Μαρξιστική Θεωρία της Τεχνολογίας, των Παραγωγικών Δυνάμεων και η Τεχνοφοβία του Ύστερου Ιμπεριαλισμού: Από το Ανθρώπινο Όργανο στην Τεχνητή Νοημοσύνη
από το Facebook του Bisharat Abbasi
μετ. Δ. Κούλος,
επιμ. Δ. Περδίκης
Εισαγωγή: Η μηχανή δεν είναι ο εχθρός
Λίγα ζητήματα έχουν αποκτήσει τόσο έντονο ιδεολογικό φορτίο στον σύγχρονο καπιταλισμό όσο το ζήτημα της τεχνολογίας. Η τεχνητή νοημοσύνη, η ρομποτική, η αυτοματοποίηση, η βιοτεχνολογία, η πυρηνική ενέργεια, οι αλγόριθμοι και τα ολοένα πιο αυτόνομα συστήματα παρουσιάζονται συστηματικά μέσα από ένα λεξιλόγιο φόβου και ανησυχίας: οι μηχανές θα αντικαταστήσουν τους ανθρώπους, η τεχνητή νοημοσύνη θα ξεφύγει από τον ανθρώπινο έλεγχο, η τεχνολογία θα καταστρέψει την απασχόληση, η αυτοματοποίηση θα καταστήσει την ανθρωπότητα περιττή, οι ευφυείς μηχανές μπορεί να αποκτήσουν συνείδηση και να στραφούν εναντίον των δημιουργών τους, και η τεχνολογική ανάπτυξη μπορεί τελικά να οδηγήσει σε ένα δυστοπικό μέλλον, στο οποίο οι άνθρωποι θα υποταχθούν στις ίδιες τις παραγωγικές δυνάμεις που οι ίδιοι δημιούργησαν. Ωστόσο, αυτή η σύγχρονη τεχνοφοβία δεν είναι ούτε τεχνολογικά ουδέτερη ούτε ιστορικά αθώα. Ανήκει σε έναν πολύ ευρύτερο και μακροχρόνιο μετασχηματισμό της ιδεολογικής σχέσης ανάμεσα στην αστική κοινωνία και τις παραγωγικές δυνάμεις. Ο ίδιος πολιτισμός που κάποτε εξύμνησε την επιστήμη, τις μηχανές, την εκβιομηχάνιση και την τεχνολογική κυριαρχία ως τις υλικές βάσεις της προόδου, παρουσιάζει πλέον όλο και περισσότερο τα δικά του τεχνολογικά επιτεύγματα ως απειλητικά, αυτόνομα και δυνητικά καταστροφικά.
Η αντίφαση είναι εντυπωσιακή: ο καπιταλισμός εξαναγκάζεται από τον ανταγωνισμό να αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις με πρωτοφανή ένταση, ενώ οι κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις μετατρέπουν ταυτόχρονα αυτές τις παραγωγικές δυνάμεις σε εργαλεία εκμετάλλευσης, κυριαρχίας, ιμπεριαλιστικού πολέμου και αλλοτρίωσης. Η μηχανή γίνεται τρομακτική όχι επειδή η τεχνολογία έπαψε να είναι ανθρώπινη, αλλά ακριβώς επειδή η τεχνολογία είναι βαθιά ανθρώπινη: αποτελεί τη συσσωρευμένη, αντικειμενοποιημένη και κοινωνικά οργανωμένη δύναμη της ανθρώπινης εργασίας, της γνώσης, της φαντασίας και της επιστημονικής νόησης. Το θεμελιώδες μαρξιστικό ερώτημα, επομένως, δεν μπορεί να είναι αν η τεχνολογία είναι εγγενώς απελευθερωτική ή εγγενώς καταπιεστική. Το ερώτημα, αντίθετα οφείλει να είναι: εντός ποιων σχέσεων παραγωγής οργανώνονται οι παραγωγικές δυνάμεις της ανθρωπότητας, ποιος τις ελέγχει και για ποιον κοινωνικό σκοπό αναπτύσσονται;
Μόλις τεθεί έτσι το ερώτημα, ο φόβος για την τεχνητή νοημοσύνη εμφανίζεται υπό διαφορετικό πρίσμα. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι η ανθρωπότητα δημιούργησε μηχανές αρκετά ισχυρές ώστε να την απειλήσουν. Η βαθύτερη αντίφαση είναι ότι η ανθρωπότητα δημιούργησε παραγωγικές δυνάμεις ολοένα πιο ικανές να υπερβούν τη σπάνη, να μειώσουν την αναγκαία εργασία και να διευρύνουν τη σφαίρα της ελευθερίας, ενώ συγχρόνως οι ίδιες αυτές παραγωγικές δυνάμεις παραμένουν υποταγμένες στην καπιταλιστική συσσώρευση, τη μονοπωλιακή ιδιοκτησία και την ιμπεριαλιστική ισχύ. Η μηχανή δεν είναι το αλλότριο στοιχείο. Το κεφάλαιο είναι η κοινωνική σχέση που κάνει τις ίδιες τις παραγωγικές δυνάμεις της ανθρωπότητας να εμφανίζονται ως κάτι ξένο προς αυτήν.
