Η οικοδόμηση της κυριαρχίας από την οπτική μιας τριηπειρωτικής πολιτικής οικονομίας
των Emiliano López & Shiran Illanperuma
από το το substack της Τριηπειρωτικής Πολιτικής Οικονομίας, Φεβρουάριος 17, 2026
μετ. Δημοσθένης Γκότσης
επιμ. Διονύσης Περδίκης
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Η ηγεμονία κλονίζεται, αλλά οι αλυσίδες παραμένουν
Η ψευδαίσθηση της «καλής διακυβέρνησης» και της «ικανότητας» του κράτους
Μια θεωρία που διαμορφώθηκε σε τρεις ηπείρους
Χαρτογράφηση της σύγχρονης εξάρτησης
Η πορεία που έχει σημασία: από το Τεταρτημόριο III στο Τεταρτημόριο I
Η νεοκλασική οικονομική θεωρία είχε χαρακτηρίσει τη μαρξιστική θεωρία της εξάρτησης (καθώς και άλλες ετερόδοξες σχολές σκέψης) ως απολίθωμα – μια λατινοαμερικανική πνευματική περιέργεια της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, που πλέον έχει ξεπεραστεί από την παγκοσμιοποίηση, τις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας (Σ.τ.Μ., Global Value Chains, GVC), και τον θρίαμβο της ανάπτυξης με γνώμονα την αγορά. Αυτή η κρίση, που επαναλαμβανόταν στην κυρίαρχη οικονομική και πολιτική επιστήμη, είχε αποκτήσει το κύρος της κοινής λογικής και εξαφάνιζε βολικά το γεγονός ότι η θεωρία της εξάρτησης δεν ήταν ιδιοκτησία μιας μόνο περιοχής, αλλά ένα τριηπειρωτικό πνευματικό εγχείρημα που διαμορφώθηκε σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, την Αφρική και την Ασία.
Η απόρριψη της θεωρίας της εξάρτησης εξυπηρέτησε μια πολύ συγκεκριμένη λειτουργία: άνοιξε τον ιδεολογικό δρόμο για τον νεοφιλελευθερισμό στην περιφέρεια, περιθωριοποιώντας κλασικές έννοιες όπως ο ιμπεριαλισμός, ο διαρθρωτικός μετασχηματισμός και ο διεθνής καταμερισμός εργασίας. Με αυτές τις έννοιες εκτός παιχνιδιού, το μόνο που απέμενε ήταν να ρυθμιστούν οι τιμές, να δημιουργηθούν θεσμοί και να ανοίξουν οι αγορές. Η υπανάπτυξη έγινε μια αρχική κατάσταση, και ο εκσυγχρονισμός μια γραμμική, τυποποιημένη πορεία που επιβλήθηκε από τη Συμφωνία της Ουάσιγκτον (Washington Consensus).
Όταν η άνοδος της Κίνας – η πιο εντυπωσιακή αναπτυξιακή επιτυχία της εποχής μας – κατέστη αδύνατο να αγνοηθεί, οι δυτικοί ακαδημαϊκοί και οι πολιτικοί κύκλοι έσπευσαν να την εξηγήσουν με τα εργαλεία του νεοφιλελευθερισμού: το εμπορικό άνοιγμα, την ένταξη στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας, και τη φιλελευθεροποίηση. Το γεγονός ότι η πορεία της Κίνας βασιζόταν ακριβώς σε ό,τι πρότεινε η θεωρία της εξάρτησης – δημόσια ιδιοκτησία των στρατηγικών τομέων της οικονομίας, έλεγχοι κεφαλαίων, εξαρτώμενες ξένες επενδύσεις και υποταγή των εξωτερικών σχέσεων στις εσωτερικές αναπτυξιακές προτεραιότητες – αποκρύφτηκε συστηματικά. Η επιτυχία της περιφέρειας έπρεπε να παρουσιαστεί ως επιβεβαίωση των προτάσεων του κέντρου.
