του Νίκου Δαμιανάκη
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
Από το Νέο Λαϊκό Μέτωπο στη διάσπαση
Γκλικσμάν – Αναδιανομή χωρίς μεταβολή της οικονομικής εξουσίας
Μελανσόν – Κρατικός σχεδιασμός και αντιφάσεις της κυβερνητικής ρήξης
Ρυφέν – Η εργατική ανασυγκρότηση και τα όρια του προστατευτισμού
Ρουσέλ – Δημόσια τραπεζική και παραγωγικός έλεγχος
Αρτό – Απαλλοτρίωση του κεφαλαίου και δημοκρατία της εργατικής εξουσίας
Οι δημοσκοπήσεις και ο δεύτερος γύρος
Εισαγωγή
Οι προεδρικές εκλογές του 2027 αναδεικνύουν μια μεγάλη αντίφαση της γαλλικής Αριστεράς. Η κοινωνική δυσαρέσκεια οξύνεται, αλλά οι πολιτικές δυνάμεις που επιδιώκουν να την εκπροσωπήσουν διαφωνούν για τον τρόπο υπέρβασης των αιτιών της. Η άνοδος της Ακροδεξιάς συνυπάρχει με την κρίση του πολιτικού Κέντρου, την αποβιομηχάνιση, την εργασιακή επισφάλεια και τη χρηματιστικοποίηση βασικών κοινωνικών αναγκών. Η σύγκρουση δεν αφορά αποκλειστικά τη διανομή εισοδήματος. Αφορά ποιος ελέγχει την παραγωγή, την πίστωση, τις επενδύσεις και το παραγόμενο πλεόνασμα. Μέσα από αυτή τη μαρξιστική οπτική, τα προγράμματα δεν αξιολογούνται μόνο από τις προθέσεις τους, αλλά από τις κοινωνικές σχέσεις που μεταβάλλουν ή διατηρούν.
Από το Νέο Λαϊκό Μέτωπο στη διάσπαση
Το Νέο Λαϊκό Μέτωπο του 2024 συγκρότησε κοινή εκλογική απάντηση στην Ακροδεξιά, με διεκδικήσεις για μισθούς, συντάξεις και δημόσιες υπηρεσίες. Η συγκυριακή σύγκλιση, ωστόσο, δεν ακύρωσε τη στρατηγική απόσταση ανάμεσα στη ρύθμιση του καπιταλισμού, στον δημόσιο σχεδιασμό και στην επαναστατική ανατροπή των σχέσεων ιδιοκτησίας. Η ανάδειξη του Ραφαέλ Γκλικσμάν ως υποψηφίου της σοσιαλδημοκρατικής πλευράς, στις 11 Οκτωβρίου 2026, με 66,17% των ψήφων της προκριματικής διαδικασίας, επισφράγισε την πολιτική αυτονόμηση από την Ανυπότακτη Γαλλία. Η ρήξη αυτή δεν εξηγείται μόνο από προσωπικές αντιπαλότητες. Αντανακλά διαφορετικές θέσεις για την ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση, τα όρια της ιδιωτικής επένδυσης και τον χαρακτήρα μιας πιθανής αριστερής κυβέρνησης. Η διάκριση αποκαλύπτεται στη χρηματοδότηση και στη σχέση με τα συνδικάτα. Εκεί μετρά όχι μόνο ποιος διατυπώνει διεκδικήσεις, αλλά ποια συλλογική δύναμη μπορεί να τις επιβάλει.
Γκλικσμάν – Αναδιανομή χωρίς μεταβολή της οικονομικής εξουσίας
Ο Ραφαέλ Γκλικσμάν και το Place publique, με την υποστήριξη του Σοσιαλιστικού Κόμματος, προβάλλουν μια φιλοευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία που συνδυάζει υψηλότερα εισοδήματα, φορολόγηση μεγάλων περιουσιών και ευρωπαϊκή βιομηχανική στρατηγική. Οι προτάσεις αυτές αναγνωρίζουν πραγματικές ανισότητες και μπορούν να ενισχύσουν τη θέση των εργαζομένων. Δεν αμφισβητούν όμως τον βασικό μηχανισμό της καπιταλιστικής παραγωγής, όπου η ιδιωτική ιδιοκτησία επιτρέπει την ιδιοποίηση του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου. Η φορολογική αναδιανομή παρεμβαίνει κυρίως μετά την παραγωγή και αρχική κατανομή της αξίας, χωρίς να αλλάζει αναγκαστικά ποιος αποφασίζει για τις επενδύσεις.
