του Νίκου Δαμιανάκη
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
Ανήκει το Blue Labour στην Αριστερά;
Υπάρχει κοινωνικό κράτος χωρίς κρατική ιδιοκτησία;
Από την παροχή στην κοινοτική πρόνοια
Η βιομηχανική παραγωγή είναι η αρχή της κοινωνικής πρόνοιας;
Ο τόπος, η οικογένεια και ο κοινοτισμός ως βασικές του θέσεις
Το εθνικό ζήτημα και η μετανάστευση
Τι σημαίνουν όλα αυτά για μια χώρα όπως η Ελλάδα;
Γιατί η συζήτηση αφορά την Αριστερά στην Ελλάδα;
Το Blue Labour αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και ταυτόχρονα αντιφατικές απόπειρες επαναπροσδιορισμού της εργατικής πολιτικής στη σύγχρονη Ευρώπη. Εμφανίστηκε στη Βρετανία μετά την εκλογική ήττα των Εργατικών το 2010 και συνδέθηκε κυρίως με τον Maurice Glasman, αλλά και με διανοούμενους και πολιτικούς όπως ο Jonathan Rutherford, ο Marc Stears και αργότερα ο Adrian Pabst. Δεν συγκροτήθηκε ποτέ ως συνεκτικό ιδεολογικό και προγραμματικό σύστημα ούτε ως ξεχωριστό πολιτικό κόμμα. Περισσότερο αποτέλεσε μια προσπάθεια να απαντηθεί το ερώτημα τι μπορεί να σημαίνει εργατική πολιτική σε κοινωνίες όπου η αποβιομηχάνιση έχει αποδυναμώσει τις παλιές εργατικές κοινότητες, τα συνδικάτα έχουν χάσει μεγάλο μέρος της δύναμής τους και η σοσιαλδημοκρατία έχει αποδεχθεί σημαντικό μέρος της οικονομικής και θεσμικής κληρονομιάς του νεοφιλελευθερισμού.
Το Blue Labour ξεκινά από μια κριτική που στρέφεται ταυτόχρονα προς την αγορά και προς μια συγκεκριμένη μορφή κρατισμού. Θεωρεί ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν υπήρξε απλώς ένα πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και μείωσης των δημοσίων δαπανών. Υπήρξε μια συνολικότερη αναδιοργάνωση της κοινωνίας, κατά την οποία οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται ολοένα περισσότερο ως μεμονωμένοι φορείς ανθρώπινου κεφαλαίου, οι εργαζόμενοι ως ευέλικτες μονάδες παραγωγής, οι ασθενείς και οι φοιτητές ως καταναλωτές υπηρεσιών και οι πόλεις και οι περιφέρειες ως ανταγωνιστικές περιοχές προσέλκυσης επενδύσεων. Στο επίκεντρο αυτής της κριτικής βρίσκεται η ιδέα ότι η κοινωνία δεν μπορεί να αναχθεί ούτε στην αγορά ούτε στο κράτος και ότι ανάμεσά τους υπάρχουν θεσμοί, σχέσεις και συλλογικές μορφές ζωής που έχουν δική τους αξία και δύναμη.
Η ιδιομορφία του Blue Labour βρίσκεται ακριβώς εδώ. Από τη μία πλευρά υπερασπίζεται θέσεις που ανήκουν σαφώς στην ιστορική παράδοση του εργατικού κινήματος, όπως τα ισχυρά συνδικάτα, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, η δημόσια ιδιοκτησία στρατηγικών υποδομών, η συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση των επιχειρήσεων, η ενεργητική βιομηχανική πολιτική και ο περιορισμός της χρηματιστικοποίησης. Από την άλλη πλευρά αποδίδει μεγάλη σημασία στην οικογένεια, στον τόπο, στην πατρίδα, στην πολιτισμική συνέχεια και στην εθνική πολιτική κοινότητα. Για αυτό και ο Glasman έχει χρησιμοποιήσει τον προκλητικό όρο συντηρητικός σοσιαλισμός. Πρόκειται για μια πολιτική που θέλει να μετασχηματίσει την οικονομική εξουσία, αλλά θεωρεί ταυτόχρονα ότι υπάρχουν κοινωνικοί δεσμοί και θεσμοί που δεν πρέπει να διαλύονται στο όνομα μιας ατέρμονης οικονομικής και πολιτισμικής κινητικότητας.
Ανήκει το Blue Labour στην Αριστερά;
Η προσπάθεια να απαντηθεί το ερώτημα με ένα απλό ναι ή όχι μάλλον συσκοτίζει το πραγματικό ζήτημα. Το Blue Labour είναι σαφώς τοποθετημένο μέσα στη βρετανική εργατική παράδοση και δεν αποτελεί παράρτημα της συντηρητικής Δεξιάς. Η οικονομική του πολιτική βρίσκεται σε σύγκρουση με βασικούς πυλώνες του νεοφιλελεύθερου προγράμματος. Δεν αντιμετωπίζει την αγορά ως ουδέτερο ή φυσικό μηχανισμό κοινωνικού συντονισμού. Θεωρεί ότι το κεφάλαιο πρέπει να περιορίζεται από θεσμούς συλλογικής δύναμης, ότι οι εργαζόμενοι χρειάζονται θεσμική συμμετοχή στη διοίκηση, ότι βασικές υποδομές πρέπει να βρίσκονται υπό δημόσιο ή κοινωνικό έλεγχο και ότι η οικονομική δραστηριότητα πρέπει να υπηρετεί κοινωνικούς και πολιτικούς σκοπούς.
Αυτό όμως συνδυάζεται με μια σαφή απόσταση από τον πολιτισμικό φιλελευθερισμό που κυριάρχησε σε μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς τις τελευταίες δεκαετίες. Το Blue Labour αντιμετωπίζει με δυσπιστία τον κοσμοπολιτισμό, ασκεί κριτική στην πολιτική των ταυτοτήτων και θεωρεί ότι η κοινωνική αλληλεγγύη χρειάζεται έναν βαθμό κοινής πολιτικής και ιστορικής ταυτότητας. Υποστηρίζει επίσης αυστηρότερη πολιτική στο μεταναστευτικό και συνδέει τη μαζική εισροή εργατικού δυναμικού με τις στρατηγικές του κεφαλαίου για χαμηλότερο εργασιακό κόστος. Αυτό το σημείο δημιουργεί ουσιαστικές εντάσεις με τον εργατικό διεθνισμό και με τις παραδόσεις της Αριστεράς.
