Πού οδεύει η Αμερικανική Αυτοκρατορία; Αργή και επώδυνη παρακμή ή σοσιαλιστικός μετασχηματισμός;
του Bisharat Abbasi
μετ. Δημήτρης Κούλος
επιμ. Διονύσης Περδίκης
από το substack.com
Το ζήτημα της αμερικανικής αυτοκρατορίας σήμερα δεν είναι αν παραμένει ισχυρή δύναμη — δύναμη, με την καταναγκαστική, καταστροφική και παρασιτική της έννοια, εξακολουθεί να διαθέτει σε αφθονία— αλλά αν αυτή η δύναμη αντιστοιχεί σε έναν ιστορικά προοδευτικό ρόλο ή απλώς παρατείνει έναν τρόπο ύπαρξης του οποίου τα υλικά θεμέλια έχουν ήδη εξαντληθεί. Από μαρξιστική σκοπιά, οι αυτοκρατορίες δεν καταρρέουν επειδή είναι ανήθικες, ούτε επειδή οι ηγέτες τους είναι ανόητοι, ούτε επειδή αντίπαλες δυνάμεις τις υπερφαλαγγίζουν διπλωματικά· οι αυτοκρατορίες πέφτουν όταν οι κοινωνικές σχέσεις επί των οποίων στηρίζονται παύουν να παράγουν επαρκές υλικό πλεόνασμα για να στηρίξουν το πολιτικό, στρατιωτικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα που έχει οικοδομηθεί πάνω τους. Με αυτή την ακριβή έννοια, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποτελούν πλέον έναν ανερχόμενο καπιταλιστικό πολιτισμό, αλλά έναν ύστερο-ιμπεριαλιστικό σχηματισμό του οποίου η επιβίωση εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από τη βία, τη χρηματοπιστωτική χειραγώγηση και την εξαγωγή της κρίσης στον Παγκόσμιο Νότο. Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η αμερικανική αυτοκρατορία θα παρακμάσει —ήδη παρακμάζει— αλλά αν αυτή η παρακμή θα εκτυλιχθεί ως μια αργή, βίαιη και αντιδραστική διολίσθηση σε μόνιμο πόλεμο ή αν οι εσωτερικές και εξωτερικές αντιφάσεις του μονοπωλιακού χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού των ΗΠΑ μπορούν να επιλυθούν μέσω μιας σοσιαλιστικής ρήξης που θα ανασυγκροτήσει την κοινωνία πάνω σε νέα θεμέλια.
Για να κατανοήσει κανείς αυτό το πρόβλημα, πρέπει να ξεκινήσει από την πολιτική οικονομία και όχι από το θέαμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κάθονται πάνω σε ένα πρωτοφανές βουνό χρέους, πλασματικού κεφαλαίου και χρηματοπιστωτικών απαιτήσεων επί μελλοντικής αξίας. Ωστόσο, αυτό δεν είναι μια «κρίση χρέους» με την περιφερειακή έννοια. Οι ΗΠΑ δεν αντιμετωπίζουν αφερεγγυότητα όπως το Πακιστάν, η Αργεντινή ή η Σρι Λάνκα· το χρέος τους είναι στο δικό τους νόμισμα, τα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου παραμένουν παγκόσμια ασφαλή περιουσιακά στοιχεία, και ο στρατός τους εγγυάται την κυκλοφορία του δολαρίου μέσω καταναγκασμού και όχι εμπιστοσύνης. Αυτό που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ είναι κάτι βαθύτερο: μια κρίση παραγωγής αξίας. Η μεταποίηση έχει αποδυναμωθεί, οι υποδομές έχουν απαξιωθεί, η εργασία πειθαρχείται μέσω επισφάλειας αντί παραγωγικότητας, και το πλεόνασμα παράγεται όλο και λιγότερο μέσω διευρυμένης αναπαραγωγής και όλο και περισσότερο μέσω προσόδου, κερδοσκοπίας και μονοπωλιακού ελέγχου. Με κλασικούς μαρξιστικούς όρους, οι ΗΠΑ καταναλώνουν ολοένα και περισσότερη αξία απ’ ό,τι παράγουν, αντισταθμίζοντας αυτή την ανισορροπία μέσω της ιδιοποίησης παγκόσμιου πλεονάσματος διά του δολαριακού συστήματος, των καθεστώτων κυρώσεων, των μονοπωλίων πνευματικής ιδιοκτησίας και της στρατιωτικά υποστηριζόμενης πρόσβασης σε πόρους. Αυτό δεν είναι βιώσιμη συσσώρευση· είναι αυτοκρατορικός προσοδισμός (Σ.τ.Μ., rentierism), και ιστορικά τέτοιοι σχηματισμοί δεν ανανεώνονται χωρίς ριζικό μετασχηματισμό.