Η ηγεμονία κλονίζεται, αλλά οι αλυσίδες παραμένουν
Καθώς εξελίσσεται ο 21ος αιώνας, η νεοφιλελεύθερη τάξη πραγμάτων βρίσκεται σε κρίση. Στον πυρήνα, ο νεοφιλελευθερισμός οδήγησε στη χρηματιστικοποίηση και την αποβιομηχανοποίηση. Στην περιφέρεια, η ένταξη στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας δημιούργησε νέα διαρθρωτικά εμπόδια στην τεχνολογική αναβάθμιση (τα οποία συχνά παρερμηνεύονται ως «παγίδα του μεσαίου εισοδήματος»). Τόσο στον πυρήνα όσο και στην περιφέρεια, το αποτέλεσμα ήταν η κοινωνική πόλωση και μια κρίση πολιτικής νομιμοποίησης για την άρχουσα τάξη.
Η αστάθεια και η αναξιοπιστία της οικονομικής τάξης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ έχουν δημιουργήσει ρωγμές στο εποικοδόμημα της νεοφιλελεύθερης τάξης. Η οικονομική άνοδος της Κίνας (η οποία σήμερα αντιπροσωπεύει το 30% της παγκόσμιας μεταποιητικής παραγωγής), σε συνδυασμό με τις νέες προσπάθειες για περιφερειακή ολοκλήρωση με επίκεντρο τον Νότο (Σ.τ.Μ., South-centered regionalism) (ALBA-TCP, AES) και τον πολυμερισμό (Σ.τ.Μ., multilateralism) Νότου-Νότου (BRICS+), αντανακλά ένα νέο κλίμα στον Παγκόσμιο Νότο. Η μονοπολική εποχή φτάνει στο τέλος της, παρά τις ολοένα και πιο απρόβλεπτες προσπάθειες της Ουάσιγκτον να την αναζωογονήσει μέσω δασμολογικών πολέμων, καθεστώτων κυρώσεων και στρατιωτικών προκλήσεων. Οι επιχρυσωμένες αλυσίδες της νεοφιλελεύθερης εποχής – συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου, παραχωρήσεις σε ξένους επενδυτές και η διεθνής πνευματική ιδιοκτησία – αντικαθίστανται ολοένα και περισσότερο από αιχμηρά εργαλεία.
Οι περιφερειακές οικονομίες της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και μεγάλων τμημάτων της Ασίας παραμένουν εγκλωβισμένες σε μοτίβα υποταγής που ο Πολ Μπάραν (Paul Baran), ο Σαμίρ Αμίν (Samir Amin), ο Ρούι Μάουρο Μαρίνι (Ruy Mauro Marini), και ο Θεοτόνιο ντος Σάντος (Theotônio dos Santos) θα είχαν αναγνωρίσει αμέσως. Οι χρηματοοικονομικές ιεραρχίες εξακολουθούν να επιβάλλουν πειθαρχία στην περιφερειακή νομισματική πολιτική μέσω του συστήματος του δολαρίου και του ΔΝΤ. Η τεχνολογική συγκέντρωση σε μια χούφτα πολυεθνικών εταιρειών εξακολουθεί να αποκλείει την περιφέρεια από την πρωτοπορία της καινοτομίας. Ο επαναπατρισμός κερδών, οι μεταφορές τόκων και η συστηματική συμπίεση των μισθών κάτω από το κόστος αναπαραγωγής – αυτό που ο Μαρίνι αποκαλούσε «υπερεκμετάλλευση», ο μηχανισμός μέσω του οποίου το περιφερειακό κεφάλαιο αντισταθμίζει τα διαρθρωτικά μειονεκτήματά του πιέζοντας τους εργαζόμενους πιο σκληρά από ό,τι χρειάζεται ποτέ το κέντρο – συνεχίζουν να λειτουργούν ως η κρυφή αρχιτεκτονική της παγκόσμιας συσσώρευσης.