Η ανάλυση του Μαρξ για τις μηχανές αποτελεί το απαραίτητο σημείο εκκίνησης, διότι ο Μαρξ ποτέ δεν προσέγγισε την τεχνολογία ως ένα αυτόνομο τεχνικό φαινόμενο αποσυνδεδεμένο από τις κοινωνικές σχέσεις. Στα χειρόγραφα του Κεφαλαίου και στο ίδιο το Κεφάλαιο, η μηχανή εμφανίζεται ως ανάπτυξη των ανθρώπινων παραγωγικών ικανοτήτων, ως επέκταση και αντικειμενοποίηση των ανθρώπινων δυνάμεων στα μέσα παραγωγής.
Οι άνθρωποι δεν προσαρμόζονται απλώς παθητικά στη φύση· τη μετασχηματίζουν μέσω της εργασίας τους και, κάνοντάς το αυτό, μετασχηματίζουν και τις δικές τους ικανότητες. Το εργαλείο επεκτείνει το χέρι· η μηχανή πολλαπλασιάζει τη μυϊκή δύναμη· τα οπτικά και μετρητικά όργανα επεκτείνουν τις αισθήσεις· τα επιστημονικά όργανα διευρύνουν την ικανότητα αντίληψης· τα βιομηχανικά συστήματα συντονίζουν και πολλαπλασιάζουν τη συλλογική εργασία· οι υπολογιστές εξωτερικεύουν και ενισχύουν τις ικανότητες υπολογισμού, μνήμης και χειρισμού συμβόλων· και η σύγχρονη τεχνητή νοημοσύνη εξωτερικεύει και ενισχύει ολοένα περισσότερο ορισμένες ιστορικά αναπτυγμένες ικανότητες της γνωστικής εργασίας.
Θα ήταν επομένως παραπλανητικό να περιγράψουμε την ΤΝ ως μια ριζικά αλλότρια μορφή νοημοσύνης που επιβάλλεται πάνω στην ανθρωπότητα ως κάτι εξωτερικό προς αυτήν. Είναι προτιμότερο να την κατανοήσουμε ως ένα νέο ιστορικό στάδιο στην αντικειμενοποίηση και την κοινωνική εξωτερίκευση της ανθρώπινης παραγωγικής νοημοσύνης. Ο υπολογιστής δεν είναι κυριολεκτικά ανθρώπινος εγκέφαλος και η ΤΝ δεν είναι απλώς ένας τεχνητός άνθρωπος, αλλά και τα δύο αντιπροσωπεύουν μια εξαιρετική ανάπτυξη της ικανότητας της κοινωνίας να υλοποιεί, να τυποποιεί, να αποθηκεύει, να επεξεργάζεται και να αναπαράγει πλευρές της ανθρώπινης γνωστικής δραστηριότητας.
Υπό αυτή την έννοια, η ιστορία της τεχνολογίας μπορεί να ερμηνευθεί ως η ιστορία της προοδευτικής επέκτασης των ανθρώπινων οργάνων και ικανοτήτων πέρα από τα άμεσα όρια του ατομικού οργανισμού: το χέρι γίνεται εργαλείο, το εργαλείο μηχανή, η ατομική δράση συλλογικός βιομηχανικός μηχανισμός, η μνήμη αρχείο και υπολογιστής, ο υπολογισμός υπολογιστικά συστήματα και, ολοένα περισσότερο, οι γνωστικές λειτουργίες τεχνητά συστήματα. Αυτό που κάνει όμως ο καπιταλισμός είναι να μετατρέπει αυτά τα εκτεταμένα ανθρώπινα όργανα σε κεφάλαιο, φέρνοντας έτσι τον εργαζόμενο αντιμέτωπο με τη δική του συσσωρευμένη παραγωγική δύναμη ως μια ξένη κοινωνική δύναμη. Αυτή είναι η κεντρική αντίφαση που συσκοτίζει η αστική τεχνοφοβία: η μηχανή γίνεται καταπιεστική όχι επειδή παύει να ενσαρκώνει ανθρώπινη δύναμη, αλλά επειδή η ανθρώπινη δύναμη ιδιοποιείται κοινωνικά από το κεφάλαιο και αντιπαρατίθεται στον παραγωγό ως ιδιοκτησία και εξουσία μιας άλλης τάξης.
Αυτή η διάκριση μας επιτρέπει να υπερβούμε τόσο τον τεχνολογικό ντετερμινισμό όσο και τον ρομαντικό αντιμοντερνισμό. Ο μαρξισμός δεν μας λέει ότι κάθε τεχνολογική καινοτομία παράγει αυτομάτως χειραφέτηση. Ούτε μας λέει ότι η τεχνολογία είναι εγγενώς καταστροφική και ότι η ανθρωπότητα πρέπει να υποχωρήσει από τη σύγχρονη επιστήμη και τη βιομηχανική ανάπτυξη.
Τέτοιες θέσεις συγχέουν το υλικό περιεχόμενο των παραγωγικών δυνάμεων με την κοινωνική μορφή μέσα στην οποία αυτές οργανώνονται. Ένας σιδηρόδρομος μπορεί να ενοποιεί κοινωνίες, να διευκολύνει τη μετακίνηση ανθρώπων και αγαθών και να διευρύνει την παραγωγική συνεργασία, ενώ υπό τον ιμπεριαλισμό μπορεί επίσης να κατασκευάζεται για την εξαγωγή πόρων από μια αποικία και τη μεταφορά τους προς τα ιμπεριαλιστικά κέντρα.