Η εξάρτηση της απασχόλησης από την επιχειρηματική πρωτοβουλία διατηρεί μια διαρθρωτική ανισότητα ισχύος. Η δυνατότητα αποεπένδυσης, μεταφοράς παραγωγής ή περιορισμού προσλήψεων μπορεί να πειθαρχεί ακόμη και κυβερνήσεις με δημοκρατική νομιμοποίηση. Γι’ αυτό το πρόβλημα της σοσιαλδημοκρατίας δεν είναι ότι οι συλλογικές συμβάσεις, οι μισθολογικές αυξήσεις ή οι δημόσιες υπηρεσίες στερούνται σημασίας. Είναι ότι οι κατακτήσεις αυτές παραμένουν επισφαλείς όσο οι καίριες οικονομικές αποφάσεις ανήκουν στους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου.
Η αντίφαση αποκτά συγκεκριμένη μορφή στη βιομηχανική πολιτική. Όταν δημόσια κεφάλαια χρηματοδοτούν τεχνολογίες, υποδομές και ανασυγκρότηση μονάδων, αλλά η διοίκηση και οι αποδόσεις παραμένουν ιδιωτικές, κοινωνικοποιείται ο κίνδυνος χωρίς να κοινωνικοποιείται αντίστοιχα το όφελος. Η άνοδος της παραγωγικότητας μπορεί τότε να συνοδεύεται από εντατικοποίηση της εργασίας και μεγαλύτερη συγκέντρωση του πλούτου. Χωρίς δεσμευτικά δικαιώματα εργατικού ελέγχου, η βιομηχανική στρατηγική ενδέχεται να υποστηρίζει την κεφαλαιακή συσσώρευση περισσότερο από τις κοινωνικές ανάγκες.
Η ευρωπαϊκή κλίμακα δεν αναιρεί τις αντιφάσεις. Η συγκέντρωση τεχνολογίας, χρηματοδότησης και ισχυρών επιχειρήσεων μπορεί να αναπαράγει άνιση ανάπτυξη μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Παράλληλα, οι απαιτήσεις μετόχων και πιστωτών επηρεάζουν ακόμη και τις πράσινες επενδύσεις, μετατρέποντας μελλοντικά εισοδήματα σε χρηματοπιστωτικές προσόδους. Η κατοικία, η ενέργεια και οι μεταφορές απορροφούν έτσι μέρος των αυξημένων μισθών μέσω ενοικίων και χρεώσεων. Το όριο της πρότασης Γκλικσμάν βρίσκεται στη φιλοδοξία κοινωνικής διόρθωσης μιας διαδικασίας συσσώρευσης της οποίας ο έλεγχος παραμένει ιδιωτικός.
Μελανσόν – Κρατικός σχεδιασμός και αντιφάσεις της κυβερνητικής ρήξης
Η Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λικ Μελανσόν συνδέει την αναδιανομή με εθνικοποιήσεις στρατηγικών τομέων, οικολογικό σχεδιασμό, δημόσια πίστωση και Έκτη Δημοκρατία. Αντί να αντιμετωπίζει την αγορά ως ουδέτερο μηχανισμό κατανομής πόρων, θέτει πολιτικά ερωτήματα για το τι παράγεται και ποιες ανάγκες εξυπηρετούνται. Η αποβιομηχάνιση συνδέεται εδώ με τη διεθνοποίηση της παραγωγής και τη μετακίνηση κεφαλαίων προς δραστηριότητες μεγαλύτερης απόδοσης. Ο σχεδιασμός επιδιώκει να υποκαταστήσει την προτεραιότητα της βραχυπρόθεσμης κερδοφορίας με συλλογικές επιλογές.