Η διαφορά είναι ότι αυτοί οι μηχανισμοί λειτουργούν πλέον μέσω διαδικασιών που φαίνονται εθελοντικές και καθοδηγούμενες από την αγορά. Ο εξαναγκασμός δεν είναι πλέον κατά κύριο λόγο αποικιακός· είναι ενσωματωμένος στη χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική, στα καθεστώτα πνευματικής ιδιοκτησίας, στον θεσμικό σχεδιασμό των εμπορικών συμφωνιών, και στη δομή των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας, όπου οι περιφερειακές επιχειρήσεις καταλαμβάνουν υποδεέστερες θέσεις εκ σχεδιασμού, όχι τυχαία. Ωστόσο, η εντατικοποίηση της στρατιωτικοποίησης και η ανοιχτή χρήση των δασμών, των κυρώσεων, και των ελέγχων της τεχνολογίας ως όπλων – ιδιαίτερα ορατή από τα τέλη της δεκαετίας του 2010 – αποκαλύπτουν ότι ο εξαναγκασμός δεν έχει ποτέ πραγματικά υποχωρήσει. Αντίθετα, έχει κρατηθεί σε εφεδρεία: ο μολυβένιος σωλήνας πίσω από το «αόρατο χέρι», που χρησιμοποιείται όποτε οι πιο ήπιοι μηχανισμοί χρηματοοικονομικής και θεσμικής υποταγής αποδεικνύονται ανεπαρκείς για να πειθαρχήσουν τα περιφερειακά κράτη ή να περιορίσουν την άνοδο των ανταγωνιστών. Η εξάρτηση δεν έχει εξαφανιστεί. Έχει «ξεπλυθεί» – και όταν το «ξέπλυμα» αποτυγχάνει, η δύναμη που κρύβεται πίσω της γίνεται και πάλι εμφανής.
Η ψευδαίσθηση της «καλής διακυβέρνησης» και της «ικανότητας» του κράτους
Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, οι δύο έννοιες της «κρατικής ικανότητας» και της «καλής διακυβέρνησης» έχουν αναφερθεί ως το κλειδί για την υπέρβαση της υπανάπτυξης. Η δημιουργία καλύτερων θεσμών, η ενίσχυση της διακυβέρνησης, η μείωση της διαφθοράς και η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος – αυτά ήταν τα σύνθημα της εποχής μετά τη Συμφωνία της Ουάσινγκτον. Ακόμη και ορισμένοι ετερόδοξοι οικονομολόγοι υιοθέτησαν μια εκδοχή αυτού του επιχειρήματος, επισημαίνοντας τα αναπτυξιακά κράτη της Ανατολικής Ασίας ως απόδειξη ότι η κρατική ικανότητα μπορούσε να ξεπεράσει τους διαρθρωτικούς περιορισμούς.
Αυτό που μεγάλο μέρος αυτής της βιβλιογραφίας αρνείται να αντιμετωπίσει είναι ότι αυτό που έχει εξυμνηθεί ως «ικανότητα του κράτους» και «καλή διακυβέρνηση» στο μεγαλύτερο μέρος του Παγκόσμιου Νότου δεν ήταν συχνά τίποτα περισσότερο από την υποταγή των δημόσιων θεσμών και πολιτικών στα συμφέροντα του ξένου κεφαλαίου και των τοπικών συμμάχων του. Αυτό σήμαινε την αποπολιτικοποίηση της οικονομικής πολιτικής και της διακυβέρνησης, με την αντικατάσταση των πολιτικών εκπροσώπων από «ανεξάρτητους τεχνοκράτες». Έτσι, η «καλή διακυβέρνηση» και ο «καπιταλισμός των ημετέρων» δεν είναι αντίθετα, αλλά στην πραγματικότητα δίδυμα.