Γι’ αυτό ο πόλεμος δεν εμφανίζεται ως παρέκκλιση αλλά ως δομική αναγκαιότητα. Η στρατιωτικοποίηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής δεν καθοδηγείται πρωτίστως από ιδεολογία ή ηθικό πανικό, αλλά από την υλική αναγκαιότητα επιβολής των όρων υπό τους οποίους η ιμπεριαλιστική συσσώρευση παραμένει εφικτή. Έλεγχος των ενεργειακών ροών, των θαλάσσιων οδών και των ζωτικής σημασίας στρατηγικών στενών (Σ.τ.Μ., chοkepoints)· περιορισμός της ευρασιατικής ολοκλήρωσης· αποσταθεροποίηση κυρίαρχων κρατών που επιχειρούν ανεξάρτητη ανάπτυξη και αποτροπή εναλλακτικών χρηματοπιστωτικών αρχιτεκτονικών —όλα αυτά είναι αδιάρρηκτα δεμένα με την επιβίωση του αμερικανικού καπιταλισμού στη σημερινή του μορφή. Όταν η ειρηνική οικονομική επέκταση δεν επαρκεί πλέον, ο ιμπεριαλισμός καταφεύγει στον καταναγκασμό, ακριβώς όπως το θεωρητικοποίησε ο Βλαντίμιρ Λένιν στην ανάλυσή του για τον μονοπωλιακό καπιταλισμό. Ο πολλαπλασιασμός των πολέμων δι’ αντιπροσώπων, των κυρώσεων, των «έγχρωμων επαναστάσεων» και των υβριδικών συγκρούσεων δεν αποτελεί, λοιπόν, απόδειξη ισχύος αλλά εξάντλησης: η αυτοκρατορία πρέπει να παρεμβαίνει διαρκώς επειδή δεν μπορεί πια να αφήσει την ιστορία να εξελιχθεί στην βάση της δικής της λογικής.
Ωστόσο, η παρακμή δεν σημαίνει άμεση κατάρρευση. Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο που συχνά διαφεύγει του χονδροειδούς (Σ.τ.Μ., vulgar) αντιιμπεριαλισμού. Οι αυτοκρατορίες —ιδίως εκείνες με παγκόσμια νομισματικά προνόμια— μπορούν να σαπίζουν επί δεκαετίες. Η Βρετανική Αυτοκρατορία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο παρέμενε τυπικά ισχυρή ακόμη και καθώς η βιομηχανική της βάση διαβρωνόταν και οι αποικίες της εξεγείρονταν· η παρακμή της ήταν αργή, βίαιη και βαθιά αντιδραστική. Οι Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα εμφανίζουν παρόμοια χαρακτηριστικά: έναν υπερεκτεταμένο στρατιωτικό μηχανισμό, εσωτερική πολιτική πόλωση, φθίνοντα δημόσια αγαθά και μια ελίτ ολοένα και πιο αποκομμένη από την παραγωγική κοινωνική ζωή. Ο πληθωρισμός υποκαθιστά τη μεταρρύθμιση, η καταστολή τη συναίνεση, και ο πολιτισμικός πόλεμος την ταξική πολιτική. Τίποτε από αυτά δεν υποδηλώνει επικείμενη «χρεοκοπία» με τεχνικούς όρους· υποδηλώνει ένα μακρύ αυτοκρατορικό λυκόφως, στο οποίο η κρίση τυγχάνει διαχείρισης μέσω εξαγωγής και βίας.
