από το ιστολόγιο του Michael Roberts
μετ. Δημήτρη Κούλος
επιμ. Διονύσης Περδίκης
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ταξιδεύει αύριο στην Κίνα για να συναντήσει τον πρόεδρο της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ. Θα είναι η πρώτη φορά που Αμερικανός πρόεδρος επισκέπτεται την Κίνα εδώ και σχεδόν μία δεκαετία, με την τελευταία επίσκεψη να είναι εκείνη του ίδιου του Τραμπ το 2017. Τα άμεσα ζητήματα που αντιμετωπίζουν και οι δύο ηγέτες μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: 1) ο εμπορικός πόλεμος που ξεκίνησε ο Τραμπ 2) ο πόλεμος με το Ιράν που ξεκίνησε ο Τραμπ και 3) η ένταση γύρω από την Ταϊβάν, την οποία ενίσχυσε ο Τραμπ.
Ως προς τον εμπορικό πόλεμο, οι ΗΠΑ και η Κίνα συμφώνησαν σε μια προσωρινή ανακωχή τον περασμένο Οκτώβριο. Ο Τραμπ είχε κάποια στιγμή επιβάλει δασμούς 145% στις κινεζικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ. Όμως δύο πράγματα τον ανάγκασαν να υποχωρήσει. Πρώτον, η Κίνα απείλησε να περιορίσει τις εξαγωγές σπάνιων γαιών, όπου κατέχει σχεδόν το 90% αυτών των ζωτικών ορυκτών που χρησιμοποιούνται σε όλους τους τομείς υψηλής τεχνολογίας, τεχνητής νοημοσύνης και ημιαγωγών, από τους οποίους εξαρτάται ολοένα και περισσότερο η αμερικανική οικονομία. Και δεύτερον, οι αμερικανικές βιομηχανίες που δραστηριοποιούνται στην Κίνα ανησύχησαν, υποστηρίζοντας ότι οι δασμοί του Τραμπ θα έπλητταν κυρίως τις δικές τους εξαγωγές και τα κέρδη τους. Έτσι, η συνάντηση Τραμπ–Σι τον περασμένο Οκτώβριο κατέληξε με το Πεκίνο να αναστέλλει τους εξαγωγικούς περιορισμούς του, ενώ ο Τραμπ μείωσε τελικά τους δασμούς στα κινεζικά προϊόντα σε μόλις 32% — ακόμη υψηλοί, αλλά πολύ χαμηλότεροι από τις προηγούμενες απειλές του.
Και ακολούθησαν περαιτέρω μειώσεις.
Ο Τραμπ διατήρησε την απαγόρευση εισαγωγής κινεζικών ηλεκτρικών οχημάτων στις ΗΠΑ, καθώς και των κινεζικών εξαγωγών σε αιολική και ηλιακή ενέργεια. Ωστόσο, αυτό προκάλεσε ελάχιστη ζημιά στις κινεζικές εξαγωγές. Αντίθετα, οι κινεζικές εξαγωγές έφτασαν σε επίπεδα-ρεκόρ — αποτέλεσμα της δημιουργίας νέων εμπορικών εταίρων σε όλο τον κόσμο, καθώς οι σχέσεις με τις ΗΠΑ εξασθενούσαν.
Και όλες οι προσπάθειες περιορισμού της κινεζικής επέκτασης στα τεχνολογικά προϊόντα, τους ημιαγωγούς κ.λπ. απέτυχαν παταγωδώς. Η Κίνα καλύπτει τη διαφορά στον «πόλεμο των μικροτσίπ», προηγείται με διαφορά στη ρομποτική και έχει λανσάρει δικά της μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης «ανοιχτού κώδικα», όπως το DeepSeek, τα οποία υπονομεύουν σοβαρά τα ακριβά αμερικανικά μοντέλα AI, όπως το ChatGPT και το Claude.
Η Κίνα κυριαρχεί επίσης σε ολόκληρο το φάσμα της παραγωγής ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Και η Κίνα προηγείται μακράν στη χρήση ρομπότ, με τις εγκαταστάσεις τους να αυξάνονται κατά 7% ετησίως, ενώ στις ΗΠΑ μειώνονται κατά 9% τον χρόνο. Η Κίνα διαθέτει πλέον περισσότερα βιομηχανικά ρομπότ από όλον τον υπόλοιπο κόσμο μαζί.
Πηγή: International Robotics Institute
Έπειτα υπάρχει και το ζήτημα του Ιράν. Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου. Ωστόσο, η Κίνα ήταν προετοιμασμένη. Έχει δημιουργήσει τεράστια αποθέματα πετρελαίου που μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες της σε ορυκτά καύσιμα για αρκετό διάστημα.
Την περασμένη εβδομάδα, οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις σε αρκετές κινεζικές εταιρείες, ισχυριζόμενες ότι παρείχαν «δορυφορικές εικόνες που διευκόλυναν τις στρατιωτικές επιθέσεις του Ιράν κατά αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή» και υποστήριζαν «τις προσπάθειες του ιρανικού στρατού να εξασφαλίσει όπλα, καθώς και πρώτες ύλες για τα προγράμματα βαλλιστικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών (UAV)». Η Κίνα αντέδρασε. «Πάντα απαιτούσαμε από τις κινεζικές επιχειρήσεις να δραστηριοποιούνται σύμφωνα με τους νόμους και τους κανονισμούς, και θα προστατεύσουμε αποφασιστικά τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντά τους», δήλωσε ο εκπρόσωπος Γκουό Τζιακούν σε τακτική ενημέρωση Τύπου. Και η Κίνα συνεχίζει να εισάγει πετρέλαιο και ενεργειακά προϊόντα από τη Ρωσία, παρά τις κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ωρολογιακή βόμβα στις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας είναι η Ταϊβάν. Η Κίνα διατηρεί τη μακροχρόνια θέση της ότι η Ταϊβάν αποτελεί μέρος της Κίνας και ότι εξελίχθηκε σε ανεξάρτητο κρατίδιο μόνο λόγω της κατοχής της νήσου Φορμόζα από τους Κινέζους εθνικιστές, όταν αυτοί διέφυγαν από την ηπειρωτική χώρα μετά την ήττα τους από τους κομμουνιστές το 1949. Από τότε, ενώ οι ΗΠΑ και ο ΟΗΕ αναγνωρίζουν λεκτικά τις κινεζικές αξιώσεις, στην πράξη οι ΗΠΑ υποστήριξαν και διατήρησαν αρχικά μια στρατιωτική δικτατορία στην Ταϊβάν και στη συνέχεια, μετά τη δημοκρατική της εξέλιξη, κόμματα και πολιτικούς που επιδιώκουν να καταστήσουν την Ταϊβάν μόνιμα ανεξάρτητη από την Κίνα. Με τη μικροσκοπική Ταϊβάν τόσο κοντά στην ηπειρωτική Κίνα όσο το Πουέρτο Ρίκο ή η Κούβα στις ηπειρωτικές ΗΠΑ, οι εντάσεις αυξομειώνονται γύρω από το αν η Κίνα θα κινηθεί για να την καταλάβει και αν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους στην περιοχή (Ιαπωνία, Φιλιππίνες) θα την υπερασπιστούν στρατιωτικά.
Πάνω απ’ όλα, στον 21ο αιώνα, η γεωπολιτική καταλήγει όλο και περισσότερο σε μια μάχη ανάμεσα σε μια παρακμάζουσα και αποδυναμωμένη ηγεμονική δύναμη, τις ΗΠΑ, και έναν ανερχόμενο οικονομικό γίγαντα, την Κίνα. Οι ΗΠΑ έχουν χάσει προ πολλού την υπεροχή τους στη βιομηχανία, τη μεταποίηση και το εμπόριο. Η Κίνα είναι πλέον η βιομηχανική υπερδύναμη του κόσμου. Η παραγωγή της ξεπερνά εκείνη των εννέα επόμενων μεγαλύτερων βιομηχανικών χωρών μαζί. Στις ΗΠΑ χρειάστηκε σχεδόν ένας αιώνας για να φτάσουν στην κορυφή της μεταποίησης· η Κίνα το πέτυχε μέσα σε περίπου 15 ή 20 χρόνια. Το 1995, η Κίνα κατείχε μόλις το 3% των παγκόσμιων εξαγωγών μεταποίησης. Τώρα το μερίδιό της έχει ξεπεράσει κατά πολύ το 30%. Ενώ η Κίνα εμφανίζει πλεόνασμα στο ισοζύγιο πληρωμών με άλλες χώρες γύρω στο 1-2% του ΑΕΠ ετησίως, οι ΗΠΑ εμφανίζουν έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών 3-4% του ΑΕΠ ετησίως.
Οι ΗΠΑ διατηρούν ακόμη την ηγεμονία τους στη διεθνή χρηματοοικονομική σφαίρα, αλλά και αυτή εξασθενεί. Η αμερικανική βιομηχανία και οι τράπεζες έχουν τεράστιες καθαρές υποχρεώσεις προς τον υπόλοιπο κόσμο, ίσες με το 76% του ΑΕΠ. Αντίθετα, η Κίνα έχει καθαρή θέση ενεργητικού 18% του ΑΕΠ. Μια τέτοια καθαρή υποχρέωση θα καθιστούσε οποιαδήποτε άλλη χώρα ευάλωτη σε φυγή από το νόμισμά της — αλλά οι ΗΠΑ το αποφεύγουν επειδή το δολάριο παραμένει το παγκόσμιο «αποθεματικό νόμισμα». Πράγματι, επειδή οι περισσότερες χώρες του κόσμου πραγματοποιούν το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου και της χρηματοδότησής τους σε δολάρια, το δολάριο απολαμβάνει ένα «υπερβολικό προνόμιο» έναντι άλλων νομισμάτων. Πρόσφατη έκθεση διαπίστωσε ότι οι ΗΠΑ αποκομίζουν σχεδόν το 1% του ετήσιου ΑΕΠ τους από το γεγονός ότι είναι ο μοναδικός εκδότης του δολαρίου, ενώ άλλες οικονομίες πρέπει να αγοράζουν ή να δανείζονται δολάρια.
Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να κυριαρχούν στρατιωτικά, δαπανώντας περισσότερα για τις ένοπλες δυνάμεις από όλον τον υπόλοιπο κόσμο μαζί. Και διατηρούν σχεδόν 800 στρατιωτικές βάσεις παγκοσμίως — ενώ η Κίνα έχει μία. Όμως ακόμη και εδώ, ο πόλεμος στο Ιράν αποκάλυψε την αδυναμία του αμερικανικού στρατού να επιβάλει τη θέλησή του σε μια τρίτης κατηγορίας οικονομία και κράτος που δεν διαθέτει πυρηνικά όπλα (θυμίζοντας το Βιετνάμ πριν από πάνω από 50 χρόνια).
Για τις αμερικανικές άρχουσες ελίτ, η Κίνα είναι ο απόλυτος εχθρός και απειλή για την παγκόσμια ηγεμονία τους. Αυτό ισχύει τόσο για την πτέρυγα MAGA που στηρίζει τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο όσο και για τους «παγκοσμιοποιητές» του αμερικανικού «βαθέος κράτους» και των νεοσυντηρητικών κύκλων. Η διαφορά πολιτικής είναι ότι οι τραμπικοί θέλουν να συγκεντρώσουν την αμερικανική ισχύ στο δυτικό ημισφαίριο με στόχο να αντιμετωπίσουν την Κίνα στον Ειρηνικό, όπως έκανε η Αμερική με την Ιαπωνία τη δεκαετία του 1930. Για το στρατόπεδο MAGA, η Ευρώπη μπορεί να διαχειριστεί μόνη της τη Ρωσία και την Ουκρανία και το Ισραήλ τη Μέση Ανατολή. Οι παγκοσμιοποιητές, αντίθετα, εξακολουθούν να έχουν σοβαρές φιλοδοξίες παγκόσμιας κυριαρχίας. Θέλουν να συνεχιστεί ο πόλεμος με τη Ρωσία μέχρι να γονατίσει και να υπάρξει «αλλαγή καθεστώτος», ενώ επιδιώκουν να στηρίξουν το Ισραήλ και να συμμετάσχουν στρατιωτικά μέχρι να πέσει το ιρανικό καθεστώς. Ο Τραμπ ταλαντεύεται ανάμεσα στις δύο πολιτικές, αυτή τη στιγμή κλίνει προς τους παγκοσμιοποιητές σε ό,τι αφορά το Ιράν. Όμως και οι δύο πτέρυγες συμφωνούν: η Κίνα πρέπει τελικά να «αντιμετωπιστεί»· πρέπει να αποδυναμωθεί οικονομικά και τελικά να εξαναγκαστεί να αποδεχτεί τις δυτικές πολιτικές και τον δυτικό έλεγχο.
Αυτό είναι το πλαίσιο των συνεχών οικονομικών επιθέσεων κατά της Κίνας. Οι κυρίαρχοι οικονομολόγοι στις ΗΠΑ, στην Ευρώπη και στην Ιαπωνία (μαζί με Κινέζους «ειδικούς» της διασποράς) ασκούν αδιάκοπη κριτική στην Κίνα, σχεδόν ποτέ για το αντιδημοκρατικό αυταρχικό κρατικό της σύστημα (άλλωστε η «δημοκρατία» είναι μάλλον χαλαρός όρος για τα κρατικά και πολιτικά συστήματα των ΗΠΑ και της Ευρώπης). Όχι, δεν είναι αυτό το πρόβλημα· είναι ότι η κινεζική οικονομία καταστρέφει τις οικονομίες του υπόλοιπου κόσμου.
Η κριτική αυτή είναι, ωστόσο, αντιφατική. Από τη μία, μας λένε ότι η Κίνα κατακτά αθέμιτα το παγκόσμιο εμπόριο με εξαγωγές προϊόντων σε εξευτελιστικές τιμές, τεράστιες άδικες επιδοτήσεις στις βιομηχανίες της και αυστηρούς περιορισμούς στο βιοτικό επίπεδο του λαού της. Από την άλλη, μας λένε ότι η κινεζική οικονομία βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης, με συσσώρευση τεράστιων χρεών σε επιχειρήσεις και τοπικές κυβερνήσεις· με κατάρρευση της αγοράς ακινήτων, μείωση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας, αυξανόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα και πτώση της παραγωγικότητας κ.ο.κ. Ότι μετατρέπεται σε μια νέα Ιαπωνία, η οποία ουσιαστικά έχει σταματήσει να αναπτύσσεται (το κατά κεφαλήν εισόδημα αυξάνεται εκεί μόνο επειδή ο πληθυσμός μειώνεται).
Ποια από αυτές τις αντίθετες κριτικές είναι αληθινή; Σε πολλά άρθρα μου τα τελευταία χρόνια, έχω υποστηρίξει ότι καμία από τις δύο δεν ισχύει. Η κινεζική οικονομία έχει πολλά προβλήματα, τα οποία έχω αναλύσει σε αρκετά κείμενα, αλλά δεν πρόκειται να καταρρεύσει. Στην πραγματικότητα, δεν έχει υποστεί ποτέ ύφεση όπως εκείνες που γνώρισαν οι μεγάλες δυτικές οικονομίες το 1980-82, το 1991, το 2001, το 2008-09 ή κατά την πανδημία COVID του 2020. Η κρατικά καθοδηγούμενη και σχεδιασμένη οικονομία επενδύσεων της Κίνας απέφυγε αυτές τις κρίσεις και, κατά τη γνώμη μου, θα ξεπεράσει και τα μελλοντικά εμπόδια στην ανάπτυξή της — αν αφεθεί ήσυχη από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό.
Η κατανάλωση των νοικοκυριών στην Κίνα δεν παραμένει στάσιμη· αυξάνεται κατά 4,4% ετησίως, περίπου όσο και το ΑΕΠ. Οι εξαγωγές δεν οδηγούν την ανάπτυξη. Το καθαρό εμπόριο αντιστοιχούσε περίπου στο 20% της ανάπτυξης του 2025, ενώ το υπόλοιπο προερχόταν από την εγχώρια κατανάλωση και τις επενδύσεις. Η ταχεία αύξηση της παραγωγικότητας απέτρεψε τον πληθωρισμό, ο οποίος δεν οφείλεται σε «έλλειψη εγχώριας ζήτησης». Γιατί λοιπόν η Κίνα να αλλάξει το επενδυτικά καθοδηγούμενο οικονομικό της μοντέλο, το οποίο έχει οδηγήσει τον μέσο πραγματικό μισθό στις αστικές περιοχές να αυξηθεί κατά 2.406% από το 1978, αυξάνοντας την αγοραστική δύναμη κατά 25 φορές; Μπορούν οι οικονομίες κατανάλωσης των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου να συγκριθούν με μια τέτοια αύξηση αγοραστικής δύναμης για τα νοικοκυριά τους;
Όσο για τις «άδικες» επιδοτήσεις στη βιομηχανία της Κίνας, πρόσφατη έκθεση κατέληξε ότι: «Αν και η Κίνα χρησιμοποιεί πράγματι ενεργά βιομηχανικές επιδοτήσεις, η άμεση δημοσιονομική στήριξη έχει σταθεροποιηθεί από το 2008. Η στρατηγική εστίαση έχει μετατοπιστεί αποφασιστικά από την προσέλκυση ξένων επενδύσεων στην προώθηση της εγχώριας καινοτομίας και τεχνολογικής ικανότητας. Οι επιδοτήσεις στη μεταποίηση, αντίθετα με τη συνήθη αντίληψη, είναι σχετικά περιορισμένες και αποκεντρωμένες». Πάρτε για παράδειγμα τα αυτοκίνητα. Η κινεζική BYD και η Tesla του Μασκ κατασκευάζουν και οι δύο ηλεκτρικά οχήματα στην Κίνα. Ωστόσο, η BYD έχει σημαντικά χαμηλότερο κόστος. Η κάθετη ολοκλήρωση της παραγωγής της είναι πολύ υψηλή και η έρευνα και ανάπτυξη πολύ φθηνότερη. Οι κρατικές επιδοτήσεις παίζουν μόνο μικρό ρόλο στη μείωση του κόστους.
Αυτό με φέρνει στην τελευταία κριτική κατά της κινεζικής οικονομίας: ότι διατηρεί τεράστιο εμπορικό πλεόνασμα αγαθών με άλλες χώρες και έτσι προκαλεί μεγάλη «παγκόσμια ανισορροπία» (ελλείμματα για τις ΗΠΑ κ.λπ.) στις παγκόσμιες αγορές εμπορίου και χρηματοοικονομικών ροών. Υποτίθεται ότι η οικονομική επιβράδυνση στις μεγάλες καπιταλιστικές οικονομίες της Δύσης, ο αυξημένος κίνδυνος στασιμοπληθωρισμού και η πιθανότητα χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης στις ΗΠΑ και την Ευρώπη οφείλονται κυρίως στις μερκαντιλιστικές πολιτικές της Κίνας τύπου «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Πρόσφατα ανέλυσα τα αίτια των παγκόσμιων ανισορροπιών στο εμπόριο και τη χρηματοδότηση, τα οποία κατά τη γνώμη μου αποτελούν διαρκές χαρακτηριστικό της άνισης ανάπτυξης της καπιταλιστικής συσσώρευσης και παραγωγής, και όχι αποτέλεσμα «αθέμιτων» πρακτικών ή «υπερβολικής αποταμίευσης και επενδύσεων» από την Κίνα ή άλλες πλεονασματικές οικονομίες, αλλά της ανώτερης παραγωγικότητας και επενδυτικής τους ανάπτυξης.
Ωστόσο, οι κατηγορίες κατά της Κίνας συνεχίζονται, με επικεφαλής μια ομάδα κυρίαρχων και κεϊνσιανών οικονομολόγων όπως οι George Magnus, Michael Pettis, Martin Wolf, Brad Setser κ.ά. «Μερικοί από εμάς υποστηρίζουμε εδώ και 10-15 χρόνια ότι οι εμπορικές και επενδυτικές ανισορροπίες της Κίνας και το εκτοξευόμενο χρέος της είναι όλα αποτέλεσμα μιας εξαιρετικά στρεβλής κατανομής εισοδήματος, στην οποία τα νοικοκυριά διατηρούν άμεσα και έμμεσα ένα εκπληκτικά μικρό μερίδιο» (Pettis). «Συνολικά, το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας ύψους 1,2 τρισ. δολαρίων πέρυσι δεν είναι μόνο προϊόν ανταγωνιστικότητας, αλλά και των μακροοικονομικών της ανισορροπιών» (Martin Wolf).
Έχω ασχοληθεί με πολλά από τα επιχειρήματά τους σε προηγούμενα άρθρα. Αλλά ας προσθέσω μερικά ακόμη σημεία. Η κινεζική κατανάλωση αυξήθηκε στην πραγματικότητα περισσότερο από 5 τρισεκατομμύρια δολάρια μόνο τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Κίνα καταναλώνει πολύ λίγο. Είναι ότι οι επενδύσεις και οι κρατικές δαπάνες αυξήθηκαν επίσης απροσμέτρητα. Γι’ αυτό έχει χαμηλό ποσοστό ιδιωτικής κατανάλωσης ως μερίδιο του ΑΕΠ. Επιπλέον, τα στοιχεία προσωπικής κατανάλωσης της Κίνας δεν περιλαμβάνουν τις «κοινωνικές μεταβιβάσεις σε είδος» (δημόσιες υπηρεσίες, μεταφορές, υγεία κ.λπ.). Αν αυτές αφαιρούνταν επίσης από το διαθέσιμο εισόδημα άλλων χωρών, οι αριθμοί τους θα έμοιαζαν περισσότερο με της Κίνας. Για την ευρωζώνη, το ποσοστό θα ήταν κάτω από 64% το 2020 και δώδεκα ευρωπαϊκές χώρες θα είχαν μικρότερο μερίδιο εισοδήματος από την Κίνα.
