Θα μπορούσε ο καπιταλισμός να είχε αναπτυχθεί χωρίς την αποικιοκρατία; Σχόλιο σχετικά με τη συνέντευξη του Βίβεκ Τσίμπερ στο Jacobin Radio
του Vijay Prashad*
Monthly Review, Vol. 77, No 10, Μάρτιος 2026
μετ. Δημοσθένης Γκότσης
επιμ. Διονύσης Περδίκης
Μεταφράζουμε και αναδημοσιεύουμε το παρόν άρθρο του Βιτζάι Πρασάντ από τη Μηνιαία Επιθεώρηση, διότι αποτελεί μια σημαντική συμβολή στην πολεμική που αναπτύσσεται μεταξύ των λεγόμενων «Δυτικού» και «Ανατολικού» Μαρξισμού.
Οι όροι αυτοί δεν καθορίζονται από τη γεωγραφία, αλλά από πολιτικές αντιλήψεις, θέσεις και στάσεις, και συναφείς μεθοδολογικές και θεωρητικές παραδοχές και επιλογές, που διακρίνουν τα ρεύματα του μαρξισμού, του κομμουνιστικού κινήματος και της Αριστεράς που κυριαρχούν, από τη μια, στις χώρες του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου (ιμπεριαλιστικές και εξαρτημένες/υποτελείς) και, από την άλλη, στις χώρες της Παγκόσμιας Πλειοψηφίας που υποφέρει από την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση και καταπίεση και αντιστέκεται σε αυτήν. Οι αντιθέσεις μεταξύ των δύο ρευμάτων καταλήγουν να έχουν ως κύρια αναφορά τη στάση απέναντι στην εξουσία. Ο μαρξισμός, το κομμουνιστικό κίνημα και η Αριστερά στις ιμπεριαλιστικές χώρες απέτυχαν να την κατακτήσουν και διαχειριστούν, δεν βρίσκονται καν σε μια θέση να τη διεκδικήσουν, ή έχουν παραιτηθεί τελείως από μια τέτοια διεκδίκηση, εκτός από τελείως ρεφορμιστικές εκδοχές διαχείρισης της εξουσίας, ενώ στέκονται και εξαιρετικά κριτικά, έως και σε πολεμική αντίθεση, με κάθε υπαρκτή, ιστορική εκδοχή αντιιμπεριαλιστικής ή σοσιαλιστικής εργατο-λαϊκής εξουσίας. Το ακριβώς αντίθετο ισχύει για το ρεύμα του Ανατολικού Μαρξισμού, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται κόμματα, κινήματα, θεωρητικές σχολές κ.ο.κ. που αναδείχθηκαν μέσα από – σε πολλές περιπτώσεις – νικηφόρες αντιιμπεριαλιστικές, αντιαποικιακές, σοσιαλιστικές επαναστάσεις του 20ού αιώνα, έχοντας εμπλοκή με την κατάκτηση, υπεράσπιση και διαχείριση της εξουσίας.
Στη βάση αυτή, τα δύο ρεύματα διαφέρουν ως προς την οπτική τους για την κεντρικότητα της σημασίας της αποικιοκρατίας, του ιμπεριαλισμού και, αντίστοιχα, των αντιαποικιακών και αντιιμπεριαλιστικών κινημάτων, τόσο όσον αφορά την αντίληψη για την ιστορία της ανάδυσης και ανάπτυξης του καπιταλισμού, όσο και για το παρόν και το μέλλον μιας σύγχρονης στρατηγικής για την αντιμετώπιση του σύγχρονου καπιταλισμού, της ιμπεριαλιστικής διεθνοποίησης της καπιταλιστικής παραγωγής, και τις επαναστάσεις της εποχής μας. Η τελευταία αυτή αντίθεση εκφράζεται ως άρνηση του Δυτικού Μαρξισμού να θέσει στα καθήκοντά του τη στρατηγική ήττα του μοναδικού ιμπεριαλιστικού άξονα, υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ, στον σπονδυλωτά κλιμακούμενο Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ως αναγκαία -πλην όχι από μόνη της ικανή- προϋπόθεση για την τελική νίκη του σοσιαλισμού επί του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού. Στη βάση αυτής της άρνησης, ασκεί πολεμική στον Ανατολικό Μαρξισμό για «καμπισμό», δηλ. για «επιλογή ιμπεριαλιστικού/καπιταλιστικού στρατοπέδου», ενώ δέχεται αντίστοιχη πολεμική από αυτόν για απολογητική στάση απέναντι στον ιμπεριαλισμό.
Η πολεμική αυτή αναζωπυρώθηκε πρόσφατα μετά από συνέντευξη του Βίβεκ Τσίμπερ (βλ. σημ. [i]), και διάβασε σχετικά εδώ κι εδώ) στην οποία υποτιμά τον ρόλο της αποικιοκρατίας για την ιστορική ανάδυση και ανάπτυξη του καπιταλισμού, ενώ, επίσης, αρνείται την πραγματικότητα της σύγχρονης ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης και καταπίεσης, όπως και από την εκκίνηση της έκδοσης της τριλογίας του Γκάμπριελ Ρόκχιλ (βλ. εδώ, εδώ, εδώ, εδώ κι εδώ) για τις υλικές βάσεις της θεωρητικής παραγωγής του Δυτικού Μαρξισμού, η οποία ακολούθησε το κύκνειο άσμα του Ντομένικο Λοσούρντο με το βιβλίο του “Πώς γεννήθηκε και πώς πέθανε ο ‘Δυτικός Μαρξισμός’” (βλ. σχ. κι εδώ).
Το παρόν άρθρο του Πρασάντ απαντά στη συνέντευξη του Τσίμπερ. Αξίζει να προσεχθεί η αντίληψη του Πρασάντ για την ιστορία ανάδυσης και ανάπτυξης του καπιταλισμού ως μια διαδικασία που είναι από την πρώτη της στιγμή παγκόσμια. Με αυτήν την έννοια, η συγκρότηση ενός διεθνούς συστήματος καπιταλιστικής παραγωγής είναι αναπόσπαστη πλευρά της ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της σταδιακής κυριαρχίας του σε κάθε τοπικό/εθνικό κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό, ο οποίος, σε αυτήν την περίπτωση, μπορεί να γίνει αντιληπτός μόνο ως ένα υποσύστημα του συνολικού -υπό διαμόρφωση- διεθνούς συστήματος (σχετικά με το ζήτημα αυτό θα ακολουθήσει το επόμενο διάστημα η μετάφραση και ενός θεωρητικού δοκιμίου του Τόνυ Σμιθ).
Μια τέτοια αντίληψη μπορεί να συμφιλιώσει μια -φαινομενική μόνο- αντίφαση μεταξύ λογικού και ιστορικού όσον αφορά την πολιτική οικονομία του καπιταλισμού.
Από τη μια, οι τρεις τόμοι του «Κεφαλαίου» του Μαρξ, αναπαριστούν θεωρητικά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής σε ένα επίπεδο αφαίρεσης που δεν περιλαμβάνει -παρά υπόρρητα μόνο- το κράτος και τη διεθνή αγορά. Με αυτά τα θέματα ο Μαρξ θα ασχολούνταν σε επόμενους τόμους που δεν μπόρεσε ποτέ να γράψει. Ωστόσο, ένα τέτοιο θεωρητικό σχέδιο, το οποίο μοιάζει να θεωρεί ότι μπορεί να ασχοληθεί με τα ζητήματα αυτά σε επόμενα στάδια της πορείας από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, δεν μπορεί να δεσμεύει τον σύγχρονο μαρξισμό, από τη στιγμή που το διεθνές σύστημα έχει πλέον αναδειχθεί ως ένα κατεξοχήν ολοκληρωμένο, καπιταλιστικό σύστημα, με έναν εσωτερικό, καταμερισμό εργασίας, και λειτουργεί κυρίαρχα υπό τους νόμους του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (νόμος της αξίας, νόμοι της υπεραξίας κ.ο.κ.).
Από την άλλη, η ανάδειξη του διεθνούς αυτού συστήματος, δεν μπορεί παρά να τροποποιήσει και την αναπαράσταση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στο υψηλότερο επίπεδο αφαίρεσης, αυτό των τριών τόμων του «Κεφαλαίου», καθώς η αναλυτική πορεία από το συγκεκριμένο προς το αφηρημένο δεν σταματά, αλλά πρέπει κι αυτή να αναπαριστά θεωρητικά τη διαμόρφωση του εν λόγω διεθνούς συστήματος. Εντός του διεθνούς αυτού συστήματος, παραδοχές περί μιας ενιαίας κοινωνίας, με τις συνθήκες αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης και της φύσης, άρα και του κεφαλαίου, να υπάγονται στην ενιαία εξουσία ενός ενιαίου κράτους, εντός του οποίου επικρατεί η τυπική ισότητα και ελευθερία όλων των πολιτών, όπως και η οικονομική πλευρά των ίδιων παραδοχών, περί της κυριαρχίας τάσεων εξίσωσης της αξίας της εργασιακής δύναμης, του βαθμού εκμετάλλευσής της (ποσοστό υπεραξίας) και του ποσοστού κέρδους, δεν μπορούν πλέον να ισχύουν. Κατά συνέπεια, έννοιες όπως της υπερεκμετάλλευσης της εργασίας, της διασποράς της αξίας της εργασιακής δύναμης και του βαθμού εκμετάλλευσής της, της εκμετάλλευσης στη βάση της άνισης ανταλλαγής ή και της άμεσης απαλλοτρίωσης, ή με άλλα λόγια, της διαρκούς επέκτασης των ορίων της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης με όρους «πρωταρχικής συσσώρευσης», αναβαθμίζονται θεωρητικά για να βρουν μια κεντρική θέση δίπλα π.χ. στους νόμους της απόλυτης και σχετικής υπεραξίας.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο τροποποιείται η θεωρία από την ιστορία, αλλά και η θεωρία αντανακλά την πραγματική ιστορική εξέλιξη με διαλεκτικό τρόπο, χωρίς να παραμένει δέσμια ανιστορικών, εν τέλει δογματικών και μεταφυσικών, αφαιρέσεων.