Επομένως το Blue Labour μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητό όχι ως μια απλή μετατόπιση από την Αριστερά προς τη Δεξιά, αλλά ως προσπάθεια ανασύνθεσης μιας διαφορετικής εκδοχής της εργατικής Αριστεράς. Μιας Αριστεράς που δίνει μεγαλύτερο βάρος στην εργασία από ό,τι στην κατανάλωση, στην παραγωγή από ό,τι στην απλή αναδιανομή, στην κοινωνική συμμετοχή από ό,τι στη γραφειοκρατική διαχείριση και στην κοινότητα και στον τόπο από ό,τι στην ατομική κινητικότητα. Το αν αυτή η σύνθεση μπορεί να παραμείνει χειραφετητική χωρίς να διολισθήσει σε κοινωνικό συντηρητισμό αποτελεί ακριβώς ένα από τα ανοιχτά ερωτήματα του εγχειρήματος.
Υπάρχει κοινωνικό κράτος χωρίς κρατική ιδιοκτησία;
Μία από τις πιο γόνιμες πλευρές του Blue Labour αφορά την κριτική του στο μεταπολεμικό κοινωνικό κράτος. Η κριτική αυτή δεν ξεκινά από την ιδέα ότι το κράτος πρόνοιας ήταν υπερβολικά γενναιόδωρο ή ότι πρέπει να περιοριστούν οι κοινωνικές δαπάνες. Αντίθετα, ο Glasman αντιμετωπίζει το μεταπολεμικό κοινωνικό κράτος ως σημαντική εργατική και δημοκρατική κατάκτηση. Εκείνο που αμφισβητεί είναι η βαθμιαία ταύτιση της κοινωνικής αλληλεγγύης με έναν συγκεντρωτικό διοικητικό μηχανισμό, στον οποίο οι πολίτες εμφανίζονται κυρίως ως αποδέκτες υπηρεσιών και παροχών και πολύ λιγότερο ως φορείς συλλογικής δύναμης και συμμετοχής.
Στην οπτική του Blue Labour, μια δημόσια υπηρεσία δεν είναι απλώς ένας μηχανισμός που χρηματοδοτείται από το κράτος και λειτουργεί μέσω επαγγελματιών και διοικητικών στελεχών. Είναι επίσης κοινωνικός θεσμός. Οι εργαζόμενοι, οι λήπτες των υπηρεσιών και οι τοπικές κοινωνίες πρέπει να έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα συμμετοχής στη διοίκηση και στη λήψη αποφάσεων. Ο Glasman έχει χρησιμοποιήσει το παράδειγμα των σχολείων και των νοσοκομείων για να περιγράψει μορφές διοίκησης στις οποίες κανένας από τους εμπλεκόμενους δεν διαθέτει απόλυτη κυριαρχία. Η δημόσια αρχή χρηματοδοτεί και εγγυάται την υπηρεσία, οι εργαζόμενοι διαθέτουν θεσμική ισχύ και οι χρήστες συμμετέχουν στη διαμόρφωση των αποφάσεων.
Η πρόταση αυτή δεν ταυτίζεται με την ιδιωτικοποίηση. Η νεοφιλελεύθερη (αντί)μεταρρύθμιση μεταφέρει συνήθως την παροχή από το κράτος στην αγορά, ενώ η πρόταση του Blue Labour επιδιώκει να μεταφέρει εξουσία προς την οργανωμένη κοινωνία. Η διαφορά είναι καθοριστική. Ο ιδιωτικός πάροχος λογοδοτεί πρωτίστως στους ιδιοκτήτες και στους επενδυτές του. Ένας κοινωνικός ή συνεταιριστικός θεσμός μπορεί να λογοδοτεί στους εργαζομένους, στους χρήστες και στην κοινότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε συνεταιριστικό ή αποκεντρωμένο σχήμα είναι εκ φύσεως δημοκρατικό. Σημαίνει όμως ότι το βασικό ερώτημα μετατοπίζεται από το ποιος παρέχει μια υπηρεσία στο ποιος ελέγχει την υπηρεσία, ποιος διαθέτει εξουσία μέσα σε αυτήν και προς ποιο κοινωνικό συμφέρον λειτουργεί.
Από την παροχή στην κοινοτική πρόνοια
Στο ίδιο θεωρητικό πλαίσιο εντάσσεται η έννοια της σχεσιακής πρόνοιας. Ο Glasman θεωρεί ότι η κοινωνική πολιτική έχει επικεντρωθεί υπερβολικά στην εισοδηματική διάσταση της φτώχειας. Η έλλειψη εισοδήματος παραμένει ασφαλώς θεμελιώδες πρόβλημα, αλλά δεν εξαντλεί την κοινωνική αποστέρηση. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει πρόσβαση σε ένα ελάχιστο εισόδημα και ταυτόχρονα να στερείται σταθερής εργασίας, συλλογικών δεσμών, επαγγελματικής ταυτότητας, θεσμικής συμμετοχής και πραγματικής επιρροής στις αποφάσεις που διαμορφώνουν τη ζωή του.
Για το λόγο αυτόν, το Blue Labour μιλά για σχεσιακή φτώχεια, θεσμική φτώχεια και φτώχεια γνώσης. Η πρώτη αφορά την αποσύνδεση από σταθερούς κοινωνικούς δεσμούς. Η δεύτερη αφορά την αδυναμία συμμετοχής σε οργανώσεις, συλλογικότητες και θεσμούς που παρέχουν δύναμη και αναγνώριση. Η τρίτη αφορά τη διακοπή της μετάδοσης επαγγελματικών και τεχνικών γνώσεων από τη μία γενιά στην άλλη. Η κοινωνική πολιτική επομένως δεν μπορεί να περιορίζεται στην επιδότηση της κατανάλωσης ή στη διαχείριση της έσχατης ανάγκης. Πρέπει να συμβάλλει στη συγκρότηση συλλογικών ικανοτήτων, θεσμών συμμετοχής και κοινωνικής δύναμης.
