Ποιος πλήρωσε τους αυλητές; Ο ακίνδυνος μαρξισμός της Αυτοκρατορίας και ο πόλεμος κατά της επαναστατικής συνείδησης
του Prince Kapone
Weaponized Information, Δεκέμβριος 20, 2025
μετ. Δημήτρης Κούλος
επιμ. Διονύσης Περδίκης
Μεταφράζουμε εδώ μια εύστοχη βιβλιοπαρουσίαση από τον Prince Kapone και την ιστοσελίδα Weaponized Information για το βιβλίο του Γκάμπριελ Ρόκχιλ (Gabriel Rockill) Ποιος Πλήρωσε τους Αυλητές του Δυτικού Μαρξισμού; (Who Paid the Pipers of Western Marxism?) που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις της Μηνιαίας Επιθεώρησης (Monthly Review). Το εν λόγω βιβλίο έχει πετύχει μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να δημιουργήσει αρκετό θόρυβο στα αριστερά κοινωνικά δίκτυα. Αυτό όχι μόνο επειδή ο ίδιος ο συγγραφέας προβαίνει σε αναρτήσεις που αφορούν την προώθηση του έργου του αλλά και επειδή σειρά διανοουμένων που οπωσδήποτε εντάσσονται στη μαρξιστική παράδοση έχουν εμπλακεί σε ανταλλαγές κειμένων και σημειωμάτων γύρω από την ποιότητα του εν λόγω βιβλίου. Σε ό,τι αφορά τους πολέμιους του Ρόκχιλ και του έργου του, αυτοί κατά κύριο λόγο κατηγορούν το βιβλίο για συνωμοσιολογία και τον ίδιο, συνεπώς, ως μη μαρξιστή.
Στο κείμενο λοιπόν που μεταφράζουμε εδώ, καταδεικνύεται ακριβώς ο παντελώς ανυπόστατος χαρακτήρας αυτής της κατηγορίας, μιας που ο Ρόκχιλ πρωτίστως ενδιαφέρεται για τις αντικειμενικές επιπτώσεις και τις αντικειμενικές λειτουργίες της θεωρητικής παραγωγής του Δυτικού Μαρξισμού και των διανοουμένων του και όχι για μια δίκη προθέσεων. Επιπλέον, το εν λόγω κείμενο καθιστά σαφές και το γεγονός ότι οι αναφορές του Ρόκχιλ στις σχέσεις, για παράδειγμα, εκπροσώπων της Σχολής της Φρανκφούρτης με το αμερικανικό κράτος δεν γίνονται με σκοπό να συναχθεί ένα γραμμικού τύπου συμπέρασμα, αναγωγιστικού χαρακτήρα, ως προς τη σχέση υλικών συνθηκών (αμοιβών, θέσεων εργασίας κ.λπ.) του διανοουμένου και του χαρακτήρα της θεωρίας που αυτός παράγει. Αντιθέτως, οι αναφορές αυτές λειτουργούν προς επίρρωσιν αφενός της συμβατότητας των θεωριών του Δυτικού Μαρξισμού με τον ιμπεριαλισμό αλλά και ως πλαίσιο καλλιέργειας ακριβώς τέτοιου τύπου ξεδοντιασμένης διανόησης. Με άλλα λόγια δεν πρόκειται περί μιας θεώρησης του Δυτικού Μαρξισμού εν είδη “κατά παραγγελίαν θεωρίας”. Αλλά περί θεωρίας που έχει παραιτηθεί από τους επαναστατικούς της στόχους, έχει απολύτως συμβιβαστεί με το πλαίσιο της ήττας της επανάστασης στην Δύση αλλά και της νίκης του ιμπεριαλισμού, και αποδεχόμενη την εν λόγω κατάσταση καταλήγει να γίνει ιδεολογικό προϊόν αυτής.
Ένα δεύτερο σημείο κριτικής στον Ρόκχιλ αλλά και σε όσους μπορεί να βρίσκουν ενδιαφέρον στο έργο του ή και να συμφωνούν μαζί του είναι αυτό του λεγόμενου στρατοπεδισμού (campism). Με την έννοια του στρατοπεδισμού νοείται σήμερα μια ιδιότυπη και στρεβλή μορφή αντιιμπεριαλισμού που οδηγεί πολιτικές δυνάμεις, κράτη ενδεχομένως αλλά και άτομα να θέτουν εαυτόν υπό «ξένη σημαία» στο όνομα της ήττας του ιμπεριαλισμού. Η διανόηση η οποία αρθρώνει την παραπάνω κατηγορία, πέραν του ότι εντοπίζεται κατά κανόνα στο πλαίσιο αυτού που ο Ρόκχιλ ορίζει ως ιμπεριαλιστική υπερδομή, προτείνει μια ανεξαρτησία – αποστασιοποίηση αφενός ως προς τους συσχετισμούς δύναμης και τους φορείς που τους διαμορφώνουν και αφετέρου ευαγγελίζεται μια αυτονομία σε όλα τα επίπεδα των λαϊκών, εργατικών, αντιαποικιακών, αντιιμπεριαλιστικών κ.λπ. εξεγέρσεων και κινημάτων. Το βιβλίο του Ρόκχιλ λοιπόν, όπως εμφατικά καταδεικνύει το υποφαινόμενο κείμενο εδώ, είναι ότι η κατηγορία περί στρατοπεδισμού είναι επί της ουσίας μια αυτοκρατορική κατασκευή. Ο Ρόκχιλ δείχνει ότι αντικειμενικότητα και απόλυτη ανεξαρτησία – αυτονομία στην ταξική πάλη δεν υπάρχει ούτε και μπορεί να υπάρχει. Διότι η σκέψη, η έρευνα και εν γένει η κριτική γίνεται πάντα από συγκεκριμένη σκοπιά. Συνεπώς κάθε φορά έχει σημασία α) ποιό είναι το πρόβλημα που καθιστά ο εκάστοτε ερευνητής αντικείμενο της πραγμάτευσής του, β) γιατί το επιλέγει, γ) ποιές είναι οι εμφάσεις του και δ) με ποιό τρόπο το προσεγγίζει για να πετύχει τι πράγμα. Να το θέσουμε και αλλιώς: Ή κανείς θα στρατευτεί με τον ιμπεριαλισμό ή με τον αντιιμπεριαλισμό. Ο τρίτος δρόμος έχει προ πολλού ξοφλήσει…
Κλείνοντας θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι είναι ευχής έργον η συζήτηση που φαίνεται ότι ανοίγει να συνεχίσει να εξελίσσεται και να αναπτύσσεται χωρίς αποκλεισμούς και φιμώσεις. Η αντιπαράθεση είναι ευκταία ως γόνιμη διαδικασία και μάλιστα για ένα ζήτημα τόσο σημαντικό όπως είναι ο αναστοχασμός της ίδιας της μαρξιστικής θεωρίας από την άποψη των όρων παραγωγής και αναπαραγωγής της, των γνωστικών της αντικειμένων και των πολιτικών της στοχεύσεων και χρήσεων.
Δημήτρης Κούλος
Μια κριτική του Weaponized Intellects για το βιβλίο του Γκάμπριελ Ρόκχιλ Ποιος Πλήρωσε τους Αυλητές του Δυτικού Μαρξισμού; — που καταδεικνύει ότι ο Δυτικός Μαρξισμός είναι αυτοκρατορικό προϊόν, που εντοπίζει τον θεσμικό μηχανισμό που παράγει «ακίνδυνο» ριζοσπαστισμό και επαναδιεκδικεί τον μαρξισμό ως αντιιμπεριαλιστικό όπλο για την παγκόσμια εργατική τάξη και τις αποικιοκρατούμενες χώρες.
Πριν από την πρώτη βολή — Γιατί αυτό το βιβλίο έχει σημασία
Το βιβλίο αυτό έρχεται κυριολεκτικά την πιο κατάλληλη στιγμή. Το Ποιος Πλήρωσε τους Αυλητές του Δυτικού Μαρξισμού; δεν αποτελεί συμβολή σε μια ακαδημαϊκή συζήτηση. Είναι μια παρέμβαση σε έναν παγκόσμιο αγώνα για τη συνείδηση — έναν αγώνα που θα κρίνει αν οι εργατικές τάξεις του κόσμου θα αναγνωρίσουν τους εχθρούς τους ή θα συνεχίσουν να πολεμούν σκιές, ενώ η αυτοκρατορία σφίγγει τον κλοιό. Το έργο του Γκάμπριελ Ρόκχιλ απευθύνεται άμεσα στη υλική πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν σήμερα δισεκατομμύρια άνθρωποι: κλιμακούμενη ιμπεριαλιστική βία, μόνιμος πόλεμος, οικονομικός στραγγαλισμός, οικολογική κατάρρευση και ένα ιδεολογικό περιβάλλον επιμελώς κατασκευασμένο ώστε όλα αυτά να φαίνονται αναπόφευκτα.
Για την παγκόσμια εργατική τάξη και τα αποικιοκρατούμενα έθνη του κόσμου, το διακύβευμα δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερο. Ο ιμπεριαλισμός δεν επιβιώνει μόνο με τη βία. Επιβιώνει διαμορφώνοντας τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι κατανοούν την ιστορία, την εξουσία, την επανάσταση και ακόμη και το ίδιο το νόημα του σοσιαλισμού. Πριν οι κυρώσεις λιμοκτονήσουν πληθυσμούς, πριν τα πραξικοπήματα ανατρέψουν κυβερνήσεις, πριν τα drones και οι αποκλεισμοί κάνουν τη δουλειά τους, έχει ήδη προηγηθεί μια διανοητική επιχείρηση που προετοιμάζει το έδαφος. Η αντίσταση απονομιμοποιείται. Οι εναλλακτικές λύσεις γελοιοποιούνται ή δαιμονοποιούνται. Ο σοσιαλισμός επανακωδικοποιείται ως τυραννία, αποτυχία ή αφέλεια. Αυτό δεν είναι παράπλευρη απώλεια. Είναι στρατηγική.
Το βιβλίο του Ρόκχιλ αποκαλύπτει ένα από τα πιο αποτελεσματικά όπλα αυτής της στρατηγικής: μια μορφή μαρξισμού που μιλά κριτικά, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί με ασφάλεια μέσα στην αυτοκρατορία. Ο Δυτικός Μαρξισμός, υποστηρίζει, δεν απομακρύνθηκε τυχαία ή από απογοήτευση από την επανάσταση. Καλλιεργήθηκε, επιβραβεύτηκε και θεσμοποιήθηκε ακριβώς επειδή εξουδετέρωνε τις πιο επικίνδυνες δυνατότητες του μαρξισμού — τη σύνδεσή του με τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα, τη δέσμευσή του στην οργάνωση και την επιμονή του στην κατάληψη και μετασχηματισμό της εξουσίας.
Για τα σοσιαλιστικά κράτη που βρίσκονται υπό πολιορκία και για τις αναδυόμενες πολυπολικές δυνάμεις που αμφισβητούν την ηγεμονική ιμπεριαλιστική κυριαρχία υπό τις ΗΠΑ, αυτή η ανάλυση δεν είναι αφηρημένη. Εξηγεί γιατί οι δυτικοί διανοούμενοι τόσο συχνά σπεύδουν να καταδικάσουν τον υπαρκτό σοσιαλισμό, ενώ παραμένουν εντυπωσιακά σιωπηλοί σχετικά με κυρώσεις, πραξικοπήματα και πολέμους δι’ αντιπροσώπων. Εξηγεί γιατί οι επαναστάσεις στον Παγκόσμιο Νότο ελέγχονται διαρκώς για τις ατέλειές τους, ενώ η ιμπεριαλιστική βία αντιμετωπίζεται σαν υπόκωφος θόρυβος φόντου. Εξηγεί γιατί τόσο μεγάλο μέρος της «ριζοσπαστικής» θεωρίας στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα παρουσιάζει αλλεργία σε ερωτήματα που αφορούν την κρατική εξουσία, την πειθαρχία και τη νίκη.