Στο παρόν άρθρο ο Πρασάντ εξηγεί πως η ανάπτυξη του καπιταλισμού στις βιομηχανικές μητροπόλεις και ταυτόχρονα αποικιοκρατικές δυνάμεις δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς τη σχέση υπαγωγής των αποικιών στην ανάπτυξή αυτή, τον σχετικό ρόλο που έπαιξαν διαχρονικά οι πρακτικές άμεσης απαλλοτρίωσης («πρωταρχικής συσσώρευσης»), τη σημασία των αποικιοκρατικών και ιμπεριαλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης και καταπίεσης για την αναπαραγωγή γενικότερα της κοινωνικής ζωής στις τότε αποικίες και σήμερα εξαρτημένες από τον ιμπεριαλισμό χώρες, κ.ο.κ.
Παραπλεύρως, από το άρθρο του Πρασάντ αναδεικνύεται ότι η θεωρητική αντίληψη των Δυτικών Μαρξιστών σαν τον Τσίμπερ χαρακτηρίζεται από έναν μεθοδολογικό εθνικισμό, καθώς «αφαιρείται» η κεντρικότητα αυτή της αποικιοκρατίας, απλώς μέσω της επιλογής να …αγνοηθεί η πραγματική ιστορία, με έναν τρόπο που σε καμία περίπτωση δεν συναντάται στη βιβλιογραφία των κλασσικών του μαρξισμού, τόσο των Μαρξ – Ένγκελς, όσο και του Λένιν. Ο μεθοδολογικός αυτός εθνικισμός αναδεικνύει με ειρωνικό τρόπο τη σοσιαλσωβινιστική βάση του Δυτικού Μαρξισμού αν ληφθεί υπόψη ότι ο μαρξισμός αυτός συνηθίζει να κατηγορεί τα αντιιμπεριαλιστικά ή αντιαποικιοκρατικά κινήματα για εθνικισμό, ή τους μαρξιστές που στέκονται αλληλέγγυοι σε αυτά για «καμπισμό», δηλ. «επιλογή στρατοπέδου»…
Διονύσης Περδίκης
*Ο Βίτζει Πρασάντ είναι διευθυντής της Τριηπειρωτικής: Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών. Τα πιο πρόσφατα βιβλία του Πρασάντ είναι: On Cuba (σε συνεργασία με τον Noam Chomsky, The New Press, 2024) και The International Monetary Fund Suffocates the World (σε συνεργασία με τον Grieve Chelwa, Inkani Books, 2025).
Ο συγγραφέας ευχαριστεί τους Eduardo Rodriguez, John Bellamy Foster, Maisa Bascuas, Miguel Stedile, Shiran Ilanperuma και Tings Chak για τα σχόλιά τους. Η γενική προσέγγιση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον Aijaz Ahmad (1941–2022), από τον οποίο προήλθαν στοιχεία ενός ζωντανού και αναπνέοντος μαρξισμού.
Στα μέσα Δεκεμβρίου του 2025, η Μελίσα Νάσεκ (Melissa Nascheck) από τους Δημοκρατικούς Σοσιαλιστές της Αμερικής πραγματοποίησε συνέντευξη με τον κοινωνιολόγο του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης Βίβεκ Τσίμπερ (Vivek Chibber) για το podcast Confronting Capitalism (Σ.τ.Μ., Αντιμετωπίζοντας τον Καπιταλισμό), η οποία στη συνέχεια δημοσιεύθηκε ως ελαφρώς επεξεργασμένη μεταγραφή στο περιοδικό Jacobin[i]. Άκουσα το podcast και στη συνέχεια διάβασα και ξαναδιάβασα τη μεταγραφή αρκετές φορές. Κάθε φορά που διάβαζα τη μεταγραφή, με εξέπληττε το γεγονός ότι ο Τσίμπερ, ο οποίος είναι καθηγητής κοινωνιολογίας και εκδότης του περιοδικού Catalyst (Σ.τ.Μ., Καταλύτης), είχε αποφασίσει να διατυπώσει τόσο ισχυρές θέσεις σχετικά με τις ρίζες του καπιταλισμού και τον δευτερεύοντα ρόλο της αποικιοκρατίας στη γένεσή του μέσω ενός podcast και όχι μέσω ενός εκτενούς γραπτού κειμένου με παραπομπές.
Διότι, στον κόσμο του μαρξισμού, αυτή η συζήτηση για την προέλευση του καπιταλισμού έχει απασχολήσει μελετητές που εργάζονται σε πολλές γλώσσες. Στα αγγλικά — τη γλώσσα του podcast — η συζήτηση ξεκίνησε από ένα βιβλίο του Μωρίς Ντομπ (Maurice Dobb), Μελέτες για την Ανάπτυξη του Καπιταλισμού (1948) (Σ.τ.Μ., Studies in the Development of Capitalism, 1948], το οποίο προκάλεσε μια κριτική από τον Πολ Σουίζι (Paul Sweezy) στο Επιστήμη και Κοινωνία (1950) (Σ.τ.Μ., Science and Society (1950)) και στη συνέχεια μια συζήτηση που συγκεντρώθηκε από τον Rodney Hilton στο Μετάβαση από την Φεουδαρχία στον Καπιταλισμό (1976) (Σ.τ.Μ., The Transition from Feudalism to Capitalism (1976)), με δοκίμια από τους Christopher Hill, Eric Hobsbawm, George Lefebvre, John Merrington, Giuliano Procacci, Kohachiro Takahishi, Sweezy και Dobb. Αυτή η συζήτηση αναθεωρήθηκε για άλλη μια φορά μετά τη δημοσίευση του άρθρου του Ρόμπερτ Μπρένερ (Robert Brenner), Η δομή της αγροτικής τάξης και η οικονομική ανάπτυξη στην προβιομηχανική Ευρώπη (1976) (Σ.τ.Μ., Agrarian Class Structure and Economic Development in Pre-Industrial Europe στο Past and Present (1976)), το οποίο προκάλεσε αντιδράσεις από μια σειρά μελετητών (M. M. Postan, Emmanuel Le Roy Ladurie, Patricia Croot, David Parker, J. P. Cooper, H. Wunder, A. Klima και Rodney Hilton), οι οποίες συγκεντρώθηκαν σε έναν τόμο με τίτλο Το ντιμπέϊτ του Μπρένερ: Η δομή της αγροτικής τάξης και η οικονομική ανάπτυξη στην προβιομηχανική Ευρώπη (Σ.τ.Μ., The Brenner Debate: Agrarian Class Structure and Economic Development in Pre-Industrial Europe), υπό την επιμέλεια των T. H. Aston και C. H. E. Philpin (1985). Παραθέτω αυτά τα δύο βιβλία —τη συζήτηση Ντομπ-Σουίζι και τη συζήτηση Μπρένερ— για να δείξω ότι υπάρχει μια μακρά παράδοση διαμάχης σχετικά με τα γεγονότα της μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό στην Ευρώπη και τον τρόπο χάραξης των βασικών γραμμών της θεωρίας[ii]. Πρόκειται για εξαιρετικά προσεκτικές περιγραφές, βασισμένες στα εμπειρικά δεδομένα που ήταν διαθέσιμα κάθε φορά και υποστηριζόμενες με προσοχή από όλες τις πλευρές, παρά τις μεγάλες πολιτικές διαφορές τους.
Θα ήταν προτιμότερο, αν ο Τσίμπερ ήθελε να ξεκινήσει μια συζήτηση σχετικά με τα ζητήματα της προέλευσης του καπιταλισμού και του ρόλου της αποικιοκρατίας, αυτή η πρωτοβουλία να είχε οδηγήσει σε κάτι άλλο εκτός από ένα podcast ως κίνητρο για συζήτηση. Όπως έχουν τα πράγματα, η περιφρονητική στάση του απέναντι στα επιχειρήματα με τα οποία διαφωνεί («απόλυτη ανοησία» και «παράλογο», λέει ο Τσίμπερ· «μοδάτο», λέει η Νάσεκ) καθιστά δύσκολο να γνωρίζουμε ακριβώς πόσο σοβαρά αντιμετωπίζουν αυτά τα ζητήματα και αν θα δέχονταν καν μια σοβαρή απάντηση πέρα από τα κλικ στα κοινωνικά μέσα.