Ένα εργοστάσιο μπορεί να αυξήσει ραγδαία την παραγωγική ικανότητα της κοινωνίας και ταυτόχρονα να υποτάσσει τους εργαζομένους στην πειθαρχία του κεφαλαίου. Οι υπολογιστές μπορούν να διευρύνουν την ανθρώπινη γνώση και επικοινωνία, ενώ μπορούν επίσης να μετατραπούν σε εργαλεία επιτήρησης, χρηματοπιστωτικής κερδοσκοπίας και στρατιωτικής διοίκησης. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μειώσει την κοινωνικά αναγκαία εργασία και να εκδημοκρατίσει την πρόσβαση στη γνώση, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εκτόπιση εργαζομένων, την αλγοριθμική διαχείριση, την επιτήρηση, την αυτοματοποίηση του πολέμου και τη μονοπωλιακή συσσώρευση.
Η παραγωγική δύναμη, επομένως, δεν περιέχει από μόνη της το τελικό κοινωνικό της νόημα, ανεξάρτητα από την ιστορία. Το νόημά της διαμεσολαβείται από τις σχέσεις παραγωγής. Γι’ αυτό η μαρξιστική κριτική της τεχνολογίας διαφέρει θεμελιωδώς από την αστική τεχνοφοβία. Η τελευταία βλέπει τη μηχανή ως εξωτερική απειλή για την ανθρωπότητα· ο μαρξισμός βλέπει τη μηχανή ως ανθρώπινη παραγωγική δύναμη παραμορφωμένη από αλλοτριωμένες κοινωνικές σχέσεις. Το επαναστατικό καθήκον, επομένως, δεν είναι η καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων αλλά ο μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων που τις υποτάσσουν στην ιδιωτική συσσώρευση.
Αυτό γίνεται ακόμη σημαντικότερο όταν η τεχνολογία τοποθετείται μέσα στην παγκόσμια ιστορία του καπιταλισμού και όχι σε μια στενά ευρωπαϊκή ιστορία των εφευρέσεων. Οι παραγωγικές δυνάμεις του σύγχρονου καπιταλισμού δεν αναπτύχθηκαν μέσα σε ένα απομονωμένο ευρωπαϊκό εργαστήριο. Η σύγχρονη εκβιομηχάνιση αναδύθηκε μέσα σε ένα διευρυνόμενο παγκόσμιο σύστημα που διαμορφώθηκε μέσα από την αποικιακή κατάκτηση, την ατλαντική δουλεία, τις απαλλοτριώσεις, την άνιση ανταλλαγή, την εξόρυξη πρώτων υλών, το διεθνές εμπόριο και την ενσωμάτωση των οικονομιών της Ασίας, της Αφρικής και της Αμερικής σε μια ολοένα και πιο ενοποιημένη καπιταλιστική παγκόσμια αγορά.
Η ευρωπαϊκή τεχνολογική ανάπτυξη ήταν επομένως εξαρχής ενσωματωμένη σε παγκόσμιες σχέσεις ισχύος. Η τεχνολογική υπεροχή συγκεκριμένων ευρωπαϊκών κρατών έγινε αδιαχώριστη από τη στρατιωτική υπεροχή, τη ναυτική ισχύ, την αποικιακή διοίκηση και την ικανότητα αναδιοργάνωσης των οικονομιών των υποταγμένων κοινωνιών σύμφωνα με τις ανάγκες της συσσώρευσης κεφαλαίου.
Οι σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις είχαν παγκόσμιες υλικές βάσεις, ακόμη και όταν ιδεολογικά παρουσιάζονταν ως αποκλειστικά ευρωπαϊκό επίτευγμα. Γι’ αυτό μια μη ευρωκεντρική μαρξιστική θεωρία της τεχνολογίας δεν μπορεί απλώς να αφηγείται μια γραμμική πορεία από την ευρωπαϊκή επιστήμη στη Βιομηχανική Επανάσταση και από εκεί στους υπολογιστές και την ΤΝ. Πρέπει να εξετάζει πώς η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων συνδέθηκε ταυτόχρονα με τη δημιουργία μιας διεθνούς ιεραρχίας μεταξύ ενός ιμπεριαλιστικού κέντρου και μιας εξαρτημένης περιφέρειας.
Η τεχνολογία στον καπιταλισμό είχε πάντοτε αυτόν τον διττό χαρακτήρα: αναπτύσσει τις οικουμενικές παραγωγικές ικανότητες της ανθρωπότητας, ενώ ταυτόχρονα γίνεται εργαλείο μέσω του οποίου συγκεκριμένες τάξεις, κράτη και ιμπεριαλιστικά κέντρα ιδιοποιούνται την εργασία και τους πόρους άλλων.