Αυτή η προσέγγιση έχει πραγματική θεωρητική αξία, αλλά εμπεριέχει και σημαντικούς κινδύνους. Η αναγνώριση της σημασίας της κοινότητας και της αλληλοβοήθειας δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα για την αποδυνάμωση των καθολικών κοινωνικών δικαιωμάτων. Οι τοπικές κοινωνίες δεν έχουν όλες τους ίδιους πόρους, οι οικογένειες δεν διαθέτουν όλες τις ίδιες δυνατότητες και οι σχέσεις αλληλεγγύης δεν είναι απαλλαγμένες από ανισότητες φύλου, τάξης και εξουσίας. Ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος παραμένει επομένως αναγκαίο ακριβώς για να εξασφαλίζει ότι η κοινωνική προστασία δεν θα εξαρτάται από τον τόπο γέννησης, την οικογενειακή κατάσταση ή την οικονομική δύναμη της τοπικής κοινότητας.
Το δημιουργικό στοιχείο του Blue Labour βρίσκεται αλλού. Θα μπορούσαμε να έχουμε ένα κοινωνικό κράτος ισχυρότερο ως προς τις καθολικές εγγυήσεις και λιγότερο συγκεντρωτικό ως προς τη διοίκηση. Ένα κράτος που εξασφαλίζει δικαιώματα, χρηματοδότηση και ελάχιστα επίπεδα υπηρεσιών, αλλά παραχωρεί μεγαλύτερη πραγματική εξουσία στους εργαζομένους, στους λήπτες των υπηρεσιών και στους δημοκρατικούς θεσμούς της τοπικής κοινωνίας. Με αυτή την έννοια, η κοινωνικοποίηση δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με τη διοικητική κρατικοποίηση και η υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα μιας υπηρεσίας δεν προϋποθέτει την αποδοχή ενός συγκεντρωτικού και γραφειοκρατικού τρόπου λειτουργίας της.
Η βιομηχανική παραγωγή είναι η αρχή της κοινωνικής πρόνοιας;
Ίσως η σημαντικότερη διαφοροποίηση του Blue Labour από μεγάλο μέρος της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας βρίσκεται στην αντίληψη ότι η κοινωνική πολιτική δεν πρέπει να αρχίζει αφού ολοκληρωθεί η λειτουργία της αγοράς. Στο μοντέλο που επικράτησε σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, η αγορά παράγει εισοδήματα και ανισότητες και στη συνέχεια το κράτος παρεμβαίνει μέσω φόρων, επιδομάτων και υπηρεσιών για να διορθώσει ένα μέρος των αποτελεσμάτων. Η παραγωγή αντιμετωπίζεται σε μεγάλο βαθμό ως τεχνικό ή ιδιωτικό ζήτημα και η κοινωνική πολιτική ως μηχανισμός εκ των υστέρων διόρθωσης.
Το Blue Labour αντιστρέφει αυτή τη σχέση. Ασχολείται με το ποιος αποφασίζει μέσα στην επιχείρηση, ποιος καθορίζει τον μισθό, ποιος διαθέτει πρόσβαση στη χρηματοδότηση, ποιος ελέγχει τις επενδύσεις και ποιος καρπώνεται τα οφέλη της τεχνολογικής αλλαγής. Η συμμετοχή των εργαζομένων στα διοικητικά συμβούλια, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, οι περιφερειακές τράπεζες και η ισχυρή επαγγελματική εκπαίδευση αντιμετωπίζονται ως κοινωνική πολιτική με την ευρεία έννοια. Δεν είναι απλώς οικονομικά εργαλεία. Αλλάζουν την πρωτογενή κατανομή της ισχύος και περιορίζουν την ανάγκη να διορθώνει αργότερα το κράτος μια κοινωνία που έχει ήδη παραγάγει βαθιές ανισότητες.
Η επίδραση του Karl Polanyi είναι εδώ εμφανής. Η εργασία δεν είναι ένα κοινό εμπόρευμα και η κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργήσει μακροχρόνια αν όλες οι πλευρές της ζωής υποτάσσονται στην εμπορευματική λογική. Συνδικάτα, επαγγελματικές ενώσεις, συνεταιρισμοί, δημόσιες επιχειρήσεις και τοπικοί θεσμοί λειτουργούν ως αντίβαρα απέναντι στην πλήρη εμπορευματοποίηση. Από αυτή την άποψη η κοινωνική πολιτική δεν είναι απλώς πολιτική προστασίας των αδύναμων. Είναι επίσης πολιτική αναδιανομής ισχύος και δημιουργίας συλλογικής ικανότητας απέναντι στην εξουσία του κεφαλαίου.
Αυτό εξηγεί γιατί η βιομηχανία κατέχει τόσο κεντρική θέση στη σύγχρονη σκέψη του Blue Labour. Η αποβιομηχάνιση δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως μεταβολή της σύνθεσης του ΑΕΠ. Η απώλεια βιομηχανικής παραγωγής σημαίνει επίσης απώλεια τεχνικών δεξιοτήτων, επαγγελματικών ταυτοτήτων, σταθερών εργασιακών διαδρομών, συνδικαλιστικής ισχύος και παραγωγικών οικοσυστημάτων που συνδέουν μεγάλες και μικρές επιχειρήσεις σε συγκεκριμένες περιοχές.
Όταν κλείνει μια μεγάλη βιομηχανική μονάδα, δεν χάνονται μόνο οι άμεσες θέσεις εργασίας. Χάνονται προμηθευτές, τεχνικά επαγγέλματα, δίκτυα κατάρτισης, τοπικά εισοδήματα και συχνά η ίδια η δυνατότητα μιας περιοχής να αναπαράγει τεχνική γνώση. Η αποβιομηχάνιση επομένως έχει κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες. Αποδυναμώνει μορφές συλλογικής εργατικής ισχύος και δημιουργεί περιοχές στις οποίες η οικονομική ανασφάλεια μπορεί να μετατραπεί σε κοινωνική αποσύνθεση, δημογραφική υποχώρηση και πολιτική απογοήτευση.
Η επαναβιομηχάνιση που προτείνει το Blue Labour δεν σημαίνει επιστροφή στη βιομηχανία του εικοστού αιώνα. Αφορά μια σύγχρονη παραγωγική στρατηγική που περιλαμβάνει ενεργειακό εξοπλισμό, προηγμένη μεταποίηση, τεχνολογίες, υποδομές, φαρμακοβιομηχανία, πράσινη βιομηχανία και στρατηγικούς κλάδους. Το κρίσιμο είναι ότι το κράτος δεν πρέπει να περιορίζεται στο να δημιουργεί ένα φιλικό περιβάλλον για οποιαδήποτε επένδυση. Πρέπει να διαθέτει άποψη για το τι παράγεται, πού παράγεται, με ποια τεχνολογία, υπό ποιες εργασιακές σχέσεις, με ποια μορφή ιδιοκτησίας και προς όφελος ποιων κοινωνικών δυνάμεων.
Εδώ επιστρέφει και η σημασία της περιφερειακής χρηματοδότησης. Ο Glasman έχει επηρεαστεί έντονα από τη γερμανική εμπειρία περιφερειακών τραπεζών, επαγγελματικής εκπαίδευσης και συμμετοχής των εργαζομένων στη διοίκηση. Η χρηματοδότηση δεν θεωρείται ουδέτερο εργαλείο. Αν ελέγχεται αποκλειστικά από μεγάλους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που επιδιώκουν άμεσες αποδόσεις, η περιφερειακή παραγωγική ανάπτυξη δυσκολεύεται. Η ύπαρξη δημόσιων, περιφερειακών ή κοινωνικών χρηματοδοτικών θεσμών μπορεί να κατευθύνει κεφάλαια σε επενδύσεις μεγαλύτερου χρονικού ορίζοντα και κοινωνικού οφέλους.
Ο τόπος, η οικογένεια και ο κοινοτισμός ως βασικές του θέσεις
Το Blue Labour δεν μπορεί όμως να κατανοηθεί μόνο μέσα από την πολιτική οικονομία. Η έννοια του τόπου αποτελεί κεντρικό κομμάτι της ταυτότητάς του. Ο τόπος δεν είναι απλώς γεωγραφική τοποθεσία αλλά σύνολο κοινωνικών σχέσεων, ιστορικών εμπειριών και συλλογικών ταυτοτήτων. Η αποβιομηχάνιση, η στεγαστική ανασφάλεια και η συνεχής μετακίνηση δεν αποσταθεροποιούν μόνο την αγορά εργασίας. Μεταβάλλουν τις ίδιες τις κοινότητες μέσα στις οποίες οι άνθρωποι δημιουργούν σχέσεις, αποκτούν κοινωνική αναγνώριση και συγκροτούν συλλογική ταυτότητα.
Ανάλογη σημασία αποδίδεται στην οικογένεια. Εδώ όμως χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή από αριστερή σκοπιά. Η σταθερή κατοικία, ο αξιοπρεπής μισθός, ο ελεύθερος χρόνος και η δημόσια φροντίδα μπορούν πράγματι να δημιουργήσουν καλύτερους όρους για οικογενειακή και κοινωνική ζωή. Αντίθετα, όταν η επίκληση της οικογένειας χρησιμοποιείται για να μεταφερθούν στο νοικοκυριό λειτουργίες που οφείλει να εξασφαλίζει το κοινωνικό κράτος, το αποτέλεσμα είναι διαφορετικό. Η φροντίδα παιδιών, ηλικιωμένων και ανθρώπων με αναπηρία μετατρέπεται τότε σε ιδιωτική υποχρέωση και η άνιση κατανομή της εργασίας φροντίδας επιβαρύνει κυρίως τις γυναίκες.
Το ίδιο ισχύει και για την κοινότητα. Η κοινότητα δεν είναι από μόνη της δημοκρατική. Μπορεί να δημιουργεί αλληλεγγύη, μπορεί όμως επίσης να αναπαράγει ιεραρχίες, αποκλεισμούς και σχέσεις εξάρτησης. Γι’ αυτό μια αριστερή αξιοποίηση της προβληματικής του Blue Labour χρειάζεται να συνδυάζει την αυτοοργάνωση και την αμοιβαιότητα με καθολικά δικαιώματα, κοινωνική ισότητα και ισχυρούς μηχανισμούς αναδιανομής. Το ζήτημα δεν είναι να αντικαταστήσει η κοινότητα το κοινωνικό κράτος, αλλά να αποκτήσουν οι κοινωνικοί θεσμοί μεγαλύτερη δύναμη μέσα σε ένα πλαίσιο καθολικών κοινωνικών εγγυήσεων.
Το εθνικό ζήτημα και η μετανάστευση
Η μεγαλύτερη ίσως απόσταση του Blue Labour από μεγάλο μέρος της σύγχρονης ευρωπαϊκής Αριστεράς αφορά την εθνική πολιτική κοινότητα και το μεταναστευτικό. Το ρεύμα θεωρεί ότι η κοινωνική αλληλεγγύη δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε αφηρημένες καθολικές αρχές. Χρειάζεται μια συγκεκριμένη πολιτική κοινότητα μέσα στην οποία οι άνθρωποι αναγνωρίζουν μεταξύ τους δικαιώματα και υποχρεώσεις. Με αυτή την έννοια αποδίδει θετική σημασία στον πατριωτισμό και στο εθνικό δημοκρατικό πλαίσιο.
Η θέση αυτή συνοδεύεται τα τελευταία χρόνια από πολύ αυστηρότερη στάση απέναντι στη μετανάστευση. Το Blue Labour υποστηρίζει ότι η διαρκής διαθεσιμότητα φθηνής εργασίας μπορεί να αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων και να λειτουργεί προς όφελος εργοδοτικών στρατηγικών χαμηλού κόστους. Το επιχείρημα έχει ταξική διάσταση και δεν μπορεί απλώς να απορριφθεί ως πολιτισμικός συντηρητισμός. Ωστόσο δημιουργείται ένα δύσκολο πρόβλημα. Η υπεράσπιση της δύναμης της εργασίας δεν μπορεί να βασίζεται στην αποδυνάμωση των δικαιωμάτων ενός τμήματος της εργατικής τάξης επειδή έχει διαφορετική εθνική καταγωγή.
Η αριστερή απάντηση θα έπρεπε επομένως να μεταφέρει το επίκεντρο από την εθνικότητα του εργαζομένου στις σχέσεις εργασίας. Ίση αμοιβή, συλλογικές συμβάσεις, καθολικά κοινωνικά δικαιώματα και ισχυρή επιθεώρηση εργασίας μπορούν να περιορίσουν τη δυνατότητα του κεφαλαίου να χρησιμοποιεί διαφορετικές ομάδες εργαζομένων για να συμπιέζει τους μισθούς. Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι μόνο πόσοι εργαζόμενοι εισέρχονται σε μια χώρα αλλά υπό ποιους όρους εργάζονται, ποιος καθορίζει αυτούς τους όρους και αν το μεταναστευτικό καθεστώς χρησιμοποιείται για τη δημιουργία εργατικού δυναμικού περιορισμένων δικαιωμάτων.
Το Blue Labour, ως ρεύμα, είναι σαφώς ευρωσκεπτικιστικό και υπέρ του Brexit, θεωρώντας ότι η ΕΕ περιορίζει τη δημοκρατική και την οικονομική κυριαρχία. Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής δεν διαθέτει αντίστοιχα συστηματοποιημένη συλλογική θέση για το ΝΑΤΟ, αν και ο Glasman και άλλοι εκπρόσωποί του έχουν ταχθεί υπέρ ισχυρής εθνικής άμυνας και της στήριξης της Ουκρανίας απέναντι στη Ρωσία.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για μια χώρα όπως η Ελλάδα;
Για την Ελλάδα η οικονομία χαρακτηρίζεται από μεγάλο αριθμό μικρών επιχειρήσεων, περιορισμένη παραγωγικότητα, περιφερειακές ανισότητες, ισχυρή εξάρτηση από υπηρεσίες σχετικά χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας και μια μακροχρόνια αδυναμία συγκρότησης συνεκτικής βιομηχανικής και παραγωγικής πολιτικής.
Μια πολιτική παραγωγικής ανασυγκρότησης δεν θα μπορούσε να σημαίνει απλώς προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Το κρίσιμο θα ήταν η δημιουργία παραγωγικών οικοσυστημάτων που συνδέουν μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις με πανεπιστήμια, τεχνική εκπαίδευση, ερευνητικά κέντρα, δημόσιες υποδομές και θεσμούς χρηματοδότησης. Η φαρμακοβιομηχανία, η αγροδιατροφική μεταποίηση, η ναυπηγική βιομηχανία, ο ενεργειακός εξοπλισμός, οι τεχνολογίες αποθήκευσης ενέργειας, τα ηλεκτρονικά συστήματα και η βιοϊατρική τεχνολογία αποτελούν παραδείγματα πεδίων όπου η βιομηχανική πολιτική θα μπορούσε να συνδεθεί με την έρευνα, την τεχνολογική κυριαρχία και τις κοινωνικές ανάγκες.
Η περιφερειακή διάσταση είναι επίσης καθοριστική. Η παραγωγική πολιτική δεν μπορεί να σχεδιάζεται μόνο από την Αθήνα με οριζόντια εργαλεία. Διαφορετικές περιφέρειες διαθέτουν διαφορετικές παραγωγικές δυνατότητες και προβλήματα. Η ανασυγκρότηση της παραγωγής στη Δυτική Μακεδονία δεν μπορεί να είναι ίδια με αυτή στην Κρήτη ή στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Εδώ η έμφαση που δίνει το Blue Labour στον τόπο και στους περιφερειακούς θεσμούς μπορεί να προσφέρει χρήσιμα ερωτήματα., σχετικά με τους εθνικούς μηχανισμούς αναδιανομής που εμποδίζουν τη αποκλιμάκωση των γεωγραφικών ανισοτήτων.
Υπάρχει μάλιστα και ελληνικό ιστορικό υπόβαθρο στην έννοια της αμοιβαιότητας. Εργατικά σωματεία και ενώσεις λειτούργησαν πριν από την πλήρη ανάπτυξη της κρατικής κοινωνικής ασφάλισης ως μορφές συλλογικής προστασίας. Αυτό δεν αποτελεί λόγο επιστροφής σε ένα προκαπιταλιστικό σύστημα πρόνοιας. Υπενθυμίζει όμως ότι η κοινωνική πολιτική υπήρξε ιστορικά και αποτέλεσμα κοινωνικής αυτοοργάνωσης και όχι μόνο διοικητική λειτουργία του κράτους.
Γιατί η συζήτηση αφορά την Αριστερά στην Ελλάδα;
Το Blue Labour αφορά την ελληνική Αριστερά όχι επειδή προσφέρει ένα πολιτικό μοντέλο προς αντιγραφή αλλά επειδή θέτει ερωτήματα στα οποία η ίδια δυσκολεύεται εδώ και χρόνια να δώσει πειστικές απαντήσεις. Η παραγωγή, η οικονομική δημοκρατία, η σχέση ανάμεσα στο δημόσιο και το κοινωνικό, η περιφερειακή συγκρότηση της οικονομίας, η θέση της πατρίδας μέσα σε μια διεθνιστική πολιτική και η σχέση μεταξύ ταξικής πολιτικής και νέων κοινωνικών δικαιωμάτων αποτελούν ζητήματα που δεν χωρούν εύκολα στα παραδοσιακά δίπολα της ελληνικής πολιτικής συζήτησης.
Η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει μάλιστα ορισμένες υπαρκτές προγραμματικές συγγένειες ανάμεσα σε πλευρές αυτής της προβληματικής και δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, χωρίς αυτό να σημαίνει συνολική πολιτική ταύτιση με το Blue Labour.
Ένα πρώτο παράδειγμα αποτελεί το ΜέΡΑ25, το οποίο έχει διατυπώσει θέσεις υπέρ της δημόσιας κατοχύρωσης (επανάκτησης) βασικών κοινωνικών αγαθών, της αποκεντρωμένης κοινωνικοποίησης, της ενίσχυσης συμμετοχικών θεσμών σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, των συνεταιριστικών μορφών οικονομικής οργάνωσης και μιας περισσότερο δημοκρατικής σχέσης ανάμεσα στην εργασία, στη διοίκηση και στην ιδιοκτησία. Σε αυτά τα σημεία υπάρχει εμφανής συγγένεια με το Blue Labour σε επίπεδο κριτικής τόσο στην ιδιωτικοποίηση όσο και στον συγκεντρωτικό κρατισμό και με την αναζήτηση ενδιάμεσων δημοκρατικών θεσμών ανάμεσα στο κράτος, την αγορά και την κοινωνία.
Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι η Λαϊκή Ενότητα. Αυτή προσεγγίζει από διαφορετική αφετηρία άλλες πλευρές της ίδιας προβληματικής, με μεγαλύτερη έμφαση στην ανάκτηση δημόσιου ελέγχου στρατηγικών επιχειρήσεων και υποδομών, στην κοινωνικά ελεγχόμενη δημόσια τραπεζική, στην ισχυρή δημόσια κοινωνική προστασία και σε έναν παραγωγικό μετασχηματισμό όπου ο πρωτογενής τομέας και η μεταποίηση αποκτούν κεντρικότερη θέση. Οι συγκλίσεις αφορούν κυρίως την ανάγκη υπέρβασης ενός οικονομικού μοντέλου που στηρίζεται στις ιδιωτικοποιήσεις, στη χρηματιστικοποίηση και στην αποδυνάμωση της παραγωγικής βάσης, καθώς και την αναζήτηση μορφών δημόσιου και κοινωνικού ελέγχου της οικονομίας.
Ένα άλλο παράδειγμα (και πιο ταιριαστό) θα μπορούσε να είναι το ΠΡΑΤΤΩ (Νίκος Κοτζιάς), κυρίως στη σύνδεση πατριωτισμού, δημοκρατικής «Αριστεράς» και παραγωγικής ανασυγκρότησης. Κοινά σημεία αποτελούν (με βάση τα ιδρυτικά κείμενα του ΠΡΑΤΤΩ) επίσης η έμφαση στην περιφερειακή ανάπτυξη, στην κοινωνική και συνεταιριστική οικονομία, στην αποκέντρωση και στον περιορισμό της ολιγαρχικής συγκέντρωσης ισχύος. Η σύγκλιση αυτή δεν σημαίνει πολιτική ταύτιση, καθώς το ΠΡΑΤΤΩ διαφοροποιείται αισθητά σε ζητήματα όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και η μετανάστευση και ο κοινωνικός συντηρητισμός. Ενώ ταυτίζονται πλήρως στη στάση υπέρ του ΝΑΤΟ και ενάντια της Ρωσίας.
Το Blue Labour διαφοροποιείται αισθητά ως προς το θεωρητικό του υπόβαθρο, την έμφαση που αποδίδει στην αμοιβαιότητα, στον τόπο, στην οικογένεια και στην εθνική πολιτική κοινότητα, αλλά και ως προς την επιμονή του σε μια πλουραλιστική οικονομία όπου συνυπάρχουν δημόσιες, ιδιωτικές, συνεταιριστικές και κοινωνικές μορφές ιδιοκτησίας. Δεν προτείνει την κατάργηση της αγοράς, αλλά την πολιτική και κοινωνική οριοθέτησή της μέσω ισχυρών συνδικάτων, εργατικής συμμετοχής στη διοίκηση, περιφερειακών θεσμών και δημόσιου ελέγχου στρατηγικών τομέων.
Το πρώτο μεγάλο ερώτημα για την ελληνική Αριστερά αφορά επομένως την παραγωγή. Μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης για την Αριστερά στην Ελλάδα έχει οργανωθεί γύρω από την αναδιανομή, τους μισθούς, τις κοινωνικές δαπάνες, τη φορολογία και τα δημόσια αγαθά. Όλα αυτά είναι θεμελιώδη. Είναι όμως ανεπαρκή χωρίς μια συνεκτική αντίληψη για το ποιο παραγωγικό υπόδειγμα μπορεί να στηρίξει μακροπρόθεσμα καλύτερους μισθούς, ισχυρό κοινωνικό κράτος, περιφερειακή σύγκλιση και μεγαλύτερη οικονομική αυτονομία. Το ερώτημα δεν είναι απλώς πώς θα μοιραστεί διαφορετικά ο υπάρχων πλούτος, αλλά ποιος πλούτος παράγεται, από ποιους κλάδους, με ποια τεχνολογική βάση και κάτω από ποιες κοινωνικές σχέσεις.
Το δεύτερο ερώτημα αφορά τη σχέση της Αριστεράς με την εργασία. Η εργασία δεν είναι μόνο η θέση του εργαζομένου απέναντι στον μισθό. Είναι επίσης εξουσία μέσα στην επιχείρηση, επαγγελματική γνώση, συλλογική ταυτότητα και συμμετοχή στις αποφάσεις. Η συζήτηση για εργατική εκπροσώπηση στα διοικητικά συμβούλια, για συνεταιριστικές επιχειρήσεις, για δημόσιους και περιφερειακούς χρηματοδοτικούς θεσμούς και για νέες μορφές οικονομικής δημοκρατίας παραμένει πολύ πιο αδύναμη στην Ελλάδα από όσο θα περίμενε κανείς από μια Αριστερά που ιστορικά μιλά στο όνομα της εργασίας. Η διεκδίκηση καλύτερων μισθών είναι αναγκαία, αλλά δεν εξαντλεί το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στην εργασία και στην εξουσία του κεφαλαίου.
Το τρίτο ερώτημα αφορά το ίδιο το κοινωνικό κράτος. Η ελληνική Αριστερά έχει κάθε λόγο να υπερασπίζεται την καθολικότητα και τη δημόσια χρηματοδότηση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να θεωρεί κάθε μορφή συγκεντρωτικής διοίκησης εξ ορισμού προοδευτική. Ένα δημόσιο νοσοκομείο μπορεί να παραμένει δημόσιο και ταυτόχρονα οι εργαζόμενοι και οι λήπτες των υπηρεσιών να έχουν περιορισμένη ή ανύπαρκτη συμμετοχή στη διοίκησή του. Η κοινωνικοποίηση δεν είναι συνώνυμη της γραφειοκρατικής κρατικοποίησης. Η διεύρυνση της δημοκρατίας μέσα στους δημόσιους θεσμούς και η συμμετοχή εκείνων που εργάζονται και χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες μπορούν να αποτελέσουν αυθεντικά αριστερά αιτήματα.
Το τέταρτο ερώτημα αφορά τον τόπο και την περιφερειακή εγκατάλειψη. Η Αριστερά έχει συχνά προσεγγίσει την κοινωνία μέσα από οριζόντιες κατηγορίες εισοδήματος και τάξης, χωρίς πάντοτε να δίνει την ίδια σημασία στο πού ζουν οι άνθρωποι και πώς η γεωγραφία της παραγωγής καθορίζει τις δυνατότητές τους. Η αποβιομηχάνιση μιας πόλης, η εγκατάλειψη μιας αγροτικής περιοχής ή η υπερτουριστικοποίηση ενός νησιού δεν είναι μόνο οικονομικές μεταβολές. Μετασχηματίζουν κοινωνικές σχέσεις, πολιτικές ταυτότητες και τη δυνατότητα των ανθρώπων να παραμείνουν στον τόπο τους. Η περιφερειακή πολιτική δεν μπορεί επομένως να περιορίζεται σε μεταβιβάσεις πόρων. Χρειάζεται να αφορά τη δημιουργία παραγωγικής και κοινωνικής ικανότητας.
Το πέμπτο ερώτημα είναι δυσκολότερο και αφορά τη σχέση της Αριστεράς με την έννοια της πατρίδας και της συλλογικής πολιτικής κοινότητας. Η απάντηση δεν χρειάζεται να είναι ο πολιτισμικός συντηρητισμός του Blue Labour. Υπάρχει όμως πραγματικό πολιτικό πρόβλημα όταν η έννοια της εθνικής ανεξαρτησίας παραδίδεται εξ ολοκλήρου στη Δεξιά. Η κοινωνική αλληλεγγύη, η αναδιανομή και το κοινωνικό κράτος λειτουργούν μέσα σε πολιτικούς θεσμούς στους οποίους οι άνθρωποι αποφασίζουν να χρηματοδοτούν συλλογικά δικαιώματα και υπηρεσίες. Η Αριστερά χρειάζεται επομένως μια δική της δημοκρατική και διεθνιστική αντίληψη της πατρίδας, η οποία δεν θα βασίζεται στον αποκλεισμό αλλά ούτε θα θεωρεί την πολιτική κοινότητα άνευ σημασίας.
Συμπεράσματα
Η σημασία του Blue Labour βρίσκεται τελικά λιγότερο στις συγκεκριμένες πολιτικές του απαντήσεις και περισσότερο στην προσπάθειά του να ξανασυνδέσει πεδία που η νεοφιλελεύθερη περίοδος διαχώρισε. Την παραγωγή από την κοινωνική πολιτική, το κοινωνικό κράτος από την οικονομική δημοκρατία, την εργασία από την επαγγελματική αξιοπρέπεια, την περιφερειακή πολιτική από τη βιομηχανική ανάπτυξη και τη δημοκρατία από την καθημερινή άσκηση οικονομικής εξουσίας.
Παρότι το Blue Labour παραμένει σχετικά μικρό ως οργανωμένη εσωκομματική δύναμη, η ιδεολογική και προγραμματική επιρροή του στο Εργατικό Κόμμα είναι αισθητά μεγαλύτερη από το αριθμητικό του μέγεθος. Η σχέση αυτή είναι ορατή και στη σημερινή κυβέρνηση του Andy Burnham, χωρίς βέβαια η κυβέρνησή του να μπορεί να χαρακτηριστεί κυβέρνηση του Blue Labour. Ο Burnham, πρωθυπουργός από τον Ιούλιο του 2026, έχει τοποθετήσει στον πυρήνα της κυβερνητικής του ατζέντας την αντιστροφή της αποβιομηχάνισης, την επαναβιομηχάνιση με αξιοποίηση των δημόσιων προμηθειών, την ισχυρότερη δημόσια εποπτεία βασικών αγαθών και μια μεγάλη μεταφορά εξουσιών προς τις περιφέρειες και τις τοπικές κοινότητες, προτεραιότητες που παρουσιάζουν σαφή θεματική συγγένεια με τη μακρόχρονη προβληματική του Blue Labour.
Παράλληλα, η διατήρηση της Shabana Mahmood στο υπουργείο Εσωτερικών έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ίδια κατατάσσεται από βρετανικά μέσα στη δεξιότερη πτέρυγα του Blue Labour και εκφράζει αυστηρότερη γραμμή στη μετανάστευση. Συνεπώς, το Blue Labour μπορεί να μην ελέγχει τη σημερινή κυβέρνηση, αλλά ορισμένες από τις θεματικές που προωθεί από το 2010 βρίσκονται, πλέον, στο κέντρο της σημερινής κυβερνητικής συζήτησης. Στη βρετανική κοινωνία, αντίστοιχα, δεν λειτουργεί ως μαζικό κοινωνικό κίνημα, αλλά ως ρεύμα ιδεών που επιχειρεί να δώσει πολιτική μορφή σε ευρύτερες ανησυχίες γύρω από την αποβιομηχάνιση, την εργασιακή ανασφάλεια, την περιφερειακή εγκατάλειψη και την αποδυνάμωση των παραδοσιακών εργατικών κοινοτήτων.