Ωστόσο, τα ζητήματα που θέτει ο Τσίμπερ είναι πολύ σημαντικά όχι μόνο για την ακαδημαϊκή κατανόηση του παρελθόντος, αλλά εξίσου και για την πολιτική στρατηγική που απαιτείται στο παρόν (για παράδειγμα, γύρω από την αυξανόμενη συζήτηση στην αφρικανική αριστερά – που ανέλαβε το Παν-αφρικανικό Προοδευτικό Φόρουμ (Σ.τ.Μ., Pan-African Progressive Forum) – γύρω από το ζήτημα των αποζημιώσεων). Ο τίτλος της συνέντευξης είναι: «Η αποικιοκρατική λεηλασία δεν δημιούργησε τον καπιταλισμό». Αυτό φαίνεται να είναι μια πολύ ακραία εκδοχή του επιχειρήματος που φαίνεται να προβάλλει ο Τσίμπερ, αν και, δεδομένου ότι πρόκειται για podcast, είναι δύσκολο, πέρα από αυτόν τον τίτλο, να γνωρίζουμε ακριβώς τι λέει για τη σχέση μεταξύ αποικιακής λεηλασίας και καπιταλισμού. Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι ο τίτλος αυτός αναιρεί ένα επιχείρημα που σίγουρα δεν προβάλλουν οι μελετητές που ενδιαφέρονται για τη σχέση μεταξύ καπιταλισμού και αποικιοκρατίας. Κανένας σοβαρός μελετητής δεν υποστηρίζει ότι η αποικιοκρατία δημιούργησε τον καπιταλισμό. Η σοβαρή ακαδημαϊκή έρευνα (από το Slavery and Capitalism [1944] του Eric Williams έως το Slavery and Capitalism: A New Marxist History [2025] του David McNally) υποστηρίζει ότι δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει την ανάπτυξη και την επέκταση του καπιταλισμού, και ιδίως τη Βιομηχανική Επανάσταση στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, δηλαδή την εμφάνιση του βιομηχανικού καπιταλισμού, χωρίς την κυκλική διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου που προέρχεται όχι μόνο από την υπεραξία που αποσπάται από τους εργάτες, αλλά και από τους κύκλους υπερεκμετάλλευσης των αποικιακών και στη συνέχεια πρώην αποικιακών τμημάτων του κόσμου μέσω θεσμών όπως η δουλεία και η μόνιμη υπερχρέωση[iii]. Το επιχείρημα δεν είναι ότι ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να είχε αναδυθεί σε οποιονδήποτε πιθανό κόσμο χωρίς την αποικιοκρατία, αλλά ότι ο καπιταλισμός όπως αναδύθηκε ιστορικά —βιομηχανικός, παγκόσμιος, φυλετικοποιημένος και αυτοκρατορικός— ήταν αδιαχώριστος από την αποικιακή απαλλοτρίωση.
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις του Τσίμπερ είναι όταν αναφέρει ότι «εμπειρικά, μπορούμε να αποδείξουμε ότι ήταν λάθος» να πιστεύει κανείς ότι «ο Παγκόσμιος Βορράς παραμένει πλούσιος χάρη στη λεηλασία του Νότου». Είναι δύσκολο να γνωρίζουμε ακριβώς σε ποιο εμπειρικό σύνολο δεδομένων αναφέρεται ο Τσίμπερ σε αυτό το σχόλιο. Τον 19ο αιώνα, ο Dadabhai Naoroji ανέπτυξε τους πρώτους υπολογισμούς για τη διαρροή πλούτου από την Ινδία, για παράδειγμα, οι οποίοι στη συνέχεια μελετήθηκαν σε επαρχιακό επίπεδο από τον B. R. Ambedkar και πρόσφατα υπολογίστηκαν από την Utsa Patnaik[iv]. Κατά την τελευταία δεκαετία, ο Jason Hickel και η ομάδα του στη Βαρκελώνη έχουν δημοσιεύσει μια σειρά σημαντικών άρθρων που αποδεικνύουν την πραγματικότητα της αποστράγγισης πλούτου από τον Νότο προς τον Βορρά, όχι στο μακρινό παρελθόν, αλλά από το 1960, όταν τα δεδομένα είναι πιο αξιόπιστα. Σε ένα άρθρο, για παράδειγμα, υπολογίζουν ότι ο Παγκόσμιος Βορράς απέσπασε 18,4 τρισεκατομμύρια δολάρια μέσω της διαδικασίας της άνισης ανταλλαγής (ή του παγκόσμιου αρμπιτράζ εργασίας) μόνο το 2021 — χωρίς να συμπεριλαμβάνονται όλοι οι πιο άμεσοι τρόποι με τους οποίους το πλεόνασμα αποσπάται από τον Παγκόσμιο Νότο[v]. Η Grieve Chelwa και εγώ έχουμε μελετήσει τη διαρροή πόρων που επέβαλε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στις περισσότερες αφρικανικές χώρες κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών και διαπιστώνουμε ότι οι δυτικές αγορές ομολόγων χρησιμοποιούνται ως βασικό μέσο για την κατάσχεση αξιών μέσω μιας σειράς διεφθαρμένων μηχανισμών (συμπεριλαμβανομένων των μεταβιβάσεων πληρωμών)[vi]. Αυτή η αδιάκοπη διαρροή εξασφαλίζει μια συνεχή ροή λεηλασίας προς τα ελεγχόμενα από τη Δύση χρηματοπιστωτικά συστήματα, η δύναμη των οποίων παραμένει ανέπαφη παρά τις μεγάλες αλλαγές που λαμβάνουν χώρα με τη μετατόπιση του κέντρου βάρους της παγκόσμιας οικονομίας προς την Ασία[vii]. Θα ήθελα να δω σε τι αναφέρεται ο Τσίμπερ όταν λέει ότι είναι «λάθος» να πιστεύουμε ότι αυτή η λεηλασία αποτελεί μόνιμο χαρακτηριστικό αυτού που ο Καρλ Μαρξ (στο Κεφάλαιο 26 του Κεφαλαίου, τόμος 1) αποκαλούσε «λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση» (ursprüngliche Akkumulation).
Παρά την ασάφεια ορισμένων σημείων στη συνέντευξη του Τσίμπερ, όπως αυτό που επισημάνθηκε παραπάνω, θα ήθελα να αναλύσω τρία θέματα για λόγους συζήτησης: πρώτον, τον Μαρξ και την πρωταρχική συσσώρευση· δεύτερον, τις ιδέες του Πολιτικού Μαρξισμού· και τρίτον, τον ρόλο της αποικιοκρατίας και του καπιταλισμού.
Μαρξισμός και Πρωταρχική Συσσώρευση
Στον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου», ο Μαρξ αναπτύσσει την έννοια της «λεγόμενης πρωτογενούς συσσώρευσης» ή «πρωταρχικής συσσώρευσης» (δεδομένου ότι ο γερμανικός όρος, ursprüngliche, τονίζει το θεμελιώδες στοιχείο). Το νόημα αυτού του τμήματος του «Κεφαλαίου» είναι διττό, με το πρώτο να τονίζεται από τον Τσίμπερ: πρώτον, να καταρρίψει τον αστικό μύθο ότι ο καπιταλισμός προέκυψε από τη λιτότητα, τη σκληρή δουλειά και την ειρηνική ανταλλαγή (όπως θα αναπτυσσόταν αργότερα από τον Μαξ Βέμπερ στο έργο του «Η Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού», 1904), και δεύτερον, να επιμείνει ότι ο καπιταλισμός γεννήθηκε παγκοσμίως μέσω οργανωμένης βίας που απομάκρυνε τους παραγωγούς από τα μέσα παραγωγής. Αυτή η πρωταρχική συσσώρευση δεν ήταν ένα κλειστό ιστορικό προοίμιο του καπιταλισμού στην Ευρώπη, αλλά μια συνεχιζόμενη παγκόσμια διαδικασία αδιαχώριστη από τον ιμπεριαλισμό και την αποικιοκρατία σε όλες τις μορφές του (δηλαδή, συμπεριλαμβανομένου της αποικιοκρατίας των εποίκων)[viii]. Για τον Μαρξ, αυτή η πρωταρχική συσσώρευση αναφέρεται στην περίφραξη των κοινόχρηστων γαιών στην Αγγλία, στην καταστροφή της αγροτικής αυτοσυντήρησης και στη δημιουργία ενός «ελεύθερου» προλεταριάτου που αναγκάστηκε να πουλήσει την εργατική του δύναμη. Αυτή η διαδικασία απαιτούσε κρατική βία — νόμους κατά της αλητείας, σκληρές τιμωρίες και την καταναγκαστική εξουσία του αναδυόμενου καπιταλιστικού κράτους[ix]. Σε αυτό το σημείο, δεν υπάρχει διαφωνία με τον Τσίμπερ, ο οποίος δίνει έμφαση στην αποστέρηση της περιουσίας και στη δημιουργία ενός νέου θεσμικού περιβάλλοντος για τον ανταγωνισμό και τη μεγιστοποίηση του κέρδους. Ωστόσο, ο Μαρξ είναι σαφής ότι αυτή η αγγλική και ολλανδική μεταμόρφωση δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς το παγκόσμιο ιστορικό της πλαίσιο (και, εξάλλου, η ολλανδική κυριαρχία άρχισε να κλονίζεται όταν έχασε τον έλεγχο της Αγκόλας, της Βραζιλίας και του Νέου Άμστερνταμ)[x]. Το μακρινό εμπόριο, οι αποικιακές κατακτήσεις, η γενοκτονία των αυτοχθόνων λαών στην Αμερική, την Αφρική και την Ασία, το διατλαντικό δουλεμπόριο και η λεηλασία που έγινε ρουτίνα σε αυτές τις περιοχές του κόσμου αποτέλεσαν καθοριστικές στιγμές στην άνοδο του καπιταλισμού.