Το ιμπεριαλιστικό στάδιο οξύνει ποιοτικώς αυτή την αντίφαση. Με την εμφάνιση του μονοπωλιακού κεφαλαίου, του χρηματιστικού κεφαλαίου και της ολοένα μεγαλύτερης διεθνούς συγκέντρωσης της οικονομικής ισχύος, η τεχνολογία καθίσταται αδιαχώριστη από τη γεωπολιτική ισχύ. Η επιστημονική γνώση, η βιομηχανική ικανότητα, η στρατιωτική τεχνολογία, οι υποδομές επικοινωνιών, τα συστήματα μεταφορών, τα ενεργειακά συστήματα και οι χρηματοπιστωτικές τεχνολογίες γίνονται εργαλεία όχι μόνο παραγωγής αλλά και οργάνωσης της παγκόσμιας οικονομίας.
Ο ιμπεριαλισμός δεν εξάγει απλώς εμπορεύματα· οργανώνει τις ίδιες τις συνθήκες μέσα στις οποίες η τεχνολογική ανάπτυξη γίνεται άνιση. Το ιμπεριαλιστικό κέντρο επιχειρεί να διατηρήσει τον έλεγχο των πιο προηγμένων παραγωγικών δυνάμεων, υποτάσσοντας παράλληλα τις περιφερειακές κοινωνίες σε μορφές εξάρτησης που περιορίζουν την τεχνολογική τους κυριαρχία.
Η υπανάπτυξη, επομένως, δεν είναι απλώς η απουσία ανάπτυξης· παράγεται ιστορικά μέσα από έναν διεθνή καταμερισμό εργασίας, στον οποίο η ανάπτυξη ορισμένων περιοχών έχει συνδεθεί με την υποταγή άλλων. Από αυτή τη σκοπιά, η τεχνολογική εξάρτηση γίνεται ένας από τους κεντρικούς μηχανισμούς της νεοαποικιοκρατίας.
Μια χώρα του Τρίτου Κόσμου που στερείται βιομηχανικής ικανότητας, επιστημονικών υποδομών, τεχνολογικής κυριαρχίας και ελέγχου επί των παραγωγικών της πόρων δεν μπορεί απλώς να αγοράσει τη χειραφέτησή της από την παγκόσμια αγορά. Πρέπει να αναπτύξει η ίδια τις παραγωγικές της δυνάμεις. Το ζήτημα της τεχνολογίας, επομένως, δεν είναι απλώς ζήτημα «καινοτομίας»· είναι ζήτημα κυριαρχίας, ταξικής εξουσίας και εθνικής απελευθέρωσης.
Ακριβώς γι’ αυτό οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις του εικοστού αιώνα υπήρξαν τόσο σημαντικές για την ιστορία της τεχνολογίας. Η Ρωσική Επανάσταση του 1917 αποτέλεσε την πρώτη επιτυχημένη απόπειρα να τεθεί ο παραγωγικός μετασχηματισμός μιας σύγχρονης, εκβιομηχανιζόμενης κοινωνίας υπό την πολιτική ηγεσία ενός επαναστατικού εργατικού κράτους.
Η Κινεζική Επανάσταση του 1949 επέκτεινε αυτή την αντίφαση πέρα από τον ευρωπαϊκό βιομηχανικό πυρήνα και τη μετέτρεψε σε κεντρικό πρόβλημα της χειραφέτησης του Τρίτου Κόσμου: πώς θα μπορούσε μια πρώην αποικιοκρατούμενη και ημιαποικιακή κοινωνία να αποκτήσει τις παραγωγικές δυνάμεις που είναι αναγκαίες για πραγματική κυριαρχία, αντιστεκόμενη παράλληλα στην ιμπεριαλιστική κυριαρχία;
Η κινεζική επαναστατική εμπειρία, όπως και οι ευρύτερες σοσιαλιστικές εμπειρίες και τα εθνικoαπελευθερωτικά κινήματα του εικοστού αιώνα, έδειξαν ότι το ζήτημα της τεχνολογίας δεν μπορούσε να διαχωριστεί από το ζήτημα της πολιτικής κυριαρχίας. Ο Τρίτος Κόσμος δεν μπορούσε να επιτύχει απελευθέρωση απλώς αλλάζοντας σημαίες, αφήνοντας παράλληλα τις παραγωγικές του δυνάμεις εξαρτημένες από το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο.
Απαιτούνταν εκβιομηχάνιση, επιστημονική εκπαίδευση, υποδομές, ενέργεια, γεωργία, τεχνολογική ανάπτυξη και διεύρυνση της παραγωγικής ικανότητας. Γι’ αυτό οι σοσιαλιστικές και οι εθνικοαπελευθερωτικές παραδόσεις δεν μπορούν να αναχθούν στον ρομαντικό αντιμοντερνισμό και σε διάφορα ρεύματα του μεταμοντερνισμού. Η ιστορική τους σημασία έγκειται ακριβώς στην προσπάθειά τους να οικειοποιηθούν τις σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις, μεταβάλλοντας ταυτόχρονα τις κοινωνικές σχέσεις μέσα στις οποίες αυτές λειτουργούν.
Εδώ βρίσκεται μία από τις κεντρικές διαφορές ανάμεσα στη μαρξιστική αντίληψη της τεχνολογικής χειραφέτησης και την τεχνοφοβία που χαρακτηρίζει ολοένα περισσότερο την κουλτούρα του ύστερου ιμπεριαλισμού. Για τα καταπιεσμένα έθνη, η τεχνολογία αποτελεί ταυτόχρονα όπλο κυριαρχίας και απαραίτητο εργαλείο απελευθέρωσης.