Το νεοφιλελεύθερο κράτος στην περιφέρεια δεν ήταν ποτέ αδύναμο ή αναποτελεσματικό. Αντίθετα, αποδείχθηκε αρκετά αποτελεσματικό στην πειθάρχηση του εργατικού δυναμικού, στην εκποίηση περιουσιακών στοιχείων των δημόσιων επιχειρήσεων, στην ιδιωτικοποίηση των φυσικών πόρων, στην απορρύθμιση των χρηματοοικονομικών ροών, και στην κατάργηση της βιομηχανικής πολιτικής. Η κρατική ικανότητα δεν απέτυχε, αλλά οικοδομήθηκε στην υπηρεσία ενός ταξικού σχεδίου· η διακυβέρνηση ήταν, στην πραγματικότητα, «καλή» για μια στενή άρχουσα τάξη.
Η περιφερειακή αστική τάξη, ανίκανη να ανταγωνιστεί άμεσα τις τεχνολογικά πιο προηγμένες και οικονομικά πλούσιες επιχειρήσεις του πυρήνα, συχνά εισέρχονταν πρόθυμα σε μια δευτερεύουσα συνεργασία στην αλυσίδα εξάρτησης. Υιοθέτησαν ένα πρόγραμμα αποδόμησης των αναπτυξιακών θεσμών και συντριβής του τοπικού προλεταριάτου και της αγροτιάς, προκειμένου να εξασφαλίσουν την εγχώρια ταξική τους θέση. Ικανοποιούνταν να διαδραματίζουν το ρόλο των εμπορικών μεσαζόντων έναντι των χρηματοοικονομικών-βιομηχανικών συγκροτημάτων του πυρήνα. Το ΔΝΤ μπορεί να έδωσε το σενάριο, αλλά οι εγχώριοι κομπραδόροι ήταν συχνά πρόθυμοι εκτελεστές.
Οι κομπραδόρικες αστικές τάξεις της περιφέρειας – τοπικές καπιταλιστικές τάξεις των οποίων τα κέρδη δεν εξαρτώνται από την ανάπτυξη της εγχώριας οικονομίας, αλλά από τη μεσολάβηση για την υποταγή της στο ξένο κεφάλαιο, αυτό που η Βάνια Μπαμπίρα (Vania Bambirra) ονόμασε «κυριαρχούμενες-κυρίαρχες» τάξεις – βρήκαν στη νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση το τέλειο μέσο για την εδραίωση της δικής τους θέσης εντός της παγκόσμιας ιεραρχίας της συσσώρευσης κεφαλαίου.
Η βιβλιογραφία για το θεσμικό και αναπτυξιακό κράτος, όταν εφαρμόζεται χωρίς κριτική στις περιφερειακές πραγματικότητες, μυθοποιεί αυτή τη διαδικασία, αντιμετωπίζοντας την κρατική ικανότητα ως ένα ουδέτερο προνόμιο και όχι ως ένα αμφισβητούμενο πεδίο που διαμορφώνεται από την ταξική πάλη.
Μια θεωρία που διαμορφώθηκε σε τρεις ηπείρους
Για να ξεπεραστεί αυτό το αδιέξοδο, απαιτείται η ανασυγκρότηση της μαρξιστικής θεωρίας της εξάρτησης ως ακρογωνιαίου λίθου μιας τριηπειρωτικής πολιτικής οικονομίας. Η καθιερωμένη αφήγηση περιορίζει την εξάρτηση σε ένα λατινοαμερικανικό ζήτημα της δεκαετίας του 1960 – τους όρους εμπορίου του Ραούλ Πρέμπις (Raúl Prebisch), τον δομισμό της Οικονομικής Επιτροπής για τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική (Economic Commission for Latin America and the Caribbean), και τις απογοητεύσεις της υποκατάστασης των εισαγωγών. Η περιοριστική θεώρηση της θεωρίας της εξάρτησης, ενός παγκόσμιου διανοητικού εγχειρήματος, την αποκόπτει από τις ρίζες της στις κλασικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού και από τον συνεχή διάλογο μεταξύ της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και της Ασίας που της έδωσε την αναλυτική της δύναμη.