Υποψιάζομαι ότι ο Τσίμπερ θα είχε πρόβλημα με τη φράση «καθοριστικές στιγμές». Αυτή η πρωταρχική συσσώρευση δεν είναι κάτι που συνέβη στο μακρινό παρελθόν, αλλά αποτελεί μια μόνιμη κατάσταση που επιβάλλεται στην περιφέρεια. Η αποικιοκρατία, και στη συνέχεια η νεοαποικιοκρατία (όπως έδειξε ο Κουάμε Νκρούμα (Kwame Nkrumah) το 1965 και αποκάλυψε περαιτέρω ο Γουόλτερ Ρόντνεϊ (Walter Rodney) το 1972), λειτούργησαν ως μηχανισμός συνεχούς απαλλοτρίωσης: κλοπή γης, καταναγκαστική εργασία, επιβολή με τη βία οικονομιών μονοκαλλιέργειας, εξόρυξη πόρων μέσω άδικων συμβάσεων εξόρυξης και μεταβιβάσεων πληρωμών, καθώς και καταστροφή της αυτόνομης κοινωνικής αναπαραγωγής και της κυρίαρχης εθνικής παραγωγής[xi]. Οι εθνικές και περιφερειακές οικονομίες στον αποικιοκρατούμενο κόσμο αναδιοργανώθηκαν όχι για να αναπτύξουν τις δικές τους παραγωγικές δυνάμεις, αλλά για να εξυπηρετήσουν τις αυτοκρατορικές διαδικασίες συσσώρευσης.
Η πρωταρχική συσσώρευση πρέπει να νοηθεί ως μια βίαιη αναδιοργάνωση της κοινωνικής αναπαραγωγής, και όχι απλώς ως απαλλοτρίωση γης και καταναγκαστική κινητοποίηση εργατικού δυναμικού για την παραγωγή εμπορευμάτων. Ο αποικιακός καπιταλισμός αποσυναρμολόγησε συστηματικά τις οικονομίες αυτοσυντήρησης, την κοινοτική χρήση της γης και τα συστήματα φροντίδας που βασίζονταν στις συγγενικές σχέσεις, αναγκάζοντας έτσι την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης να λάβει όλο και πιο επισφαλείς και θυληκοποιημένες μορφές μη αμειβόμενης ή κακοπληρωμένης εργασίας. Στις αποικίες, η εργασία των γυναικών —παραγωγή τροφίμων, εργασία φροντίδας, συλλογή νερού και καυσίμων, ανατροφή παιδιών και συντήρηση εκτοπισμένων κοινοτήτων— έγινε μια μη αναγνωρισμένη επιδότηση της αυτοκρατορικής συσσώρευσης. Αυτό δεν ήταν παρεμπίπτον της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά συστατικό στοιχείο της. Η φυτεία, το ορυχείο και η οικονομία μονοκαλλιέργειας μπορούσαν να λειτουργήσουν μόνο επειδή το κόστος αναπαραγωγής της εργασίας εξωτερικευόταν βίαια στα αποικισμένα νοικοκυριά και, εντός αυτών, στις γυναίκες. Η πρωταρχική συσσώρευση συνεπαγόταν έτσι όχι μόνο τον διαχωρισμό των παραγωγών από τα μέσα παραγωγής, αλλά και τον διαχωρισμό της κοινωνικής αναπαραγωγής από τον συλλογικό έλεγχο, υποτάσσοντάς την στις επιταγές των αυτοκρατορικών αγορών, των καθεστώτων χρέους και της φυλετικοποιημένης πατριαρχίας. Αυτή η καταστροφή και η αναδιοργάνωση της κοινωνικής αναπαραγωγής παραμένουν μεταξύ των πιο διαρκών και λιγότερο αναγνωρισμένων μηχανισμών μέσω των οποίων η πρωταρχική συσσώρευση συνεχίζει να λειτουργεί στον Παγκόσμιο Νότο[xii].
Στη μαρξιστική παράδοση, υπάρχουν διάφορες ερμηνείες της έννοιας της πρωταρχικής συσσώρευσης, αλλά αυτό που αποδεικνύουν τα γεγονότα —και έχει διαπιστωθεί, για παράδειγμα, στο έργο του Σαμίρ Αμίν, μεταξύ άλλων— είναι ότι ο ιμπεριαλισμός δεν αποτελεί απόρροια του καπιταλισμού, αλλά αποτελεί θεμελιώδη στοιχείο του ίδιου του καπιταλισμού[xiii]. Στην πραγματικότητα, η αγγλική μετάφραση του ursprüngliche ως «πρωτόγονος» είναι ακριβής από άλλη άποψη, επειδή αυτή η μορφή συσσώρευσης δεν πραγματοποιείται μέσω του νόμου της αξίας, αλλά μέσω ωμής βίας, μιας πρωτόγονης βίας που ασκείται μέσω καθεστώτων χρέους, προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής, αρπαγής γης και χρήσης υβριδικών τεχνολογιών πολέμου. Αυτή είναι η βία της πρωτόγονης συσσώρευσης, την οποία ο Μαρξ τόνιζε ότι δεν ήταν τόσο συσσώρευση όσο απαλλοτρίωση. Χρησιμοποιήθηκε όχι μόνο για να αποσπάσει τους παραγωγούς από τα μέσα παραγωγής τους στην Αγγλία και την Ολλανδία, αλλά και για να το πράξει με πολύ μεγαλύτερη βία στην Αμερική, την Αφρική και την Ασία, καθώς και στην Ιρλανδία, όπου οι παραγωγοί έχασαν τα μέσα παραγωγής τους (ιδίως τη γη και τα δικαιώματα επί της γης) και αναγκάστηκαν να εργάζονται ως «ελεύθεροι» εργάτες στο πλαίσιο κοινωνικών ιεραρχιών που δεν είχαν καταργηθεί (όπως οι ιεραρχίες των καστών και των φυλών). Ολόκληρες κοινωνίες στον αποικιοκρατούμενο κόσμο μετασχηματίστηκαν από τις διαδικασίες του ιμπεριαλισμού για να εξυπηρετήσουν τις ορέξεις των χωρών του πυρήνα. Το παράδειγμα μπορεί να προέρχεται από την ίδια την Ιρλανδία, την πρώτη αποικία της Αγγλίας, η οποία σχεδιάστηκε από τους Άγγλους γαιοκτήμονες για να μεταφέρει σιτηρά, κρέας και γαλακτοκομικά προϊόντα στην Αγγλία (όπως σημείωσε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο), ενώ οι Ιρλανδοί αγρότες επιβίωναν με πατάτες και στη συνέχεια —καθώς η πείνα εντεινόταν— μετανάστευαν στην Αγγλία για να εργαστούν με χαμηλούς μισθούς στα εργοστάσια, και αργότερα μετανάστευαν στις αποικίες για εργασία και στις αποικίες των εποίκων για γη[xiv].
Η διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης διαμόρφωσε νέες κοινωνικές σχέσεις (συμπεριλαμβανομένου ενός νέου διεθνούς καταμερισμού εργασίας), όπου οι κάτοικοι των αποικιών βρέθηκαν να παράγουν τεράστιες ποσότητες κοινωνικού πλούτου όχι για τον εαυτό τους ούτε καν για τους δικούς τους εθνικούς καπιταλιστές, αλλά για να διοχετεύονται προς το κέντρο του αποικιακού συστήματος και να ενισχύουν τη συσσώρευση κεφαλαίου του στον τομέα της βιομηχανίας και των χρηματοοικονομικών. Για παράδειγμα, στην αντιβασιλεία του Περού, ο αντιβασιλέας Φρανσίσκο ντε Τολέδο καθιέρωσε το σύστημα μίτα (Σ.τ.Μ., mita), της καταναγκαστικής εργασίας, στο πλαίσιο του οποίου ένας στους επτά ενήλικες άνδρες έπρεπε να εργάζεται χωρίς αμοιβή για λογαριασμό της ισπανικής κορώνας. Οι mitayos εργάζονταν στα ορυχεία αργύρου με τα δικά τους εργαλεία και υποστηρίζονταν από τις κοινότητές τους, παρέχοντας εργασία που ήταν ακόμη φθηνότερη από τη δουλεία και καθιερώνοντας νέες κοινωνικές σχέσεις στις Άνδεις που διήρκεσαν περισσότερο από το ασήμι στα ορυχεία του Ποτοσί[xv]. Η μετατροπή αυτών των κοινωνικών σχέσεων σε μορφές κοινωνικής δραστηριότητας για την αποικιακή παραγωγή εμπορευμάτων που στήριξε την ανάπτυξη του καπιταλισμού —και καθιέρωσε έναν διεθνή καταμερισμό εργασίας— αγνοείται από τον Τσίμπερ σε αυτό το σχόλιο[xvi].