Ο Τρίτος Κόσμος δεν μπορεί να απορρίψει την εκβιομηχάνιση επειδή ο ιμπεριαλισμός χρησιμοποίησε τη βιομηχανική τεχνολογία για σκοπούς κυριαρχίας. Ούτε μπορεί απλώς να αντιγράψει το ιμπεριαλιστικό μοντέλο ανάπτυξης. Πρέπει να αναπτύξει τις παραγωγικές του δυνάμεις υπό συνθήκες κυριαρχίας και ολοένα μεγαλύτερου κοινωνικού ελέγχου.
Το επαναστατικό ερώτημα γίνεται: Πώς μπορεί η ανθρωπότητα να καταστήσει οικουμενικές τις παραγωγικές δυνάμεις χωρίς να αναπαράγει την ιμπεριαλιστική ιεραρχία μέσω της οποίας αυτές οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν ιστορικά μονοπωληθεί;
Γι’ αυτό η απελευθέρωση του Τρίτου Κόσμου δεν αποτελεί περιφερειακό ζήτημα για τον μαρξισμό. Είναι κεντρικό ζήτημα της οικουμενικοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων. Ένας κόσμος στον οποίο η προηγμένη τεχνολογία παραμένει συγκεντρωμένη σε έναν μικρό ιμπεριαλιστικό πυρήνα δεν μπορεί να είναι πραγματικά οικουμενικός.
Η χειραφέτηση της ανθρωπότητας, επομένως, δεν απαιτεί την τεχνολογική εξαθλίωση των προηγμένων περιοχών αλλά την τεχνολογική ανάπτυξη της ιστορικά υποταγμένης πλειονότητας της ανθρωπότητας. Η πραγματική εναλλακτική απέναντι στην ιμπεριαλιστική τεχνολογική κυριαρχία δεν είναι ο τεχνολογικός πρωτογονισμός· είναι η οικουμενικοποίηση της τεχνολογίας υπό χειραφετητικές κοινωνικές σχέσεις.
Αυτή η παγκόσμια αντίφαση συμβάλλει επίσης στην εξήγηση της ιστορικής εμφάνισης του σύγχρονου τεχνολογικού δυστοπισμού. Ο 19ος αιώνας σφραγίστηκε από μια εξαιρετική εμπιστοσύνη στην επιστήμη, τις μηχανές και τη βιομηχανική πρόοδο, παρότι αυτή η εμπιστοσύνη ήταν πάντοτε εσωτερικά αντιφατική και ποτέ καθολική.
Οι παραγωγικές δυνάμεις εμφανίζονταν ως εργαλεία μέσω των οποίων μπορούσε να κυριαρχηθεί η φύση, να διευρυνθεί η παραγωγή και να μετασχηματιστεί η ανθρώπινη ζωή. Καθώς όμως ο καπιταλισμός εισερχόταν στη μονοπωλιακή και ιμπεριαλιστική του φάση, το ιδεολογικό νόημα της τεχνολογίας γινόταν ολοένα πιο ασταθές.
Οι βιομηχανικές μηχανές συνδέονταν πλέον όχι μόνο με την παραγωγικότητα αλλά και με τον μαζικό πόλεμο· η χημεία τόσο με την ιατρική όσο και με τα χημικά όπλα· οι μεταφορές τόσο με την ένωση περιοχών όσο και με την ιμπεριαλιστική κατάκτηση· η επικοινωνία τόσο με την καθολική σύνδεση όσο και με την προπαγάνδα· η πυρηνική φυσική τόσο με το επιστημονικό επίτευγμα όσο και με τη δυνατότητα πλανητικού αφανισμού· οι υπολογιστές τόσο με τη γνώση όσο και με την επιτήρηση· και η ΤΝ τόσο με τη γνωστική ενίσχυση όσο και με τον φόβο της αυτόνομης κυριαρχίας.
Η εμφάνιση της δυστοπικής επιστημονικής φαντασίας αξίζει επομένως να ερμηνευθεί όχι ως απλή απόρριψη της τεχνολογίας αλλά ως πολιτισμικό σύμπτωμα της αντίφασης ανάμεσα στις τεράστιες παραγωγικές δυνάμεις που δημιούργησε η σύγχρονη κοινωνία και στην αδυναμία των καπιταλιστικών-ιμπεριαλιστικών σχέσεων να οργανώσουν αυτές τις δυνάμεις ορθολογικά προς όφελος της ανθρωπότητας στο σύνολό της. Η μηχανή αρχίζει να εμφανίζεται ως αυτόνομο τέρας επειδή η κοινωνική σχέση που διοικεί τη μηχανή είναι η ίδια αδιαφανής και αλλοτριωμένη.
Από αυτή τη σκοπιά, η μακρά γενεαλογία που εκτείνεται από το R.U.R. και το Metropolis μέχρι την πυρηνική δυστοπία, το cyberpunk, τον Terminator, το The Matrix και τις σύγχρονες αφηγήσεις για την ΤΝ αποκτά θεωρητική σημασία.