Μία από τις πρώτες αναλύσεις της αποστέρησης πλούτου από τις αποικίες, στην πραγματικότητα, προέρχεται από την Ασία, όπου ο Ινδός εθνικιστής Νταδαμπάι Ναορότζι (Dadabhai Naoroji) ανέλυσε την αποστράγγιση πλούτου της Ινδίας από τη Βρετανία – μια επιστημονική προσέγγιση που έχει αναπτυχθεί με την πάροδο του χρόνου από Ινδούς μαρξιστές οικονομολόγους όπως η Ούτσα Πατνάικ (Utsa Patnaik). Στην Κίνα, ο Μάο Τσε Τουνγκ χαρακτήρισε την τάξη των κομπραδόρων ως «παράρτημα του ιμπεριαλισμού» που «εμποδίζει ενεργά την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων». Όσον αφορά την Αφρική, ο Αιγύπτιος μαρξιστής Σαμίρ Αμίν ανέλυσε πώς οι τοπικές οικονομίες ήταν δομικά προσανατολισμένες προς την εξυπηρέτηση της εξωτερικής ζήτησης και όχι των εσωτερικών αναγκών, ενώ ο ιστορικός από τη Γουιάνα Γουόλτερ Ρόντνεϊ (Walter Rodney) κατέδειξε πώς η Ευρώπη υποανάπτυξε συστηματικά την ήπειρο μέσω αιώνων αποικιακής εκμετάλλευσης και κοινωνικής αναδιάρθρωσης.
Αυτές οι σχολές σκέψης αποτελούσαν ένα ολοκληρωμένο πνευματικό εγχείρημα, που διαμορφώθηκε μέσα από μια κοινή ιστορία αντικαπιταλιστικού και αντιιμπεριαλιστικού αγώνα, καθώς και από συναντήσεις όπως η Διάσκεψη του Μπαντούνγκ (Bandung Conference) το 1955, η Τριηπειρωτική Διάσκεψη (Tricontinental Conference) στην Αβάνα το 1966 και η Διάσκεψη του Ντακάρ (Dakar Conference) το 1972, που συγκάλεσε ο Αμίν. Κρίσιμο είναι ότι αυτή η παράδοση αντιλαμβανόταν την εξάρτηση όχι ως μια μεταπολεμική ανωμαλία, αλλά ως μια «longue durée» (Σ.τ.Μ., μακράς διάρκειας) – μια δομική κατάσταση ριζωμένη στα αποικιακά θεμέλια του καπιταλιστικού παγκόσμιου συστήματος. Η θεωρία της εξάρτησης διατύπωσε μια γενική θεωρία για το πώς ο παγκόσμιος καπιταλισμός παράγει και αναπαράγει συστηματικά δομικές ασυμμετρίες μέσω ταξικών διαμορφώσεων που είναι ταυτόχρονα εγχώριες και διεθνείς – και το έκανε αυτό από τη σκοπιά τριών ηπείρων, όχι μίας.
Χαρτογράφηση της σύγχρονης εξάρτησης
Με βάση αυτή την παράδοση, έχω αναπτύξει ένα διττό αναλυτικό πλαίσιο που βασίζεται σε δύο δείκτες. Ο Δείκτης Δομικής Εξάρτησης (Structural Dependency Index , SDI) μετρά αντικειμενικούς περιορισμούς σε εμπορικές, τεχνολογικές, χρηματοοικονομικές, παραγωγικές, δικτυακές και διανεμητικές διαστάσεις – αποτυπώνοντας τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η σύγχρονη εξάρτηση σε ολόκληρο τον κύκλο του κεφαλαίου. Ο δείκτης της Διαμεσολαβητικής Ικανότητας του Κράτους (State Mediating Capacity, SMC) μετρά τους θεσμικούς πόρους που διατίθενται για την αντιμετώπιση αυτών των περιορισμών – από τον έλεγχο του δημόσιου τομέα επί στρατηγικών κλάδων έως τη ρύθμιση των ροών κεφαλαίου και την ένταση της βιομηχανικής πολιτικής.