Ο Τσίμπερ κάνει μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση ότι δεν μετράει απλώς το κεφάλαιο που εκλάπη, καθώς οι Πορτογάλοι και οι Ισπανοί είχαν μεταφέρει τα τεράστια αποθέματα αργύρου της Αμερικής στην Ιβηρική Χερσόνησο χωρίς στη συνέχεια να μετατρέψουν αυτό το κεφάλαιο σε βιομηχανία και, κατά συνέπεια, σε συσσώρευση κεφαλαίου. Το 1956, ο Πιέρ Βιλάρ (Pierre Vilar) έγραψε ένα προκλητικό δοκίμιο για τον Δον Κιχώτη (1605) του Μιγκέλ ντε Θερβάντες, το οποίο περιλαμβάνει μια υποενότητα με τίτλο «Ισπανικός ιμπεριαλισμός: το ανώτατο στάδιο της φεουδαρχίας»[xvii]. Ο Βιλάρ υποστήριξε ότι τα ασημένια νομίσματα που εισέρευσαν στην Ισπανία προκάλεσαν τεράστια πληθωριστικά φαινόμενα και δεν μετέτρεψαν, όπως επισήμανε και ο Τσίμπερ, την Ιβηρική Χερσόνησο σε κόμβο του καπιταλισμού. Ωστόσο, εδώ ο Βιλάρ και ο Τσίμπερ παραμένουν δεσμευμένοι από μια κοσμοϊστορική οπτική που είναι εθνικιστική και δεν βλέπουν τα παγκόσμια πλοκάμια που είχαν ήδη τυλίξει την Ιβηρική Χερσόνησο αιώνες νωρίτερα. Το 1407, οι Γενουάτες χρηματοδότες ίδρυσαν την Casa di San Giorgio, μια ιδιωτική τράπεζα που έλεγχε τα δημόσια οικονομικά της Γένοβας[xviii]. Η Casa di San Giorgio και άλλα παρόμοια ιδρύματα αναδείχθηκαν ως καθοριστικά για τη χρηματοδότηση του μακρινών αποστάσεων εμπορίου προς την Ασία, την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, τη Βόρεια Αφρική και την Ισπανία. Τον 15ο αιώνα, οι τραπεζίτες της Γένοβας ανέλαβαν τα οικονομικά της Ισπανίας, στήριξαν την Ιερά Εξέταση στο πλαίσιο της προσπάθειάς τους να αναδειχθούν σε κορυφαίους εμπόρους της περιοχής της Μεσογείου (συμπεριλαμβανομένης της Ανδαλουσίας και του Μαρόκου, που έλεγχαν τις εισόδους του Ατλαντικού Ωκεανού) και στη συνέχεια χρηματοδότησαν την ανάπτυξη ιβηρικών φυτειών ζάχαρης στη Μαδέρα (ήδη από το 1450), στις Καναρίους Νήσους (στα τέλη του 15ου αιώνα) και στο Σάο Τομέ (στα τέλη του 15ου αιώνα). Αυτές οι φυτείες, με καπιταλιστικό προσανατολισμό, αποτέλεσαν πρότυπα για τις φυτείες που επρόκειτο να δημιουργηθούν στην Αμερική (στην Ισπανιόλα μεταξύ 1516 και 1520, και στο Πουέρτο Ρίκο και την Κούβα τη δεκαετία που ακολούθησε)[xix]. Είναι ακατανόητο πώς ο Τσίμπερ (και ο Βιλάρ) μπορούν να αγνοήσουν τις φυτείες ζάχαρης της Μεσογείου, του Ατλαντικού και της Αμερικής. Αξίζει να ληφθεί υπόψη η «τέταρτη παρατήρηση» του Μαρξ στο έργο Η αθλιότητα της φιλοσοφίας (1847): «Η άμεση δουλεία αποτελεί τον άξονα της αστικής βιομηχανίας εξίσου με τα μηχανήματα, τις πιστώσεις κ.λπ. Χωρίς δουλεία δεν υπάρχει βαμβάκι· χωρίς βαμβάκι δεν υπάρχει σύγχρονη βιομηχανία. Η δουλεία είναι αυτή που έδωσε αξία στις αποικίες· οι αποικίες είναι αυτές που δημιούργησαν το παγκόσμιο εμπόριο, και το παγκόσμιο εμπόριο είναι η προϋπόθεση της μεγάλης βιομηχανίας. Έτσι, η δουλεία είναι μια οικονομική κατηγορία υψίστης σημασίας».
Η κλοπή του χρυσού της Αφρικής και του αργύρου της Αμερικής από τους Ισπανούς και τους Πορτογάλους αποτέλεσε την πρωταρχική επένδυση για τις οικονομίες των φυτειών τους, οι οποίες εντάχθηκαν στο καπιταλιστικό σύστημα του αναπτυσσόμενου κόσμου, με επίκεντρο τελικά το Λονδίνο. Ήταν αυτό το κεφάλαιο από το Λονδίνο που στη συνέχεια επανεντάχθηκε στους κύκλους του ιμπεριαλισμού για να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη υποδομών στη Λατινική Αμερική, με σκοπό την ενίσχυση των δομών της νεοαποικιακής εκμετάλλευσης του πλούτου[xx]. Μεταξύ των Ισπανών μαρξιστών, υπάρχει συναίνεση ότι οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις εμφανίστηκαν αργότερα από ό,τι σε άλλα μέρη της Ευρώπης, ότι οι έμποροι της Ισπανίας δρούσαν εντός των περιορισμών που έθετε η μοναρχία και παρέμεναν αδύναμοι, και ότι αναδύθηκαν μόνο μετά την εισβολή του Ναπολέοντα το 1808[xxi]. Όταν ο Τσίμπερ λέει ότι «η Ισπανία και η Πορτογαλία θα έπρεπε να είχαν πραγματοποιήσει τις πρώτες μεταβάσεις στον καπιταλισμό», αγνοεί την πολύπλοκη κοινωνική ιστορία της Ιβηρικής Χερσονήσου, τους δεσμούς της με το γενοβέζικο κεφάλαιο και την απομάκρυνση του αμερικανικού αργύρου από την Ιβηρική Χερσόνησο για τη χρηματοδότηση του ολλανδικού και αγγλικού εμπορίου και της μετάβασής τους στον καπιταλισμό. Δεν επρόκειτο για εθνικό εγχείρημα, αλλά για περιφερειακό ή ηπειρωτικό, και αυτό ακριβώς είναι που δεν βλέπει ο Τσίμπερ — ο οποίος φαίνεται να εφαρμόζει έναν μεθοδολογικό εθνικισμό[xxii].
Τα Όρια του Πολιτικού Μαρξισμού
Προς το τέλος της συνέντευξής του, ο Τσίμπερ επισημαίνει ότι οι ιδέες του βασίζονται στο έργο του Ρόμπερτ Μπρένερ, «ο οποίος ανέδειξε αυτό το σημείο με τον πιο εμφατικό τρόπο». Αργότερα, όταν η Νάσεκ αναφέρει την Έλεν Μέικσινς Γουντ (Ellen Meiksins Wood), ο Τσίμπερ απαντά ότι «η ίδια βασίστηκε στα επιχειρήματα του Μπρένερ». Είναι σημαντικό να παρουσιάσουμε αυτή την κοσμοθεωρία στον αναγνώστη που ίσως δεν είναι εξοικειωμένος με τη συζήτηση Μπρένερ της δεκαετίας του 1970 και του 1980 και την αναβίωση αυτής της συζήτησης με τα διάφορα βιβλία της Γουντ στη δεκαετία του 1990[xxiii]. Για τον Μπρένερ και τη Γουντ, η οποία υιοθέτησε τον όρο «Πολιτικός Μαρξισμός» για να περιγράψει την προσέγγισή τους, ο καπιταλισμός δεν προήλθε από το εμπόριο, τις αγορές ή την αύξηση του πληθυσμού, και δεν επωφελήθηκε από την αποικιοκρατία, αλλά προήλθε από ιστορικά συγκεκριμένες αγροτικές ταξικές σχέσεις που ανάγκασαν τόσο τους γαιοκτήμονες όσο και τους παραγωγούς να αναπαραχθούν μέσω της εξάρτησης από την ανταγωνιστική αγορά. Οι αγροτικές ταξικές σχέσεις στην Αγγλία είναι καθοριστικές για αυτή τη διαδικασία, και είναι όταν οι αγροτικές τάξεις υποβάλλονται στις πιέσεις της αγοράς που μπορούν να εντοπιστούν οι ρίζες του καπιταλισμού. Από αυτή την άποψη, η Ιρλανδία είτε εξαφανίζεται (όπως στον Μπρένερ) είτε επανεμφανίζεται (όπως στη Γουντ) μόνο για να διακριθεί από άλλες αποικιακές εμπειρίες, αλλά το ίδιο ισχύει και για την Ασία, την Αφρική και, φυσικά, την Αμερική — και, εκπληκτικά, το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες Βρετανικές Νήσους και την Ευρώπη. Πρόκειται απλώς για μια αγγλική ιστορία, με την Αγγλία να αποτελεί τον πρωτεργάτη μέσω της δικής της συγκεκριμένης κοινωνικής ιστορίας των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων.
Σε μια σύντομη σημείωση σχετικά με τη συζήτηση για τον Μπρένερ, ο διακεκριμένος Ινδός ιστορικός Ιρφάν Χαμπίμπ (Irfan Habib) γράφει ότι η άποψη του Μπρένερ αποτελεί μια «παραμυθένια εικόνα της διαδικασίας που οδήγησε στην αγγλική βιομηχανική επανάσταση και στη μετατροπή της Αγγλίας στην πρώτη βιομηχανική-καπιταλιστική οικονομία του κόσμου»[xxiv]. Ο Χαμπίμπ παραθέτει διάφορους σημαντικούς λόγους για τους οποίους συμβαίνει αυτό: πρώτον, ότι ο Μπρένερ αγνοεί τον ρόλο των μηχανημάτων και του εργοστασίου, αγνοώντας κατά συνέπεια και τη θέση τους στην καπιταλιστική μεταμόρφωση της γεωργίας. Δεύτερον, ο Μπρένερ συσκοτίζει τον ρόλο της Ιρλανδίας ως αποθέματος από το οποίο μπορούσαν να προμηθευτούν τρόφιμα σε χαμηλότερες τιμές όχι μόνο η βιομηχανική εργατική τάξη, αλλά και ο αγροτικός πληθυσμός, ο οποίος διαφορετικά αντιμετώπιζε κατάρρευση των εισοδημάτων του λόγω της καταστροφής των οικιακών βιοτεχνιών και των αγροκτημάτων αυτοσυντήρησής του. Τρίτον, ο Μπρένερ παραβλέπει τα έσοδα από το διατλαντικό δουλεμπόριο, το εμπόριο αγαθών που παρήγαγαν οι φυτείες σκλάβων και τον φόρο από την Ινδία. Τέταρτον, ο Μπρένερ αγνοεί την ταξική πάλη εναντίον της αγροτιάς (όπως η βία του κινήματος των περιφράξεων του 18ου αιώνα) και την ταξική πάλη της αγροτιάς (από την Εξέγερση του Kett το 1549 έως τις ταραχές του Captain Swing το 1830–1831)[xxv].
Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ γράφει ότι «Αν και συναντάμε τα πρώτα σημάδια της καπιταλιστικής παραγωγής ήδη από τον 14ο ή τον 15ο αιώνα, σποραδικά, σε ορισμένες πόλεις της Μεσογείου, η καπιταλιστική εποχή χρονολογείται από τον 16ο αιώνα»[xxvi]. Ο Μπρένερ διατηρεί την ίδια χρονική περίοδο, αλλά τοποθετεί την προέλευση αποκλειστικά στην αγγλική ύπαιθρο. Ο Τσίμπερ δηλώνει ότι ο καπιταλισμός αναδύεται «από τα μέσα έως τα τέλη του 15ου αιώνα. Έτσι, γύρω στο 1550 ή το 1560, έχουμε ουσιαστικά μια πραγματικά καπιταλιστική οικονομία. Αυτό συμβαίνει περίπου εκατό χρόνια πριν η Αγγλία αποκτήσει οποιαδήποτε μορφή πραγματικής αυτοκρατορίας». Αυτή είναι η κλασική προσέγγιση του Μπρένερ, η οποία αγνοεί τη διαδικασία της καπιταλιστικής ανάπτυξης που πρέπει να περιλαμβάνει τη μηχανή (την οποία αναφέρει ο Χαμπίμπ). Η μηχανή δεν είναι απλώς ένας ενισχυτής της παραγωγικότητας, αλλά μια υλική κοινωνική σχέση που αναδιοργανώνει την εργασιακή πειθαρχία, το χρόνο και τις δεξιότητες, καθώς και ενισχύει την εξαγωγή πλεονάσματος. Η μηχανή επέτρεψε τη δημιουργία νέων κοινωνικών σχέσεων και δεν εξέφραζε απλώς τις υπάρχουσες. Όπως επέμεινε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, η μηχανή δεν είναι μια ουδέτερη τεχνική πρόοδος, αλλά «το πιο ισχυρό όπλο για την καταστολή των απεργιών» και για τη μεταμόρφωση της ίδιας της εργασιακής διαδικασίας, υποτάσσοντας τη ζωντανή εργασία στη νεκρή εργασία και καθιστώντας συστηματική τη σχετική υπεραξία[xxvii]. Αν θέσουμε σοβαρά το ζήτημα της μηχανής, τότε πρέπει να κατανοήσουμε και τον ρόλο της στην αποικιακή παραγωγή: πρώτον, στους ζαχαρουργούς της Μαδέρας, των Καναρίων Νήσων, του Σάο Τομέ και της Καραϊβικής από το 1450 και μετά· και, δεύτερον, τον ρόλο των μηχανημάτων εξόρυξης στο Ποτοσί, στο Ζακατέκας και στην Κεντρική Ευρώπη από το 1500 και μετά[xxviii].
Αυτές οι εξελίξεις λαμβάνουν χώρα πριν από την εφεύρεση των βασικών στοιχείων των κλωστοϋφαντουργικών μηχανημάτων, όπως η «Spinning Jenny» (1764), το «Water Frame» (1769), το «Mule» (1779), ο μηχανικός αργαλειός (1780) και η ατμομηχανή (1763). Στην πραγματικότητα, είναι λογικό ο Τσίμπερ να μην γνωρίζει τη σημασία της ριζικής μεταμόρφωσης των κοινωνικών σχέσεων στη Μαδέρα ή στο Ζακατέκας από τη μηχανή και της διαμόρφωσής τους σε καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, επειδή η βιβλιογραφία σχετικά με αυτές τις εξελίξεις είτε δεν είναι στα αγγλικά είτε δεν έχει εκδοθεί από εκδοτικούς οίκους της μητρόπολης[xxix]. Η απουσία των μηχανημάτων σε αυτή τη βιβλιογραφία όσον αφορά τον ρόλο τους στη διευρυμένη αναπαραγωγή, καθώς και η απουσία των πρώιμων φυτειών στη Μεσόγειο και στον Ατλαντικό, αποκαλύπτει την στενότητα της προοπτικής του Πολιτικού Μαρξισμού, ο οποίος αρκείται στα αγγλικά αρχεία φεουδαρχικών και αριστοκρατικών κτημάτων (αγνοώντας ακόμη και τα εκκλησιαστικά μητρώα ως πηγές δημογραφικού υλικού, τα εγχειρίδια μηχανικής, τις εκθέσεις των επιθεωρητών εργοστασίων, τα λογιστικά βιβλία και τα καθολικά, τα αρχεία κτημάτων και τα τεχνολογικά εγχειρίδια).
Ο Πολιτικός Μαρξισμός, ή τουλάχιστον τα πρώιμα έργα του Μπρένερ και τα μεταγενέστερα έργα της Γουντ, δείχνουν πώς οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις επέβαλαν πειθαρχία στην εργασία στην Αγγλία και σε άλλα μέρη του βορειοατλαντικού κόσμου. Αυτό που δεν δείχνει είναι η σχέση αυτής της πειθαρχημένης εργασίας με τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου και με την αποστέρηση γης, εργασίας και ορυκτών στις αποικίες. Μια ακριβής περιγραφή των πολύπλοκων ριζών του καπιταλισμού δεν θα του έδινε τόσο συγκεκριμένα μια ημερομηνία και έναν τόπο γέννησης, αλλά θα τον εντόπιζε στις φυτείες, στα ορυχεία, στις αποικίες, στα πλοία μεταφοράς σκλάβων και, φυσικά, στα χωράφια της Αγγλίας και στα εργοστάσια της βορειοδυτικής Ευρώπης.
Ο Ρόλος της Αποικιοκρατίας
Στις αρχές της συνέντευξης, ο Τσίμπερ δηλώνει ότι πρόκειται να απορρίψει την «άποψη ότι ο καπιταλισμός προήλθε από τη λεηλασία», η οποία, όπως λέει, «είχε αποδοκιμαστεί αρκετά εκτενώς κατά τη δεκαετία του 1980 και του 1990». Το επιχείρημα που προβάλλω εδώ δεν είναι ότι η αποικιοκρατία «δημιούργησε» μηχανικά τον καπιταλισμό, αλλά ότι ο καπιταλισμός αναδύθηκε ως μια παγκόσμια κοινωνική σχέση (μέσω της δημιουργίας ενός διεθνούς καταμερισμού εργασίας) με εσωτερικές δυναμικές στην Ευρώπη που ήταν αδιαχώριστες από την αποικιακή απαλλοτρίωση, την καταναγκαστική εργασία και την παραγωγή με τη μεσολάβηση μηχανών αλλού. Παρ’ όλα αυτά, είναι σημαντικό ότι σε διάφορα σημεία της συνέντευξης, ο Τσίμπερ μιλάει για «λεηλασία», η οποία αποτελεί σημαντικό μέρος του ρητορικού οπλοστασίου της εθνικής απελευθέρωσης: ο όρος «αποστράγγιση» χρησιμοποιούνταν τον 19ο αιώνα, στη συνέχεια η «λεηλασία», ενώ η λέξη «φόρος» εξελίχθηκε σε κρίσιμη έννοια από τον Αμίν. Αυτό που ο Τσίμπερ δεν φαίνεται να επιτρέπει με τη χρήση της λέξης «λεηλασία» είναι ότι η αποικιοκρατία δεν είναι απλώς κλοπή αργύρου, αλλά η απαλλοτρίωση γης και σωμάτων. Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι ο Μαρξ, στο έργο του Αξία, Τιμή και Κέρδος (1865) —που γράφτηκε αρχικά στα αγγλικά— παρατήρησε τη χρήση από τους κλασικούς πολιτικούς οικονομολόγους του όρου «Προηγούμενη ή Πρωταρχική Συσσώρευση» και στη συνέχεια σημείωσε ότι αυτή «θα έπρεπε να ονομάζεται Πρωταρχική Απαλλοτρίωση». Αυτή η πρωταρχική απαλλοτρίωση, έγραψε ο Μαρξ, «δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά μια σειρά ιστορικών διαδικασιών, που έχουν ως αποτέλεσμα τη διάλυση της αρχικής ένωσης που υπήρχε μεταξύ του εργαζόμενου ανθρώπου και των μέσων εργασίας του»[xxx]. Αυτές οι ιστορικές διαδικασίες διακρίνονται με σαφήνεια στην ιστορία της αποικιοκρατίας, η οποία χρονολογείται από τα τέλη του 15ου αιώνα. Αφού τις απαριθμεί στο Κεφάλαιο, τόμος 1, κεφάλαιο 31 («Η γένεση του βιομηχανικού καπιταλιστή»), ο Μαρξ λέει ότι «αυτές οι ειδυλλιακές διαδικασίες είναι οι κύριες δυνάμεις της πρωταρχικής συσσώρευσης» — με άλλα λόγια, η βάση της εμφάνισης του βιομηχανικού καπιταλιστή[xxxi]. Αν αγνοήσεις την αποικιοκρατία και τη μηχανή, δεν κατανοείς τη γένεση του βιομηχανικού καπιταλισμού, αλλά μόνο την εμφάνιση ορισμένων κοινωνικών σχέσεων που ενσωματώνονται στον τεράστιο γίγαντα του καπιταλισμού.