Η επαναλαμβανόμενη εικόνα είναι αξιοσημείωτα σταθερή: η ανθρωπότητα δημιουργεί ένα εξαιρετικά ισχυρό παραγωγικό σύστημα· το σύστημα αυτονομείται· οι άνθρωποι χάνουν τον έλεγχο· η μηχανή στρέφεται εναντίον των δημιουργών της.
Ωστόσο, η κοινωνική δυνατότητα που ο μαρξισμός τοποθετεί στο επίκεντρο —η συλλογική οικειοποίηση και ο δημοκρατικός σχεδιασμός των παραγωγικών δυνάμεων— συχνά απουσιάζει. Η επιλογή που παρουσιάζεται είναι συχνά ανάμεσα στην καπιταλιστική τεχνολογική κυριαρχία και την τεχνολογική αποκάλυψη. Αυτό που εξαφανίζεται είναι η δυνατότητα μιας κοινωνικοποιημένης τεχνολογίας.
Η δυστοπική φαντασία, επομένως, καταγράφει μια πραγματική αντίφαση, αλλά συχνά αναγνωρίζει εσφαλμένα την αιτία της. Βλέπει την αλλοτρίωση της ανθρωπότητας από τις ίδιες της τις παραγωγικές δυνάμεις, αλλά αποδίδει αυτή την αλλοτρίωση στην ίδια την τεχνολογία και όχι στις καπιταλιστικές σχέσεις που οργανώνουν την τεχνολογία.
Εδώ ακριβώς γίνεται ιστορικά κατανοητός ο σύγχρονος φόβος για την τεχνητή νοημοσύνη. Οι κυρίαρχες τάξεις δεν φοβούνται την τεχνολογία αφηρημένα. Ο καπιταλισμός απαιτεί συνεχή τεχνολογική καινοτομία. Αυτό που φοβάται το μονοπωλιακό κεφάλαιο είναι ο κοινωνικός και πολιτικός μετασχηματισμός που καθιστούν εφικτό οι ολοένα πιο αυτόνομες παραγωγικές δυνάμεις.
Η αυτοματοποίηση δυνητικά υπονομεύει την αναγκαιότητα της ανθρώπινης εργασίας σε τεράστιους τομείς της παραγωγής· η ΤΝ δυνητικά μειώνει την ποσότητα της κοινωνικά αναγκαίας γνωστικής εργασίας που απαιτείται για συγκεκριμένα καθήκοντα· η ρομποτική δυνητικά μετασχηματίζει τη μεταποίηση· οι επιστημονικοί υπολογισμοί επιταχύνουν τις ανακαλύψεις· και τα ολοκληρωμένα τεχνολογικά συστήματα καθιστούν δυνατά επίπεδα συντονισμού που θα ήταν αδιανόητα σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους.
Στο πλαίσιο του καπιταλισμού, ωστόσο, η μείωση της αναγκαίας εργασίας δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε ελευθερία. Μπορεί αντίθετα να μετατραπεί σε ανεργία, επισφάλεια, εντατικοποίηση της εργασιακής πειθαρχίας και συγκέντρωση της ιδιοκτησίας. Η κοινωνία μπορεί να καταστεί ικανή να παράγει περισσότερα με λιγότερη εργασία, ενώ οι εργαζόμενοι γίνονται ολοένα πιο ανασφαλείς, επειδή η πρόσβαση στα μέσα παραγωγής εξακολουθεί να διαμεσολαβείται από το κεφάλαιο.
Η αντίφαση, επομένως, δεν είναι τεχνολογική αλλά κοινωνική: ο καπιταλισμός αναπτύσσει τα μέσα για τη μείωση της αναγκαίας εργασίας, διατηρώντας παράλληλα ένα κοινωνικό σύστημα και σχέσεις μέσα στις οποίες η πρόσβαση στα μέσα ζωής εξακολουθεί να εξαρτάται από την πώληση της εργασιακής δύναμης.
Η αντίληψη του Μαρξ για την υπέρβαση του καπιταλισμού αποκτά εδώ εξαιρετική επικαιρότητα. Η μείωση της αναγκαίας εργασίας μπορεί να αποτελέσει την υλική βάση της ελευθερίας όταν οι παραγωγικές δυνάμεις κοινωνικοποιηθούν.
Η αυτοματοποίηση, επομένως, δεν αποτελεί εγγενώς καταστροφή. Εντός καπιταλιστικών σχέσεων, η αυτοματοποίηση μπορεί να εμφανίζεται ως απειλή επειδή ο βιοπορισμός του εργαζομένου εξαρτάται από την απασχόληση. Εντός σοσιαλιστικών σχέσεων, η ίδια αυτοματοποίηση μπορεί να γίνει εργαλείο για τη μείωση της κοινωνικά αναγκαίας εργάσιμης ημέρας και τη διεύρυνση της σφαίρας της ελεύθερης δραστηριότητας.
Αυτή είναι η διαλεκτική σημασία της διάκρισης του Μαρξ ανάμεσα στο βασίλειο της αναγκαιότητας και στο βασίλειο της ελευθερίας. Ο τελικός στόχος δεν είναι η διατήρηση της απασχόλησης για χάρη της ίδιας της απασχόλησης, αλλά η επαρκής ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ώστε να μειωθεί η ποσότητα της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας που απαιτείται για την αναπαραγωγή της ανθρώπινης ζωής, ενώ παράλληλα μετασχηματίζονται η κατανομή και η ιδιοκτησία του κοινωνικού πλούτου που προκύπτει.