Το βιβλίο αυτό, επομένως, δεν ανήκει μόνο στα ράφια των θεωρητικών, αλλά και στα χέρια οργανωτών, αγωνιστών και επαναστατών που προσπαθούν να κατανοήσουν γιατί η Αριστερά στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα αποτυγχάνει τόσο συχνά να σταθεί στο ύψος της ιστορίας. Κατονομάζει το πρόβλημα χωρίς ευφημισμούς: μια Αριστερά της οποίας οι κυρίαρχες θεωρίες είναι δομικά ευθυγραμμισμένες με το σύστημα που ισχυρίζονται ότι αντιπολιτεύονται δεν είναι απλώς αναποτελεσματική — είναι επικίνδυνη.
Ακριβώς για αυτόν τον λόγο υπάρχει η πλατφόρμα Weaponized Information. Η πλατφόρμα αυτή δημιουργήθηκε μέσα από τον Παγκόσμιο Βορρά, μέσα στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα, χωρίς αυταπάτες περί ουδετερότητας ή ασφάλειας. Δεν είμαστε παρατηρητές του πνευματικού παγκόσμιου πολέμου που περιγράφει ο Ρόκχιλ. Είμαστε συμμετέχοντες. Η μάχη των ιδεών δεν είναι εδώ μεταφορά. Είναι το πεδίο επάνω στο οποίο ο ιμπεριαλισμός υπερασπίζεται τον εαυτό του και πάνω στο οποίο τα επαναστατικά κινήματα πρέπει να μάθουν να μάχονται.
Η παρούσα επιθεώρηση γράφεται με αυτό το πνεύμα. Όχι για να αξιολογήσει το βιβλίο του Ρόκχιλ ως ακαδημαϊκό αντικείμενο, αλλά για να το επιστρατεύσει ως μέρος μιας ιδεολογικής αντεπίθεσης απέναντι στην ιμπεριαλιστική «κοινή λογική», στον αντικομμουνισμό που μεταμφιέζεται σε νηφάλια, αποχρωματισμένη κριτική και τον ριζοσπαστισμό απογυμνωμένο από συνέπειες. Το καθήκον δεν είναι να θαυμάσουμε αυτό το έργο, αλλά να το χρησιμοποιήσουμε.
Διότι σε έναν κόσμο όπου η αυτοκρατορία παλεύει για την επιβίωσή της, οι ιδέες δεν είναι ποτέ αθώες. Και ο μαρξισμός, απογυμνωμένος από το επαναστατικό του περιεχόμενο, μετατρέπεται σε ακόμη ένα εργαλείο κυριαρχίας. Το βιβλίο του Ρόκχιλ βοηθά να πέσει αυτή η μάσκα. Ό,τι ακολουθεί είναι μια ανάγνωση του Ποιος Πλήρωσε τους Αυλητές του Δυτικού Μαρξισμού; ως όπλο — στραμμένο όχι ενάντια στους καταπιεσμένους, αλλά ενάντια στις ιδέες που τους κρατούν αφοπλισμένους.
Ι. Πρώτη ομοβροντία — Ο πνευματικός παγκόσμιος πόλεμος
Ο Γκάμπριελ Ρόκχιλ ανοίγει το Ποιος Πλήρωσε τους Αυλητές του Δυτικού Μαρξισμού; διαλύοντας ένα βολικό ψέμα που βρίσκεται στον πυρήνα της φιλελεύθερης σκέψης, αλλά και μεγάλου μέρους της ακαδημαϊκής Αριστεράς: την ιδέα ότι οι ιδέες ζουν σε έναν κόσμο και η βία σε έναν άλλον. Σύμφωνα με αυτή τη φαντασίωση, οι βόμβες πέφτουν σε ξένες χώρες ενώ οι θεωρίες κυκλοφορούν ακίνδυνα σε αίθουσες διδασκαλίας και σε περιοδικά. Ο Ρόκχιλ ξεκαθαρίζει από την αρχή ότι αυτός ο διαχωρισμός είναι ο ίδιος μια ιμπεριαλιστική επινόηση. Πολύ πριν πέσει η πρώτη σφαίρα, η πραγματική δουλειά έχει ήδη γίνει μέσα στα κεφάλια των ανθρώπων.
Η αυτοκρατορία δεν περιμένει να εμφανιστεί η αντίσταση για να απαντήσει. Εργάζεται διαρκώς για να διαμορφώσει το τι μπορούν οι άνθρωποι να φανταστούν, τι μπορούν να αναγνωρίσουν ως νόμιμο και τι θα απορρίψουν ως αδύνατο ή επικίνδυνο. Αυτό είναι που ο Ρόκχιλ αποκαλεί πνευματικό παγκόσμιο πόλεμο. Δεν διεξάγεται σε απομονωμένες διαμάχες μεταξύ ακαδημαϊκών, αλλά μέσα από μόνιμες, οργανωμένες προσπάθειες διαχείρισης της συνείδησης. Το πεδίο του είναι ο νους και τα όπλα του είναι τα εκπαιδευτικά συστήματα, οι πολιτιστικοί θεσμοί, τα ιδρύματα, τα μέσα ενημέρωσης και η ίδια η θεωρία.
Γι’ αυτό ο Τσε Γκεβάρα μπαίνει στο βιβλίο όχι ως σύμβολο νεανικής εξέγερσης ή αισθητικού ριζοσπαστισμού, αλλά ως πρόβλημα για την αυτοκρατορία. Ο Τσε ήταν επικίνδυνος γιατί δεν αντιμετώπισε τον μαρξισμό ως θεωρητικολογία. Τον αντιμετώπισε ως οδηγό για δράση. Έδειξε ότι η θεωρία μπορεί να μετακινηθεί στην πράξη, ότι η πράξη μπορεί να αποκρυσταλλωθεί σε οργάνωση και ότι η οργάνωση μπορεί να καταλάβει την εξουσία. Για τη στρατηγική του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, αυτό το είδος μαρξισμού δεν ήταν κάτι προς συζήτηση. Έπρεπε να καταστραφεί.
Όμως ο Ρόκχιλ αρνείται να επιτρέψει αυτή η καταστροφή να γίνει αντιληπτή με έναν στενό τρόπο. Η δολοφονία του σώματος του Τσε ήταν μόνο το πρώτο βήμα. Η αποκρουστική επίδειξη των κομμένων του χεριών δεν ήταν απλώς η απόδειξη του θανάτου· ήταν δήλωση ιδιοκτησίας. Η αυτοκρατορία ήθελε το επαναστατικό σώμα ως τεκμήριο, αλλά ήθελε την επαναστατική ιδέα ως ιδιοκτησία. Ο πραγματικός κίνδυνος δεν ήταν ότι ο Τσε είχε ζήσει, αλλά ότι άλλοι θα μπορούσαν να μάθουν πώς και γιατί έζησε όπως έζησε.
Εδώ είναι που το επιχείρημα του Ρόκχιλ πηγαίνει βαθύτερα. Ο πραγματικός στόχος δεν ήταν ποτέ απλώς η εξάλειψη του Τσε, αλλά η εξουδετέρωση του νοήματός του. Να μετατραπεί το επαναστατικό παράδειγμα σε πολιτισμικό αντικείμενο. Να διατηρηθεί η εικόνα ενώ αποστραγγίζεται η πολιτική. Να κυκλοφορεί το πρόσωπο του Τσε παντού, ενώ η στρατηγική του δεν πηγαίνει πουθενά. Ένας επαναστάτης παγωμένος στον χρόνο, απογυμνωμένος από συμφραζόμενα και μέθοδο, δεν αποτελεί πλέον απειλή. Γίνεται διακόσμηση.
Ο Ρόκχιλ επιμένει ότι αυτή η λογική εφαρμόζεται πολύ πέρα από τον Τσε. Η ίδια διαδικασία έχει εφαρμοστεί στον ίδιο τον κομμουνισμό. Το ιμπεριαλιστικό στοίχημα είναι απλό και αμείλικτο: αν ο κομμουνισμός μπορέσει να θανατωθεί ως ιδέα — αν καταστεί ταυτόσημος με την τυραννία, την αποτυχία ή τη γελοιοποίηση της ιστορίας — τότε η μαζική βία που ασκείται πάνω σε πραγματικούς ανθρώπους μπορεί να συνεχιστεί χωρίς αντίσταση. Κυρώσεις που λιμοκτονούν πληθυσμούς, πόλεμοι που ισοπεδώνουν χώρες και πραξικοπήματα που πνίγουν κινήματα στο αίμα βασίζονται όλα σε αυτή την προγενέστερη ιδεολογική νίκη. Πρώτα πρέπει να πείσεις τους ανθρώπους ότι καμία εναλλακτική δεν είναι δυνατή — ή ότι οποιαδήποτε εναλλακτική είναι χειρότερη.
Ταυτόχρονα, ο Ρόκχιλ απορρίπτει τον ηττοπαθή τρόπο σκέψης που συχνά ακολουθεί αυτή τη διαπίστωση. Αν οι ιδέες ήταν ανίσχυρες, η αυτοκρατορία δεν θα ξόδευε τόσο χρόνο προσπαθώντας να τις θάψει. Η αδιάκοπη προσπάθεια δυσφήμισης, διαστρέβλωσης και εξάλειψης των επαναστατικών παραδόσεων αποτελεί απόδειξη ότι εξακολουθούν να έχουν σημασία. Οι ιδέες επιζούν των σωμάτων. Διασχίζουν σύνορα. Επανεμφανίζονται σε νέες συνθήκες. Γι’ αυτό τις φοβάται η αυτοκρατορία.
Η διορατικότητα του Στιβ Μπίκο (Steve Biko) θεμελιώνει αυτή την ενότητα με καθαρότητα και δύναμη: το πιο αποτελεσματικό όπλο στα χέρια του καταπιεστή είναι ο νους του καταπιεσμένου. Αυτό δεν είναι μεταφορά. Αν ελέγχεις τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι κατανοούν τον κόσμο, μειώνεις την ανάγκη για συνεχή φυσική καταστολή. Αν σπάσεις αυτόν τον έλεγχο, ακόμη και η συντριπτική ισχύς αρχίζει να κλονίζεται. Ο Ρόκχιλ το αντιμετωπίζει αυτό ως στρατηγική αρχή, όχι ως σύνθημα.
Από εδώ, το βιβλίο αναφέρεται στις Ηνωμένες Πολιτείες ξεκάθαρα ως αυτό που είναι: μια αυτοκρατορία χτισμένη πάνω σε γενοκτονία, δουλεία και αποικιακή λεηλασία, που συντηρείται όχι μόνο με τη βία αλλά και με την άρνηση. Το μεγαλύτερο ιδεολογικό της επίτευγμα είναι ότι πείθει τους ανθρώπους — ιδίως τον δικό της πληθυσμό — ότι δεν είναι καθόλου αυτοκρατορία. Παρουσιάζεται ως τυχαία, αμυντική και ευεργετική, ακόμη κι ενώ διεξάγει έναν μόνιμο πόλεμο. Αυτή η άρνηση δεν είναι λάθος. Είναι η προϋπόθεση της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας.
Η έννοια του Έντουαρντ Μπερνέις (Edward Bernays) για μια «αόρατη κυβέρνηση» δίνει σε αυτή την συνθήκη τη σύγχρονη μορφή της. Η συναίνεση δεν επιβάλλεται ανοιχτά· κατασκευάζεται σιωπηλά. Οι άνθρωποι καθοδηγούνται χωρίς να τους λένε ότι κυβερνώνται. Οι διανοούμενοι παίζουν κρίσιμο ρόλο σε αυτή τη διαδικασία, παρέχοντας εξηγήσεις, κριτικές και θεωρίες που κάνουν το σύστημα να φαίνεται φυσικό και αναπόφευκτο. Αυτόν τον κόσμο είναι που ανατέμνει ο Ρόκχιλ.
Η εναρκτήρια ομοβροντία κλείνει με την επιμονή του Τομά Σανκαρά (Thomas Sankara) ότι οι ιδέες δεν μπορούν να σκοτωθούν. Αυτό δεν είναι αισιοδοξία για χάρη της αισιοδοξίας. Είναι μια γραμμή που χαράσσεται μέσα στον αγώνα. Αν οι ιδέες επιβιώνουν της καταστολής, τότε η διανοητική εργασία δεν είναι προαιρετική. Δεν υπάρχει ουδέτερος χώρος έξω από τη μάχη για το νόημα. Όλοι είναι ήδη τοποθετημένοι, είτε το παραδέχονται είτε όχι.
