από το facebook του Σωτήρη Λαπιέρη
Δίπλα του όμως, βρισκόταν ένα άλλο φέρετρο, πολύ μικρότερο.
Ανήκε σε ένα νήπιο, την 14 μηνών εγγονή του Αλί Χαμενεΐ, που δολοφονήθηκε μαζί με τον παππού της και άλλα μέλη της οικογένειάς της την πρώτη κιόλας μέρα των επιθέσεων. την ίδια μέρα που οι βόμβες χτύπησαν σχολείο στο Μινάμπ σκοτώνοντας πάνω από 156 ανθρώπους, εκ των οποίων 120 παιδιά (μαζί με 26 δασκάλους).
Ακολούθησαν το Ινστιτούτο Παστέρ όπου παράγονταν τα εμβόλια της χώρας, εργοστάσια αντικαρκινικών φαρμάκων, πανεπιστήμια, επιστήμονες δολοφονημένοι μέσα στα σπίτια τους μαζί με τις οικογένειές τους. Κι αυτά είναι όσα χρειάζεται να ξέρουμε για τον χαρακτήρα του πολέμου που εξαπέλυσαν ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν και του λαού του. Μπορεί εκείνες τις μέρες τα δυτικά ΜΜΕ να επαναλάμβαναν τα δελτία τύπου και τα tweets του παρανοϊκού ενοίκου του Λευκού Οίκου και του αιματοβαμμένου Σιωνιστή εγκληματία για “στοχευμένα πλήγματα κατά πυρηνικών εγκαταστάσεων”, αλλά στην πραγματικότητα διεξαγόταν μια συστηματική επίθεση σε ό,τι επιτρέπει σε έναν λαό να ζει, να μορφώνεται και να στέκεται στα πόδια του.
Πίσω από τη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη βρισκόταν ο κλασσικός αυτοκρατορικός υπολογισμός των “χτυπημάτων αποκεφαλισμού”: χτυπάς την κορυφή και το οικοδόμημα καταρρέει. Ένας υπολογισμός που δεν στηριζόταν μόνο σε στρατιωτική αλαζονεία, αλλά και στην ίδια την προπαγάνδα των επιτιθέμενων — στη δυτική αφήγηση που έπρεπε να αφαιρέσει κάθε νομιμοποίηση από την ιρανική κυβέρνηση για να δικαιολογήσει τον πόλεμο, και που στο τέλος την πίστεψαν κι οι ίδιοι: ότι ένας λαός χωρίς νομιμοποίηση θα καλωσόριζε την ανατροπή του. Ήταν η ίδια αυταπάτη που, είκοσι χρόνια πριν, υποσχόταν λουλούδια στους δρόμους της Βαγδάτης.
Οι κοινωνίες όμως δεν είναι μηχανές που σταματούν μόλις τους αφαιρέσεις ένα εξάρτημα, και σαράντα μέρες πολέμου δεν οδήγησαν ούτε στην παράδοση, ούτε στην αλλαγή καθεστώτος που επεδίωκαν οι επιτιθέμενοι. Μέσα στους βομβαρδισμούς, συνεργεία εργαζομένων ξανάστηναν κατεστραμμένους σιδηροδρόμους εντός 48 ωρών βασισμένοι στις δικές τους δυνάμεις, η κοινωνία συνέχιζε να λειτουργεί, και στο τέλος εκείνοι που ορκίζονταν ότι θα ανέτρεπαν την ιρανική κυβέρνηση αναγκάστηκαν να υπογράψουν μαζί της κατάπαυση του πυρός.
Και επειδή η Ισλαμική Δημοκρατία έχει αναγάγει το παιχνίδι των συμβολισμών σε πραγματικό 5D σκάκι, δεν θα μπορούσε να μην αξιοποιήσει τη χρονική σύμπτωση: Τη μέρα που οι ΗΠΑ γιόρταζαν τα 250 χρόνια από την ίδρυσή τους, εκπρόσωποι περισσότερων από εκατό χωρών βρίσκονταν στην Τεχεράνη για να τιμήσουν τον άνθρωπο που οι ίδιες οι ΗΠΑ δολοφόνησαν.
Οι ΗΠΑ κωλυσιεργούν στην άρση των κυρώσεων και στην αποδέσμευση των κεφαλαίων της ανοικοδόμησης, το Ισραήλ συνεχίζει να βομβαρδίζει τον Νότιο Λίβανο (μόλις χθες διέπραξε άλλον έναν εγκληματικό βομβαρδισμό σε γειτονιές της Ναμπατίγιε) παραβιάζοντας τη συμφωνία, και ο Τραμπ έφτασε να καυχηθεί δημόσια ότι “με ένα και μόνο χτύπημα” θα μπορούσε να εξοντώσει όσους συγκεντρώθηκαν στην κηδεία.
Η απειλή λοιπόν παραμένει, αλλά παραμένουν και οι συσχετισμοί που γεννήθηκαν μέσα απ’ τον πόλεμο. Στα Στενά του Ορμούζ τα δεξαμενόπλοια περνούν από τον δίαυλο που ορίζει το Ιράν, αλλιώς χρειάζονται αμερικανική πολεμική συνοδεία. Οι φυσικές τιμές του πετρελαίου, εκεί όπου αγοράζονται και μεταφέρονται φορτία και όχι στα futures των χρηματιστηρίων, βρίσκονται πολύ ψηλότερα από εκείνες που διαβάζουμε στις εφημερίδες ή ακούμε στις ειδήσεις. Το Ισραήλ βγήκε από τον πόλεμο χωρίς να έχει οικοδομήσει ένα νέο δόγμα ασφαλείας ούτε απέναντι στο Ιράν ούτε στον Λίβανο και γι’ αυτό δεν αντέχει να τηρήσει ούτε τις συμφωνίες που φέρουν τη δική του υπογραφή.
Η αντοχή όμως μιας κοινωνίας απέναντι στον πόλεμο, στις κυρώσεις και στους εκβιασμούς δεν γεννιέται την ώρα που πέφτει η πρώτη βόμβα, σαν πάνοπλη Αθηνά από το κεφάλι του Δία.
Χτίζεται χρόνια πριν, στα εργοστάσια, στα νοσοκομεία, στα πανεπιστήμια, στη δυνατότητα ενός λαού να παράγει όσα χρειάζεται και να επισκευάζει όσα του καταστρέφουν. Το Ιράν, διανύοντας δεκαετίες αποκλεισμού και κυρώσεων, υποχρεώθηκε να αναπτύξει μια παραγωγική και επιστημονική βάση ικανή να κρατά όρθιες τις βασικές λειτουργίες της κοινωνίας του: να παράγει τα φάρμακά του, να εκπαιδεύει τους επιστήμονες και τους τεχνικούς του, να λειτουργεί ακόμη και υπό βομβαρδισμούς.
Προφανώς οι κοινωνικές ανισότητες δεν εξαφανίστηκαν, ούτε δομήθηκε μια κοινωνία όπου ο ψαράς γράφει ποίηση και ο ποιητής ψαρεύει. Εξακολουθεί να είναι μια ταξική κοινωνία, με όλα τα παρεπόμενά της: από την καταστολή και τη διαφθορά, μέχρι τις ελλείψεις και τις αντιθέσεις.
Κατασκευάστηκε όμως η υλική δυνατότητα επιβίωσης και αντίστασης μιας χώρας, που δεν απαιτεί την άδεια των ισχυρών για να ορίσει τις τύχες της.
Τα χρόνια των μνημονίων αποδυνάμωσαν την παραγωγή, παρέδωσαν λιμάνια, ενέργεια και δημόσια περιουσία, διέλυσαν την εργασία και έμαθαν τη χώρα να περιμένει τη σωτηρία της από δανειστές, επενδυτές και “συμμάχους”, ενώ η ολιγαρχία που εκχωρεί σήμερα το νερό, τη γη και το σύνολο των δικτύων, αλυσοδένει ταυτόχρονα τη χώρα όλο και πιο σφιχτά στους σχεδιασμούς ΗΠΑ και Ισραήλ, βαφτίζοντας “ασφάλεια” τη μετατροπή της χώρας σε εξάρτημα αλλότριων σχεδιασμών και την κοινωνική καταστροφή “σταθερότητα”.
Μπορεί να μην αφορά την Ισλαμική Δημοκρατία αυτός ο συμβολισμός, αλλά η 6ήμερη πανηγυρική κηδεία του Αλί Χαμενεΐ, αναπόφευκτα μπαίνει σε αντίστιξη με μια άλλη, δική μας, επέτειο: τα 11 χρόνια που συμπληρώθηκαν αυτές τις μέρες από το δημοψήφισμα του 2015, όταν το “Όχι” του 61% μετατράπηκε μέσα σε μια εβδομάδα σε “Ναι”.
Πρόσφατα ο Άδωνις Γεωργιάδης αποκάλυψε δημόσια ότι τη μέρα του δημοψηφίσματος “φυγάδευσε” τη γυναίκα και τα παιδιά του στις ΗΠΑ επειδή φοβόταν ακόμη κι εμφύλιο. Η παραδοχή αυτή λέει περισσότερα απ’ όσα ήθελε να πει, ιδίως αν τη διαβάσει κανείς δίπλα στις “ξεχασμένες” δηλώσεις Μεϊμαράκη για την “αστική τάξη που θα πάρει την κατάσταση στα χέρια της”.
Φανερώνει ξεκάθαρα το διπλό αντανακλαστικό αυτής της τάξης όταν νιώσει ότι η εξουσία της απειλείται.
Απέναντι σε μια τάξη που έχει έτοιμη και τη βαλίτσα και τη λύση της βίας, ο λαός δεν μπορεί να αντιπαραθέσει μόνο τη θέλησή του. Το 2015 η θέληση υπήρχε και περίσσευε.
Είναι δημόσια υγεία και εγχώρια παραγωγή φαρμάκων, ενέργεια και νερό στα χέρια της κοινωνίας, αγροτοκτηνοτροφία και τρόφιμα, υποδομές, τεχνική γνώση, μισθοί και δουλειές που επιτρέπουν στους ανθρώπους να μείνουν στον τόπο τους: όλα αυτά που φτιάχνουν τη δυνατότητα ενός λαού να πει “Όχι” και να διαθέτει τα μέσα να το υπερασπιστεί.
Η εμπειρία του Ιράν δεν διδάσκει στους λαούς να αντιγράψουν το κοινωνικοπολιτικό του σύστημα. Υπενθυμίζει κάτι πολύ πιο βαθύ και θεμελιώδες: λαός που δεν ελέγχει τα μέσα με τα οποία ζει, δεν ελέγχει ούτε την εξωτερική του πολιτική ούτε το μέλλον του.
Και αυτό το διδαχθήκαμε σκληρά σε αυτόν τον πόλεμο: λαός που δεν είναι κυρίαρχος στον τόπο του, δεν μπορεί καν να ορίσει αν θα βρεθεί μέσα σε έναν πόλεμο. Γιατί η Ελλάδα βρέθηκε μέσα σε αυτόν τον πόλεμο χωρίς κανείς να ρωτήσει τον λαό της. Η Σούδα δούλεψε για την αμερικανική πολεμική μηχανή πριν καν ξεκινήσει ο πόλεμος, κατά την προετοιμασία του, ενώ ελληνική φρεγάτα περιπολούσε στην ανατολική Μεσόγειο, κρίκος στο ίδιο πλέγμα προστασίας του Ισραήλ, όσο αυτό βομβάρδιζε το Ιράν και τη Γάζα. Κι αυτός ο πόλεμος έγινε αφορμή για να πολλαπλασιαστούν τα εξοπλιστικά προγράμματα που ροκανίζουν δισεκατομμύρια που λείπουν από νοσοκομεία και σχολεία.
Κι αν η σύγκρουση είχε πάρει τις διαστάσεις που επιδίωκαν Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ, η Σούδα (όπως και το Ακρωτήρι στην Κύπρο) θα μετατρεπόταν σε στόχο, με ό,τι αυτό σήμαινε για τους ανθρώπους που κατοικούν γύρω της.
Βέβαια, κανένα από τα τζιμάνια του ΕΛΙΑΜΕΠ που στελεχώνουν την κυβέρνηση Μητσοτάκη, με πρώτο τον σύμβουλο εθνικής ασφαλείας Θάνο Ντόκο (20 χρόνια Γενικός Διευθυντής στο ίδρυμα) δεν θα παραδεχτούν τους λόγους που δεν φτάσαμε ως εκεί. Γιατί αυτό δεν το χρωστάμε στη σύνεση των “συμμάχων” μας, που κανένα δισταγμό δεν έχουν να δουν φέρετρα με “συμμαχικές” σημαίες, αν είναι να μειώνονται εκείνα με τις δικές τους σημαίες. Ούτε προφανώς στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, που έχει ήδη αποφασίσει ότι πρέπει να εκπαιδευτούμε για φέρετρα με “ευρωπαϊκές” σημαίες, όπως μας είπε ο Δένδιας, πουλώντας έναν ιδιότυπο “πατριωτισμό” ξένης πατρίδας.
Δεν μπορούμε όμως να υπολογίζουμε σε χάρες: όποιος δεν ορίζει αν θα πολεμήσει, δεν ορίζει τίποτα. Για αυτό πρέπει να αξιοποιήσουμε αυτό το “δώρο”, ώστε να γίνει καθημερινή ατζέντα το φρένο σε οποιαδήποτε ελληνική εμπλοκή στους πολεμικούς σχεδιασμούς ΗΠΑ–ΝΑΤΟ–Ισραήλ, αλλά και να σταματήσει η αξιοποίηση της χώρας ως απέραντη βάση των Αμερικανών για να κάνουν τους πολέμους τους και να πάψουμε να χρηματοδοτούμε από τους φόρους μας τα εγκλήματα του ισραηλινού κράτους-τρομοκράτη, αγοράζοντας τα όπλα του.
Κι αυτά δεν είναι απλά αντιιμπεριαλιστικά συνθήματα που φωνάζονται σε μια ντουντούκα. Είναι όροι για να ανήκει η ασφάλεια και το μέλλον αυτού του τόπου σε αυτούς που τον κατοικούν.
Οι μεγαλειώδεις εικόνες των ποταμιών εκατομμυρίων στην Τεχεράνη δεν θα κρύψουν ποτέ την καταστροφή που προκάλεσε αυτός ο εγκληματικός πόλεμος. Εξάλλου, ούτε οι ίδιοι οι Ιρανοί την κρύβουν: η σχολική τσάντα έχει γίνει σύμβολο του εγκλήματος που διέπραξε ο ιμπεριαλισμός στη Μινάμπ. Τις φόρεσαν καρφίτσα στο πέτο οι Ιρανοί ποδοσφαιριστές στο Μουντιάλ και τις έκαναν έκθεμα υποδοχής στο αεροδρόμιο της Τεχεράνης για τις ξένες αντιπροσωπείες που έρχονταν για την κηδεία.
Όμως, η καταστροφή δεν εμπόδισε την ιρανική κοινωνία να βγει στους δρόμους, πιο ενωμένη απ’ ό,τι ήταν πριν πέσουν οι βόμβες. Και σε αυτήν την ενότητα μπορούμε να δούμε, με τη δική του μορφή, κάτι από το λαϊκό αίσθημα του “ας τρώγομεν και πέτρες” που υπήρχε και στην Ελλάδα εκείνο τον Ιούλη του 2015 και το συναντούσαμε ακόμα και στις ουρές των ΑΤΜ.
Γιατί ακόμα και όσοι “γκρίνιαζαν” για την υποστήριξη στην Παλαιστίνη, στον Λίβανο, στο Ιράκ ή στην Υεμένη, κατάλαβαν στις 28 Φλεβάρη ότι όλα αυτά γίνονταν ως τμήματα μιας συνεκτικής στρατηγικής άμυνας, απέναντι σε έναν αντίπαλο αποφασισμένο να φτιάξει μια “Νέα Μέση Ανατολή”, κάνοντας τα πάντα για να διαλύσει το Ιράν, κυριολεκτικά: να το κάνει κομμάτια, όπως αποκάλυπταν περιχαρείς τις πρώτες μέρες του πολέμου διάφορες αμερικανοϊσραηλινές ομιλούσες κεφαλές, κάνοντας σχέδια για τα διάφορα “-σταν”, που θα χάραζαν στον χάρτη όταν θα “έσπαγαν” το Ιράν.
Εδώ, ο δικός μας αγώνας δεν μπορεί να περιμένει κάποια “μεγάλη ώρα” για να ξεκινήσει. Πρέπει να τον δώσουμε τώρα, για κάθε δημόσιο αγαθό που δεν έχει ακόμα πουληθεί, για κάθε πηγή νερού που δεν έχει ακόμα εκχωρηθεί, για κάθε λιμάνι και καλλιέργεια και εργαστήριο που κρατιέται ακόμα όρθιο.