Η χειραφέτηση της εργασίας δεν σημαίνει την αιώνια διατήρηση της εργασίας στην καπιταλιστική της μορφή· σημαίνει την προοδευτική απελευθέρωση των ανθρώπων από την κυριαρχία της αναγκαίας εργασίας.
Το ζήτημα της ΤΝ, επομένως, αποκαλύπτει αυτή την αντίφαση με ασυνήθιστη καθαρότητα. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα ακόμη στάδιο στην εξωτερίκευση της ανθρώπινης παραγωγικής νοημοσύνης. Μπορεί να ενισχύσει τη μνήμη, τον υπολογισμό, την επεξεργασία της γλώσσας, τη μοντελοποίηση, την αναγνώριση προτύπων και την επιστημονική έρευνα. Μπορεί να γίνει ένα εργαλείο μέσω του οποίου η ανθρωπότητα επεκτείνει τα γνωστικά της όργανα.
Στο πλαίσιο, όμως, του μονοπωλιακού χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, αυτή η επέκταση της συλλογικής νοημοσύνης καθίσταται αντικείμενο ιδιωτικής ιδιοκτησίας και μετατρέπεται σε πηγή κέρδους, επιτήρησης και γεωπολιτικής ισχύος (στρατιωτική ΤΝ).
Το παράδοξο είναι ότι η συσσωρευμένη γνώση της ανθρωπότητας γίνεται ολοένα πιο κοινωνική, ενώ η ιδιοκτησία της συγκεντρώνεται ολοένα και περισσότερο. Όσο πιο κοινωνικός γίνεται ο χαρακτήρας της παραγωγικής νοημοσύνης, τόσο πιο αντιφατικός γίνεται ο ιδιωτικός χαρακτήρας της ιδιοποίησής της.
Όσο περισσότερο η ΤΝ εξαρτάται από τεράστιες ποσότητες κοινωνικά παραγόμενης γνώσης, υποδομών, εργασίας και επιστημονικής ανάπτυξης, τόσο λιγότερο πειστικό γίνεται να αντιλαμβανόμαστε την παραγωγική της ικανότητα ως επίτευγμα μεμονωμένων ιδιωτών – ιδιοκτητών. Η ΤΝ αποτελεί μια συμπυκνωμένη έκφραση του κοινωνικού χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων.
Και ίσως εδώ ακριβώς η μαρξιστική αντίληψη της τεχνολογίας φτάνει στο βαθύτερο σημείο της. Η τεχνολογία δεν είναι απλώς μια συλλογή μηχανών. Είναι η κοινωνικά συσσωρευμένη ανθρώπινη παραγωγική νοημοσύνη, αποκρυσταλλωμένη σε αντικειμενική μορφή.
Κάθε μηχανή εμπεριέχει τη γνώση προηγούμενων γενεών· κάθε επιστημονικό όργανο ενσωματώνει συλλογικούς πειραματισμούς· κάθε υπολογιστικό σύστημα στηρίζεται στη συσσωρευμένη γνώση των μαθηματικών, της φυσικής, της μηχανικής, της γλώσσας και στην κοινωνική εργασία.
Η ΤΝ, επομένως, δεν αντιπροσωπεύει την αντικατάσταση της ανθρώπινης νοημοσύνης από μια ξένη νοημοσύνη, αλλά ένα νέο στάδιο στην ικανότητα της ανθρωπότητας να εξωτερικεύει και να οργανώνει πλευρές της συλλογικής της νοημοσύνης.
Το πραγματικό ιστορικό ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι «Αν θα αντικαταστήσει η ΤΝ την ανθρωπότητα;», αλλά «Αν θα οικειοποιηθεί συλλογικά η ανθρωπότητα την παραγωγική νοημοσύνη που η ίδια δημιούργησε;»
Υπό το καθεστώς των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, η απάντηση καθορίζεται από την ιδιοκτησία και την ταξική εξουσία. Αντίθετα σε ένα σοσιαλιστικό πλαίσιο, καθίσταται ζήτημα συνειδητού κοινωνικού σχεδιασμού.
Γι’ αυτό ο σοσιαλισμός δεν πρέπει να νοείται ως απόρριψη της τεχνολογικής νεωτερικότητας αλλά ως κοινωνική χειραφέτησή της. Ο καπιταλισμός αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις πίσω από την πλάτη της ανθρωπότητας· ο σοσιαλισμός επιδιώκει να θέσει αυτές τις παραγωγικές δυνάμεις υπό συνειδητό συλλογικό κοινωνικό έλεγχο.
Ο καπιταλισμός μετατρέπει την ανθρώπινη συνεργασία σε ανταγωνισμό και τη συλλογική νοημοσύνη σε ιδιωτική ιδιοκτησία και δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας· ο σοσιαλισμός επιδιώκει να μετατρέψει την κοινωνική συνεργασία σε συνειδητή κοινωνική δύναμη. Ο καπιταλισμός κάνει τη μηχανή να αντιπαρατίθεται στον εργαζόμενο ως κεφάλαιο· ο σοσιαλισμός μπορεί να μετατρέψει τη μηχανή σε εργαλείο συνειδητά ελεγχόμενο από τους συνεταιρισμένους παραγωγούς και την κοινωνία στο σύνολό της.