Από τις πρώτες του σελίδες, το Ποιος Πλήρωσε τους Αυλητές του Δυτικού Μαρξισμού; δηλώνει ξεκάθαρα ότι στέκεται στη μία πλευρά αυτού του χάσματος. Δεν είναι ένας στοχασμός πάνω στη θεωρία, αλλά μια παρέμβαση στον τρόπο με τον οποίο η θεωρία παράγεται και χρησιμοποιείται. Δεν ρωτά αν οι ιδέες έχουν σημασία· δείχνει πώς μετατρέπονται σε όπλα. Και καθιστά σαφές ότι οποιοσδήποτε ασχολείται σήμερα με τον μαρξισμό πρέπει να αποφασίσει αν βοηθά την αυτοκρατορία να διαχειρίζεται τη διαφωνία — ή βοηθά την επανάσταση να ξανακερδίσει το μέλλον της.
ΙΙ. Εισαγωγή — Ταξική πάλη στη θεωρία
Αφού έχει ήδη δείξει ότι η αυτοκρατορία διεξάγει πόλεμο στο πεδίο των ιδεών πολύ πριν το κάνει με βόμβες και στρατούς, ο Ρόκχιλ στρέφεται στην εισαγωγή σε έναν πιο άβολο στόχο: στον τρόπο με τον οποίο η ίδια η θεωρία παράγεται, κυκλοφορεί και καθαγιάζεται εντός της Αριστεράς. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν οι ιδέες έχουν σημασία, αλλά πώς λειτουργούν. Και εδώ ο Ρόκχιλ επιμένει σε μια σκληρή αλήθεια που πηγαίνει κόντρα τόσο στον φιλελεύθερο ηθικισμό όσο και σε μια ακαδημαϊκή αυτοκολακεία: η θεωρία δεν είναι παθητική αντανάκλαση της ταξικής πάλης. Είναι ένα από τα πρωτεύοντα πεδία διεξαγωγής της.
Ο μαρξισμός, μας υπενθυμίζει ο Ρόκχιλ, δεν υπάρχει αφηρημένα. Δεν κατεβαίνει από τον ουρανό πλήρως διαμορφωμένος, ούτε επιβιώνει απλώς επειδή είναι «σωστός». Διαμορφώνεται από ανθρώπους που εργάζονται μέσα σε θεσμούς, υπό συγκεκριμένες υλικές πιέσεις, με απτές επιβραβεύσεις και τιμωρίες που καθορίζουν τι μπορούν να πουν και πόσο μακριά μπορούν να φτάσουν. Αυτό που κυκλοφορεί ως «μαρξισμός» σε κάθε δεδομένη κοινωνία δεν είναι επομένως μόνο μια πνευματική παράδοση· είναι κοινωνικό προϊόν, σφραγισμένο από τις ταξικές δυνάμεις που καθορίζουν την παραγωγή του.
Εδώ είναι που ο Ρόκχιλ εισάγει μια διάκριση που πολλοί στην Αριστερά αντιστέκονται ενστικτωδώς να αποδεχτούν, επειδή διαλύει παρηγορητικές αυταπάτες. Η πολιτική αξία μιας θεωρίας δεν μπορεί να μετρηθεί από την ειλικρίνεια, τη ριζοσπαστική γλώσσα ή τις προσωπικές δεσμεύσεις εκείνου που τη διατυπώνει. Αυτό που μετρά είναι η αντικειμενική της λειτουργία. Ένας διανοούμενος μπορεί να αισθάνεται αντιπολιτευόμενος, να μιλά επικριτικά και να απεχθάνεται ειλικρινά τον καπιταλισμό στο αφηρημένο επίπεδο, και παρ’ όλα αυτά να παράγει έργο που σταθεροποιεί την ιμπεριαλιστική εξουσία. Οι καλές προθέσεις δεν ακυρώνουν τα πολιτικά αποτελέσματα. Η ιστορία είναι γεμάτη από καλοπροαίρετους ανθρώπους των οποίων οι ιδέες υπηρέτησαν δυνάμεις που πίστευαν ότι αντιμάχονταν.
Η επιμονή του Ρόκχιλ σε αυτό το σημείο δεν είναι ηθικολογική· είναι επιστημονική. Η ιδεολογία δεν μπορεί να αναλυθεί στο επίπεδο του χαρακτήρα ή των πεποιθήσεων. Πρέπει να αναλυθεί δομικά. Η εμμονή της Αριστεράς με τις προθέσεις — ποιος «εννοούσε καλώς», ποιος ήταν ειλικρινής, ποιος είχε τα σωστά αισθήματα — λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι στη σοβαρή ανάλυση. Επιτρέπει σε ολόκληρες παραδόσεις να ξεφεύγουν από την κριτική, εφόσον οι συγγραφείς τους μπορούν να παρουσιαστούν ως προσωπικά προοδευτικοί. Ο Ρόκχιλ αφαιρεί αυτή την ασπίδα.
Επανερχόμενος στη διατύπωση του Μαρξ ότι οι κυρίαρχες ιδέες είναι οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης, ο Ρόκχιλ μετατρέπει αυτή την σκέψη από σύνθημα σε μέσο ανάλυσης της υλικής πραγματικότητας. Η κυρίαρχη τάξη δεν προωθεί απλώς την κοσμοαντίληψή της μέσω πειθούς. Κατέχει και διαχειρίζεται την υποδομή μέσα από την οποία οι ιδέες παράγονται και κυκλοφορούν. Πανεπιστήμια, ιδρύματα, εκδοτικοί οίκοι, περιοδικά και μέσα ενημέρωσης δεν είναι ουδέτερα πεδία συζήτησης. Είναι χώροι παραγωγής, που διέπονται από ροές χρηματοδότησης, θεσμικές προτεραιότητες και επαγγελματικά κίνητρα. Αυτά αποφασίζουν ποια ερωτήματα αξίζει να τεθούν, ποιες μέθοδοι θεωρούνται σεβαστές και ποια συμπεράσματα είναι καταστροφικά για την καριέρα.
Από αυτή τη σκοπιά, η κυριαρχία ορισμένων μορφών μαρξισμού στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα αρχίζει να φαίνεται λιγότερο μυστηριώδης. Γιατί ο μαρξισμός που υμνείται περισσότερο σε αυτούς τους χώρους είναι σταθερά εχθρικός προς τα σοσιαλιστικά κράτη, απαξιωτικός απέναντι στην πολιτική οικονομία, καχύποπτος προς την οργάνωση και βαθιά άβολος με την επανάσταση; Γιατί τόσο συχνά υποχωρεί στην πολιτισμική κριτική, την ανάλυση λόγου ή την προσωπική ηθική, ενώ αντιμετωπίζει τα ζητήματα εξουσίας, κρατικής συγκρότησης και ιμπεριαλισμού ως χονδροειδή ή επικίνδυνα;
Ο Ρόκχιλ είναι σαφής: αυτό δεν είναι ατύχημα της πνευματικής ιστορίας ούτε αποτέλεσμα ατυχών παρεξηγήσεων. Είναι το προβλέψιμο αποτέλεσμα μιας θεωρίας που παράγεται μέσα σε ιμπεριαλιστικούς θεσμούς. Ένας μαρξισμός που αμφισβητεί τον καπιταλισμό γενικά αλλά αρνείται να αντιμετωπίσει τον ιμπεριαλισμό στην πράξη, που κριτικάρει την κυριαρχία παντού εκτός από εκεί όπου είναι οργανωμένη, και που αντιμετωπίζει την επανάσταση ως εκ προοιμίου ύποπτη δεν αποτελεί αποτυχία του συστήματος. Είναι ένα από τα επιτεύγματά του.
Σε αυτό το σημείο, ο Ρόκχιλ εισάγει την έννοια της ιμπεριαλιστικής υπερδομής για να διευκρινίσει πώς παράγονται τέτοια αποτελέσματα χωρίς την ανάγκη μιας χονδροειδούς συνωμοσίας. Η ιδεολογική συνοχή δεν απαιτεί ένα ενιαίο κέντρο εντολών που εκδίδει διαταγές. Προκύπτει από κοινά ταξικά συμφέροντα που δρουν σε ένα αποκεντρωμένο αλλά στενά ευθυγραμμισμένο σύνολο θεσμών. Τα ιδρύματα χρηματοδοτούν ορισμένα είδη εργασιών. Τα πανεπιστήμια ανταμείβουν συγκεκριμένες μορφές κριτικής. Εκδοτικοί οίκοι και περιοδικά ενισχύουν συγκεκριμένες φωνές. Μαζί, παράγουν ένα πεδίο στο οποίο κάποιες ιδέες ανθίζουν χωρίς κόπο, ενώ άλλες παλεύουν για να υπάρξουν.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι αυτό το σύστημα λειτουργεί κυρίως μέσω κινήτρων και όχι μέσω καταστολής. Οι διανοούμενοι μαθαίνουν τα όρια της «αποδεκτής» κριτικής πολύ πριν τα συναντήσουν ρητά. Προσαρμόζουν τη γλώσσα τους, την εστίασή τους και τα συμπεράσματά τους με τρόπους που μοιάζουν με ατομική επιλογή, αλλά στην πραγματικότητα αντανακλούν δομική πίεση. Με τον χρόνο, αυτό παράγει έναν μαρξισμό λόγιο, εκλεπτυσμένο — και ασφαλώς αφοπλισμένο.
Το καθήκον που θέτει ο Ρόκχιλ για το υπόλοιπο βιβλίο είναι, επομένως, σαφώς προσδιορισμένο. Ο Δυτικός Μαρξισμός δεν δύναται να κατανοηθεί απλώς μέσω φιλολογικής ανάλυσης κειμένων ή μέσω μεμονωμένων ανασυγκροτήσεων πνευματικών γενεαλογιών. Πρέπει να εξηγηθεί υλικά, ως προϊόν της ιμπεριαλιστικής υπερδομής που διαμορφώνει ποιο είδος μαρξισμού μπορεί να επιβιώσει και να ευδοκιμήσει στην καρδιά της αυτοκρατορίας. Η εισαγωγή δεν διατυπώνει απλώς αυτό το καθήκον· το καθιστά αναπόφευκτο. Όποιος παίρνει στα σοβαρά την επαναστατική πολιτική οφείλει να αναμετρηθεί όχι μόνο με τις ιδέες που αντιπαλεύει, αλλά και με τις συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφώνονται οι δικές του ιδέες.
ΙΙΙ. Μέρος Ι — Αυτοκρατορική γνώση
Ο Ρόκχιλ ξεκινά το Μέρος Ι αποδομώντας μια επίμονη φαντασίωση που μοιράζονται τόσο οι φιλελεύθεροι όσο και μεγάλο μέρος της Αριστεράς: την πεποίθηση ότι οι κακές ιδέες κυριαρχούν επειδή είναι πιο πειστικές, καλύτερα διαφημισμένες ή απλώς δεν έχουν ακόμη αντιμετωπιστεί από ανώτερα επιχειρήματα. Το Κεφάλαιο 1 αποτελεί άμεση επίθεση σε αυτή την αυταπάτη. Η αυτοκρατορική γνώση δεν επικρατεί επειδή πείθει τους ανθρώπους μέσα από αντιπαράθεση επιχειρημάτων. Επικρατεί επειδή παράγεται, αναπαράγεται και επιβάλλεται μέσω υλικών συστημάτων που διαμορφώνουν την πνευματική ζωή θεμελιωδώς.
Η γνώση, επιμένει ο Ρόκχιλ, είναι παραγωγική δύναμη. Και όπως κάθε παραγωγική δύναμη στον καπιταλισμό, οργανώνεται ώστε να υπηρετεί τα συμφέροντα εκείνων που την ελέγχουν. Η εκπαίδευση στην εποχή της αυτοκρατορίας δεν είναι μια ουδέτερη διαδικασία διαφωτισμού· είναι μορφή αντεπαναστατικής διαπαιδαγώγησης. Οι «αλυσίδες» που δεσμεύουν την πνευματική ζωή δεν είναι πρωτίστως γνωσιακά λάθη ή κενά κατανόησης. Είναι θεσμικοί περιορισμοί, μεθοδολογικοί κανόνες και επαγγελματικές δομές που καθορίζουν εξαρχής ποια είδη σκέψης είναι βιώσιμα.
Γι’ αυτό η κριτική από μόνη της είναι ανεπαρκής. Κάποιος μπορεί να αποκαλύπτει ψεύδη επ’ άπειρον και παρ’ όλα αυτά να αφήνει άθικτο τον μηχανισμό που τα παράγει. Η ιμπεριαλιστική ιδεολογία δεν επιβιώνει επειδή δεν έχει αμφισβητηθεί· επιβιώνει επειδή αναπαράγεται συστηματικά. Το επιχείρημα του Ρόκχιλ εδώ είναι καίριο για τον ακαδημαϊκό μαρξισμό: αν η ιδεολογία λειτουργεί ως οργανωμένο σύστημα και όχι ως σύνολο λανθασμένων πεποιθήσεων, τότε καμία ποσότητα «καλύτερης θεωρίας» δεν θα την νικήσει, εκτός αν διαρρηχθούν τα ίδια τα συστήματα που τη στηρίζουν. Η εκπαίδευση γίνεται μέρος του προβλήματος όταν παραμένει εγκλωβισμένη εντός ιμπεριαλιστικών θεσμών.
Ο Ρόκχιλ οξύνει αυτό το επιχείρημα τοποθετώντας την ίδια τη διανοητική εργασία μέσα στον ιμπεριαλιστικό καταμερισμό εργασίας. Τα πανεπιστήμια δεν βρίσκονται εκτός της εμβέλειας της εξουσίας· είναι χώροι παραγωγής στο εσωτερικό της. Οι διανοούμενοι είναι εργαζόμενοι των οποίων η εργασία διαμορφώνεται από τη χρηματοδότηση, το κύρος και την επαγγελματική επιβίωση. Η διαφωνία είναι ανεκτή — συχνά μάλιστα επιβραβεύεται — όσο παραμένει στιλιζαρισμένη, εξατομικευμένη και αποσυνδεδεμένη από την οργάνωση ή την εξουσία. Το σύστημα δεν φοβάται την κριτική που δεν οδηγεί πουθενά. Φοβάται τη θεωρία που συναντιέται με την πράξη.
Αυτή η δυναμική προσλαμβάνει αποικιακά χαρακτηριστικά όταν μπαίνει στο κάδρο ο Παγκόσμιος Νότος. Ο Ρόκχιλ δείχνει πώς η αυτοκρατορική γνώση τρέφεται από τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα, ενώ ταυτόχρονα τον εξουδετερώνει. Οι βιωμένες εμπειρίες των αποικιοκρατούμενων λαών εξάγονται ως παραδείγματα, μεταφορές και μελέτες περίπτωσης, αποσπασμένες όμως από το πολιτικό τους περιεχόμενο. Η επανάσταση γίνεται έννοια προς ανάλυση, όχι διαδικασία προς συμμετοχή. Το αποτέλεσμα είναι ένας γνωσιολογικός αποικισμός που επιτρέπει στους ιμπεριαλιστικούς θεσμούς να αποκομίζουν πνευματικά οφέλη από αγώνες που στην πράξη καταστέλλουν.
Ο μύθος της ακαδημαϊκής ελευθερίας καταρρέει υπό αυτό το πρίσμα ανάλυσης. Ελευθερία υπάρχει, αλλά μόνο μέσα σε προσεκτικά επιβεβλημένα όρια. Ο αντικομμουνισμός λειτουργεί όχι ως ρητός κανόνας, αλλά ως σιωπηρός όρος νομιμοποίησης. Μπορεί κανείς να ασκεί κριτική στον καπιταλισμό ακατάπαυστα, αλλά δεν μπορεί να υπερασπίζεται σοσιαλιστικά κράτη, να στηρίζει επαναστατική οργάνωση ή να αντιμετωπίζει τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα ως οτιδήποτε άλλο πέρα από τραγωδία ή αποτυχία. Αυτά τα όρια σπάνια διατυπώνονται ρητώς, επειδή επιβάλλονται δομικά. Το να «σπάσεις τις αλυσίδες» της αυτοκρατορικής γνώσης, υποστηρίζει ο Ρόκχιλ, δεν σημαίνει να εξευγενίσεις την κριτική, αλλά να αντιπαρατεθείς στους θεσμούς που καθιστούν την κριτική ακίνδυνη.
Το Κεφάλαιο 2 προχωρά την ανάλυση ορίζοντας το μηχανισμό που παράγει αυτά τα αποτελέσματα. Αν το Κεφάλαιο 1 αποκαλύπτει γιατί η αυτοκρατορική γνώση δεν μπορεί να νικηθεί μόνο με ιδέες, το Κεφάλαιο 2 εξηγεί πώς διοικείται. Ο Ρόκχιλ εισάγει το αυτοκρατορικό διανοητικό πλέγμα όχι ως συνωμοσία, αλλά ως συντονισμένο σύστημα θεσμών ευθυγραμμισμένων από κοινά ταξικά συμφέροντα. Ιδρύματα, πανεπιστήμια, κρατικοί φορείς, εκδοτικοί οίκοι και μέσα ενημέρωσης συγκροτούν ένα κύκλωμα που ρυθμίζει την πνευματική παραγωγή χωρίς να απαιτείται κεντρική διοίκηση.
Τα φιλανθρωπικά ιδρύματα αναδεικνύονται σε καίριους στρατηγικούς κόμβους αυτού του μηχανισμού. Δεν υπαγορεύουν συμπεράσματα· διαμορφώνουν ολόκληρα πεδία. Χρηματοδοτώντας ορισμένα ερωτήματα, μεθόδους και περιοχές έρευνας, ορίζουν τα όρια της διανοητικής δυνατότητας. Ό,τι δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί, γίνεται αδιανόητο. Πρόκειται για άσκηση ισχύος η οποία δεν φιμώνει˙ επιλέγει. Δεν τιμωρεί˙ δελεάζει. Και γι’ αυτό ακριβώς είναι πιο αποτελεσματική: επειδή ακριβώς βιώνεται ως εθελούσια.
Τα πανεπιστήμια λειτουργούν ως αυτοκρατορικά όργανα μέσα σε αυτό το σύστημα. Εκπαιδεύουν στελέχη, παράγουν «ειδίκευση» και νομιμοποιούν τις κυρίαρχες αφηγήσεις υπό τη σημαία της ουδετερότητας. Η εγγύτητά τους με την κρατική εξουσία δεν είναι τυχαία. Η κυκλοφορία προσωπικού μεταξύ ακαδημαϊκού χώρου, ιδρυμάτων, υπηρεσιών πληροφοριών και κυβέρνησης κανονικοποιεί τη συνεργασία και ευθυγραμμίζει τη διανοητική εργασία με τις ανάγκες της αυτοκρατορίας. Ο ιδεολογικός πόλεμος καθίσταται επάγγελμα, συνήθεια, και περιβάλλεται με «σεβασμό».
Το πρεστίζ ολοκληρώνει αυτό το μηχανισμό. Περιοδικά, εκδοτικοί οίκοι και μέσα ενημέρωσης λειτουργούν ως φίλτρα που καθορίζουν τι λογίζεται ως «σοβαρή σκέψη». Η κανoνικοποίηση (Σ.τ.Μ., canonization) μετατρέπεται σε πειθαρχικό μηχανισμό. Μόλις ένα θεωρητικό πλαίσιο εδραιωθεί ως αυθεντία, αναπαράγεται αυτόματα μέσω παραπομπών, μαθημάτων και συνεδρίων. Ο αποκλεισμός σπάνια χρειάζεται να είναι ρητός· το να καταστεί κάτι αόρατο συνήθως αρκεί. Οι ακαδημαϊκοί μαθαίνουν τα όρια όχι μέσω τιμωρίας, αλλά μέσω προληπτικής προσαρμογής.
Το σημαντικότερο συμπέρασμα αυτού του κεφαλαίου είναι ότι το πλέγμα αυτό λειτουργεί κυρίως μέσω κινήτρων. Οι διανοούμενοι εσωτερικεύουν τους περιορισμούς επειδή από αυτούς εξαρτάται η επιβίωσή τους. Με τον καιρό, αυτό παράγει ένα σώμα θεωρίας που φαίνεται κριτικό, ακόμη και ριζοσπαστικό, ενώ παραμένει δομικά ανίκανο να απειλήσει την εξουσία. Η απουσία απροκάλυπτης καταστολής δεν είναι απόδειξη ελευθερίας· είναι απόδειξη επιτυχούς πειθάρχησης.
Το Κεφάλαιο 3 ολοκληρώνει την κίνηση δείχνοντας τι ακριβώς παράγει αυτό το πλέγμα: μια αυτοκρατορική «βιομηχανία θεωρίας». Εδώ, ο Ρόκχιλ δείχνει πώς ακόμη και η κριτική εμπορευματοποιείται. Ο μαρξισμός μετατρέπεται σε περιεχόμενο, «μάρκα» (Σ.τ.Μ., brand) και διανοητικό κεφάλαιο. Η ανταλλακτική του αξία υποκαθιστά την επαναστατική αξία χρήσης του. Το ερώτημα δεν είναι πια αν η θεωρία μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά αν μπορεί να εξασφαλίσει χρηματοδοτήσεις, δημοσιεύσεις και επαγγελματική ανέλιξη.
Ο ριζοσπαστισμός γίνεται επαγγελματική διαδρομή. Το σκοτεινό και το ασαφές γίνεται ένδειξη «βαθυστόχαστης» σκέψης. Η πολυπλοκότητα λειτουργεί ως ταξικό φράγμα, προστατεύοντας τη θεωρία από τη μαζική πρόσληψη. Η ερμηνεία αντικαθιστά τον μετασχηματισμό. Η οργάνωση απορρίπτεται ως χονδροειδής, επικίνδυνη ή αφελής. Όσο περισσότερο μια θεωρία απομακρύνεται από την πράξη, τόσο ασφαλέστερη γίνεται μέσα στους αυτοκρατορικούς θεσμούς.
Αυτό δεν είναι αποτυχία του δυτικού μαρξισμού. Είναι η επιτυχία του. Η αυτοκρατορία δεν χρειάζεται να καταστείλει τον μαρξισμό όταν μπορεί να τον αναπλάσει σε κάτι πολιτικά αδρανές. Η διαχείριση της διαφωνίας είναι αποτελεσματικότερη από την ωμή καταστολή της. Ένας μαρξισμός που ασκεί κριτική στον καπιταλισμό αφηρημένα, ενώ απορρίπτει την επανάσταση συγκεκριμένα, επιτελεί μια ουσιώδη αντεπαναστατική λειτουργία: απορροφά τη δυσαρέσκεια χωρίς να της επιτρέπει να συμπυκνωθεί σε δύναμη.
Στο τέλος του Μέρους Ι, το κεντρικό συμπέρασμα έχει καταστεί αναπόδραστο. Ο Δυτικός Μαρξισμός δεν αναδύθηκε παρά τις αυτοκρατορικές συνθήκες· αναδύθηκε εξαιτίας τους. Η κυριαρχία του στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα δεν αντανακλά θεωρητική ανωτερότητα, αλλά θεσμική συμβατότητα. Η παρέμβαση του Ρόκχιλ καθιστά αναπόφευκτη μια κρίσιμη αποτίμηση: ο μαρξισμός είτε λειτουργεί ως εργαλείο αντιιμπεριαλιστικού αγώνα, οργάνωσης και άσκησης εξουσίας είτε εκφυλίζεται σε ένα προϊόν που με ασφάλεια κυκλοφορεί στο διανοητικό παζάρι της αυτοκρατορίας. Τρίτη περίπτωση δεν υπάρχει.