Η τομή αυτών των δύο διαστάσεων δημιουργεί αυτό που ονομάζω Χάρτη Εξάρτησης (Dependency Map):
Στο ένα άκρο αυτού του χάρτη, συναντάμε αυτό που αποκαλώ Μη-Ηγεμονική Αυτονομία (Non-Hegemonic Autonomy) – οικονομίες όπως η Κίνα, το Βιετνάμ και, σε μικρότερο βαθμό, η Μαλαισία, οι οποίες έχουν καταφέρει να υποτάξουν τις εξωτερικές τους σχέσεις στις εσωτερικές αναπτυξιακές προτεραιότητές τους. Αυτό που κάνει την αυτονομία τους ξεχωριστή είναι ότι δεν πηγάζει από μια αυτοκρατορική θέση στην κορυφή της παγκόσμιας ιεραρχίας, αλλά από μια σκόπιμη πολιτική και θεσμική στρατηγική: αυτό που ο Αμίν θεωρητικοποίησε ως την προϋπόθεση για την αυτόκεντρη περιφερειακή ανάπτυξη. Τα ηγεμονικά κέντρα – οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γερμανία, η Ιαπωνία – παρουσιάζουν επίσης χαμηλή εξάρτηση, αλλά για ποιοτικά διαφορετικούς λόγους που αντανακλούν την αυτοκρατορική εκμετάλλευση και όχι αναπτυξιακά επιτεύγματα.
Η πιο ανησυχητική διαμόρφωση είναι αυτή της Υποταγμένης Περιφέρειας (Subordinate Periphery) – οικονομίες παγιδευμένες σε υψηλή εξάρτηση με εξαντλημένη θεσμική ικανότητα. Αργεντινή, Χιλή, Περού, Ονδούρα, Κένυα, Φιλιππίνες: πρόκειται για κοινωνίες όπου δεκαετίες διαρθρωτικών προσαρμογών έχουν αποσυναρμολογήσει τους ίδιους τους θεσμούς που θα μπορούσαν να είχαν επιτρέψει μια διαφορετική πορεία. Η διεστραμμένη λογική εδώ είναι αυτοενισχυόμενη – όσο πιο αδύναμη είναι η αναπτυξιακή ικανότητα του κράτους, τόσο βαθύτερη είναι η εξάρτηση, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η ανασυγκρότηση αυτής της ικανότητας.
Τέλος, το αναλυτικά πιο σημαντικό – και πολιτικά αμφισβητούμενο – πεδίο είναι αυτό που ονομάζω Αμφισβητούμενη Ημιπεριφέρεια (Contested Semi-Periphery). Η Ινδία, η Βραζιλία, η Νότια Αφρική, η Ινδονησία, η Τουρκία, η Νιγηρία και, κατά πάσα πιθανότητα, η Ρωσία, καταλαμβάνουν αυτόν τον χώρο, όπου σημαντική κρατική ικανότητα συνυπάρχει με επίμονους διαρθρωτικούς περιορισμούς. Αυτές οι οικονομίες διαθέτουν θεσμικούς πόρους που θα μπορούσαν, υπό διαφορετικές ταξικές διαμορφώσεις, να αξιοποιηθούν για έναν πραγματικό αναπτυξιακό μετασχηματισμό. Ωστόσο, παραμένουν εγκλωβισμένες σε αντιφατικές θέσεις: διαθέτουν επαρκή ικανότητα για να αντισταθούν στην πλήρη υποταγή, αλλά δεν έχουν επαρκή πολιτική έκφραση για να σπάσουν τη δομική λογική της εξάρτησης. Είναι ακριβώς σε αυτή την αμφισβητούμενη ζώνη όπου τα πολιτικά διακυβεύματα της πολυπολικής μετάβασης είναι τα υψηλότερα.
