της Τριειπηρωτικής
Tricontinental, Οκτώβριος 10, 2023
μετ. Δημοσθένης Γκότσης,
επιμ. Διονύσης Περδίκης
Στο κείμενο της Τριηπειρωτικής συμπεριλαμβάνονται συχνά οι όροι “Long Depression” με αναφορά στη μακρόχρονη ύφεση στο τέλος του 19ου αιώνα, “Great Depression” σχετικά με τη Μεγάλη Ύφεση του 1930 που ακολούθησε το Μεγάλο Κραχ του 1929, και “Great Recession” ως προς την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 που ακολούθησε την πτώχευση της αμερικανικής τράπεζας Lehman Brothers. Αυτό δημιουργεί έναν βαθμό δυσκολίας στην ελληνική μετάφραση, ειδικά όταν στην ίδια πρόταση συμπεριλαμβάνονται οι όροι “Great Depression”, “Long Depression”, “Great Recession”, ή και “crisis”. Για αυτό το λόγο, μεταφράζουμε τον όρο “Great Depression” ως «Μεγάλη Ύφεση» , τον όρο “Long Depression” ως «Μακρά Ύφεση» και τον όρο “crisis” ως «κρίση», ενώ διατηρούμε τον όρο «Great Recession» στα αγγλικά, καθώς στο κείμενο γίνεται συγκεκριμένη κριτική για τη χρήση του όρου αυτού. Σε άλλα σημεία, χρησιμοποιούμε τη σημείωση του μεταφραστή («Σ.τ.Μ.») για να διευκρινίσουμε εάν ο ελληνικός όρος “ύφεση” προέρχεται από τον αγγλικό όρο “depression” ή “recession” στο πρωτότυπο κείμενο.
Δημοσθένης Γκότσης,
Διονύσης Περδίκης
Το τελευταίο σημειωματάριο εξηγεί τι κρύβεται πίσω από την σημερινή οικονομική κρίση, και τις καπιταλιστικές κρίσεις γενικότερα. Οι λανθασμένες εξηγήσεις μπορούν μόνο να παραπλανήσουν τις μάζες, και να βλάψουν τους αγώνες τους.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΟΙ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΤΡΕΧΟΥΣΑΣ ΚΡΙΣΗΣ
ΕΞΗΓΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΚΡΙΣΕΙΣ: ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΣΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ
Ο ΚΕΙΝΣ ΚΑΙ Η ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΡΕΑΛΙΣΜΟΥ
Ο ΣΟΥΜΠΕΤΕΡ ΚΑΙ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
ΕΞΗΓΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΚΡΙΣΕΙΣ: Ο ΜΑΡΞ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΡΞΙΣΤΕΣ
ΜΑΡΞΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ: ΜΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΠΟΥ ΠΑΙΖΕΙ Η ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ
Ο Νόμος της Πτωτικής Τάσης του Ποσοστού Κέρδους
ΜΕΓΑΛΕΣ ΥΦΕΣΕΙΣ ΩΣ ΩΔΙΝΕΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΑΙΩΝΑ
- «Η συνεταιριστική μορφή της εργασιακής διαδικασίας»
- «Η μετατροπή των εργαλείων εργασίας σε εργαλεία εργασίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από κοινού»
- «Η εξοικονόμηση όλων των μέσων παραγωγής μέσω της χρήσης τους ως μέσων παραγωγής συνδυασμένης, κοινωνικοποιημένης εργασίας»
- «Η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου»
- «Η συνειδητή τεχνική εφαρμογή της επιστήμης»
- «Η μεθοδολογική καλλιέργεια του εδάφους»
Το σημειωματάριο αρ. 4 ερευνήθηκε και συντάχθηκε από τον Ε. Αχμέτ Τονάκ (E. Ahmet Tonak· οικονομολόγος στην Τριειπηρωτική: Ινστιτούτο για Κοινωνική Έρευνα), και τον Σουνγκούρ Σαβράν (Sungur Savran·, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Okan της Κωνσταντινούπολης και εκδότη των Devrimci Marksizm και Revolutionary Marxism).
Η ομάδα παραγωγής αυτού του σημειωματάριου, από την επιμέλεια και τη μετάφραση, έως τον σχεδιασμό και την ανάρτηση στην ιστοσελίδα μας, περιλαμβάνει τους: Vishay Prashad, Celina della Croce, Mikaela Nhondo Erskog, Deby Veneziale, Pilar Troya Fernández, Maisa Bascuas, Emiliano López, Dafne Melo, Luiz Felipe Albuquerque, Cristiane Ganaka, Tings Chak, Ingrid Neves, Daniela Ruggeri, Amílcar Guerra and Ariana Hereñú.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Διανύουμε μια περίοδο βαθιάς αβεβαιότητας, κατήφειας, και ένδειας. Αυτό ισχύει ακόμη και στις ιμπεριαλιστικές χώρες, όπου ο αριθμός των ανθρώπων που χρειάζονται τράπεζες τροφίμων αυξάνεται συνεχώς. Στη Βρετανία, τα πακέτα που διανέμονται από τα συσσίτια υπερδιπλασιάστηκαν από 1,1 εκατομμύρια το 2015/16 σε 2,5 εκατομμύρια το 2020/21, με σχεδόν ένα εκατομμύριο πακέτα να πηγαίνουν σε παιδιά που έχουν ανάγκη[1]. Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι όλοι υποφέρουν. Η καθαρή αξία των δισεκατομμυριούχων σε όλο τον κόσμο αυξήθηκε κατά περισσότερα από 3,6 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2020, ενισχύοντας το μερίδιό τους στον παγκόσμιο πλούτο των νοικοκυριών κατά 3,5%, όσο η πανδημία έσπρωχνε περίπου 100 εκατομμύρια ανθρώπους στην ακραία φτώχεια[2]. Η ανισότητα που αναπόφευκτα δημιουργεί ο καπιταλισμός, έχει δημιουργήσει έναν κόσμο στον οποίο οι 2153 πλουσιότεροι δισεκατομμυριούχοι έχουν περισσότερο πλούτο από τα 4,6 δισεκατομμύρια φτωχότερα άτομα που απαρτίζουν το 60% του πληθυσμού του πλανήτη[3]. Αυτές οι δύο τάσεις δεν είναι ιδιαιτερότητα της πανδημίας: συνεχίζονται εδώ και χρόνια, μάλιστα δεκαετίες, συνυφασμένες με τους νόμους του καπιταλισμού σε κρίση.
Σε αυτό το σημειωματάριο, επιδιώκουμε να ρίξουμε φως στη βαθιά κρίση της παγκόσμια οικονομίας που εξελίσσεται εδώ και πάνω από μια δεκαετία. Η εξήγηση της κρίσης δεν είναι μια άσκοπη άσκηση με σκοπό την επίδειξη της τεχνικής επιδεξιότητας των επαγγελματιών οικονομολόγων. Αντίθετα, είναι απαραίτητο να προχωρήσουμε πέρα από τις επιφανειακές εκδηλώσεις της κρίσης για να ανακαλύψουμε την ουσία ολόκληρης της διαδικασίας. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να ρίξουμε φως στο μονοπάτι που πρέπει να ακολουθήσουν οι εργατικές τάξεις όλων των χωρών και τα καταπιεσμένα έθνη του κόσμου στον αγώνα τους να αντιστρέψουν το ρεύμα της ένδειας και της δυστυχίας. Σε μια προσπάθεια να προσφέρουμε απτά και συγκεκριμένα αποτελέσματα στο προλεταριάτο και στους κατατρεγμένους της γης, είναι σημαντικό να εξηγήσουμε τις εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλισμού που προκαλούν αυτές τις κρίσεις. Οι λανθασμένες εξηγήσεις μπορούν μόνο να παραπλανήσουν τις μάζες και να βλάψουν τον αγώνα τους.
Είναι ευρέως γνωστό ότι η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία υπέστη σοβαρή χρηματοπιστωτική αναταραχή το 2008, η οποία έγινε γνωστή ως παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Η χρεοκοπία της τράπεζας Lehman Brothers, μιας από τις μεγάλες επενδυτικές τράπεζες της Wall Street, προκάλεσε σοκ σε όλο τον κόσμο, οδηγώντας το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα σε πλήρη κατάρρευση. Η Κριστίν Λαγκάρντ, υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας την εποχή εκείνη (η οποία αργότερα ανέλαβε τη θέση της διευθύνουσας συμβούλου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και στη συνέχεια της προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας), προειδοποίησε τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ, Χανκ Πόλσον, ότι δεν πρέπει να επιτρέψουν την πτώχευση της μεγάλης ασφαλιστικής εταιρείας American International Group (AIG) αμέσως μετά τη Lehman Brothers.
Η κρίση προκλήθηκε από τη φούσκα στην αγορά ακινήτων, ειδικά στο Βόρειο Ημισφαίριο (όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και στη Βρετανία, την Ισπανία, την Ιρλανδία, και άλλες χώρες), ως αποτέλεσμα της χορήγησης ενυπόθηκων δανείων ακόμη και σε καταναλωτές που ήταν προφανές ότι δεν μπορούσαν να τα αποπληρώσουν. Όχι μόνο κατέρρευσε η λεγόμενη αγορά υποθηκών χαμηλής ποιότητας, η οποία είχε φτάσει σε εντελώς μη ρεαλιστικές τιμές, αλλά, επειδή αυτές οι υποθήκες είχαν συσκευαστεί σε παράγωγα προϊόντα στις χρηματοπιστωτικές αγορές με μορφές όπως εξασφαλισμένα χρέη και εξασφαλισμένα δάνεια, αυτή η κατάρρευση προκάλεσε την κατάρρευση άλλων χρηματοπιστωτικών αγορών και άφησε πολλές τράπεζες και άλλα είδη χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να αντικρίζουν τον γκρεμό.
Ο όρος «παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση» χρησιμοποιήθηκε αρχικά αποκλειστικά για να περιγράψει τη βαθιά κρίση που προκάλεσε η κατάρρευση της Lehman Brothers στην παγκόσμια οικονομία. Ωστόσο, γρήγορα αποδείχθηκε αδόκιμος, καθώς κατέστη σαφές ότι η κρίση δεν αφορούσε αποκλειστικά τον χρηματοπιστωτικό τομέα, αλλά επεκτάθηκε και στη λεγόμενη πραγματική οικονομία, δηλαδή στον τομέα της παραγωγής. Σύντομα παρατηρήθηκε απότομη και, σε κάποιο βαθμό, άνευ προηγουμένου πτώση σε βασικές μεταβλητές όπως η ανάπτυξη και οι επενδύσεις, καθώς και καταστροφική αύξηση της ανεργίας σε πολλές χώρες (στη χειρότερη περίπτωση, δύο κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ισπανία και η Ελλάδα, γνώρισαν εκρηκτική αύξηση της ανεργίας των νέων, η οποία ξεπερνούσε το 50% για πολλά χρόνια). Ως εκ τούτου, οι κυρίαρχοι κύκλοι της καπιταλιστικής οικονομίας και οι κυβερνήσεις, άρχισαν να χρησιμοποιούν τον νεολογισμό «the Great Recession», που επινοήθηκε από τον Γάλλο Ντομινίκ Στρος Καν (Dominique Strauss-Kahn, DSK· όπως ήταν γνωστός στους χρηματοοικονομικούς και κυβερνητικούς κύκλους), τότε διευθύνων σύμβουλος του ΔΝΤ.
Αποφεύγουμε να χρησιμοποιούμε τον όρο «great recession» απλώς και μόνο επειδή, κατά τη γνώμη μας, πρόκειται για προπέτασμα καπνού που αποσκοπεί στο να κρύψει την πραγματική φύση της κρίσης. Ο όρος «great recession» είναι κατά κάποιον τρόπο οξύμωρος. Οι recessions ορίζονται συμβατικά ως μάλλον σύντομες περίοδοι που διαρκούν περισσότερο από δύο τρίμηνα (ή έξι μήνες) και καθορίζονται από μια μόνο οικονομική μεταβλητή, το ποσοστό ανάπτυξης, όταν αυτό εισέρχεται σε αρνητικό έδαφος – με άλλα λόγια, όταν η οικονομία συρρικνώνεται. Είναι αλήθεια ότι η παγκόσμια οικονομία, καθώς και οι μεμονωμένες εθνικές οικονομίες, συρρικνώθηκαν αμέσως μετά την «παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση». Ωστόσο, υπήρχαν πολλοί άλλοι παράγοντες που δεν περιλαμβάνονται στον στενό τεχνικό όρο «recession». Ο όρος «great recession» είναι οξύμωρος, απλώς και μόνο επειδή δεν μπορεί κανείς να επιβάλει στον αυστηρά στενό όρο «recession» να έχει μεγαλύτερη σημασία από την τεχνική λειτουργία για την οποία επινοήθηκε. Η ονομασία «great recession» επινοήθηκε, στην πραγματικότητα, από τον DSK για να αποτρέψει τους κρατικούς αξιωματούχους, τους οικονομικούς αναλυτές, και τους οικονομολόγους, από το να χρησιμοποιούν την «λέξη από το υ», δηλαδή «ύφεση» (Σ.τ.Μ., depression). Ήταν ένας από τους πολλούς που δήλωσαν ότι επρόκειτο για «χρηματοπιστωτική κρίση που συμβαίνει μια φορά ανά αιώνα», μια σαφής αναφορά σε σύγκριση με τη Μεγάλη Ύφεση του 1930. Έτσι η «Great Recession» παραδέχεται τη «μεγαλοπρέπεια» της κρίσης για να αποκρύψει το γεγονός ότι επρόκειτο για ύφεση.
Ιστορικά, ο καπιταλισμός έχει βιώσει διαφορετικούς τύπους κρίσεων, ποικίλης έντασης και διάρκειας. Οι πιο συνηθισμένες από αυτές συμβαίνουν γενικά περίπου μία φορά κάθε δεκαετία και έχουν μελετηθεί και αναφερθεί στην επαγγελματική βιβλιογραφία ως οικονομικοί κύκλοι (η εξειδικευμένη βιβλιογραφία για τους οικονομικούς κύκλους βρίσκεται εκτός του κεντρικού πυρήνα της επικρατούσας οικονομικής θεωρίας για λόγους που θα εξηγήσουμε σε λίγο). Η κορύφωση ενός οικονομικού κύκλου είναι, κατά κανόνα, μια βραχεία ύφεση (Σ.τ.Μ., recession), μια σύντομη περίοδος κατά την οποία η οικονομία συρρικνώνεται. Αυτός ο τύπος κρίσης συνήθως ξεπερνιέται μέσω της προσαρμογής των δυνάμεων της αγοράς, η οποία έχει επίσης υποβοηθηθεί σε κάποιο βαθμό από την κυβερνητική πολιτική από τη μεταπολεμική περίοδο στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα.
Η ύφεση (Σ.τ.Μ., depression) είναι ένας διαφορετικός τύπος κρίσης στην ιστορία του καπιταλισμού. Διαρκεί πολύ περισσότερο, μερικές φορές μια δεκαετία, μερικές φορές αρκετές δεκαετίες. Δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί και να ξεπεραστεί μέσω της συμβατικής προσαρμογής των μεταβλητών της αγοράς, και απαιτεί ριζικές αναταράξεις όχι μόνο στον οικονομικό τομέα, αλλά και στον πολιτικό, ιδεολογικό, ακόμη και στον στρατιωτικό τομέα. Όταν μια ύφεση εκτυλίσσεται σε επίπεδο παγκόσμιου καπιταλισμού, η συνήθης πρακτική, μέχρι τώρα, ήταν να την αποκαλούμε μεγάλη ύφεση. Η πρώτη τέτοια κρίση – που τότε ονομάστηκε «μακρά ύφεση» – έλαβε χώρα στα τέλη του 19ου αιώνα, περίπου μεταξύ 1873 και 1896. Η δεύτερη είναι η γνωστή Μεγάλη Ύφεση που ξεκίνησε με το κραχ της Wall Street το 1929 και εξαπλώθηκε σε όλη τη δεκαετία του 1930, διαρκώντας, για πολλές χώρες, ειδικά αυτές της Ευρώπης, μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1945. Κατά την άποψη πολλών μαρξιστών οικονομολόγων, συμπεριλαμβανομένων των συγγραφέων αυτού του σημειωματάριου, η παρατεταμένη και βαθιά κρίση που βιώνουμε σήμερα είναι επίσης μία μεγάλη ύφεση.
ΟΙ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΤΡΕΧΟΥΣΑΣ ΚΡΙΣΗΣ
Ενώ ολόκληρος ο κόσμος βιώνει οικονομική δυσφορία εδώ και μισή δεκαετία, η πορεία και το βάθος της τρέχουσας κρίσης διαφέρουν μεταξύ των χωρών και των περιφερειών με διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές δομές και διαφορετικές θέσεις στην παγκόσμια οικονομία. Οι ιμπεριαλιστικές χώρες, για λόγους που θα δούμε, ήταν η πηγή της κρίσης, και οι πληθυσμοί τους υπέφεραν πολύ καθ’ όλη αυτή την περίοδο όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη, τις επενδύσεις, την ανεργία, και την παραγωγικότητα της εργασίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρουσίασαν μια δική τους τροχιά, ανακάμπτοντας σε κάποιο βαθμό μετά το 2013 και διατηρώντας ένα πλεονέκτημα έναντι άλλων ιμπεριαλιστικών χωρών, ιδίως των χωρών της ευρωζώνης και της Ιαπωνίας, μέχρι το 2019, όταν άρχισαν να βιώνουν μια επιβράδυνση. Αυτό σύντομα συνδυάστηκε με τον αντίκτυπο της πανδημίας COVID-19, η οποία άρχισε να εξαπλώνεται με δύναμη στης αρχές του 2020, καθώς οι διαδοχικές διακοπές λειτουργίας έπληξαν την οικονομική απόδοση της χώρας.
Οι λεγόμενες αναδυόμενες χώρες (αυτές που είτε έχουν βιομηχανοποιηθεί με ταχείς ρυθμούς τις τελευταίες δεκαετίες, ή προέρχονται από ένα περιβάλλον κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας), όπως η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Ινδία, το Μεξικό, η Ρωσία, η Νότια Αφρική, και η Τουρκία, ακολούθησαν μια πορεία εντελώς αντίθετη από αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών. Έχοντας κλονιστεί σε κάποιο βαθμό από το αρχικό σοκ της χρηματοπιστωτικής αναταραχής που προκάλεσε η κρίση του 2008, αυτές οι χώρες σύντομα ανέκαμψαν χάρη στους διεστραμμένους μηχανισμούς της καπιταλιστικής χρηματοοικονομικής και πέτυχαν, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, οικονομικές επιδόσεις που ξεπερνούσαν οτιδήποτε είχαν γνωρίσει μέχρι τότε. Για να πάρουμε ένα παράδειγμα, η τουρκική οικονομία, μετά τη συρρίκνωση που υπέστη κατά το πρώτο έτος της κρίσης, ανέκαμψε γρήγορα και πέτυχε, τα επόμενα δύο χρόνια, τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης που είχε γνωρίσει ποτέ η χώρα. Ο λόγος για την αλματώδη αύξηση των οικονομικών επιδόσεων σε αυτές τις χώρες δεν είχε απαραίτητα να κάνει με τις δικές τους πολιτικές. Το πιο αποτελεσματικό μέσο που είχαν στη διάθεσή τους οι ιμπεριαλιστικές χώρες για να αντιμετωπίσουν την κρίση ήταν η πολιτική φθηνού και άφθονου χρήματος που εφάρμοσαν οι κεντρικές τράπεζες, η οποία οδήγησε σε αφθονία πιστώσεων σε αυτές τις χώρες. Ωστόσο, δεδομένου ότι μείωσαν δραστικά τα επιτόκια για τον ίδιο λόγο, τα κεφάλαια κατευθύνθηκαν προς χώρες όπου μπορούσαν να αποφέρουν μεγαλύτερα κέρδη, δηλαδή τις αναδυόμενες οικονομίες. Έτσι, η κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας αποδείχθηκε ευεργετική για μια συγκεκριμένη ομάδα χωρών, των οποίων οι οικονομίες τροφοδοτήθηκαν από την εισροή κάθε είδους ξένων κεφαλαίων. Ωστόσο, καθώς η αμερικανική οικονομία άρχισε να ανακάμπτει το 2013, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ άλλαξε την πολιτική φθηνού χρήματος. Αυτή η νέα πολιτική κατεύθυνση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ σηματοδότησε την έναρξη μιας περιόδους δυσκολιών για της αναδυόμενες χώρες.
Αν και οι λιγότερο και ελάχιστα αναπτυγμένες χώρες αντιμετώπισαν διαφορετικά σενάρια, συνολικά υπέστησαν σοβαρές επιπτώσεις από την πτώση του διεθνούς εμπορίου, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της ζήτησης για τα βασικά εξαγωγικά προϊόντα τους και ακόμη μεγαλύτερη μείωση των άμεσων ξένων επενδύσεων. Οι τιμές των πρωτογενών εμπορευμάτων επίσης υπέστησαν μεγάλη πτώση. Ωστόσο, αυτό είχε διαφορετικό αντίκτυπο στις χώρες, ανάλογα, για παράδειγμα, με το αν η χώρα ήταν εισαγωγέας ή εξαγωγέας ενέργειας. Στις περισσότερες από αυτές τις χώρες, ο συνολικός αντίκτυπος ήταν η συσσώρευση ενός τεράστιου εξωτερικού χρέους.
Μία χώρα, ωστόσο, αποτέλεσε κατηγορία από μόνη της: η Κίνα. Αν και θεωρεί τον εαυτό της αναπτυσσόμενη χώρα, η Κίνα δεν υπέστη την ίδια τύχη με τον υπόλοιπο Παγκόσμιο Νότο, διατηρώντας εξαιρετικά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης για δεκαετίες, χάρη στην εσωτερική της δυναμική καθώς και στην αλληλεπίδρασή της με την υπόλοιπη παγκόσμια οικονομία. Ακόμη και από το 2013, η Κίνα παραμένει η μοναδική περίπτωση που φαίνεται να αποδεικνύει αυτό που πολλοί ειδικοί αποκαλούν «αποσύζευξη» των αναδυόμενων χωρών από τις ιμπεριαλιστικές[4]. Ανεξάρτητα από την ποικιλία των εμπειριών των διαφόρων ομάδων χωρών, ορισμένες τάσεις είχαν αναπόφευκτα αντίκτυπο σε όλες τις ομάδες μακροπρόθεσμα.
Από το 2008, παρατηρείται μια γενική επιβράδυνση της οικονομίας τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και στο επίπεδο των πλουσιότερων ιμπεριαλιστικών καπιταλιστικών οικονομιών (βλ. Εικόνα 1).
Εικόνα 1. Δεδομένα από τον Μάικλ Ρόμπερτς, Η Μακρά Ύφεση: Μαρξισμός και η Παγκόσμια Κρίση του Καπιταλισμού (Σικάγο: Χέιμάρκετ, 2016), 115.
Οι επενδύσεις, οι οποίες ήδη βρίσκονταν σε πτώση για μεγάλο χρονικό διάστημα, σημείωσαν κατακόρυφη πτώση την περίοδο μετά το 2008. Επιπλέον, κατά την περίοδο μετά το 2007, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας στις G7 χώρες κυμάνθηκε γύρω στο 1%, μια απογοητευτική επίδοση σε σύγκριση με τον μέσο όρο 2% της περιόδου 1971-2006 (βλ. Εικόνα 2).
Εικόνα 2. Οι υπολογισμοί μας είναι βασισμένοι σε δεδομένα από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.
Δεδομένης αυτής της πραγματικότητας, όποια δυναμική υπήρχε προήλθε από τις πολιτικές των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών των ιμπεριαλιστικών χωρών, οι οποίες αποσκοπούσαν στην ταχεία ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτό έλαβε δύο μορφές: νομισματική και δημοσιονομική.
Στον τομέα της νομισματικής πολιτικής, οι κεντρικές τράπεζες των ιμπεριαλιστικών χωρών ακολούθησαν τα βήματα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, εφαρμόζοντας επιθετικά μια πολιτική φθηνού και άφθονου χρήματος. Αυτό το έκαναν με δύο διαφορετικούς τρόπους. Ο πρώτος ήταν η μείωση του επιτοκίου αναφοράς σε πολλές περιπτώσεις έως το μηδέν, και σε άλλες ακόμη και σε αρνητικό επίπεδο (βλ. Εικόνα 3).
Εικόνα 3. Δεδομένα από τους Olga Kuznetsova, Sergey Merzlyakov, και Sergey Pekarski, «Confidence in Future Monetary Policy as a Way to Overcome the Liquidity Trap» (Η εμπιστοσύνη στη μελλοντική νομισματική πολιτική ως τρόπος για να ξεπεραστεί η παγίδα ρευστότητας), Russian Journal of Economics 5, αρ. 2 (Ιούλιος 2019): 117-135, https://doi.org/doi:10.32609/j.ruje.5.38703.
Το δεύτερο ήταν ότι οι κεντρικές τράπεζες εφάρμοσαν μια πολιτική που ονομάστηκε ποσοτική χαλάρωση, η οποία περιλάμβανε την αγορά κρατικών ομολόγων στην ανοιχτή αγορά – δηλαδή, την εκτύπωση χρημάτων. Η ποσοτική χαλάρωση δεν ήταν παρά ένας υποκριτικός ευφημισμός για την εκτύπωση χρημάτων που δεν υποστηριζόταν από αντίστοιχες εξελίξεις στην πραγματική οικονομία. Αυτό εκδηλώθηκε με την εκτίναξη των ρυθμών ανάπτυξης στους ισολογισμούς των κεντρικών τραπεζών.
Στον τομέα της δημοσιονομικής πολιτικής, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η ευρωζώνη επένδυσαν τεράστια ποσά σε προγράμματα κρατικών δαπανών με στόχο την ανάκαμψη της οικονομίας (βλ. Εικόνα 4).
Εικόνα 4. Δεδομένα από Adam Tooze, Crashed: How a Decade of Financial Crises Changed the World (Κραχ: Πώς μια δεκαετία χρηματοπιστωτικών κρίσεων άλλαξε τον κόσμο) [New York: Viking, 2018), 355.
Φυσικά, οι ελλειμματικές δαπάνες και η πολιτική του φθηνού χρήματος δημιουργούν μακροπρόθεσμα υποχρεώσεις, όπως εκφράζεται στο χιονοστιβαδικό χρέος των μεγάλων ιμπεριαλιστικών οικονομιών (βλ. Εικόνα 5). Τα εξαιρετικά υψηλά επίπεδα χρέους, που ξεπέρασαν το 120% το 2012, σηματοδότησαν το υψηλότερο δημόσιο χρέος σε ολόκληρη την ιστορία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, σπάζοντας το ρεκόρ του χρέους σε καιρό πολέμου (βλ. Εικόνα 5)[5]. Μέχρι τον Απρίλιο του 2023, το εθνικό χρέος των ΗΠΑ είχε φτάσει στο συγκλονιστικό ποσό των 31 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, που αντιπροσώπευε το 124% του ΑΕΠ.
Εικόνα 5. Ρόμπερτς, Μακρά Ύφεση, 68.
Περίπου την ίδια περίοδο, τα 18 κράτη μέλη της ευρωζώνης είχαν δείκτη χρέους προς ΑΕΠ 97.7%, αν και ο δείκτης αυτός παρουσίαζε μεγάλες διακυμάνσεις μεταξύ των μεσογειακών χωρών (π.χ. Ελλάδα και Ιταλία) και των χωρών της Βόρειας Ευρώπης[6]. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το δημόσιο χρέος δεν είναι το μόνο βάρος που αντιμετωπίζουν οι οικονομίες των ιμπεριαλιστικών χωρών: το ιδιωτικό εταιρικό χρέος αυξήθηκε επίσης σημαντικά τόσο πριν όσο και μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση (βλ. Εικόνα 6).
Εικόνα 6. Guglielmo Carchedi και Michael Roberts, επιμ., World in Crisis: A Global Analysis of Marx’s Law of Profitability (Ο Κόσμος σε Κρίση: Μια Παγκόσμια Ανάλυση του Νόμου της Κερδοφορίας του Μαρξ) [Chicago: Haymarket, 2018), 321.
Ως αποτέλεσμα αυτής της ακραίας πολιτικής που ονομάζεται οικονομική αναζωογόνηση (Σ.τ.Μ., pump–priming) (δηλαδή, τόνωση μιας οικονομίας σε ύφεση), δημιουργούνται νέες φούσκες σε χρηματιστήρια και σε διάφορες αγορές, όπως η αγορά ακινήτων, οι οποίες έχουν αναπτυχθεί με ρυθμούς που είναι εντελώς δυσανάλογοι με την ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας. Ορισμένοι αξιόπιστοι εμπειρογνώμονες των χρηματιστηριακών αγορών, όπως ο νομπελίστας Ρόμπερτ Τζ. Σίλερ (Robert J. Shiller), έχουν προειδοποιήσει να μην είμαστε υπερβολικά αισιόδοξοι για την «ακμάζουσα οικονομία της δεκαετίας του 2020» καθώς η προηγούμενη «ακμάζουσα οικονομία της δεκαετίας του 1920» του 20ού αιώνα έληξε με την Μαύρη Τρίτη του 1929, που σηματοδότησε την έναρξη της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του 1930[7].
Απρόβλεπτα γεγονότα μπορούν επίσης να επηρεάσουν τους οικονομικούς κύκλους. Για παράδειγμα, η πανδημία COVID-19 έχει σίγουρα επηρεάσει τον οικονομικό κύκλο και έχει καταστήσει πιο δύσκολη την πρόβλεψη μελλοντικών τάσεων. Ένα άλλο παράδειγμα απρόβλεπτου γεγονότος είναι ο πόλεμος στην Ουκρανία, ο οποίος επίσης επηρεάζει αρνητικά την παγκόσμια οικονομία. Εκτός από τον άμεσο αντίκτυπο του πολέμου, συμπεριλαμβανομένων των αναταραχών στις αγορές ενέργειας, μετάλλων, και τροφίμων, στις οποίες η Ρωσία και η Ουκρανία διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, το εξαιρετικά υψηλό επίπεδο των κυρώσεων που επέβαλαν οι δυτικές χώρες στη Ρωσία και το μποϊκοτάζ της ρωσικής εγχώριας αγοράς από δυτικές εταιρείες έχουν ενισχύσει την αναστάτωση της παγκόσμιας οικονομίας. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι, μια δεκαετία και μισή μετά την κρίση της Lehman Brothers το 2008, η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να βρίσκεται σε άσχημη κατάσταση.
ΕΞΗΓΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΚΡΙΣΕΙΣ: ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΣΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ
Ας εξετάσουμε τι έχει να πει η επικρατούσα οικονομική θεωρία για τις κρίσεις στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Μόλις στραφούμε στην επικρατούσα αστική οικονομική θεωρία για τον χαρακτηρισμό των κρίσεων, έρχεται αμέσως στο προσκήνιο ο απόλυτα ιδεολογικός και απολογητικός χαρακτήρας αυτής της επιστήμης. Το συντριπτικό μέρος της επικρατούσας οικονομικής θεωρίας βασίζεται στην υπόθεση ότι οι οικονομικές κρίσεις αποκλείονται λόγω των θεμελιωδών νόμων που διέπουν την καπιταλιστική οικονομία. Υπάρχουν, φυσικά, και διαφωνούντες, στους οποίους θα επανέλθουμε. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι, για δύο ολόκληρους αιώνες, από τότε που διατυπώθηκε ο νόμος του Say στις αρχές του 19ου αιώνα, η αστική οικονομική επιστήμη αρνείται κατά συντριπτική πλειοψηφία την πιθανότητα συστημικών κρίσεων στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Αν και η αιτιολόγηση αυτής της άρνησης σε τεχνικούς όρους έχει αλλάξει με την πάροδο του χρόνου, η άρνηση αυτή έχει παραμείνει σταθερή σε όλη τη διάρκεια. Ας ονομάσουμε λοιπόν αυτή τη σχολή ως σχολή της άρνησης.
ΣΧΟΛΗ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ
Ο νόμος του Say, δημιούργημα του Γάλλου οικονομολόγου Ζαν-Μπατίστ Σέυ (Jean-Baptiste Say· 1767 – 1832), είναι αρκετά απλός. Προωθεί την ιδέα ότι, δεδομένου ότι όλη η παραγωγή στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κατανομής της εργασίας είναι προσανατολισμένη προς την ανταλλαγή των αγαθών που παράγει κάθε δρων της παραγωγής (Σ.τ.Μ., agent), συνάγεται ότι όλη η παραγωγή δημιουργεί ζήτηση ίσης αξίας για άλλα αγαθά και, ως εκ τούτου, όλη η παραγωγή δημιουργεί τη δική της αγορά (ο Σέυ ονόμασε αυτό το φαινόμενο «νόμο της αγοράς»). Σύμφωνα με αυτόν τον νόμο, η συνολική προσφορά είναι αναγκαστικά ίση με τη συνολική ζήτηση και, ως εκ τούτου, είναι αδύνατο να διακοπεί ο οικονομικός κύκλος.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ντέιβιντ Ρικάρντο (David Rikardo· 1772 – 1823), η σημαντικότερη προσωπικότητα της κλασικής σχολής πολιτικής οικονομίας μαζί με τον Άνταμ Σμιθ (Adam Smith· 1723 – 1790), υιοθέτησε τον νόμο του Say, ο οποίος στην πραγματικότητα είναι μια κενή ταυτολογία που δεν αντέχει ούτε στην παραμικρή κριτική. Θα επανέλθουμε σε αυτό σε λίγο, αλλά ας πούμε ότι, για μισό αιώνα, ο Ρικάρντο παρείχε γενεαλογικές ρίζες σε αυτόν τον υποτιθέμενο νόμο. Ο ίδιος ο Ρικάρντο δεν ήταν πολύ αισιόδοξος για τις ιστορικές προοπτικές του καπιταλισμού. Η θεωρία του για το ενοίκιο της γης δείχνει ότι, καθώς ο καπιταλισμός προοδεύει, θα πρέπει να καλλιεργηθεί γη που είναι όλο και λιγότερο εύφορη, ή όλο και πιο απομακρυσμένη από τις μητροπολιτικές περιοχές. Αυτή η διαδικασία θα οδηγήσει αναγκαστικά σε αύξηση των τιμών των τροφίμων, προκαλώντας έτσι μια αναπόφευκτη πτώση του ποσοστού κέρδους και, ως εκ τούτου, στασιμότητα. Ωστόσο, αυτή η θεωρία δεν αντιμετωπίζει τις περιοδικές κρίσεις του καπιταλισμού.
Η νεοκλασική θεωρία, που σήμερα είναι η ορθόδοξη θεωρία στην επικρατούσα οικονομική σκέψη, έχει προσχωρήσει πιστά στην λογική της σχολής της άρνησης. Από τα πρώτα της βήματα τη δεκαετία του 1870, όταν ήταν γνωστή ως οριακά οικονομικά (Σ.τ.Μ., marginalist economics), μέχρι τη θεωρία της γενικής ισορροπίας (Σ.τ.Μ., general equilibrium theory) που αναπτύχθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη θεωρία των ορθολογικών προσδοκιών (Σ.τ.Μ., rational expectations theory) στα τέλη του 20ού αιώνα, η άρνηση των οικονομικών κρίσεων ήταν το χαρακτηριστικό γνώρισμα της νεοκλασικής οικονομικής σκέψης.
Σήμερα, οι κυρίαρχοι (Σ.τ.Μ., mainstream) οικονομολόγοι δεν παρουσιάζουν πλέον τον νόμο του Say ως τη λογική για την εξήγηση των κρίσεων. Τη θέση του έχει πάρει ένα επιχείρημα που υποστηρίζει την ομαλή λειτουργία των αγορών. Το επιχείρημα αυτό βασίζεται στον μηχανισμό των τιμών εξισορρόπησης της αγοράς (Σ.τ.Μ., mechanism of market clearing prices· η υπόθεση ότι η ζήτηση και η προσφορά βρίσκουν ένα σημείο ισορροπίας των τιμών). Ωστόσο, αυτή η υπόθεση των τιμών εξισορρόπησης της αγοράς δεν αφήνει περιθώρια για υπερβολική ή ανεπαρκή ζήτηση. Η πρόσφατη έννοια της υπόθεσης της αποτελεσματικής αγοράς (Σ.τ.Μ., efficient market hypothesis) αναπαράγει αυτά τα παλαιότερα επιχειρήματα χωρίς ιδιαίτερη επεξεργασία. Χωρίς τεχνική ορολογία, αυτό σημαίνει ότι οι καπιταλιστικές αγορές είναι τόσο ορθολογικές και αποτελεσματικές στη λειτουργία τους, που δεν αφήνουν περιθώρια για υπερπροσφορά, ελλείμματα, ή κρίσεις.
Ο αναγνώστης μπορεί να αναρωτιέται πώς οι οικονομολόγοι συμφιλιώθηκαν με το γεγονός ότι, σε όλη την ιστορία του καπιταλισμού, αυτή η άρνηση συνυπήρχε με την πολύ πραγματική εμπειρία των καπιταλιστικών κρίσεων. Όπως υπονοήσαμε νωρίτερα, αυτό επιτεύχθηκε μέσω της ανάπτυξης μιας εξειδικευμένης βιβλιογραφίας για τους οικονομικούς κύκλους, η οποία μελετά την εναλλαγή μεταξύ ανάπτυξης και συρρίκνωσης στην καπιταλιστική οικονομία σε τακτά χρονικά διαστήματα. Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι αυτή η αρκετά εξελιγμένη βιβλιογραφία, η οποία χρησιμοποιεί μια σειρά από περίπλοκα τεχνικά εργαλεία, δεν κατάφερε ποτέ να διαπεράσει το παχύ ιδεολογικό φράγμα της κυρίαρχης τάσης, το αποτέλεσμα της οποίας θα ήταν να αμφισβητηθεί η υπόθεση της αποτελεσματικής αγοράς.
Η εναλλακτική αιτιολόγηση των οικονομολόγων για τη συγκεκριμένη εμφάνιση κρίσεων στον πραγματικό κόσμο ήταν είτε η άρνηση της ύπαρξης μιας κρίσης που αξίζει να ονομαστεί (μειώνοντας την αναταραχή σε «διόρθωση», ένας όρος δανεισμένος από την επαγγελματική ορολογία των αναλυτών του χρηματιστηρίου), είτε η απόδοση της κρίσης σε «εξωτερικό σοκ» (πόλεμος, επανάσταση, απροσδόκητη αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων, εξαιρετικές μετεωρολογικές συνθήκες, κλπ) ή, πιο συχνά, σε λάθη της οικονομικής πολιτικής. Όπως έγραψε ο Καρλ Μαρξ (1818 – 1833), «οι απολογητές αρκούνται στο να αρνούνται την ίδια την καταστροφή και να επιμένουν, παρά την τακτική και περιοδική επανάληψή της, ότι αν η παραγωγή γινόταν σύμφωνα με τα εγχειρίδια, οι κρίσεις δεν θα συνέβαιναν ποτέ»[8].
Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ανέκδοτη ιστορία που ρίχνει φως σε αυτό το χάσμα μεταξύ θεωρίας και πραγματικότητας στην κυρίαρχη αστική οικονομική θεωρία. Μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, η βασίλισσα Ελισάβετ Β’ του Ηνωμένου Βασιλείου, επισκέφθηκε το περίφημο London School of Economics and Political Science (LSE). Σαν ένα αφελές παιδί που κάνει την πιο ακατάλληλη ερώτηση σε μια ευγενική παρέα, ρώτησε τους διακεκριμένους οικονομολόγους που είχαν συγκεντρωθεί για την περίσταση – μεταξύ των οποίων καθηγητές από τα πιο διάσημα πανεπιστήμια, σύμβουλοι της κυβέρνησης και ειδήμονες από έγκριτα οικονομικά έντυπα όπως το The Economist και Financial Times – την ακόλουθη ερώτηση: «Γιατί κανείς δεν το είδε κανείς να έρχεται;»[9]. Δεν υπήρξε ικανοποιητική απάντηση. Το καθήκον αυτών των διακεκριμένων οικονομολόγων, μέχρι την κατάρρευση της Lehman Brothers στις 15 Σεπτεμβρίου 2008, ήταν να υπερασπίζονται την άψογα ορθολογική λειτουργία των αγορών απέναντι στις κριτικές των άτυχων, λιγότερο ορθόδοξων συναδέλφων τους, επιλέγοντας να μην απαντούν στις μαρξιστικές κριτικές, ώστε να μην τους προσδίδουν νομιμότητα.
Ο ΚΕΙΝΣ ΚΑΙ Η ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΡΕΑΛΙΣΜΟΥ
Η σχολή των αρνητών δεν ήταν ποτέ η μόνη τάση στην επικρατούσα οικονομική σκέψη. Από την αρχή, ορισμένοι οικονομολόγοι διατηρούσαν μια πιο σκεπτικιστική στάση απέναντι στον νόμο του Say, μια άποψη που εκπροσωπούσαν δύο πολύ διαφορετικές προσωπικότητες: ο Ζαν Σαρλ Λεονάρντ ντε Σισμοντί (Jean Charles Léonard de Sismondi· 1773–1842), κοινωνικός κριτικός στη χώρα του Σέυ, τη Γαλλία, και ο Τόμας Μάλθους (Thomas Malthus· 1766 – 1834), ένας εξαιρετικά συντηρητικός ιερέας στη Βρετανία και φίλος του φιλελεύθερου Ντέιβιντ Ρικάρντο. Παρά την αδιάκοπη αλληλογραφία τους για οικονομικά θέματα, ο Μάλθους δεν κατάφερε να πείσει τον Ρικάρντο για την κενότητα του νόμου του Say. Αγνοώντας εξαιρετικές προσωπικότητες όπως ο Γουίλιαμ Στάνλευ Τζέβονς (William Stanley Jevons· 1835 – 1946), ένας βρετανός δημόσιος διανοούμενος και οικονομολόγος που μέχρι σήμερα παραμένει ο σημαντικότερος εκπρόσωπος αυτού που θα ονομάσουμε ρεαλιστική σχολή, η θέση του Ρικάρντο σχετικά με το ζήτημα της κρίσης παρέμεινε αμετάβλητη μέχρι τα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του 1930.
Στο δικαιολογημένα διάσημο έργο του Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου, και του Χρήματος (1936), ο Κέινς επιτέθηκε κατά μέτωπο στον νόμο του Say και προώθησε την ιδέα ότι η οικονομία θα μπορούσε στην πραγματικότητα να επιτύχει μια συνολική ισορροπία σε μια ποικιλία διαφορετικών καταστάσεων, όπως όταν αντιμετωπίζει υποαπασχόληση ή πληθωριστική υπερθέρμανση από τη μία πλευρά, και κατάσταση πλήρους απασχόλησης από την άλλη (η οποία, σύμφωνα με την ορθόδοξη θεωρία, θεωρείται το αναπόφευκτο σημείο ισορροπίας[10]). Αυτή η ποικιλία πιθανών αποτελεσμάτων ήταν, κατά τη γνώμη του, αυτό που έκανε τη θεωρία του μια «γενική θεωρία».
Σύμφωνα με το σχήμα που ανέπτυξε ο Κέινς, η κρίση είναι μια κατάσταση στην οποία η συνολική ενεργός ζήτηση (δηλαδή η ζήτηση σε κοινωνικό επίπεδο που υποστηρίζεται από χρήματα) είναι ανεπαρκής για να δημιουργήσει πλήρη απασχόληση. Πρόκειται, επομένως, για μια κατάσταση υποαπασχόλησης και υποαξιοποίησης της παραγωγικής ικανότητας. Με την πρώτη ματιά, αυτή η περιγραφή υποδηλώνει στο κοινό ότι ο Κέινς αναφερόταν στην έλλειψη καταναλωτικής δύναμης στην κοινωνία λόγω της φτώχειας και της ένδειας των εργατικών μαζών. Στην πραγματικότητα, μια ευρεία σχολή σκέψης, που κυμαίνεται από τους κυρίαρχους Κευνσιανούς έως μια ισχυρή τάση μεταξύ των μαρξιστών οικονομολόγων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μια κρίση μπορεί να ξεπεραστεί με την αύξηση των μισθών και των παροχών. Αυτό είναι που συνήθως ονομάζεται υποκαταναλωτισμός. Θα επανέλθουμε σε αυτό σύντομα, όταν θα συζητήσουμε τις διάφορες μαρξιστικές σχολές σκέψης. Αλλά, προς το παρόν, ας παραμείνουμε στα όρια της επικρατούσας οικονομικής σκέψης.
Είναι αλήθεια ότι οι πρώτοι επικριτές του νόμου του Say ήταν υποκαταναλωτιστές. Ο Μάλθους έφτασε ακόμη και στο σημείο να ισχυριστεί ότι οι οικονομικές κρίσεις προκαλούνται από μια διαρθρωτική έλλειψη επαρκούς ζήτησης και ότι, για να καλυφθεί αυτό το κενό, πρέπει να υπάρχει μια τάξη ανθρώπων που δεν παράγουν, αλλά καταναλώνουν μόνο τα έσοδα που τους αποφέρουν όχι από την εργασία, αλλά από άλλες «υπηρεσίες» προς την κοινωνία. Ωστόσο, το να πιστεύει κανείς ότι ο Κέινς ήταν οπαδός του Μάλθους, θα ήταν μια πολύ ατυχής παρεξήγηση στην ιστορία της οικονομικής σκέψης. Ο Κέινς δεν ήταν υποκαταναλωτιστής. Όλο το έργο του επικεντρωνόταν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της καπιταλιστικής τάξης, με έμφαση όχι στην κατανάλωση αλλά στην επένδυση. Ο Κέινς είναι ένας ψεύτικος φίλος στον οποίο προσκολλώνται οι υποστηρικτές της υποκατανάλωσης, και όχι πάντα αθώα, καθώς ο Κέινς μπορεί να είναι ένας πολύ ισχυρός σύμμαχος στην προώθηση ορισμένων πολιτικών. Ο ίδιος ήταν πολύ σαφής ότι η επένδυση, και όχι η κατανάλωση, ήταν ο κύριος κινητήριος μοχλός της λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας.
Μεταξύ των επικρατέστερων οικονομολόγων, ο Κέινς ξεχωρίζει για την παραδοχή του ότι, επειδή υπάρχουν περιπτώσεις όπου η μείωση των επενδύσεων οδηγεί σε υποαξιοποίηση της παραγωγικής ικανότητας και του εργατικού δυναμικού μιας χώρας (ή της παγκόσμιας οικονομίας στο σύνολό της), οι κρίσεις αποτελούν μέρος της συνολικής λειτουργίας της οικονομίας. Στη συνέχεια, περνά στον τομέα των οικονομικών πολιτικών που μπορούν να ακολουθήσουν οι κυβερνήσεις για να ξεπεράσουν τέτοιες κρίσεις. Ο Κέινς είναι πιο γνωστός για την υποστήριξη όχι μόνο του τύπου νομισματικής πολιτικής που έχουν ακολουθήσει πολλές κυβερνήσεις κατά τη διάρκεια της σημερινής κρίσης, αλλά και κάτι πολύ ασυνήθιστό για την εποχή του, μιας πολιτικής κρατικών δαπανών στον τομέα της δημοσιονομικής πολιτικής που αποσκοπεί στην τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας.
Αργότερα, κατά τη διάρκεια της μακράς μεταπολεμικής άνθησης που διήρκεσε περίπου τρεις δεκαετίες (1945-1975), οι κεϋνσιανές πολιτικές προσαρμογής συνοδεύτηκαν από αύξηση των κρατικών δαπανών στον προηγμένο καπιταλισμό, κυρίως στους τομείς της εκπαίδευσης, της υγείας, της στέγασης, των μεταφορών και άλλων κοινωνικών υπηρεσιών, που αναφέρονται επίσης ως κοινωνικός μισθός ή καθαρός κοινωνικός μισθός (δηλαδή, οι καθαροί φόροι που καταβάλλονται από τον ενεργό πληθυσμό). Αυτό δημιούργησε την ψευδαίσθηση ότι ο κεϋνσιανισμός ήταν ένα είδος κοινωνικής δημοκρατίας που προωθούνταν προς όφελος της εργατικής τάξης. Ωστόσο, αυτό απέχει πολύ από την αλήθεια: ο Κέινς ήταν ένας φιλελεύθερος αστός στοχαστής που υποστήριζε ακόμη και ένα ορισμένο επίπεδο πληθωρισμού προκειμένου να μειωθούν οι πραγματικοί μισθοί, κάτι που, όπως ισχυριζόταν, θα έκανε την πρόσληψη επιπλέον εργατικού δυναμικού πιο ελκυστική για τους καπιταλιστές, μειώνοντας έτσι την ανεργία. Επομένως, η ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι ο κεϋνσιανισμός είναι η τέλεια μέθοδος για την καταπολέμηση των κρίσεων στο όνομα της εργασίας είναι μια ψευδαίσθηση. Είναι σίγουρα αλήθεια ότι η αύξηση των κρατικών δαπανών σε συνθήκες κρίσης είναι ένας τρόπος προώθησης, αρκεί να γίνεται στους σωστούς τομείς, όπως για παράδειγμα στην εκπαίδευση και την υγεία, και όχι στον στρατό, αλλά αυτός ο αγώνας δεν χρειάζεται να διεξαχθεί υπό την αιγίδα του κεϋνσιανισμού.
Το πρόβλημα με την εξήγηση του Κέινς για τις κρίσεις είναι, εν συντομία, ότι η εξήγησή του για τις διακυμάνσεις του όγκου των επενδύσεων στο χρόνο αφήνει πολλά ως αντικείμενα επιθυμιών. Επειδή η ανάλυσή του για τη νομισματική θεωρία είναι επαναστατική στη φύση της, η εξέλιξη του χρήματος και των χρηματοοικονομικών ήταν ένας αποφασιστικός παράγοντας για τον Κέινς. Ο Κέινς έφερε στο προσκήνιο διαφορετικές πτυχές των υπολογισμών των καπιταλιστών για το μέλλον, ιδίως τη σύγκριση μεταξύ των αναμενόμενων αποδόσεων από τις επενδύσεις κεφαλαίου τους (δηλ. οριακός συντελεστής αποδοτικότητας του κεφαλαίου) και του επιτοκίου, που είναι το κόστος της εξαγωγής κεφαλαίου. Τελικά, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο καθοριστικός παράγοντας για την πολιτική είναι οι «προσδοκίες», καθώς και οι δύο παράγοντες, οι «αναμενόμενες αποδόσεις» και το «επιτόκιο», πρέπει να ληφθούν υπόψη σε σχέση με τη μελλοντική τους εξέλιξη. Αυτό φυσικά θέτει το ερώτημα τι καθορίζει τις ίδιες τις προσδοκίες, στο οποίο ο Κέινς απάντησε ηρωικά με τον όρο «ζωώδη πνεύματα» (Σ.τ.Μ., “animal spirits”)[11].
Ο Μαρξ άσκησε κριτική στον Ρικάρντο, τον μεγαλύτερο αστό οικονομολόγο του 19ου αιώνα, επειδή κατέφυγε στον τομέα της γεωπονίας στη θεωρία του για το ενοίκιο της γης, καθώς δεν είχε έναν γενικό οικονομικό νόμο κίνησης βασισμένο στις ιδιαιτερότητες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ομοίως, ο Κέινς, ο μεγαλύτερος αστός οικονομολόγος του 20ού αιώνα, παρέμεινε στη σφαίρα της κυκλοφορίας και αγνόησε τις σχέσεις παραγωγής στο πλαίσιο του καπιταλισμού (και, ειδικότερα, τη συγκεκριμένη ταξική δομή του). Χωρίς μια θεωρία της παραγωγής, ο Κέινς δεν κατάφερε να προσδιορίσει το ποσοστό κέρδους και, συνεπώς, το ρυθμό συσσώρευσης ανεξάρτητα από το αναμενόμενο επιτόκιο. Αντ’ αυτού, κατέφυγε στον τομέα της ψυχολογίας («ζωώδη πνεύματα») για να εξηγήσει τους νόμους της κίνησης του καπιταλισμού.
Ο ΣΟΥΜΠΕΤΕΡ ΚΑΙ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
Πάντα υπάρχουν αντικομφορμιστές. Ο Τζόζεφ Αλόις Σουμπέτερ (Joseph Alois Schumpeter· 1883–1950), Αυστριακός κατά γέννηση, ήταν αναμφισβήτητα ένας αντικομφορμιστής μεταξύ των οικονομολόγων του εικοστού αιώνα. Αφενός, παρόλο που ήταν ένθερμος υποστηρικτής του καπιταλιστικού συστήματος, επηρεάστηκε βαθιά από τη σκέψη του Μαρξ. Από την άλλη, σε αντίθεση με τους περισσότερους επικρατέστερους οικονομολόγους, ακόμη περισσότερο από τον Κέινς, δεν ήταν ένας στενόμυαλος ειδικός που περιοριζόταν στις τεχνικές λεπτομέρειες του επαγγέλματος του οικονομολόγου. Ο Σουμπέτερ δοκίμασε τις δυνάμεις του στις διεθνείς σχέσεις (δημιουργώντας μια πρωτότυπη, αν και εντελώς αποτυχημένη, θεωρία του ιμπεριαλισμού), την πολιτική φιλοσοφία (εξετάζοντας τον καπιταλισμό, τον σοσιαλισμό και τη δημοκρατία), την κοινωνιολογία (ερευνώντας τον ρόλο της οικογένειας στη διαμόρφωση των κοινωνικών τάξεων) και άλλους τομείς. Ήταν το τέλειο παράδειγμα του ολοκληρωμένου διανοούμενου της Βιέννης της αλλαγής του αιώνα, όπου έζησε ως νέος.
Η θεωρία του Σουμπέτερ για την κρίση (με τη μορφή μιας θεωρίας των οικονομικών κύκλων) παραμένει επιδραστική μέχρι σήμερα, ειδικά λόγω της πρωτότυπης ιδέας του για τη «δημιουργική καταστροφή», και έχει γίνει μια από τις πιο δημοφιλείς και ευρέως συζητημένες (αν και όχι επαρκώς αφομοιωμένες) εξηγήσεις της τρέχουσας κρίσης. Για να κατανοήσουμε την πρωτοτυπία του Σουμπέτερ σχετικά με τις κρίσεις, είναι καλύτερο να ανατρέξουμε στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του για τους οικονομικούς κύκλους:
«Η ανάλυση των οικονομικών κύκλων δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από την ανάλυση της οικονομικής διαδικασίας της καπιταλιστικής εποχής. … Οι κύκλοι δεν είναι, όπως οι αμυγδαλές, ξεχωριστά στοιχεία που μπορούν να αντιμετωπιστούν μεμονωμένα, αλλά, όπως ο παλμός της καρδιάς, αποτελούν την ουσία του οργανισμού που τους εκδηλώνει.»[12]
Ο τίτλος του βιβλίου του από το 1939, από το οποίο προέρχεται αυτό το απόσπασμα, Business Cycles: A Theoretical, Historical, and Statistical Analysis of the Capitalist Process (Επιχειρηματικοί κύκλοι: Μια θεωρητική, ιστορική και στατιστική ανάλυση της καπιταλιστικής διαδικασίας), καθιστά σαφές ότι η μελέτη των επιχειρηματικών κύκλων είναι, στην πραγματικότητα, η μελέτη της ίδιας της καπιταλιστικής διαδικασίας. Αυτό ξεχωρίζει τον Σουμπέτερ από όλους τους μεγάλους κυρίαρχους οικονομολόγους – ακόμη και από τον Κέινς, ο οποίος δεν αντιμετώπιζε τις κρίσεις ως αναπόσπαστο μέρος της βασικής λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος. Για τον Σουμπέτερ, από την άλλη πλευρά, η κατηγορία «οικονομικός κύκλος» ή «κρίση» είναι ο πυρήνας που συνθέτει την ομορφιά αυτής της συγκεκριμένης κοινωνικής δομής, ωθώντας τις παραγωγικές δυνάμεις να εξελίσσονται συνεχώς.
Για τον Σουμπέτερ, η καινοτομία, είτε τεχνική, κοινωνικοοικονομική, εκπαιδευτική ή άλλη, είναι η κινητήρια δύναμη κάθε ανθρώπινης προόδου. Ο καπιταλισμός διακρίνεται από όλες τις προηγούμενες μορφές οικονομίας, διότι καθιστά την καινοτομία απαραίτητο στοιχείο της λειτουργίας του, το οποίο επιτυγχάνει μέσω του ίδιου του μηχανισμού της κρίσης. Οι κρίσεις προκαλούν περιοδικά την καταστροφή των προηγουμένως συσσωρευμένων παραγωγικών δυνάμεων, οι οποίες στη συνέχεια δημιουργούν τόσο την ανάγκη όσο και τη δυνατότητα να γεμίσουν αυτό το κενό με νέες παραγωγικές δυνάμεις ανώτερης ποιότητας και παραγωγικότητας, επειδή ενσωματώνουν τους καρπούς της νέας επιστημονικής έρευνας, της τεχνολογικής εφαρμογής και της καινοτομίας. Αυτή είναι η περίφημη διαδικασία της δημιουργικής καταστροφής, η οποία καθιστά τον καπιταλισμό μια ατέρμονη προωθητική δύναμη στην ιστορία, που πάντα τείνει προς νέους ορίζοντες.
Από πολλές απόψεις, η άποψη του Σουμπέτερ για τον καπιταλισμό είναι αρκετά παρόμοια με αυτή του Μαρξ, και πιθανότατα επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από αυτόν, γι’ αυτό και ονομάστηκε «αστός μαρξιστής»[13]. Τόσο στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1848), που συνέγραψε με τον Ένγκελς, όσο και στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου (1867), ο Μαρξ είχε ήδη δηλώσει με έμφαση και σχεδόν πανηγυρικά ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να επαναστατεί συνεχώς τα μέσα παραγωγής. Αυτό επηρέασε τη σκέψη του Σουμπέτερ. Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι αν ο Σουμπέτερ γνώριζε επίσης ότι ο Μαρξ οραματιζόταν την κρίση ως τη στιγμή κατά την οποία ο καπιταλισμός, μέσω της καταστροφής των καθιερωμένων μέσων παραγωγής, ανοίγει το δρόμο για νέα και πιο παραγωγικά μέσα παραγωγής, καθώς οι παρατηρήσεις του Μαρξ σχετικά με την κρίση είναι διάσπαρτες σε πολλά διαφορετικά κείμενα, τα περισσότερα από τα οποία δεν είχαν ακόμη δημοσιευτεί όταν ο Σουμπέτερ έγραφε το Business Cycles το 1939.
Σύμφωνα με τον Μαρξ, η συνεχής επανάσταση των παραγωγικών δυνάμεων στο πλαίσιο του καπιταλισμού προετοιμάζει το έδαφος για τον σοσιαλισμό. Ο Σουμπέτερ, ωστόσο, έβλεπε τη συνεχή επανάσταση των παραγωγικών δυνάμεων ως ένα διαρκές όφελος που προσφέρει ο καπιταλισμός στην ανθρωπότητα. Η ιδεολογική υπεράσπιση του καπιταλισμού από τον Σουμπέτερ έχει δύο πτυχές. Από τη μία πλευρά, καθιστώντας την κρίση μια κατηγορία που εξυπηρετεί την πρόοδο της ανθρωπότητας, ο Σουμπέτερ παρείχε μια δικαιολογία για την καταστροφή και τη δυστυχία που προκάλεσε ο καπιταλισμός. Από την άλλη πλευρά, η θεωρία του οδήγησε σε μια μονόπλευρη κατανόηση των κρίσεων: περιόρισε την καταστροφική δύναμη των καπιταλιστικών κρίσεων στα μέσα παραγωγής, ενώ είναι απολύτως πιθανό αυτές οι βαθιές κρίσεις να οδηγήσουν την κοινωνία στην καταστροφή των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Με άλλα λόγια, οι συσπάσεις των κρίσεων μπορεί επίσης να αποδειχθούν ως ωδίνες γέννησης μιας νέας, αταξικής κοινωνίας. Η ιδέα της δημιουργικής καταστροφής διατυπώνεται έτσι ώστε να αποκλείει την πιο ριζοσπαστική καταστροφή που μπορεί να προκαλέσει μια κρίση – αυτή της επανάστασης, η οποία είναι ικανή να δημιουργήσει όχι μόνο νέα μέσα παραγωγής, αλλά και μια νέα κοινωνία. Ως εκ τούτου, η θεωρία του Μαρξ για την κρίση περιέχει, αλλά και υπερισχύει της αντίληψης του Σουμπέτερ για τη λειτουργία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
ΕΞΗΓΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΚΡΙΣΕΙΣ: Ο ΜΑΡΞ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΡΞΙΣΤΕΣ
Η μαρξιστική θεωρία της καπιταλιστικής οικονομίας αναγνωρίζει τον κεντρικό ρόλο των κρίσεων στην ιστορική εξέλιξη αυτού του τρόπου παραγωγής, ο οποίος είναι ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους για τους οποίους η μαρξιστική ανάλυση του καπιταλισμού είναι ανώτερη από την επικρατούσα οικονομική θεωρία. Όπως θα δούμε, ο Μαρξ όχι μόνο αναγνώρισε τις κρίσεις, που είναι ένα πολύ συνηθισμένο φαινόμενο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αντί να αρνείται τη συστημική τους φύση, αλλά προχώρησε ακόμη περισσότερο και τις ανέλυσε ως τον άξονα στον οποίο στηρίζεται η τύχη της καπιταλιστικής οικονομίας και κοινωνίας.
ΜΑΡΞΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ: ΜΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Αρχικά, ο Μαρξ αρνήθηκε να αναγνωρίσει την παραμικρή εγκυρότητα του νόμου του Say. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις θεωρίες του Ρικάρντο, των μετα-Ρικαρντιανών οικονομολόγων, των θεωρητικών της «οριακής επανάστασης» (Σ.τ.Μ., “marginalist revolution”) της δεκαετίας του 1870 (Στάνλεϊ Τζέβονς, Καρλ Μένγκερ – Karl Menger – και, κυρίως, Λεόν Βάλρας – Léon Walras) και ολόκληρης της νεοκλασικής σχολής οικονομικών που σταδιακά διαμορφώθηκε ακολουθώντας τα βήματα της οριακής σχολής. Παρά ταύτα, ο Κέινς δεν αναγνώρισε στον Μαρξ την αξία που του άξιζε, αν και εξήρε εκτενώς τον Μάλθους για την διορατικότητά του σχετικά με το πώς η πιθανή έλλειψη ενεργούς ζήτησης μπορεί να οδηγήσει σε κρίση. Οι αστικές προκαταλήψεις του Κέινς είναι πιθανώς ο μόνος λόγος για τον οποίο υποτίμησε τον Μαρξ. Στο βιβλίο του Γενική Θεωρία του (κεφάλαιο 23, ενότητα VI), ο Κέινς ασχολήθηκε με τον Σίλβιο Γκέσελ (Silvio Gesell· 1862-1930), μια ιδιόμορφη προσωπικότητα στην ιστορία της νομισματικής θεωρίας και υπουργό Οικονομικών της βραχύβιας Σοβιετικής Δημοκρατίας της Βαυαρίας το 1919. Στο πλαίσιο μιας σύγκρισης με τον Γκέσελ, ο Κέινς διατύπωσε την μοναδική του αξιολόγηση για τον Μαρξ, γράφοντας, σε αναφορά στο κύριο έργο του Γκέσελ, The Natural Economic Order (1916):
«Ο σκοπός του βιβλίου στο σύνολό του μπορεί να περιγραφεί ως η καθιέρωση ενός αντιμαρξικού σοσιαλισμού, μιας αντίδρασης ενάντια στον ακραίο φιλελευθερισμό (Σ.τ.Μ., laissez-faire), που βασίζεται σε θεωρητικά θεμέλια εντελώς διαφορετικά από αυτά του Μαρξ, καθώς στηρίζεται στην απόρριψη και όχι στην αποδοχή των κλασικών υποθέσεων, και στην απελευθέρωση του ανταγωνισμού και όχι στην κατάργησή του. Πιστεύω ότι το μέλλον θα μάθει περισσότερα από το πνεύμα του Γκέσελ παρά από αυτό του Μαρξ.»[14]
Έχει ακούσει κανείς για τον Γκέσελ στον 21ο αιώνα;
Ο Μαρξ επέκρινε τον νόμο του Say επειδή αγνοούσε την πιθανότητα οι πωλητές εμπορευμάτων να καθυστερήσουν την αγορά άλλων εμπορευμάτων. Ο Say βασίστηκε στο γεγονός ότι όλοι οι παραγωγοί εμπορευμάτων ασχολούνται με παραγωγικές δραστηριότητες με σκοπό να πουλήσουν τα εμπορεύματα που έχουν παράγει για να αγοράσουν άλλα εμπορεύματα. Επομένως, όποιος πουλάει, αγοράζει. Συνολικά, αυτό σημαίνει ότι η ζήτηση δημιουργείται από την προσφορά. Ο Μαρξ επεσήμανε το απλό λάθος εδώ: αν και είναι αλήθεια ότι η προσφορά δημιουργεί την ικανότητα αγοράς αγαθών και υπηρεσιών, η πράξη της αγοράς είναι μια ξεχωριστή συναλλαγή από την πράξη της πώλησης, καθώς οι δύο μεσολαβούν μέσω της μετατροπής της εν λόγω αξίας από τη μορφή εμπορεύματος στη μορφή χρήματος και αντίστροφα. Οι πωλητές μπορεί κάλλιστα να αποφασίσουν να παρακρατήσουν τα χρήματα που έχουν αποκτήσει με αυτόν τον τρόπο. Εάν ένας αρκετά μεγάλος αριθμός πωλητών αποφασίσει ότι είναι προς όφελός τους να κρατήσουν τα χρήματά τους και να τα ξοδέψουν κάποια στιγμή στο μέλλον (δηλαδή, να τα συσσωρεύσουν), θα υπάρξει έλλειψη στη ζήτηση για τα παραγόμενα αγαθά, προκαλώντας την πιθανότητα μιας κρίσης. Με άλλα λόγια, ο Say ελαχιστοποίησε αναγωγικά την ενότητα μεταξύ πώλησης και αγοράς που διαμεσολαβείται από το χρήμα, σε μια άμεση σχέση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.
Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, ο Μαρξ θεωρούσε την κρίση ως πρόβλημα για τη συσσώρευση κεφαλαίου, αλλά και ως λύση. Αυτό που εννοούμε με αυτό είναι το εξής: όλες οι κρίσεις σημαντικού μεγέθους αποκαλύπτουν τις αντιφάσεις που υπάρχουν στη διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου, οι οποίες παραμένουν κρυφές σε περιόδους υψηλών κερδών. Μόλις η συσσώρευση επιβραδυνθεί, όλα τα είδη των ελλείψεων και των ανεπαρκειών, ποικίλης σοβαρότητας, έρχονται στην επιφάνεια. Μεταξύ αυτών, φυσικά, είναι το γεγονός ότι τα μέσα παραγωγής υφίστανται ηθική απαξίωση και δεν μπορούν να συνεχίσουν να εξυπηρετούν τους καπιταλιστές που τα χρησιμοποιούν ως βάση για την ανταγωνιστική τους προσπάθεια στην αγορά, είτε εγχώρια είτε διεθνή. Σε αυτό το σημείο, ο Μαρξ και ο Σουμπέτερ συμφωνούσαν.
Ένα άλλο σημείο στο οποίο ο Μαρξ και ο Σουμπέτερ συμφωνούσαν είναι ότι η καταστροφική διάσταση της κρίσης περιέχει μέσα της τη λύση για την κρίση που αντιμετωπίζουμε. Σύμφωνα με τον Μαρξ, κάθε μεγάλη κρίση απαιτεί τη λύση δύο προβλημάτων. Το πρώτο είναι ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα για την αύξηση του γενικού ποσοστού κέρδους. Το δεύτερο είναι ότι τα μέσα παραγωγής που υπόκεινται σε ηθική υποτίμηση, που δεν είναι πλέον ανταγωνιστικά και που υστερούν σε σχέση με τη νέα και πιο παραγωγική ικανότητα, πρέπει να εξαλειφθούν προκειμένου να δώσουν τη θέση τους σε ένα νέο σύνολο μηχανημάτων και εξοπλισμού και σε νέες μεθόδους παραγωγής. Η μέθοδος εξάλειψης της παλαιάς παραγωγικής ικανότητας παίρνει τη μορφή αυτού που ο Μαρξ ονόμαζε απαξίωση (Σ.τ.Μ., devalorisation) (Entwertung στο γερμανικό πρωτότυπο). Για να εξηγήσει εν συντομία τον όρο, ο Μαρξ χρησιμοποίησε τον όρο αξιοποίηση (Σ.τ.Μ., valorisation) (Verwertung) για να αναφερθεί στη διαδικασία με την οποία η παραγωγή προσθέτει νέα, πρόσθετη αξία στο αντικείμενο της εργασίας μέσω της δαπάνης ζωντανής εργασίας. Δεδομένου ότι η αξιοποίηση αναφέρεται στη διαδικασία αύξησης της αξίας, η απαξίωση αναφέρεται σε απώλεια αξίας, η οποία μπορεί να φτάσει ακόμη και στην απώλεια ολόκληρης της αξίας. Μέσω αυτής της διαδικασίας, το κεφάλαιο που ενσωματώνεται σε ένα εργοστάσιο, μηχανήματα ή εξοπλισμό χάνει ή αποβάλλει την αξία του και καθίσταται άχρηστο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί πλέον να χρησιμεύσει ως παραγωγικός εξοπλισμός. Αυτή είναι η ανάλυση του Σουμπέτερ για την καταστροφική διαδικασία των κρίσεων. Η εξάλειψη παλαιών, ξεπερασμένων ή ανεπαρκώς παραγωγικών μηχανημάτων και εξοπλισμού ως αποτέλεσμα των κρίσεων έχει επίσης θεμελιώδη σημασία στην ανάλυση του Μαρξ.
Ο Μαρξ και οι μαρξιστές που ακολουθούν την ανάλυσή του κάνουν μια θεμελιώδη διάκριση μεταξύ των παραγόντων που προκαλούν διαταραχές στην οικονομία, οι οποίες μπορεί στη συνέχεια να πυροδοτήσουν μια αλυσιδωτή αντίδραση που μετατρέπει μια μικρή διαταραχή σε μεγάλη κρίση, και της ίδιας της κρίσης, η οποία είναι πάντα διαφορετική από το στοιχείο που την πυροδότησε. Ένα τέλειο παράδειγμα αυτού είναι όταν η αύξηση της τιμής του πετρελαίου προκάλεσε μια μεγάλη κρίση το 1973-1974, η οποία οδήγησε στην έναρξη μιας μακράς, υφεσιακής περιόδου αργής συσσώρευσης. Ωστόσο, η πραγματική αιτία πίσω από αυτή την κρίση συσσώρευσης ήταν η πτώση του ποσοστού κέρδους για μεγάλο χρονικό διάστημα λόγω της προοδευτικής αντικατάστασης της ζωντανής εργασίας από μηχανήματα και αυτοματοποίηση. Ένα άλλο πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι η κρίση των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου που ξεκίνησε στις ΗΠΑ το 2007 και εξαπλώθηκε στον υπόλοιπο κόσμο το 2008-2009. Η πτυχή της κρίσης που αφορούσε τα ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου ήταν απλώς ο πυροκροτητής μιας καταστροφικής κατάρρευσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, το οποίο είχε επεκταθεί πολύ πέρα από την παραγωγική βάση της πραγματικής παγκόσμιας οικονομίας. Θα επανέλθουμε σε αυτόν τον μηχανισμό με περισσότερες λεπτομέρειες παρακάτω. Προς το παρόν, ας σημειώσουμε ότι η τάση της αστικής οικονομικής επιστήμης να αποδίδει τη βασική αιτία των κρίσεων στον παράγοντα που τις πυροδότησε έχει οδηγήσει σε μεγάλη σύγχυση στο κοινό σχετικά με τη φύση των κρίσεων.
Υπάρχουν πολλές πτυχές σε αυτή τη διαλεκτική μεταξύ των πραγματικών διαδικασιών που προκαλούν κρίσεις στο πλαίσιο της συσσώρευσης κεφαλαίου και της εξωτερικής εκδήλωσης αυτών των κρίσεων. Μία από αυτές τις πτυχές είναι το ζήτημα της υπερπαραγωγής. Είτε είναι κεϋνσιανές είτε μαρξιστικές, όλες οι θεωρίες για την κρίση που αναγνωρίζουν τη δημιουργία κεφαλαίου (ή την επένδυση) ως το βασικό στοιχείο για την εμφάνιση μεγάλων κρίσεων, αναγνωρίζουν ότι οι κρίσεις ξεκινούν με τη μορφή υπερπροσφοράς αδιάθετων εμπορευμάτων. Ωστόσο, ορισμένοι παρατηρητές αυτού του γεγονότος συνάγουν από την ύπαρξη αυτών των μαζών απούλητων αγαθών ότι οι κρίσεις είναι, στην ουσία τους, κρίσεις υπερπαραγωγής. Αυτή η σύγχυση μεταξύ των ουσιαστικών διαδικασιών που οδηγούν σε κρίσεις και των εξωτερικών εκδηλώσεων της πηγής μιας κρίσης μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή παρανόηση σχετικά με τις κρίσεις.
Ο ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΠΟΥ ΠΑΙΖΕΙ Η ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ
Ο Μαρξ τοποθετεί την πραγματική δυναμική των κρίσεων στον καπιταλισμό στην σφαίρα της παραγωγής της οικονομίας, στο πλαίσιο της παραγωγής και της συσσώρευσης κεφαλαίου. Αν και ο χρηματοπιστωτικός τομέας δεν είναι η εστία από την οποία αναπτύσσεται η κρίση, παίζει ωστόσο θεμελιώδη ρόλο στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η κρίση.
Οι παραγωγικοί καπιταλιστές μπορούν να συσσωρεύσουν επιπλέον κεφάλαιο πέραν της επανεπένδυσης των κερδών που αποκομίζουν μέσω της παραγωγής υπεραξίας (δηλαδή, της πρόσθετης αξίας που παράγουν οι εργαζόμενοι πέραν της αναπαραγωγής της αξίας των μισθών τους) καταφεύγοντας σε δύο διαφορετικές μεθόδους: τραπεζική πίστωση και κεφάλαια που συγκεντρώνονται στο χρηματιστήριο. Για λόγους που δεν χρειάζεται να αναλύσουμε εδώ, αυτές οι δύο μορφές χρηματοδότησης δημιουργούν μορφές χρηματοδότησης που τείνουν συνεχώς να επεκτείνονται πέρα από τα αρχικά χρήματα που έχουν προκαταβληθεί. Στην περίπτωση των τραπεζών, κάθε τμήμα των καταθέσεων που τους εμπιστεύονται οι πελάτες μπορεί να δημιουργήσει νέες δόσεις πίστωσης που υπερβαίνουν κατά πολύ το αρχικό ποσό των κατατεθειμένων χρημάτων. Η χρηματιστηριακή αγορά, από την άλλη πλευρά, είναι ένας χώρος όπου υπάρχει διπλασιασμός της αξίας που αρχικά ενσωματώνεται στα μέσα παραγωγής, η οποία αποκτά δική της ζωή, ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει σε μια δεδομένη χρονική στιγμή στον τομέα της παραγωγής. Ο Μαρξ αποκαλεί αυτή την τελευταία μορφή κεφαλαίου πλασματικό κεφάλαιο, καθώς διαχωρίζεται από το αρχικό κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει και μπορεί να απογειωθεί προς μεγέθη αξίας που δεν είναι ανάλογα με το αρχικό παραγωγικό κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει.
Η ικανότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος να αυτοεπεκτείνεται αποδεικνύεται εξαιρετικά χρήσιμη όταν ξεσπάει μια κρίση. Οι κρίσεις, ανεξάρτητα από την αιτία τους, συνεπάγονται έλλειψη ζήτησης, πτώση της κατανάλωσης και των πωλήσεων και, ως εκ τούτου, έλλειψη μέσων πληρωμής. Η πρόσθετη χρηματοδότηση δίνει νέα πνοή στις διάφορες οικονομικές μονάδες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, συμβάλλει στη διατήρηση της οικονομικής δραστηριότητας και μπορεί ακόμη και να αποτρέψει πτωχεύσεις, μερικές φορές πολύ σημαντικές. Ο Μαρξ αποκαλεί αυτό το φαινόμενο «υπερπιστωτική επέκταση», με την έννοια ότι η πίστωση και η χρηματοδότηση μεταφέρουν την οικονομική δραστηριότητα πέρα από τα όρια του λογικά δυνατού, δεδομένης της ικανότητας του παραγωγικού συστήματος σε εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή. Φυσικά, αυτά τα «όρια» δεν είναι σταθερά ή στατικά: καθώς η έγχυση πρόσθετης πίστωσης και η παροχή επιπλέον δανειακού κεφαλαίου μέσω της χρηματιστηριακής αγοράς αναζωογονούν την οικονομία σε κάποιο βαθμό, τα όρια αυτά προχωρούν αναλογικά και περισσότερες οικονομικές μονάδες βρίσκουν διέξοδο από τη δυσφορία στην οποία είχαν βυθιστεί νωρίτερα. Ωστόσο, αυτή η νέα ζωτικότητα έχει ένα κόστος: την αύξηση του χρέους.
Όσο περισσότερο χρηματοδοτείται ο μηχανισμός μιας ετοιμοθάνατης οικονομίας, τόσο περισσότερο συσσωρεύεται το χρέος. Τελικά, οι χρηματοοικονομικές ροές φτάνουν σε ένα μέγεθος που είναι δυσανάλογο σε σύγκριση με την παραγωγική βάση που έχει δημιουργήσει όλο το πιστωτικό κεφάλαιο και την κεφαλαιοποίηση της αγοράς που έχουν συσσωρευτεί. Έτσι, όσο αργότερα έρχεται η κατάρρευση, τόσο χειρότερο είναι το αποτέλεσμα. Αυτό συνέβη το 2008 και – με βάση την εξέταση των οικονομικών δεδομένων των τελευταίων ετών – κατά πάσα πιθανότητα θα επαναληφθεί βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα.
ΜΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΙΣ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ: ΣΥΜΠΙΕΣΗ ΚΕΡΔΟΥΣ, ΥΠΟΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ, ΚΑΙ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ
Στην μαρξιστική παράδοση, υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις για την εξήγηση των αιτίων των κρίσεων. Μεταξύ αυτών, υπάρχει ευρεία συναίνεση ως προς τη θεωρία της κρίσης του Μαρξ, αλλά διαφωνία όσον αφορά τη βασική αιτία των κρίσεων. Δεν θα εξετάσουμε όλες τις διάφορες προσεγγίσεις. Αντίθετα, η επιλογή μας βασίζεται στο κατά πόσον αυτές οι θεωρίες έχουν καταφέρει να εξηγήσουν την τρέχουσα κρίση και το μακρύ κύμα ύφεσης του 1974-1975. Υπό αυτό το πρίσμα, ξεχωρίζουν τρεις θεωρίες: η θεωρία της συμπίεσης των κερδών, η θεωρία της υποκατανάλωσης και η θεωρία που βασίζεται στον νόμο της τάσης μείωσης του ποσοστού κέρδους.
Θεωρία Συμπίεσης Κερδών
Η θεωρία της συμπίεσης των κερδών είναι πολύ απλή: υποστηρίζει ότι η κρίση προκαλείται από την ενίσχυση της εργασίας και την επακόλουθη αύξηση των μισθών, οδηγώντας έτσι σε συμπίεση του ποσοστού κέρδους. Αν και ήταν πολύ δημοφιλής στο τέλος της μακράς μεταπολεμικής άνθησης της περιόδου 1945-1973, η θεωρία αυτή έχει πλέον χάσει σε μεγάλο βαθμό την απήχησή της.
Η θεωρία της συμπίεσης των κερδών έχει κοινά σημεία με τη θεωρία που βασίζεται στον νόμο της τάσης μείωσης του ποσοστού κέρδους, καθώς και οι δύο αποδίδουν τις κρίσεις στη μείωση των κερδών. Αυτό καθιστά δυνατή τη σύγκριση των δύο θεωριών. Όταν το κάνουμε αυτό, βλέπουμε ότι ενώ η θεωρία της συμπίεσης των κερδών αποδίδει τη μείωση του ποσοστού κέρδους στη διαίρεση του προϊόντος μεταξύ των δύο βασικών τάξεων της καπιταλιστικής κοινωνίας, των καπιταλιστών και των εργατών, ο νόμος της τάσης μείωσης του ποσοστού κέρδους εξηγεί τη μείωση με την προσφυγή σε μια μεταβαλλόμενη σύνθεση του κεφαλαίου (θα επανέλθουμε σε αυτό σύντομα).
Όταν προτάθηκε για πρώτη φορά στα μέσα της δεκαετίας του 1970, η θεωρία της συμπίεσης των κερδών φαινόταν αρκετά πειστική: σε εκείνο το στάδιο ανάπτυξης, η συρρίκνωση του εφεδρικού εργατικού δυναμικού (δηλ. η μείωση της ανεργίας) στις ιμπεριαλιστικές χώρες ενίσχυσε την εργατική τάξη, έδωσε ώθηση στα συνδικάτα και δημιούργησε μια τάση αύξησης των μισθών. Αυτός ο συνδυασμός παραγόντων δεν είναι ασυνήθιστος σε φάσεις πριν από την κρίση, καθώς μια υπερθέρμανση της οικονομίας πυροδοτεί ακριβώς αυτό το είδος αιτιώδους αλυσίδας, όπου οι μισθοί αυξάνονται καθώς η οικονομία εξέρχεται από μια περίοδο ισχυρής ανάπτυξης. Έτσι, τόσο θεωρητικά όσο και εμπειρικά, αυτή η θεωρία μπορεί να φαίνεται άψογη. Ωστόσο, δεν αντέχει σε πιο προσεκτική εξέταση.
Θεωρητικά μιλώντας, το πρόβλημα με αυτή τη θεωρία δεν έγκειται στο ότι επισημαίνει την πτώση του ποσοστού κέρδους. Το πρόβλημα είναι μάλλον οι λόγοι που προβάλλει η θεωρία αυτή για να εξηγήσει την πτώση αυτή. Ο λόγος είναι ο εξής: μια αλλαγή στην κατανομή του εισοδήματος (ή στον διαχωρισμό του προϊόντος) μεταξύ των δύο κύριων τάξεων μπορεί να διορθωθεί από τη λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα (κάτι που δεν ισχύει για τον νόμο της τάσης μείωσης του ποσοστού κέρδους). Ποιος είναι αυτός ο μηχανισμός που μπορεί να επιλύσει το πρόβλημα της μείωσης του ποσοστού κέρδους λόγω της αύξησης των μισθών; Είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου, καταφεύγοντας σε τεχνικές που απαιτούν περισσότερη χρήση μηχανημάτων, το κεφάλαιο μπορεί να απολύσει εργατικό δυναμικό, να αυξήσει την ανεργία και, ως εκ τούτου, να μειώσει το επίπεδο των μισθών προκαλώντας μεγαλύτερο ανταγωνισμό μεταξύ των εργαζομένων και των ανέργων. Ο Μαρξ εξηγεί υπέροχα αυτή την κατάσταση επισημαίνοντας ότι το κεφάλαιο ελέγχει τόσο τη ζήτηση όσο και την προσφορά εργατικού δυναμικού, καθιστώντας αδύνατο να επιβληθούν μισθοί πάνω από την αξία της εργατικής δύναμης για ένα σημαντικά μεγάλο χρονικό διάστημα[15].
Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε η θεωρία της συμπίεσης των κερδών, ακόμη και αν είναι εμπειρικά αληθής στην αρχική φάση μιας κρίσης, δεν μπορεί να εξηγήσει μια κρίση μεγάλων διαστάσεων που διαρκεί για χρόνια. Αυτό έχει αποδειχθεί από τις επακόλουθες εξελίξεις, καθώς ήταν η δημιουργία ενός μεγάλου εφεδρικού στρατού εργατικού δυναμικού ως αποτέλεσμα της κρίσης που οδήγησε στην αποδυνάμωση της εργατικής τάξης και στη συνακόλουθη μείωση των μισθών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η θεωρία της συμπίεσης των κερδών δεν προτάθηκε όταν ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση το 2008: εκείνη την εποχή, οι μισθοί δεν ήταν σε καμία περίπτωση τόσο υψηλοί ώστε να συμπιέσουν τα κέρδη.
Η θεωρία της συμπίεσης των κερδών είχε, σε κάποιο βαθμό, επιρροή, αλλά η επιρροή της δεν διήρκεσε.
Η Θεωρία της Υποκατανάλωσης
Η επόμενη τάση που θα εξετάσουμε στη μαρξιστική θεωρία της κρίσης, η υποκατανάλωση ως αιτία όλων των κρίσεων, είναι μια τάση που είχε, τόσο ιστορικά όσο και σήμερα, μεγάλη επίδραση στη μαρξιστική σκέψη, όχι μόνο όσον αφορά τη θεωρία της κρίσης, αλλά και την προσπάθεια να εξηγηθεί η συνολική λειτουργία του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος. Αυτή η θεωρία – η θεωρία της υποκατανάλωσης – μπορεί να θεωρηθεί ως μια ολιστική προσέγγιση των νόμων της κίνησης του καπιταλισμού, σύμφωνα με την οποία η κατανάλωση και η ζήτηση γίνονται οι κύριοι κινητήριοι μοχλοί του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αυτό αποτελεί μια αρκετά εντυπωσιακή απόκλιση από την κατανόηση του καπιταλισμού που παρουσίασε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, το οποίο σχεδιάστηκε για να δείξει ότι η παραγωγή υπεραξίας, και ως εκ τούτου του κέρδους, είναι η κινητήρια δύναμη που διατηρεί τη δυναμική της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η υποκατανάλωση είναι τόσο επιδραστική που έχει σχεδόν γίνει κοινή λογική για το κοινό να επισημαίνει αυτόματα την έλλειψη ζήτησης για τη διατήρηση της παραγωγής κάθε φορά που οι οικονομικές κρίσεις γίνονται θέματα συζήτησης.
Ωστόσο, o υποκαταναλωτισμός μπορεί να παρατηρηθεί σε πολλές διαφορετικές σχολές του μαρξισμού (καθώς και εκτός του μαρξισμού) που κατά τα άλλα έχουν ελάχιστα κοινά, είτε θεωρητικά είτε πολιτικά. Μία από τις πιο διακεκριμένες εκπροσώπους του υποκαταναλωτισμού ήταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ (1871-1919), η οποία, ενώ προσπαθούσε να αναπτύξει μια θεωρία του ιμπεριαλισμού, επέκρινε το έργο του Μαρξ «Το Κεφάλαιο», και συγκεκριμένα την ανάλυση των σχεδίων αναπαραγωγής στον δεύτερο τόμο, υποστηρίζοντας ότι παρερμήνευε ολόκληρο τον μηχανισμό της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Μεταξύ άλλων εξεχόντων εκπροσώπων του υποκαταναλωτισμού μπορεί να αναφερθεί η σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης (Monthly Review· με τους Πολ Σουίζι – Paul Sweezy – και Πολ Μπαράν – Paul Baran – ως κύριους συγγραφείς), η γαλλική σχολή ρύθμισης (με κεντρικές μορφές τους Μισέλ Αγκλιετά – Michel Aglietta, Ρόμπερτ Μπουαγιέ -Robert Boyer – και Αλαίν Λιπίτζ – Alain Lipietz) τη σχολή της κοινωνικής δομής της συσσώρευσης (εκπροσωπούμενη από τους Ντέιβιντ Γκόρντον – David Gordon, Μάικλ Ράιχ -Michael Reich, Ρίτσαρντ Έντουαρντς -Richard Edwards, Τόμας Βάισκοπφ -Thomas Weiskopf – και Σαμ Μπόουλς – Sam Bowles) καθώς και άλλες επιδραστικές μορφές της μαρξιστικής οικονομικής θεωρίας (με πιο γνωστό τον Ντέιβιντ Χάρβεϋ – David Harvey).
Αντί να μελετήσουμε τον υποκαταναλωτισμό σε όλες τις παραλλαγές και τις επιπτώσεις του, θα παρουσιάσουμε απλώς μια σύνθετη εικόνα του τι έχει να πει για τις κρίσεις. Από τη Λούξεμπουργκ έως τον Χάρβεϊ, όλοι οι υποκαταναλωτιστές θέτουν ένα πολύ απλό ερώτημα: από πού προέρχεται η ζήτηση για τα αγαθά που αντιστοιχούν στην υπεραξία; Δεδομένης της ύπαρξης υπεραξίας, εξ ορισμού, η παραγόμενη αξία είναι μεγαλύτερη από εκείνη που θα αντικαθιστούσε το κεφάλαιο που καταναλώθηκε στην παραγωγική διαδικασία και τις καταναλωτικές δαπάνες στις οποίες προβαίνουν οι εργαζόμενοι για να συντηρήσουν τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους. Δεν μπορεί να αναμένεται από την καπιταλιστική τάξη να καταναλώσει ολόκληρο το πλεόνασμα του προϊόντος, καθώς δεν είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο το παρήγαγε εξαρχής. Ποιος, λοιπόν, αγοράζει τα αγαθά (και τις υπηρεσίες) στα οποία ενσωματώνεται αυτή η αξία; Οι υποκαταναλωτιστές δεν μπορούν να καταλάβουν από πού προέρχεται η ζήτηση. Μερικοί (η Ρόζα Λούξεμπουργκ, για παράδειγμα) καταλήγουν, σε μια κίνηση που θυμίζει τον Τόμας Μάλθους, στο συμπέρασμα ότι πρέπει να υπάρχει κάποια μεσαία τάξη, μια διαφορετική ομάδα καταναλωτών που θα δημιουργούσε ζήτηση για αυτά τα αγαθά. Άλλοι, όπως ο Μπάραν και ο Σουίζι, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι κρατικές δαπάνες και οι μη παραγωγικές δαπάνες (διαφήμιση κ.λ.π.) πρέπει να καλύψουν το κενό. Κάποιοι, που ακολουθούν τα βήματά τους, υποδεικνύουν ως λύση αυτό που ονομάζεται μόνιμη πολεμική βιομηχανία (Σ.τ.Μ., permanent arms economy), μια ιδέα που ήταν δημοφιλής στις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Άλλοι πάλι, όπως οι σχολές της ρύθμισης και της κοινωνικής δομής της συσσώρευσης, εισάγουν το κράτος πρόνοιας ως στοιχείο του λεγόμενου καθεστώτος του φορντισμού, ενώ ορισμένοι, όπως ο Χάρβεϋ, εισάγουν κάθε είδους δευτερεύοντες παράγοντες. Η σχολή της κοινωνικής δομής της συσσώρευσης και η σχολή της ρύθμισης τονίζουν επίσης τον αντίκτυπο των θεσμών και των μεταβολών στη μακροοικονομική πολιτική κατά τις διάφορες περιόδους συσσώρευσης κεφαλαίου στην παροχή της απαραίτητης πρόσθετης ζήτησης. Οι κρίσεις, κατά την άποψή τους, είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας του συστήματος να παρέχει αυτή την πρόσθετη ζήτηση.
Αυτό που παραβλέπουν όλες οι σχολές του υποκαταναλωτισμού είναι ότι η ίδια η καπιταλιστική συσσώρευση παρέχει την απάντηση στο ερώτημα «από πού προέρχεται η ζήτηση για τα αγαθά που αντιστοιχούν στην υπεραξία;». Στην ανάλυσή του για τη συσσώρευση κεφαλαίου, ο Μαρξ κάνει διάκριση μεταξύ απλής αναπαραγωγής και διευρυμένης αναπαραγωγής. Η απλή αναπαραγωγή αναφέρεται σε μια κατάσταση στην οποία η καπιταλιστική τάξη καταναλώνει ολόκληρη την υπεραξία ως έσοδο. Δεδομένου ότι αυτό είναι μη ρεαλιστικό, αποτελεί απλώς ένα εμπειρικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για να καταδείξει τα χαρακτηριστικά του δεύτερου σεναρίου, αυτού της διευρυμένης παραγωγής, το οποίο αντιστοιχεί σε αυτό που συμβαίνει στον πραγματικό κόσμο του καπιταλισμού. Η διευρυμένη αναπαραγωγή είναι, στην ουσία, η ίδια η συσσώρευση κεφαλαίου: σημαίνει ότι το κεφάλαιο διευρύνει την κλίμακα παραγωγής του χρησιμοποιώντας την υπεραξία για να αγοράσει νέα μέσα παραγωγής και να προσλάβει νέους εργαζόμενους. Αυτοί οι νέοι εργαζόμενοι αμείβονται με μισθούς που στη συνέχεια χρησιμοποιούνται για την κατανάλωση επιπλέον καταναλωτικών αγαθών, πέραν αυτών που καταναλώνουν οι εργαζόμενοι που είναι ήδη απασχολούμενοι. Είναι λοιπόν εύκολο να συμπεράνουμε ότι, αν υπάρχει συσσώρευση κεφαλαίου (ή διευρυμένη αναπαραγωγή), αυτό θα δημιουργήσει, υπό κανονικές συνθήκες, επαρκή ζήτηση για την κατανάλωση της παραγόμενης υπεραξίας. Ωστόσο, η θεωρία της υποκατανάλωσης αποκλείει τη διευρυμένη παραγωγή. Ο Νικολάι Μπουχάριν, ένας εξέχων θεωρητικός του Μπολσεβίκικου Κόμματος, επέκρινε τις αμφιβολίες της Ρόζας Λούξεμπουργκ επισημαίνοντας ότι αν αποκλείσει κανείς τη διευρυμένη αναπαραγωγή εξαρχής, δεν είναι περίεργο ότι η διευρυμένη αναπαραγωγή θα αποδειχθεί αδύνατο να εξηγηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο της επιχειρηματολογίας[16].
Ακόμη και αν οι υποστηρικτές της θεωρίας της υποκατανάλωσης είχαν δίκιο στο να προσδιορίσουν το αρχικό πρόβλημα ως έλλειψη ζήτησης, η θεωρία αυτή δεν μπορεί να εξηγήσει την επανάληψη των κρίσεων σε περιοδικό ρυθμό. Δεν χρειάζεται να αναλύσουμε τον λόγο για αυτό για κάθε σχολή ξεχωριστά, αλλά αν πάρουμε ως παράδειγμα τη σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης, είναι δύσκολο να κατανοήσουμε πώς μια συνειδητή στρατηγική συνεχούς τόνωσης της οικονομίας αποτυγχάνει να λειτουργήσει σε περιοδικά διαστήματα. Σύμφωνα με το πλαίσιο της θεωρίας της υποκατανάλωσης, όποια και αν είναι η κατάσταση της καπιταλιστικής οικονομίας – είτε πρόκειται για μια διαρκή έλλειψη ζήτησης που οδηγεί σε στασιμότητα είτε για μια έντονη διαδικασία συσσώρευσης ως αποτέλεσμα πρόσθετης ζήτησης (όπου και αν προέρχεται αυτή) – θα συνεχιστεί για πάντα, ή τουλάχιστον μέχρι να υπάρξει μια διακριτή αλλαγή στις συνθήκες. Είναι καθήκον της θεωρίας της υποκατανάλωσης να εξηγήσει γιατί αυτή η αλλαγή στις συνθήκες έρχεται περιοδικά. Καμία από τις σχολές που έχουμε συζητήσει δεν έχει καν αναγνωρίσει το πρόβλημα, πόσο μάλλον να δώσει μια απάντηση.
Ίσως η πιο σημαντική πολιτική συνέπεια αυτού είναι ότι, ως γενικός προσανατολισμός, οι περισσότεροι υποκαταναλωτιστές τείνουν να προτείνουν αυξήσεις μισθών ως λύση στις καπιταλιστικές κρίσεις. Αυτό είναι πολιτικά σημαντικό επειδή ανοίγει έναν δρόμο που οδηγεί σε μια ρεφορμιστική πολιτική που προσπαθεί να πείσει τους καπιταλιστές ότι οι αυξήσεις μισθών θα εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους, βγάζοντας την οικονομία από τη στασιμότητα και βοηθώντας ταυτόχρονα τις οικογένειες της εργατικής τάξης να επιτύχουν ένα πιο ανθρώπινο βιοτικό επίπεδο. Αυτό το είδος πρότασης θα δημιουργήσει αναγκαστικά την ψευδαίσθηση κοινών συμφερόντων μεταξύ των κύριων τάξεων, ενώ στην πραγματικότητα μια σοβαρή οικονομική κρίση πάντα εντείνει τις αντιφάσεις μεταξύ καπιταλιστών και εργαζομένων. Αυτό, λοιπόν, παίζει το ρόλο ενός ηρεμιστικού, αμβλύνοντας τη βούληση της εργατικής τάξης να αγωνιστεί.
Ο Μαρξ επιτίθεται σε αυτόν τον τρόπο σκέψης στο Κεφάλαιο:
«Αν γίνει η προσπάθεια να δοθεί σε αυτή την ταυτολογία η επίφαση μεγαλύτερης βαρύτητας, με τη δήλωση ότι η εργατική τάξη λαμβάνει πολύ μικρό μερίδιο από το προϊόν της και ότι το κακό θα διορθωνόταν αν λάμβανε μεγαλύτερο μερίδιο, δηλαδή αν αυξάνονταν οι μισθοί της, αρκεί να σημειώσουμε ότι οι κρίσεις πάντα προετοιμάζονται από μια περίοδο κατά την οποία οι μισθοί γενικά αυξάνονται και η εργατική τάξη πράγματι λαμβάνει μεγαλύτερο μερίδιο από το ετήσιο προϊόν που προορίζεται για κατανάλωση. Από τη σκοπιά αυτών των υποστηρικτών της υγιούς και «απλής» (!) κοινής λογικής, τέτοιες περίοδοι θα έπρεπε μάλλον να αποτρέπουν την κρίση.»[17]
Για αυτούς και άλλους, πιο δευτερεύοντες, λόγους, η θεωρία υποκατανάλωσης απλά δεν αντέχει σε κριτική.
Ο Νόμος της Πτωτικής Τάσης του Ποσοστού Κέρδους
Η ανάλυση του Μαρξ αποδεικνύει ότι το καπιταλιστικό σύστημα περιστρέφεται γύρω από την αξία και όχι την αξία χρήσης, την παραγωγή και όχι την κατανάλωση, και το κέρδος και όχι την ανάγκη. Επομένως, δεν υπάρχει τίποτα το εξαιρετικό στο γεγονός ότι ολόκληρη η κίνηση της συσσώρευσης κεφαλαίου καθορίζεται από τις διακυμάνσεις του ποσοστού κέρδους. Στην πραγματικότητα, ολόκληρη η συζήτηση σχετικά με τη μείωση του ποσοστού κέρδους είναι τόσο σημαντική που ο Μαρξ την χαρακτηρίζει ως τον «σημαντικότερο νόμο της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας»[18].
Όπως και όλοι οι επιστημονικοί νόμοι, ο νόμος της τάσης μείωσης του ποσοστού κέρδους είναι ένας νόμος τάσης. Με άλλα λόγια, ο ίδιος ο νόμος υπόκειται συνεχώς σε τροποποιήσεις, εξασθενίσεις, ακόμη και διακοπές υπό την επίδραση αντισταθμιστικών τάσεων. Το αν ο νόμος επιβάλλει την κυρίαρχη τάση του σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή εξαρτάται από την αμοιβαία επίδραση αυτής της κύριας τάσης, δηλαδή της πτώσης του ποσοστού κέρδους, και των αντισταθμιστικών τάσεων. Ωστόσο, η δύναμη της κυρίαρχης τάσης είναι τόσο ισχυρή που, αργά ή γρήγορα, θα επιβληθεί αναπόφευκτα.
Αυτός ο νόμος μπορεί να εξηγηθεί σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Η πρώτη εξήγηση, που βρίσκεται στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, βασίζεται σε μια μελέτη της σχέσης μεταξύ κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, ή του καπιταλιστή και του μισθωτού, ανεξάρτητα από άλλους παράγοντες που περιπλέκουν την κατάσταση. Η δεύτερη εξήγηση, που βρίσκεται κυρίως στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου (με μερικές αναφορές στον πρώτο τόμο), τοποθετείται στο πλαίσιο του ανταγωνισμού μεταξύ κεφαλαίων.
Στο επίπεδο της σχέσης παραγωγής μεταξύ κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, το επιχείρημα επικεντρώνεται στη μέθοδο παραγωγής της σχετικής υπεραξίας. Ο Μαρξ διακρίνει δύο διαφορετικές μεθόδους παραγωγής υπεραξίας: την απόλυτη και τη σχετική. Η παραγωγή απόλυτης υπεραξίας δεν απαιτεί αλλαγές στις τεχνικές ή τις μεθόδους παραγωγής· βασίζεται απλώς στην επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας. Όσο μεγαλύτερη είναι η εργάσιμη ημέρα, τόσο περισσότερη εργασία θα πρέπει να καταβάλει ο εργαζόμενος και, δεδομένου του μισθού, τόσο περισσότερη υπεραξία θα παραχθεί ως αποτέλεσμα. Η σχετική υπεραξία, από την άλλη πλευρά, βασίζεται, στην πιο εμφανή και συστηματική μορφή της, σε αλλαγές στην τεχνική βάση και στις μεθόδους παραγωγής. Είναι το αποτέλεσμα της αύξησης της παραγωγικής δύναμης της εργασίας που προκύπτει από παράγοντες όπως η ανάπτυξη νέας επιστημονικής έρευνας, η ανακάλυψη νέων υλικών, η εφαρμογή επιστημονικών ανακαλύψεων στην τεχνολογία και η δημιουργία νέων μεθόδων παραγωγής. Καθώς η αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας εξαπλώνεται ευρέως σε ολόκληρη την οικονομία, θα απαιτείται όλο και μικρότερη ποσότητα εργασίας για την παραγωγή κάθε αγαθού. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται, φυσικά, η παρτίδα καταναλωτικών αγαθών που καταναλώνει ο εργαζόμενος και η οικογένειά του. Καθώς τα καταναλωτικά αγαθά φθηναίνουν, ο εργαζόμενος θα πρέπει να αφιερώνει λιγότερο χρόνο για να αναπαράγει μια αξία ισοδύναμη με τον μισθό του και, ως εκ τούτου, θα αφιερώνει μεγαλύτερο μέρος της (αμετάβλητης) εργάσιμης ημέρας στην παραγωγή υπεραξίας. Με αυτόν τον τρόπο, επειδή τα αγαθά που αγοράζονται με τον μισθό έχουν φθηνύνει, ο καπιταλιστής οικειοποιείται μεγαλύτερο μέρος της υπεραξίας. Αυτή, εν συντομία, είναι η διαδικασία παραγωγής της σχετικής υπεραξίας.
Αυτή η διαδικασία αποτελεί την επιστημονική βάση για τον ισχυρισμό του Μαρξ, που διατυπώθηκε ήδη στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ότι οι ιδιοκτήτες του κεφαλαίου «δεν μπορούν να υπάρχουν χωρίς να επαναστατούν συνεχώς τα μέσα παραγωγής»[19]. Στην αναζήτησή του για υψηλότερη υπεραξία (δηλ. κέρδος), το κεφάλαιο αναπτύσσει συνεχώς νέες τεχνικές, υλικά και μεθόδους που θα αυξήσουν την παραγωγικότητα της εργασίας.
Ωστόσο, αυτό δημιουργεί μια αντίφαση για το κεφάλαιο. Τις περισσότερες φορές, η πρόοδος στις τεχνικές συνεπάγεται την ενσωμάτωση νέων μηχανημάτων και πιο ακριβών υλικών στη διαδικασία παραγωγής. Έτσι, το σταθερό κεφάλαιο – δηλαδή, το εργοστάσιο, τα μηχανήματα, ο λοιπός εξοπλισμός, τα βοηθητικά στοιχεία όπως η ενέργεια και άλλες παρόμοιες δαπάνες – αυξάνεται σε σχέση με την ζωντανή εργασία. Αυτό που ο Μαρξ αποκαλεί τεχνική σύνθεση και οργανική σύνθεση του κεφαλαίου (η διαφορά δεν χρειάζεται να μας απασχολήσει εδώ), δηλαδή η αναλογία του σταθερού κεφαλαίου προς την ζωντανή εργασία, αυξάνεται επίσης. Ωστόσο, η βασική μαρξιστική πρόταση σχετικά με την αξία υποστηρίζει ότι η πηγή όλης της αξίας, και επομένως της υπεραξίας, είναι η ζωντανή εργασία. Καθώς το κεφάλαιο προσπαθεί να αυξήσει το ποσό της υπεραξίας, αποβάλλει από τη διαδικασία παραγωγής την ίδια την πηγή της αξίας, δηλαδή την εργασία.
Το ποσοστό κέρδους είναι ο λόγος της υπεραξίας προς το συνολικό κεφάλαιο. Επειδή το σταθερό κεφάλαιο (μηχανήματα κ.λπ.) αυξάνεται ταχύτερα από την ζωντανή εργασία και επειδή κάθε δεδομένη ποσότητα ζωντανής εργασίας μπορεί να δημιουργήσει μόνο μια δεδομένη ποσότητα υπεραξίας, ο παρονομαστής αυξάνεται ταχύτερα από τον αριθμητή, μειώνοντας έτσι το ποσοστό κέρδους. Φυσικά, δεδομένου ότι η όλη επιχείρηση ξεκίνησε με σκοπό την αύξηση της σχετικής υπεραξίας, ο αριθμητής δεν θα παραμείνει σταθερός, αλλά θα αυξηθεί επίσης. Αυτή είναι μία από τις τάσεις που αντισταθμίζουν τη μείωση του ποσοστού κέρδους (και η μόνη που έχει σημασία για τους σκοπούς μας). Έτσι, το αποτέλεσμα θα αποφασιστεί από το ποιο θα αυξηθεί ταχύτερα: η παραγωγικότητα της εργασίας ή η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Ωστόσο, καθώς η επένδυση που πρέπει να γίνει για την εξαγωγή πρόσθετης υπεραξίας αυξάνεται με την όλο και πιο προηγμένη τεχνολογία, σε ένα ορισμένο στάδιο η οργανική σύνθεση θα υπερνικήσει την αντίθετη τάση και το ποσοστό κέρδους θα αρχίσει να μειώνεται.
Η δεύτερη εξήγηση για τον νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους προέρχεται από την ίδια διαδικασία, η οποία τώρα δεν εξετάζεται από τη σκοπιά των σχέσεων παραγωγής μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, αλλά από τη σκοπιά της δυναμικής του ανταγωνισμού μεταξύ κεφαλαίων. Υπάρχουν, φυσικά, πολλοί διαφορετικοί παράγοντες που καθορίζουν ποιος από τους ανταγωνιστές θα επικρατήσει σε αυτόν τον ανταγωνισμό. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ο ανταγωνισμός των τιμών με βάση την τεχνολογική αλλαγή, ο οποίος τυγχάνει να είναι και ο πιο σημαντικός παράγοντας στην πραγματική ζωή μακροπρόθεσμα. Προκειμένου να ξεπεράσει τους ανταγωνιστές της, μια επιχείρηση θα εφεύρει μια νέα τεχνική ή μέθοδο παραγωγής που αυξάνει την παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού της. Αυτό σημαίνει ότι η ατομική αξία των αγαθών (ή των υπηρεσιών) της επιχείρησης θα κοστίζει λιγότερο σε εργασία από τα συγκρίσιμα αγαθά (ή υπηρεσίες) των ανταγωνιστών της, επιτρέποντάς της να μειώσει τη δική της τιμή. Αυτό θέτει τους ανταγωνιστές της εταιρείας σε δίλημμα: είτε θα συνεχίσουν να χρεώνουν την ίδια τιμή όπως πριν, κάτι που θα προκαλέσει μαζική φυγή των αγοραστών προς τον ανταγωνιστή τους, ο οποίος μπορεί να προσφέρει το ίδιο προϊόν ίσης (ή ίσως και υψηλότερης) ποιότητας σε χαμηλότερη τιμή, είτε θα πρέπει να μειώσουν τις δικές τους τιμές με παρόμοιο τρόπο, πράγμα που σημαίνει ότι θα υποστούν ζημίες σε σύγκριση με τον ανταγωνιστή τους. Έτσι, μακροπρόθεσμα, δεν υπάρχει άλλη λύση για τις άλλες εταιρείες παρά να υιοθετήσουν την ίδια τεχνική (ή ακόμα καλύτερες, αν υπάρχουν διαθέσιμες) για να επιβιώσουν. Μόλις αυτό επιτευχθεί, όλες οι εταιρείες μπορούν να μειώσουν τις τιμές τους στο ίδιο επίπεδο.
Ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της προόδου στις παραγωγικές δυνάμεις; Αυτή η διαδικασία αυξάνει τις δαπάνες για κεφαλαιουχικά αγαθά (μηχανήματα, εξοπλισμό, νέα υλικά κ.λπ.) για όλες τις επιχειρήσεις, ενώ αφήνει πίσω τα κέρδη σε σύγκριση με τα πρόσθετα κόστη που απαιτούνται για τον εκσυγχρονισμό. Το αποτέλεσμα, μακροπρόθεσμα, είναι μια πτώση του ποσοστού κέρδους. Ως εκ τούτου, βλέπουμε ότι υπό ορισμένες συνθήκες, όταν η κυρίαρχη τάση υπερισχύει των αντισταθμιστικών τάσεων, τα ποσοστά κέρδους μειώνονται.
Για τον καπιταλιστή, ο στόχος της παραγωγής είναι να αποκομίσει τη μέγιστη υπεραξία (κέρδος) από ένα δεδομένο μέγεθος κεφαλαίου, δηλαδή το υψηλότερο δυνατό ποσοστό κέρδους υπό τις δεδομένες συνθήκες. Κατά συνέπεια, η πτώση του ποσοστού κέρδους θα κάνει τους καπιταλιστές λιγότερο πρόθυμους να επενδύσουν νέο κεφάλαιο, δηλαδή να συσσωρεύσουν κεφάλαιο, με τον ίδιο ρυθμό όπως πριν. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει αρκετή υπεραξία για να συνεχιστεί η διευρυμένη αναπαραγωγή. Η μαρξιστική θεωρία της κρίσης, επομένως, δεν είναι ούτε κρίση υπερπαραγωγής ούτε κρίση υποκατανάλωσης, αλλά κρίση υπερσυσσώρευσης.
Μέχρι πριν από μισό αιώνα, ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους ήταν μόνο μια θεωρία, αν και πολύ ισχυρή, και, κατά τη γνώμη μας, η καλύτερη για να εξηγήσει τις καπιταλιστικές κρίσεις. Ποτέ δεν είχε δοκιμαστεί εμπειρικά και, ως εκ τούτου, δεν είχε συγκριθεί με την πραγματική κατάσταση, επί του πεδίου, όσον αφορά τη μέτρηση των διαφόρων μεταβλητών, όπως η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, το ποσοστό της υπεραξίας ως δείκτης της παραγωγικότητας της εργασίας και, πάνω απ’ όλα, το ίδιο το ποσοστό κέρδους. Ο λόγος για αυτό είναι ότι τα μεγέθη της αξίας είναι η ενσάρκωση των σχέσεων παραγωγής που κρύβονται κάτω από τα στρώματα των εξωτερικών εκδηλώσεων των πραγματικών σχέσεων παραγωγής. Όπως τα άτομα που σχηματίζουν όλη την ύλη αλλά δεν είναι ορατά με γυμνό μάτι, δεν είναι άμεσα ορατά και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να συγκεντρωθούν άμεσα σε χρήσιμες και σωστές στατιστικές. Επομένως, για να εκτιμηθούν και να υπολογιστούν αυτές οι κατηγορίες αξίας, πρέπει να πραγματοποιηθεί μια σειρά αντίστροφων μετασχηματισμών με βάση κατηγορίες που δεν χρησιμοποιούνται για τη μαρξιστική ανάλυση, ξεκινώντας από τους λογαριασμούς εθνικού εισοδήματος. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο να γίνει. Ακόμη και η τεχνολογία που απαιτείται για αυτού του είδους τους υπολογισμούς και την ανάλυση δεν ήταν διαθέσιμη.
Παρ’ όλα αυτά, είχαν γίνει κάποιες πρώιμες, κάπως στοιχειώδεις προσπάθειες μέτρησης και εκτίμησης. Αξίζει να αναφερθεί το πρωτοποριακό έργο των Τζόζεφ Μ. Γκίλμαν (Joseph M. Gillman· 1957) και Σέιν Μέιτζ (Shane Mage· 1963). Ωστόσο, πραγματικά εμπεριστατωμένη εργασία έχει πραγματοποιηθεί μόνο από τη δεκαετία του 1970, όταν μαρξιστές όπως ο Ανβάρ Σάικ (Anwar Shaikh), ο Ε. Αχμέτ Τόνακ (E. Ahmet Tonak· ένας από τους συγγραφείς αυτού του σημειωματάριου), ο Φρεντ Μοσελέι (Fred Moseley), ο Μάικλ Ρόμπερτς (Michael Roberts) και ο Γκουλιέλμο Καρσέντι (Guglielmo Carchedi) άρχισαν να ασχολούνται με τον ανεξερεύνητο τομέα του υπολογισμού αυτών των μεταβλητών. Ως αποτέλεσμα, έχουμε τώρα αποδείξεις ότι το ποσοστό κέρδους συμπεριφέρεται με τον τρόπο που προέβλεψε ο Μαρξ (βλ. Εικόνα 7).
Εικόνα 7. Michael Roberts, “Ένα παγκόσμιο ποσοστό κέρδους: σημαντικά νέα στοιχεία (A World Rate of Profit: Important New Evidence), από το ιστολόγιο του Μάικλ Ρόμπερτς, 22 Ιανουαρίου 2022. Ο αριθμός αυτός βασίζεται στα στοιχεία του Penn World Tables 10.0. Όπως επισημαίνει ο Ρόμπερτς, η βάση δεδομένων αυτή δεν κάνει διάκριση μεταξύ παραγωγικών και μη παραγωγικών δραστηριοτήτων. Ωστόσο, διαθέτει μια σειρά που ονομάζεται εσωτερικός συντελεστής απόδοσης κεφαλαίου (Σ.τ.Μ., internal rate of return, IRR), η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένας καλός δείκτης για το μαρξικό ποσοστό κέρδους.
Σε αντίθεση με τη θεωρία της υποκατανάλωσης, αυτή η θεωρία μπορεί να εξηγήσει πολύ καλά την περιοδική επαναληπτικότητα των κρίσεων. Όταν η συσσώρευση κεφαλαίου επιβραδύνεται ή ακόμη και σταματά, η καπιταλιστική τάξη και η κυβέρνησή της θα λάβουν, φυσικά, μέτρα προκειμένου να αυξήσουν εκ νέου το ποσοστό κέρδους σε ένα επίπεδο που θα ωθήσει τους καπιταλιστές να αρχίσουν να επενδύουν σε νέα παραγωγική ικανότητα. Αυτά τα μέτρα μπορεί, κατά καιρούς, να συνεπάγονται δραστικές αλλαγές στον συνολικό προσανατολισμό της οικονομικής πολιτικής. Αυτό συνέβη με τον νεοφιλελευθερισμό, μια στρατηγική που αποσκοπούσε στην κατακερματισμό της παγκόσμιας εργατικής τάξης, προκειμένου να αυξηθεί το ποσοστό της υπεραξίας και, συνακόλουθα, το ποσοστό κέρδους. Οι καπιταλιστές δεν έχουν κανένα ενδοιασμό να αντικαταστήσουν την υπάρχουσα κρατική μορφή με μια άλλη που μπορεί να θεσπίσει μέτρα που είναι πιο κατάλληλα για την αποκατάσταση του ποσοστού κέρδους. Όσο πιο έντονες είναι οι αντιφάσεις μεταξύ της εργατικής και της καπιταλιστικής τάξης, τόσο πιο καταπιεστικά είναι τα καθεστώτα που προκύπτουν. Αυτό συνέβη με την άνοδο στην εξουσία του ναζιστικού καθεστώτος του Χίτλερ μετά το χρηματιστηριακό κραχ του 1929, που έφερε ολόκληρο τον κόσμο (εκτός από τη Σοβιετική Ένωση) στο χείλος της ολικής κατάρρευσης.
Τέλος, θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε στον αναγνώστη τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσουν τα οικονομικά στην αναβολή των χειρότερων συνεπειών των κρίσεων, με την έγχυση ολοένα και μεγαλύτερων ποσών πιστώσεων και άλλων μορφών χρηματοδότησης στην οικονομία, ανακουφίζοντας έτσι προσωρινά πολλές οικονομικές μονάδες και παρατείνοντας την ημέρα της κρίσης, όταν θα σκάσουν οι φούσκες. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα τέτοιων κρίσεων.
Ως εκ τούτου, η εξωτερική εκδήλωση μιας κρίσης σχεδόν ποτέ δεν είναι άμεση ένδειξη των πραγματικών αιτίων της κρίσης. Μια επιφανειακή ερμηνεία παραπλανά όσους ενεργούν για να αλλάξουν το ρεύμα υπέρ των εργαζομένων μαζών, των καταπιεσμένων εθνών και των άθλιων της γης, οδηγώντας σε πολιτικές που δεν βοηθούν ιδιαίτερα να βγούμε από την ύφεση.
Έχουμε φτάσει έτσι στο τέλος ενός μάλλον μακρύ ταξιδιού εξήγησης του μηχανισμού πίσω από τις κρίσεις και, κατ’ επέκταση, της τρέχουσας κρίσης. Ωστόσο, παραμένουν επείγοντα ερωτήματα: γιατί υπάρχει ύφεση; Γιατί η ύφεση έχει γίνει η πιο εμφανής αλλά και η πιο καταστροφική μορφή καπιταλιστικής κρίσης τα τελευταία 150 χρόνια; Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, θα εξετάσουμε τη μεγάλη οπτική του Μαρξ για την ιστορική αλλαγή, για το πώς η ανθρωπότητα μεταβαίνει από έναν τρόπο παραγωγής, έναν κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό, σε έναν άλλο.
ΜΕΓΑΛΕΣ ΥΦΕΣΕΙΣ ΩΣ ΩΔΙΝΕΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Υπάρχει μια συνεχιζόμενη συζήτηση σχετικά με το πότε και πού αναπτύχθηκε ο καπιταλισμός. Ορισμένες σχολές σκέψης υποστηρίζουν ότι χρονολογείται πέντε αιώνες πριν, ενώ άλλες υποστηρίζουν ότι υπάρχει για το μισό από αυτό το χρονικό διάστημα. Ένα πράγμα που είναι σαφές, ανεξάρτητα από αυτές τις συζητήσεις, είναι ότι οι μεγάλες υφέσεις είναι ένα φαινόμενο που αφορά αποκλειστικά τα τελευταία 150 χρόνια: η Μακρά Ύφεση (1873-1896), η Μεγάλη Ύφεση (1929-1948) και η Τρίτη Μεγάλη Ύφεση (2008-σήμερα).
Έχουμε ήδη δει ότι οι οικονομικοί κύκλοι είναι ενδημικοί στον καπιταλισμό και συνήθως οδηγούν σε μια ύφεση που διαρκεί για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, μετά την οποία οι δυνάμεις της αγοράς, με κάποια βοήθεια από την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, συνήθως ξεκινούν έναν νέο κύκλο επέκτασης. Αυτό δεν ισχύει για τις μεγάλες υφέσεις, οι οποίες διαρκούν για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα (τουλάχιστον μια δεκαετία, αν όχι αρκετές δεκαετίες), έχουν αναγκαστικά διεθνή χαρακτήρα και απαιτούν βαθιά αναδιάρθρωση των οικονομικών, πολιτικών, ακόμη και ιδεολογικών και στρατιωτικών σφαιρών για την επίλυση των αντιφάσεων που έχουν προκαλέσει βαθιές αναταραχές. Οι μεγάλες υφέσεις δεν έχουν συμβεί σε όλη την ιστορία του καπιταλισμού, αλλά είναι το προϊόν ενός συγκεκριμένου ιστορικού σταδίου της ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ως εκ τούτου, μπορεί να ειπωθεί χωρίς δισταγμό ότι, καθώς ο καπιταλισμός εξελίσσεται, οι οικονομικές κρίσεις γίνονται όλο και πιο σοβαρές και μακροχρόνιες.
Γιατί, αν και ο όρος «οικονομική κρίση» ήταν κοινός τόπος σε όλη την καπιταλιστική εποχή, ο όρος «ύφεση» περιορίζεται στην πιο πρόσφατη φάση του καπιταλισμού; Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, πρέπει πρώτα να θυμηθούμε το γεγονός ότι, αν και ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν έζησαν για να δουν την περιοδική επανάληψη των μεγάλων υφέσεων, επισήμαναν τη βασική δυναμική της αυξανόμενης σοβαρότητας των οικονομικών κρίσεων στη ζωή του καπιταλισμού. Όπως έγραψαν ήδη στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1848):
«Η σύγχρονη αστική κοινωνία με τις σχέσεις παραγωγής, ανταλλαγής και ιδιοκτησίας, μια κοινωνία που έχει δημιουργήσει τόσο γιγαντιαία μέσα παραγωγής και ανταλλαγής, είναι σαν τον μάγο που δεν είναι πλέον σε θέση να ελέγξει τις δυνάμεις του κάτω κόσμου που έχει καλέσει με τα ξόρκια του. Εδώ και πολλές δεκαετίες, η ιστορία της βιομηχανίας και του εμπορίου δεν είναι παρά η ιστορία της εξέγερσης των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων ενάντια στις σύγχρονες συνθήκες παραγωγής, ενάντια στις σχέσεις ιδιοκτησίας που αποτελούν τις προϋποθέσεις της ύπαρξης της αστικής τάξης και της κυριαρχίας της.
Αρκεί να αναφερθούμε στις εμπορικές κρίσεις που, με την περιοδική επανεμφάνισή τους, θέτουν σε δοκιμασία την ύπαρξη ολόκληρης της αστικής κοινωνίας, κάθε φορά με όλο και πιο απειλητικό τρόπο [η έμφαση προστέθηκε από εμάς]. … Οι παραγωγικές δυνάμεις που έχει στη διάθεσή της η κοινωνία δεν τείνουν πλέον να προωθούν την ανάπτυξη των συνθηκών της αστικής ιδιοκτησίας· αντίθετα, έχουν γίνει πολύ ισχυρές για αυτές τις συνθήκες, από τις οποίες περιορίζονται, και μόλις ξεπεράσουν αυτά τα δεσμά, φέρνουν αναταραχή σε ολόκληρη την αστική κοινωνία, θέτοντας σε κίνδυνο την ύπαρξη της αστικής ιδιοκτησίας. Οι συνθήκες της αστικής κοινωνίας είναι πολύ περιορισμένες για να περιλάβουν τον πλούτο που δημιουργούν.»[20]
Αυτό το απόσπασμα θέτει τις βάσεις για τις μεταγενέστερες έρευνες του Μαρξ σχετικά με τη λειτουργία του καπιταλισμού. Οι τέσσερις λέξεις που έχουμε τονίσει – κάθε φορά με όλο και πιο απειλητικό τόνο – αποδεικνύουν ότι ο Μαρξ είχε συνειδητοποιήσει, ακόμη και σε αυτό το πρώιμο στάδιο του έργου του, ότι οι οικονομικές κρίσεις γίνονται όλο και πιο σοβαρές και καταστροφικές με την ωρίμανση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Το απόσπασμα που ακολουθεί στο μανιφέστο εξηγεί γιατί συμβαίνει αυτό: οι ίδιες οι παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύσσονται από τον καπιταλισμό έρχονται σε αντίθεση με τον τρόπο παραγωγής που τις έχει δημιουργήσει. Όσο πιο ανεπτυγμένες είναι, τόσο μεγαλύτερη είναι η αντίθεση και τόσο πιο σοβαρή η κρίση.
Η κατηγορία της οικονομικής κρίσης κατέχει μια μοναδική θέση στην ανάλυση του καπιταλισμού από τον Μαρξ, ξεχωριστή από όλες τις ανταγωνιστικές θεωρητικές προσεγγίσεις της κρίσης. Ακόμη και η «δημιουργική καταστροφή» του Σουμπέτερ δεν μπορεί να συγκριθεί με την αντίληψη του Μαρξ. Για τον Σουμπέτερ, το επίθετο «δημιουργική» σε αυτή την έννοια αναφέρεται στη δημιουργία νέων παραγωγικών δυνάμεων στο κενό που δημιουργείται από την καταστροφή, ενώ για τον Μαρξ η «δημιουργία» στο πλαίσιο της κρίσης είναι αυτή μιας νέας κοινωνίας. Έχοντας αποκτήσει το κύρος της «μεγάλης ύφεσης», η κρίση αναλαμβάνει πλέον το ρόλο της μαίας που καθοδηγεί τη μετάβαση από ένα σύστημα βασισμένο στην καπιταλιστική ιδιωτική ιδιοκτησία και την αγορά σε ένα σύστημα βασισμένο στη δημόσια (ή κοινή) ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και τον κεντρικό σχεδιασμό. Αυτή η μετάβαση, ωστόσο, είναι εξαιρετικά επώδυνη. Ως απόλυτη διαλεκτική ανατροπή, η ερημιά που δημιουργεί η κρίση αναμένεται να γεννήσει έναν πολιτισμό που θα είναι ταυτόχρονα δυναμικός, εποικοδομητικός και δίκαιος.
Αυτή η δυναμική συνάδει απόλυτα με τη γενική ιστορική άποψη του Μαρξ, την οποία εξέθεσε στο πρόλογο του έργου του «Συμβολή στην κριτική της πολιτικής οικονομίας» (A Contribution to the Critique of Political Economy) το 1859:
«Στην κοινωνική παραγωγή της ύπαρξής τους, οι άνθρωποι αναπόφευκτα εισέρχονται σε συγκεκριμένες σχέσεις, οι οποίες είναι ανεξάρτητες από τη θέλησή τους, δηλαδή σε σχέσεις παραγωγής που αντιστοιχούν σε ένα δεδομένο στάδιο ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών δυνάμεών τους. Το σύνολο αυτών των σχέσεων παραγωγής αποτελεί την οικονομική δομή της κοινωνίας, το πραγματικό θεμέλιο, πάνω στο οποίο υψώνεται μια νομική και πολιτική υπερδομή και στο οποίο αντιστοιχούν συγκεκριμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης. … Σε ένα ορισμένο στάδιο ανάπτυξης, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται σε σύγκρουση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής ή – αυτό απλώς εκφράζει το ίδιο πράγμα με νομικούς όρους – με τις σχέσεις ιδιοκτησίας στο πλαίσιο των οποίων λειτουργούσαν μέχρι τότε. Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, αυτές οι σχέσεις μετατρέπονται σε δεσμά τους. Τότε αρχίζει μια εποχή κοινωνικής επανάστασης.»[21]
Η μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό στη Δυτική Ευρώπη εξελίχθηκε ακριβώς με αυτόν τον τρόπο. Η σχέση μεταξύ άρχοντα και δουλοπάροικου στην ύπαιθρο και η σχέση μεταξύ δασκάλου και μαθητευόμενου στο πλαίσιο των ασφυκτικών κανόνων της μεσαιωνικής συντεχνίας έγιναν δεσμά για το δυναμικό των παραγωγικών δυνάμεων. Οι αντιφάσεις που προέκυψαν ως αποτέλεσμα μεταξύ της ανερχόμενης αστικής τάξης και των ελεύθερων πόλεων, από τη μία πλευρά, και μεταξύ των τάξεων της φεουδαρχικής κοινωνίας με τα κεκτημένα συμφέροντα, από την άλλη, οδήγησαν σε έναν αγώνα που τελικά δημιούργησε μια μετωπική σύγκρουση μεταξύ των δυνάμεων της νέας κοινωνίας που αγωνιζόταν να δημιουργηθεί και του απολυταρχικού κράτους της ύστερης φεουδαρχικής κοινωνίας. Έτσι γεννήθηκε η εποχή της κοινωνικής επανάστασης που ο Μαρξ αναλύει στον πρόλογο του έργου του «Συμβολή στην κριτική της πολιτικής οικονομίας». Οι δημοκρατικές επαναστάσεις στην περιοχή του Ατλαντικού, ξεκινώντας από την Αγγλική Επανάσταση του 1640, ακολουθούμενες από τις επαναστάσεις των ΗΠΑ και της Γαλλίας στα τέλη του 18ου αιώνα και συνεχίζοντας με τις επαναστάσεις της Λατινικής Αμερικής στις αρχές του 19ου αιώνα, συνέβαλαν, η καθεμία με τον δικό της μοναδικό τρόπο, στην εξέλιξη αυτής της γενικευμένης κοινωνικής επανάστασης. Ως αποτέλεσμα, η νέα καπιταλιστική-αστική κοινωνία αντικατέστησε σταδιακά την παλιά φεουδαρχική κοινωνικοοικονομική δομή. Η επακόλουθη επέκταση του καπιταλισμού στην υπόλοιπη Ευρώπη μετά τις επαναστάσεις του 1848, που έλαβαν χώρα σε ολόκληρη την ήπειρο, και η ακόμη μεταγενέστερη ανάπτυξη του καπιταλισμού στον υπόλοιπο κόσμο απαιτούν ξεχωριστή αντιμετώπιση εκτός του πλαισίου του παρόντος κειμένου.
Είναι ακριβώς αυτός ο τύπος αντίφασης μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των κοινωνικών σχέσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας, και ιδίως των σχέσεων παραγωγής μεταξύ της καπιταλιστικής τάξης και του προλεταριάτου, που σήμερα θέτει τον καπιταλισμό σε κίνδυνο «κάθε φορά πιο απειλητικά». Όπως και στη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, και στην επικείμενη μετάβαση από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό και, τελικά, στον κομμουνισμό, αυτή η αντίφαση μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής αποτελεί το φυτώριο της καταστροφής του παλιού και της δημιουργίας του νέου. Εδώ, η κρίση λειτουργεί ως οι ωδίνες γέννησης της νέας κοινωνίας.
Το ερώτημα που τίθεται τότε είναι: στον ύστερο καπιταλισμό, ποια είναι η βάση αυτής της αντίφασης μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής, που είναι οι δύο όροι της διαλεκτικής ενότητας που διαμορφώνουν τον τρόπο παραγωγής; Ο Μαρξ εξετάζει αυτό το ζήτημα στο κεφάλαιο 32 του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου («Η ιστορική τάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης»), όπου εξηγεί πρώτα πώς ο καπιταλισμός, στα πρώτα του βήματα, κατέστρεψε εντελώς την ιστορική ενότητα μεταξύ του άμεσου παραγωγού και των μέσων παραγωγής, πώς αυτό προκάλεσε στη συνέχεια τη δυναμική ενός νέου τρόπου παραγωγής και πώς η συνεργασία και ο τεχνικός καταμερισμός της εργασίας στον χώρο εργασίας και στο εργοστάσιο μετέτρεψαν την παραγωγή σε μια συλλογική διαδικασία. Μέσω αυτής της διαδικασίας, με τη μεγάλης κλίμακας παραγωγή να δημιουργεί όλο και πιο αποδοτικά, παραγωγικά και κερδοφόρα αποτελέσματα, οι μεγάλοι καπιταλιστές, έχοντας προηγουμένως καταστρέψει την ανεξάρτητη ύπαρξη των άμεσων παραγωγών, προχωρούν στη συνέχεια στην απορρόφηση των πιο αδύναμων καπιταλιστών. Αφού το κάνουν αυτό, έρχεται η ώρα για τους καπιταλιστές να απαλλοτριώσουν άλλους καπιταλιστές. Ο Μαρξ εξηγεί:
«Αυτή η απαλλοτρίωση επιτυγχάνεται με τη δράση των εγγενών νόμων της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής, με τη συγκέντρωση του κεφαλαίου. Ένας καπιταλιστής σκοτώνει πάντα πολλούς. Παράλληλα με αυτή τη συγκέντρωση, ή αυτή την απαλλοτρίωση πολλών καπιταλιστών από λίγους, αναπτύσσεται, σε μια συνεχώς διευρυνόμενη κλίμακα, η συνεταιριστική μορφή της εργασιακής διαδικασίας, η συνειδητή τεχνική εφαρμογή της επιστήμης, η μεθοδική καλλιέργεια του εδάφους, η μετατροπή των εργαλείων εργασίας σε εργαλεία εργασίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο από κοινού, η εξοικονόμηση όλων των μέσων παραγωγής με τη χρήση τους ως μέσων παραγωγής συνδυασμένης, κοινωνικοποιημένης εργασίας, η εμπλοκή όλων των λαών στο δίκτυο της παγκόσμιας αγοράς και, μαζί με αυτό, ο διεθνής χαρακτήρας του καπιταλιστικού καθεστώτος… Αλλά μαζί με αυτό αυξάνεται και η εξέγερση της εργατικής τάξης, μιας τάξης που αυξάνεται συνεχώς σε αριθμό και είναι πειθαρχημένη, ενωμένη, οργανωμένη από τον ίδιο τον μηχανισμό της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας. Το μονοπώλιο του κεφαλαίου γίνεται εμπόδιο για τον τρόπο παραγωγής, ο οποίος έχει αναπτυχθεί και ανθίσει μαζί του και υπό αυτό. Η συγκέντρωση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φτάνουν τελικά σε ένα σημείο στο οποίο γίνονται ασυμβίβαστες με το καπιταλιστικό τους περίβλημα. Αυτό το περίβλημα σπάει. Χτυπάει η καμπάνα της καπιταλιστικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Οι απαλλοτριωτές απαλλοτριώνονται.»[22]
Αυτό που εξηγεί ο Μαρξ εδώ είναι πώς ο τρόπος παραγωγής, που βασίζεται στο κεφάλαιο, καταστρέφει τις ίδιες του τις βάσεις σύμφωνα με τη λογική της δικής του ανάπτυξης. Η συλλογική, κοινωνική, μεγάλης κλίμακας και διεθνοποιημένη παραγωγή, με βάση τη δική της δυναμική, συγκεντρώνει την παραγωγή. Αυτή η συγκέντρωση επιτυγχάνεται μέσω της εξάλειψης των μικρότερων καπιταλιστών με κάθε μέρα που περνά και μέσω της κοινωνικοποίησης της εργασίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε από την απομόνωσή της σε μικρής κλίμακας μονάδες, η εργασιακή διαδικασία εξελίσσεται σε έναν ολοκληρωμένο τρόπο ύπαρξης, όπου ο εργαζόμενος θεωρείται πλέον ως «συλλογικός εργαζόμενος». Οι αποφάσεις για την παραγωγή λαμβάνονται πλέον σε κλίμακα τεράστιων μονάδων (δηλ. πολυεθνικών εταιριών) και, ως αποτέλεσμα, η παραγωγή προγραμματίζεται σε εξαιρετικά μεγάλη κλίμακα και σε διεθνές επίπεδο. Αυτό είναι που ο Μαρξ αποκαλεί συγκεντροποίηση των μέσων παραγωγής και κοινωνικοποίηση της εργασίας. Αυτές οι διαδικασίες συγκεντροποίησης και κοινωνικοποίησης έρχονται σε αντίθεση με τη λογική του κεφαλαίου, η οποία βασίζεται στην ιδιωτική ιδιοποίηση και τις αγορές. Η κοινωνικοποιημένη παραγωγή απαιτεί σχεδιασμό, ενώ η καπιταλιστική ιδιοκτησία αποτελεί εμπόδιο στον συνολικό σχεδιασμό. Είναι αλήθεια ότι οι πολυεθνικές εταιρείες πραγματοποιούν σχεδιασμό σε μεγάλη κλίμακα, αλλά κάθε μία από αυτές αποτελεί ένα νησί μέσα σε μια θάλασσα σχέσεων της αγοράς. Ο σχεδιασμός εντός των επιμέρους εταιρειών συνυπάρχει με την αναρχία που επικρατεί στις σχέσεις μεταξύ των καπιταλιστών και εντός της παγκόσμιας οικονομίας.
