσοστά δεν είναι τυχαία. Αντανακλούν τη μερική επιβίωση των μέσων του αναπτυξιακού κράτους παράλληλα με τους επίμονους περιορισμούς της περιφερειακής ένταξης. Αυτές οι οικονομίες διαθέτουν επαρκή θεσμική ικανότητα για να ανακατευθύνουν το πλεόνασμα με διαφορετικό τρόπο, αλλά όχι αρκετή για να το πράξουν με συνέπεια — εγκλωβισμένες ανάμεσα στις δυνατότητες που ανοίγει ο κρατικός τους μηχανισμός και στις ταξικές διαμορφώσεις που τις περιορίζουν. Αυτή η ένταση δεν αποτελεί μεταβατική φάση προς την επίλυση. Είναι η μόνιμη κατάσταση αυτής της θέσης στην ιεραρχία, όπου η ισορροπία των ταξικών δυνάμεων παραμένει πραγματικά ανοιχτή με τρόπους που δεν ισχύουν σε κανένα από τα δύο άκρα.

Η συστηματική αποτυχία της αστικής τάξης να ηγηθεί της παραγωγικής εθνικής ανάπτυξης στη Λατινική Αμερική δεν αποτελεί ελάττωμα χαρακτήρα ή πολιτισμικό χαρακτηριστικό· είναι η αναμενόμενη έκφραση μιας τάξης της οποίας η θέση στην παγκόσμια ιεραρχία βασίζεται στην αποκόμιση και τη μεταφορά αξίας, και όχι στην επέκταση της παραγωγικής βάσης από την οποία εξαρτώνται όλες οι άλλες δυνατότητες. Η Μπαμπίρα το αντιλαμβανόταν αυτό όχι ως ηθική κρίση, αλλά ως δομική ανάλυση: μια τάξη που έχει συγκροτηθεί μέσω της εξάρτησης δεν μπορεί να γίνει ο φορέας της διάλυσής της χωρίς να πάψει να είναι αυτό που είναι. Αυτό δεν αποκλείει συμμαχίες ή συνασπισμούς με συγκεκριμένες καπιταλιστικές ομάδες υπό συγκεκριμένες συνθήκες, αλλά τοποθετεί αυτές τις συμμαχίες στη σωστή υποδεέστερη θέση τους — ως όργανα ενός αναπτυξιακού σχεδίου, του οποίου η κατεύθυνση και το κοινωνικό περιεχόμενο πρέπει να καθοριστούν από άλλες δυνάμεις, αν είναι να καθοριστούν καθόλου.

Ο Λόγος του Μπάραν μετρά, έτος προς έτος και χώρα προς χώρα, το αποτέλεσμα αυτών των αγώνων για τον προορισμό του πλεονάσματος. Αυτό που τα δεδομένα δεν μπορούν να διευκρινίσουν είναι το ανοιχτό ερώτημα του παρόντος: αν οι μερικές θεσμικές ικανότητες που εξακολουθούν να υπάρχουν σε τμήματα του Παγκόσμιου Νότου θα επεκταθούν, θα εδραιωθούν, ή θα υποστούν σταδιακή διάβρωση. Αυτό εξαρτάται από διαδικασίες που ο δείκτης δεν αποτυπώνει: από την οργάνωση, από τους συνασπισμούς, από την πολιτική νοημοσύνη των δυνάμεων που κατανοούν τι σημαίνουν οι αριθμοί. Τριάντα χρόνια στοιχείων από 36 οικονομίες καθορίζουν τη δομική βάση αναφοράς. Τι θα χτιστεί πάνω σε αυτήν, ή ενάντια σε αυτήν, μένει να καθοριστεί.

 

 

Ο Emiliano López (Εμιλιάνο Λόπεζ) είναι ερευνητής στο CONICET–Εθνικό Πανεπιστήμιο της Λα Πλάτα και επικεφαλής οικονομολόγος στην Τριηπειρωτική: Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών.