Υποστηρίζω την Κούβα επειδή στέκομαι στο πλευρό της ανθρωπότητας και της ζωής: Συνέντευξη με τον Γκάμπριελ Ρόκχιλ
του Marxlenin Perez Valdes
Στο CounterPunch, Απρίλιος 3, 2026
μετ. Δημοσθένης Γκότσης
επιμ. Διονύσης Περδίκης
Γνώρισα τον Γκάμπριελ Ρόκχιλ κατά τύχη, αλλά όχι κατά λάθος. Μας σύστησε η Έλεν Γιάφε (Helen Yaffe), μια αγαπητή φίλη της Κούβας, τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους, κατά τη διάρκεια του Διεθνούς Συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας για τον εορτασμό της 60ής επετείου της Τριηπειρωτικής Διάσκεψης (1966). Το τρέχον πολιτικό κλίμα πρόσθεσε μια μοναδική διάσταση στην εκδήλωση: οι παρευρισκόμενοι αντιστέκονταν στην πρόσφατη επίδειξη επιθετικότητας εναντίον της χώρας μας, η οποία περιλαμβάνει και την πιθανότητα ένοπλης επιθετικότητας. Γι’ αυτό και η συνάντηση μας δεν ήταν κατά λάθος. Ήταν αποτέλεσμα πεποίθησης.
Ο Γκάμπριελ Ρόκχιλ – φιλόσοφος, καθηγητής, ερευνητής, και συγγραφέας αμερικανικής καταγωγής – δημοσίευσε πρόσφατα ένα βιβλίο που έχει τραβήξει το ενδιαφέρον πολλών. Ο τίτλος του υποδηλώνει ήδη την πολυπλοκότητα της πλοκής: Ποιος πλήρωσε τους αυλητές του δυτικού μαρξισμού;
Κινητοποιημένος από τον ανατρεπτικό χαρακτήρα αυτού του πρώτου τόμου, επικοινώνησα μαζί του με την πρόταση να του πάρω συνέντευξη για το Cubadebate. Συμφώνησε δίχως δισταγμό.
Μ: Στο βιβλίο σου, Ποιος Πλήρωσε τους Αυλητές του Δυτικού Μαρξισμού;, παρουσιάζετε πειστικά στοιχεία που συμβάλλουν στην αποδόμηση αυτού που είναι γνωστό ως «Δυτικός Μαρξισμός». Υπάρχει κάτι τέτοιο όπως ένας «αξιόπιστος μαρξισμός»; Ποιες εναλλακτικές λύσεις έχουμε εμείς στη Λατινική Αμερική έναντι αυτού του «δυτικού μαρξισμού»;
Ο όρος «Δυτικός Μαρξισμός» δεν αναφέρεται στο σύνολο της μαρξιστικής διανοητικής παραγωγής στον δυτικό κόσμο, αλλά μάλλον σε μια συγκεκριμένη μορφή μαρξισμού που αναδύθηκε και κατέστη κυρίαρχη στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα. Χρησιμοποίησα την έκφραση «Δυτικός Μαρξισμός» στον τίτλο επειδή αποτελεί ένα αναγνωρίσιμο σημείο αναφοράς, τουλάχιστον σε ορισμένους κύκλους της διανόησης, λόγω μιας συζήτησης που δημιουργήθηκε γύρω από το έργο προσωπικοτήτων όπως ο Μωρίς Μερλό Ποντύ (Maurice Merleau-Ponty), ο Πέρι Άντερσον (Perry Anderson) και ο Ντομένικο Λοσούρντο (Domenico Losurdo). Ωστόσο, εξηγώ επίσης στο βιβλίο ότι η πιο ακριβής έκφραση θα ήταν «αυτοκρατορικός Μαρξισμός», επειδή αυτό με το οποίο έχουμε να κάνουμε είναι περισσότερο ένας ιδεολογικός προσανατολισμός παρά μια αυστηρή γεωγραφική ή πολιτισμική κατηγορία. Επιπλέον, αυτή η ορολογία έχει το πλεονέκτημα ότι διευκρινίζει ότι ο εν λόγω μαρξισμός είναι ένας μαρξισμός που έχει μετατραπεί από τον ιμπεριαλισμό σε ένα λεπτό εργαλείο της αυτοκρατορίας (εξ ου και η διπλή έννοια του αυτοκρατορικού μαρξισμού: είναι προϊόν του ιμπεριαλισμού καθώς και μια ιδεολογική δύναμη που συμβάλλει στην αυτοκρατορία).
Το βιβλίο μου αναλύει πώς η κυρίαρχη μορφή του μαρξισμού που αναπτύχθηκε στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα τείνει προς τον σοσιαλσοβινισμό και τη συμβιβαστική στάση απέναντι στον καπιταλισμό, ακόμη και στον ιμπεριαλισμό. Αυτό οφείλεται, εν μέρει, στη διαμόρφωση μιας εργατικής αριστοκρατίας στον πυρήνα, η οποία επωφελείται από τις ιμπεριαλιστικές δομές συσσώρευσης. Όπως εξήγησε ο Λένιν με τη χαρακτηριστική του οξυδέρκεια, η υλική κατάσταση των εργατών στις κορυφαίες καπιταλιστικές χώρες, η οποία είναι κατά πολύ ανώτερη από εκείνη των εργατών στην περιφέρεια, τους έχει οδηγήσει ιδεολογικά να τείνουν προς την αποδοχή της ιμπεριαλιστικής παγκόσμιας τάξης. Αυτό είναι τελικά που οδήγησε στη διάσπαση του παγκόσμιου σοσιαλιστικού κινήματος μεταξύ εκείνων που θα γίνονταν γνωστοί ως σοσιαλδημοκράτες και εκείνων που ήταν αφοσιωμένοι, κατά το πρότυπο του Λένιν, στο σπάσιμο των αλυσίδων του ιμπεριαλισμού μέσω του επαναστατικού σοσιαλισμού. Ο Λοσούρντο, στο βιβλίο τού 2017 για τον Δυτικό Μαρξισμό, βασίστηκε στη διάγνωση του Λένιν για να δείξει ότι η σύγχρονη αριστερή διανόηση στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα εξακολουθεί να εκδηλώνει τον ίδιο θεμελιώδη ιδεολογικό προσανατολισμό. Εξετάζοντας την ακαδημαϊκή αριστερά που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την μαρξιστική κληρονομιά – από τη Σχολή της Φρανκφούρτης και τη μεταμοντέρνα θεωρία έως τη σύγχρονη ριζοσπαστική αγγλόφωνη σκέψη και πέραν αυτής – ο Λοσούρντο αποκαλύπτει πώς αυτή όχι μόνο τείνει προς τον σοσιαλσοβινισμό και την ιμπεριαλιστική συμβιβαστικότητα, αλλά και, σε πρακτικό επίπεδο, προς τον αντικομμουνισμό.
Στο δικό μου έργο, αντλώ στοιχεία από τα κείμενα προσωπικοτήτων όπως ο Λένιν και ο Λοσούρντο για να αναπτύξω μια πολιτική οικονομία της γνώσης που εξετάζει τις υλικές δυνάμεις που καθοδηγούν την προώθηση συγκεκριμένων μορφών αριστερής θεωρίας, όπως ο αυτοκρατορικός ή ο λεγόμενος Δυτικός Μαρξισμός. Μακριά από το να αποτελεί μια αυτόνομη πνευματική εξέλιξη που προέκυψε από την ελεύθερη άσκηση της ατομικής ανθρώπινης λογικής ή τη λεγόμενη ανοιχτή αγορά ιδεών, η αριστερή θεωρία στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα έχει διαμορφωθεί και κατευθυνθεί από πολύ υλικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένου ολόκληρου του θεσμικού μηχανισμού παραγωγής και διανομής γνώσης (πανεπιστήμια, εκδοτική βιομηχανία, κύκλος συνεδρίων, μέσα μαζικής ενημέρωσης κ.λπ.), καθώς και από την ισχυρή επιρροή της άρχουσας τάξης μέσω των ιδρυμάτων της και του κράτους.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι οι κυρίαρχες μαρξιστικές θέσεις στον αυτοκρατορικό πυρήνα ήταν γενικά τροτσκιστικές, ελευθεριακές σοσιαλιστικές, σοσιαλδημοκρατικές, αναρχοκομμουνιστικές ή κάποια άλλη εκλεκτική εκδοχή, και όχι μαρξιστικές με την προαναφερθείσα λενινιστική έννοια. Λόγω τόσο των οικονομικών δυνάμεων της υποδομής όσο και της ιδεολογικής δύναμης του εποικοδομήματος, ο μαρξισμός τείνει να μετασχηματίζεται στον πυρήνα σε μια αυτοκρατορική μορφή μαρξισμού που όχι μόνο συμβιβάζεται με τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό, αλλά είναι επίσης ανοιχτά αντικομμουνιστική και απορρίπτει πολλά, αν όχι όλα, τα σοσιαλιστικά σχέδια κρατικής οικοδόμησης. Αυτό είναι ιδιαίτερα σαφές στην περίπτωση των ηγετικών λεγόμενων μαρξιστών που προωθούνται εντός της ιμπεριαλιστικής υπερδομής, συμπεριλαμβανομένων των θεωρητικών της Σχολής της Φρανκφούρτης που αναλύω στο βιβλίο (Τεοντόρ Αντόρνο (Theodor Adorno), Μαξ Χορκχάιμερ (Max Horkheimer), Χέρμπερτ Μαρκούζε (Herbert Marcuse)), άλλων εξεχόντων δυτικών μαρξιστών, και ριζοσπαστικών σύγχρονων θεωρητικών που μερικές φορές περιγράφονται ως μετα- ή νεο-μαρξιστές (Αλαίν Μπαντιού (Alain Badiou), Σλαβόι Ζίζεκ (Slavoj Žižek), Μάικλ Χαρντ (Michael Hardt), Αντόνιο Νέγκρι (Antonio Negri), κ.ά.).
Όσον αφορά το ζήτημα των εναλλακτικών λύσεων, η απάντηση είναι ένα ηχηρό ναι! Λόγω των επιπτώσεων του διανοητικού ιμπεριαλισμού, ο μαρξισμός της αυτοκρατορίας έχει ρίξει μια μακρά και σκοτεινή σκιά πάνω στην πλούσια, βαθιά, διεθνή παράδοση του αντιαυτοκρατορικού μαρξισμού, που δεν είναι παρά ο μαρξισμός στην αυθεντική του μορφή. Από τον Μαρξ και τον Ένγκελς μέχρι τον Λένιν, τον Μάο, τον Χο Τσι Μινχ και τόσους άλλους ηγέτες που ενσάρκωσαν σημαντικά απελευθερωτικά κινήματα, ο πυρήνας του μαρξισμού ήταν πάντα ο αγώνας ενάντια στον καπιταλισμό ως ένα παγκόσμιο σύστημα συσσώρευσης που καταστρέφει τους ανθρώπους και τη φύση. Σε αντίθεση με την σοσιαλσοβινιστική και αντικομμουνιστική παρωδία του μαρξισμού που κυριαρχεί και προωθείται στον αυτοκρατορικό πυρήνα, ο γνήσιος μαρξισμός είναι ένα αντικαπιταλιστικό και αντιιμπεριαλιστικό εγχείρημα που στοχεύει στην πραγματική απελευθέρωση της ανθρωπότητας και της φύσης από τη θανάσιμη λαβή του κεφαλαίου.
Η Κούβα έχει συμβάλει καθοριστικά σε αυτή την παράδοση, φέρνοντας τον επαναστατικό σοσιαλισμό στο Δυτικό Ημισφαίριο. Έχει επίσης καλλιεργήσει μια πλούσια μαρξιστική πνευματική κουλτούρα που εκτείνεται από το έργο προσωπικοτήτων όπως ο Φιντέλ Κάστρο, ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα, η Χαϊντέ Σανταμαρία (Haydée Santamaría) και ο Ρομπέρτο Φερνάντες Ρεταμάρ (Roberto Fernández Retamar), έως σύγχρονους στοχαστές όπως ο Ραούλ Αντόνιο Καπότε (Raúl Antonio Capote), ο Αντόνιο Μπερέιρο Βάσκεζ (Antonio Berreiro Vázquez), ο Άμπελ Πριέτο (Abel Prieto), και η ομάδα νεαρών μαρξιστών γνωστή ως La Tizza. Φυσικά, δεν πρόκειται για μια ομοιογενή παράδοση, και υπάρχουν σημαντικές συζητήσεις, καθώς και περιθώρια για διαφωνίες και καινοτομίες. Ωστόσο, το κρίσιμο είναι ότι αυτή η παράδοση δεν περιορίζεται από το δογματικό πλαίσιο του αυτοκρατορικού μαρξισμού, ο οποίος γενικά απορρίπτει τα πραγματικά σοσιαλιστικά εγχειρήματα ως κατά κάποιον τρόπο χειρότερα από τον καπιταλισμό.
Μ: Και στην Κούβα έχουμε υιοθετήσει αυτόν τον «Δυτικό Μαρξισμό». Οι ιδέες του Μαρξ και του Λένιν έφτασαν στο νησί σχεδόν αμέσως στις αρχές του 20ού αιώνα, και η Επανάσταση που θριάμβευσε το 1959 —αν και επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό, πάνω απ’ όλα, από τον σοβιετικό μαρξισμό-λενινισμό— διεύρυνε την πρόσβαση ολόκληρου του πληθυσμού στη μελέτη του μαρξισμού γενικά (ή των διαφόρων μορφών του μαρξισμού). Πώς μπορούμε να διακρίνουμε και να διατηρήσουμε μέσα στον «Δυτικό Μαρξισμό» αυτό που είναι αναπόσπαστο μέρος του αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό;
Για να αποφευχθεί οποιαδήποτε σύγχυση που ενδέχεται να προκαλέσει η έκφραση «Δυτικός Μαρξισμός», είναι σκόπιμο να γίνει διάκριση μεταξύ του αυτοκρατορικού μαρξισμού, τον οποίο μόλις ανέλυσα, και του μαρξισμού καθαυτού, ο οποίος είναι απόλυτα αντιιμπεριαλιστικός. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο αυτοκρατορικός μαρξισμός υπήρξε η κυρίαρχη μορφή στον δυτικό κόσμο, αν εννοούμε με πιο συγκεκριμένο τρόπο την περιοχή αυτή ως τον ιμπεριαλιστικό πυρήνα της Δυτικής Ευρώπης, των Ηνωμένων Πολιτειών και των στενών συμμάχων τους στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό εγχείρημα. Ωστόσο, ακόμη και εντός του ιμπεριαλιστικού πυρήνα, υπάρχουν μαρξιστές όπως ο Λοσούρντο, ο Μάικλ Παρέντι (Michael Parenti), ο Τζον Μπέλαμι Φόστερ (John Bellamy Foster), η Άννι Λακρουά-Ριζ (Annie Lacroix-Riz), ο Σαΐντ Μπουαμάμα (Saïd Bouamama) και πολλοί άλλοι, οι οποίοι είναι αντιιμπεριαλιστές μαρξιστές. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι τελικά πιο συνεπές να διακρίνουμε μεταξύ δύο ιδεολογικών προσανατολισμών, ένας εκ των οποίων προωθείται έντονα από τα ιμπεριαλιστικά εποικοδομήματα, αντί να βασιζόμαστε σε κάτι που μοιάζει με γεωγραφικές κατηγορίες.
Η αντιιμπεριαλιστική μαρξιστική παράδοση έχει αποτελέσει σημαντική δύναμη στην περιφέρεια του ιμπεριαλισμού, όπου τα θύματα της αυτοκρατορίας και οι οργανικοί εκπρόσωποί τους —Λένιν, Μάο, Φιντέλ κ.ά.— έθεσαν το αποικιακό ζήτημα και τον ιμπεριαλισμό στο επίκεντρο των αναλύσεών τους, προσανατολίζοντας τον μαρξισμό προς τον πρακτικό μετασχηματισμό του κόσμου μέσω της ανάπτυξης ενός πραγματικού σοσιαλισμού. Ωστόσο, υπάρχει επίσης μια κομπραδόρικη διανοητική εργατική αριστοκρατία στην περιφέρεια που λαμβάνει τις εντολές της από τις κυρίαρχες αφηγήσεις και τις συζητήσεις στον πυρήνα. Αυτή η κομπραδόρικη διανόηση διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στον διανοητικό ιμπεριαλισμό, αγνοώντας ή υποτιμώντας τις εγχώριες μορφές αντιιμπεριαλιστικής θεωρίας υπέρ της προώθησης των τελευταίων θεωρητικών τάσεων της αυτοκρατορίας.
Ένας από τους στόχους του βιβλίου μου είναι να αποσαφηνίσω τις γραμμές της θεωρητικής ταξικής πάλης, προκειμένου να ξεπεραστεί κάθε σύγχυση. Λόγω του ταξικού πολέμου και του διανοητικού ιμπεριαλισμού, οι εργαζόμενοι στην ιμπεριαλιστική περιφέρεια συχνά εκπαιδεύονται να πιστεύουν ότι η θεωρητική παραγωγή εκείνων που προωθούνται ως οι κορυφαίοι διανοούμενοι του κόσμου είναι πιο προχωρημένη και εξελιγμένη από εκείνη των πιο πρακτικά ενεργών μαρξιστών που ανέφερα. Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι διδάσκονται να στρέφονται προς προσωπικότητες όπως ο Άντορνο, ο Μαρκούζε, ο Νέγκρι, ο Μπαντιού ή ο Ζίζεκ, αντί για τον Σαμίρ Αμίν (Samir Amin), τον Γουόλτερ Ρόντνεϊ (Walter Rodney), τον Άλι Καντρί (Ali Kadri), τον Νέστορ Κοχάν (Néstor Kohan) ή τον Τσενγκ Ενφού (Cheng Enfu). Αυτό έχει ως τελική συνέπεια να τους μπερδεύει όσον αφορά τη βασική πραγματικότητα του ιμπεριαλισμού και το σοσιαλιστικό σχέδιο για την υπέρβασή του. Αυτή η μορφή διανοητικού ιμπεριαλισμού βοηθά και υποθάλπει έτσι τον ιμπεριαλισμό γενικά.
Αυτό που αποδεικνύει η έρευνά μου είναι ότι οι αυτοκρατορικές δομές παραγωγής και διανομής της γνώσης προωθούν μια παρωδία του μαρξισμού, καθώς και διάφορες μορφές ριζοσπαστικής θεωρίας που υποτίθεται ότι ξεπερνούν τον μαρξισμό, οι οποίες τελικά εξυπηρετούν τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας. Αν το απλοποιήσουμε στο έπακρο, το νόημα είναι μάλλον εύκολο να κατανοηθεί: η αυτοκρατορία δεν προωθεί έργο που είναι αντίθετο προς τα συμφέροντά της. Το βιβλίο μου, επομένως, επιδιώκει να προσφέρει στους αναγνώστες μία θεωρητική πυξίδα, ο Βόρειος Πόλος της οποίας δεν είναι πλέον τα κυρίαρχα εμπορεύματα της αυτοκρατορικής βιομηχανίας της θεωρίας, αλλά μάλλον το επαναστατικό αντιιμπεριαλιστικό έργο της διεθνούς μαρξιστικής παράδοσης.
M: Ο πεσιμισμός διαδραματίζει μια βασική κοινωνική λειτουργία προς υποστήριξη της καπιταλιστικής ιδεολογίας, η οποία διαιωνίζει την ιδέα ότι «είναι πιο εύκολο να καταστρέψεις τον κόσμο παρά να τον μεταμορφώσεις». Αυτό ευνοεί την αποστράτευση, την αναταραχή, τη συλλογική απάθεια και την απόρριψη του κομμουνισμού. Όταν προσθέσουμε σε αυτό τις υλικές δυσκολίες μιας χώρας όπως η Κούβα, η οποία ασφυκτιά καθημερινά από τον οικονομικό, εμπορικό, και χρηματοπιστωτικό αποκλεισμό των ΗΠΑ, η ικανότητα αντίστασης χάνει σταδιακά τον ανατρεπτικό της χαρακτήρα. Ποιοι πνευματικοί και πρακτικοί πόροι απομένουν σε αντιιμπεριαλιστές λαούς όπως ο κουβανικός λαός για να αποφύγουν την αποκήρυξη του σοσιαλισμού, της εναλλακτικής τους για την οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου;
Το πρώτο μισό του βιβλίου μου παρουσιάζει μια υλιστική ανάλυση του ιμπεριαλιστικού εποικοδομήματος, εστιάζοντας στην ισχυρότερη ιμπεριαλιστική χώρα του κόσμου. Καθοδηγούμενη από την οικονομική βάση, με την οποία είναι διαλεκτικά συνυφασμένη, αυτή η υπερδομή έχει επιβάλει μια κυρίαρχη ιδεολογία. Αυτή περιλαμβάνει όχι μόνο μια κοσμοθεωρία και ένα σύνολο ιδεών, αλλά και ένα πλαίσιο αντίληψης, ένα σύνολο αξιών, μια συναισθηματική μήτρα, μια αίσθηση της ιστορίας, συνηθισμένες πρακτικές και άλλα. Τα ιδεολογικά υποκείμενα, όπως έχω υποστηρίξει αλλού μαζί με την Τζένιφερ Πόνσε ντε Λεόν (Jennifer Ponce de León), συντίθενται σε κάθε διάσταση της ύπαρξής τους, όχι μόνο στις ιδέες ή στις κοσμοθεωρίες τους.
Αυτό μας φέρνει στο ζήτημα του πεσιμισμού, το οποίο διατύπωσε με αξιομνημόνευτο τρόπο ο Μαρκ Φίσερ (Mark Fisher) στον τίτλο του πρώτου κεφαλαίου του βιβλίου του Καπιταλιστικός Ρεαλισμός: «Είναι ευκολότερο να φανταστεί κανείς το τέλος του κόσμου παρά το τέλος του καπιταλισμού». Ένα παρόμοιο συναίσθημα μοιράζονται πολλοί άλλοι εξέχοντες λεγόμενοι μαρξιστές στον αυτοκρατορικό πυρήνα, συμπεριλαμβανομένων κυρίως προσωπικοτήτων όπως ο Ζίζεκ και ο Φρέντρικ Τζέιμσον (Fredric Jameson). Στην πραγματικότητα, είναι τόσο διαδεδομένο, ακόμη και πέρα από τους μαρξιστικούς κύκλους, που η καλύτερη περίληψη αυτής της θέσης θα ήταν ότι «είναι πιο εύκολο να φανταστεί κανείς το τέλος του κόσμου παρά το τέλος της κυρίαρχης ιδεολογίας». Πράγματι, η ίδια η σκέψη του τέλους του καπιταλισμού είναι σαν να φαντάζεται κανείς το τέλος του κόσμου για στοχαστές όπως αυτούς, αφού ο καπιταλισμός είναι ο υλικός κόσμος που στηρίζει τη θεωρητική τους πρακτική και τους έχει προωθήσει ως κορυφαίες προσωπικότητες εντός της αυτοκρατορικής βιομηχανίας της θεωρίας. Αν εξαφανιζόταν, τι θα απέμενε από τις υποτιθέμενες πνευματικές συνεισφορές τους και την ιδεολογία που προωθούν; Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους, για αυτούς, είναι ευκολότερο να επαναλαμβάνουν την κυρίαρχη ιδεολογία παρά να της αντισταθούν.
Αν και ο ιδεαλιστικός προσανατολισμός των ιμπεριαλιστικών μαρξιστών μας ωθεί να αντικαταστήσουμε την υλική πραγματικότητα με τον ιδεατό κόσμο της φαντασίας και των ιδεών, το ίδιο το θεμέλιο της θέσης του Φίσερ είναι εμπειρικά λανθασμένο. Δεν έχει να κάνει με το να «φανταστούμε» το τέλος του καπιταλισμού, αλλά μάλλον με το να αντιληφθούμε την πραγματικότητα όπως είναι και να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει ήδη μια ιστορική διαδικασία υλικής υπέρβασής του. Τα σοσιαλιστικά κράτη εμπλέκονται εδώ και πάνω από έναν αιώνα στην πολύ δύσκολη διαδικασία του σπασίματος των αλυσίδων του ιμπεριαλισμού και της διαμόρφωσης σχεδίων εθνικής κυριαρχίας που εξυπηρετούν τα συμφέροντα του λαού και όχι των κερδοσκόπων. Δεν πρόκειται για φαντασία ή ουτοπικές προβολές, αλλά μάλλον για τον πολύ πραγματικό, υλικό αγώνα, για την οικοδόμηση ενός νέου, σοσιαλιστικού κόσμου, από τα αποσυντιθέμενα απομεινάρια της ιμπεριαλιστικής παγκόσμιας τάξης.
Το ιμπεριαλιστικό εποικοδόμημα προωθεί την κοσμοθεωρία που συνοψίζει ο Φίσερ, διότι αφοπλίζει τους ανθρώπους και τους ενθαρρύνει να συμβιβαστούν με το κυρίαρχο σύστημα εκμετάλλευσης, καταπίεσης και οικολογικής καταστροφής. Αν δεν είναι καν δυνατό να φανταστεί κανείς — πόσο μάλλον να οικοδομήσει — έναν εναλλακτικό κόσμο, γιατί να καταβάλει κανείς προσπάθεια προσπαθώντας να το κάνει; Αυτή η υποκειμενική συναίνεση στις αντικειμενικές κοινωνικές δυνάμεις ισοδυναμεί με την ευθυγράμμιση της δράσης του ατόμου με εκείνη του κυρίαρχου συστήματος, αντί να την κινητοποιεί για ένα αυτόνομο εγχείρημα. Είναι κυριολεκτικά μια πράξη παραίτησης από την ελευθερία του ατόμου.
Όσον αφορά τους πόρους που είναι διαθέσιμοι για τους αντιιμπεριαλιστές, χρειαζόμαστε μια νηφάλια και οξυδερκή ανάλυση της υλικής πραγματικότητας που αντιμετωπίζουμε. Ο ιμπεριαλισμός έχει οδηγήσει τον κόσμο στο χείλος της εξαφάνισης, είτε μέσω της κατακλυσμιαίας καταστροφής της βιόσφαιρας, είτε μέσω της ανεξέλεγκτης φασιστικής κοινωνικής δολοφονίας, είτε μέσω της επικείμενης πιθανότητας πολέμων παγκόσμιας καταστροφής. Η μόνη πραγματική, υλική εναλλακτική λύση είναι ο σοσιαλισμός. Ωστόσο, η επιλογή δεν είναι πλέον απλώς μεταξύ σοσιαλισμού και βαρβαρότητας· είναι σοσιαλισμός ή εξόντωση. Αντί να βρισκόμαστε σε κάποιον φανταστικό κόσμο όπου δεν μπορούμε καν να συλλάβουμε το τέλος του καπιταλισμού, βρισκόμαστε σε έναν πολύ πραγματικό κόσμο στον οποίο αντιμετωπίζουμε την πιο σκληρή των εναλλακτικών λύσεων: είναι κυριολεκτικά το τέλος του καπιταλισμού ή το τέλος της ζωής όπως την ξέρουμε.
Η Κούβα δεν είχε ποτέ την ελευθερία να αναπτύξει τον σοσιαλισμό. Αντίθετα, αναγκάστηκε πάντα να προωθήσει τον σοσιαλισμό υπό πολιορκία, επειδή οι ιμπεριαλιστές τρομοκρατούνται από την απειλή ενός καλού παραδείγματος. Και όμως, παρά τις τεράστιες αντιξοότητες, η Κούβα έβγαλε τον πληθυσμό της από τη συστημική εξαθλίωση και την άγνοια που είχαν επιβληθεί πριν από το 1959, παρέχοντας εκπαίδευση, υγειονομική περίθαλψη, στέγαση, απασχόληση και πολιτιστική ανάπτυξη, ενώ παράλληλα προώθησε μια κοινωνία βασισμένη στην περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν εύκολο, και πάντα γινόταν με διακοπές και αναποδιές, με αναπόφευκτα εμπόδια και δυσκολίες. Δεδομένου ότι η Κούβα χαράζει ανεξερεύνητα μονοπάτια, αναπτύσσοντας τον επαναστατικό σοσιαλισμό στην Αμερική, αυτό δεν πρέπει να προκαλεί καμία έκπληξη. Αυτό που προκαλεί έκπληξη είναι το βαθμό στον οποίο η Κούβα κατάφερε να σημειώσει τόση πρόοδο, μόλις 90 μίλια μακριά από την κορυφαία ιμπεριαλιστική δύναμη του κόσμου. Το γεγονός ότι έχουν επιτευχθεί τόσα πολλά με τόσο λίγα μέσα και υπό τόσο δύσκολες συνθήκες αποτελεί απόδειξη της ανθεκτικότητας και της εφευρετικότητας του κουβανικού λαού, καθώς και της ηγεσίας του.
Καθώς οι ΗΠΑ κινούνται προς μια όλο και πιο φασιστική κατεύθυνση, εντείνουν τον πόλεμο καταστολής εναντίον της Κούβας, σε μια προσπάθεια να επαναποικίσουν την Αμερική και να εξαλείψουν κάθε ίχνος σοσιαλισμού. Η κατάσταση αυτή αναδεικνύει με σαφήνεια τον ρόλο που έχει διαδραματίσει η Κούβα στο Δυτικό Ημισφαίριο. Οι Κουβανοί – και όσοι τους υποστηρίζουν – βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του αγώνα για μια Αμερική που θα είναι πραγματικά για όλους μας, όχι για την τάξη του Έπσταϊν που επιδιώκει να μας διαιρέσει και να μας κατακτήσει για να διατηρήσει τη σατανική αυτοκρατορία της. Οι Κουβανοί κρατούν ψηλά τη σημαία της ανθρωπότητας στο ημισφαίριό μας, την κόκκινη σημαία της απελευθέρωσης από την αυτοκρατορική καταστροφή. Σε όσους δεν το αναγνωρίζουν αυτό, μπορούμε να τους υπενθυμίσουμε, επαναλαμβάνοντας για άλλη μια φορά τον βλακώδη ισχυρισμό του Φίσερ, ότι «είναι πιο εύκολο να αγνοεί κανείς τα κέρδη του σοσιαλισμού παρά να αγνοεί την κυρίαρχη ιδεολογία».
M: Στο τελευταίο σου βιβλίο (που αναφέρθηκε νωρίτερα), εξετάζεις επίσης τους στενούς δεσμούς μεταξύ του φιλομαρξιστή διανοούμενου Χέρμπερτ Μαρκούζε και των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, καθώς και τις συνέπειες αυτής της συνεργασίας. Πρέπει να εμπιστευόμαστε τον θεωρητικό λόγο — ή την προβολή στα ΜΜΕ — της «αριστεράς» και των διανοουμένων της που χρηματοδοτούνται από τη CIA σήμερα;
Θα πρέπει να προσεγγίζουμε τη διανοητική παραγωγή από μια διαλεκτική και ιστορικο-υλιστική οπτική γωνία, αντί να εμπιστευόμαστε απλώς τυφλά τις διακηρύξεις των «αγιοποιημένων» διανοουμένων της αυτοκρατορικής βιομηχανίας της θεωρίας. Αν κατανοήσουμε πώς λειτουργεί το υλικό σύστημα παραγωγής γνώσης στον αυτοκρατορικό πυρήνα, το οποίο περιλαμβάνει τις στενές συνδέσεις του με το κράτος και την καπιταλιστική άρχουσα τάξη, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε με μεγαλύτερη σαφήνεια τους τύπους διανοουμένων που τείνει να παράγει αυτό το σύστημα. Υπάρχει, φυσικά, ένα περιθώριο ελιγμών, οπότε είναι σημαντικό να επιμείνουμε στον όρο τάση: δεν υπάρχει αυστηρός ντετερμινισμός, αλλά μάλλον ισχυρές δυνάμεις που επηρεάζουν. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ένα αξιοσημείωτο επίπεδο ιδεολογικής συνέπειας μεταξύ των αριστερών στοχαστών που διαθέτουν τις μεγαλύτερες πλατφόρμες. Αν και συχνά έχουν διανοητικές διαφωνίες, συγκλίνουν στα πιο σημαντικά ζητήματα και τείνουν να είναι αντικομμουνιστές και διευκολυντές του καπιταλισμού.
Η Σχολή της Φρανκφούρτης, η οποία συνέβαλε καθοριστικά στον δυτικό ή αυτοκρατορικό μαρξισμό, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι ηγετικές της προσωπικότητες, ο Άντορνο και ο Χόρκχαϊμερ, ήταν αποφασισμένοι αντικομμουνιστές που εξίσωναν τον Στάλιν με τον Χίτλερ. Ήταν φιλοϊσραηλινοί και υποστήριζαν ανοιχτά ορισμένες ιμπεριαλιστικές στρατιωτικές επεμβάσεις. Επίσης, απέκτησαν τη φήμη ότι ανέπτυξαν μια σημαντική ανάλυση του φασισμού, ενώ στην πράξη συνεργάζονταν – όπως αποδεικνύω στο βιβλίο – με πολλούς πρώην Ναζί, εντάσσοντάς τους σε ηγετικές θέσεις στο Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών (η επίσημη ονομασία της Σχολής της Φρανκφούρτης). Η εκδοχή του μαρξισμού που προτείνουν ανατρέπει τον μαρξισμό.
Ο Μαρκούζε απέκτησε μια άξια φήμη ως ο πιο αριστερός από τα εξέχοντα μέλη της Σχολής της Φρανκφούρτης. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ριζοσπαστικοποιήθηκε τη δεκαετία του 1960 και τάχθηκε υπέρ των αντιπολεμικών και φοιτητικών κινημάτων, καθώς και ορισμένων αγώνων για τη φυλετική, σεξουαλική, φυλετική και οικολογική απελευθέρωση. Ωστόσο, εξετάζοντας τα αρχεία, ανακάλυψα ότι έλεγε τακτικά ψέματα για τη δουλειά που είχε κάνει για το αμερικανικό κράτος και τη σχέση του με τη CIA. Στην πραγματικότητα συνεργαζόταν στενά με την Υπηρεσία, και μάλιστα συμμετείχε στη διαδικασία σύνταξης τουλάχιστον δύο Εκτιμήσεων Εθνικής Πληροφορίας (Σ.τ.Μ., National Intelligence Estimates, NIE), του υψηλότερου επιπέδου πληροφοριών για την αμερικανική κυβέρνηση. Ήταν ένας από τους κορυφαίους εμπειρογνώμονες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ σε θέματα κομμουνισμού και συνέχισε να συνεργάζεται με πρώην ή εν ενεργεία πράκτορες της κυβέρνησης πολύ καιρό μετά την αποχώρησή του από την Ουάσινγκτον. Διαδραμάτισε επίσης ηγετικό ρόλο στα προγράμματα «ήπιας δύναμης» του Ιδρύματος Ροκεφέλερ στον πνευματικό παγκόσμιο πόλεμο κατά του κομμουνισμού.
Για παράδειγμα, ήταν ο υπεύθυνος του «Προγράμματος Μαρξισμού-Λενινισμού», μιας πλούσια χρηματοδοτούμενης πρωτοβουλίας που δημιούργησε ένα διατλαντικό δίκτυο για την παραγωγή και τη διάδοση μαρξιστικής έρευνας ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα. Σε αυτό το πρόγραμμα συνεργάστηκε στενά με τον φίλο του Φίλιπ Μόζελι (Philip Mosely), ο οποίος ήταν μακροχρόνιος σύμβουλος υψηλού επιπέδου της CIA και διευθυντής του Ρωσικού Ινστιτούτου στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Δεν είναι λοιπόν καθόλου εκπληκτικό το γεγονός ότι, μετά την εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων, ο Μαρκούζε δήλωσε: «Δεν αμφισβητώ το δικαίωμα των Ηνωμένων Πολιτειών να καταπολεμήσουν τον κομμουνισμό στο Δυτικό Ημισφαίριο».
Όσον αφορά μια αντικειμενική και συστημική ανάλυση της παγκόσμιας ταξικής πάλης, προσωπικότητες όπως ο Άντορνο, ο Χόρκχαϊμερ και ο Μαρκούζε δεν είναι αξιόπιστες, και το ίδιο θα μπορούσε γενικά να ειπωθεί για τη «συμβατή» αριστερή διανόηση. Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι έκαναν λάθος σε όλα ή ότι το σύνολο του έργου τους πρέπει απλώς να αγνοηθεί. Σημαίνει μάλλον ότι οποιαδήποτε αυστηρή ενασχόληση με τις θεωρίες τους πρέπει να τις τοποθετεί σαφώς μέσα στην κοινωνική ολότητα, διασαφηνίζοντας πώς η υποκειμενική πνευματική τους παραγωγή ήταν διαλεκτικά περιπεπλεγμένη στο αντικειμενικό πλαίσιο της αυτοκρατορικής βιομηχανίας της θεωρίας.
Για παράδειγμα, είναι αλήθεια ότι οι ηγετικές μορφές της Σχολής της Φρανκφούρτης ανέπτυξαν σημαντικές κριτικές στον καταναλωτικό καπιταλισμό, οι οποίες μπορούν να αποδειχθούν χρήσιμες. Αν όμως κάποιος δώσει προσοχή στις αναλύσεις τους, θα παρατηρήσει έναν λεπτό προσανατολισμό προοπτικής. Τείνουν να επικεντρώνονται στη φαινομενολογική εμπειρία των καταναλωτών της μεσαίας τάξης, όπως οι ίδιοι, και όχι στις εκμεταλλευτικές κοινωνικές σχέσεις του παραγωγικού τομέα της οικονομίας, δηλαδή στις ζωές των εργαζομένων. Αν το θέσουμε με πολύ απλά λόγια, γενικά αφιέρωναν περισσότερο χρόνο στην κριτική των επιπτώσεων της διαφημιστικής βιομηχανίας στη χειραγώγηση των σκέψεων και των επιθυμιών καταναλωτών όπως οι ίδιοι, παρά στην επίθεση στο σύστημα της παγκόσμιας υπερεκμετάλλευσης και υποβάθμισης που, για να πάρουμε ένα και μόνο παράδειγμα, αναγκάζει τα παιδιά στον παγκόσμιο Νότο να εργάζονται σαν σκλάβοι στα ορυχεία.
Όσον αφορά την παραγωγή των μέσων ενημέρωσης της αυτοκρατορίας, δεν πρέπει να θεωρείται καθόλου αξιόπιστη. Όπως περιγράφω λεπτομερώς στο βιβλίο, η CIA δημιούργησε ένα «Mighty Wurlitzer», δηλαδή ένα διεθνές δίκτυο μέσων ενημέρωσης που μπορούσε να χειριστεί σαν τζουκ-μποξ, πατώντας ένα μόνο κουμπί στα κεντρικά γραφεία της CIA και παίζοντας την ίδια μελωδία σε όλο τον κόσμο. Αυτό το «Mighty Wurlitzer» εξακολουθεί να είναι ζωντανό και ενεργό, ενώ το βάθος και το εύρος του ξεπερνούν κατά πολύ ό,τι φαντάζεται ο περισσότερος κόσμος. Για να πάρουμε ένα μόνο παράδειγμα, ο ειδικός σε θέματα παραπληροφόρησης Γουίλιαμ Σάαπ (William Schaap κατέθεσε δημοσίως ότι η CIA «κατείχε ή έλεγχε περίπου 2.500 μέσα ενημέρωσης σε όλο τον κόσμο. Επιπλέον, είχε τους δικούς της ανθρώπους, από ανταποκριτές μέχρι πολύ γνωστούς δημοσιογράφους και συντάκτες, σε σχεδόν κάθε μεγάλο μέσο ενημέρωσης.»[1]
Μ: Σήμερα, για παράδειγμα, γίνεται λόγος για τους δεσμούς μεταξύ ενός προοδευτικού φιλελεύθερου στοχαστή όπως ο Νοάμ Τσόμσκι και της ιμπεριαλιστικής ελίτ… Είναι δυνατόν να ξεπεραστεί το διανοητικό κατεστημένο (ακαδημαϊκό, αντικομμουνιστικό κ.λπ.) χωρίς να αμφισβητηθούν οι παγκόσμιες καπιταλιστικές δομές που το δημιουργούν;
Αυτό το ερώτημα βρίσκεται στο επίκεντρο του βιβλίου μου. Αν και περιλαμβάνει υλιστικές κριτικές αναλύσεις ατόμων και σχολών σκέψης, ο πραγματικός στόχος είναι να διασαφηνίσει πώς η αυτοκρατορική υπερδομή παράγει και αναπαράγει συστηματικά τους ίδιους βασικούς τύπους διανοουμένων. Με άλλα λόγια, αντί να περιορίζεται σε μια υποκειμενική ιδεολογική κριτική επιλεγμένων ατόμων ή του έργου τους, προσφέρει επίσης, και αυτό είναι το κρίσιμο, μια αντικειμενική ιδεολογική κριτική του υλικού συστήματος που παράγει και αναπαράγει τους ίδιους τύπους ατόμων, οι οποίοι στη συνέχεια δημιουργούν έργο με αξιοσημείωτο επίπεδο ιδεολογικής συνέπειας.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του φαινομένου είναι η φιγούρα του «ριζοσπαστικού επανακτητή». Αυτός ο τύπος διανοούμενου τοποθετείται στην αριστερά και συχνά αυτοπαρουσιάζεται ως ριζοσπάστης. Γενικά, ασκεί κριτική στον καπιταλισμό και σε ορισμένες πτυχές της εξωτερικής πολιτικής των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Ωστόσο, σέβεται πάντα — ακόμη και αν υπάρχουν περιστασιακά μερικές δικαιολογημένες εξαιρέσεις — τα σημαντικότερα ιδεολογικά όρια, απορρίπτοντας τον υπαρκτό σοσιαλισμό ως χειρότερο από τον καπιταλισμό.
Υπάρχουν, φυσικά, διαφορετικοί βαθμοί ριζοσπαστικής επανακτήσεως, και είναι πάντα σημαντικό να προβαίνουμε σε μια διαλεκτική ανάλυση για να αναδείξουμε τόσο τις θετικές όσο και τις αρνητικές συνεισφορές ενός διανοούμενου. Ο Τσόμσκι αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα, και θα τον συζητήσω σε ένα επικείμενο βιβλίο που αποτελεί μέρος του ίδιου ερευνητικού προγράμματος. Το έργο για το οποίο μιλάμε, Ποιος Πλήρωσε τους Αυλητές του Δυτικού Μαρξισμού;, είναι στην πραγματικότητα ο πρώτος τόμος μιας τριλογίας με τίτλο Ο Πνευματικός Παγκόσμιος Πόλεμος: Μαρξισμός vs Αυτοκρατορική Θεωρία της Βιομηχανίας (Σ.τ.Μ., The Intellectual World War: Marxism versus the Imperial Theory Industry). Ο δεύτερος τόμος, Γαλλική Θεωρία: Κατασκευασμένη στις ΗΠΑ (Σ.τ.Μ., French Theory Made in USA), θα κυκλοφορήσει το επόμενο έτος. Ο τρίτος, Οι Παιδικές Αρρώστιες της Ριζοσπαστικής Θεωρίας (Σ.τ.Μ., Radical Theory’s Infantile Disorder), θα εκδοθεί λίγο αργότερα, και σε αυτό το έργο παρέχω μια αξιολόγηση του Τσόμσκι.
Προς το παρόν, ας πούμε ότι είναι αδιαμφισβήτητο ότι έχει διατυπώσει σημαντικές εμπειρικές κριτικές για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και τις επιπτώσεις της εταιριοκρατίας στα μέσα ενημέρωσης. Ως ελευθεριακός σοσιαλιστής, έχει επίσης λάβει δημόσια θέση κατά του αποκλεισμού της Κούβας, κάτι που αξίζει έπαινο. Ωστόσο, δεν το έκανε αυτό στο πλαίσιο μιας συστημικής κατανόησης του ιμπεριαλισμού και του αγώνα για να σπάσουν τα δεσμά του μέσω σοσιαλιστικών σχεδίων οικοδόμησης του κράτους (όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στο έργο του σύγχρονου του Μάικλ Παρέντι). Στην πραγματικότητα, ο Τσόμσκι γιόρτασε την καταστροφή του σοσιαλισμού σε μεγάλο μέρος της σοβιετικής σφαίρας ως το τέλος μιας τυραννίας και μια ευκαιρία για χαρά.
Όπως έχουν επισημάνει πολλοί, ο Τσόμσκι επικεντρώθηκε στην κριτική, ενώ το θετικό πολιτικό του σχέδιο παρέμεινε δυστυχώς ανεπαρκώς ανεπτυγμένο. Ο ίδιος αυτοχαρακτηριζόταν ως αναρχοσυνδικαλιστής, ανατρέχοντας στις ιστορικές ρίζες της θέσης του στον φιλελευθερισμό του Διαφωτισμού, αλλά ποτέ δεν αντιμετώπισε με συνέπεια το γεγονός ότι το σχέδιο της αυτοδιαχείρισης των εργαζομένων είναι πάντα επισφαλές όταν στερείται κρατικής εξουσίας. Ως εκ τούτου, οδήγησε πολλούς αναγνώστες σε αδιέξοδο, υπονοώντας ότι το καλύτερο που θα μπορούσαμε να ελπίζουμε θα ήταν μια αυτοκρατορική δύναμη όπως οι ΗΠΑ να ανταποκριθεί στα ιδανικά που η ίδια διακηρύσσει, ή ότι οι εργαζόμενοι θα μπορούσαν να ασκήσουν μακροπρόθεσμο δημοκρατικό έλεγχο στον χώρο εργασίας τους χωρίς να καταλάβουν την κρατική εξουσία. Δεν κατανόησε πλήρως το γεγονός ότι τα φιλελεύθερα ιδανικά των ΗΠΑ υπάρχουν για να καλύψουν ένα ιμπεριαλιστικό σχέδιο, και ότι αυτό το σχέδιο είναι η πραγματική κινητήρια δύναμη, όχι η ιδεολογία του. Δεδομένης της αντικομμουνιστικής απόρριψής τού λενινισμού ως αντεπαναστατικής φιλοσοφίας, είναι σαφές ότι δεν κατανόησε την αναγκαιότητα των αντιιμπεριαλιστικών σχεδίων οικοδόμησης κράτους για την υπέρβαση των κακών που διέγνωσε.
Οι πιο πρόσφατες αποκαλύψεις σχετικά με τη στενή φιλία του με τον Τζέφρι Έπσταϊν ακολουθούν ένα μοτίβο που είχε ήδη διαμορφωθεί. Η καριέρα του Τσόμσκι είναι συνδεδεμένη με διάφορους τρόπους με τον στρατιωτικό-βιομηχανικό-ακαδημαϊκό συγκρότημα. Δίδαξε σε ένα ίδρυμα, το MIT, με βαθιές σχέσεις με το Πεντάγωνο, από το οποίο λάμβανε το 90 τοις εκατό της χρηματοδότησής του τη δεκαετία του 1960. Εργάστηκε εκεί σε ένα στρατιωτικό εργαστήριο, και η γλωσσολογική έρευνα που διεξήγαγε χρηματοδοτούνταν από το Ναυτικό, την Πολεμική Αεροπορία κ.λπ. Είχε επίσης πολλές αμφιλεγόμενες επαφές και ήταν φίλος με τον διευθυντή της CIA Τζον Ντόιτς (John Deutsch), τον οποίο είχε υποστηρίξει στην εκστρατεία του για να γίνει πρόεδρος του MIT.
Παρότι ήταν επικριτικός απέναντι στο Ισραήλ, ο Τσόμσκι τάχθηκε κατά του κινήματος BDS (Σ.τ.Μ., Boycott, Divestment, and Sanctions) και υποστήριξε ότι το Ισραήλ είχε δικαίωμα ύπαρξης. Επομένως, δεν αποτελεί ιδιαίτερη έκπληξη το γεγονός ότι ήταν φίλος με έναν σιωνιστή πράκτορα των μυστικών υπηρεσιών όπως ο Έπσταϊν, ο οποίος του παρείχε οικονομικές συμβουλές και υποστήριξη για τη διοργάνωση ενός τακτικού βραβείου στο όνομά του, πρόσθετες παροχές, προνομιακές επαφές και πνευματική ανταλλαγή. Δεδομένης της δημόσιας φήμης που ο Τσόμσκι καλλιέργησε ως άτομο με βαθιά ηθική, είναι ωστόσο ανησυχητικό να ρίξουμε μια ματιά στο πώς συμπεριφερόταν στην ιδιωτική του ζωή με έναν καταδικασμένο σεξουαλικό εγκληματία.
Επιστρέφοντας στο επίκεντρο της ερώτησής σας, ο στόχος αυτής της τριλογίας είναι ακριβώς να ασκήσει κριτική στις παγκόσμιες καπιταλιστικές δομές που έχουν δημιουργήσει μια τέτοια διανόηση. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ήταν σημαντικό για μένα να μην περιορίσω αυτό το ερευνητικό έργο σε μια κριτική του αυτοκρατορικού μαρξισμού. Ο δεύτερος τόμος αυτής της τριλογίας ασχολείται με τη μεταμοντέρνα γαλλική θεωρία, ενώ ο τρίτος στρέφεται προς τις μορφές της σύγχρονης ριζοσπαστικής θεωρίας που αντλούν από τον αυτοκρατορικό μαρξισμό και/ή τη γαλλική θεωρία, στις οποίες περιλαμβάνονται η τρίτη γενιά της Σχολής της Φρανκφούρτης, η μετα-αποικιακή και από-αποικιακή θεωρία, η φιλελεύθερη queer θεωρία, η λεγόμενη κομμουνιστική φιλοσοφία του συμβάντος προσώπων όπως ο Μπαντιού και ο Ζίζεκ κ.ά. Ο στόχος είναι ακριβώς να διασαφηνιστεί το υλικό σύστημα παραγωγής και κυκλοφορίας της γνώσης που παράγει και αναπαράγει μια αριστερή διανόηση η οποία —συνολικά— απορρίπτει τον πραγματικά υπάρχοντα σοσιαλισμό και συμβιβάζεται με τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό (όταν δεν τους υποστηρίζει ανοιχτά).
Η ιδεολογία είναι σαν χαμαιλέοντας. Επειδή παραποιεί την πραγματικότητα, η τελευταία τείνει να διαφαίνεται με την πάροδο του χρόνου, και απαιτούνται νέες ιδεολογικές μορφές για να την συγκαλύψουν. Αξιολογώντας κριτικά την κυρίαρχη ιδεολογία της αυτοκρατορικής αριστερής διανόησης, ήθελα να δείξω πώς το υλικό σύστημα παραγωγής γνώσης δημιουργεί τακτικά νέες μορφές που είναι επιφανειακά διαφορετικές αλλά μοιράζονται τον ίδιο θεμελιώδη ιδεολογικό προσανατολισμό. Όπως και σε άλλες καπιταλιστικές βιομηχανίες, η βιομηχανία της θεωρίας καλλιεργεί την ψευδαίσθηση της προόδου παράγοντας έναν εκθαμβωτικό αριθμό καινοτόμων προϊόντων για την αγορά – νέο υλισμό, Αφρο-πεσιμισμό κ.λπ. – τα οποία έχουν το πλεονέκτημα να αποσπούν την προσοχή των ανθρώπων από την πραγματικότητα που είχε διαρρεύσει μέσα από προηγούμενες ιδεολογικές μορφές. Η λατρεία του καινούργιου που προωθεί ο καταναλωτικός καπιταλισμός πείθει πολλούς ανθρώπους ότι κάθε καινοτόμο προϊόν στην αγορά αξίζει την προσοχή μας, αν όχι την αφοσίωσή μας, αντί να το αναγνωρίζουμε απλώς ως την τελευταία εκδοχή της κυρίαρχης ιδεολογίας. Αυτό έχει αποδειχθεί μια ιδιαίτερα επιτυχημένη τακτική στην προσπάθεια να καταδικαστεί ο μαρξισμός στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας: υπάρχουν τόσα πολλά νέα και καινοτόμα λόγια που ανοίγουν πολλαπλούς ορίζοντες και οδηγούν προς κάθε κατεύθυνση!
Ας εξετάσουμε την περίπτωση της Σχολής της Φρανκφούρτης και της Γαλλικής Θεωρίας. Στο πλαίσιο της αστικής πνευματικής ιστορίας, παρουσιάζονται γενικά ως αντίθετα. Υπάρχουν, φυσικά, σημαντικές διαφορές. Ωστόσο, αυτό που αποδεικνύει η τριλογία μου είναι ότι και οι δύο αποτελούν θεωρητικά προϊόντα ενός υλικού συστήματος παραγωγής γνώσης εντός του ιμπεριαλιστικού εποικοδομήματος που προωθεί τον αντικομμουνισμό και την προσαρμογή στον καπιταλισμό, ακόμη και στον ιμπεριαλισμό. Παρά όλες τις διαφορές τους, λοιπόν, συμφωνούν στο πιο ουσιώδες. Είναι δύο διαφορετικές παραλλαγές της κυρίαρχης αριστερής ιδεολογίας στον αυτοκρατορικό πυρήνα, και πρέπει να αναγνωριστούν ως τέτοιες.
Μ: Θα μεταφραστεί το βιβλίο στα ισπανικά; Θα έχει το κουβανικό κοινό την ευκαιρία να το διαβάσει;
Ναι, ο εκδοτικός οίκος Nuevo milenio ετοιμάζει μια ισπανική μετάφραση, και το βιβλίο θα εκδοθεί επίσης από τον εκδοτικό οίκο El Viejo Topo στην Ισπανία και ίσως και από άλλους ισπανόφωνους εκδότες στη Λατινική Αμερική. Ο Νέστορ Κοχάν δέχτηκε να γράψει τον πρόλογο της ισπανικής έκδοσης. Αυτό αποτελεί απίστευτη τιμή για μένα, και ελπίζω ότι το βιβλίο θα μπορέσει να συμβάλει, έστω και ελάχιστα, στις συζητήσεις στην Κούβα και στον ευρύτερο ισπανόφωνο κόσμο.
Το βιβλίο ξεκινά με μια εισαγωγική ομοβροντία για ολόκληρη την τριλογία με τίτλο «Το Κεφάλι του Τσε». Αφηγείται την ιστορία της παγκόσμιας ανθρωποκυνηγητικής επιχείρησης που ανέλαβε η αμερικανική αυτοκρατορία για να εντοπίσει τον Τσε και να τον δολοφονήσει με επαίσχυντο τρόπο, σε μια προσπάθεια να αποκεφαλίσει το παγκόσμιο αντιιμπεριαλιστικό κίνημα. Αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο αυτό το σκληρό σχέδιο συνόδευε έναν πνευματικό παγκόσμιο πόλεμο εναντίον του Τσε και της κληρονομιάς του, εξηγώντας πώς πράκτορες της CIA προσπάθησαν να πάρουν τον έλεγχο τμημάτων της λογοτεχνικής του κληρονομιάς και να παραποιήσουν τη βιογραφία του. Αυτό το τμήμα του βιβλίου παρέχει, σε μικρογραφία, μια επισκόπηση των βασικών θεμάτων του διανοητικού παγκόσμιου πολέμου εναντίον του κομμουνισμού.
Σε γενικότερο επίπεδο, το βιβλίο βρίσκεται σε διάλογο με ορισμένες από τις εξαιρετικές σύγχρονες έρευνες σχετικά με τον πολιτισμικό πόλεμο, όπως τα έργα των Φερνάντες Ρεταμάρ, Καπότε, Μπαρέιρο (Barreiro) και Κοχάν. Είναι ουσιώδες για το παρόν εγχείρημα το γεγονός ότι η κριτική του αυτοκρατορικού μαρξισμού εντάσσεται τελικά σε ένα θετικό εγχείρημα ανάδειξης και υπεράσπισης της πλούσιας διεθνούς παράδοσης του αντιαυτοκρατορικού μαρξισμού. Δεδομένου του ηγετικού ρόλου που έχει διαδραματίσει η Κούβα σε αυτή την παράδοση, τόσο σε πνευματικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο, αποτελεί σημαντικό σημείο αναφοράς για το ερευνητικό αυτό έργο στο σύνολό του.