Το ερώτημα που θέτει η παρέμβαση του Τσίμπερ δεν είναι αν ο καπιταλισμός θα μπορούσε να είχε υπάρξει χωρίς την αποικιοκρατία σε αφηρημένο επίπεδο, αλλά αν ο μαρξισμός μπορεί να εξηγήσει τον καπιταλισμό όπως πράγματι αναδύθηκε, χωρίς να αντιμετωπίσει την αυτοκρατορία, τη δουλεία και την κυριαρχία που διαμεσολαβείται από τις μηχανές. Σε αυτό το ζήτημα, ο Πολιτικός Μαρξισμός, και η δημοφιλής ερμηνεία του από τον Τσίμπερ, υστερούν. Περιορίζοντας τις ρίζες του καπιταλισμού στις αγροτικές ταξικές σχέσεις της Αγγλίας και αντιμετωπίζοντας την αποικιοκρατία ως αναλυτικά δευτερεύουσα, εκλαμβάνει μια αφαίρεση – την έμφαση στην πολιτική και εθνική εξουσία σε αντίθεση με τις παγκόσμιες πολιτικοοικονομικές σχέσεις – ως ιστορική εξήγηση. Αν ξεκινήσεις με μια αναλυτική αφαίρεση από τον κόσμο, δεν είναι καθόλου περίεργο που τα συμπεράσματά σου οδηγούν στην άποψη ότι ο κόσμος είναι ασήμαντος.
Ο καπιταλισμός δεν προέκυψε ως ένα κλειστό εθνικό σύστημα που αργότερα επεκτάθηκε προς τα έξω. Αναδύθηκε μέσα από παγκόσμιες διαδικασίες στέρησης ιδιοκτησίας, μέσω της βίαιης αναδιοργάνωσης της εργασίας και της φύσης σε όλες τις ηπείρους, καθώς και μέσω της πρώιμης χρήσης μηχανών σε φυτείες, ορυχεία και συγκροτήματα εξόρυξης που επέβαλαν πειθαρχία στην εργασία πολύ πριν το αγγλικό εργοστάσιο καταστεί κυρίαρχο. Αυτά δεν ήταν περιφερειακά επεισόδια ή απλή «λεηλασία», αλλά καθοριστικές στιγμές στη διαμόρφωση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και του διεθνούς καταμερισμού εργασίας.
Αν αυτές οι ιστορίες ληφθούν σοβαρά υπόψη, τότε το ζήτημα των αποζημιώσεων δεν μπορεί να απορριφθεί ως ηθική έκκληση ή ως απαίτηση που κοιτάζει προς το παρελθόν, αλλά πρέπει να γίνει κατανοητό ως υλική και πολιτική αναγκαιότητα. Οι αποζημιώσεις δεν αφορούν μόνο την απόδοση ευθυνών για εγκλήματα του παρελθόντος, αλλά την αντιμετώπιση των υφιστάμενων δομών συσσώρευσης που θεμελιώθηκαν μέσω της αποικιακής απαλλοτρίωσης και συνεχίζουν να αναπαράγουν την παγκόσμια ανισότητα στο παρόν. Αυτό είναι το επιχείρημα του νέου βιβλίου που έγραψε ο Kwesi Pratt Jr., ηγέτης του Σοσιαλιστικού Κινήματος της Γκάνας, με πρόλογο του Προέδρου της Γκάνας John Mahama. Η συνέντευξη του Τσίμπερ δημοσιεύεται την ίδια στιγμή που το βιβλίο του Pratt έχει αρχίσει να συγκεντρώνει το ενδιαφέρον όχι μόνο στη Γκάνα, αλλά σε ολόκληρη την ήπειρο, με τον Mahama να δεσμεύεται να συγκεντρώσει υποστήριξη για αυτή την ιδέα μέσω της Ατζέντας για τις Αποζημιώσεις της Αφρικανικής Ένωσης[xxxii]. Ο πλούτος του Βόρειου Ημισφαιρίου δεν επιταχύνθηκε απλώς από την αυτοκρατορία· αλλά διαμορφώθηκε μέσω διαδικασιών στέρησης που κατέστρεψαν εναλλακτικές οδούς ανάπτυξης, αναδιοργάνωσαν την κοινωνική αναπαραγωγή και εγκλώβισαν μεγάλο μέρος του Παγκόσμιου Νότου σε σχέσεις εξάρτησης που επιμένουν μέσω του χρέους, του εμπορίου και της οικονομικής κυριαρχίας. Το να απορρίπτει κανείς τις αποζημιώσεις ενώ αναγνωρίζει αυτές τις ιστορίες σημαίνει να φυσικοποιεί μια άδικη παγκόσμια τάξη, σαν να ήταν το αποτέλεσμα ουδέτερων διαδικασιών της αγοράς και όχι αιώνων οργανωμένης βίας. Ένας μαρξισμός που λαμβάνει σοβαρά υπόψη τον ιμπεριαλισμό πρέπει επομένως να επιμείνει ότι οι αποζημιώσεις —είτε μέσω της διαγραφής του χρέους, της αποκατάστασης των κλεμμένων πόρων, της μεταφοράς τεχνολογίας ή της ανοικοδόμησης των δημόσιων δυνατοτήτων που καταστράφηκαν από την αποικιοκρατία και τη διαρθρωτική προσαρμογή— δεν είναι πράξεις φιλανθρωπίας, αλλά στιγμές αγώνα για την αναδιανομή του ιστορικά απαλλοτριωμένου κοινωνικού πλούτου. Χωρίς μια τέτοια πολιτική, οι κριτικές του καπιταλισμού κινδυνεύουν να γίνουν αναλυτικά οξείες αλλά πολιτικά αδρανείς, ανίκανες να συνδέσουν την ιστορική αλήθεια με τα αιτήματα της αντιιμπεριαλιστικής μεταμόρφωσης στο παρόν.
Το να αρνηθεί κανείς αυτό δεν σημαίνει απλώς ότι παρερμηνεύει την ιστορία, αλλά ότι αφοπλίζει πολιτικά τον μαρξισμό. Μια θεωρία που διαχωρίζει τον καπιταλισμό από τον ιμπεριαλισμό δεν μπορεί να εξηγήσει τη διαρκή ύπαρξη της άνισης ανάπτυξης, της εργασίας με φυλετικές διακρίσεις και των συνεχιζόμενων μορφών πρωτογενούς συσσώρευσης. Ένας μαρξισμός κατάλληλος για τον κόσμο μας πρέπει, επομένως, να ξεκινά από εκεί όπου ξεκίνησε ο ίδιος ο καπιταλισμός — όχι μόνο στην αγγλική ύπαιθρο, αλλά και στις φυτείες, στα ορυχεία, στις αποικίες και στις μηχανές.
Σημειώσεις
[i] Βίβεκ Τσίμπερ σε συνέντευξη στη Melissa Nascheck, “Colonial Plunder Didn’t Create Capitalism,” Jacobin, December 14, 2025.
[ii] Η συζήτηση εισχώρησε στους ακαδημαϊκούς κύκλους διαφόρων γλωσσών, μεταξύ των οποίων τα ιαπωνικά, τα ρωσικά και τα ισπανικά. Στην Ιαπωνία, η συζήτηση ξεκινά τη δεκαετία του 1930, πριν από τον Ντομπ —ο οποίος μεταφράστηκε στα ιαπωνικά το 1946— με του Naro Eitarõ το The Developmental History of Japanese Capitalism (1930) και προχωρώντας περαιτέρω με του Kanji Ishii το The Historical Structure of Capitalist Japan (2015). Στη Σοβιετική Ένωση, οι σημαντικότεροι συγγραφείς ήταν ο Evgeny Kosminsky και ο Boris Porshnev. Τα βιβλία του Κοσμίνσκυ επικεντρώνονταν στην αγγλική εμπειρία, με το The English Village in the Thirteenth Century (1935) και το Studies in the Agrarian History of England in the Thirteenth Century (1947), ενώ ο Πόρσνεφ εξέδωσε το The Popular Uprisings in France from 1623 to 1648 (1948) και το Feudalism and the Popular Masses (1964). Ο Πόρσνεφ εξέδωσε μια συνθετική διαπραγμάτευση στα γαλλικά: “Les problèmes de la crise du féodalisme,” Annales Économies, Sociétés, Civilisations 13, no. 1 (1958). Στα ισπανικά, η εκτενής βιβλιογραφία καταλήγει στου José Antonio Martínez Torres το “La transición del feudalismo al capitalism: ¿Un debate extinto?,” Revista de historia Jerónimo Zurita, no. 74 (1999).
[iii] Η έννοια της υπερεκμετάλλευσης έχει τις ρίζες της στα κείμενα του Μαρξ στο έργο «Το Κεφάλαιο», όπου αναφέρεται στα υπερβολικά κέρδη που προέρχονται από την αποικιακή εκμετάλλευση. Η έννοια αυτή αναλαμβάνεται αργότερα από τον Β. Ι. Λένιν, ο οποίος στο έργο «Ο ιμπεριαλισμός, το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» (1916) γράφει για τα «επιπλέον κέρδη». Η ιδέα αυτή αναπτύσσεται περαιτέρω από του Σαρλ Μπετελέμ το Calcul économique et formes de propriété (Paris: Maspero, 1970), του Ρούι Μάουρο Μαρίνι το Dialéctica de la dependencia (México: Era, 1973), που εκδόθηκε επίσης από τις Εκδόσεις της Μηνιαίας Επιθεώρησης ως το Η Διαλεκτική της Εξάρτησης, του Σαμίρ Αμίν το Imperialism and Unequal Development (New York: Monthly Review, 1976), της Τριηπειρωτικής: Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας το Εξάρτηση και Υπερεκμετάλλευση: Η σχέση μεταξύ ξένου κεφαλαίου και κοινωνικών αγώνων στη Λατινική Αμερική, Φάκελος 67, Αύγουστος 2023.