IV. Intermezzo — Ο Δυτικός Μαρξισμός ως αυτοκρατορικό προϊόν
Σε αυτό το σημείο του βιβλίου, ο Ρόκχιλ κάνει μια στρατηγική παύση — όχι για να μετριάσει το επιχείρημα, αλλά για να το οξύνει. Πριν προχωρήσει βαθύτερα σε ιστορικές μελέτες περίπτωσης, αποδομεί έναν από τους πιο επίμονους μύθους που προστατεύουν τον Δυτικό Μαρξισμό από έναν λεπτομερή έλεγχο: πρόκειται για την υπόθεση σύμφωνα με την οποία ο Δυτικός Μαρξισμός προέκυψε ως τραγική αλλά κατανοητή αντίδραση στην ήττα. Σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, ο Δυτικός Μαρξισμός είναι ό,τι απέμεινε μετά την αποτυχία της επανάστασης στην Ευρώπη. Είναι ένας μαρξισμός σε πένθος — φιλοσοφικός, εσωστρεφής και σκεπτικιστικός, επειδή η ίδια η ιστορία τον απογοήτευσε.
Ο Ρόκχιλ απορρίπτει αυτό το αφήγημα ολοκληρωτικά. Όχι επειδή δεν υπήρξαν ήττες, αλλά επειδή το αφήγημα αυτό τοποθετεί την Ευρώπη στο κέντρο της μαρξιστικής ιστορίας, εξαλείφοντας τις επαναστατικές νίκες που αναδιαμόρφωσαν το μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα. Ο σοσιαλισμός δεν απέτυχε σε παγκόσμια κλίμακα. Θριάμβευσε σε μεγάλα τμήματα του κόσμου, ιδιαίτερα σε αποικιοκρατούμενες και ημιαποικιοκρατούμενες κοινωνίες. Το πρόβλημα, επιμένει ο Ρόκχιλ, είναι ότι ο Δυτικός Μαρξισμός σφυρηλατήθηκε μέσα σε ιμπεριαλιστικά κράτη, των οποίων οι πληθυσμοί ωφελήθηκαν υλικά από το γεγονός ότι αυτές οι νίκες αγνοήθηκαν, απονομιμοποιήθηκαν ή καταστράφηκαν.
Αυτή η μετατόπιση οπτικής γωνίας είναι κρίσιμη. Ο Δυτικός Μαρξισμός δεν μπορεί να εξηγηθεί ως αντίδραση σε μια παγκόσμια ήττα, επειδή τέτοια ήττα δεν υπήρξε. Πρέπει να εξηγηθεί ως διαμόρφωση που σφραγίστηκε από το ιμπεριαλιστικό προνόμιο. Οι θεωρητικοί που συγκροτούν τον Δυτικό Μαρξιστικό κανόνα ζούσαν και εργάζονταν μέσα σε κοινωνίες που βρίσκονταν στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής τροφικής αλυσίδας. Η απόστασή τους από την επαναστατική πρακτική δεν επιβλήθηκε μόνο από καταστολή· κατέστη δυνατή χάρη στη σχετική ασφάλεια, την πρόσβαση σε θεσμούς και την απομόνωση από την αποικιακή βία.
Εδώ ο Ρόκχιλ αντλεί από τη γραμμή Λένιν–Λοσούρντο για να επαναπλαισιώσει το ρήγμα Ανατολής–Δύσης εντός του μαρξισμού ως προϊόν του ίδιου του ιμπεριαλισμού. Η διάσπαση του μαρξισμού δεν οφείλεται σε θεωρητική «παρεκτροπή», αλλά στη διαφοροποιημένη ιστορική ανάπτυξη της ταξικής πάλης μεταξύ ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων και αποικιοκρατούμενων περιφερειών. Στον Παγκόσμιο Νότο, ο μαρξισμός αναπτύχθηκε ως επιστήμη της απελευθέρωσης, αδιάρρηκτα συνυφασμένη με τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα, την κρατική εξουσία και τη μαζική οργάνωση. Στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα, ο μαρξισμός αποσπάστηκε ολοένα και περισσότερο από αυτά τα ζητήματα, αντιμετωπίζοντάς τα ως αυταρχικά, χονδροειδή ή ιστορικά παρωχημένα.
Αυτή η απόκλιση δεν ήταν τυχαία. Αντικατόπτριζε τα υλικά συμφέροντα των ιμπεριαλιστικών πληθυσμών και των θεσμών που τους υπηρετούσαν. Ένας μαρξισμός που θα ευθυγραμμιζόταν ανοιχτά με αντιιμπεριαλιστικά κράτη, θα υπερασπιζόταν την επαναστατική βία ή θα έθετε την οργάνωση ως προτεραιότητα, θα απειλούσε τη γεωπολιτική και ταξική θέση του ιμπεριαλιστικού πυρήνα. Ένας μαρξισμός που ασκεί κριτική στον καπιταλισμό αφηρημένα, ενώ απορρίπτει τον υπαρκτό σοσιαλισμό, όμως, δεν συνιστά τέτοιο κίνδυνο.
Ο Ρόκχιλ, επομένως, προτείνει μια διορθωτική παρέμβαση τόσο ωμή όσο και αναγκαία. Ο όρος «Δυτικός Μαρξισμός» ως περιγραφική ετικέτα συσκοτίζει περισσότερο απ’ ό,τι διασαφηνίζει. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι η γεωγραφία, αλλά η λειτουργία. Η παράδοση για την οποία γίνεται λόγος δεν προκύπτει απλώς στη Δύση· λειτουργεί στην υπηρεσία της αυτοκρατορίας. Αστυνομεύει τα όρια της αποδεκτής κριτικής, απονομιμοποιεί την επαναστατική εξουσία και παρέχει εκλεπτυσμένο ιδεολογικό κάλυμμα για την ιμπεριαλιστική κυριαρχία. Με αυτή την έννοια, είναι ακριβέστερο να μιλάμε για ιμπεριαλιστικό μαρξισμό.
Αυτή η επαναπλαισίωση δεν αποτελεί ηθική καταδίκη μεμονωμένων στοχαστών. Ο Ρόκχιλ αποφεύγει προσεκτικά αυτή την παγίδα. Το ζήτημα δεν είναι αν συγκεκριμένοι διανοούμενοι ήταν ειλικρινείς, θαρραλέοι ή προσωπικά προοδευτικοί. Το ζήτημα είναι το αντικειμενικό πολιτικό αποτέλεσμα. Μια θεωρία που συστηματικά υπονομεύει τον επαναστατικό αγώνα, απονομιμοποιεί τα σοσιαλιστικά κράτη και αντιμετωπίζει την ιμπεριαλιστική βία ως ατυχές φόντο αντί ως κεντρική αντίφαση, επιτελεί αντεπαναστατική εργασία ανεξάρτητα από τις προθέσεις του εκάστοτε συγγραφέα.
Έτσι, το intermezzo επιτελεί μια αναγκαία καθαρτήρια λειτουργία. Απογυμνώνει τον Δυτικό Μαρξισμό από την τραγική του αύρα και τον υποχρεώνει να κριθεί από αυτό που κάνει στον πραγματικό κόσμο. Μόλις αυτό το πέπλο απομακρυνθεί, η παράδοση αυτή δεν μπορεί πλέον να κρύβεται πίσω από ισχυρισμούς «περί εκλέπτυνσης», πολυπλοκότητας ή ιστορικής ευαισθησίας. Πρέπει να αξιολογηθεί όπως κάθε άλλη πολιτική δύναμη: από την πλευρά την οποία τελικά υπηρετεί.
Με αυτή τη διευκρίνιση, η πορεία προς τα εμπρός καθίσταται σαφής. Αν ο Δυτικός Μαρξισμός είναι ιμπεριαλιστικό προϊόν, τότε οι πιο επιδραστικές του μορφές πρέπει να εξεταστούν όχι ως παρεξηγημένοι κριτικοί στα περιθώρια της εξουσίας, αλλά ως διανοούμενοι των οποίων το έργο διαμορφώθηκε, κατέστη δυνατό και συχνά ανταμείφθηκε από ιμπεριαλιστικούς θεσμούς. Το επόμενο μέρος αναλαμβάνει ευθέως αυτό το έργο, ξεκινώντας με τη Σχολή της Φρανκφούρτης — όχι ως αφηρημένους θεωρητικούς της νεωτερικότητας, αλλά ως συγκεκριμένους δρώντες τοποθετημένους μέσα στα γρανάζια της αυτοκρατορικής μηχανής.
Μέρος ΙΙ – Η Σχολή της Φρανκφούρτης
Κεφάλαιο 4: Αντόρνο και Χορκχάιμερ
Ο Ρόκχιλ προσεγγίζει τη Σχολή της Φρανκφούρτης χωρίς εξιδανικεύσεις και χωρίς διαστρεβλώσεις. Δεν αρνείται τη ευφυΐα των ηγετικών της μορφών ούτε απομειώνει το έργο τους σε χονδροκομμένη κακοπιστία. Αυτό που αρνείται είναι η παρηγορητική αφήγηση που παρουσιάζει τη Σχολή ως ομάδα ριζοσπαστών στοχαστών που εξορίστηκαν τραγικά από την Ευρώπη και οδηγήθηκαν στον πεσιμισμό από τον φασισμό και την ήττα. Για τον Ρόκχιλ, αυτή η αφήγηση δεν είναι μόνο ελλιπής· είναι πολιτικά παραπλανητική. Η τροχιά της Σχολής της Φρανκφούρτης —ιδίως των Τέοντορ Αντόρνο (Theodor W. Adorno) και Μαξ Χορκχάιμερ (Max Horkheimer)— κατανοείται καλύτερα όχι μέσα μόνο από το πρίσμα της απώλειας, αλλά μέσα από αυτό της προσαρμογής.
Η μετακίνηση από την Ευρώπη στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήταν απλώς μια χωρική μετατόπιση αυτών των στοχαστών· τους επανατοποθέτησε στην καρδιά της αυτοκρατορικής ισχύος. Η εξορία τους συνέπεσε με την ενσωμάτωσή τους σε ελίτ θεσμούς που παρείχαν χρηματοδότηση, ασφάλεια και κύρος. Αυτή η υλική μετατόπιση είχε σημασία. Διαμόρφωσε το ποιου είδους ερωτήματα μπορούσαν να τεθούν, ποιες πολιτικές δεσμεύσεις μπορούσαν να διατηρηθούν και πώς θα αναδιαμορφωνόταν ο ίδιος ο μαρξισμός. Η Σχολή της Φρανκφούρτης δεν βρισκόταν έξω από την εξουσία ενώ την κριτίκαρε· λειτουργούσε στο εσωτερικό δομών που όριζαν τους θεωρητικούς της ορίζοντες.
Στο επίκεντρο της κριτικής του Ρόκχιλ βρίσκεται ο αντικομμουνισμός — όχι ως τυχαία προκατάληψη, αλλά ως κεντρικός προσανατολισμός. Το έργο των Αντόρνο και Χορκχάιμερ αντιμετωπίζει επανειλημμένα τη σοσιαλιστική επανάσταση και την κρατική εξουσία ως απειλές και όχι ως λύσεις. Η Σοβιετική Ένωση εμφανίζεται λιγότερο ως ιστορικό εγχείρημα υπό πολιορκία και περισσότερο ως απόδειξη της δήθεν αυταρχικής μοίρας του μαρξισμού. Η επανάσταση απονομιμοποιείται εκ προοιμίου, όχι με ωμές καταγγελίες, αλλά μέσω φιλοσοφικής πλαισίωσης που την παρουσιάζει ως ανορθολογική, συγκεντρωτική ή καταδικασμένη.
Αυτή η στροφή έχει μεγάλες συνέπειες. Η πολιτική οικονομία αποσύρεται από το προσκήνιο και αντικαθίσταται από μια καθολική κριτική της «εργαλειακής λογικής» και της μαζικής κοινωνίας. Ο καπιταλισμός εμφανίζεται ως ένα απόλυτο σύστημα χωρίς εξωτερικότητα, χωρίς αδύναμα σημεία και χωρίς δρώντες ικανούς να τον μετασχηματίσουν.
Η κυριαρχία εμφανίζεται παντού, η αντίσταση πουθενά. Σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο, η επαναστατική πρακτική δεν αποτυγχάνει επειδή καταστέλλεται· αποτυγχάνει επειδή ακυρώνεται εκ των προτέρων σε εννοιολογικό επίπεδο.