Μ: Έχεις επισκεφθεί την Κούβα, καταδικάζεις τον αμερικανικό αποκλεισμό και υπερασπίζεσαι ανοιχτά τον αγώνα μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Γιατί συνεχίζεις να υποστηρίζεις την Επανάσταση σήμερα;
Είμαι παιδί της αυτοκρατορίας, όχι «μωρό κόκκινης πάνας». Επιπλέον, εκπαιδεύτηκα στην αυτοκρατορική άγνοια από μερικά από τα λεγόμενα κορυφαία ιδρύματα του κόσμου. Οι υλικές δομές της παραγωγής γνώσης επεδίωξαν να με μετατρέψουν σε μέλος της διανοητικής εργατικής αριστοκρατίας, η οποία αγνοούσε, συσκότιζε ή παραποιούσε τον ιμπεριαλισμό, ενώ ταυτόχρονα υποτιμούσε και απέρριπτε τη σοσιαλιστική εναλλακτική λύση.
Έχοντας μεγαλώσει σε αγρόκτημα και δουλεύοντας στον τομέα των κατασκευών, δεν προέρχομαι από τα ελίτ δίκτυα που άρχισα να συχνάζω χάρη στην εκπαίδευσή μου. Αν και υποκειμενικά το βίωσα ως μια αίσθηση ότι υστερούσα σε σχέση με τους συνομηλίκους μου, αναγνωρίζω τώρα εκ των υστέρων ότι, αντικειμενικά μιλώντας, αυτό ήταν εξαιρετικά επωφελές. Σήμαινε ότι ποτέ δεν εντάχθηκα πραγματικά στο περιβάλλον και είχα την τάση να αμφισβητώ πράγματα που οι άλλοι θεωρούσαν δεδομένα ως φυσιολογικά ή φυσικά. Ωστόσο, επηρεάστηκα επίσης βαθιά από την ιδεολογία της αυτοκρατορικής υπερδομής και χρειάστηκε να εμπλακώ σε μια μακρά και μερικές φορές επώδυνη διαδικασία αυτοκριτικής για να καταλήξω στις τρέχουσες απόψεις μου. Σε αυτή τη διαδικασία με βοήθησαν οι αντικειμενικές συνθήκες της αυτοκρατορικής υποχώρησης και παρακμής, καθώς και η συμμετοχή μου στην πρακτική οργάνωση και τη λαϊκή εκπαίδευση, για να μην αναφέρω τη διορατική επιρροή των ανθρώπων που βρίσκονται κοντά μου.
Είχα εκπαιδευτεί είτε να αγνοώ την Κούβα ως άσχετη είτε να την απορρίπτω ως διεφθαρμένη. Μόλις άρχισα να αμφισβητώ αυτή τη δογματική στάση, συνάντησα αντίδραση, σε μια προφανή προσπάθεια να με κρατήσουν, για να το πω έτσι, στη θέση μου από ιδεολογική άποψη. Θυμάμαι ξεκάθαρα τη στιγμή που ζήτησα από έναν από τους πρώην καθηγητές μου, τον Ετιέν Μπαλιμπάρ (Étienne Balibar), να υπογράψει μια δημόσια επιστολή που ζητούσε το τέλος του παράνομου αποκλεισμού. Προς τιμήν του, συμφώνησε να υπογράψει την επιστολή, η οποία είχε γραφτεί ρητά ώστε να είναι αποδεκτή από τη φιλελεύθερη διανόηση. Ωστόσο, αυτός ο αυτοαποκαλούμενος μαρξιστής έστειλε επίσης ένα μήνυμα, με κοινοποίηση σε εμένα, σε μια ομάδα διακεκριμένων αριστερών διανοουμένων όπως ο Μάικλ Χαρντ και η Τζούντιθ Βάτλερ (Judith Butler), επιμένοντας ότι «η ιμπεριαλιστική πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στην Κούβα» δεν πρέπει «να μας οδηγήσει να επαινέσουμε ή να υποστηρίξουμε τη διεφθαρμένη δικτατορία στην οποία έχει μετατραπεί η ‘σοσιαλιστική’» Κούβα». Ως υποτιθέμενη απόδειξη, παρέθεσε συνδέσμους προς αντικουβανική προπαγάνδα από εξαιρετικά αμφισβητήσιμες πηγές, όπως η συμβατή αριστερή διανόηση και η ΜΚΟ La Joven Cuba.
Παρά την αντίσταση αυτή, συνέχισα να αναπτύσσω τις δεξιότητές μου στην κριτική κατανόηση των μέσων ενημέρωσης και να μελετώ σοβαρά την ιστορία της Κούβας, διαβάζοντας τα έργα των ηγετών της και των σημαντικότερων διανοουμένων της. Εξερεύνησα επίσης τον πλούσιο πολιτισμό του κουβανικού κινηματογράφου, της τέχνης και της λογοτεχνίας. Στο πλαίσιο αυτό, έμαθα μόνος μου αρκετά ισπανικά ώστε να μπορώ να έχω πρόσβαση σε μη μεταφρασμένο υλικό και να απαλλαγώ από την εξάρτησή μου από το ιμπεριαλιστικό μεταφραστικό καθεστώς.
Συνειδητοποίησα ότι, όπως εξηγούσε ο Eduardo Galeano στο εξαιρετικό του βιβλίο «Patas arriba: La escuela del mundo al revés», ζούσα σε έναν κόσμο ανάποδα. Σχεδόν όλα όσα είχα ακούσει μέχρι τότε για την Κούβα ήταν το ακριβώς αντίθετο της πραγματικότητας. Τότε άρχισα να ενδιαφέρομαι όλο και περισσότερο για το βάθος, το εύρος και την έκταση του πολιτισμικού πολέμου κατά της Κούβας, ο οποίος είχε διαμορφώσει — συχνά ανεπαίσθητα — την προηγούμενη κοσμοθεωρία μου. Διάβασα πολλά και έμαθα πολλά από συγγραφείς όπως οι Φερνάντεζ Ρεταμάρ, Καπότε, Μπαρέιρο, Κόχαν, Έλεν Γιάφε και πολλοί άλλοι, συμπεριλαμβανομένου και εσάς. Επισκέφθηκα επίσης την Κούβα δύο φορές, για να δω με τα ίδια μου τα μάτια και να μάθω πιο άμεσα για την κουβανική επαναστατική διαδικασία.
Ο λόγος που επέμεινα στις υποκειμενικές πτυχές της διαδικασίας με την οποία έμαθα για την Κουβανική Επανάσταση δεν είναι για ανεκδοτικούς ή προσωπικούς λόγους, αλλά λόγω του τι αποκαλύπτει για τις αντικειμενικές συνθήκες και πόσο δύσκολο είναι να αντισταθούμε στην ιδεολογική κατήχηση που προωθεί η ιμπεριαλιστική υπερδομή. Μέρος του αγώνα μας είναι να απελευθερώσουμε τους ανθρώπους από την επιρροή της και να τους ενδυναμώσουμε ώστε να σκέφτονται με το δικό τους μυαλό και να αναστοχάζονται κριτικά τις δυνάμεις που έχουν διαμορφώσει την κοσμοθεωρία τους, ενώ ταυτόχρονα ενθαρρύνουν τη δογματική προσκόλληση σε αυτές.
Υποστηρίζω την Κούβα επειδή στέκομαι στο πλευρό της ανθρωπότητας και της ζωής, και αναγνωρίζω τον ηγετικό ρόλο που διαδραματίζει στον αγώνα για να δοθεί η «Νουέστρα Αμέρικα» (Σ.τ.Μ., «η Αμερική μας», “Nuestra America”) στα χέρια του λαού της, ώστε να απελευθερωθεί από τη θανάσιμη λαβή της τάξης του Έπσταϊν.
[1] Αναφέρεται στο William F. Pepper, The Plot to Kill King (New York: Skyhorse, 2018), 186.