Ωστόσο, η εθνικοποίηση δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με κοινωνικοποίηση. Μια κρατική επιχείρηση μπορεί να διατηρεί διοικητικές ιεραρχίες, εργασιακή εντατικοποίηση και κριτήρια ανταγωνιστικότητας, ιδιαίτερα υπό δημοσιονομικούς ή διεθνείς περιορισμούς. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν οι εργαζόμενοι και οι χρήστες των υπηρεσιών θα ελέγχουν ουσιαστικά τις παραγωγικές αποφάσεις, την τεχνολογία και τη διάθεση του πλεονάσματος. Διαφορετικά, η δημόσια ιδιοκτησία μπορεί να καταλήξει σε περισσότερο κοινωνική, αλλά όχι μετασχηματισμένη, διαχείριση.
Η δημόσια παρέμβαση στην πίστωση αναγνωρίζει ότι οι τράπεζες και οι χρηματοπιστωτικές αγορές επιβάλλουν προτεραιότητες στην παραγωγή, δεσμεύοντας μελλοντικά εισοδήματα. Όμως η χρηματιστικοποίηση διαπερνά επιχειρήσεις, δημόσιους προϋπολογισμούς και νοικοκυριά. Η χρηματοδοτική αυτονομία δεν εξασφαλίζεται μόνο με έναν δημόσιο τραπεζικό πόλο, όσο η υπόλοιπη οικονομία εξαρτάται από ιδιωτικές επενδύσεις, επιτόκια και διεθνείς κινήσεις κεφαλαίων.
Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αντίφαση της κυβερνητικής ρήξης. Το κράτος δεν είναι ουδέτερος μηχανισμός που αλλάζει κοινωνικό χαρακτήρα απλώς επειδή μεταβάλλεται η πολιτική ηγεσία. Διοίκηση, δημοσιονομικοί θεσμοί και πιστωτικές σχέσεις συμπυκνώνουν ιστορικούς ταξικούς συσχετισμούς. Η Έκτη Δημοκρατία μπορεί να διευρύνει τη λαϊκή συμμετοχή, αλλά η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται από οργανωμένη ισχύ στα συνδικάτα, στους χώρους εργασίας και στους θεσμούς κοινωνικού ελέγχου.
Η σύγκρουση με ευρωπαϊκούς κανόνες δεν καταργεί τις εξαρτήσεις από πρώτες ύλες, τεχνολογία και διεθνείς αλυσίδες παραγωγής. Ούτε η πράσινη μετάβαση είναι αυτομάτως χειραφετητική, όταν δημιουργεί νέα μονοπώλια ή μεταφέρει εξορυκτικό κόστος στην περιφέρεια. Η αποεμπορευματοποίηση κατοικίας, ενέργειας και βασικών υπηρεσιών αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα της οικονομικής ρήξης. Η αποφασιστική δοκιμασία είναι αν η κυβερνητική εξουσία διευρύνει την αυτοτελή εργατική εξουσία ή περιορίζεται στη ρύθμιση της καπιταλιστικής συσσώρευσης.
Ρυφέν – Η εργατική ανασυγκρότηση και τα όρια του προστατευτισμού
Ο Φρανσουά Ρυφέν και το Debout! προσεγγίζουν την αποβιομηχάνιση ως αποδιάρθρωση της συλλογικής εργατικής δύναμης. Το κλείσιμο εργοστασίων δεν καταστρέφει μόνο θέσεις εργασίας, αλλά αποδυναμώνει συνδικάτα, τοπικές κοινότητες και κοινωνικά δίκτυα διεκδίκησης. Η μετεγκατάσταση παραγωγής αποτελεί συχνά στρατηγική συμπίεσης του εργασιακού κόστους και αύξησης της κερδοφορίας, όχι αναπόφευκτη τεχνολογική εξέλιξη. Έτσι, παραγωγικότητα και επιχειρηματικές αποδόσεις μπορούν να αυξάνονται παράλληλα με την κοινωνική υποβάθμιση.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Michelin, η οποία τον Νοέμβριο του 2024 ανακοίνωσε το κλείσιμο των εργοστασίων της σε Σολέ και Βαν, επηρεάζοντας 1.254 εργαζομένους. Η διοίκηση επικαλέστηκε την υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας και τις μεταβολές στην αγορά ελαστικών, ενώ οι εργαζόμενοι στο Σολέ απάντησαν με απεργιακή κινητοποίηση. Η σύγκρουση ανέδειξε ότι οι αποφάσεις παραγωγικής αναδιάρθρωσης δεν αφορούν αποκλειστικά την επιχειρηματική αποδοτικότητα, αλλά καθορίζουν την απασχόληση, τη συλλογική εργατική δύναμη και την κοινωνική συνοχή ολόκληρων περιοχών.
Η πολιτική ιδιαιτερότητα του Ρυφέν βρίσκεται στη σύνδεση της βιομηχανικής εργατικής τάξης με όσους εργάζονται στη φροντίδα, στις μεταφορές, στην καθαριότητα και στην εφοδιαστική αλυσίδα. Πρόκειται για δραστηριότητες απαραίτητες στην κοινωνική αναπαραγωγή, οι οποίες υποτιμώνται όταν η αμοιβή προσδιορίζεται αποκλειστικά από τις αγοραίες αποδόσεις. Η αναβάθμισή τους μπορεί να ενισχύσει τις λαϊκές συμμαχίες. Ωστόσο, οι μισθολογικές αυξήσεις αποδυναμώνονται όταν κατοικία, υγεία και βασικές υπηρεσίες μετατρέπονται σε πεδία ιδιωτικής προσόδου.
Η προστασία στρατηγικών προϊόντων επιχειρεί να περιορίσει τη δυνατότητα του κεφαλαίου να εκμεταλλεύεται διεθνείς διαφορές μισθών και εργασιακών δικαιωμάτων. Δεν αρκεί όμως η επιστροφή ενός εργοστασίου στη Γαλλία. Αν διατηρείται η ιδιωτική εξουσία επί της παραγωγής, οι κρατικές επιδοτήσεις μπορεί να στηρίζουν τα μερίσματα και την εργολαβοποίηση, αντί να εξυπηρετούν τις συλλογικές ανάγκες. Η διάκριση δεν είναι μόνο ανάμεσα σε εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα, αλλά ανάμεσα σε παραγωγή για την ιδιωτική κερδοφορία και σε κοινωνικά ελεγχόμενη παραγωγή.
Ο προστατευτισμός έχει επιπλέον διεθνή αντίφαση. Η εγχώρια βιομηχανία μπορεί να εξαρτάται από φθηνές πρώτες ύλες, υποτιμημένη εργασία και περιβαλλοντική επιβάρυνση της παγκόσμιας περιφέρειας. Η ταύτιση της εργατικής ευημερίας με την ανταγωνιστικότητα του εθνικού κεφαλαίου κινδυνεύει να υποκαταστήσει τον εργατικό διεθνισμό. Αντίστοιχα, η επαναβιομηχάνιση χρειάζεται οικολογικό και δημοκρατικό σχεδιασμό, όχι απλή αύξηση παραγωγικών όγκων.
Η κριτική του Ρυφέν στη διαπλοκή κράτους και επιχειρήσεων αναγνωρίζει πραγματικούς μηχανισμούς εξουσίας. Ωστόσο, η εξάρτηση του κράτους από το κεφάλαιο είναι και διαρθρωτική, αφού απασχόληση και δημόσια έσοδα επηρεάζονται από ιδιωτικές αποφάσεις. Η μεγαλύτερη συμμετοχή των συνδικάτων αποκτά μετασχηματιστικό περιεχόμενο μόνο αν επεκτείνεται στον έλεγχο επενδύσεων και πλεονάσματος. Η διαφοροποίησή του από τον προσωποκεντρικό κυβερνητισμό του Μελανσόν αναδεικνύει την ανάγκη λαϊκής οργάνωσης, χωρίς από μόνη της να αίρει τα όρια μιας κρατικά προσανατολισμένης στρατηγικής.
Η συγκρότηση αυτής της εργατικής συμμαχίας προσκρούει, ωστόσο, σε πραγματικούς οργανωτικούς και ταξικούς κατακερματισμούς. Σύμφωνα με τη DARES, το 2024 μόλις το 10,6% των γαλλικών επιχειρήσεων του μη αγροτικού ιδιωτικού τομέα με τουλάχιστον δέκα εργαζομένους διέθετε συνδικαλιστικό εκπρόσωπο, παρότι στις επιχειρήσεις αυτές απασχολούνταν το 55,9% των εργαζομένων του εξεταζόμενου τομέα. Η άνιση αυτή συνδικαλιστική παρουσία αναδεικνύει τις δυσκολίες συλλογικής οργάνωσης, ιδιαίτερα στις μικρότερες επιχειρήσεις. Η επισφάλεια, ο επαγγελματικός κατακερματισμός και η αποδυνάμωση των συλλογικών δεσμών δυσχεραίνουν τη μετατροπή της κοινής ταξικής θέσης σε συγκροτημένη πολιτική δύναμη. Η ανασυγκρότηση της εργατικής εκπροσώπησης δεν μπορεί, επομένως, να περιορίζεται στην εκλογική απεύθυνση, αλλά προϋποθέτει την ανάπτυξη σταθερών μορφών συλλογικής οργάνωσης και αυτοτελούς εργατικής παρέμβασης.
Ρουσέλ – Δημόσια τραπεζική και παραγωγικός έλεγχος
Ο Φαμπιέν Ρουσέλ και το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCF) συνδέουν τη βιομηχανική ανασυγκρότηση με τη δημόσια ιδιοκτησία, την ενεργειακή επάρκεια και την ενίσχυση των εργατικών δικαιωμάτων. Η πρόταση εθνικοποίησης μεγάλης τράπεζας και συγκρότησης δημόσιου τραπεζικού πόλου επιχειρεί να μεταβάλει την κατεύθυνση της συσσώρευσης. Η πίστη δεν είναι ουδέτερη υπηρεσία. Καθορίζει ποιες επιχειρήσεις χρηματοδοτούνται, ποιοι κλάδοι εγκαταλείπονται και ποιες κοινωνικές ανάγκες στερούνται πόρων.
Η ιστορική σύνδεση τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου επιτρέπει τη διοχέτευση του πλεονάσματος σε δραστηριότητες με υψηλή χρηματοοικονομική απόδοση. Η χρηματιστικοποίηση δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την αποβιομηχάνιση, καθώς μπορεί να ενισχύει τεχνολογικά μονοπώλια και επιλεγμένους παραγωγικούς τομείς. Ο δημόσιος τραπεζικός πόλος θα μπορούσε να χρηματοδοτεί παραγωγή, κοινωνική κατοικία και υποδομές σύμφωνα με κοινωνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια, αντί με την προσδοκία βραχυπρόθεσμων μερισμάτων.
Η εθνικοποίηση, ωστόσο, δεν εγγυάται κοινωνικοποίηση. Αν δημόσια δάνεια διασώζουν ιδιωτικούς ομίλους ενώ οι μέτοχοι διατηρούν τα κέρδη, το κράτος αναλαμβάνει τον κίνδυνο και η κοινωνία χρηματοδοτεί την ιδιωτική συσσώρευση. Το PCF προτείνει εργατικό βέτο, εναλλακτικά παραγωγικά σχέδια και δυνατότητες παρέμβασης στις επιχειρηματικές αποφάσεις. Το κρίσιμο όριο βρίσκεται στο αν οι εργαζόμενοι θα αποφασίζουν πραγματικά για τις επενδύσεις και τη χρήση του πλεονάσματος ή θα περιορίζονται στη διαβούλευση. Ακόμη και δημόσιες επιχειρήσεις μπορούν να αναπαράγουν ιεραρχίες και εντατικοποίηση όταν αξιολογούνται αποκλειστικά με όρους ανταγωνιστικότητας.
Η υπεράσπιση της πυρηνικής ενέργειας συνδέεται με σταθερή ηλεκτροπαραγωγή χαμηλών εκπομπών και υποστήριξη της βιομηχανίας. Ανακύπτουν, όμως, ζητήματα αποβλήτων, πρώτων υλών, ενεργοβόρας ανάπτυξης και δημοκρατικού ελέγχου των υποδομών. Η φθηνή δημόσια ενέργεια μπορεί να βελτιώνει το βιοτικό επίπεδο ή να αποτελεί έμμεση επιδότηση της ιδιωτικής κερδοφορίας, ανάλογα με το ποιος ιδιοποιείται το οικονομικό όφελος.
Η παραγωγική κυριαρχία δεν αίρει τις διεθνείς εξαρτήσεις από τεχνολογία και πρώτες ύλες. Ούτε ένας δημόσιος τραπεζικός πόλος λειτουργεί εκτός των ευρωπαϊκών νομισματικών και δημοσιονομικών περιορισμών. Συγκριτικά με την Ανυπότακτη Γαλλία, το PCF αποδίδει μεγαλύτερο οργανωτικό βάρος στα συνδικάτα και στους θεσμούς ελέγχου της παραγωγής. Η βασική του αντίφαση είναι αν η δημόσια χρηματοδότηση θα μεταβάλει τις σχέσεις ιδιοκτησίας ή θα δημιουργήσει έναν καπιταλισμό με ισχυρότερη κρατική πιστωτική υποστήριξη.
Αρτό – Απαλλοτρίωση του κεφαλαίου και δημοκρατία της εργατικής εξουσίας
Η Ναταλί Αρτό και η τροτσκιστική Lutte ouvrière διαφοροποιούνται από τις κυβερνητικές στρατηγικές, θέτοντας ως στόχο την απαλλοτρίωση των μεγάλων επιχειρηματικών και τραπεζικών ομίλων. Η αφετηρία τους είναι η αντίφαση ανάμεσα στη συλλογική παραγωγή και στην ιδιωτική ιδιοποίηση της υπεραξίας. Η εργατική τάξη δεν παρουσιάζεται μόνο ως αποδέκτης κοινωνικών παροχών, αλλά ως πιθανό υποκείμενο ανατροπής των σχέσεων ιδιοκτησίας και οικονομικής εξουσίας.
Η απαίτηση να ανοίξουν οι λογαριασμοί των μεγάλων επιχειρήσεων δεν αποτελεί απλή αξίωση διαφάνειας. Επιχειρεί να αποκαλύψει μεταφορές κερδών, μερίσματα και χρηματοπιστωτικές απαιτήσεις που κρύβονται πίσω από απολύσεις ή κλεισίματα μονάδων. Η χρηματιστικοποίηση συνδέει την παραγωγή με απαιτήσεις πιστωτών πάνω σε μελλοντικό εργατικό εισόδημα. Ο εργατικός έλεγχος της οικονομικής πληροφορίας προβάλλεται ως μέσο αμφισβήτησης αυτής της ισχύος, χωρίς να θεωρείται υποκατάστατο της απαλλοτρίωσης.
Η Αρτό απορρίπτει την ιδέα ότι η αλλαγή κυβέρνησης, η επιλεκτική εθνικοποίηση ή η δημόσια πίστωση αρκούν για σοσιαλιστική μετάβαση. Το κράτος συμπυκνώνει ταξικούς συσχετισμούς, ενώ η ιδιωτική συσσώρευση διατηρεί τη δυνατότητα αποεπένδυσης και πιστωτικής πίεσης. Γι’ αυτό οι εκλογές αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως πεδίο εργατικής οργάνωσης. Το ιστορικό υποκείμενο της αλλαγής είναι η αυτοτελής συλλογική δράση και όχι αποκλειστικά η κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Η επαναστατική στρατηγική έχει, ωστόσο, δικές της αντιφάσεις. Η κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας δεν επιλύει αυτομάτως την κατανομή περιορισμένων πόρων ούτε αποκλείει νέες διοικητικές ιεραρχίες. Η εμπειρία του κεντρικού σχεδιασμού υποδεικνύει την ανάγκη ελεύθερης εργατικής οργάνωσης, αιρετών και ανακλητών εκπροσώπων, πολιτικού πλουραλισμού και δημόσιας λογοδοσίας. Αλλιώς η εξουσία μπορεί να μεταφερθεί από τους ιδιώτες σε μια ανεξέλεγκτη γραφειοκρατία.