Πώς μπορεί να ξεπεραστεί αυτή η αντίφαση; Ο καπιταλισμός δεν παράγει μόνο εμπορεύματα, τεχνικές παραγωγής και παραγωγή μεγάλης κλίμακας. Ως αποτέλεσμα της ίδιας της λογικής του, που βασίζεται στην ολοένα αυξανόμενη απαλλοτρίωση, δημιουργεί ταυτόχρονα μια ολοένα αυξανόμενη τάξη των στερημένων. Με κάθε μέρα που περνά, οι μικροκαλλιεργητές και, σε κάποιο βαθμό, οι μικροέμποροι και οι τεχνίτες των πόλεων παραχωρούν τη θέση τους στο προλεταριάτο. Επιπλέον, όπως εξήγησε ο Μαρξ, η δίνη του ανταγωνισμού μεταξύ των καπιταλιστών στερεί σταδιακά και τους μικρότερους ή πιο αδύναμους καπιταλιστές από τα μέσα παραγωγής. Το προλεταριάτο, αυτό το συγκεκριμένο προϊόν του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, διακρίνεται από όλες τις προηγούμενες τάξεις άμεσων παραγωγών στην ιστορία από το γεγονός ότι δεν απολαμβάνει στο ελάχιστο μερίδιο στα μέσα παραγωγής.
Το προλεταριάτο είναι, εξ ορισμού, μια τάξη που στερείται, και είναι εντελώς αποκομμένη, από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Ως εκ τούτου, τα συμφέροντά του δεν έγκεινται στην υπεράσπιση της ιδιοκτησίας, αλλά στην υπεράσπιση των ιδιοκτητών της εργατικής δύναμης. Γι’ αυτό είναι, σύμφωνα με τα λόγια του Μαρξ, μια «παγκόσμια τάξη». Και γι’ αυτό το προλεταριάτο είναι ο καταλληλότερος παράγοντας για την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, η οποία αποτελεί την προϋπόθεση για την υπέρβαση του κατακερματισμού που δημιουργεί η ιδιωτική ιδιοκτησία και του ζουρλομανδύα της αγοράς.
Στην αρχή του αποσπάσματος από το Κεφάλαιο που παρατέθηκε παραπάνω, ο Μαρξ τόνισε το γεγονός ότι ολόκληρη η διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου προχωρά μέσω των «εγγενών νόμων της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής». Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ ανίχνευσε την ιστορική εξέλιξη του καπιταλισμού και καθιέρωσε τους νόμους που καθορίζουν τον τρόπο λειτουργίας μιας κοινωνίας βασισμένης στο κεφάλαιο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Μαρξ μιλά συνεχώς για «αναγκαιότητα»: μόλις καθιερωθεί, ο καπιταλισμός προχωρά αναγκαστικά προς την κατάρρευσή του με βάση τους δικούς του νόμους. Με άλλα λόγια, μέσω των ίδιων των νόμων του, ο καπιταλισμός δημιουργεί, στο εσωτερικό του, τις δυνάμεις που θα τον καταστρέψουν. Τα αποτελέσματα αυτών των νόμων μπορεί να μετριαστούν, να ανασταλούν προσωρινά ή ακόμη και να αντιστραφούν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, όσο υπάρχει ο καπιταλισμός, όσο αναπτύσσεται σύμφωνα με τους δικούς του εγγενείς νόμους, σε ένα ορισμένο στάδιο της ανάπτυξής του, θα υπονομεύει τη δική του ύπαρξη. Με άλλα λόγια, ο καπιταλισμός δημιουργεί τις ιστορικές συνθήκες για τον ίδιο του τον αφανισμό.
Ο καπιταλισμός προετοιμάζει αναπόφευκτα τις συνθήκες για την εμφάνιση ενός πολιτισμού ανώτερου από τον ίδιο. Ο πολιτισμός αυτός θα υποτάξει στο εξής τις παραγωγικές δυνάμεις που έχει αναπτύξει μέχρι σήμερα η ανθρωπότητα στον προγραμματισμό. Για το σκοπό αυτό, θα καταργήσει την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και θα εξαλείψει έτσι τόσο τις τάξεις όσο και το κράτος, τα οποία είναι τα ίδια προϊόντα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, από το προσκήνιο της ιστορίας. Αυτός ο πολιτισμός ονομάζεται κομμουνισμός και υπόσχεται να βγάλει την ανθρώπινη κοινωνία από την προϊστορική εποχή για να ξεκινήσει η πραγματική ιστορία της ανθρωπότητας.
Αυτή η αντίφαση της ιστορικής εξέλιξης του καπιταλισμού εκφράζεται στις αναταράξεις των μεγάλων υφέσεων. Γι’ αυτό η κρίση που βιώνουμε σήμερα δεν είναι μόνο μια καπιταλιστική κρίση, αλλά μια κρίση του καπιταλισμού ως τρόπου παραγωγής και κοινωνικής οργάνωσης.
Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΑΙΩΝΑ
Ποια είναι η κατάσταση των καπιταλιστικών παραγωγικών δυνάμεων στην αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα; Πώς έχουν αντιμετωπίσει αυτές οι παραγωγικές δυνάμεις τα δεσμά της ιδιωτικής ιδιοκτησίας για να προωθήσουν την ανάπτυξη του καπιταλισμού; Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, θα αναλύσουμε έξι βασικές φράσεις από το προαναφερθέν απόσπασμα του Κεφαλαίου (τόμος 1), τις τρεις πρώτες παρακάτω και τις υπόλοιπες στη συνέχεια.
1. «Η συνεταιριστική μορφή της εργασιακής διαδικασίας»
2. «Η μετατροπή των εργαλείων εργασίας σε εργαλεία εργασίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από κοινού»
3. «Η εξοικονόμηση όλων των μέσων παραγωγής μέσω της χρήσης τους ως μέσων παραγωγής συνδυασμένης, κοινωνικοποιημένης εργασίας»
Αυτά τα τρία σημεία είναι πιθανώς τα λιγότερο κατανοητά αλλά πιο σημαντικά στοιχεία των αλλαγών στις παραγωγικές δυνάμεις που επέφερε ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, καθώς επιδιώκει όλο και μεγαλύτερες ποσότητες υπεραξίας, δηλαδή κέρδους.
Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ αναλύει την εξέλιξη της παραγωγικής δύναμης της κοινωνικής εργασίας από τις πρώιμες μορφές συνεργατικής εργασίας και βιοτεχνίας μέχρι τη μορφή του εργοστασίου. Επισημαίνει ότι σε κάθε περίπτωση, η κοινωνική παραγωγική δύναμη της εργασίας μυστικοποείται και παραποιείται ως δύναμη του κεφαλαίου, αλλά μόνο επειδή είναι το κεφάλαιο που προσλαμβάνει τους εργάτες και τους βάζει να εργάζονται μαζί. Αντίθετα, η δύναμη της κοινωνικής εργασίας προκύπτει από τη συνεργασία των ίδιων των εργατών και λειτουργεί ως δωρεάν δώρο στο κεφάλαιο.
Ο καπιταλισμός έχει δημιουργήσει ένα εργοστασιακό σύστημα παραγωγής με βάση τις μηχανές, το οποίο βασίζεται σε μια ολοένα και πιο περίπλοκη αλληλοσύνδεση των παραγωγικών λειτουργιών των μεμονωμένων εργαζομένων. Ενώ ο τεχνίτης της ύστερης φεουδαρχικής κοινωνίας, ο οποίος εργαζόταν εντός των ορίων που ορίζονταν από μια επιχείρηση, μπορούσε εύκολα να πει «αυτό το τραπέζι (ή αυτό το παπούτσι) είναι δικό μου προϊόν, αποτέλεσμα αποκλειστικά της δικής μου εργασίας», κανένας εργαζόμενος σήμερα δεν μπορεί να πει «αυτό το αεροπλάνο (ή αυτό το τσιπ) είναι δικό μου προϊόν, αποτέλεσμα αποκλειστικά της δικής μου εργασίας». Το σύνολο των εργατών σε ένα εργοστάσιο έχει γίνει αυτό που ο Μαρξ αποκαλεί συλλογικός εργάτης. Όποτε και όπου η παραγωγική διαδικασία πραγματοποιείται συλλογικά, προκύπτει η ανάγκη για κεντρικό έλεγχο τόσο στον προ-παραγωγικό σχεδιασμό όσο και στην εκτέλεση κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας. Αυτή η ανάγκη είναι επίσης εμφανής σε τομείς όπως ο αθλητισμός και οι τέχνες, όπου ο καπιταλισμός ή ο σοσιαλισμός μπορεί να μην αποτελούν καν θέμα συζήτησης: για παράδειγμα, μια ποδοσφαιρική ομάδα και μια φιλαρμονική ορχήστρα χρειάζονται οργάνωση, συντονισμό και έλεγχο, είτε από έναν προπονητή είτε από έναν μαέστρο, προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους τους. Το άτομο ή το συλλογικό όργανο που σχεδιάζει και συντονίζει αυτή τη διαδικασία (είτε στο παράδειγμα μιας αθλητικής ομάδας ή ορχήστρας είτε της παραγωγικής διαδικασίας) μπορεί να οριστεί αυταρχικά, όπως στον καπιταλισμό, ή δημοκρατικά, όπως στον σοσιαλισμό.
Σήμερα, αυτή η διαδικασία της εμπλοκής και της αλληλοεπικάλυψης της εργασίας έχει προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα, κυρίως από τη δεκαετία του 1970 με τον διαχωρισμό των διαφόρων σταδίων της παραγωγικής διαδικασίας σε αυτό που σήμερα είναι ευρέως γνωστό ως αλυσίδες εφοδιασμού και με την αύξηση της παραγωγικής δύναμης της κοινωνικής εργασίας ώστε να περιλαμβάνει το παγκόσμιο εργατικό δυναμικό. Η τελευταία, γνωστή και ως παγκοσμιοποίηση, κατέστη δυνατή χάρη στις επαναστάσεις στις τεχνολογίες της πληροφορίας (ψηφιοποίηση), της επικοινωνίας (δορυφορικά, οπτικά ίνες και δίκτυα κινητής τηλεφωνίας) και των μεταφορών (εμπορευματοκιβώτια), μια εξέλιξη που περιγράφει ο Μανουέλ Καστέλς (Manuel Castells) στο βιβλίο του The Rise of the Network Society (Η Ανάδυση της Δικτυακής Κοινωνίας)[23]. Αυτή η αυξανόμενη διεθνοποίηση του κεφαλαίου και η συνεχώς αυξανόμενη ολοκλήρωση της παγκόσμιας οικονομίας υπερβαίνουν κατά πολύ το απλό παγκόσμιο εμπόριο, το οποίο υπάρχει εδώ και αιώνες. Αυτό που έχουμε τώρα δεν είναι μόνο η διακίνηση αγαθών και υπηρεσιών σε όλο τον κόσμο, αλλά και η διεθνοποίηση της παραγωγής. Η τυποποίηση του ταπεινού εμπορευματοκιβωτίου διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο. Ο οικονομικός ιστορικός Μαρκ Λέβινσον (Marc Levinson) εξηγεί τη σημασία της εμπορευματοκιβωτιοποίησης:
«Το εμπορευματοκιβώτιο βρίσκεται στο επίκεντρο ενός υψηλά αυτοματοποιημένου συστήματος μεταφοράς εμπορευμάτων από οπουδήποτε προς οπουδήποτε, με ελάχιστο κόστος και επιπλοκές κατά τη μεταφορά. Το εμπορευματοκιβώτιο έκανε τη ναυτιλία φθηνή και, με αυτόν τον τρόπο, άλλαξε τη μορφή της παγκόσμιας οικονομίας.»[24]
Μπορούμε να πάρουμε σχεδόν οποιοδήποτε προϊόν και να διαπιστώσουμε ότι δεν κατασκευάζεται πλέον από την αρχή έως το τέλος σε ένα μόνο εργοστάσιο. Αντ’ αυτού, «οι εταιρείες θα μπορούσαν να διαλύσουν τα εργοστάσια και να τα ιδρύσουν σε διάφορες χώρες ταυτόχρονα – μια διαδικασία γνωστή ως αποσύνδεση της παραγωγής», όπως έγραψε η Τριηπειρωτική: Ινστιτούτο για Κοινωνική Έρευνα (Tricontinental: Institute for Social Research) στην πρώτη της έκδοση, Στα Ερείπια του Παρόντος (In the Ruins of the Present)[25]. Αυτή η διαδικασία επιτρέπει σε κάθε μεμονωμένο μέρος να παράγεται σε μια διαφορετική χώρα, να συναρμολογείται σε μια άλλη και να διατίθεται στην αγορά σε μια τρίτη, για να καταναλωθεί τελικά σε ολόκληρο τον πλανήτη. Όταν οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού διακόπηκαν από την πανδημία COVID-19, ο κόσμος θυμήθηκε πόσο εξαρτημένοι είμαστε όλοι από την ταυτόχρονη εργασία των εργαζομένων σε όλο τον κόσμο.
Όλη αυτή η διαδικασία αποτελεί τη βάση της διατύπωσης του Μαρξ στο κεφάλαιο 32 του Κεφαλαίου, τόμος πρώτος:
«Το μονοπώλιο του κεφαλαίου γίνεται εμπόδιο για τον τρόπο παραγωγής, ο οποίος αναπτύχθηκε και άνθισε μαζί με αυτό και υπό αυτό. Η συγκέντρωση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φτάνουν τελικά σε ένα σημείο όπου γίνονται ασυμβίβαστες με το καπιταλιστικό τους περίβλημα. Αυτό το περίβλημα σπάει. Χτυπάει η καμπάνα της καπιταλιστικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Οι απαλλοτριωτές απαλλοτριώνονται.»[26]
4. «Η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου»
Ο Μαρξ παρατήρησε ότι η εσωτερική δυναμική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής οδηγεί στη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Ο Μαρξ χρησιμοποίησε αυτούς τους όρους με κάπως διαφορετικό τρόπο από τους επικρατέστερους οικονομολόγους. Με τον όρο «συγκέντρωση», ο Μαρξ εννοούσε την αύξηση του μεγέθους των μεμονωμένων καπιταλιστικών επιχειρήσεων μέσω της διαδικασίας συσσώρευσης κεφαλαίου. Με τον όρο «συγκεντροποίηση», από την άλλη πλευρά, εννοούσε τις μεγαλύτερες καπιταλιστικές επιχειρήσεις που απορροφούν μικρότερες επιχειρήσεις ή δύο επιχειρήσεις συγκρίσιμης δύναμης που ενώνουν τις δυνάμεις τους, δύο διαδικασίες που σήμερα αναφέρονται ως εξαγορές και συγχωνεύσεις, αντίστοιχα. Το πιστωτικό σύστημα διαδραματίζει έναν ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο στην κινητοποίηση του χρηματικού κεφαλαίου που απαιτείται για την τροφοδότηση της διαδικασίας συγκεντροποίησης.
Εμπειρικά, η συγκέντρωση του κεφαλαίου στην σημερινή οικονομία έχει τεκμηριωθεί επαρκώς. Για παράδειγμα, οι Τζον Μπέλαμι Φόστερ (John Bellamy Foster) και Ρόμπερτ Μακτσέσνεϊ (Robert McChesney) απέδειξαν ότι, από το 2004 έως το 2008, τα συνολικά ετήσια έσοδα των 500 μεγαλύτερων εταιρειών παγκοσμίως αντιπροσώπευαν περίπου το 40% του συνολικού παγκόσμιου εισοδήματος[27]. Επιπλέον, το μερίδιό τους στα συνολικά παγκόσμια έσοδα έχει σχεδόν διπλασιαστεί από το 1960, όταν αντιπροσώπευε περίπου το 20%. Οι Μπέλαμι Φόστερ και Μακτσέσνεϊ συνεχίζουν λέγοντας:
«Τελικά, η χρηματοοικονομική δραστηριότητα υπήρξε – όπως πάντα – μια δύναμη που οδήγησε στο μονοπώλιο. Οι συμφωνίες συγχωνεύσεων και εξαγορών που ανακοινώθηκαν παγκοσμίως το 1999 έφτασαν τα 3,4 τρισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που αντιστοιχούσε τότε στο 34% της αξίας του συνολικού βιομηχανικού κεφαλαίου (κτίρια, εργοστάσια, μηχανήματα και εξοπλισμός) στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 2007, λίγο πριν από τη Μεγάλη Χρηματοπιστωτική Κρίση, οι παγκόσμιες συγχωνεύσεις και εξαγορές έφτασαν το ρεκόρ των 4,38 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, σημειώνοντας αύξηση 21% σε σχέση με το 2006. Το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι η ενίσχυση της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα.»[28]
Η διαδικασία συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, αν όλα τα άλλα παραμείνουν σταθερά, έχει ως αποτέλεσμα τη συνεχή αύξηση του μεγέθους των εταιρειών και των επιχειρήσεων. Αυτό σημαίνει ότι, με την πάροδο του χρόνου, οι εργασίες ενός ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού εργαζομένων θα συντονίζονται και θα αλληλοσυνδέονται όλο και περισσότερο.
5. «Η συνειδητή τεχνική εφαρμογή της επιστήμης»
Οι επαναστάσεις στις τεχνολογίες της πληροφορίας, της επικοινωνίας και των μεταφορών έχουν επίσης μεταμορφώσει τη διαδικασία παραγωγής. Μερικά από τα βασικά στοιχεία της ευρέως αναγνωρισμένης «τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης» είναι:
- Μηχανική μάθηση/τεχνητή νοημοσύνη
- Μεγάλα δεδομένα
- Προηγμένη ρομποτική
- Τρισδιάστατη εκτύπωση
- Διαδίκτυο των πραγμάτων
- Προηγμένη κατασκευή/έξυπνα εργοστάσια
- Νανοτεχνολογία
- Νέοι πόροι από όλες τις γωνιές του κόσμου, όπως ελαφριά υλικά, στοιχεία σπάνιων γαιών, κοβάλτιο και λίθιο, πολλά από τα οποία γίνονται απαραίτητα στη διαδικασία παραγωγής των νέων τεχνολογιών.
Ενώ οι προηγούμενες κυμάτων αυτοματοποίησης επηρέασαν κυρίως τους ημι-ειδικευμένους εργάτες στον τομέα της μεταποίησης, οι τρέχουσες τεχνολογίες απειλούν επίσης τις θέσεις εργασίας των υψηλά ειδικευμένων εργαζομένων στον τομέα των υπηρεσιών. Μεταξύ 1979 και 2015, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχασαν περισσότερες από επτά εκατομμύρια θέσεις εργασίας στον τομέα της μεταποίησης, ωστόσο η παραγωγή των εργοστασίων διπλασιάστηκε. Μια μελέτη του Κέντρου Επιχειρηματικών και Οικονομικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Ball State το 2016 έδειξε ότι το 88% των απωλειών θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1970 οφειλόταν στα ρομπότ και την αυτοματοποίηση, ενώ το εμπόριο αντιπροσώπευε το 13% των απωλειών θέσεων εργασίας στον τομέα της μεταποίησης. Αυτό δεν ίσχυε μόνο για τον τομέα της μεταποίησης· σε ένα ευρύ φάσμα βιομηχανιών που συνεπάγονται ρουτίνα εργασίας, η ανθρώπινη εργασία έχει αντικατασταθεί από μηχανές και λογισμικό. Σύμφωνα με στοιχεία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ρομποτικής, μεταξύ 2008 και 2012 οι αποστολές βιομηχανικών ρομπότ αυξήθηκαν κατά 9% κατά μέσο όρο ετησίως[29].
Η Κίνα έχει την ταχύτερα αναπτυσσόμενη αγορά για νέες εγκαταστάσεις ρομπότ, με αύξηση 25% ετησίως από το 2005 έως το 2012[30]. Ακόμη και πριν από αυτό, η τεχνολογική πρόοδος είχε ήδη δραματική επίδραση στις θέσεις εργασίας στα εργοστάσια της Κίνας: μεταξύ 1995 και 2002, η Κίνα έχασε 16 εκατομμύρια θέσεις εργασίας στον τομέα της μεταποίησης (περίπου το 15% του εργατικού δυναμικού της μεταποίησης), ενώ παράλληλα αύξησε την παραγωγή της[31]. Σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη για τα βιομηχανικά ρομπότ από την Διεθνή Ομοσπονδία Ρομποτικής:
«Από το 2010, η ζήτηση για βιομηχανικά ρομπότ αυξήθηκε σημαντικά λόγω της συνεχιζόμενης τάσης προς την αυτοματοποίηση και της συνεχούς τεχνολογικής καινοτομίας στη βιομηχανική ρομποτική. Από το 2015 έως το 2020, οι ετήσιες εγκαταστάσεις αυξήθηκαν κατά μέσο όρο κατά 9% κάθε χρόνο (CAGR). Μεταξύ 2005 και 2008, ο μέσος ετήσιος αριθμός ρομπότ που πωλήθηκαν ήταν περίπου 115.000 μονάδες, πριν η παγκόσμια οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση προκαλέσει πτώση των εγκαταστάσεων ρομπότ σε μόλις 60.000 μονάδες το 2009, με πολλές επενδύσεις να αναβάλλονται. Το 2010, οι επενδύσεις αυξήθηκαν και οδήγησαν τις εγκαταστάσεις ρομπότ σε 120.000 μονάδες. Μέχρι το 2015, οι ετήσιες εγκαταστάσεις είχαν υπερδιπλασιαστεί σε σχεδόν 254.000 μονάδες. Το 2016, ξεπεράστηκε το όριο των 300.000 εγκαταστάσεων ετησίως και το 2017, οι εγκαταστάσεις αυξήθηκαν σε σχεδόν 400.000 μονάδες. Το όριο των 400.000 μονάδων ετησίως ξεπεράστηκε για πρώτη φορά το 2018.
…
Η Κίνα είναι η μεγαλύτερη αγορά βιομηχανικών ρομπότ στον κόσμο από το 2013 και αντιπροσώπευε το 44% του συνόλου των εγκαταστάσεων το 2020. Οι 168.377 μονάδες που εγκαταστάθηκαν στην Κίνα ξεπέρασαν τις συνολικές εγκαταστάσεις στην Ευρώπη και την Αμερική (106.436 μονάδες) κατά 58%.»[32]
Η ρομποτοποίηση, μία από τις πιο προηγμένες τεχνολογίες στην εποχή της ψηφιοποίησης, καθιστά τον σχεδιασμό πολύ πιο ορθολογικό. Επιτρέπει την καλύτερη οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας στο πλαίσιο του καταμερισμού της εργασίας μεταξύ των μονάδων παραγωγής, είτε εντός της ίδιας επιχείρησης είτε μεταξύ διαφορετικών επιχειρήσεων.
6. «Η μεθοδολογική καλλιέργεια του εδάφους»
Οι αντιφάσεις της καπιταλιστικής γεωργίας είναι ένας μικρόκοσμος της ουσιαστικής αντίφασης του καπιταλισμού, όπως αποκάλυψε ο Μαρξ. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων των αγροχημικών (όπως λιπάσματα, φυτοφάρμακα και τεχνητά μέσα ωρίμανσης) και των βιοτεχνολογιών (όπως γενετικά τροποποιημένοι σπόροι, έξυπνοι ελκυστήρες, μηχανικές θεριστικές μηχανές, δορυφορική τεχνολογία και μεγάλα δεδομένα) έχουν αυξήσει σημαντικά τις αποδόσεις και έχουν μειώσει σημαντικά την ανθρώπινη εργασία που απαιτείται στη σύγχρονη γεωργία. Ως αποτέλεσμα, οι υπάρχουσες παραγωγικές δυνάμεις παράγουν αρκετά τρόφιμα για να θρέψουν κάθε άνθρωπο στον πλανήτη[33]. Ωστόσο, οι σχέσεις παραγωγής του καπιταλισμού υπαγορεύουν ότι η αφθονία που δημιουργείται από τη γεωργία υψηλής τεχνολογίας δεν χρησιμοποιείται για να τερματιστεί η πείνα στον κόσμο, αλλά για να αυξηθούν τα κέρδη των καπιταλιστών.
Στο 45ο ενημερωτικό δελτίο του 2019, η Τριηπειρωτική: Ινστιτούτο για Κοινωνική Έρευνα σημείωσε:
«Ένας δείκτης της αποτυχίας του καπιταλισμού να διαχειριστεί την παραγωγή τροφίμων είναι ότι – σύμφωνα με τον FAO [Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (Σ.τ.Μ., Food and Agriculture Organisation)] – το ένα τρίτο της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων (1,3 δισεκατομμύρια τόνοι ετησίως) χάνεται ή καταλήγει στα σκουπίδια. Ο FAO έχει αναπτύξει νέους δείκτες – τον Δείκτη Απώλειας Τροφίμων και τον Δείκτη Σπατάλης Τροφίμων – για να παρακολουθεί αυτό το φρικτό φαινόμενο. «Πώς μπορούμε να επιτρέψουμε να πετιούνται τρόφιμα, όταν περισσότεροι από 820 εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο συνεχίζουν να πεινάνε κάθε μέρα;», ρωτά ο Γενικός Διευθυντής του FAO, Qu Dongyu. Το επιτρέπουμε επειδή το σύστημα λέει ότι μόνο όσοι έχουν χρήματα μπορούν να φάνε. Το όνομα του συστήματος είναι καπιταλισμός. Είναι απάνθρωπο μέχρι το μεδούλι. Ασφυκτιά το γέλιο.»[34]
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η συζήτηση σχετικά με τις διάφορες θεωρίες για την κρίση στην καπιταλιστική οικονομία δεν είναι άσκοπη διανοητική άσκηση. Αντίθετα, μας παρέχει εξαιρετικά σημαντικά πολιτικά συμπεράσματα για άμεσα ζητήματα επιβίωσης και ζωής ή θανάτου, όχι μόνο για το ανθρώπινο είδος, αλλά για όλα τα ζωντανά όντα. Επομένως, είναι ουσιαστικής σημασίας να συνοψίσουμε τα ευρήματά μας και να εξαγάγουμε τα πολιτικά διδάγματα που περιέχονται σε αυτά.
Αφού αναλύσαμε, στο πρώτο κεφάλαιο, την τρέχουσα κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι ο κόσμος βιώνει αυτό που ονομάσαμε μια νέα περίοδο μεγάλης ύφεσης από την διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, αρχίσαμε να εξετάζουμε τα αίτια αυτής της κατάστασης. Αυτό απαιτούσε μια σύντομη επισκόπηση των ανταγωνιστικών επιστημονικών θεωριών για την οικονομική κρίση στον καπιταλισμό που προτείνουν διάφορες σχολές οικονομικής σκέψης. Αρχικά εξετάσαμε τις θεωρίες της επικρατούσας οικονομικής σκέψης, με τη σχολή των αρνητών, την οποία αποδείξαμε ότι είναι απλώς άχρηστη, και τη σχολή των ρεαλιστών, με τον Κέινς στο επίκεντρό της. Αν και σημειώσαμε τη σχετική ανωτερότητα της ανάλυσης του Κέινς σε σχέση με την υπόλοιπη επικρατούσα οικονομική σκέψη, τη θεωρήσαμε ωστόσο μη ικανοποιητική, αν μη τι άλλο επειδή δεν εξηγεί πλήρως τη δυναμική που καθορίζει τον όγκο των επενδύσεων και επειδή αφήνει πολλά ως αντικείμενο επιθυμιών, παραμελώντας το κεντρικό στοιχείο της καπιταλιστικής οικονομίας – τη διαδικασία παραγωγής – και ευνοώντας αντίθετα τη διαδικασία κυκλοφορίας. Αυτό εμποδίζει τον Κέινς να κατανοήσει τον σχεδόν ακριβή ρυθμό των περιοδικά επαναλαμβανόμενων καπιταλιστικών κρίσεων.
Στη συνέχεια, στραφήκαμε στις διάφορες μαρξιστικές θεωρίες για την οικονομική κρίση. Μεταξύ αυτών, εστιάσαμε στις τρεις που ήρθαν στο προσκήνιο κατά τη συζήτηση για τις τελευταίες εξελίξεις στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία. Μετά από εξέταση, διαπιστώσαμε ότι οι θεωρίες της συμπίεσης των κερδών και της υποκατανάλωσης δεν ήταν ικανοποιητικές.
Ο νόμος της τάσης μείωσης του ποσοστού κέρδους αποδείχθηκε η πιο ορθή θεωρία και η μόνη που εξηγεί την περιοδική επανάληψη των οικονομικών κρίσεων σε όλη την ιστορία του καπιταλισμού. Στη συνέχεια, προχωρήσαμε ένα βήμα παραπέρα και επιστήσαμε την προσοχή στο γεγονός ότι, από τα τέλη του 19ου αιώνα, το επίπεδο της αναταραχής και της αναστάτωσης που προκάλεσαν οι μεγάλες κρίσεις της παγκόσμιας οικονομίας είχε αυξηθεί ποιοτικά. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία ενός νέου όρου στην οικονομική επιστήμη, αυτού της «μεγάλης ύφεσης». Σημειώσαμε ότι η μεγάλη ύφεση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα είναι η τρίτη του είδους της και, όπως και οι δύο προηγούμενες, είναι ασύγκριτα πιο βαθιά και πιο απειλητική από τις κρίσεις του 18ου και 19ου αιώνα. Προσπαθήσαμε να διερευνήσουμε γιατί συμβαίνει αυτό και προσφέραμε ως απάντηση τη σημαντική διαπίστωση του Μαρξ σχετικά με τους νόμους της αλλαγής και της ανάπτυξης σε όλη την ιστορία.
Στην ιστορική οπτική του Μαρξ, η δυναμική που οδηγεί στη μετάβαση από έναν τύπο κοινωνικοοικονομικής δομής σε έναν άλλο βρίσκεται στον τρόπο παραγωγής που στηρίζει αυτές τις δομές. Είτε πρόκειται για μετάβαση από μια προ-καπιταλιστική (π.χ. φεουδαρχική) κοινωνία στον καπιταλισμό είτε από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό και, τελικά, στον κομμουνισμό, ο καταλύτης είναι ο ίδιος: η διαλεκτική αντίφαση μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής. Σε ένα ορισμένο στάδιο ανάπτυξης, οι πρώτες δεν μπορούν πλέον να ευδοκιμήσουν υπό τις συνθήκες που προηγουμένως καθορίζονταν από τις δεύτερες. Το ίδιο συμβαίνει τώρα με τον καπιταλισμό σε παγκόσμια κλίμακα.
Το αριστούργημα του Μαρξ, Το Κεφάλαιο, δείχνει ότι είναι ακριβώς οι νόμοι της κίνησης του καπιταλισμού που δημιουργούν τις συνθήκες για την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Αυτό γίνεται αισθητό, «κάθε φορά πιο απειλητικά», μέσω των οικονομικών κρίσεων. Το επίπεδο κοινωνικοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων και ο αμοιβαία εξαρτώμενος χαρακτήρας τους, καθώς και η πραγματικότητα που προκύπτει από το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι στον ίδιο χώρο εργασίας, ή τώρα σε διαφορετικούς χώρους εργασίας, έχουν γίνει μια συλλογικά λειτουργούσα παραγωγική μονάδα, απαιτούν σχεδιασμό σε κοινωνικό επίπεδο και ακόμη και σε παγκόσμιο επίπεδο, δεδομένου ότι η παραγωγή έχει γίνει εξαιρετικά διεθνοποιημένη. Αλλά το κεφάλαιο είναι εχθρικό προς τον κεντρικό σχεδιασμό, ο οποίος απαιτεί κοινή ιδιοκτησία, κοινοτική ιδιοκτησία υπό τις διάφορες μορφές της, για να ευδοκιμήσει. Αυτή είναι η αντίφαση που σηματοδοτεί το τέλος του καπιταλισμού.
Επισημάναμε ότι δεν υπάρχει τίποτα αυτόματο, τίποτα μηχανικό, τίποτα αναπόφευκτο σε αυτή τη μετάβαση. Για να γίνει πραγματικότητα η μετάβαση από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό, πρέπει να υπάρξει μια επαναστατική ρήξη με τον παλιό κόσμο. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο από μια κοινωνική δύναμη, μια κοινωνική τάξη που δεν έχει εγγενές συμφέρον στην ιδιωτική ιδιοκτησία: το προλεταριάτο. Η διαδικασία της συσσώρευσης κεφαλαίου παράγει άμεσα όχι μόνο αυτή την τάξη, αλλά και τις νέες παραγωγικές δυνάμεις που δεν μπορούν πλέον να αναπτυχθούν μέσα στο στενό πλαίσιο των παλαιών σχέσεων παραγωγής. Αν το προλεταριάτο, οδηγώντας τους εκμεταλλευόμενους και τους καταπιεσμένους υπό την ηγεμονική του επιρροή, δεν αναλάβει την καθοδήγηση της κοινωνίας από τους καπιταλιστές, η ανθρώπινη κοινωνία θα παραμείνει χωρίς μέλλον. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς έγραψαν για αυτή την πιθανότητα στην αρχή του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, όπου μιλούν για «μια αδιάκοπη, άλλοτε κρυφή, άλλοτε ανοιχτή πάλη, μια πάλη που κάθε φορά κατέληγε είτε σε μια επαναστατική ανασυγκρότηση της κοινωνίας στο σύνολό της, είτε στην κοινή καταστροφή των αντιμαχόμενων τάξεων»[35]. Αυτή η εναλλακτική βρήκε επίσης την έκφρασή της στο σύνθημα της μεγάλης επαναστάτριας Ρόζας Λούξεμπουργκ, «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα».
Οι μεγάλες υφέσεις είναι ναρκοπέδια που προκαλούν καταστροφικά πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα. Η πρώτη μεγάλη ύφεση στα τέλη του 19ου αιώνα ξεπεράστηκε μόνο με την άνοδο του ιμπεριαλισμού. Ο βίαιος αποικισμός και η υποδούλωση της πλειονότητας του παγκόσμιου πληθυσμού οδήγησε στη συνέχεια στο μακελειό του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η δεύτερη μεγάλη ύφεση, στη δεκαετία του 1930, οδήγησε στην άνοδο του φασισμού και του ναζισμού, με αποτέλεσμα τον βάρβαρο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που άφησε δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς και οδήγησε στο Ολοκαύτωμα. Η αποικιοκρατία, ο παγκόσμιος πόλεμος και ο φασισμός είναι η βαρβαρότητα για την οποία μιλούσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ.
Ωστόσο, οι μεγάλες υφέσεις είναι επίσης η εστία επαναστάσεων και εξεγέρσεων. Η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 και η Κινεζική Επανάσταση του 1949, μαζί με άλλες επαναστάσεις σε όλο τον κόσμο, γεννήθηκαν από τις συνθήκες της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Έτσι, το πραγματικό πολιτικό δίδαγμα που μπορούμε να αντλήσουμε από τη μελέτη των οικονομικών κρίσεων είναι ότι ο μόνος δρόμος για την επιβίωση και την πρόοδο της ανθρωπότητας είναι η οργάνωση μιας τάξης που θα ξεπεράσει τις βάρβαρες τάσεις που γεννήθηκαν από αυτές τις καπιταλιστικές κρίσεις που ονομάζονται ύφεση. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι και οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι τελείωσαν όχι μέσω ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων, ούτε μέσω των κηρυγμάτων ειρήνης από τους καλοκάγαθους και καλοπροαίρετους, αλλά μέσω της επανάστασης και της δύναμης που απέκτησαν έτσι οι εκμεταλλευόμενοι και οι καταπιεσμένοι.
Το τελικό μας συμπέρασμα είναι το εξής: η ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής δημιουργεί τις συνθήκες για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Καθώς ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός εκμεταλλεύεται τους εργάτες του κόσμου, συγκεντρώνοντάς τους σε συνεργατικές εργασίες για να εργαστούν σε παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, ταυτόχρονα αναπτύσσει τόσο τα μέσα παραγωγής σε ολοένα και υψηλότερα επίπεδα παραγωγικότητας όσο και, παράλληλα, τους ίδιους τους νεκροθάφτες του, υπό τη μορφή μιας παγκόσμιας εργατικής τάξης, της οποίας η συνεργατική εργασία είναι η πηγή όλης της αξίας και, μαζί με τη φύση, όλου του πλούτου.
Το κεφάλαιο έχει διεθνοποιήσει την παραγωγή, έχει φέρει κοντά εργαζομένους από όλο τον κόσμο, που κάποτε αποτελούσαν ένα πλήθος εθνών, φυλών, και εθνοτήτων απομακρυσμένων και ξένων μεταξύ τους, δημιουργώντας ένα ενιαίο συλλογικό εργατικό δυναμικό, και έχει κοινωνικοποιήσει όλες τις παραγωγικές δυνάμεις πέρα από τα όρια των εθνικών συνόρων. Εξ ορισμού, η ίδια η επανάσταση πρέπει επομένως να έχει διεθνιστικό χαρακτήρα. Σίγουρα, μπορεί να ξεκινήσει μόνο σε εθνικό επίπεδο, με κάθε τμήμα του διεθνούς προλεταριάτου να αναλαμβάνει τη δική του αστική τάξη στις αντίστοιχες χώρες του για να αγωνιστεί για την κατάληψη του εθνικού κράτους. Ωστόσο, η επανάσταση και η αντεπανάσταση έχουν πάντα αναπτυχθεί σε περιφερειακές και στη συνέχεια σε ηπειρωτικές διαστάσεις. Ως εκ τούτου, πρέπει να προετοιμαστούμε να αποσπάσουμε τμήματα της παγκόσμιας οικονομίας από τη διεθνή αστική τάξη καθώς εξελίσσεται η πορεία της επανάστασης. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο η ανθρωπότητα μπορεί να σωθεί από τις ολοένα και πιο καταστροφικές τάσεις που έχει αναπτύξει ο καπιταλισμός στην περίοδο του ηλιοβασιλέματός του.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] The Trussell Trust, ‘End of Year Stats’, April 2021–March 2022, https://www.trusselltrust.org/news-and-blog/latest-stats/end-year-stats/.
[2] Tami Luhby, ‘As Millions Fell into Poverty during the Pandemic, Billionaires’ Wealth Soared’, CNN Business, 7 December 2021, https://edition.cnn.com/2021/12/07/business/global-wealth-income-gap/index.html.
[3] Oxfam International, ‘World’s Billionaires Have More Wealth than 4.6 Billion People’, 20 January 2020, https://www.oxfam.org/en/press-releases/worlds-billionaires-have-more-wealth-46-billion-people.
[4] Για περισσότερα σχετικά με την έννοια της «αποσύζευξης» ή «αποδέσμευσης», βλ. Tricontinental: Institute for Social Research’s interview with Samir Amin, Globalisation and Its Alternative, notebook no. 1, 29 October 2018, https://thetricontinental.org/globalisation-and-its-alternative/.
[5] Murray E. G. Smith, Jonah Butovsky, and Josh J. Watterton, Twilight Capitalism: Karl Marx and the Decay of the Profit System (Halifax: Fernwood Publishing, 2021), 61.
[6] Eurostat, ‘General Government Gross Debt – Annual Data’, accessed 22 April 2022, https://ec.europa.eu/eurostat/databrowser/view/teina225/default/table?lang=en.
[7] Robert J. Shiller, ‘Looking Back at the First Roaring Twenties’, The New York Times, 16 April 2021, https://www.nytimes.com/2021/04/16/business/roaring-twenties-stocks.html.
[8] Karl Marx, Theories of Surplus Value, part 2 (Moscow: Progress Publishers, 1968), 500.
[9] Ann Pettifor, ‘I Blame the Queen for This Crisis’, The Guardian, 26 February 2009, https://www.theguardian.com/commentisfree/2009/feb/26/recession-economy-capitalism.
[10] John Maynard Keynes, The General Theory of Employment, Interest, and Money (London: MacMillan, 1936).
[11] Keynes, General Theory, 161.
[12] Joseph A. Schumpeter, Business Cycles: A Theoretical, Historical, and Statistical Analysis of the Capitalist Process (New York: McGraw Hill, 1939), v.
[13] George Catephores, ‘The Imperious Austrian: Schumpeter as Bourgeois Marxist’, New Left Review, no. 205 (May–June 1994): 3–30.
[14] Keynes, General Theory, 355.
[15] «Το κεφάλαιο δρα ταυτόχρονα και στις δύο πλευρές. Αν η συσσώρευσή του, από τη μία πλευρά, αυξάνει τη ζήτηση εργασίας, από την άλλη αυξάνει την προσφορά εργατών μέσω της «απελευθέρωσής» τους, ενώ ταυτόχρονα η πίεση των ανέργων αναγκάζει τους απασχολούμενους να παρέχουν περισσότερη εργασία, και έτσι καθιστά την προσφορά εργασίας, σε κάποιο βαθμό, ανεξάρτητη από την προσφορά εργατών. Η δράση του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης εργασίας πάνω σε αυτή τη βάση ολοκληρώνει την τυραννία του κεφαλαίου.» Karl Marx, ‘Progressive Production of a Relative Surplus Population or Industrial Reserve Army’, in Capital: A Critique of Political Economy, vol. 1 (London: Penguin, 1976).
[16] Rosa Luxemburg and Nikolai Bukharin, Imperialism and the Accumulation of Capital, ed. Kenneth J. Tarbuck (London: Penguin, 1972).
[17] Karl Marx, Capital: A Critique of Political Economy, vol. 2 (London: Penguin, 1992), 486–487.
[18] Karl Marx, Grundrisse: Foundations of the Critique of Political Economy (London: Penguin,1993), 748.
[19] Karl Marx and Friedrich Engels, ‘The Communist Manifesto’, in Marx and Engels Collected Works, vol. 6 (London: Lawrence and Wishart, 2010).
[20]Marx and Engels, ‘The Communist Manifesto’, 489–490.
[21] Karl Marx, ‘Preface to ‘A Contribution to the Critique of Political Economy’, in Marx Engels Collected Works, vol. 29 (London: Lawrence and Wishart, 2010), 263.
[22] Marx, Capital, vol. 1, 929.
[23] Manuel Castells, The Rise of the Network Society (Oxford: Blackwell Publishers, 1996), 92.
[24] Marc Levinson, The Box: How the Shipping Container Made the World Smaller and the World Economy Bigger (Princeton: Princeton University Press, 2016), 2.
[25] Tricontinental: Institute for Social Research, In The Ruins of the Present, working document no. 1, 1 March 2018, https://thetricontinental.org/working-document-1/.
[26] Marx, Capital, vol. 1, 929.
[27] John Bellamy Foster and Robert W. McChesney, The Endless Crisis: How Monopoly-Finance Capital Produces Stagnation and Upheaval from the USA to China (New York: Monthly Review Press, 2012), 32.
[28] Foster and McChesney, The Endless Crisis, 74.
[29] Paul Wiseman, ‘Why Robots, Not Trade, Are behind So Many Factory Job Losses’, AP News, 2 November 2016, https://apnews.com/article/donald-trump-global-trade-china-archive-united-states-265cd8fb02fb44a69cf0eaa2063e11d9.
[30] Automation.com, ‘Automation Increases Demand for Industrial Robots’, 2 July 2013, https://www.automation.com/en-us/articles/2013-2/automation-increases-demand-for-industrial-robots.
[31] Martin Ford, Rise of the Robots: Technology and the Threat of a Jobless Future (New York: Basic Books, 2015), 10.
[32] International Federation of Robotics Statistical Department, ‘Executive Summary’, in World Robotics 2021 Industrial Robots, 2021, https://ifr.org/free-downloads.
[33] Eric Holt-Giménez et al., ‘We Already Grow Enough Food for 10 Billion People… and Still Can’t End Hunger’, Journal of Sustainable Agriculture, no. 36 (2012): 595–598, https://doi.org/10.1080/10440046.2012.695331.
[34] Tricontinental: Institute for Social Research, ‘Even a Clown Is Fascinated by Ideas: The Forty-Fifth Newsletter (2019)’, 7 November 2019, https://thetricontinental.org/newsletterissue/newsletter-45-2019-clown/.
[35] Marx and Engels, ‘The Communist Manifesto’.