Ο Ρόκχιλ επιμένει ότι αυτός ο πεσιμισμός δεν είναι απλώς μια προσωπική αντίδραση στο ιστορικό τραύμα. Ενισχύεται δομικά μέσω της θεσμικής συμβατότητας. Ένας μαρξισμός που εγκαταλείπει τα ερωτήματα της κρατικής εξουσίας, της οργάνωσης και της ταξικής πάλης υπέρ της πολιτισμικής κριτικής δεν αποτελεί σοβαρή απειλή για την αυτοκρατορία. Μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα, να προσελκύει χρηματοδότηση και να απολαμβάνει κύρος, ακριβώς επειδή δεν προσφέρει κανέναν οδικό χάρτη για την απελευθέρωση. Ο ριζοσπαστισμός του είναι εκφραστικός, όχι στρατηγικός.
Η σχέση ανάμεσα στην κριτική και την παράλυση είναι εδώ κεντρική. Η επιμονή των Αντόρνο και Χορκχάιμερ ότι η μαζική κουλτούρα και η ίδια η ορθολογικότητα αποτελούν μορφές κυριαρχίας οδηγεί σε μια πολιτική της απόσυρσης. Οι μάζες δεν εμφανίζονται ως ιστορικά υποκείμενα, αλλά ως θύματα ή συνένοχοι. Η οργάνωση καθίσταται ύποπτη. Η ηγεσία ταυτίζεται με τη χειραγώγηση. Τα ίδια τα εργαλεία που απαιτούνται για τον επαναστατικό αγώνα επαναπροσδιορίζονται ως όργανα κυριαρχίας, εξασφαλίζοντας ότι η αντίσταση παραμένει αφηρημένη και εξατομικευμένη.
Ο Ρόκχιλ δεν υποστηρίζει ότι αυτό το αποτέλεσμα σχεδιάστηκε συνειδητά. Δείχνει, όμως, πώς οι θεωρητικές επιλογές της Σχολής της Φρανκφούρτης ευθυγραμμίζονται άψογα με τις ανάγκες της ιμπεριαλιστικής τάξης. Ένας μαρξισμός που αντιμετωπίζει την επανάσταση ως εγγενώς βίαιη και τα κράτη ως εγγενώς καταπιεστικά αφήνει την αυτοκρατορία ως τον μόνο νοητό εγγυητή «σταθερότητας». Η κριτική μετατρέπεται σε πόζα, όχι σε απειλή.
Τοποθετώντας τους Αντόρνο και Χορκχάιμερ μέσα στο υλικό και θεσμικό τους πλαίσιο, ο Ρόκχιλ απογυμνώνει τον μύθο του «τραγικού ριζοσπαστισμού» και τον αντικαθιστά με μια νηφάλια αποτίμηση της πολιτικής λειτουργίας του έργου τους. Το έργο τους συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας παράδοσης μαρξισμού που μπορούσε να ευδοκιμήσει σε ιμπεριαλιστικούς θεσμούς ακριβώς επειδή απαρνήθηκε τα πρακτικά καθήκοντα της επανάστασης. Με αυτόν τον τρόπο η παράδοση αυτή έθεσε το πρότυπο για μεγάλο μέρος όσων αργότερα θα καταγράφονταν ως «Δυτικός Μαρξισμός».
Αυτό το κεφάλαιο δεν ασχολείται με το αν ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ ήταν ιδιοφυίες. Θέτει ένα πιο επικίνδυνο ερώτημα: τι έκανε η ιδιοφυία τους; Και απαντώντας σε αυτό, ο Ρόκχιλ επιβάλλει έναν απολογισμό που δεν μπορεί να γίνει μέσω λεπτών αποχρώσεων ή βιβλιογραφικών παραπομπών. Μια θεωρία που αφήνει την αυτοκρατορία άθικτη — όσο εκλεπτυσμένη κι αν είναι — έχει ήδη διαλέξει πλευρά.
Κεφάλαιο 5: Η Σχολή της Φρανκφούρτης στην κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών
Αν το προηγούμενο κεφάλαιο αποδομεί τον μύθο ότι η Σχολή της Φρανκφούρτης στεκόταν τραγικά έξω από την εξουσία, το παρόν κεφάλαιο καταστρέφει και το τελευταίο καταφύγιο: τον ισχυρισμό ότι η σχέση της με το αμερικανικό κράτος ήταν απλώς συμπτωματική ή αμυντική. Η παρέμβαση του Ρόκχιλ εδώ είναι συντριπτική ακριβώς επειδή είναι νηφάλια. Δεν κατηγορεί· τεκμηριώνει. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η θεωρία της Σχολής της Φρανκφούρτης ευθυγραμμίστηκε με τις ανάγκες της αυτοκρατορίας, αλλά αν οι ηγετικές της μορφές συμμετείχαν υλικά στον ιδεολογικό μηχανισμό της. Η απάντηση, διατυπωμένη χωρίς μελοδραματισμούς, είναι ναι.
Ο Ρόκχιλ δείχνει ότι η μετάβαση από την ακαδημαϊκή κριτική στην υπηρεσία του κράτους δεν ήταν ούτε απότομη ούτε αντιφατική. Ήταν ομαλή, λογική και επαγγελματικά συνεκτική. Μέλη και συνεργάτες της Σχολής της Φρανκφούρτης δεν βρήκαν απλώς προσωρινό καταφύγιο στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια του πολέμου· απορροφήθηκαν στο διευρυνόμενο ιδεολογικό υπόστρωμα του αμερικανικού κράτους, συνεισφέροντας την «εξειδίκευσή» τους σε θεσμούς επιφορτισμένους με προπαγάνδα, ψυχολογικό πόλεμο και διαχείριση πληροφοριών.
Υπηρεσίες όπως το Γραφείο Πληροφοριών Πολέμου (Σ.τ.Μ., Office of War Information), η Υπηρεσία Στρατηγικών Υπηρεσιών (Σ.τ.Μ., Office of Strategic Services), το Υπουργείο Εξωτερικών (Σ.τ.Μ., State Department) και η «Φωνή της Αμερικής» (Σ.τ.Μ., Voice of America) δεν ήταν περιφερειακές στον πολεμικό σχεδιασμό· ήταν κεντρικές. Ο σκοπός τους δεν ήταν απλώς να ενημερώνουν, αλλά να διαμορφώνουν αντιλήψεις — στο εσωτερικό και διεθνώς. Επρόκειτο για ιδεολογική εργασία στην πιο ρητή της μορφή, και διανοούμενοι της Σχολής της Φρανκφούρτης συμμετείχαν σε αυτήν άμεσα.
Αυτό που έχει σημασία εδώ δεν είναι μόνο το πολεμικό πλαίσιο. Ο Ρόκχιλ αποφεύγει προσεκτικά το εύκολο επιχείρημα ότι «όλοι έκαναν ό,τι χρειάστηκε» υπό έκτακτες συνθήκες. Το βαθύτερο ζήτημα είναι η συνέχεια. Η πολεμική υπηρεσία δεν αποτέλεσε ρήξη στις καριέρες αυτών των διανοουμένων· έγινε γέφυρα. Η συμμετοχή στην κρατική προπαγάνδα και στις υπηρεσίες πληροφοριών μεταφράστηκε σε μεταπολεμική νομιμοποίηση, θεσμική κατοχύρωση και ακαδημαϊκό κύρος. Δεν υπήρξε «επιστροφή από τη μόλυνση», γιατί δεν υπήρξε μόλυνση εξ αρχής· το έργο ήταν ήδη συμβατό.
Ο Ρόκχιλ υπογραμμίζει την ασυμμετρία που οι φιλελεύθερες αφηγήσεις προσπαθούν επίμονα να αποκρύψουν. Όταν δυτικοί διανοούμενοι συνεργάζονται με τις υπηρεσίες πληροφοριών και προπαγάνδας των ΗΠΑ, αυτό παρουσιάζεται ως πραγματισμός, απροθυμία ή ηθική πολυπλοκότητα. Όταν διανοούμενοι σε σοσιαλιστικά κράτη συνεργάζονται με τις κυβερνήσεις τους, αυτό βαφτίζεται ολοκληρωτικός έλεγχος. Το ένα αντιμετωπίζεται ως δυσάρεστη αναγκαιότητα, το άλλο ως απόδειξη ιδεολογικής διαφθοράς. Αυτό, τα δύο μέτρα και δύο σταθμά, δεν είναι τυχαία· είναι η ιδεολογική πειθαρχία επί το έργον.
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι ο Ρόκχιλ απορρίπτει την παρηγορητική μυθοπλασία ότι αυτές οι συνεργασίες ήταν απλώς τεχνικές ή «απολίτικες». Η εργασία που επιτέλεσαν μορφές της Σχολής της Φρανκφούρτης συνέβαλε στη διαχείριση του ιδεολογικού πεδίου μάχης απέναντι στον κομμουνισμό. Ο ίδιος ο μαρξισμός έγινε αντικείμενο διακυβέρνησης — κάτι προς μελέτη, κατηγοριοποίηση, εξουδετέρωση και ανακατεύθυνση. Εδώ οι προηγούμενες θεωρητικές κινήσεις γύρω από τον αντικομμουνισμό αποκτούν το πλήρες υλικό τους βάρος. Ένας μαρξισμός ήδη καχύποπτος απέναντι στην επανάσταση και εχθρικός προς τα σοσιαλιστικά κράτη ήταν μοναδικά κατάλληλος για αυτό το έργο.
Η θεωρητική εκλέπτυνση της Σχολής της Φρανκφούρτης είχε σημασία εδώ. Ο ωμός αντικομμουνισμός μπορούσε να απορριφθεί ως χονδροειδής. Ο κριτικός, φιλοσοφικός αντικομμουνισμός —ιδίως όταν τυλιγόταν στη γλώσσα του μαρξισμού— ήταν πολύ αποτελεσματικότερος. Μπορούσε να φτάσει σε ακροατήρια στα οποία η απροκάλυπτη κρατική προπαγάνδα δεν είχε πρόσβαση. Μπορούσε να αφοπλίσει χωρίς να φαίνεται ότι καταναγκάζει. Με αυτή την έννοια, η θεωρία της Σχολής της Φρανκφούρτης λειτούργησε ως εσωτερική ιδεολογική «λείανση» του εξωτερικού μηνύματος της αυτοκρατορίας.
Ο Ρόκχιλ δεν ισχυρίζεται ότι αυτοί οι διανοούμενοι συνειδητά πρόδωσαν τον μαρξισμό. Μια τέτοια διατύπωση θα έχανε την ουσία της. Το ζήτημα δεν είναι η πρόθεση αλλά η λειτουργία. Ο θεωρητικός τους προσανατολισμός, η θεσμική τους θέση και τα επαγγελματικά τους κίνητρα συγκλίνανε με τρόπο που έκανε τη συνεργασία με ιμπεριαλιστικούς θεσμούς τόσο εφικτή όσο και φυσική. Το όριο ανάμεσα στην κριτική και την υπηρεσία δεν κατέρρευσε υπό πίεση· είχε ήδη διαλυθεί μέσω της ευθυγράμμισης.
Στο τέλος αυτού του κεφαλαίου, η ρομαντική εικόνα της Σχολής της Φρανκφούρτης ως περιθωριακών κριτικών που επιβιώνουν στις παρυφές της εξουσίας δεν είναι πλέον υπερασπίσιμη. Δεν φιμώθηκαν. Τους άκουγαν. Δεν αποκλείστηκαν. Προσελήφθησαν. Και οι ιδέες τους δεν κυκλοφόρησαν παρά την αυτοκρατορία, αλλά μέσω αυτής.
Αυτή η συνειδητοποίηση επιβάλλει έναν επαναπροσδιορισμό του πώς πρέπει να κατανοηθεί ο ίδιος ο Δυτικός Μαρξισμός. Όταν οι ηγετικές μορφές μιας παράδοσης μεταβαίνουν αβίαστα από την κριτική θεωρία στην κρατική προπαγάνδα, το πρόβλημα δεν είναι η υποκρισία. Είναι η συνοχή. Το επόμενο κεφάλαιο κλιμακώνει παραπέρα, αποδομώντας την ψευδή ισοδυναμία που συχνά κατασκευάζεται ανάμεσα στη συνεργασία της Σχολής της Φρανκφούρτης με αμερικανικούς θεσμούς και στις υποτιθέμενες σχέσεις δυτικών μαρξιστών με τη σοβιετική κατασκοπεία — μια ισοδυναμία που καταρρέει υπό την ελάχιστη ιστορική εξέταση.
Σ’ αυτό το σημείο του επιχειρήματος, ο Ρόκχιλ προλαβαίνει τη σχεδόν αυτόματη αντίδραση τόσο φιλελεύθερων υπερασπιστών όσο και αμήχανων θαυμαστών. Αν μέλη της Σχολής της Φρανκφούρτης συνεργάστηκαν με τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών και προπαγάνδας, υποστηρίζεται, τότε σίγουρα παρόμοιοι δεσμοί υπήρχαν και στην άλλη πλευρά. Όλοι ήταν συμβιβασμένοι. Όλοι «λερωμένοι». Ο Ψυχρός Πόλεμος, στο κάτω-κάτω, ήταν ένα παιχνίδι δύο πλευρών. Το Κεφάλαιο 6 υπάρχει για να κατεδαφίσει αυτή την ψευδή ισοτιμία με ακρίβεια και τεκμήρια.
Η προσέγγιση του Ρόκχιλ εδώ είναι χειρουργική. Δεν αρνείται ότι τα σοσιαλιστικά κράτη επιδόθηκαν σε δραστηριότητες πληροφοριών ούτε εξιδανικεύει τις γεωπολιτικές πιέσεις που αντιμετώπισαν. Αυτό που απορρίπτει είναι η εύκολη συμμετρία που συμπυκνώνει ριζικά άνισες θέσεις σε ένα ηθικό «όλοι ίδιοι είναι». Οι Ηνωμένες Πολιτείες βγήκαν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως η κυρίαρχη ιμπεριαλιστική δύναμη, περιβαλλόμενες από στρατιωτικές βάσεις, ελέγχοντας το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και οργανώνοντας ενεργά την αντεπανάσταση σε πλανητική κλίμακα. Η Σοβιετική Ένωση, αντίθετα, ήταν ένα πολιορκημένο σοσιαλιστικό κράτος, περικυκλωμένο από εχθρικές δυνάμεις, που πάλευε να επιβιώσει σε έναν κόσμο δομημένο εναντίον του. Το να αντιμετωπίζονται οι δραστηριότητες πληροφοριών τους ως ισοδύναμες σημαίνει να διαγράφεται η ιστορία.
Αυτή η διαγραφή γίνεται ιδιαίτερα κραυγαλέα όταν εξετάσουμε τα ίδια τα στοιχεία. Ο Ρόκχιλ δείχνει ότι ενώ η συνεργασία διανοουμένων της Σχολής της Φρανκφούρτης με θεσμούς του αμερικανικού κράτους είναι συστηματική, τεκμηριωμένη και επαγγελματικά κανονικοποιημένη, οι κατηγορίες περί δεσμών δυτικών μαρξιστών με τη σοβιετική κατασκοπεία είναι εικασίες, υπερβολές ή πλήρως κατασκευασμένες. Όπου η συνεργασία με τις ΗΠΑ παρήγαγε βιογραφικά, θέσεις και επαγγελματική συνέχεια, οι «σοβιετικοί δεσμοί» παρήγαγαν υποψίες, φήμες και συκοφαντίες. Η ενσωμάτωση της μιας πλευράς αντιμετωπίζεται ως πραγματισμός· της άλλης, ως απόδειξη ηθικής διαφθοράς.
Η ασυμμετρία αυτή δεν είναι τυχαία. Είναι ιδεολογική εργασία. Ο δυτικός φιλελεύθερος λόγος αντιμετωπίζει τη συνεργασία με ιμπεριαλιστικούς θεσμούς ως ουδέτερη ή ακόμη και ως ενάρετη, ενώ παρουσιάζει οποιαδήποτε σχέση με σοσιαλιστικά κράτη ως εγγενώς παράνομη και μη νομιμοποιήσιμη. Τα δύο μέτρα και δύο σταθμά εξασφαλίζουν ότι ο μαρξισμός που ευθυγραμμίζεται με την αυτοκρατορία φαίνεται λογικός, ενώ ο μαρξισμός που ευθυγραμμίζεται με την επανάσταση φαίνεται επικίνδυνος. Το αποτέλεσμα δεν είναι ισορροπημένη ανάλυση, αλλά ιδεολογική αστυνόμευση.
Ο Ρόκχιλ εστιάζει ιδιαίτερα στο πώς η ίδια η έννοια της «διανοητικής ανεξαρτησίας» εργαλειοποιείται εδώ. Μορφές της Σχολής της Φρανκφούρτης μπορούσαν να συνεργάζονται ανοιχτά με αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών και παρ’ όλα αυτά να αποκαλούνται ως κριτικοί στοχαστές. Η αυτονομία τους δεν αμφισβητήθηκε ποτέ σοβαρά. Αντίθετα, ακόμη και η υπόνοια ότι ένας διανοούμενος μπορεί να συμπαθεί ή να συνεργάζεται με ένα σοσιαλιστικό κράτος αρκεί για να του αφαιρεθεί η αξιοπιστία. Η «ανεξαρτησία», όπως αποδεικνύεται, σημαίνει ανεξαρτησία από τον σοσιαλισμό — όχι από την αυτοκρατορία.
Το κεφάλαιο αυτό αποκαλύπτει επίσης τον τρόπο με τον οποίο η ψυχροπολεμική ιστοριογραφία λειτουργεί εκ των υστέρων. Οι κατηγορίες περί σοβιετικής επιρροής χρησιμοποιούνται για να «ξεπλύνουν» τις συνεργασίες με την αυτοκρατορία μετά το γεγονός. Επιμένοντας ότι «το έκαναν και οι δύο πλευρές», οι υπερασπιστές του Δυτικού Μαρξισμού μετατρέπουν τη δομική ευθυγράμμιση σε δυσάρεστη αλλά αναπόφευκτη αναγκαιότητα. Αυτό που εξαφανίζεται μέσα σε αυτόν τον ελιγμό είναι η κλίμακα, η ισχύς και το πλαίσιο. Ένα παγκόσμιο ηγεμονικό κράτος που διαχειρίζεται την ιδεολογία δεν είναι το ίδιο με ένα σοσιαλιστικό κράτος που αμύνεται απέναντι σε απειλή αφανισμού.
Η άρνηση της ψευδούς ισοδυναμίας από τον Ρόκχιλ δεν είναι άσκηση απολογητικής. Είναι απαίτηση της υλικής ανάλυσης. Οι πολιτικές σχέσεις πρέπει να αξιολογούνται με βάση τις θέσεις που κατέχουν μέσα στο παγκόσμιο σύστημα και όχι σύμφωνα με αφηρημένες ηθικές συμμετρίες. Το να το αγνοούμε αυτό σημαίνει να αναπαράγουμε την ιμπεριαλιστική ιδεολογία με το πρόσχημα της «ισορροπίας».
Αποδομώντας αυτό το άλλοθι, ο Ρόκχιλ αναιρεί μία από τις τελευταίες γραμμές άμυνας του Δυτικού Μαρξισμού. Αν η συνεργασία με τις υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ κανονικοποιείται, ενώ ακόμη και υποθετικοί δεσμοί με σοσιαλιστικά κράτη ποινικοποιούνται, τότε ο αντικομμουνισμός αυτής της παράδοσης δεν μπορεί να απορριφθεί ως τυχαίος. Είναι δομικός. Είναι το εισιτήριο εισόδου στην αυτοκρατορική νομιμοποίηση.
Τούτων δοθέντων, ανοίγει ο δρόμος για την επόμενη κλιμάκωση. Η ανάλυση στρέφεται τώρα στη μορφή που ενσαρκώνει πιο καθαρά τη σύνθεση ριζοσπαστικής γλώσσας και αυτοκρατορικής ασφάλειας: τον Χέρμπερτ Μαρκούζε (Herbert Marcuse). Στην περίπτωσή του, ο Ρόκχιλ δείχνει πώς ο Δυτικός Μαρξισμός δεν περιορίστηκε απλώς στον πεσιμισμό ή την αφαίρεση, αλλά αναδιαμορφώθηκε ενεργά ώστε να διαχειρίζεται τη διαφωνία — ιδίως των νέων — στο απόγειο της παγκόσμιας εξέγερσης.
V. Κεφάλαιο: Χέρμπερτ Μαρκούζε – Ο ριζοσπάστης αυλητής
Αν ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ εκπροσωπούν την φιλοσοφική υποχώρηση του Δυτικού Μαρξισμού από την επαναστατική πολιτική, ο Χέρμπερτ Μαρκούζε εκπροσωπεί την τακτική του προσαρμογή. Ο Ρόκχιλ δεν αντιμετωπίζει τον Μαρκούζε ως παρέκκλιση μέσα στην παράδοση της Φρανκφούρτης, αλλά ως την αποτελεσματικότερη μετάλλαξή της. Εκεί όπου ο πεσιμισμός και η αφαίρεση μπορούσαν να καθηλώνουν σιωπηλά, ο Μαρκούζε θα έκανε κάτι πιο επικίνδυνο και πιο χρήσιμο για την αυτοκρατορία: θα μιλούσε τη γλώσσα της εξέγερσης ενώ ταυτόχρονα θα αφόπλιζε αθόρυβα το επαναστατικό της δυναμικό.
Η απήχηση του Μαρκούζε δεν υπήρξε ποτέ τυχαία. Εμφανίστηκε σε μια στιγμή που η νεανική εξέγερση, ο αντιαποικιακός αγώνας και ο αγώνας ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ συνέκλιναν σε μια παγκόσμια πρόκληση για την αυτοκρατορική τάξη. Σε αντίθεση με τους προκατόχους του στη Σχολή της Φρανκφούρτης, ο Μαρκούζε δεν απομακρύνθηκε από αυτή την ενέργεια. Τη μετέφρασε. Της έδωσε φιλοσοφική νομιμοποίηση, ενώ ταυτόχρονα ανακατεύθυνε την πορεία της μακριά από την οργάνωση, την κρατική εξουσία και τον πειθαρχημένο επαναστατικό αγώνα.
Ο Ροκχιλ επιμένει ότι ο ρόλος του Μαρκούζε δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από την υλική και θεσμική του ιστορία. Πολύ πριν γίνει ο «προστάτης άγιος» της Νέας Αριστεράς, ο Μαρκούζε εργάστηκε στην Υπηρεσία Στρατηγικών Υπηρεσιών, παράγοντας αναλύσεις για τον φασισμό, την ιδεολογία και τα πολιτικά κινήματα για λογαριασμό του αμερικανικού κράτους. Δεν επρόκειτο για τυχαία απασχόληση. Εκεί εκπαιδεύτηκε στην τέχνη της ιδεολογικής διαχείρισης — πώς αναδύονται τα κινήματα, πώς διασπώνται και πώς η ενέργειά τους μπορεί να ανακατευθυνθεί. Αυτή η γνώση δεν εξαφανίστηκε όταν επέστρεψε στην ακαδημαϊκή ζωή· επανεμφανίστηκε, πιο εκλεπτυσμένη, στη θεωρία του.
Το λεγόμενο εγχείρημα «μαρξισμού–λενινισμού» του Μαρκούζε αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εκλέπτυνσης. Ενώ ισχυριζόταν πίστη στον Μαρξ και ακόμη και στον Λένιν, ο Μαρκούζε αποψίλωνε συστηματικά τα κεντρικά στοιχεία που έκαναν τον μαρξισμό επαναστατική επιστήμη. Η ταξική πάλη υποχωρούσε. Η πολιτική οικονομία αποδυναμωνόταν. Το κράτος γινόταν αντικείμενο καχυποψίας αντί αντικείμενο κατάκτησης. Η επανάσταση αναπλαισιωνόταν ως πολιτισμικό και ψυχολογικό γεγονός, όχι ως υλική κατάληψη της εξουσίας. Το ίδιο το προλεταριάτο έβγαινε από το κάδρο, αντικαθιστάμενο από φοιτητές, διανοούμενους και διάχυτες άλλες μορφές .