Πηγή: The Economist
Αυτό που πραγματικά έχει σημασία για τα κινεζικά νοικοκυριά είναι η αύξηση της κατανάλωσης ανά άτομο. Μεταξύ 1978 και 2024, η κατά κεφαλήν κατανάλωση των κινεζικών νοικοκυριών αυξανόταν κατά εντυπωσιακό μέσο όρο 7,6% ετησίως, σε σύγκριση με 5,2% στην Ιαπωνία, 5,7% στη Νότια Κορέα και 6,2% στην Ταϊβάν στην αντίστοιχη περίοδο 46 ετών. Κατά μέσο όρο, αυτές οι χώρες παρουσίασαν πραγματική αύξηση κατανάλωσης νοικοκυριών μικρότερη από τη μισή του ρυθμού που καταγράφει σήμερα η Κίνα.
Πηγή: The Consensus on China’s Economy Is Strong—and Wrong, Arvind Subramanian https://t.co/I6zFDUqEZE
Η προσωπική κατανάλωση στην Κίνα αυξάνεται ταχύτερα επειδή αυξάνονται ταχύτερα και οι επενδύσεις. Αυτό που κινεί μια οικονομία προς τα εμπρός είναι οι επενδύσεις σε παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία και τομείς. Η Κίνα έχει τον υψηλότερο λόγο επενδύσεων προς ΑΕΠ μεταξύ των μεγάλων οικονομιών της G20. Ναι, μέρος αυτών των επενδύσεων ήταν «μη παραγωγικό» (ιδιαίτερα στην ιδιωτική αγορά ακινήτων), αλλά το μεγαλύτερο μέρος οδήγησε σε τεράστια βελτίωση των υποδομών, των δημόσιων υπηρεσιών και της παραγωγικότητας της εργασίας. Η Κίνα διαθέτει ένα επιπλέον επίπεδο κρατικού κεφαλαίου που μπορεί να συνεχίσει να επενδύει σε τομείς όπου οι ιδιωτικές αποδόσεις είναι ανεπαρκείς, διάσπαρτες, πολύ μακροπρόθεσμες ή εξαρτώνται από εξωτερικές επιδράσεις. Οι σιδηρόδρομοι υψηλής ταχύτητας, τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, οι γραμμές υπερυψηλής τάσης, τα λιμάνια, οι αυτοκινητόδρομοι, οι γέφυρες, τα αστικά σιδηροδρομικά δίκτυα, οι υδάτινες υποδομές, τα δίκτυα 5G, τα βιομηχανικά πάρκα, τα διαστημικά προγράμματα και τα βασικά ενεργειακά συστήματα ανήκουν σε αυτή την κατηγορία.
Και αυτός είναι ο πραγματικός εφιάλτης για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και τους συμμάχους του: το κρατικά καθοδηγούμενο σύστημα σχεδιασμού που έχει υιοθετήσει η Κίνα. Οι καπιταλιστές είναι πολλοί στην Κίνα και ο καπιταλιστικός τομέας είναι μεγάλος. Αλλά δεν καθορίζουν αυτοί την επενδυτική στρατηγική· αντίθετα, οφείλουν να την ακολουθούν. Η κινεζική κομμουνιστική γραφειοκρατία κάνει πολλά λάθη και ζιγκ-ζαγκ στις στρατηγικές της, επειδή δεν λογοδοτεί οργανωμένα στον λαό της. Αλλά ακόμη κι έτσι, το κινεζικό οικονομικό μοντέλο λειτουργεί πολύ καλύτερα από το καπιταλιστικό μοντέλο της Δύσης, παρά τις προσπάθειες των δυτικών οικονομολόγων να το αρνηθούν.
Αυτό είναι το βασικό πρόβλημα για τον Τραμπ καθώς επισκέπτεται το Πεκίνο. Η Κίνα μπορεί να απέχει ακόμη πολύ από την οικονομική και στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ, αλλά πλησιάζει — σε αντίθεση με οποιαδήποτε άλλη «αναδυόμενη ή αναπτυσσόμενη» οικονομία (συμπεριλαμβανομένης της Ινδίας). Επομένως, η Κίνα πρέπει να ανακοπεί πριν ολοκληρώσει αυτή την πορεία.