Ο διεθνισμός της Lutte ouvrière αντιπαρατίθεται στην ταύτιση των εργατικών συμφερόντων με την εθνική ανταγωνιστικότητα. Οι παγκόσμιες αλυσίδες, η τεχνολογική εξάρτηση και η άνιση ανταλλαγή δεν εξαφανίζονται με μια εθνική ρήξη. Παράλληλα, η κοινωνικοποίηση της παραγωγής δεν εξασφαλίζει από μόνη της οικολογική ορθολογικότητα ή αναγνώριση της άμισθης εργασίας φροντίδας. Η επαναστατική χειραφέτηση κρίνεται επομένως όχι μόνο από την κατάργηση της αστικής ιδιοκτησίας, αλλά από τη δημοκρατική, διεθνιστική και κοινωνικά διευρυμένη άσκηση της εργατικής εξουσίας.
Οι δημοσκοπήσεις και ο δεύτερος γύρος
Η Toluna–Harris Interactive, σε έρευνα 5–8 Οκτωβρίου 2026 με 2.004 εγγεγραμμένους εκλογείς, κατέγραψε σε σενάριο συμμετοχής Φιλίπ και Ατάλ 35% για τη Μαρίν Λεπέν, 18% για τον Μελανσόν, 13% για τον Φιλίπ και 10% για τον Γκλικσμάν. Χωρίς τον Ατάλ στο ίδιο βασικό σχήμα, ο Φιλίπ έφθανε στο 17% και ο Μελανσόν παρέμενε στο 18%. Η διαφορετική σύνθεση των ψηφοδελτίων καθιστά τις μετρήσεις μη άμεσα συγκρίσιμες, ενώ η έρευνα προηγήθηκε της σοσιαλδημοκρατικής προκριματικής διαδικασίας.
Η αυτόνομη υποψηφιότητα του Γκλικσμάν δημιουργεί ενδεχόμενο κατακερματισμού, αλλά δεν συνεπάγεται ότι οι ψηφοφόροι του, ούτε εκείνοι του Ρυφέν, του Ρουσέλ ή της Αρτό, θα στήριζαν αυτομάτως οποιονδήποτε κοινό υποψήφιο. Οι εκλογικές διαφορές εκφράζουν υπαρκτές κοινωνικές και ιδεολογικές αντιθέσεις. Συνεπώς, η συζήτηση για τον δεύτερο γύρο δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη συζήτηση για το πολιτικό περιεχόμενο της εκπροσώπησης. Η δημοσκοπική επιρροή δεν ταυτίζεται με την κοινωνική ηγεμονία. Τα προγράμματα κρίνονται επίσης από τη δυνατότητά τους να οργανώνουν συλλογικές διεκδικήσεις πέρα από την προεδρική κάλπη.
Συμπεράσματα
Η γαλλική Αριστερά αντιμετωπίζει όχι μόνο πρόβλημα εκλογικής ενότητας, αλλά μια βαθύτερη στρατηγική σύγκρουση για τον χαρακτήρα της κοινωνικής αλλαγής. Πίσω από τις κοινές διεκδικήσεις για μισθούς, δημόσιες υπηρεσίες και προστασία της εργασίας αναπτύσσονται διαφορετικές απαντήσεις στο ποιος αποφασίζει για την παραγωγή, την πίστωση και την ιδιοποίηση του κοινωνικού πλεονάσματος. Το θεμελιώδες διακύβευμα δεν είναι μόνο η αναδιανομή του πλούτου, αλλά η αμφισβήτηση των σχέσεων εξουσίας που παράγουν και αναπαράγουν τις κοινωνικές ανισότητες.
Ο Γκλικσμάν επιδιώκει την κοινωνική ρύθμιση μιας ιδιωτικά οργανωμένης οικονομίας. Ο Μελανσόν διεκδικεί κυβερνητική και δημοκρατική ρήξη, ο Ρυφέν ανασυγκρότηση της εργατικής συλλογικότητας, ο Ρουσέλ δημόσιο έλεγχο της πίστωσης και η Αρτό ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων ιδιοκτησίας. Οι διαφορές τους δεν συγκροτούν απλώς μια κλίμακα πολιτικής ριζοσπαστικότητας, αλλά εκφράζουν ανταγωνιστικές αντιλήψεις για το κράτος, τις κοινωνικές συμμαχίες και τον ίδιο τον φορέα του κοινωνικού μετασχηματισμού.