Ταυτόχρονα, το παγκόσμιο περιβάλλον έχει μεταβληθεί με τρόπους που περιορίζουν δραστικά τα περιθώρια ιμπεριαλιστικών ελιγμών. Η άνοδος εναλλακτικών κέντρων συσσώρευσης, περιφερειακών εμπορικών ρυθμίσεων και μη δυτικών αναπτυξιακών μοντέλων έχει αποδυναμώσει την ικανότητα των ΗΠΑ να υπαγορεύουν μονομερώς τους όρους της παγκόσμιας οικονομίας. Η αποδολαριοποίηση, αν και ανισομερής και μερικού χαρακτήρα, δεν αντανακλά μια ξαφνική κατάρρευση του δολαρίου αλλά μια σταδιακή διάβρωση της απόλυτης κυριαρχίας του. Τα κράτη επιδιώκουν όλο και περισσότερο να μειώσουν την ευαλωτότητά τους σε κυρώσεις και χρηματοπιστωτικό πόλεμο μέσω διαφοροποίησης αποθεματικών, διακανονισμού εμπορίου σε τοπικά νομίσματα και οικοδόμησης παράλληλων θεσμών. Αυτό δεν τερματίζει τον ιμπεριαλισμό από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά μετασχηματίζει το πεδίο στο οποίο λειτουργεί, αυξάνοντας το κόστος του καταναγκασμού και μειώνοντας τα οφέλη της κυριαρχίας. Με όρους ιστορικού υλισμού, το παγκόσμιο σύστημα εισέρχεται σε μια φάση πολυπολικής έντασης στην οποία κανένα μεμονωμένο ιμπεριαλιστικό κέντρο δεν μπορεί να σταθεροποιήσει την συσσώρευση σε παγκόσμιο επίπεδο.
Από τη σκοπιά του Παγκόσμιου Νότου, αυτό έχει τεράστια σημασία. Για περιφερειακές και ημιπεριφερειακές κοινωνίες, η αμερικανική παρακμή δεν συνεπάγεται αυτομάτως απελευθέρωση. Αντίθετα, οι περίοδοι ιμπεριαλιστικής συρρίκνωσης είναι συχνά οι πιο επικίνδυνες, καθώς οι φθίνουσες δυνάμεις αντιδρούν βίαια για να διατηρήσουν τα προνόμια που δεν μπορούν πλέον να αναπαράγουν οργανικά. Η ένταση των κυρώσεων, των επιχειρήσεων αλλαγής καθεστώτος και των στρατιωτικοποιημένων συνόρων δεν είναι τυχαία· είναι η πολιτική ενός συστήματος που προσπαθεί να «παγώσει» την ιστορία. Για τον λόγο αυτό, ο αντιιμπεριαλισμός δεν μπορεί να είναι παθητικός ή απλώς να θριαμβολογεί. Πρέπει να είναι οργανωμένος, κυρίαρχος και υλικά θεμελιωμένος, ικανός να υπερασπιστεί την εθνική ανάπτυξη, την περιφερειακή ολοκλήρωση και τη λαϊκή εξουσία απέναντι στην ιμπεριαλιστική αντεπίθεση. Η αποδυνάμωση της αμερικανικής ηγεμονίας ανοίγει χώρο, αλλά αυτός ο χώρος πρέπει να καλυφθεί από συνειδητά πολιτικά σχέδια, όχι από ευσεβείς πόθους.
Αυτό μας φέρνει στο δεύτερο σκέλος του τίτλου: τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Είναι άραγε πιθανό οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες να επιλύσουν την κρίση τους μέσω του σοσιαλισμού και όχι μέσω ιμπεριαλιστικής παρακμής; Κατ’ αρχήν, ναι. Ο μαρξισμός δεν υποστήριξε ποτέ ότι ο σοσιαλισμός είναι πεπρωμένο μόνο των «άλλων» χωρών. Οι ΗΠΑ διαθέτουν μια τεράστια εργατική τάξη, τεράστια παραγωγική ικανότητα και μια ιστορία —συχνά αποσιωπημένη— εργατικών αγώνων, αντιρατσιστικής αντίστασης και σοσιαλιστικής οργάνωσης. Το πρόβλημα δεν είναι η αντικειμενική δυνατότητα αλλά οι υποκειμενικές και πολιτικές προϋποθέσεις. Ο αμερικανικός καπιταλισμός ενσωμάτωσε ιστορικά τμήματα της εργατικής του τάξης μέσω ιμπεριαλιστικών προσόδων, φυλετικών διακρίσεων και καταναλωτισμού, αμβλύνοντας την επαναστατική συνείδηση ενώ εξήγαγε την εκμετάλλευση στο εξωτερικό. Όσο το ιμπεριαλιστικό προνόμιο παραμένει υλικά ενεργό —έστω και σε παρακμάζουσα μορφή— ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός αντιμετωπίζει τεράστια εμπόδια.