Η βαθύτερη ειρωνεία της σύγχρονης καπιταλιστικής τεχνοφοβίας είναι, επομένως, ότι η κυρίαρχη τάξη φοβάται ολοένα περισσότερο τις ίδιες τις παραγωγικές δυνάμεις των οποίων την ανάπτυξη ιστορικά πραγματοποίησε.
Φοβάται μήπως η ΤΝ γίνει αυτόνομη, ενώ η ίδια οργανώνει μια οικονομία στην οποία οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν ήδη αυτονομηθεί από τους ανθρώπινους κοινωνικούς σκοπούς. Φοβάται μήπως οι μηχανές αντικαταστήσουν τους ανθρώπους, ενώ διατηρεί ένα σύστημα που καθιστά την πρόσβαση στα μέσα διαβίωσης εξαρτημένη από την απασχόληση.
Φοβάται μήπως η τεχνητή νοημοσύνη γίνει ανεξέλεγκτη, ενώ επιτρέπει στο χρηματιστικό κεφάλαιο, στα στρατιωτικοβιομηχανικά συμπλέγματα και στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό να υπαγορεύουν την κατεύθυνση της τεχνολογικής ανάπτυξης. Φοβάται μήπως η μηχανή γίνει μια ξένη δύναμη, ενώ αποτυγχάνει να αναγνωρίσει ότι η αλλοτρίωση προέρχεται από την κοινωνική σχέση που λέγεται κεφάλαιο.
Η επαναστατική εναλλακτική, επομένως, δεν είναι ούτε μια αφελής τεχνοφιλία ούτε μια ανορθολογική τεχνοφοβία. Είναι ο διαλεκτικός υλισμός εφαρμοσμένος στις παραγωγικές δυνάμεις.
Ούτε λατρεύουμε την τεχνολογία ούτε τη δαιμονοποιούμε. Ρωτάμε ποιες ιστορικές δυνατότητες εμπεριέχει, ποιες κοινωνικές σχέσεις περιορίζουν αυτές τις δυνατότητες και ποιες ταξικές δυνάμεις μπορούν να μετασχηματίσουν αυτές τις σχέσεις.
Οι παραγωγικές δυνάμεις αποτελούν τη συσσωρευμένη ικανότητα της ανθρωπότητας να μετασχηματίζει τη φύση και τον ίδιο της τον εαυτό. Το ιστορικό καθήκον του σοσιαλισμού είναι να μετατρέψει αυτή τη συσσωρευμένη ικανότητα από εργαλείο ιδιωτικής κυριαρχίας σε συνειδητά κοινωνική δύναμη.
Η μηχανή, ο υπολογιστής και η ΤΝ δεν είναι εχθροί της ανθρωπότητας. Είναι τα εκτεταμένα όργανα της ανθρωπότητας, οι μεγεθυμένες ικανότητές της και η συσσωρευμένη νοημοσύνη της. Όμως, επί καπιταλισμού τα ίδια τα εκτεταμένα όργανα της ανθρωπότητας αντιπαρατίθενται σε αυτήν ως ξένες δυνάμεις. Στον σοσιαλισμό αναδύεται η ιστορική δυνατότητα να μετατραπούν αυτές οι ξένες δυνάμεις ξανά σε συνειδητές ανθρώπινες δυνάμεις.
Το τελικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η τεχνολογία θα κυβερνήσει την ανθρωπότητα. Το ερώτημα είναι αν η ανθρωπότητα θα κυβερνήσει τελικά τις δικές της παραγωγικές δυνάμεις.
Η καπιταλιστική-ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων απαντά σε αυτό το ερώτημα μέσω της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, του μονοπωλίου, του ανταγωνισμού και της κυριαρχίας. Ο σοσιαλισμός απαντά μέσω της κοινωνικής ιδιοκτησίας, του σχεδιασμού, της κυριαρχίας και της συνειδητής συλλογικής ανάπτυξης.
Η ιστορική αντίφαση ανάμεσα σε αυτές τις δύο απαντήσεις δεν είναι τεχνολογική αντίφαση. Είναι η αντίφαση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις παραγωγής. Και όσο ισχυρότερες γίνονται οι παραγωγικές δυνάμεις —από την ατμομηχανή στον ηλεκτρισμό, από τον αυτοματισμό στους υπολογιστές, από τα ψηφιακά δίκτυα στην τεχνητή νοημοσύνη— τόσο πιο πιεστική γίνεται αυτή η αντίφαση.
Ο σοσιαλισμός δεν απελευθερώνει την ανθρωπότητα από την τεχνολογία· ο σοσιαλισμός απελευθερώνει την τεχνολογία από το κεφάλαιο. Και η τελική χειραφέτηση των παραγωγικών δυνάμεων είναι, επομένως, αδιαχώριστη από τη χειραφέτηση της ανθρωπότητας από τις καπιταλιστικές σχέσεις.