Η πορεία που έχει σημασία: από το Τεταρτημόριο III στο Τεταρτημόριο I
Η κρίσιμη διαπίστωση αυτού του πλαισίου δεν είναι η στατική ταξινόμηση, αλλά η πορεία μετασχηματισμού που αποκαλύπτει. Το καθοριστικό ερώτημα για τον Παγκόσμιο Νότο σήμερα είναι πώς να μεταβεί από το Τεταρτημόριο III στο Τεταρτημόριο I – από την Υποταγμένη Περιφέρεια στη Μη Ηγεμονική Αυτονομία. Αυτό δεν είναι απλώς ένα τεχνικό ζήτημα, αλλά και πολιτικό.
Η πρώτη κίνηση (από το III στο IV) απαιτεί την ανασυγκρότηση των θεσμικών θεμελίων για αυτόνομη δράση: την αποκατάσταση του δημόσιου ελέγχου επί των χρηματοοικονομικών, την ανάπτυξη μιας βιομηχανικής πολιτικής με επίκεντρο τον άνθρωπο, την ενίσχυση της δημοσιονομικής και νομισματικής κυριαρχίας, καθώς και τη ρύθμιση των ροών κεφαλαίων. Αυτό είναι το πεδίο της «κρατικής ικανότητας» και της «καλής διακυβέρνησης», όχι όμως με την αποπολιτικοποιημένη έννοια της κυρίαρχης βιβλιογραφίας. Το ίδιο το κράτος αποτελεί πεδίο ταξικής πάλης – η ανασυγκρότηση των διοικητικών θεσμών απαιτεί την αντιπαράθεση με τις εγχώριες ελίτ που επωφελούνται από την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.
Το δεύτερο στάδιο (από το IV στο I) απαιτεί τη στρατηγική αξιοποίηση της συσσωρευμένης παραγωγικής ικανότητας για την αναδιάρθρωση των προτύπων εγχώριας συσσώρευσης – αυτό που ο Αμίν ονόμαζε «αποσύνδεση», η οποία δεν νοείται ως αυτάρκεια, αλλά ως υποταγή των εξωτερικών σχέσεων στις εσωτερικές αναπτυξιακές προτεραιότητες. Η πορεία της Κίνας αποδεικνύει ότι αυτό δεν απαιτεί απομόνωση από την παγκόσμια οικονομία, αλλά στρατηγική ρύθμιση της ένταξης: ελέγχους κεφαλαίων, απαιτήσεις μεταφοράς τεχνολογίας από τους ξένους επενδυτές, κρατική ιδιοκτησία των στρατηγικών τομέων της οικονομίας και επιλεκτική συμμετοχή στις παγκόσμιες αγορές υπό κυρίαρχη κατεύθυνση.
Η σύγχρονη πολυπολική συγκυρία δημιουργεί συνθήκες πιο ευνοϊκές και για τις δύο κινήσεις από ό,τι η μονοπολική εποχή. Η θεσμική αρχιτεκτονική της συνεργασίας Νότου-Νότου – το BRICS+, η Πρωτοβουλία «Μια Ζώνη, Ένας Δρόμος» (Belt and Road Initiative), οι εναλλακτικές τράπεζες ανάπτυξης, και οι διμερείς συμφωνίες εκτός του κυκλώματος του δολαρίου – παρέχει ουσιαστικές εναλλακτικές λύσεις έναντι των θεσμών που κυριαρχούνται από τη Δύση. Ωστόσο, η ικανότητα αξιοποίησης αυτών των ευκαιριών ποικίλλει δραματικά ανάλογα με τη θέση των χωρών στον Χάρτη Εξάρτησης. Οι χώρες του Τεταρτημόριου IV μπορούν να αποκομίσουν αναπτυξιακά οφέλη από νέες συνεργασίες· οι χώρες του Τεταρτημόριου III διακινδυνεύουν απλώς να μετατοπίσουν το επίκεντρο της υποταγής τους από την Ουάσιγκτον σε κάποιο άλλο σημείο.