[iv] Dadabhai Naoroji, Poverty and Un-British Rule in India (London: Swan Sonnenschein & Co., 1901); B. R. Ambedkar, The Problem of the Rupee: Its Origin and Its Solution (London: P. S. King and Son, 1923); Utsa Patnaik, “The Free Lunch: Transfers from the Tropical Colonies and Their Role in Capital Formation in Britain during the Industrial Revolution,” in Globalization Under Hegemony: The Changing World Economy, ed. K. S. Jomo (Delhi: Oxford University Press, 2006); Prabhat Patnaik and Utsa Patnaik, “The Drain of Wealth: Colonialism before the First World War,” Monthly Review 72, no. 9 (February 2021): 1–19.
[v] Jason Hickel, Dylan Sullivan, and Huzaifa Zoomkawala, “Plunder in the Post-Colonial Era: Quantifying Drain from the Global South Through Unequal Exchange, 1960–2018,” New Political Economy 26, no. 6 (2021); and Jason Hickel, Christian Dorninger, Hanspeter Wieland, and Intan Suwandi, “Imperialist Appropriation in the World Economy: Drain from the Global South through Unequal Exchange, 1990–2015,” Global Environmental Change 73 (March 2022). Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η άνιση ανταλλαγή που βασίζεται στην υποτίμηση της εργασίας στον Παγκόσμιο Νότο δεν καλύπτει το σύνολο της αποστράγγισης του πλεονάσματος από τον Νότο. Βλ. John Bellamy Foster & Brett Clark, “Introduction to the Updated Edition of Unequal Exchange,” Monthly Review 77, no. 8 (January 2025): 1–19.
[vi] Grieve Chelwa and Vijay Prashad, How the International Monetary Fund Suffocates Africa (Johannesburg: Inkani Books, 2026).
[vii] Tricontinental: Institute for Social Research, The Churning of the Global Order, Dossier no. 72, January 2024.
[viii] Σχετικά με τον αποικιοκρατικό εποικισμό, δείτε το εξαιρετικό δοκίμιο του John Bellamy Foster, “Imperialism and White Settler Colonialism in Marxist Theory,” Monthly Review 76, no. 9 (February 2025): 1–21.
[ix] Η κλασσική διαπραγμάτευση είναι του E. P. Thompson το Whigs and Hunters: The Origins of the Black Act (Harmondsworth: Penguin Books, 1976). Μια δεκαπενταετία πριν από τον Τόμσον, ο Ρανατζίτ Γκούχα εξέδωσε ένα βιβλίο για το κίνημα της «περίφραξης» στη Βεγγάλη, το οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε από τον Τόμσον ούτε τέθηκε στο πλαίσιο της συζήτησης. Βλ. Ranajit Guha, A Rule of Property for Bengal: An Essay on the Idea of Permanent Settlement (Paris: Mouton, 1963). Ο Τόμσον αναφέρεται στον «Νόμο για τους Μαύρους» του 1723 και ο Γκούχα στη «Μόνιμη Ρύθμιση» του 1793.
[x] Alexander Anievas and Kerem Nisancioglu, How the West Came to Rule: The Geopolitical Origins of Capitalism (London: Pluto Press, 2015).
[xi] Kwame Nkrumah, Neo-Colonialism: The Last Stage of Imperialism (London: Thomas Nelson and Sons, 1965); Walter Rodney, How Europe Underdeveloped Africa (Dar es Salaam: Tanzania Publishing House, 1972).
[xii] Το κλασσικό κείμενο είναι της Maria Mies το Patriarchy and Accumulation on a World Scale: Women in the International Division of Labour (London: Zed Books, 1986), αλλά βλ. και της Silvia Federici το Caliban and the Witch: Women, the Body, and Primitive Accumulation (New York: Autonomedia, 2004).
[xiii] Από του Σαμίρ Αμίν το Les effets structurels de l’intégration internationale des économies précapitalistes, thesis, Paris, June 10, 1957, στου Σαμίρ Αμίν το Modern Imperialism, Monopoly Finance Capital, and Marx’s Law of Value: Monopoly Capital and Marx’s Law of Value (New York: Monthly Review Press, 2018).
[xiv] John Bellamy Foster and Brett Clark, “The Rift of Éire,” Monthly Review 71, no. 11 (April 2020): 1–11.
[xv] Στην πραγματικότητα, ο Pablo Macera υποστηρίζει ότι το σύστημα της «μίτα» διαμόρφωσε τις εργασιακές σχέσεις στο Περού μέχρι και τη σύγχρονη εποχή. Αυτό διαπιστώνεται σε δύο από τις σημαντικότερες μονογραφίες του, Trabajos de historia (Lima: Instituto Nacional de Cultura, 1977) και Visión histórica del Perú (Lima: Editorial Milla Batres, 1978). Αυτή η γραμμή σκέψης αναπτύχθηκε περαιτέρω από τον Alberto Flores Galindo στο Buscando un Inca (Lima: Instituto de Apoyo Agrario, 1986).
[xvi] Carlos Sempat Assadourian, El sistema de la economía colonial: Mercado interno, regiones y espacio económico (Lima: Instituto de Estuidios Peruanos, 1982).
[xvii] Pierre Vilar, “Le temps du Quichotte,” Europe, no. 34 (1956), translated as “The Age of Don Quixote,” New Left Review, I/68 (July–August 1971).
[xviii] Carlo Taviani, The Making of the Modern Corporation: The Casa di San Giorgio and Its Legacy, 1446–1720 (New York: Routledge, 2022).
[xix] Robin Blackburn, The Making of New World Slavery: From the Baroque to the Modern, 1492–1800 (London: Verso, 1997). Το σημαντικότερο έργο είναι του Vitorino Magalhães Godinho το Os Descobrimentos e a Economia Mundial (Lisbon: Editorial Presença, 4 vols., 1963–1971).
[xx] Η βιβλιογραφία σχετικά με το θέμα αυτό είναι εκτενής. D. C. M. Platt, Finance, Trade, and Politics in British Foreign Policy, 1815–1914 (Oxford: Clarendon Press, 1968); Tulio Halperín Donghi, Una nación para el Desierto Argentino (Buenos Aires: Centro Editor de América Latina, 1982); Hilda Sábato, La clase dominante en la Argentina moderna: Formación y características, 1860–1910 (Buenos Aires: CISEA/Sudamericana, 1988).
[xxi] Josep Fontana, La quiebra de la monarquía absoluta, 1814–1820 (Barcelona: Ariel, 1971); Josep Fontana, Historia: análisis del pasado y proyecto social (Barcelona: Editorial Crítica, 1982); Manuel Tuñón de Lara, La España del siglo XIX (Barcelona: Laia, 1974); Manuel Tuñón de Lara, El movimiento obrero en la historia de España (Madrid: Taurus, 1972); Jordi Nadal, El fracaso de la revolución industrial en España, 1814–1913 (Barcelona: Ariel, 1975).
[xxii] Andreas Wimmer and Nina Glick Schiller, “Methodological Nationalism and Beyond: Nation-State Building, Migration and the Social Sciences,” Global Networks 2, no. 4 (2002): 310–34.
[xxiii] Για τον Ρόμπερτ Μπρένερ: “Agrarian Class Structure and Economic Development in Pre-Industrial Europe,” Past & Present, no. 70 (1976); “The Origins of Capitalist Development: A Critique of Neo-Smithian Marxism,” New Left Review, I/104 (1977); “The Agrarian Roots of European Capitalism,” Past & Present, no. 97 (1982). Για κριτικές στην άποψή του και τις απαντήσεις του, βλ. το The Brenner Debate: Agrarian Class Structure and Economic Development in Pre-Industrial Europe, eds. T. H. Aston and C. H. E. Philpin (Cambridge: Cambridge University Press, 1985). Για την Ellen Meiksins Wood, βλ. το The Pristine Culture of Capitalism (London: Verso, 1991), Democracy Against Capitalism (Cambridge: Cambridge University Press, 1995), και The Origin of Capitalism: A Longer View (London: Verso, 2002).
[xxiv] Irfan Habib, “The Rise of Capitalism in England: Reviewing the Brenner Thesis,” Proceedings of the Indian History Congress 74 (2013): 741.
[xxv] Andy Wood, The 1549 Rebellions and the Making of Early Modern England (Cambridge: Cambridge University Press, 2007); Eric Hobsbawm and George Rudé, Captain Swing (London: Lawrence & Wishart, 1969).
[xxvi] [26] Karl Marx, Capital, vol. 1 (New Delhi: LeftWord Books, 2010), 506.
[xxvii] Marx, Capital, vol. 1, 290.
[xxviii] João G. Araújo et al., “Sugar Production in the Atlantic: Ceramic Moulds from Madeira, Cape Verde, and São Tomé (15th–17th Centuries),” Instalaciones y paisajes azucareros atlánticos, Gaëlle Dieulefet and Catherine Losier, eds. (Oxford: Archaeopress, 2023); Peter Bakewell, Minería y sociedad en el México colonial: Zacatecas, 1546–1700 (México: FCE, 1976).
[xxix] Geraldo Gomes, Engenho y Arquitetura—tipologia dos edifícios dos Antigos Engenhos de açúcar de Pernambuco (Recife: Editora Fundação Gilberto Freyre, 1998); Modesto Bargalló, La minería y la metalurgia en la América española durante la época colonial, con un apéndice sobre la industria del hierro en México desde la iniciación de la Independencia hasta el presente (México: Fondo de Cultura Económica, 1955).
[xxx] Karl Marx, Value, Price and Profit in Wage-Labour and Capital/Value, Price and Profit (New York: International Publishers, 1976), 38–39.
[xxxi] Marx, Capital, vol. 1, 531.
[xxxii] Kwesi Pratt Jr., Reparations: History, Struggle, Politics, and Law—Reparations for Africa (Accra: Printer Excel, 2025); Mikaela Nhondo Erskog and Vijay Prashad, “The Actuality of Red Africa,” Monthly Review 76, no. 2 (June 2024): 37–50.