Οι αντιφάσεις του είναι πραγματικές. Η κοινότητα μπορεί να μετατραπεί σε αποκλεισμό. Η οικογένεια μπορεί να λειτουργήσει ως άλλοθι για την υποχώρηση του κοινωνικού κράτους. Η αμοιβαιότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον της καθολικότητας. Η εθνική κοινότητα μπορεί να διολισθήσει σε περιοριστική πολιτική απέναντι στους μετανάστες. Η αποκέντρωση μπορεί να διευρύνει τις περιφερειακές ανισότητες. Καμία από αυτές τις ενστάσεις δεν είναι δευτερεύουσα και καμία αριστερή ανάγνωση του Blue Labour δεν μπορεί να τις παρακάμψει.
Παραμένει όμως ένα πρόβλημα που δεν εξαφανίζεται επειδή οι απαντήσεις του Blue Labour είναι ανεπαρκείς σε επίπεδο θεμελίωσης. Ένα κοινωνικό κράτος που περιορίζεται στην αναδιανομή αφού η αγορά έχει ήδη καθορίσει τους όρους παραγωγής, εργασίας και ιδιοκτησίας παραμένει διαρκώς αμυντικό. Προσπαθεί να διορθώσει τις κοινωνικές συνέπειες μιας οικονομίας την οποία δεν ελέγχει. Μια διαφορετική προοπτική θα απαιτούσε παρέμβαση πριν από την αναδιανομή, μέσα στην ίδια την παραγωγή, στη χρηματοδότηση, στην ιδιοκτησία και στην κατανομή της οικονομικής εξουσίας.
Για την ελληνική Αριστερά, αυτό ίσως είναι το πιο χρήσιμο σημείο της συζήτησης. Η επόμενη εκδοχή του κοινωνικού κράτους δεν μπορεί να οικοδομηθεί μόνο πάνω σε περισσότερες δαπάνες, όσο αναγκαίες και αν είναι. Χρειάζεται παραγωγική βάση, ισχυρή εργασία, οικονομική δημοκρατία, περιφερειακούς θεσμούς, δημόσιες υποδομές και κοινωνικές μορφές ιδιοκτησίας που περιορίζουν την κυριαρχία του κεφαλαίου. Χρειάζεται επίσης μια διαφορετική αντίληψη για το κράτος, όχι ως απλό διαχειριστή κοινωνικών συνεπειών αλλά ως φορέα στρατηγικού σχεδιασμού που ταυτόχρονα παραχωρεί ουσιαστική δύναμη στην οργανωμένη κοινωνία.
Η επαναβιομηχάνιση αποκτά έτσι διαφορετική σημασία. Δεν είναι μια τεχνική στρατηγική αύξησης της μεταποίησης ούτε μια νοσταλγική επιστροφή στο εργοστάσιο του εικοστού αιώνα. Είναι ερώτημα για το ποιος παράγει, τι παράγει, με ποια τεχνολογία, με ποιες εργασιακές σχέσεις, σε ποιον τόπο, με ποια ιδιοκτησιακή δομή και προς όφελος ποιου. Είναι με αυτή την έννοια ταυτόχρονα οικονομικό, κοινωνικό και δημοκρατικό ζήτημα.
Και ίσως αυτό είναι το ερώτημα που αξίζει περισσότερο να κρατηθεί από το Blue Labour. Όχι αν η Αριστερά πρέπει να γίνει περισσότερο συντηρητική, αλλά αν μπορεί να γίνει ξανά περισσότερο εργατική, με σαφές σχέδιο παραγωγικής/βιομηχανικής ανασυγκρότησης και δημοκρατική. Αν μπορεί να υπερασπιστεί την καθολικότητα χωρίς γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό, την κοινότητα χωρίς αποκλεισμούς, την πατρίδα χωρίς εθνικισμό, τη βιομηχανία χωρίς παραγωγισμό και την οικονομική ανάπτυξη χωρίς την κυριαρχία του κεφαλαίου. Αν μπορεί, με άλλα λόγια, να ξαναθέσει το κοινωνικό ζήτημα όχι μόνο ως πρόβλημα διανομής αλλά και ως πρόβλημα παραγωγής, ιδιοκτησίας και εξουσίας. Αυτό δεν είναι ένα αποκλειστικά βρετανικό ερώτημα.
Ενδεικτική βιβλιογραφία
Beech, M., & Page, R. M. (2015). Blue and Purple Labour challenges to the welfare state: How should ‘statist’ social democrats respond? Social Policy and Society, 14(3), 341–356. https://doi.org/10.1017/S1474746414000463
Geary, I., & Pabst, A. (Eds.). (2015). Blue Labour: Forging a new politics. I.B. Tauris.
Glasman, M. (1996). Unnecessary suffering: Managing market utopia. Verso.
Glasman, M. (1997). The siege of the German social market. New Left Review, 225, 134–136.
Glasman, M. (2022). Blue Labour: The politics of the common good. Polity.
Glasman, M., Rutherford, J., Stears, M., & White, S. (Eds.). (2011). The Labour tradition and the politics of paradox: The Oxford London seminars 2010–2011. The Oxford London Seminars/Soundings.
Harris, B. (2018). Social policy by other means? Mutual aid and the origins of the modern welfare state in Britain during the nineteenth and twentieth centuries. Journal of Policy History, 30(2), 202–235. https://doi.org/10.1017/S0898030618000052.
Polanyi, K. (2001). The great transformation: The political and economic origins of our time. Beacon Press.
Sage, D. (2012). A challenge to liberalism? The communitarianism of the Big Society and Blue Labour. Critical Social Policy, 32(3), 365–382. https://doi.org/10.1177/0261018312444411.