Ωστόσο, η ιστορία δεν μένει ακίνητη. Καθώς οι ιμπεριαλιστικές πρόσοδοι συρρικνώνονται και οι εσωτερικές αντιφάσεις οξύνονται, τα ιδεολογικά θεμέλια του αμερικανικού καπιταλισμού διαβρώνονται. Η υπόσχεση της ατελείωτης ανοδικής κινητικότητας καταρρέει· οι δημόσιες υπηρεσίες απαξιώνονται· η ανισότητα γίνεται απροσχημάτιστα προκλητική· και οι πολιτικοί θεσμοί χάνουν τη νομιμοποίησή τους. Σε τέτοιες συνθήκες, η ταξική πάλη αναπόφευκτα εντείνεται, ακόμη κι αν αρχικά εμφανίζεται με στρεβλές, αντιδραστικές ή συγκεχυμένες μορφές. Το δίλημμα που βρίσκεται μπροστά στην αμερικανική κοινωνία δεν είναι ανάμεσα στη σταθερότητα και τον σοσιαλισμό, αλλά ανάμεσα στην αντιδραστική παρακμή και την επαναστατική ανασυγκρότηση. Είτε το σύστημα συνεχίζει να αυτοκανιβαλίζεται μέσω του μιλιταρισμού, της επιτήρησης και της καταστολής, είτε συντελείται μια ρήξη που επαναπροσανατολίζει την παραγωγή προς τις κοινωνικές ανάγκες αντί για την ιμπεριαλιστική κυριαρχία.
Από τη σκοπιά του μαρξισμού – λενινισμού, ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα ήταν μια ηθική «εξιλέωση» της αυτοκρατορίας, αλλά η ιστορική της άρνηση. Θα απαιτούσε την αποδιάρθρωση του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος, την κατάργηση του ιμπεριαλιστικού δολαριακού καθεστώτος και την ανασυγκρότηση του κράτους ως οργάνου λαϊκής εξουσίας και όχι παγκόσμιου καταναγκασμού. Ένας τέτοιος μετασχηματισμός δεν θα απελευθέρωνε μόνο τους Αμερικανούς εργαζομένους· θα άλλαζε ριζικά τον συσχετισμό των δυνάμεων σε παγκόσμιο επίπεδο, αφαιρώντας τον κεντρικό πυλώνα της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας. Ακριβώς όμως επειδή τα διακυβεύματα είναι τόσο υψηλά, η αντίσταση της άρχουσας τάξης θα ήταν αμείλικτη. Καμία αυτοκρατορία δεν καταργεί τον εαυτό της εθελοντικά· πρέπει να εξαναγκαστεί από τον οργανωμένο μαζικό αγώνα.
Έτσι, όταν τίθεται με αυστηρούς όρους, το ερώτημα «που οδεύει η Αμερικανική Αυτοκρατορία;», η απάντηση δεν είναι απλή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται ήδη σε παρακμή, αλλά η παρακμή δεν είναι πεπρωμένο. Μπορεί να επιμείνει για δεκαετίες ως ένας στρατιωτικοποιημένος, παρασιτικός και ολοένα πιο αυταρχικός σχηματισμός, που εξάγει κρίση και βία στον υπόλοιπο κόσμο. Ή μπορεί να μετασχηματιστεί μέσω μιας σοσιαλιστικής ρήξης —ένας δρόμος που παραμένει ιστορικά εφικτός αλλά πολιτικά δύσβατος. Για τον Παγκόσμιο Νότο, το καθήκον δεν είναι να περιμένει το ένα ή το άλλο αποτέλεσμα, αλλά να δράσει: να οικοδομήσει κυριαρχία, αλληλεγγύη και σοσιαλιστικές εναλλακτικές που αποδυναμώνουν την ιμπεριαλιστική ισχύ ανεξάρτητα από το πώς θα επιλυθεί εσωτερικά η αμερικανική αντίφαση.
Σε τελική ανάλυση, οι αυτοκρατορίες δεν τελειώνουν επειδή «τελειώνει ο χρόνος»· τελειώνουν επειδή νέες κοινωνικές δυνάμεις τις καθιστούν ξεπερασμένες. Το αν η αμερικανική αυτοκρατορία θα καταρρεύσει υπό το βάρος των ίδιων της των αντιφάσεων ή θα ξεπεραστεί μέσω σοσιαλιστικού μετασχηματισμού δεν θα εξαρτηθεί από προφητείες, αλλά από αγώνα —ταξική πάλη εντός των Ηνωμένων Πολιτειών και αντιιμπεριαλιστικό αγώνα σε ολόκληρο το παγκόσμιο σύστημα. Η ιστορία έθεσε το ερώτημα. Η απάντηση δεν θα γραφτεί με προφητείες, αλλά στην πράξη.