Η επαναβιομηχάνιση μπορεί να προστατεύει την απασχόληση ή να αναπαράγει την εκμετάλλευση. Η δημόσια πίστωση μπορεί να υπηρετεί συλλογικές ανάγκες ή να χρηματοδοτεί την ιδιωτική συσσώρευση. Η οικολογική μετάβαση μπορεί να αποεμπορευματοποιεί δημόσια αγαθά ή να δημιουργεί νέες χρηματοπιστωτικές προσόδους. Καμία από αυτές τις πολιτικές δεν αποκτά αυτομάτως χειραφετητικό περιεχόμενο. Το ταξικό τους πρόσημο καθορίζεται από τις σχέσεις ιδιοκτησίας, τον εργατικό έλεγχο και την κοινωνική κατανομή του παραγόμενου πλούτου.
Το διακύβευμα του 2027 υπερβαίνει, επομένως, την εκλογική αριθμητική και την παρουσία της Αριστεράς στον δεύτερο γύρο. Αφορά τη δυνατότητα συγκρότησης οργανωμένων κοινωνικών δυνάμεων που θα αμφισβητήσουν την οικονομική εξουσία η οποία επιβιώνει των κυβερνητικών εναλλαγών. Οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις μπορούν να βελτιώνουν ουσιαστικά τη ζωή των εργαζομένων, αλλά τα όριά τους αποκαλύπτονται όταν δεν μεταβάλλονται οι σχέσεις που επιτρέπουν στο κεφάλαιο να ελέγχει την παραγωγή και τις επενδύσεις. Η αποφασιστική αντίφαση βρίσκεται ακριβώς εδώ. Η κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας δεν συνεπάγεται και κατάκτηση της οικονομικής εξουσίας. Χωρίς μετασχηματισμό των σχέσεων ιδιοκτησίας και του κοινωνικού ελέγχου της παραγωγής, η πολιτική αλλαγή κινδυνεύει να αλλάξει τους διαχειριστές της καπιταλιστικής συσσώρευσης, αφήνοντας ανέπαφη την εξουσία εκείνων που καθορίζουν τους όρους της.
Πηγές
- LCP – Assemblée nationale (εκλογή Γκλικσμάν)
https://lcp.fr/actualites/primaire-socialiste-vainqueur-des-le-1er-tour-raphael-glucksmann-sera-le-candidat-de-la
2. Place publique (πολιτικό πρόγραμμα)
https://place-publique.eu/document/3Ari5O0s5O1L4iK1uyUhI0/pp-acte-un.pdf
3. La France insoumise – L’Avenir en commun (πρόγραμμα Μελανσόν)
https://melenchon2027.fr/programme2025/livre/
4. Debout! – Manifeste (θέσεις Ρυφέν)
https://debout.fr/notre-manifeste/
5. Parti communiste français – Pacte national (δημόσια πίστωση)
https://www.pcf.fr/pacte_national_pour_avenir_france
6. Lutte ouvrière – Ομιλίες 2026 (θέσεις Αρτό)
https://lutte-ouvriere.org/portail/brochures/fete-lutte-ouvriere-2026-discours-jean-pierre-mercier-nathalie-arthaud-samedi-194654.html
7. Michelin – Ανακοίνωση 05/11/2024 (κλείσιμο εργοστασίων)
https://www.michelin.com/publications/groupe/le-groupe-michelin-annonce-son-intention-de-fermer-les-sites-de-cholet-et-vannes-cp
8. DARES – Représentation des salariés en 2024 (συνδικαλιστική εκπροσώπηση)
https://dares.travail-emploi.gouv.fr/publication/les-instances-de-representation-des-salaries-dans-les-entreprises-en-2024
9. Toluna–Harris Interactive – 12/10/2026 (προεδρικές δημοσκοπήσεις)
https://tolunacorporate.com/fr/intentions-de-vote-a-lelection-presidentielle-2027-4/