Αυτό που απέμενε ήταν ριζοσπαστική γλώσσα χωρίς επαναστατική στρατηγική. Ο Mαρκούζε μιλούσε για απελευθέρωση, άρνηση (Σ.τ.Μ., negation) και άρνηση συμμόρφωσης (Σ.τ.Μ., refusal), αλλά αφαιρούσε από αυτές τις έννοιες την οργανωτική τους μορφή. Η εξουσία δεχόταν κριτική παντού και δεν κατακτιόταν πουθενά. Αυτό δεν ήταν μια τυχαία σύγχυση· ήταν ένα θεωρητικό οικοδόμημα απόλυτα ταιριαστό σε μια συγκυρία όπου η μαζική διαφωνία έπρεπε να εκτονωθεί χωρίς να επιτραπεί να συγκροτηθεί σε δύναμη.
Ο Ρόκχιλ είναι ιδιαίτερα αιχμηρός στην ανάλυσή του για τη σχέση του Μαρκούζε με τη Νέα Αριστερά. Οι εξεγέρσεις της δεκαετίας του 1960 αποτελούσαν πραγματική απειλή — όχι επειδή ήταν ήδη ολοκληρωμένες επαναστάσεις, αλλά επειδή απονομιμοποιούσαν την αυτοκρατορία και αποκάλυπταν αντιφάσεις στον πυρήνα του συστήματος. Ο Μαρκούζε δεν κατέστειλε αυτή την ενέργεια· την καθοδήγησε. Της έδωσε μια γλώσσα που εξυμνούσε την υπέρβαση των ορίων ενώ αποθάρρυνε την πειθαρχία. Το θέαμα πήρε τη θέση της στρατηγικής. Η έκφραση τη θέση της οργάνωσης. Η μαχητικότητα μετατράπηκε σε τρόπο ζωής, όχι σε πολιτικό πρόγραμμα.
Γι’ αυτό ο Μαρκούζε μπορούσε να γίνεται ταυτόχρονα αντικείμενο λατρείας από ριζοσπάστες και ανεκτός από το κράτος. Λειτούργησε ως αυτό που ο Ρόκχιλ αποκαλεί «ριζοσπάστης αυλητής», τραβώντας τις εξεγερμένες δυνάμεις προς έναν θεωρητικό ορίζοντα που δεν διέσχιζε ποτέ το κατώφλι της πραγματικής εξουσίας. Η αυτοκρατορία δεν φοβάται τη διαφωνία που δεν έχει κατεύθυνση. Φοβάται τα πειθαρχημένα κινήματα που είναι ικανά να καταλάβουν θεσμούς. Ο μαρξισμός του Μαρκούζε εξασφάλιζε ότι το πρώτο θα άνθιζε, ενώ το δεύτερο θα παρέμενε ύποπτο.
Κομβικό είναι ότι ο Ρόκχιλ δεν παρουσιάζει τον Μαρκούζε ως συνειδητό αντεπαναστάτη πράκτορα. Αυτό θα ήταν υπερβολικά απλό — και υπερβολικά κολακευτικό. Το ζήτημα δεν είναι η προδοσία, αλλά η λειτουργία. Το έργο του Μαρκούζε επιτέλεσε έναν αντικειμενικό ρόλο στη διαχείριση της διαφωνίας σε μια στιγμή ιμπεριαλιστικής κρίσης. Η δημοτικότητά του δεν ήταν αποτυχία του ιδεολογικού μηχανισμού της αυτοκρατορίας, αλλά απόδειξη της ευελιξίας του. Όταν η καταστολή από μόνη της δεν αρκούσε, τη θέση της έπαιρνε η εκλέπτυνση.
Κλείνοντας την ενότητα για τη Σχολή της Φρανκφούρτης με τον Μαρκούζε, ο Ρόκχιλ επιστρέφει το επιχείρημα στο σημείο εκκίνησής του. Ο Δυτικός Μαρξισμός δεν είναι απλώς μια φιλοσοφία ήττας ή παραίτησης. Στις πιο αποτελεσματικές του εκδοχές είναι μια ενεργή τεχνολογία εγκλωβισμού. Απορροφά ριζοσπαστικές δυναμικές, τις μεταφράζει σε ακίνδυνες μορφές και τις επιστρέφει στο σύστημα ως κριτική χωρίς συνέπειες.
Το κεφάλαιο αυτό οδηγεί σε μια τελική αναμέτρηση. Ένας μαρξισμός που μιλά στο όνομα της απελευθέρωσης ενώ απορρίπτει την οργάνωση, την κρατική εξουσία και τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα δεν παρεξηγεί απλώς την επανάσταση. Τη δυσχεραίνει. Και έτσι επιτελεί ένα από τα πιο εκλεπτυσμένα καθήκοντα της αυτοκρατορίας: να διασφαλίζει ότι ακόμη και η εξέγερση αναπαράγει τους όρους της ίδιας της ήττας της.
VI. Ανακτώντας τον μαρξισμό ως όπλο
Όταν ο Ρόκχιλ φτάνει στο τέλος του Ποιος Πλήρωσε τους Αυλητές του Δυτικού Μαρξισμού; το ερώτημα δεν είναι πια αν ο Δυτικός Μαρξισμός έχει αδυναμίες. Αυτό θα ήταν υπερβολικά περιορισμένο. Το ερώτημα είναι ποια λειτουργία υπηρέτησε —και εξακολουθεί να υπηρετεί— σε έναν κόσμο που ορίζεται από ιμπεριαλιστική κυριαρχία και αντεπαναστατική βία. Η απάντηση του Ρόκχιλ είναι ξεκάθαρη: ο Δυτικός Μαρξισμός δεν είναι αποτυχημένη απόπειρα επανάστασης. Είναι ένα επιτυχημένο ιδεολογικό σχήμα μέσα στην αυτοκρατορία.
Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει άμεσα από την ανάλυση που αναπτύσσεται σε όλο το βιβλίο. Η αυτοκρατορική γνώση δεν είναι λάθος που πρέπει να διορθωθεί, αλλά σύστημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Η διανοητική εργασία στην αυτοκρατορία οργανώνεται, διοικείται και ανταμείβεται με τρόπους που παράγουν σταθερά συγκεκριμένα αποτελέσματα. Θεωρίες που αμφισβητούν τον καπιταλισμό σε αφηρημένο επίπεδο ενώ απορρίπτουν την επανάσταση στην πράξη ευδοκιμούν. Θεωρίες που ευθυγραμμίζονται ανοιχτά με τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα, την εξουσία των σοσιαλιστικών κρατών και την οργανωμένη ταξική πάλη περιθωριοποιούνται, διαστρεβλώνονται ή διαγράφονται. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Έτσι λειτουργεί το σύστημα.
Ο Δυτικός Μαρξισμός, ιδωμένος μέσα από αυτό το πρίσμα, δεν εμφανίζεται ως παράδοση τραγικά αποκομμένη από την εξουσία, αλλά ως παράδοση δομικά διαμορφωμένη για να την αποφεύγει. Η εχθρότητά του προς τα σοσιαλιστικά κράτη, η υποχώρησή του από την πολιτική οικονομία, η καχυποψία του απέναντι στην οργάνωση και η εμμονή του με τον πολιτισμό, τον λόγο και τη υποκειμενικότητα δεν είναι πνευματικές ιδιοτροπίες. Είναι προσαρμογές. Επιτρέπουν στον μαρξισμό να κυκλοφορεί με ασφάλεια μέσα στους θεσμούς της αυτοκρατορίας ενώ παραμένει πολιτικά ακίνδυνος.
Ο Ρόκχιλ επιμένει ότι αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό πέραν οποιασδήποτε ηθικολογίας. Το πρόβλημα δεν είναι ότι συγκεκριμένοι διανοούμενοι ήταν ανειλικρινείς ή δειλοί. Το πρόβλημα είναι ότι το έργο τους επιτέλεσε αντεπαναστατική λειτουργία ανεξάρτητα από τις προθέσεις τους. Η αντικειμενική κριτική της ιδεολογίας απαιτεί οι θεωρίες να κρίνονται από αυτό που κάνουν στον κόσμο —όχι από το πώς ακούγονται ή πόσο ριζοσπαστικές φαίνονται. Με αυτό το κριτήριο, ο Δυτικός Μαρξισμός εργάστηκε επανειλημμένα για να αφοπλίσει τον επαναστατικό αγώνα, να απονομιμοποιήσει τη σοσιαλιστική εξουσία και να διοχετεύσει τη διαφωνία σε ασφαλή κανάλια.
Τα διακυβεύματα αυτής της διάγνωσης δεν είναι ακαδημαϊκά. Σε μια στιγμή όπου ο ιμπεριαλισμός οξύνεται —μέσα από κυρώσεις, πολέμους δι’ αντιπροσώπων, γενοκτονικούς αποκλεισμούς και οικολογική καταστροφή— η ανάγκη για έναν μαρξισμό ικανό να αντιμετωπίσει την εξουσία είναι υπαρξιακή. Μια θεωρία που δεν μπορεί να ορίσει τον ιμπεριαλισμό ως σύστημα, να υπερασπιστεί επαναστατικά κράτη υπό πολιορκία ή να δεσμευτεί στην οργάνωση και τον αγώνα είναι χειρότερη από άχρηστη. Εμποδίζει ενεργά την απελευθέρωση.
Η ανάκτηση του μαρξισμού ως όπλου συνεπώς απαιτεί μια αποφασιστική ρήξη. Σημαίνει ρήξη με τον αντικομμουνισμό σε όλες του τις εκλεπτυσμένες και «νουνεχείς» μορφές. Σημαίνει απόρριψη της ιδέας ότι η επανάσταση είναι εκ φύσεως αυταρχική, ότι το κράτος είναι μόνο εργαλείο καταπίεσης και ότι η οργάνωση είναι προδοσία της ελευθερίας. Σημαίνει επιστροφή του μαρξισμού στις υλικές του βάσεις: ταξική πάλη, πολιτική οικονομία, αντιιμπεριαλισμός, κατάληψη και μετασχηματισμός της εξουσίας.
Αυτή είναι η γραμμή που χαράσσει ρητά το Weaponized Information. Ο μαρξισμός δεν είναι «μάρκα», τρόπος ζωής ή επαγγελματική ταυτότητα. Είναι η επιστήμη της απελευθέρωσης, σφυρηλατημένη μέσα στον αγώνα και τελειοποιημένη μέσα από την πράξη. Όταν αποσπάται από αυτόν τον σκοπό, δεν γίνεται πιο «λεπτολόγος» ή πιο «ανθρώπινη». Γίνεται συμπλήρωμα της αυτοκρατορίας.
Το βιβλίο του Ρόκχιλ δεν προσφέρει παρηγοριά σε όσους έχουν επενδύσει στο κύρος του Δυτικού Μαρξισμού. Προσφέρει διαύγεια σε όσους είναι πρόθυμοι να έρθουν σε ρήξη μαζί του. Το δίλλημα που τίθεται αναπόφευκτο: ο μαρξισμός μπορεί να λειτουργεί ή ως στρατηγική ιδεολογικού εγκλωβισμού, διαχειριζόμενος τη διαφωνία ενώ αφήνει άθικτη την αυτοκρατορική εξουσία· ή μπορεί να λειτουργεί ως όπλο, ευθυγραμμισμένο με τους αγώνες των αποικιοκρατούμενων, των εκμεταλλευόμενων και των επαναστατικών κινημάτων που παλεύουν να φέρουν αυτό το σύστημα στο τέλος του.
Δεν υπάρχει ουδέτερο έδαφος ανάμεσα σε αυτές τις θέσεις. Ο διανοητικός παγκόσμιος πόλεμος στον οποίο αναφέρεται ο Ρόκχιλ βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και κάθε θεωρία παίρνει θέση. Το καθήκον τώρα δεν είναι να εφευρεθεί ένας «νέος» μαρξισμός, αλλά να ανακτηθεί εκείνος που η αυτοκρατορία πάλεψε τόσο σκληρά να θάψει: ένας μαρξισμός ριζωμένος στον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα, στη συλλογική οργάνωση και στην αδιάλλακτη επιδίωξη της ανθρώπινης χειραφέτησης.