Γι’ αυτό ακριβώς η ταξική ανάλυση παραμένει απαραίτητη. Το εμπόδιο στην ανάπτυξη της περιφέρειας δεν έγκειται σε πολιτισμικούς παράγοντες ή σε αποτυχίες πολιτικής, αλλά στις ταξικές διαμορφώσεις που παράγει συστηματικά ο περιφερειακός καπιταλισμός. Οι κομπραδόρικες αστικές τάξεις – είτε φορούν τη μάσκα των νεοφιλελεύθερων τεχνοκρατών είτε των εθνικιστών λαϊκιστών – δεν θα ηγηθούν μιας γνήσιας διαδικασίας αποσύνδεσης, διότι η συσσώρευσή τους εξαρτάται από τη διατήρηση της εξαρτημένης σχέσης. Η μετάβαση από την υποταγή στην κυριαρχία δεν προήλθε ποτέ αποκλειστικά από τον εκσυγχρονισμό υπό την ηγεσία των ελίτ. Απαιτούσε πάντα ευρείες συμμαχίες από τα κάτω – εργατικά κινήματα, αγροτικές οργανώσεις, λαϊκές δυνάμεις – ικανές να διατυπώσουν ένα συνεκτικό πολιτικό σχέδιο που αμφισβητεί τα δομικά θεμέλια της εξάρτησης.
Οι αναλυτικές κατηγορίες της μαρξιστικής θεωρίας της εξάρτησης – υπερεκμετάλλευση, άνιση ανταλλαγή, κομπραδόρικη αστική τάξη και αποσύνδεση – παραμένουν σήμερα εξίσου σχετικές και ζωτικής σημασίας. Αποτελούν τα θεωρητικά όπλα που σφυρηλάτησε μια τριηπειρωτική πολιτική οικονομία, τα οποία μας βοηθούν να κατανοήσουμε τους δομικούς περιορισμούς που αντιμετωπίζει ο Παγκόσμιος Νότος και να προσδιορίσουμε τις πολιτικές στρατηγικές που είναι ικανές να τους ξεπεράσουν.
Η πολυπολική δυναμική ανοίγει μια πόρτα. Όμως οι πόρτες κλείνουν. Το ερώτημα είναι αν οι λαϊκές δυνάμεις της περιφέρειας – σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, την Αφρική και την Ασία – μπορούν να δημιουργήσουν τα κοινωνικά κινήματα και την πολιτική ηγεσία που θα τους επιτρέψουν να την περάσουν.
Ο Εμιλιάνο Λόπεζ (Emiliano López) είναι ερευνητής στο CONICET–Universidad Nacional de La Plata και επικεφαλής οικονομολόγος στην Τριηπειρωτική: Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών. Η πρόσφατη εργασία του επικεντρώνεται στην ανάπτυξη ανανεωμένων πλαισίων για την ανάλυση της εξάρτησης ως ακρογωνιαίου λίθου της πολιτικής οικονομίας του Παγκόσμιου Νότου στην πολυπολική εποχή.
Ο Σιράν Ιλανπερούμα (Shiran Illanperuma) είναι ερευνητής στην Τριηπειρωτική: Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών και συνεκδότης της διεθνούς έκδοσης του περιοδικού «Wenhua Zongheng: A Journal of Contemporary Chinese Thought». Είναι επισκέπτης λέκτορας στο Κέντρο Διεθνών Σπουδών Μπανταραναϊκε (Bandaranaike Centre for International Studies). Η τρέχουσα έρευνά του επικεντρώνεται στην ανάπτυξη και τη βιομηχανική πολιτική στην Ασία.
